← Κύπρος

ΑSTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Δ. Π. κ.α., Αγ. Αρ.: 2806/2014, 31/1/2022

ΑSTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Δ. Π. κ.α., Αγ. Αρ.: 2806/2014, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2806/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC από τη Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. Δ. Π.
  2. Α. Χ. Ι. Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 6/12/2019 Μεταξύ: ΑSTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ΑSTROBANK LIMITED) Ενάγουσας και
  3. Δ. Π.
  4. Α. Χ. Ι. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 31/01/
  5. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Λευτέρης Κορακίδης και κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης για κ.κ. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Ανδρέας Πολυδώρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, Θ.6), αξιώνουν από αμφότερους τους εναγομένους: α) το ποσό των €2,395.78 σεντ πλέον τόκους προς 11,25% ετησίως από 01/11/2014 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους β) το ποσό των των €237,455.13 σεντ πλέον τόκους προς 11,25% ετησίως από 06/11/2014 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθώς επίσης και διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Υ.1703/2005 και Υ.4289/2005, αμφότερες Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, εναντίον της εναγόμενης αρ.
  6. Τα πιο πάνω ποσά αποτελούν υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραχώρησαν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 16/03/2011 και οι οποίες αφορούσαν στο άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και στην παραχώρηση δανείου τακτής προθεσμίας. Οι εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν με τις πιο πάνω αναφερόμενες Υποθήκες τις οποίες παραχώρησε προς όφελος των εναγόντων η εναγόμενη αρ.
  7. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, αρνήθηκαν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και διαζευκτικά ισχυρίστηκαν ακυρότητα αυτών. Αρνήθηκαν επίσης τα αξιούμενα υπόλοιπα και το ύψος των αξιούμενων τόκων. Ανταπαιτητικώς αξίωσαν δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών και ότι αυτές αλλά και οι επίδικες Υποθήκες είναι ανεφάρμοστες και ότι θα πρέπει να εξαλειφθούν. Αναφέρω από τώρα ότι οι ενάγοντες εν τέλει δεν προώθησαν την αξίωση τους για το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και περιορίστηκαν μόνο στην αξίωση του υπολοίπου του δανείου. Σημειώνεται επίσης ότι η πλευρά των εναγομένων, κατά την ακρόαση, περιορίστηκε, oυσιαστικά, μόνο στην αμφισβήτηση του δικαιώματος των εναγόντων στην αξίωση τόκου υπερημερίας ύψους 2% και στο δικαίωμα τους να επιβάλουν στον λογαριασμό δανείου αύξηση του επιτοκίου πέραν του 8,25%, ως αρχικά, κατά τη θέση τους, είχε συμφωνηθεί, ζητήματα με τα οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω, ενδελεχώς, αφού προηγουμένως καταλήξω σε ολοκληρωμένα ευρήματα γεγονότων. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2, κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον κ. Α. Κ. (Μ.Ε.1). Από πλευράς των εναγόμενων αρ. 1 και 2 δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης συνολικά 17 τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Είναι υπάλληλος των εναγόντων αναφέρει και έχει γνώση των επίδικων συμφωνιών οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ της USB BANK PLC και των εναγόμενων αφού έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα και τις καταστάσεις λογαριασμού. Επίσης, αναφέρει ότι ήταν υπάλληλος της USB BANK PLC πριν αυτή μεταβιβάσει τις εργασίες της στους εναγόντες. Κατάθεσε στο Δικαστήριο τα 17 τεκμήρια, μεταξύ αυτών, την επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16/03/2011 (βλ. τεκμήριο 4), τις Δηλώσεις και Συμβάσεις Υποθήκης Υ.1703/05 και Υ.4289/05 μαζί με επισυνπατόμενα σε αυτές έγγραφα υποθήκης (βλ. τεκμήρια 5 και 6), επιστολές ημερομηνίας 16/04/2014 και 16/06/2014 (βλ. τεκμήρια 10 και 13), επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 16/07/2014 (βλ. τεκμήριο 14) και τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού καθώς επίσης αναδομημένες καταστάσεις (βλ. τεκμήρια 15 και 16). Ο μάρτυρας ανάφερε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αφαιρεί οποιεσδήποτε χρεώσεις επιβλήθηκαν πλήν των τόκων. Είπε επίσης ότι κατά τις 14/06/2011 το βασικό επιτόκιο της USB BANK PLC αυξήθηκε από 5,25% σε 5,75% και κατά την 12/11/2012 αυξήθηκε από 5,75% σε 6,25% και κατάθεσε στο Δικαστήριο ανακοινώσεις που έγιναν προς τούτο στον ημερήσιον τύπο (βλ. τεκμήριο 17). Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας είπε ότι οι ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους στο 2% ετησίως από την ημέρα τερματισμού. Ο τόκος αυτός ανάφερε περαιτέρω ήταν εντός των συμφωνηθέντων και αποτελεί γνήσιο υπολογισμό της πραγματικής ζημιάς USB BANK PLC και της ενάγουσας, την οποία επεξήγησε. Aντεξεταζόμενος ανάφερε ότι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας σήμερα είναι 3,25% ενώ κατά τον τερματισμό ανερχόταν σε 6,25% το οποίο ήταν στα πλαίσια της συμφωνίας. Του υποβλήθηκε η θέση ότι εν όψει της πιο πάνω μεταβολής του βασικού επιτοκίου, η Τράπεζα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αλλά έχει επωφεληθεί από τον τερματισμό με τον μάρτυρα να διαφωνεί. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να προβεί σε αλλαγή του βασικού επιτοκίου δυνάμει των όρων της συμφωνίας και μέσω ανάρτησης στην ιστοσελίδα της και ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις του και γενικά την όλη συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα, χωρίς όμως να δίνω υπέρμετρη βαρύτητα στα πιο πάνω. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής του μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Ο M.E.1 κατάθεσε ως ο αρμόδιος υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος είχε στην κατοχή του και κατάθεσε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Άλλωστε από την αντεξέταση του, η οποία ήταν περιορισμένη, δεν έχει προκύψει να αμφισβητείται η αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του επίσης συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που κατάθεσε στο Δικαστήριο και η οποία σε κανένα στάδιο έτυχε αμφισβήτησης. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 15) οι οποίες καταδεικνύουν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι τον τερματισμό και μετέπειτα, μέχρι τις 31/12/
  1. Η θέση του μάρτυρα ότι οι εν λόγω καταστάσεις έχουν εκτυπωθεί από τον ίδιο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της USB BANK PLC, στον οποίο τηρείτο ο λογαριασμός σε ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιούνταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της πιο πάνω Τράπεζας, υπό τη φύλαξη και έλεγχο της οποίας βρισκόταν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ούτε η θέση του ότι σύγκρινε τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τις καταστάσεις λογαριασμού και διαπίστωσε ότι είναι ορθές αφού τα στοιχεία στις καταστάσεις λογαριασμού ήταν τα ίδια με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της USB BANK PLC, έτυχε αμφισβήτησης. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από την αντεξέταση του μάρτυρα, δεν έχει προκύψει να έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης συγκεκριμένες χρεώσεις ή πιστώσεις που φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις. Ούτε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ο μάρτυρας κατάθεσε, έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, πέραν του δικαιώματος της Τράπεζας για αύξηση του βασικού επιτοκίου που επιβλήθηκε, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι με την επιφύλαξη της αποδεικτικής αξίας των αναφορών του σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας, ζήτημα το οποίο δεν άπτεται σε κάθε περίπτωση της αξιολόγησης και της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Στη βάση της πιο πάνω κρίσης μου περί της αξιοπιστίας του μοναδικού μάρτυρα που κατάθεσε ενώπιον μου και για λογαριασμό των εναγόντων, τα κάτωθι προκύπτει να αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: - Η USB BANK PLC είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο με σχετική άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Πριν τις 29/01/2009 η εν λόγω τράπεζα ονομαζόταν UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD. Νομικό πρόσωπο αποτελεί και η ενάγουσα η οποία επίσης κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε τραπεζικές εργασίες με σχετική άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (βλ. τεκμήριο 1). - Οι τραπεζικές εργασίες της USB BANK PLC, καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν οι αξιώσεις της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, εξαγοράστηκαν από την ενάγουσα, η οποία ονομαζόταν ASTROBANK LIMITED και μετονομάστηκε σε ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED, κατά τις 18/01/2019 δυνάμει των Περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμων του 1997 μέχρι 2011 (βλ. τεκμήριο 2). - Κατά τις 16/03/2011, η USB BANK PLC ενέκρινε αίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ημερομηνίας 08/02/2011 και στη βάση της επιστολής προσφοράς τους ημερομηνίας 10/03/2011 η οποία υπογράφτηκε από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στις 16/03/2011 καθώς επίσης και συμφωνίας ημερομηνίας 16/03/2011 για την παραχώρηση στους τελευταίους επιχειρηματικού δανείου τακτής προθεσμίας ύψους €195,000 για πλήρη εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων (βλ. τεκμήρια 3 και 4). - Το πιο πάνω δάνειο εξασφαλιζόταν, μεταξύ άλλων, από τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών με αρ. Υ1703/05 και Υ4289/05 τις οποίες η εναγόμενη αρ. 2 παραχώρησε προς όφελος της UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD (βλ. τεκμήρια 4 και 5). - Για την λειτουργία του επίδικου δανείου ανοίχθηκε αρχικά ο λογαριασμός με αριθμό [ ], o οποίος στη συνέχεια, δυνάμει συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 06/07/2011 (βλ. τεκμήριο 9) άλλαξε σε [ ]. - Οι εναγόμενοι καθυστερούσαν την πληρωμή των δόσεων του δανείου τους, και η USB BANK PLC απέστειλε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 επιστολή ημερομηνίας 16/03/2014 (βλ. τεκμήριο 10) με την οποία τους ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, για το ισχύον ύψους του βασικού επιτοκίου 6,25% πλεόν 3% περιθώριο και ότι το ποσό των καθυστερημένων δόσεων θα επιβαρύνεται με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας, ο οποίος ανερχόταν σε 2%. - Ακολούθησε απάντηση των εναγομένων στην πιο πάνω επιστολή με επιστολή του δικηγόρου τους (βλ. τεκμήριο 11) και ανταπάντηση από την USB BANK PLC (βλ. τεκμήριο 12). - Οι εναγόμενοι συνέχισαν να καθυστερούν και αποστάληκε από την USB BANK PLC νέα επιστολή ημερομηνίας 16/06/2014 (βλ. τεκμήριο 13) και αφού δεν υπήρξε εκ νέου ανταπόκριση, στις 16/07/2014 αποστάληκε στους εναγόμενους επιστολή (βλ. τεκμήριο 14) με την οποία τους καλούσε όπως εντός δύο μηνών αν δεν αποπληρώσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου τους, θα προχωρούσαν αυτόματα στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και στη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού χωρίς οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση. - Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή και η πιο πάνω συμφωνία τερματίστηκε κατά τις 16/09/
  2. - Ο επίδικος λογαριασμός, σύμφωνα με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 15) που τηρούσε η USB BANK PLC κατά την 31/12/2014, είχε υπόλοιπο €241.390,96 ενώ με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 16), το υπόλοιπο του κατά τις 16/09/2014 ανερχόταν σε €225.704,45 πλέον €4.461,53 συσσωρευμένοι τόκοι για την περίοδο από 01/07/2014 μέχρι 16/09/
  3. - Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι αυτός αποτελεί γνήσιο υπολογισμό της ζημιάς της USB BANK PLC και της ενάγουσας από την εξεύρεση ρευστότητας λόγω καθυστέρησης αποπληρωμής των υποχρεώσεων των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και την άμεση ανάγκη να εξεύρουν πρόσθετη ρευστότητα για να καλύψουν τα ποσά που οφείλουν στους δικούς τους δανειστές αλλά και για να αποπληρώσουν τα καταθετικά επιτόκια των καταθετών τους. Περαιτέρω, ο τόκος υπερημερίας προέκυψε από την ανάγκη συγκρότησης εξειδικευμένης υπηρεσίας που θα είναι σε θέση να χειρίζεται με τον ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο τους τερματισμένους λογαριασμούς λόγω μη τήρησης των υποχρεώσεων των εναγόμενων. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω, και χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τη σύναψη έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας δανείου μαζί με τους όρους της. Ο συνήγορος των εναγόμενων με την αγόρευση του προώθησε τη θέση ότι οι ενάγοντες και η USB BANK PLC δεν είχαν δικαίωμα να μεταβάλουν μονομερώς το βασικό επιτόκιο και η μονομερής αύξηση του αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, σύμφωνα με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, παραπέμποντας στα Άρθρα 5
(1), 6
(1)και 6
(2). Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι ο πιο πάνω Νόμος που αναφέρει ο συνήγορος καταργήθηκε και οι πρόνοιες του ενσωματώθηκαν στο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/21 ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 75, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Σε κάθε περίπτωση το πεδίο εφαρμογής του Νόμου 112(Ι)/21 και οι σχετικές πρόνοιες περί καταχρηστικότητας των ρητρών παρέμειναν οι ίδιες με βάση τον προηγούμενο Νόμο του 1996 (βλ. Άρθρα 48
(1), 50
(1)και 51
(1)του Νόμου 112(Ι)/21 σε αντιπαραβολή με τα Άρθρα 3
(1), 5
(1)και 6
(1)του προηγούμενου Νόμου του 1996). Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τον όρο 3.1 α) της επίδικης συμφωνίας τεκμήριο 4, ο τόκος που θα χρεώνεται το επίδικο δάνειο θα υπολογιζόταν με βάση το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες (το περιθώριο). Κατά τη σύναψη της συμφωνίας το σύνολο του επιτοκίου ανερχόταν σε 8,25%, δηλαδή 5,25% βασικό επιτόκιο και 3% το περιθώριο. Σύμφωνα περαιτέρω με τον όρο 3.5 της επίδικης συμφωνίας η Τράπεζα θα είχε δικαίωμα, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που θα ισχύουν, κατά καιρούς, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος κτλ, κατά την κρίση της, θα δικαιούται να μεταβάλει, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο και οι αλλαγές αυτές θα είναι δεσμευτικές για τον χρεώστη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση κτλ. Σε κανένα στάδιο κατά τη δίκη εγέρθηκαν από το συνήγορο κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 οποιαδήποτε ζητήματα σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους και πουθενά έχει προκύψει ότι αυτοί στερήθηκαν της διαπραγματευτικής τους ικανότητας, δεν είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και να μελετήσουν τον όρο αυτό αλλά και όλη την υπόλοιπη συμφωνία ή ότι δεν υπέγραψαν με την ελεύθερη τους βούληση. Ούτε οι εναγόμενοι καταθέσαν στο Δικαστήριο ή παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Στην ουσία δεν αποτέλεσαν επίδικα ζητήματα όλα τα πιο πάνω. Σημειώνεται επίσης ότι ο εν λόγω όρος περιεχόταν και στην επιστολή προσφοράς τεκμήριο 3 και στην οποία οι εναγόμενοι τον αποδέχτηκαν μαζί με τους υπόλοιπους όρους και εξουσιοδότησαν την USB BANK PLC όπως ενεργήσει ανάλογα. Μια ρήτρα για να κριθεί καταχρηστική απαιτείται να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της Τράπεζας (βλ. Frakapor Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2011), κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην βάση όλων των πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Παρεμφερώς αναφέρεται ότι δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια στον όρο που αφορά το ύψους του βασικού επιτοκίου. Αυτό καθοριζόταν ως το βασικό επιτόκιο της USB BANK plc που θα ίσχυε κατά καιρούς στη βάση συγκεκριμένων προϋποθέσεων που αναφέρονται στον όρο 3.5 της συμφωνίας. Κατά συνέπεια η θέση περί καταχρηστικότητας του όρου αυτού, δεν μπορεί να ευσταθεί υπό τις περιστάσεις και απορρίπτεται. Σημειώνεται επίσης ότι οι ενάγοντες ακολουθώντας τις πρόνοιες της συμφωνίας, με ανακοίνωση τους στον ημερήσιο τύπο ενημέρωσαν για την αύξηση του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5,75% στις 13/04/2011 και με ισχύ από 14/06/2011 και από 5,75% σε 6,25% στις 12/10/2012 και με ισχύ από 12/11/2012 (βλ. τεκμήριο 17). Δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους το γεγονός αυτό. Πέραν των πιο πάνω έχει αποδειχθεί η παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας αφού οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καθυστερούσαν την αποπληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων καθώς επίσης και ο τερματισμός της. Περαιτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και το υπόλοιπο το οποίο έφερε ο επίδικος λογαριασμός κατά τον τερματισμό. Έχουν κατατεθεί ενώπιον μου οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία έγινε πλήρως αποδεκτή, ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 και αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Σε κανένα στάδιο κατά τη δίκη έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης οι χρεωπιστώσεις που φαίνονται στους εν λόγω λογαριασμούς ή καθοιονδήποτε τρόπο αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο που παρουσιάζει, ως ανωτέρω αναφέρεται. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγόμενους ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059, Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 19, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014, ECLI:CY:AD:2014:A484). Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στο τεκμήριο 16, το οποίο αποτελεί την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, την οποία ο Μ.Ε.1 ετοίμασε και επεξήγησε τη διαφορά της από το τεκμήριο 15. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Ούτε αυτή η κατάσταση έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα του τόκου υπερημερίας, στο οποίο επικεντρώθηκε η υπεράσπιση και το οποίο στην ουσία ήταν το μοναδικό ζήτημα που προωθήθηκε. Ο συνήγορος των εναγόμενων παραπέμπει στις πρόνοιες του Άρθρου 3(1α), 3(1β) και 3
(2)του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 66(Ι)/2015 αναφέροντας ότι οι πρόνοιες αυτές καθορίζουν πλέον με σαφήνεια το καθεστώς του τόκου υπερημερίας. Με βάση τις πρόνοιες αυτές αναφέρει η Τράπεζα δεν δικαιούται να χρεώνει τόκο υπερημερίας πέραν του 2% και αφού αποδείξει την πραγματική της ζημιά. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί τέτοια ζημιά, είπε, με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ούτε έχει αποδειχθεί, συνέχισε, ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας αποτελεί πράγματι γνήσια προσπάθεια από την πλευρά των διαδίκων, εκ των προτέρων, για τον καθορισμό της ζημιάς του αθώου μέρους. Ο συνήγορος παραπέμπει σε πρωτόδικες αποφάσεις επί του ζητήματος. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των εναγόντων, επικαλείται τον όρο 5 της συμφωνίας δανείου τεκμήριο 4, στον οποίο προβλεπόταν η επιβολή τόκου υπερημερίας ύψους 8% και ότι ο όρος αυτός αποτελούσε γνήσια προσπάθεια για υπολογισμό της ζημιάς των εναγόντων για τους λόγους που ανάφερε ο Μ.Ε.1. Το ποσοστό του 2% που εν τέλει αξιώνεται αποτελεί τον γνήσιο υπολογισμό της ζημιάς των εναγόντων. Περαιτέρω, ο συνήγορος ισχυρίζεται αντισυνταγματικότητα του Άρθρου 3(1α) και 3(1β) που προστέθηκαν στο Νόμο με το τροποποιητικό Νόμο 66(Ι)/2015 και παραπέμποντας στο Άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και σε σχετική νομολογία, αναφέρει ότι ουδέποτε η επιβολή τέτοιου τόκου θεωρήθηκε είτε από το Νόμο είτε από τη νομολογία παράνομη. Αποτέλεσε εισήγηση του ότι ο τόκος που αξιώνεται δεν είναι εξωφρενικός και καμία μαρτυρία υπάρχει περί τούτου, η ζημιά αυτή ήταν λογικό παρεπόμενο της παράλειψης των εναγόμενων να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ήταν συμβατικό δικαίωμα των εναγόντων και σε κάθε περίπτωσει η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι ο τόκος αυτός αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά. Έχω λάβει σοβαρά υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις αγορεύσεις αμφοτέρων των συνηγόρων αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι για να μπορούν να εξεταστούν οι θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου των εναγόμενων περί ποινικής ρήτρας του όρου που αφορά στην επιβολή τόκου υπερημερίας από την σκοπιά των προνοιών του Άρθρου 3(1α) 3(1β) του Νόμου 160(Ι)/1999, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 66(Ι)/2015, θα πρέπει να υπάρχει η κατάλληλη δικογράφηση. Στην
  1. Χχχχ Έλληνας κ.α. v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, Ημερ. 03/12/2013 λέχθηκε ότι η απλή καταγραφή στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι η τράπεζα παράνομα και/ή αντισυμβατικά τροποποίησε το επιτόκιο σε 11,5% ετησίως δεν αρκεί να καλύψει το ζήτημα και ρητά έπρεπε να μνημονευθεί ο Νόμος ώστε να είχε υπόβαθρο και η εισήγηση περί ποινικής ρήτρας. Στην παρούσα περίπτωση, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 13Β της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αξίωση τόκου προς 11,25%, είναι παράνομη, παράτυπη και αυθαίρετη και/ή η αξίωση οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας αποτελεί καταχρηστική και/ή ποινική ρήτρα και επιβάλλεται και επιζητείται και/ή χρεώνεται από την ενάγουσα παράνομα και/ή εκδικητικά. Παρά τις αναφορές περί ποινικής ρήτρας και παρανομίας στην χρέωση του τόκου αυτού, πουθενά δεν μνημονεύεται ή αναφέρεται ο συγκεκριμένος Νόμος που επικαλείται ο συνήγορος κατά την αγόρευση του και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα που να θεμελιώνουν τη θέση του αυτή, ως επιτάσσει η Δ.19, Θ.13 και η νομολογία. Κατά συνέπεια η θέση αυτή περί ποινικής ρήτρας και μη απόδειξης της πραγματικής ζημιάς από τους ενάγοντες, βασιζόμενη στη συγκεκριμένη νομοθεσία στην οποία δεν γίνεται αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισης, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί υπό αυτή την σκοπιά. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα αυτό που εγείρεται από την υπεράσπιση και το κατά πόσο ο επίμαχος όρος αποτελεί ποινική ρήτρα. Στην
  2. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2486, αναφέρθηκε ότι το Μέρος VII - Άρθρα 73 - 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Πιο κάτω αναφέρθηκε ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. Στην Μουρτζινός v. Του Πλοίου "GALAXIAS" κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 80, αναφέρθηκε ότι η λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων ήταν προβλεπτά, συνιστούν το μέτρο για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας. Στην παρούσα περίπτωση, στον όρο 5 του τεκμηρίου 4 προνοείτο ότι στην περίπτωση που ο χρεώστης δεν καταβάλει στην Τράπεζα κατά την ημέρα που καθίσταται πληρωτέο, οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, ο χρεώστης θα καταβάλλει τόκο επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω ποσό ήταν πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του ίσο προς το εκάστοτε Σύνολο επιτοκίου συν το ποσοστό Υπερημερίας το οποίο υπολογίζεται επί των καθυστερημένων δόσεων. (Για την ώρα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 8%, πλέον €8,50 για κάθε καθυστερημένη δόση, οποιαδήποτε δε μελλοντική αλλαγή θα σας κοινοποιείται κατάλληλα). Προκύπτει από τα πιο πάνω να υπήρχε στη συμφωνία των μερών σχετικός όρος ο οποίος προνοούσε για την επιβολή τόκου υπερημερίας και επί του οποίου βασίζονται οι ενάγοντες καθότι αναφέρουν αυτός αποτελεί γνήσια προσπάθεια καθορισμού της ζημιάς τους. Είναι νομολογημένο ότι στην περίπτωση που ένας όρος αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς του αθώου μέρους, αυτός λαμβάνεται υπόψη, ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και οριοθετεί το ανώτατο όριο της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Στην περίπτωση που ένας όρος αποτελεί ποινική ρήτρα, τότε δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518 και Χαραλάμπους v. Α.Ν. Stasis Estates Ltd k.α.
(1991)1 A.A.Δ. 418). Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, το Δικαστήριο διατηρεί ευχέρεια να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση στο μέρος το οποίο την δικαιούται η οποία όμως δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που έχουν συμφωνήσει τα μέρη (βλ. Ιοrdanou v. Anyftos (1959 - 60) 24 C.L.R. 97 και Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1 A.A.Δ. 1739) Aναφορικά με τον τρόπο με τον οποίον κρίνεται κατά πόσο ένας όρος σε μια σύμβαση που επιβάλλει υποχρέωση για καταβολή συγκεκριμένης αποζημίωσης αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς ή ποινική ρήτρα παραπέμπω στην Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996] Q.B. 752 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....whether a provision is to be treated as a penalty is a matter of construction to be resolved by asking whether at the time the contract was entered into the predominant contractual function of the provision was to deter a party from breaking the contract or to compensate the innocent party for breach....The question that has always had to be addressed is therefore whether the alleged penalty clause can pass muster as a genuine pre-estimate of loss.» (βλ. επίσης Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v New Garage and Motor Co Ltd [1915] A.C. 79, Chitty on Contracts, Vo.1, Thirty-First edition, para. 26-173 - 26-190, Μαρούλλα Παγιάση κ.α. v. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Γιώργος Χρυσοστόμου & Υιός v. Long Life Construction Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1944). Στην
  1. Χχχχ Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκε ότι για να υπάρχει ποινική ρήτρα θα πρέπει στη σύμβαση να προνοείται κάποια υποχρέωση η οποία μη εκπληρωμένη δημιουργεί με άλλο όρο της ίδιας σύμβασης, την υποχρέωση καταβολής υπερβολικής αποζημίωσης ώστε να απολήγει σε τιμωρία δυνάμει εκφοβισμού. Πέραν των πιο πάνω, Αγγλικές και Ιρλανδικές αποφάσεις έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα τραπεζικών οργανισμών στην επιβολή αυξημένου ποσοστού τόκου και σε κάποιες από αυτές εφαρμόστηκαν σχετικοί όροι στις δανειακές συμβάσεις, στις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης και ο οποίος ομως επιβάλλεται από την ημέρα της παράβασης και όχι αναδρομικά αφού κρίθηκε το εύλογο του ποσοστού που αξιωνόταν (βλ. Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia (ανωτέρω), ΖCCM Investments Holdings plc v. Konkola Copper Mines plc [2017] EWHC 3288, Cavendish Square Holdings BV v. El Makdessi and ParkingEye Ltd v. Beavis [2016] 2 All ER 519 (στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόντων) και ΑCC Bank plc v. Friends First Managed Pension Funds Ltd and others [2012] IEHC 435). Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο προκύπτει για τον συγκεκριμένο όρο, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της παραχωρούμενης πιστωτικής διευκόλυνσης, την χρονική διάρκεια αποπληρωμής της, το ύψος κάθε δόσης και το συμφωνηθέν ύψος επιτοκίου το οποίο θα καταβαλλόταν (8,25% κατά τον ουσιώδη χρόνο) και όλα τα στοιχεία που αφορούν την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, κρίνεται ότι αυτός δεν είναι εξωφρενικός και αποτελούσε μια γνήσια προσπάθεια των διαδίκων για καθορισμό της πραγματικής τους ζημιάς κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. κατ' αναλογία ΖCCM Investments Holdings plc v. Konkola Copper Mines plc (ανωτέρω). Ελλείπει περαιτέρω οποιαδήποτε μαρτυρία ή έστω στοιχεία που να καταδεικνύουν το υπερβολικό του τόκου αυτού και ότι ο όρος αυτός περιλήφθηκε με σκοπό τον εκφοβισμό ή την τιμωρία του χρεώστη έτσι ώστε να μπορούσε να προκύπτει ότι αποτελούσε ποινική ρήτρα. Σημειώνεται επίσης ότι ο τόκος αυτός θα επιβαλλόταν και θα υπολογιζόταν με τον ίδιο τρόπο που υπολογιζόταν το συνολικό επιτόκιο. Επίσης, αναφερόταν ότι αυτός σε περίπτωση αλλαγής θα ειδοποιείτο ο χρεώστης. Τούτο καταδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επιχειρήθηκε μια προσπάθεια γνήσιου προκαθορισμού της ζημιάς ή οποία όμως σε περίπτωση αλλαγής και διαφοροποίησης της ζημιάς αυτής θα ειδοποιείτο ο χρεώστης. Πέραν των πιο πάνω, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο όρος αυτός συμφωνήθηκε από τους εναγόμενους και γενικότερα η επίδικη συμφωνία έγινε με την ελεύθερη τους βούληση, χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να αμφισβητηθούν οι συνθήκες συμπερίληψης του. Έγινε αποδεκτός επίσης και στην επιστολή προσφοράς, τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι με τον όρο 10 της επιστολής προσφοράς, τεκμήριο 3 συμφώνησαν ότι σε περίπτωση καθυστερημένων δόσεων τα ποσοστά επιβαρύνσεων πέραν του συνολικού επιτοκίου ή όταν αποφασίζεται οποιαδήποτε μεταβολή τους, τούτα θα τους κοινοποιούνταν κατά καιρούς. Κατά συνέπεια κρίνω ότι ο όρος αυτός αποτελούσε μια γνήσια προσπάθεια των μερών κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας για καθορισμό της πραγματικής ζημιάς, στην περίπτωση που επερχόταν η παράβαση της συμφωνίας και η καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δόσεων και ως τέτοια μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επίσης, διατηρείτο το δικαίωμα αναθεώρησης του ύψους του τόκου αυτού από τους ενάγοντες και το οποίο θα κοινοποιείτο στους εναγόμενους και θα ήταν δεσμευτικό. Στην Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 επικυρώθηκε από το Εφετείο η επιδίκαση τόκου υπερημερίας ύψους 3% καθότι τούτο περιλαμβανόταν στην συμφωνία και οι εκεί ενάγοντες είχαν δικαίωμα να το επιβάλλουν και να το αξιώσουν. Οι ενάγοντες στην παρούσα στις 16/04/2014 με την επιστολή τους τεκμήριο 10 ενημέρωσαν τους εναγόμενους για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου και για το ύψος του τόκου υπερημερίας ο οποίος θα ανερχόταν σε 2%, δυνάμει των όρων της συμφωνίας. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε και σε μεταγενέστερες επιστολές τους (βλ. τεκμήρια 13 και 14), στις οποίες επαναδιατύπωναν την ίδια θέση και ύψος επιτοκίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης, περιόρισαν την αξίωση τους στην επιβολή αυτού του τόκου μετά τον τερματισμό μόνο. Ο πιο πάνω συμφωνημένος όρος και ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας σε 2%, ο οποίος κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους λαμβάνεται υπόψη για το καθορισμό του ύψους της ζημιάς των εναγόντων και αντικατοπτρίζει την πραγματική ζημιά των εναγόντων, στη βάση και των όσων ο Μ.Ε.1 ανάφερε. Ότι δηλαδή αποτελεί ζημιά των εναγόντων από την εξεύρεση επιπλέον ρευστότητας και πρόσθετης άμεσης ρευστότητας για να καλύψουν τα ποσά που όφειλαν στους δικούς τους δανειστές αλλά και να αποπληρώσουν τα καταθετικά επιτόκια των καταθετών τους. Επεξήγησε επίσης τον τρόπο που προκύπτει αυτό το κόστος εξεύρεσης επιπλέον ρευστότητας και το οποίο εκτελείται από το Τμήμα Θησαυροφυλακίου (Τreasury) της Τράπεζας. Επίσης, προκύπτει από την ανάγκη δημιουργίας εξειδικευμένης υπηρεσίας η οποία χειρίζεται τους τερματισμένους λογαριασμούς. Οι εναγόμενοι επικαλούνται τις πρόνοιες του Άρθρου 3(1β) του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμο, το οποίο αναφέρουν ότι εφαρμόζεται στην παρούσα, αφού η συμφωνία τερματίστηκε πριν τη θέσπιση του Νόμου 66(Ι)/
  1. Στην παρούσα δεν αξιώνεται ποσοστό τόκου πέραν του 2% και κατά συνέπεια δεν συγκρούεται με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού. Όσον αφορά την απόδειξη της πραγματικής ζημιάς και του ύψους του τόκου αυτού, δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Ε.1, πέραν των γενικών του αναφορών περί πρόκλησης πραγματικής ζημιάς, δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία για σκοπούς απόδειξης του ύψους της εν λόγω ζημιάς και ότι αυτή ανέρχεται στο 2% που είναι ο τόκος υπερημερίας που αξιώνεται, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Παρά ταύτα όμως, έχει αναφερθεί σε επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία ότι ο τόκος αυτός ήταν συμφωνημένος σε ύψος 8% κατά τη σύναψη της συμφωνίας και μετέπειτα, πάντοτε σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, καθορίστηκε στο 2%. Ο όρος αυτός όπως έχει κριθεί αποτελούσε μια γνήσια προσπάθεια καθορισμού της πραγματικής ζημιάς των εναγόντων, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για καθορισμό της ζημιάς και στο βαθμό που έχει περιοριστεί, κρίνω ότι οι ενάγοντες τον δικαιούνται, ελλείψει και οποιασδήποτε μαρτυρίας περί καταχρηστικότητας του όρου αυτού (βλ.
  2. Αrredos Style Furnishings Ltd κ.α. v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε119/2014, Ημερ. 15/11/2019). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, τα οποία αποτελούν και την κατάληξη του Δικαστηρίου, και παρεμφερώς σε σχέση με τον ενδεχόμενο σκοπό και εμβέλεια των Άρθρων 3(1α) και 3(1β) παραπέμπω στα λεχθέντα στην
  3. χχχχ Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, έστω και υπό μορφή obiter dicta : «Θα μπορούσε να προστεθεί ότι ο Νόμος αρ. 160(Ι)/1999, όπως τροποποιήθηκε, δημιουργεί κατ' αρχάς ποινικό αδίκημα σε περίπτωση που επιβάλλεται επιτόκιο κατά παράβαση των υποχρεώσεων που δημιουργεί το άρθρο 3
(1)και (1 α), σε περίπτωση δε που δεν αποδεικνύεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα επέβαλε τόκο υπερημερίας που αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, το πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τον τόκο αυτό δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό το οποίο κατέβαλε επιπρόσθετα, το δε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε.» Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπόθεση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και δικαιούνται σε απόφαση. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €225.704,45 πλέον το ποσό των €4.461,53 σεντ ως συσσωρευμένοι τόκοι για την περίοδο από 01/07/2014 μέχρι 16/09/2014 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως επί του ποσού των €225.704,45 από 16/09/2014, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές εκάστου έτους, ήτοι κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα εναντίον της εναγόμενης αρ. 2 ως οι παράγραφος 22 Β (α) και (β) του αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστον Αντίγραφο (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.