ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Α/ΦΟΙ ΤΣΟΥΚΚΑ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγ. Αρ.: 2004/2014, 24/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2004/2014 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Α/ΦΟΙ ΤΣΟΥΚΚΑ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- C & P DEVELOPERS AND CONSTRUCTION LIMITED (προηγούμενα C & P DEVELOPERS LIMITED) Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 24/02/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Ρ. Βερζανλής για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 1: κ. Σ. Σάββα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, Θ.6), αξιώνουν από αμφότερους τους εναγόμενους το ποσό των CHF 138.289,80 και/ή ισάξιο ποσό σε ευρώ πλέον δεδουλευμένους και/ή συσσωρευμένους τόκους της περιόδου 1/7/2014 μέχρι 22/7/2014 ύψους CHF 451,45 και/ή ισάξιο ποσό σε ευρώ, πλέον τόκους προς 3 μηνών LIBOR πλέον 3,70% προσαύξηση ετησίως, πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας ετησίως από 23/07/2014 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους καθώς και συγκεκριμένα διατάγματα δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 16/02/2007 του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/11/2006 το οποίο συνάφθηκε μεταξύ εναγόμενης αρ. 1 και εναγόμενης αρ.
- Οι ενάγοντες, περαιτέρω, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ.966/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Το πιο πάνω αξιούμενο ποσό αποτελεί υπόλοιπο πιστωτικής διευκόλυνσης και συγκεκριμένα δανείου γνωστό ως ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΣΕ ΞΕΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ALPHA ΚΑΤΟΙΚΙΑ το οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραχώρησαν στους εναγόμενους αρ. 1 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 16/02/2007, η οποία τροποποιήθηκε σε σχέση με τους όρους αποπληρωμής του με τροποποιητικές συμφωνίες ημερομηνίας 30/06/2010 και 07/05/
- Η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση εξασφαλιζόταν με την πιο πάνω αναφερόμενη Υποθήκη την οποία παραχώρησαν προς όφελος των εναγόντων οι εναγόμενοι αρ. 2 και με την εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων των εναγόμενων αρ. 1 τα οποία απορρέουν από το πιο πάνω αναφερόμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 εκχώρησαν σε αυτούς όλα τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από την ασφάλεια πυρός και σεισμού που σύναψαν με την ασφαλιστική εταιρεία ALPHA INSURANCE LTD με αριθμό συμβολαίου
- Οι εναγόμενοι αρ. 2 δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και στις 19/11/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το πιο πάνω αξιούμενο ποσό, διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ. 966/2007 καθώς επίσης και άλλα διατάγματα που σχετίζονται με την εν λόγω Υποθήκη και το Έγγραφο Υποθήκης. Οι εναγόμενοι αρ. 1 εμφανίστηκαν στη διαδικασία και με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται την απαίτηση των εναγόντων. Ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν άδεια να παραχωρούν δάνειο σε ελβετικό φράγκο με αποτέλεσμα παράνομα και αντικανονικά δανειοδότησαν τους εναγόμενους αρ. 1, αμφισβητούν την αξίωση των τόκων, την εγκυρότητα των όρων της επίδικης συμφωνίας και ότι το ποσό του δανείου δόθηκε απευθείας στους εναγόμενους αρ.
- Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είχαν κάθε δικαίωμα στο πλαίσιο των τραπεζικών τους εργασιών να παραχωρήσουν το επίδικο δάνειο και υπεραμύνθηκαν της εγκυρότητας των όρων των επίδικων συμφωνιών και επικαλέστηκαν κώλυμα των εναγόμενων να αμφισβητούν την εγκυρότητα των όρων των συμφωνιών, τις οποίες υπέγραψαν. Επίσης, ισχυρίστηκαν ότι το δάνειο παραχωρήθηκε στους εναγόμενους αρ. 1, οι οποίοι ακολούθως το παρέδωσαν στους εναγόμενους αρ. 2 για αγορά διαμερίσματος δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/11/
- Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, κάλεσαν τρεις
(3)μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. Α. Χ. (Μ.Ε.1), την κα. Μ. Α. (Μ.Ε.2) και τον κ. Κ. Β. (Μ.Ε.3). Από πλευράς των εναγόμενων αρ. 1 δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης συνολικά 27 τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Εργάζεται στους ενάγοντες αναφέρει, στο Τμήμα Οριστικών Καθυστερήσεων όπου φυλάττουν και κατέχουν όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουν την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Έχει ανατεθεί στον ίδιο η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγόμενων και κατέχει τα σχετικά έγγραφα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. Κατάθεσε στο Δικαστήριο 26 τεκμήρια, μεταξύ αυτών, την επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16/02/2007 (βλ. τεκμήριο 3), τις τροποποιητικές συμφωνίες ημερομηνίας 30/06/2010 και 07/05/2012 (βλ. τεκμήρια 4(α) και 4(β)), τη Δήλωση και Σύμβαση Υποθήκης Υ.966/07 με επισυναπτόμενο σε αυτή έγγραφο υποθήκης (βλ. τεκμήριο 10), τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 16/02/2007 και αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/11/2006 (βλ. τεκμήρια 13 και 14). Κατάθεσε επίσης το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ. Συμβολαίου 528024 (βλ. τεκμήριο 15). Ο μάρτυρας ανάφερε ότι το επίδικο δάνειο κατέστη απαιτητό και πληρωτέο δυνάμει επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 22/07/2014 την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 21). Κατάθεσε επίσης προειδοποιητικές επιστολής ημερομηνίας 26/06/2014 και 09/07/2014 (βλ. τεκμήρια 19 και 20) με τις οποίες πληροφόρησαν τους εναγόμενους για την παράβαση της συμφωνίας δανείου και τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός τους και τους κάλεσαν όπως εξοφλήσουν το υπόλοιπο του δανείου, όμως αυτοί παρέλειψαν. Όσον αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο, ο μάρτυρας είπε ότι οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή στο οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και του λογαριασμού των εναγόμενων αρ.
- Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν και είναι από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων και όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθόλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων, υπό τον έλεγχο των εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος. Ο μάρτυρας, συνεχίζοντας, είπε ότι προκειμένου να σμικρυνθούν τα επίδικα θέματα και να διευκολυνθούν οι εναγόμενοι, έχει προβεί σε αναδόμηση του λογαριασμού και καταχώρησε στο Δικαστήριο αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 23). Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας είπε ότι αυτός ήταν συμφωνημένος, αποτελούσε προκαθορισμό της ζημιάς των εναγόντων και ότι περιορίζεται σε 1,75%. Aντεξεταζόμενος ανάφερε ότι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ο ίδιος δεν ήταν παρόντας αλλά γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Είπε ότι οι ενάγοντες κατέχουν άδεια για την άσκηση τραπεζικών εργασιών, εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και ανάμεσα στις εργασίες τους περιλαμβάνονται οι χορηγήσεις δανείων σε ξένο νόμισμα. Δεν χρειάζεται να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη άδεια και διαφώνησε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να παραχωρήσουν τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση. Το επίδικο δάνειο εκταμιεύθηκε στις 27/02/2007 και από τις 16/02/2007 μέχρι την εκταμίευση δεν υπήρξε οποιαδήποτε χρέωση τόκων. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το ύψος του τόκου που επιβαλλόταν προέκυπτε από τη διακύμανση του LIBOR, την τιμή του οποίου λάμβαναν από το πρακτορείο Reuters. Κατατέθηκε από το μάρτυρα σχετικός κατάλογος των διακυμάνσεων του LIBOR (βλ. τεκμήριο 25). Εξήγησε τις στήλες που φαίνονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23 και είπε ότι τα ποσά που αναγράφονται σε αυτήν είναι σε ελβετικά φράγκα. Οι δόσεις πληρώνονταν στο εγχώριο νόμισμα και μετατρέπονταν σε ελβετικά φράγκα ανάλογα με την ισοτιμία που ίσχυε. Αρνήθηκε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού στους εναγόμενους αρ. 1 και ισχυρίστηκε ότι αποστέλλονταν σε αυτούς κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, αρνήθηκε γενική υποβολή της υπεράσπισης ότι ο λογαριασμός υπερχρεώθηκε με τόκους και ισχυρίστηκε ότι οι χρεώσεις έγινα νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Η Μ.Ε.2 με γραπτή της δήλωση που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία αποτέλεσε την κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Β) ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στους ενάγοντες ως λειτουργός στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων. Αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας στην συμφωνία δανείου τεκμήριο 3, στην Δήλωση και Σύμβαση Υποθήκης Υ. 966/07, τεκμήριο 10, στην επιστολή / δήλωση ημερομηνίας 16/02/2007, τεκμήριο 11 και στη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 16/02/2007, τεκμήριο
- Η μάρτυρας είπε ότι οι εναγόμενοι προσήλθαν στα γραφεία τους και οι ίδιοι τους παράδωσαν τα πιο πάνω έγγραφα για να τα μελετήσουν και μόλις τους δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι και σύμφωνοι με το περιεχόμενο τους προχώρησαν, και οι ενδιαφερόμενοι τα υπέγραψαν και τους παράδωσαν το τεκμήριο
- Ήταν μάρτυρας της υπογραφής της συμφωνίας εκχώρησης επίσης, τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι, ισχυρίστηκε, ήθελαν την παραχώρηση του επίδικου δανείου και όταν προσήλθαν στα γραφεία τους γνώριζαν επ' ακριβώς το είδος της διευκόλυνσης που θα λάμβαναν από τους ενάγοντες, αφού οι ίδιοι τους είχαν διαπραγματευτεί, όπως επίσης γνώριζαν τις εξασφαλίσεις που οι ίδιοι παραχώρησαν. Οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν στην Τράπεζα, είτε γραπτώς είτε προφορικώς για οποιαδήποτε χρέωση υπήρχε στο λογαριασμό τους. Σημειώνει επίσης ότι οι ενάγοντες προσπάθησαν να βοηθήσουν τους εναγόμενους με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του δανείου, εξ' ου και υπογραφτήκαν οι τροποποιητικές συμφωνίες, τεκμήρια 4(α) και 4(β) όμως πάλι δεν ανταποκρίθηκαν στο πρόγραμμα αποπληρωμής. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε ότι τα συμβόλαια ετοιμάζονται από υπηρεσία της Τράπεζας και έρχονται συμπληρωμένα. Αυτοί τοποθετούν την ημερομηνία που υπογράφονται και μετά τον αριθμό λογαριασμού όταν αυτός θα ανοιχθεί. Ρωτήθηκε επίσης να διευκρινίσει διάφορα ζητήματα που φαίνονται στα έγγραφα και έδωσε τις απαντήσεις της. Ο Μ.Ε.3 με δική του γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Γ) ανάφερε ότι εργάζεται και αυτός στο Τμήμα Καθυστερήσεων των εναγόντων και είναι ένας εκ των υπευθύνων της κίνησης λογαριασμών των πελατών περιλαμβανομένου του επίδικου λογαριασμού. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 27) μαζί με Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9, οι οποίες είπε αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου και παράχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ίδιο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις διαπιστώθηκε ότι ήταν ορθές. Είπε επίσης ότι οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς από την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού προς τους εναγόμενους, στην διεύθυνση που οι ίδιοι προμήθευσαν την Τράπεζα, τις εν λόγω αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Ο Μ.Ε.1, είπε, προχώρησε σε αναδόμηση των χρεωστικών υπολοίπων των εναγόμενων αρ. 1 και προχώρησε τις καταστάσεις λογαριασμού σε ημερομηνία μεταγενέστερη του τερματισμού ήτοι μέχρι τις 27/10/
- Ως εκ τούτου οι αναλυτικές καταστάσεις που καταχώρησε είναι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία καθότι έγιναν διάφορες πιστώσεις στον λογαριασμό. Περαιτέρω, ανάφερε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις αφαιρούν τις όποιες χρεώσεις και έξοδα τυχόν αναγράφονται στις αναλυτικές καταστάσεις. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι, μετά από έρευνα στο αρχείο που διατηρούν για τον λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 1, δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε επικοινωνία ή παράπονο σε σχέση, είτε με τη λειτουργία και τις καταγραφές των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού είτε με τα υπόλοιπα είτε με τους τόκους είτε με οποιαδήποτε έξοδα αναγράφονται, παρόλο όταν λάμβαναν τις εν λόγω καταστάσεις καλούντο από τους ενάγοντες να ελέγξουν τους λογαριασμούς και να επικοινωνήσουν με την Τράπεζα μέσα σε δύο εβδομάδες από την παραλαβή τους σε περίπτωση διαφοράς, διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι ο λογαριασμός είναι ορθός και οι πελάτες συμφωνούν με τα υπόλοιπα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι έλεγξε τις καταχωρίσεις που είναι στο σύστημα της Τράπεζας με αυτές που είναι στην κατάσταση λογαριασμού και είναι πανομοιότυπες. Οι εν λόγω καταχωρίσεις έγιναν από διάφορα πρόσωπα είπε. Ανάφερε επίσης, ερωτούμενος περί τούτου, ότι έγιναν καταθέσεις στον επίδικο λογαριασμό ύψους CHF 30.804,14 μέχρι τον τερματισμό και από τον τερματισμό και μετά το συνολικό ποσό των CHF 3.395,
- Οι εν λόγω καταθέσεις φαίνονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω είπε ότι αποστάληκαν όλες οι αναφερόμενες επιστολές στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση των εναγόμενων και οι τελευταίοι ενημερώθηκαν για την ύπαρξη καθυστερήσεων και τον τερματισμό της συμφωνίας. Αναφερόμενος στο λόγο που οι εναγόμενοι κατέβαλαν κάποια ποσά τόσο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας όσο και μετά την αγωγή, ο μάρτυρας είπε ότι πιθανόν να αναγνώριζαν ότι είχαν οφειλή και γι αυτό προχώρησαν στις εν λόγω πληρωμές. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν γνώριζε να απαντήσει σε ερώτηση του συνηγόρου των εναγόμενων κατά πόσο οι τελευταίοι έκαναν πρόταση στην Τράπεζα για να τους μεταβιβάσουν το διαμέρισμα προς πλήρη εξόφληση, είτε πριν την καταχώρηση της αγωγής είτε μετά. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα, χωρίς όμως να δίνω υπέρμετρη βαρύτητα στα πιο πάνω. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες των εναγόντων προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια και να παρουσιάσουν τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία ήταν ή περιήλθαν στην γνώση τους με τον τρόπο που ανάφεραν στο Δικαστήριο. Δεν έχει σε κανένα σημείο κλονιστεί η αξιοπιστία τους κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, η οποία πολλές φορές ήταν διερευνητικής φύσεως ενώ οι θέσεις που τους υποβλήθηκαν ήταν γενικές και αόριστες, οι οποίες δεν συνάδουν με τα σχετικά τεκμήρια και ουδεμία άλλη μαρτυρία ή τεκμηρίωση παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση. Προχωρώντας να αξιολογήσω τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά, πέραν της πιο πάνω γενικής τοποθέτησης του Δικαστηρίου, ο Μ.Ε.1 κατάθεσε σχεδόν όλα τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, τα οποία είχε στην κατοχή και φύλαξη του, ως ο αρμόδιος που χειρίζεται τον επίδικο λογαριασμό. Πέραν από το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν παρόντας κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, δεν έχει προκύψει να αμφισβητείται η υπογραφή τους από τους εναγόμενους και ούτε τέθηκε τέτοια ρητή και σαφής θέση στο μάρτυρα. Το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει να αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων και τα οποία ο μάρτυρας αυτός τα κατέχει και τα έχει υπό τη φύλαξη του και η κατάθεση τους στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε ένσταση ή άλλο ισχυρισμό, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο τους και τις υπογραφές και σφραγίδα της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας υποστηρίζουν τη θέση του μάρτυρα περί υπογραφής τους από τους εναγόμενους (βλ. 1. Μ.Α. GOODVALUE SUPPLIERS LTD κ.α. v. BARCLAYS BANK PLC
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1038). Άλλωστε η θέση του αυτή υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία ήταν παρούσα και μάρτυρας των εν λόγω υπογραφών κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Ούτε η θέση του μάρτυρα περί καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων του δανείου από τους εναγόμενους έτυχε αμφισβήτησης. Περαιτέρω, το γεγονός αυτό προκύπτει και από τις καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες ο μάρτυρας αυτός έκανε αναφορά αλλά και ο Μ.Ε.3, σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν. Προκύπτει επίσης από τις προειδοποιητικές επιστολές στις οποίες φαίνονται τα ποσά των καθυστερημένων δόσεων. Πέραν τούτου, αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα αυτού για την αποστολή των πιο πάνω προειδοποιητικών επιστολών και ειδικότερα την αποστολή της επιστολής τερματισμού στις αναγραφείσες σε αυτές διεύθυνση. Η αποστολή τους επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 22, το οποίο αποτελεί απόδειξη κατάθεσης συστημένων αντικειμένων από το ταχυδρομείο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 23) αφού προηγουμένως αναφέρθηκε στο τραπεζικό βιβλίο που διατηρούν οι ενάγοντες και στο οποίο καταγράφονται αναλυτικά όλες οι συναλλαγές. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Τούτες όμως κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εν τέλει από τον Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας όμως αυτός μετά την αναφορά του στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, επεξήγησε τις αναδομημένες που ετοίμασε αναφερόμενος στις χρεώσεις τις οποίες αφαίρεσε και οι οποίες προφανώς παρουσιάζονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού έτυχε αμφισβήτησης οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση παρουσιάζεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε αμφισβητήθηκε ο τρόπος που προκύπτουν αυτές οι καταχωρίσεις στις αναδομημένες καταστάσεις, πέραν από τη γενική υποβολή περί υπερχρεώσεων. Άλλωστε και ο Μ.Ε.3, η αξιολόγηση του οποίου ακολουθεί, ανάφερε ότι το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις αφαιρουμένων συγκεκριμένων χρεώσεων που ο μάρτυρας αυτός εξήγησε. Κατά συνέπεια κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο
- Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από την αντεξέταση του μάρτυρα, δεν έχει προκύψει να έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης συγκεκριμένες χρεώσεις ή πιστώσεις που φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις. Σε σχέση με τους τόκους που επιβλήθηκαν ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις διακυμάνσεις του 3 μηνών Libor και στις τιμές που ίσχυαν για κάθε μεταβολή καταθέτοντας το τεκμήριο 25, το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης καθώς επίσης και στο περιθώριο που επιβαλλόταν σύμφωνα με τις συμφωνίες των μερών. Δεν έχει προκύψει κατά την αντεξέταση του ούτε του υποδείχθηκε συγκεκριμένα οποιαδήποτε λανθασμένη μεταβολή ή επιβολή του τόκου και ούτε αυτό υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγομένων. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι. Η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στη δική της προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση και στο γεγονός ότι οι επίδικες συμφωνίες υπογράφηκαν στην παρουσία της, γεγονός το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Κρίνω επίσης ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν τί υπέγραφα και τη φύση της συναλλαγής. Η μάρτυρας εξήγησε ότι δόθηκαν τα έγγραφα στους εναγόμενους για να τα μελετήσουν και όταν ήταν έτοιμοι τα υπέγραψαν, αφού ήταν αυτά τα οποία είχαν διαπραγματευτεί. Δεν παραγνωρίζω τις αναφορές της ότι τα έγγραφα αυτά ετοιμάζονται από άλλη υπηρεσία της Τράπεζας και αυτοί τα παραλάμβαναν έτοιμα για υπογραφή πλην όμως σε κανένα σημείο προβλήθηκε η θέση ότι οι εναγόμενοι στερήθηκαν διαπραγμάτευσης ή ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να τα μελετήσουν. Ούτε υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία κάτι τέτοιο από τους εναγόμενους. Ούτε υποστηρίχθηκε από τους εναγόμενους με συγκεκριμένη μαρτυρία ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν υπογράφηκαν από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα ή δεν εκτελέστηκαν σωστά, όπως σε κάποιο στάδιο επιχειρήθηκε κατά κάποιο τρόπο να τεθεί στη μάρτυρα. Σημειώνεται επίσης ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης αρ. 1 σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή και υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (βλ. τεκμήρια 5 και 8). Όσον αφορά την ύπαρξη κενών στην επίδικη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 3, η μάρτυρας ανάφερε ότι δεν χρειαζόταν να τεθεί υπογραφή στα σημεία αυτά, αφού παρέμειναν κενά, θέση που δεν παρουσιάζει οτιδήποτε το μεμπτό. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.3 στην ουσία προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 27). Εξήγησε γιατί κατά τη θέση του αυτές αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου που διατηρούν οι ενάγοντες και δεν έχει διαπιστωθεί κάτι το μεμπτό στις αναφορές του αυτές, ούτε έτυχαν αμφισβήτησης. Ρωτήθηκε μόνο να εξηγήσει την αναφορά του ότι ο ίδιος σύγκρινε το περιεχόμενο των αναλυτικών καταστάσεων του λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις και ο μάρτυρας επεξήγησε πλήρως τη θέση του αυτή και ανάφερε ότι τούτες είναι πανομοιότυπες με το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων. Οι εν λόγω καταχωρίσεις διατηρούνται ηλεκτρονικά και δεν χρειάζεται ο μάρτυρας να γνωρίζει ποιος τις έκανε. Σημειώνεται ότι ουδέποτε κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώριση ή του υποβλήθηκε ότι αυτή είναι λανθασμένη. Πέραν τούτων, ο μάρτυρας φάνηκε να ήταν γνώστης του περιεχομένου των εν λόγω καταστάσεων και απάντησε στις όποιες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν οι οποίες αφορούσαν στο σύνολο των καταθέσεων που έγιναν, τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και λογαριασμού. Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του μάρτυρα ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στους εναγόμενους και οι τελευταίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Ουδέποτε αμφισβητήθηκε η θέση του μάρτυρα ότι αποστέλλονταν οι εν λόγω καταστάσεις. Εκείνο το οποίο ρωτήθηκε ήταν να διευκρινίσει σε ποια διεύθυνση αποστέλλονταν, με το μάρτυρα να αναφέρει στην διεύθυνση που τους είχε δοθεί από τους εναγόμενους και αναφέρεται στις συμφωνίες. Εκείνο το οποίο υποβλήθηκε στο μάρτυρα είναι ότι οι εναγόμενοι δεν τις παραλάμβαναν διότι μετά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγόμενων το οποίο ήταν αυτό του λογιστή τους, μεταφέρθηκε σε άλλη διεύθυνση με το μάρτυρα να αναφέρει ότι δεν ενημερώθηκαν από τους εναγόμενους για κάτι τέτοιο, ως είχαν υποχρέωση με βάση τη συμφωνία. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ όλα τα πιο πάνω, δεδομένου και του γεγονότος ότι δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους για όλες τις πιο πάνω θέσεις που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα περί μη λήψης τόσο των καταστάσεων λογαριασμού όσο και των σχετικών επιστολών. Τέλος, ο μάρτυρας τούτος προκύπτει να εξέτασε τόσο τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού όσο και τις αναδομημένες και διευκρίνισε ότι οι αναδομημένες προχωρούν και μετά τον τερματισμό λόγω των πληρωμών που έγιναν για αυτό και οι αναλυτικές που κατάθεσε επεκτείνονται και μετά τον τερματισμό. Επίσης, ανάφερε ότι οι αναδομημένες αφαιρούν τις όποιες χρεώσεις και έξοδα τυχόν αναγράφονται στις αναλυτικές. Τούτη η θέση του δεν έτυχε αμφισβήτησης κάτι που επιβεβαιώνει και το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι οι αναδομημένες βασίστηκαν στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Στη βάση της πιο πάνω κρίσης μου περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατάθεσαν ενώπιον μου για λογαριασμό των εναγόντων και της έγγραφης μαρτυρίας τα κάτωθι προκύπτει να αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: - Οι ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Μέχρι τις 19/12/2006 οι ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα Alpha Bank Ltd και από τις 20/12/2006 έχουν μετονομασθεί σε ALPHA BANK CYPRUS LTD (βλ. τεκμήρια αρ. 1 και 2). - Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 16/02/2007 συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν στους εναγόμενους αρ. 1 δάνειο (ALPHA ΚΑΤΟΙΚΙΑ) ύψους CHF 120.500, το οποίο θα ήταν πληρωτέο δια 174 δόσεων ύψους CHF 902,18 έκαστη δόση και με τους λοιπούς όρους της εν λόγω συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 3). - Η εν λόγω συμφωνία υπογράφτηκε στην παρουσία της Μ.Ε.2, αφού προηγουμένως παραδόθηκε στους εναγόμενους για να την μελετήσουν και μόλις τους δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι προχώρησαν με την υπογραφή τους. - Το πιο πάνω δάνειο εξασφαλιζόταν από την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. Υ966/07 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου την οποία οι εναγόμενοι αρ. 2 παραχώρησαν προς όφελος των εναγόντων στις 26/02/2007 (βλ. τεκμήρια 10). - Εξασφαλιζόταν επίσης από τη Σύμβαση Εκχώρησης Δικαιωμάτων Αγοραπωλητηρίου Συμβολαίου από τον Αγοραστή ημερομηνίας 16/02/2007 (βλ. τεκμήριο 13) με την οποία οι εναγόμενοι αρ. 1 εκχώρησαν στους ενάγοντες τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21/01/2006 το οποίο συνάφθηκε μεταξύ των εναγομένων αρ. 1 και των εναγόμενων αρ. 2, δυνάμει των οποίων αγόρασαν διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων αρ. 10, «[ ]» το οποίο θα ανεγειρόταν και το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (βλ. τεκμήριο 14). - Οι εναγόμενοι αρ. 1 επίσης παραχώρησαν και/ή εκχώρησαν στους ενάγοντες το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ. [ ] το οποίο σύναψαν με την Alpha Insurance Ltd σε σχέση με απώλεια, καταστροφή ή ζημιά του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου το οποίο αγόρασαν από τους εναγόμενους αρ.
- - Για την λειτουργία του επίδικου δανείου ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό [ ] και στις 27/02/2007 ολόκληρο το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε και χρεώθηκε ο πιο πάνω λογαριασμός. Ακολούθως, προκύπτει να ανοίχθηκε ο λογαριασμός ESCROW με αρ. [ ] όπου μεταφέρθηκε το ισάξιο ποσό του δανείου σε ΛΚ ύψους £42.762,41 και το οποίο πιστώθηκε προς όφελος των εναγόμενων. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 01/03/2007 έγινε μεταφορά από τους εναγόμενους αρ.1 του ποσού των £35,000 προς τους εναγόμενους αρ. 2, τις 19/04/2007 του ποσού των £5,000 και στις 23/08/2007 του ποσού των £1,812.51 (βλ. τεκμήριο 26). - Οι εναγόμενοι στις 30/06/2010 υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία της συμφωνίας ημερομηνίας 16/02/2007 δια της οποίας αναγνώριζαν ότι το υπόλοιπο του δανείου τους ανερχόταν στα CHF 115,186.72 πλέον τόκους από την 27/05/2010 με την οποία στην ουσία τροποποιείτο ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου και το ύψος της δόσης, η οποία καθοριζόταν στα CHF 670 (βλ. τεκμήριο 4 α)). - Οι εναγόμενοι υπέγραψαν στις 07/05/2012 δεύτερη τροποποιητική συμφωνία με την οποία αναγνώριζαν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου τους ανερχόταν στα CHF 122,924.87 πλέον τόκους από την 24/02/2012 και στην οποία τροποποιείτο επίσης ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής (βλ. τεκμήριο 4 β)). - Οι εναγόμενοι καθυστερούσαν την πληρωμή των δόσεων του δανείου τους, και οι ενάγοντες απέστειλαν σε αυτούς συστημένες επιστολές ημερομηνίας 26/06/2014 και 09/07/2014 (βλ. τεκμήριο 19, 20 και 22) με την οποία τους ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, ότι οι καθυστερημένες δόσεις θα επιβαρύνονται και με τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως. - Δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους εναγόμενους και οι ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους ημερομηνίας 22/07/2014 (βλ. τεκμήριο 21 και 22) τερμάτισαν τη συμφωνία και την λειτουργία του λογαριασμού και κατέστησαν το υπόλοιπο του απαιτητό και πληρωτέο. - Ο επίδικος λογαριασμός, σύμφωνα με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 27) που τηρούσαν οι ενάγοντες κατά τις 22/07/2014, ημερομηνία του τερματισμού είχε υπόλοιπο CHF 139,496.45 ενώ με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 23), το υπόλοιπο του κατά τις 22/07/2014 ανέρχεται σε CHF 126,283.
- - Oι ενάγοντες απέστελλαν στους εναγόμενους ανά τακτά χρονικά διαστήματα καταστάσεις λογαριασμού χωρίς καθοιονδήποτε τρόπο οι τελευταίοι να αμφισβητήσουν τις χρεώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο. - Oι εναγόμενοι μετά τον τερματισμό έχουν προβεί σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι και τις 13/04/2016 σε 20 καταθέσεις έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω, και χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τη σύναψη έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας δανείου μαζί με τους όρους της. Το τεκμήριο 3 είναι δεόντως υπογραμμένο και φέρει τη σφραγίδα των εναγόμενων. Ουδέποτε αμφισβητήθηκε ή υποστηρίχθηκε η μη υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και των τροποποιήσεων αυτών καθώς και της συμφωνίας εκχώρησης. Οι εν λόγω συμφωνίες επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση και χωρίς να εγερθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την ορθή εκτέλεση τους. Ούτε υποστηρίχθηκε οτιδήποτε το διαφορετικό με οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων. Σημειώνεται επίσης ότι η Μ.Ε.2 κατάθεσε ως μάρτυρας των υπογραφών των επίδικων συμφωνιών. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος των εναγομένων δεν προκύπτει να προωθεί οποιαδήποτε θέση κατά την αγόρευση του, τόσο σε σχέση με την απόδειξη των συμφωνιών όσο και σε σχέση με τον εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των όρων αυτών. Η αγόρευση του περιορίζεται στο να αναφέρει ότι η μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων είναι αναξιόπιστη και θα πρέπει να απορριφθεί. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου και της αξιόπιστης μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι επίδικες συμφωνίες και οι όροι αυτών. Ούτε τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ακυρότητας αυτών ή συγκεκριμένων όρων τους. Η Μ.Ε.2 εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Η θέση ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε ξένο νόμισμα, δεν ευσταθεί. Οι ενάγοντες ήταν και είναι αδειούχος τραπεζικός οργανισμός ο οποίος εποπτεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με συνεργασία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Δεν έχει υποδειχθεί ή υποστηριχθεί από την υπεράσπιση ο,τιδήποτε που να καταδεικνύει ότι για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης σε ξένο νόμιμα απαιτείτο κάποια άλλη ειδική άδεια ή έγκριση. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η παράβαση της επίδικης συμφωνίας δανείου, αφού έχει προκύψει οι εναγόμενοι να καθυστερούσαν την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων. Ουδέποτε έτυχε αμφισβήτησης το γεγονός της παράβασης αυτής καθώς επίσης και ο νόμιμος και νομότυπος τερματισμός της συμφωνίας με βάση τους όρους της και δεν χρειάζεται κρίνω περαιτέρω ανάλυσης. Εκείνο το οποίο επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων των εναγόντων, είναι ότι οι αναφερόμενες στα ευρήματα του Δικαστηρίου επιστολές δεν παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Έχει όμως προκύψει ότι αυτές, περιλαμβανομένου και της επιστολής τερματισμού, έχουν αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και συγκεκριμένα στην οδό [ ] 4, Πόλις Χρυσοχούς, [ ] Πάφος. Η εν λόγω διεύθυνση είναι αυτή που δόθηκε στους ενάγοντες και αναγραφόταν σε όλες τις συμφωνίες, περιλαμβανομένου και των τροποποιητικών συμφωνιών που έγιναν μεταγενέστερα. Ουδέποτε τέθηκε ή υποστηρίχθηκε η θέση ότι οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τους ενάγοντες για άλλη διεύθυνση. Η αποστολή όλων των εγγράφων και των επιστολών στην πιο πάνω διεύθυνση είναι σύμφωνη με τα συμφωνηθέντα και συγκεκριμένα με τον όρο 11 του τεκμηρίου 3. Πέραν των πιο πάνω, η αποστολή των επίδικων επιστολών και ειδικότερα της επιστολής τερματισμού στην πιο πάνω διεύθυνση και η μη επιστροφή της πίσω καταδεικνύει τη λήψη της από τους εναγόμενους (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648) δεδομένου ότι δεν υποστηρίχθηκε και με οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτές δεν λήφθηκαν, πέραν από την γενική υποβολή του συνηγόρου κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Παραμένει να εξεταστεί το ζήτημα της απόδειξης του αξιούμενου υπολοίπου από τους ενάγοντες. Προς τούτο έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, τεκμήριο
- Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 ο οποίος τις κατάθεσε, έγινε πλήρως αποδεκτή και κρίνω ότι από αυτή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 και κατά συνέπεια αυτές αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Σε κανένα στάδιο κατά τη δίκη έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης οι χρεωπιστώσεις που φαίνονται στους εν λόγω λογαριασμούς ή καθοιονδήποτε τρόπο αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο που παρουσιάζει, ως ανωτέρω αναφέρεται. Ούτε αμφισβητήθηκε η χρέωση των τόκων με οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγόμενους ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059, Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 19, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014, ECLI:CY:AD:2014:A484). Περαιτέρω, οι μάρτυρες των εναγόντων επεξήγησαν την κίνηση του λογαριασμού και τον τρόπο που χρεώνονταν οι τόκοι και το ύψος αυτών. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στον 3 μηνών Libor και παράπεμψε στον κατάλογο των ισοτιμιών που εφαρμόζονταν κάθε φορά. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αναφερθεί ότι με τις δύο τροποποιητικές συμφωνίες, τεκμήρια 4α) και 4β), οι εναγόμενοι αναγνώριζαν το υπόλοιπο των καταστάσεων λογαριασμού κατά τις ημερομηνίες υπογραφής τους και περαιτέρω, παρά την αποστολή των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού προς τους εναγόμενους ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ουδέποτε αυτές αμφισβητήθηκαν ή εκφράστηκε προς τους ενάγοντες οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την ορθότητα τους (βλ. Παναγιώτης Ζερβός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ
(2013)1Α Α.Α.Δ 425). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθές και αντικατοπτρίζουν το ορθό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στο τεκμήριο 23, το οποίο αποτελεί την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, την οποία ο Μ.Ε.1 ετοίμασε και η διαφορά της από τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, έχει επεξηγηθεί στο Δικαστήριο. Τη διαφορά της αυτή επίσης επεξήγησε και ο Μ.Ε.3 ο οποίος κατάθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Ούτε αυτή η κατάσταση έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους, πέραν από την υποβολή γενικών θέσεων, τις οποίες οι μάρτυρες σε κάθε περίπτωση απέρριψαν. Δεν έχει προκύψει επίσης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων οποιοδήποτε ζήτημα επιβολής λανθασμένου ποσοστού τόκου, πέραν από την γενική υποβολή περί υπερχρεώσεων. Ούτε υποστηρίχθηκε ένα τέτοιο ζήτημα με άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγόμενων. Όσον αφορά την αξίωση τόκου 3 μηνών LIBOR πλέον 3,70 ετησίως από τον τερματισμό και μετά, τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και τις σχετικές ανακοινώσεις και επιστολές των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο 5(α) του τεκμηρίου 3, είχε συμφωνηθεί ότι το δάνειο θα χρεωνόταν κατά την ημέρα της κάθε αναπροσαρμογής (roll over date) με επιτόκιο 3 μηνών LIBOR το οποίο θα ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως (προσαύξηση). Σύμφωνα με τον όρο 5(γ) του τεκμηρίου 3 η τράπεζα θα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το 3 μηνών LIBOR, της προσαύξησης...., τόκου υπερημερίας ......και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Οφειλέτη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Oι ενάγοντες με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 22/07/2014 (τεκμήριο 21) ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θεωρείται υπερήμερο και θα επιβαρύνεται από σήμερα και μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης με 3 μηνών LIBOR, προσαύξηση προς 3,70% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως. Η εν λόγω ειδοποίηση είναι δεσμευτική για τους εναγόμενους και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Πέραν των πιο πάνω, με βάση τον όρο 5(γ) του τεκμηρίου 3, οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε έξι μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους και έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Άρθρου 3(δ) και 6(β) του Περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Ν. 160
(1)/1999, κρίνω ότι το δικαιούνται (βλ. επίσης Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v.
- Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017), ECLI:CY:AD:2017:A
- Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου υπερημερίας, δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε η αξίωση αυτή κατά τη δίκη με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε στην αγόρευση του συνηγόρου γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, αφού όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω αυτή περιορίζεται στο να εισηγείται αναξιοπιστία των μαρτύρων των εναγόντων. Ούτε δικογραφείται οποιοδήποτε ζήτημα γι αυτό το είδος των τόκων. Σε κάθε περίπτωση η επιβολή τόκου υπερημερίας προκύπτει από τη συμφωνία των μερών και ειδικότερα από τον όρο 5(γ) ο οποίος προνοεί ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο οφειλέτης θα πληρώνει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 5% ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Οι ενάγοντες προκύπτει να τον περιορίζουν στο 1,75% και κρίνω ότι τον δικαιούνται αφού είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και δικαιούνται σε απόφαση. Έχω λάβει υπόψη μου ότι μετά τον τερματισμό έχουν γίνει πληρωμές έναντι της οφειλής οι οποίες περιλαμβάνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού και ειδικότερα η αναδομημένη κατάσταση τεκμήριο 23 στην οποία περιορίζουν την αξίωση τους οι ενάγοντες επεκτείνεται μέχρι στις 27/10/
- Πιστώνονται οι εν λόγω πληρωμές οι οποίες γίνονταν μετά τον τερματισμό και μέχρι τις 13/04/2016 και οι υπόλοιπες καταχωρήσεις είναι η χρέωση των τόκων. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ή οποιοδήποτε λανθασμένο υπολογισμό και κατά συνέπεια κρίνω ότι μπορεί να αποδοθεί το υπόλοιπο κατά τις 27/10/2021, το οποίο ανέρχεται στα CHF 170.613,11 πλέον συσσωρευμένοι τόκοι της περιόδου από 30/06/2021 μέχρι 27/10/2021 ύψους CHF 2.644,
- Αναφορικά με τα διατάγματα τα οποία αξιώνονται αυτά προκύπτουν από την συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 16/02/2007 και το τεκμήριο 15 το οποίο αφορά την συγκεκριμένη ασφάλεια η οποία εκχωρήθηκε και για την οποία, εν τέλει οι ενάγοντες, αξιώνουν θεραπεία. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 για το ποσό των CHF 170.613,11 πλέον συσσωρευμένοι τόκοι της περιόδου από 30/06/2021 μέχρι 27/10/2021 ύψους CHF 2.644,43 πλέον τόκους από 28/10/2021 προς 3 μηνών LIBOR με προσαύξηση προς 3,70% ετησίως πλέον τόκο υπερημερίας ύψους 1,75% ετησίως μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο, δηλαδή κάθε 30/6 και 31/
- Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 ως η παράγραφος 23 Η - ΙΗ συμπεριλαμβανομένων της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαφοροποίηση στο στοιχείο ΙΕ στο οποίο μετά το τέλος του να προστεθεί η φράση «εντός ενός μηνός από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος». Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον των εναγόμενων αρ.
- Πιστον Αντίγραφο (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο