S. R. R. ν. M. M., Αγωγή αρ. 908/2021, 19/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 908/2021 S. R. R. Ενάγων v. M. M. Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 14.02.2022 για ενδιάμεσες θεραπείες και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.02.2022 Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / Αιτητή: Ελ. Δημητρίου (κα) για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: Χρ. Περικλέους (κα) για Michael Kyprianou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, με την αγωγή του, αξιώνει αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες για ζημιά που ισχυρίζεται πως υπέστη από δημοσίευση μηνυμάτων της Εναγόμενης που θεωρεί δυσφημιστικά, στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, τον Νοέμβριο του 2021. Στο πλαίσιο της αγωγής του, αιτήθηκε μονομερώς, και το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη να παρενοχλεί ή να διαδίδει γεγονότα ή με άλλον τρόπο να επεμβαίνει στην ιδιωτική και κοινωνική ζωή του Ενάγοντος, είτε με τηλεφωνήματα είτε με γραπτά μηνύματα στο προσωπικό του τηλέφωνο είτε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων στις προσωπικές ή επαγγελματικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, στην αίτησή του, η οποία δικονομικά βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ο Ενάγων ζήτησε τέτοιας φύσης ενδιάμεση θεραπεία, προσκομίζοντας μαρτυρία δικηγόρου, εκ των δικηγόρων του, εφόσον ο ίδιος βρίσκονταν στο εξωτερικό και ήταν δύσκολο να είναι στην Κύπρο. Η θέση του Ενάγοντος είναι πως η Εναγόμενη, που, όπως και ο Ενάγων, κατάγεται από το Ισραήλ, περί τον Μάιο 2021, έχοντας πληροφορηθεί τη σχέση του Ενάγοντος με την Κύπρο και δικηγόρους από την Κύπρο, αποτάθηκε σε εκείνον, για να τη βοηθήσει στη διαδικασία αγοραπωλησίας ακινήτου στην Πάφο. Λόγω μη ευδοκίμησης της συνεργασίας της Εναγόμενης με τους δικηγόρους, κατά τη θέση του Ενάγοντος, η Εναγόμενη άρχισε να προβαίνει σε υβριστικά και προσβλητικά σχόλια εναντίον του σε κοινότητα (group) στο Facebook, παρά τις αλλεπάλληλες οχλήσεις του Ενάγοντος για να αφαιρεθούν. Περί την 16.11.2021, ο Ενάγων απέστειλε με ιδιώτη επιδότη στην Εναγόμενη επιστολή με ίδιο αίτημα, και η Εναγόμενη ζήτησε με γραπτό μήνυμα τα έγγραφα να επιδίδονται στον δικηγόρο της. Μετά την καταχώριση της αγωγής, η Εναγόμενη, δια του δικηγόρου της, απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του Ενάγοντος, που απαντήθηκε. Η Εναγόμενη συνέχισε την αποστολή μηνυμάτων που ο Ενάγων θεωρεί δυσφημιστικά στην ίδια κοινότητα του Facebook, αναρτώντας και αυτούσιο περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντος. Επειδή με τα τελευταία αυτά μηνύματα ο Ενάγων διέκρινε εξακολουθητική συμπεριφορά της Εναγόμενης που τον πλήττει, και εφόσον η Εναγόμενη δεν έδειξε πρόθεση να απέχει από τέτοια βλαπτική δραστηριότητα, ο Ενάγων θεωρεί ότι δικαιολογείται ενδιάμεση θεραπεία, επιχειρηματολογώντας προς τούτο. Η Εναγόμενη, εμφανιζόμενη στη διαδικασία, ήγειρε ένσταση, προβάλλοντας αρκετούς λόγους ένστασης που συνοψίζονται στο ότι το Δικαστήριο δεν είχε τη δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς γιατί δεν συνέτρεξε το κατεπείγον και υπήρχε και μεγάλη χρονική καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον Ενάγοντα, αλλά και γιατί υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και η πραγματική βάση ήταν ελλιπής, πέραν του ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φέρει προγενέστερη της αίτησης ημερομηνία. Εξάλλου, δεν πληρούνται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ προσωρινών διαταγμάτων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας πρέπει να κλίνει προς την ακύρωσή του, λαμβάνοντας υπόψη πως υπάρχει και κακοπιστία από τον Ενάγοντα, πως το διάταγμα είναι γενικό και αόριστο και καταπιεστικό, και παραβιάζει το δικαίωμα της Εναγόμενης στην ελεύθερη έκφραση, αλλά και γιατί ο Ενάγων, παρόλο που υπέγραψε εγγύηση, στερείται φερεγγυότητας. Στη μαρτυρία της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, φέρονταν, μέσω δημοσιευμένων προφίλ, να εργάζεται και να παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες στην Κύπρο ως συνεταίρος του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπεί στη διαδικασία. Προωθούσε τον εαυτό του ενεργά και στοχευμένα, κυρίως σε εβραϊκές ομάδες στο Facebook με άτομα που σχεδιάζουν να μετοικήσουν στην Κύπρο. Η Ενάγουσα, όταν αποφάσισε να μετοικήσει στην Κύπρο με την ηλικιωμένη μητέρα και το ανήλικο παιδί της, εντόπισε τον Ενάγοντα στο διαδίκτυο και εφόσον ήταν ομοεθνής της και συνεταίρος σε Κυπριακή δικηγορική εταιρεία, λόγω των ευκολιών στην επικοινωνία, αποτάθηκε σε εκείνον. Το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, δια του Ενάγοντος, θα την εκπροσωπούσε στη διαδικασία αγοράς οικίας στη Γιόλου, εξ ου και υπογράφθηκε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου του Ενάγοντος, περιλαμβανομένου του ίδιου. Είναι η θέση της Εναγόμενης πως οι δικηγόροι της, δυστυχώς, δεν ανταποκρίθηκαν στα νομικά τους καθήκοντα, εφόσον δεν ερεύνησαν δεόντως και επαρκώς τα κτηματολογικά μητρώα για την ύπαρξη επιβαρύνσεων και τον εκσυγχρονισμό ή μη του τίτλου ιδιοκτησίας, για τη διασφάλιση των συμφερόντων της. Δεν υπήρχε εκσυγχρονισμένο πιστοποιητικό εγγραφής στο οποίο να περιλαμβάνεται το ακίνητο που είχε αγοράσει η Εναγόμενη. Μόλις η Εναγόμενη αντιλήφθηκε πως ενδεχομένως να είχε υποστεί επαγγελματική αμέλεια, τερμάτισε τη συνεργασία της με τους συγκεκριμένους δικηγόρους. Η Εναγόμενη είχε συγγράψει σχόλια σε ομάδα στο Facebook· όχι στην Αγγλική γλώσσα, όπως προσκομίζει ο Ενάγων, αλλά στην Εβραϊκή, και η αυτόματη μετάφραση που παρουσίασε ο Ενάγων παρουσιάζει ανακρίβειες. Επίσης, ο Ενάγων δεν αναφέρει πως συμμετείχε και ο ίδιος στη συζήτηση, με δικά του σχόλια. Τα σχόλια της Εναγόμενης, όπως αναφέρει, δεν είχαν σκοπό να πλήξουν το κύρος ή τη φήμη του Ενάγοντος, αλλά βασίζονταν σε αληθινά γεγονότα και έγιναν καλόπιστα. Σχόλια γίνονται καθημερινά σε διάφορες ομάδες στο Facebook, και τα σχόλια της Εναγόμενης δεν μπορεί κάποιος να τα εντοπίσει εύκολα. Η Εναγόμενη επιχειρηματολογεί και η ίδια ως προς τους λόγους ένστασής της, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, πως η ίδια διέκρινε εκδικητική συμπεριφορά του Ενάγοντος, καθότι η Εναγόμενη διέκοψε την πελατειακή σχέση μαζί του, επισημαίνοντας αντιεπαγγελματική συμπεριφορά από μέρους του. Η ακρόαση της αίτησης και η αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την εισαγωγή άλλης μαρτυρίας. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων των δύο πλευρών. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Καταρχάς, επί του ζητήματος της κανονικότητας, με δεδομένο ότι η ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση χρονολογήθηκε την (Πέμπτη) 10.02.2022 και η αίτηση καταχωρίστηκε τη (Δευτέρα) 14.02.2022, σε κάθε περίπτωση στο πλαίσιο υφιστάμενης αγωγής, να σημειωθεί πως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι δυνατόν να δοθεί ενδιάμεση θεραπεία στη βάση ένορκης δήλωσης που υπογράφθηκε πριν από την έκδοση είτε και του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής είτε και της αίτησης την οποία συνοδεύει[1]. Βεβαίως, αναμένεται πως η χρονική απόκλιση δεν θα είναι τέτοια που να αποσυνδέει τη μαρτυρία από το ένδικο διάβημα. Η ένορκη δήλωση κατατέθηκε μαζί με την αίτηση και φαίνεται πως η διάσταση στον χρόνο υπήρξε επειδή η μάρτυρας ορκίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και η αίτηση καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Θα μπορούσε βεβαίως να αποφευχθεί αυτή η χρονική απόκλιση ή να συντμηθεί, ωστόσο αυτή, από μόνη της, δεν καθιστά την αίτηση χωρίς ένορκη δήλωση, κατ' επέκταση χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο, μήτε συνιστά αντικανονικότητα μοιραία για το αίτημα. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[2], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[3]. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενδιάμεσες θεραπείες που ζήτησε ο Ενάγων ήταν η απαγόρευση κάποιας συμπεριφοράς της Εναγόμενης για το μέλλον που ο Ενάγων θεωρεί βλαπτική για τον ίδιο, δείχνοντας στο Δικαστήριο πως η Εναγόμενη, απογοητευμένη από τις υπηρεσίες που έλαβε ή ακόμα θεωρώντας πως υπέστη επαγγελματική αμέλεια, είχε μπει σε μια διαδικασία δημοσίευσης μηνυμάτων σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, εκφράζοντας και διαδίδοντας αυτό που η ίδια εξέλαβε, αλλά κατά τον Ενάγοντα δεν είναι αλήθεια, και υπήρχε τάση εξακολούθησης. Η φύση της ενδιάμεσης θεραπείας είναι τέτοια, αφορά σε αδικοπραξία που κατά τη θέση του Ενάγοντος απειλείται, που, ασχέτως της ύπαρξης χρόνου, μπορούσε να εξεταστεί χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, αν και μόνον σε σπάνιες και ξεκάθαρες περιπτώσεις το Δικαστήριο ικανοποιείται και δίδει μονομερώς ενδιάμεση θεραπεία σε υποθέσεις δυσφήμισης. Το Δικαστήριο θεώρησε και τη μη αναφορά στη νομική βάση του άρθρου 9 του Κεφ.6 ως απλή παρατυπία, που δεν το απέτρεψε να εξετάσει και την ουσία της αίτησης, και ήταν κάτι που μπορούσε να πράξει[6]. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[7]. Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα μέσα και από τη μαρτυρία της Εναγόμενης, δεν φαίνεται να υπήρξε απόκρυψη γεγονότων από τον Ενάγοντα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Παρόλο που δεν αξιολογείται η μαρτυρία σε αυτό το στάδιο, ότι τα διάφορα μηνύματα που παρουσίασε ο Ενάγων συνιστούσαν μετάφραση με εργαλείο της πλατφόρμας Facebook και όχι τις πρωτότυπες αναρτήσεις, ήταν ορατό από τα ίδια τα μηνύματα που αναφέρουν τις ενδείξεις «δείτε το πρωτότυπο» ή «δείτε τη μετάφραση» ανάλογα. Όπως είναι κατανοητό πως και τα κείμενα των μηνυμάτων που αναφέρονται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος συνιστούν μετάφραση στα ελληνικά, με τη χρήση τέτοιου εργαλείου μετάφρασης. Επίσης, ότι και ο Ενάγων συμμετείχε στη συζήτηση, φαίνεται από το υλικό που παρέθεσε, και δεν έτυχε απόκρυψης για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Δεν προωθήθηκε βεβαίως από τον Ενάγοντα ενδιάμεση θεραπεία που να συνιστά δικαστική παρέμβαση στις υφιστάμενες αναρτήσεις. Ο Ενάγων, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, κατέστησε σαφές πως η Εναγόμενη ήταν ενοχλημένη από την εξέλιξη της συνεργασίας της με τους δικηγόρους, και επειδή ο Ενάγων μεσολάβησε, η Εναγόμενη προέβη στη δημοσίευση μηνυμάτων που αναφέρονται αρνητικά στο πρόσωπο του Ενάγοντος, και το περιεχόμενο των οποίων δεν αληθεύει και ότι υπήρχε εξακολουθητική τάση σε αυτή τη συμπεριφορά. Παρόμοια εικόνα υπάρχει και μετά την ακρόαση της Εναγόμενης. Δηλαδή ότι η Εναγόμενη είναι δυσαρεστημένη από τις ενέργειες των δικηγόρων που ανέλαβαν εκ μέρους της την αγοραπωλησία ακινήτου στην Κύπρο, περιλαμβανομένου του Ενάγοντος που ήταν και ο σύνδεσμός της, και την απογοήτευσή της δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να την κρύψει, και όντως δημοσιεύθηκαν τα συγκεκριμένα μηνύματα, που εξ αρχής είχε ενώπιον του το Δικαστήριο. Φυσικά, η μάρτυρας του Ενάγοντος θα μπορούσε να αναφερθεί αναλυτικότερα στα γεγονότα που γνωρίζει και να αποκλείσει και όλες τις πιθανές υπερασπίσεις της Εναγόμενης με πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη, για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Ότι το Δικαστήριο επίσης δεν είχε, ούτε έχει ακόμα, πλήρη εικόνα των δεδομένων λειτουργίας της ομάδας που δημοσιεύθηκαν τα κείμενα της Εναγόμενης (ρυθμίσεις ορατότητας και κοινοποίησης, αριθμός μελών, κ.λπ.), δεν επιδρά δικαιοδοτικά, εφόσον η θεραπεία που ζητήθηκε παρεμπιπτόντως δεν αφορά στις υφιστάμενες αναρτήσεις. Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης του διατάγματος, και μπορεί το Δικαστήριο να αναθεωρήσει και τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, υπό τα όσα ανέφερε και η Εναγόμενη. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, στο οποίο βασίζεται η αίτηση του Ενάγοντος, τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, μπορεί να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη σε όσες περιπτώσεις το Δικαστήριο κρίνει πως είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ακόμα κι αν δεν αξιώνεται ή δεν χορηγούνται μαζί με αυτό αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[9]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[10]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Στις υποθέσεις δυσφήμισης, οι αρχές έκδοσης προσωρινού διατάγματος προσαρμόζονται ανάλογα. Για να παρέμβει το Δικαστήριο με διάταγμα και δη πριν από τη δίκη, θα πρέπει οι δηλώσεις που έγιναν να ήταν αναμφίβολα δυσφημιστικές, και ιδιαίτερα σοβαρές, να μην υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι μπορεί να είναι αληθείς και να μην υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που θα μπορούσε να επιτύχει· θα πρέπει να υπάρχει σαφής μαρτυρία πως υπάρχει πρόθεση επανάληψης που αυτή θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα σε ανεπανόρθωτη βλάβη στον ενάγοντα. Ακριβώς επειδή, για να διαπιστωθούν τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο αγγίζει την ουσία, σπάνια εκδίδονται απαγορευτικά διατάγματα προσωρινά, πριν από τη δίκη. Ο Ενάγων ενάγει, μεταξύ άλλων, για δυσφήμιση, με αναφορά σε συγκεκριμένα κείμενα που δημοσιεύθηκαν και που κατά τη θέση του πλήττουν το επάγγελμα και τη φήμη του, κάνοντας χρήση γνωστής στο εγχώριο δίκαιο βάσης αγωγής, που δίδουν τα άρθρα 17 και 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αλλά και για προστασία του δικαιώματός του για σεβασμό στην ιδιωτική του ζωή, που περιλαμβάνει την επαγγελματική του ζωή, και που κατοχυρώνουν μεταξύ άλλων τα άρθρα 15 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ. Οι αναφορές του δεν είναι μετέωρες, είναι συγκεκριμένες και περιστοιχίζονται από κάποια μαρτυρία, που, χωρίς να μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ως στην εκδίκαση της αγωγής, δείχνει ότι εγείρεται από τον Ενάγοντα με σοβαρότητα ένα ζήτημα προς εκδίκαση, και ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, για να διαπιστωθεί εάν όντως διαπράχθηκε δυσφήμιση ή όχι. Ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως τα δημοσιεύματα αναφέρονται στον Ενάγοντα και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες με τρόπο αρνητικό, που ευλόγως μπορεί να λειτουργήσει βλαπτικά στη φήμη του ως επαγγελματία, και ενέχουν κάποια σοβαρότητα που δυνατόν να ενεργοποιεί το ιδιωτικό δικαίωμα του Ενάγοντος για σεβασμό στην επαγγελματική του ζωή και τη φήμη του· δεν συνιστούν απλή κριτική καταναλωτή για διαφημιζόμενη υπηρεσία (review). Ο Ενάγων ανέφερε πως πρόκειται για αναλήθειες. Νοείται πως, όταν θα διεξαχθεί η δίκη, θα μπορέσουν να προβληθούν και να ακουστούν πληρέστερα και οι υπερασπίσεις της Εναγόμενης, ιδίως η υπεράσπιση της αλήθειας, που φαίνεται να προβάλλει δια της μαρτυρίας της. Δεν υπάρχει πάντως οτιδήποτε που εκ προοιμίου να αποκλείει την επιτυχία της αγωγής του Ενάγοντος, ως προς την προώθηση της οποίας δεν υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση, με δεδομένο και το ότι σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή καταχώρισε η Εναγόμενη την 23.08.
- Παρά το ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει πως συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, υπάρχει δυσκολία στο να ικανοποιηθεί πως πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που εμπερικλείει και τις πρόσθετες προϋποθέσεις που αφορούν ειδικότερα στα διατάγματα σε υποθέσεις δυσφήμισης. Να τύχει υπόμνησης ότι η ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε και κατ' εξαίρεση δόθηκε μονομερώς, και που τώρα αναθεωρείται υπό το φως και όσων εκθέτει η Εναγόμενη, αναφέρεται σε παρενόχληση, μηνύματα σε προσωπικές ή επαγγελματικές διευθύνσεις ή διευθύνσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μέσω ομάδων κοινωνικής δικτύωσης ή επικοινωνία με τον Ενάγοντα, στο μέλλον. Ωστόσο, δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης εστιάζει στην επικοινωνία της με τον Ενάγοντα, ότι επικοινωνεί μαζί του συστηματικά και ενοχλητικά, και ο Ενάγων δεν μπορεί να αποφύγει ή να αποτρέψει τέτοια επικοινωνία με άλλα μέσα, και με τέτοιο τρόπο επηρεάζεται η ιδιωτική ζωή του, και κατ' επέκταση να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν ανακοπεί η παρενοχλητική συμπεριφορά. Συναφώς, δεν πρόκειται ούτε για θεραπεία που σχετίζεται καθόλου με τον περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο 114(I)/
- Απεναντίας, η Εναγόμενη φαίνεται να αποφεύγει η ίδια την επικοινωνία της με τον Ενάγοντα, παραπέμποντάς τον στους δικηγόρους της. Η ενόχληση που αισθάνθηκε ο Ενάγων δεν είναι από επίμονη επικοινωνία, αλλά από τη δημοσίευση αρνητικών σχολίων για το πρόσωπό του. Εάν επιτύχει στην αγωγή του ο Ενάγων, θα επιδικαστούν αποζημιώσεις για τυχόν δυσφήμιση που υπέστη δια των συγκεκριμένων δημοσιευμάτων, ενδεχομένως να υπάρξει και παρέμβαση στα υφιστάμενα δημοσιεύματα, ή άλλη θεραπεία. Η θεραπεία της απαγόρευσης δημοσιεύσεων για το μέλλον (further publishing) είναι εξαιρετική και δίδεται με πολλή φειδώ, ακόμα και ως τελική θεραπεία, γιατί συνυφαίνεται με το δικαίωμα που κάθε άνθρωπος έχει να εκφράζεται ελεύθερα, που επίσης κατοχυρώνουν τα άρθρα 19 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ. Οι περιορισμοί, υπό τη μορφή απαγορευτικών διαταγμάτων, πρέπει να δίνουν συγκεκριμένη αναφορά στους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται ο περιορισμός, και να είναι αναγκαίοι και ανάλογοι με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η «διάδοση γεγονότων» δεν είναι κάτι που μπορεί να απαγορευτεί γενικευμένα. Στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, στις επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, με φυσικό ή ηλεκτρονικό τρόπο, διαδίδονται γεγονότα, και κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό στο πλαίσιο της συνήθους κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το να μην παρεμβαίνει η Εναγόμενη στην ιδιωτική και επαγγελματική ζωή του Ενάγοντος, επίσης, δεν μπορεί να απαγορευτεί γενικευμένα. Η άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων της Εναγόμενης, υπό τις περιστάσεις, μπορεί να δημιουργεί φυσιολογική σύγκρουση με αυτό το δικαίωμα του Ενάγοντος, περιλαμβανομένου του δικαιώματός της να τον ενάγει για επαγγελματική αμέλεια ή για άλλον λόγο. Εάν η Εναγόμενη έχει μίαν αρνητική εμπειρία από τη συνεργασία της με τον Ενάγοντα ή σχετικά με υπηρεσίες που έλαβε από τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του, δεν μπορεί ο Ενάγων να της απαγορεύσει να την εκφράζει προς οποιονδήποτε και γενικότερα να αναφέρεται στις υπηρεσίες που έλαβε επικριτικά, πόσω μάλλον όταν ο ίδιος διαφημίζει υπηρεσίες του στο κοινό, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης. Ευλόγως, οι διαφημιζόμενες δημόσια υπηρεσίες ή η παρουσία του Ενάγοντος ως επαγγελματία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι δυνατόν να τυγχάνουν μόνον επευφημιών, και να λαμβάνονται μέτρα για να εμποδίζονται ή να «φιμώνονται» αρνητικές αναφορές πελατών ή πηγές αρνητικών σχολίων. Η Εναγόμενη, με λεπτομερέστερη μαρτυρία από εκείνην του Ενάγοντος, κατέδειξε πως δεν είχε αναπτύξει άλογη ή παράλογη συμπεριφορά απλώς λόγω της ρήξης της σχέσης με τους δικηγόρους ή με σκοπιμότητα να βλάψει τον Ενάγοντα. Υπήρχε μια σειρά γεγονότων, που ξεκινά από την έντονη παρουσία του Ενάγοντος στο διαδίκτυο ως επαγγελματία και την προσέλκυση του ενδιαφέροντος της Εναγόμενης και καταλήγει σε κατ' ισχυρισμό παραλείψεις όσον αφορά την ενημέρωσή της, σε περιουσιακή ζημιά της, και στην εν πολλοίς δικαιολογημένη δυσαρέσκεια που αισθάνθηκε η Εναγόμενη και θεώρησε πως μπορεί και πρέπει να την εκδηλώσει και δημόσια, στον ίδιο χώρο δραστηριοποίησης του Ενάγοντος στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν μια δυσαρεστημένη πελάτισσα που ενήργησε συνειδητά, λέγοντας πως όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δημιουργώντας επαρκείς πιθανότητες και προς εκείνη την κατεύθυνση, επισκιάζοντας έτσι το πλαίσιο σίγουρης δυσφήμισης που εξ αρχής έθεσε ο Ενάγων. Δεν θεωρώ πως, εάν δεν υφίσταται το διάταγμα που εξασφάλισε ο Ενάγων, ως αυτό υφίσταται, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για τον Ενάγοντα ή ότι ο Ενάγων θα υποστεί κάποιαν ανεπανόρθωτη βλάβη. Εξετάστηκε το ενδεχόμενο τυχόν διαφοροποίησης του υφιστάμενου διατάγματος. Γιατί αυτό που φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τον Ενάγοντα και να θέλει να ανακόψει και να αποφύγει στο μάλλον είναι δημόσιες κείμενες αναφορές της Εναγόμενης ή απεικονίσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στο διαδίκτυο, από τις οποίες να προκύπτουν, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, γεγονότα ότι ο Ενάγων παρέχει νομικές υπηρεσίες στην Κύπρο παράνομα ή χωρίς επαγγελματική άδεια που υποτίθεται χρειάζεται ή ότι είναι αμελής. Τέτοια γεγονότα, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δεν αληθεύουν. Όντως, δεν έχουν διαπιστωθεί, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, και δεν είναι και εύκολη η απόδειξη αμέλειας. Δηλώσεις τέτοιων γεγονότων, εάν δεν υπάρχουν επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της υπεράσπισης της αλήθειας, ευλόγως επιδρούν δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα, που επικεντρώνεται σε πρόσωπα από το Ισραήλ που θέλουν να επενδύσουν στην Κύπρο. Σημειώνεται πως το ζήτημα της αναμεταξύ των διαδίκων επαγγελματικής σχέσης αγγίζει μεν θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με αναφορά στο επίπεδο δικηγορικών υπηρεσιών, αλλά δεν έχει αναδειχθεί, προς το παρόν, πως η Εναγόμενη σχολιάζει έντιμα επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Ενάγων φαίνεται να στηρίζει την επαγγελματική του ζωή στη φήμη που δημιουργείται γύρω από το όνομά του, και μέσα από την προβολή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο διαδίκτυο. Δεν είναι όμως δημόσιο πρόσωπο με την ίδια έννοια όπως ο πολιτικός και δεν φέρει τέτοια διασημότητα ώστε να αναμένεται ο δημόσιος σχολιασμός του. Οι λόγοι που οδηγούν το Δικαστήριο να μην μπορεί να τροποποιήσει το υφιστάμενο διάταγμα και να παρέχει μιαν ενδιάμεση θεραπεία προσαρμοσμένη στην προαναφερόμενη ανάγκη δεν είναι απλώς γιατί πρόκειται για μιαν εντελώς διαφορετική θεραπεία από αυτήν που ζητήθηκε και που τώρα αναθεωρείται. Πέρα από την αντίδραση της Εναγόμενης στην αδικία που αισθάνθηκε πως υπέστη, στις απαρχές της αντιδικίας με τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του (μήνες πριν από σήμερα), η Εναγόμενη δεν φαίνεται, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, μέσα από την υφιστάμενη μαρτυρία, να επιδιώκει ενεργά, συστηματικά και κατ' εξακολούθηση τη δυσφήμιση του Ενάγοντος με τέτοια πρόθεση ή και την εξώθηση άλλων να αποφύγουν τη συνεργασία τους με τον Ενάγοντα, για να τον βλάψει (malice). Η Εναγόμενη δεν κινείται με τρόπο ανέλεγκτο και εξουθενωτικό για τον Ενάγοντα, και υπάρχει η δυνατότητα αναφοράς από τον Ενάγοντα τυχόν δηλώσεων που μπορεί να θεωρήσει βλαπτικές, μέσα από τον χώρο δημοσίευσής τους, ή και συμμετοχής του σε δημόσιο διάλογο, χωρίς το Δικαστήριο να πρέπει να μπει στη διαδικασία να λογοκρίνει εκ προοιμίου και γενικευμένα την Εναγόμενη. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι φαίνεται και από την εκατέρωθεν μαρτυρία, ότι ο Ενάγων ενήργησε ως μέλος νομικής ομάδας και όχι μόνος του. Είναι υπόψη, ως ζήτημα κοινής γνώσης και εμπειρίας, και πως το ιδιαίτερο σύστημα απόκτησης ακινήτων στην Κύπρο (σύστημα των τίτλων, "title deeds"), ως έχει εξελιχθεί στον χρόνο σε συνάρτηση με τις καθυστερήσεις στις εκδόσεις των τίτλων των ακινήτων, καθιστά, δυστυχώς, μη ασυνήθιστες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει διάσταση μεταξύ του δικαιούχου προς εγγραφή ως κύριου (ουσιαστικού ιδιοκτήτη) και του εγγεγραμμένου κύριου ακίνητης ιδιοκτησίας και προβλήματα στο μεταξύ ως προς τη διασφάλιση της νομικής κατάστασης των ακινήτων, αφήνοντας με διάφορους τρόπους εκτεθειμένους τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τις πωλήσεις ακινήτων, χωρίς να αποκλείεται να προκύψει και επαγγελματική αμέλεια, ιδίως σε περιπτώσεις όπου αγοραστές είναι πρόσωπα από άλλες δικαιοδοσίες, χωρίς γνώση των ιδιαιτεροτήτων αυτών· ενδεχομένως να διαμορφώνεται ανάλογα το επίπεδο επιμέλειας όσον αφορά την ενημέρωση. Σημειώνεται πως στον φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται αίτηση που υπέβαλε ο Ενάγων για εξέταση παρακοής της Εναγόμενης, βάσει του υφιστάμενου διατάγματος, με αναφορά σε δημοσίευμα ημερομηνίας 08.03.2022 προς 09.03.2022, αλλά και εκείνο, ως σχετικό σχόλιο της Εναγόμενης σε δημόσια ανάρτηση, δεν δείχνει τάση της Εναγόμενης έξω από τη συνήθη λειτουργία της κοινωνικής δικτύωσης, ικανή να βλάψει τον Ενάγοντα σοβαρά, καταλύοντας και τη θετική επίδραση αντίστοιχων διαφημίσεων του. Ο Ενάγων, ως πάροχος υπηρεσιών, ακόμα κι αν δεν είναι δημόσιο πρόσωπο, αναμένεται λογικά να έχει και κάποιαν αντοχή σε αρνητική κριτική ή σε πελάτες που να μην είναι ικανοποιημένοι, να αναζητά και ο ίδιος την αξιολόγηση των πελατών του, μέσα από την οποία να βελτιώνεται, ενώ είναι σε θέση να διαμορφώνει τη φήμη του θετικά έναντι σε δυσαρεστημένους πελάτες όπως η Εναγόμενη. Δεν υπάρχει πραγματικός και ορατός και επικείμενος κίνδυνος βλάβης στη φήμη του Ενάγοντος από την Εναγόμενη, με συγκεκριμένο τρόπο, που να πρέπει να διασφαλιστεί με την ύπαρξη ενός προσωρινού διατάγματος, της δραστικότητας αυτής που να περιορίζει την ελεύθερη έκφραση της Εναγόμενης. Δεν έχει αποδειχθεί πως ο Ενάγων θα υποστεί βλάβη που δεν θα είναι εύκολο να επανορθωθεί, εάν δεν υφίσταται η συγκεκριμένη ή άλλη ενδιάμεση απαγόρευση. Η ύπαρξη ενός τέτοιου δραστικού διατάγματος στα χέρια του Ενάγοντος, υπό το σύνολο των περιστάσεων, φαίνεται πως έχει τη δυναμική επίδειξης δύναμης και άσκησης εξουσίας «φίμωσης» της Εναγόμενης, με την οποία εκκρεμεί επίλυση διαφορών. Τα επιμέρους ζητήματα και διαφορές μεταξύ των διαδίκων θα επιλυθούν φυσικά μέσα από τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες ενδεχομένως να είναι δημόσιες δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες να εκτεθούν οι ίδιες θέσεις της Εναγόμενης αναφορικά με τον Ενάγοντα και τις υπηρεσίες που έλαβε η Εναγόμενη. Έχοντας αναθεωρήσει το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.02.2022 κατόπιν ακρόασης του Ενάγοντος και της Εναγόμενης, το Δικαστήριο θεωρεί πως θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22.02.
- Η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.02.2022 ακυρώνεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, καθώς δεν υποδεικνύεται και δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος απόκλισης από αυτόν, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν/εγκριθούν ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] The Supreme Court Practice 1999, Τόμος 1, Practice Direction, Τόμος 2, §2Β-51, Perpetti S.P.A. v. Lounic Confect Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 960, Stavros Hotels Aprts Lts (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947. [2] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [3] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδη
(2001)1 ΑΑΔ 1263. [7] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [10] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο