Εν πτωχεύσει: Α. Σ., Αρ. Αίτησης: 5/2020, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A115 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/2020 Εν πτωχεύσει: Α. Σ. (Α.Τ. [ ]), εκ Πάφου ------------------------------------- Ημερ.: 15/04/
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Κακογιάννης για κ.κ. Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γιαλελής για κ.κ. Σιαηλή & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αίτηση, ως έχει τροποποιηθεί, καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συνεχίστηκε από την THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, η οποία εξαγόρασε την πιστωτική διευκόλυνση και/ή το επίδικο χρέος από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει των προνοιών του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/2015 και σύμφωνα με το Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 04/06/2021 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 08/06/
- Σχετική ειδοποίηση καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 13/07/
- Οι Αιτητές αιτούνται την κήρυξη του ως άνω αναφερόμενου καθ' ου η αίτηση σε πτώχευση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση αναφέρονται σε αυτήν και αφορούν στην ύπαρξη οφειλής εκ μέρους του εν λόγω Α. Σ., ύψους €346.886,99 πλέον τόκους προς 9,69% το χρόνο επί του ποσού των €344.338,99 από τις 30/10/2009 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα, προς τους Αιτητές δυνάμει τελικής απόφασης στην Αγ. Αρ. 3481/2009 Ε.Δ. Πάφου. Σύμφωνα με την Αίτηση επίσης, ο καθ' ου η αίτηση διέπραξε πράξη πτώχευσης αφού παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 2/20 η οποία του επιδόθηκε στις 04/02/2020 και εντός 7 ημερών από της επίδοσης της Ειδοποίησης αλλά και από τις προθεσμίες που προέκυψαν από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31/07/
- Στις 10/02/2020 καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, η οποία εκδικάσθηκε στις 05/07/2020 και στις 31/07/2020 εκδόθηκε απόφαση, στην οποία το Δικαστήριο όρισε ότι ο χρόνος δια ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης συνεχίζει να προσμετρά από την έκδοση της απόφασης ημερ. 31/07/
- Στην Αίτηση περαιτέρω και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 αυτής, ως τροποποιήθηκε, αναφέρεται ότι οι Αιτητές κατέχουν εξασφάλιση για την πληρωμή μέρους του οφειλόμενου ποσού (υποθήκη Υ269/09 και «memo» με αρ. 6/ΕΒ/1380/2012 επί του ιδίου ακινήτου) και εκτιμούν την αξία αυτής στο ποσό των €240.000,
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτονται σχετικά τεκμήρια, στην οποία θα κάνω αναφορά κατωτέρω. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην τροποποιημένη αίτηση προβάλλοντας 5 λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, προβάλλεται η θέση ότι η αρχική αίτηση εισήχθη προς εκδίκαση πλημμελώς καθότι η ένορκη δήλωση που την υποστήριζε ήταν προγενέστερη της καταχώρησης της και η καταχώρηση της τροποποιημένης Αίτησης δεν θεραπεύει την ακυρότητα που δημιουργήθηκε. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εξασφάλιση δυνάμει της Υποθήκης Υ269/08 καλύπτει πλήρως το ποσό της οφειλής του και η παρούσα αποτελεί αχρείαστο, περιττό και καταπιεστικό διάβημα και ούτε είναι η κατάλληλη διαδικασία που ακολουθείται εν όψει της ύπαρξης της εν λόγω υποθήκης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η διαδικασία κινείται καταχρηστικά και/ή τιμωρητικά εφόσον η Αιτήτρια δύναται να προβεί σε λιγότερο επαχθή μέτρα εκτέλεσης δυνάμει της υποθήκης το οποίο αποτελεί το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, στην οποία αναφορά επίσης θα γίνει κατωτέρω. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης, αμφότερες οι πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες καταθέσαν στο Δικαστήριο. Ανάφεραν περαιτέρω ότι συμφωνούν όπως το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των σχετικών τεκμηρίων που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση θα αποτελεί την μοναδική τους μαρτυρία και ότι δεν θα προσκομίσουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή θα προβούν σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα σε σχέση με την μαρτυρία αυτή. Το Άρθρο 4 του Περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ. 5 περιλαμβάνει την εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης στην περίπτωση που ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 5 του Νόμου. Σημειώνεται η επιφύλαξη του Άρθρου 4, η οποία προστέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/2015 και η οποία αναφέρει ότι «ουδέν διάταγµα πτώχευσης εκδίδεται εάν δεν προσκοµισθεί πιστοποιητικό, είτε από πιστωτή είτε από τον χρεώστη, ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής ή προστατευτικό διάταγµα σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωµής και ∆ιάταγµα Απαλλαγής Οφειλών) Νόµου. Το Άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου περιλαμβάνει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί το διάταγμα πτώχευσης και οι οποίες είναι οι ακόλουθες: α) Το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή ανέρχεται στα €15,000, και β) Το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και γ) Η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι ή μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή, και ε) πιστωτής ή οι πιστωτές που υποβάλλουν από κοινού την αίτηση δηλώσουν στην αίτηση τόσο το πλήρες όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή τους, όσο και εκείνα του οφειλέτη, και στ) ο πιστωτής καταβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), και ζ) ο αιτητής, θα πρέπει να παραδώσει αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος πτώχευσης όταν εκδοθεί, στον Επίσημο Παραλήπτη, στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, στον Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και στον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Πέραν των πιο πάνω, στην περίπτωση που ο Αιτητής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής - πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής (βλ. Άρθρο 5
(2)του Νόμου). Η διαδικασία προώθησης της Αίτησης Πτώχευσης περιλαμβάνεται στο Άρθρο 6 του Νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 6
(1), Αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκο δήλωση του πιστωτή, ή από πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα, και θα επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο. Με βάση το Άρθρο 6
(2)κατά την ακρόαση της Αίτησης Πτώχευσης θα πρέπει να αποδειχθούν α) το χρέος που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, β) η επίδοση της αίτησης, γ) η πράξη πτώχευσης και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα πτώχευσης σύμφωνα με την αίτηση. Σε σχέση με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου και την εφαρμογή τους παραπέμπω στην Γεώργιος Νεοκλέους v. Αlpha Bank Limited
(2014)1B A.A.Δ. 1700. Θα προχωρήσω να αξιολογήσω τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών και να προβώ σε συμπεράσματα λαμβάνοντας υπόψη μου την απόδειξη των στοιχείων και προϋποθέσεων που απαιτούνται από το Νόμο από πλευράς Αιτητή, εξετάζοντας παράλληλα και τους λόγους ένστασης. Κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης ο οποίος αφορά στην ακυρότητα της Αίτησης Πτώχευσης ένεκα του ισχυρισμού που προβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι προγενέστερη αυτής. Έχω λάβει υπόψη μου τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει μια ενακτήρια αίτηση δεν μπορεί να είναι προχρονολογημένη και ότι σε μια τέτοια περίπτωση αυτό επιφέρει ακυρότητα. Η θέση αυτή είναι ορθή και στηρίζεται και στην σχετική νομολογία στην οποία ο συνήγορος παραπέμπει (βλ. Φωτεινή Ίβρου v. Ελένης Μαυροκωνσταντή κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. Ε126/13, Ημερ. 01/02/2017) Η Αίτηση Πτώχευσης επίσης αφορά ενακτήρια διαδικασία και εμπίπτει στον όρο «αγωγή» του Άρθρου 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 η έγερση της οποίας προβλέπεται από τους Περί Πτωχεύσεως Θεσμούς (βλ. Ελληνική Τράπεζα
(1994)1 Α.Α.Δ. 87). Η ένορκη δήλωση, περαιτέρω, που πρέπει να την συνοδεύει και η επιβεβαίωση με την έννοια που της αποδίδει ο Νόμος, καθιστά την ένορκη δήλωση «αποδειχτικό μέσο» και όχι δικόγραφο (βλ. Αντώνης Τόσκας v. BNP PARIBAS (CYPRUS) LIMITED
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1962). Στην παρούσα, η Αίτηση Πτώχευσης τροποποιήθηκε και κατά την καταχώρηση της τροποποιημένης Αίτησης, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι της ίδιας ημερομηνίας με την καταχώρηση της Αίτησης και αυτό ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τροποποίησης. Η ουσία όμως δεν είναι αυτή, καθότι το διάταγμα τροποποίησης του Δικαστηρίου περιλάμβανε την τροποποίηση της Αίτησης (δικογράφου) και όχι της ένορκης δήλωσης. Κατά συνέπεια θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αρχική Αίτηση ήταν προχρονολογημένη της καταχώρησης της Αίτησης. Εξετάζοντας τη θέση αυτή όμως του καθ' ου η αίτηση, κρίνω ότι δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Και εξηγώ: Η ημερομηνία που φέρει η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αρχική Αίτηση είναι 27/10/
- Στην δε Αίτηση αναγράφονται τα εξής: «Υπεγράφη εις την παρουσία μου και 27/10/2020 κατεχωρήθη σήμερον την 18/12/2020» Οι πιο πάνω ημερομηνίες αναγράφονται και οι δύο με πέννα. Στην «Οπισθογράφησις» που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρονται τα κάτωθι: «Παρουσιασθείσας της αιτήσεως ταύτης εν τω Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την ημέρα του 27/10/2020 διατάττεται όπως αυτή ακουσθή την ημέρα 18/12/2020 και ώρα 9ην π.μ.» Προκύπτει περαιτέρω ότι η ακύρωση των χαρτοσήμων επί της αίτησης φέρει ημερομηνία 27/10/2020 και ότι στο φάκελο υπάρχει πρακτικό, προφανώς ημερομηνίας 18/12/2020 με το οποίο, αφού βεβαιώνεται η επίδοση της Αίτησης, αυτή ορίστηκε, αρχικά, στις 22/12/
- Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης περαιτέρω της Αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση και στον Επίσημο Παραλήπτη έγιναν στις 10/11/2020 και 06/11/2020, όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αίτησης είναι η 27η/10/2020 και η αναφορά σε αυτήν και της ημερομηνίας 18/12/2020 ως ημερομηνία καταχώρησης της αποτελεί γραφικό λάθος και τίποτε πέραν τούτου. Κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα προχρονολογημένης ένορκης δήλωσης και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώντας να εξετάσω την Αίτηση επί της ουσίας της, προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία και όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές έχουν αποδείξει όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται από το Νόμο και επίσης πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση επισυνάπτεται η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 3481/09, η οποία εκδόθηκε και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για το ποσό των €346.886,99 πλέον τόκους και έξοδα, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν ανωτέρω (βλ. τεκμήριο Α), καθώς επίσης επιβεβαιώνεται ότι ουδέν ποσό πληρώθηκε και τα πιο πόσα παραμένουν οφειλόμενα. Η Αίτηση περαιτέρω, αποδεικνύεται, με βάση την ένορκη δήλωση του επιδότη, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας, ότι επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση στις 10/11/
- Επιπρόσθετα, έχει αποδειχθεί η διάπραξη πράξης πτώχευσης από τον Καθ' ου η Αίτηση. Στις 04/02/2020 καταχωρήθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 2/20, στις 10/02/2020 καταχωρήθηκε Αίτηση από τον Καθ' ου η Αίτηση για παραμερισμό της και στις 31/07/2020 το Δικαστήριο την απέρριψε και διέταξε όπως ο χρόνος για ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης συνεχίζει να προσμετρά από τις 31/07/2020 (βλ. τεκμήριο Δ). Άλλωστε όλα τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τον Καθ' ου η Αίτηση με την ένσταση του. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/10/2020, δηλαδή εντός της περιόδου των 6 μηνών από τη διάπραξη πράξης πτώχευσης, έχει κατατεθεί το ποσό των €500 στον Επίσημο Παραλήπτη (βλ. τεκμήριο Γ) και ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει υποβάλει αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή προστατευτικό διάταγμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015) (βλ. τεκμήριο Β). Ούτε επίσης τυγχάνει αμφισβήτησης το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση κατοικεί στην Κύπρο. Όσον αφορά την εξασφάλιση που οι Αιτητές κατέχουν, γίνεται αναφορά σε αυτήν στην παράγραφο 4 της τροποποιημένης Αίτησης και επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση σχετική εκτίμηση για την αξία της, η οποία υπολογίζεται στις €240,
- Κατά συνέπεια υπάρχει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5
(2)του Κεφ. 5. Εκείνο το οποίο προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση με τους λόγους ένστασης αρ. 2, 3 και 4 είναι ότι εν όψει της εξασφάλισης και της υποθήκης που Αιτητές κατέχουν, η διαδικασία της παρούσας αίτησης είναι περιττή, αχρείαστη, καταπιεστική και καταχρηστική και δεν είναι η κατάλληλη και ότι η εν λόγω εξαφάλιση καλύπτει την απαίτηση. Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω και τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η Αίτηση Πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και ούτε αποτελεί κώλυμα στην έγερση διαδικασίας πτώχευσης η μη προηγούμενη λήψη μέτρων εκτέλεσης (βλ. Πέτρος Μ. Πετράκης v. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ 1311). Oύτε η ύπαρξη εξασφάλισης κατ' ανάγκη εμποδίζει την έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Το Άρθρο 5
(2)του Νόμου οριοθετεί την υποχρέωση του Αιτητή στην περίπτωση που αυτός κατέχει εξασφάλιση. Στην Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) v. Eν Πτώχευσει ...Θεοδώρου, Πολ. Έφεση Αρ. 264/2011, Ημερ. 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:A392 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση του αιτητή στα πλαίσια του Άρθρου 5
(2)είναι να δώσει κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης (Νεοκλέους v. Αlpha Banl Limited, Πολ. Έφεση Αρ. 233/2011, ημερ. 17/07/2014), ECLI:CY:AD:2014:A538. Το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη της απαίτησης δεν επηρεάζει το νομικό δικαίωμα της εφεσείουσας να καταχωρίσει διαδικασία πτώχευσης. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον η εκτίμηση είναι πραγματική και όχι εικονική, χωρίς υποχρέωση να ασχοληθεί εκτενέστερα με το θέμα στην περίπτωση που ο χρεώστης αμφισβητεί τον υπολογισμό της αξίας που ετοίμασε ο πιστωτής (βλ. Σταυρινίδης v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645). Το όλο ευρύ πνεύμα υπό το οποίο ερμηνεύεται το Άρθρο 5
(2)φαίνεται στην Παπαδόπουλος v. Οργανισμός Χρηματοδότησης Παγκυπριακή Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716.» Στην Παπαδόπουλος v. Οργανισμός Χρηματοδότησης Παγκυπριακή Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 επίσης αναφέρθηκε, με αναφορά σε Αγγλική Νομολογία, ότι αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης (βλ. επίσης Ιωάννης Βιολάρης v. Μarfin Popular Bank Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1054). Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές έχουν παραθέσει εκτίμηση της αξίας της εξασφάλισης την οποία κατέχουν (βλ. τεκμήριο Ε) και την οποία υπολογίζουν στα €240,000 και γι αυτό θεωρούν τους εαυτούς τους ως εν μέρει εξασφαλισμένους πιστωτές. Σημειώνεται ότι το χρέος ανέρχεται στα €346.886,99 πλέον τόκους από τις 30/10/09 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα. Παρά την αναφορά του Καθ' ου η Αίτηση ότι η εν λόγω εξασφάλιση καλύπτει το χρέος, δεν παραθέτει οποιαδήποτε διαφορετική μαρτυρία ή εκτίμηση από αυτήν των Αιτητών. Ούτε προκύπτει η εκτίμηση των Αιτητών να είναι εικονική. Αντιθέτως, προκύπτει αυτή να είναι γνήσια και πραγματική αφού διενεργήθηκε από εγγεγραμμένους εκτιμητές και περιλαμβάνει λεπτομέρειες. Η αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται με βάση την εν λόγω εκτίμηση, στην περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης, στις €240,000. Η εκτίμηση αυτή είναι η πλησιέστερη στην ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης που έχει τεθεί ενώπιον μου και φέρει ημερομηνία 21/09/2018 (βλ. Μαρία Κυπριανού - Μεσαρίτη v. Αlpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1A A.A.Δ. 483). Κατά συνέπεια η επίδικη εξασφάλιση δεν καλύπτει πλήρως το χρέος, ως αναφέρθηκε ανωτέρω και οι Αιτητές δεν θεωρούνται εξασφαλισμένοι, εν τη έννοια του Νόμου (βλ. Σταυρινίδης v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645). Θεωρούνται πιστωτές στην έκταση του υπολοίπου το οποίο ανέρχεται στα €106.886,99 πλέον οι τόκοι και τα έξοδα. Ούτε από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση προκύπτει η παρούσα διαδικασία να προωθείται καταχρηστικά από τους Αιτητές. Όπως έχει αναφερθεί στην 1. London Clubs Ltd κ.α v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, ο σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ' ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σε περίπτωση που διαφανεί ότι ο πιστωτής χρησιμοποιεί την διαδικασία πτώχευσης για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας τότε αυτή δεν θα επιτραπεί. (βλ. Πετράκης v. Kίμωνος
(2006)(ανωτέρω). Ο πιστωτής καταχράται την διαδικασία αν τη προωθεί για να εξαναγκάσει τον χρεώστη προ των σοβαρών επιπτώσεων της πτώχευσης να τον εξοφλήσει. Η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (βλ. Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιο Αρέστη Πολ. Έφεση Αρ. 10796, ημερομηνίας 13/09/2002). Νομιμοποιείται όμως ο πιστωτής να προωθήσει τη διαδικασία πτώχευσης ώστε να επιτύχει με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας του υπό πτώχευση, την ικανοποίηση του προς αυτόν χρέους από τον χρεώστη. Περαιτέρω, στην Re Shaw
(1928)Ch. 206, σελ. 211 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το πότε προκύπτει κατάχρηση: «Ιt cannot in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a petitioning creditor to an order, and, therefore, the fact that in the present case the debtor refused to pay the costs of the Sherbourne Trust Ltd, and that that demand was not insisted on, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose». Η θέση περί κατάχρησης της παρούσας Αίτησης, προωθείται, κατ' ουσία από τον Καθ' ου η Αίτηση στη βάση του γεγονότος ότι υπάρχει εξασφάλιση η οποία πρέπει πρώτα να εκποιηθεί και κατά συνέπεια η διαδικασία αυτή είναι αχρείαστη διαδικασία. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το ζήτημα της εξασφάλισης και υπό τις περιστάσεις, η ύπαρξη της δεν εμποδίζει τους Αιτητές να προωθούν την παρούσα διαδικασία και να αξιώνουν διάταγμα πτώχευσης. Η μη προσφυγή των Αιτητών σε μέτρα εκτέλεσης ή στην εκποίηση της Υποθήκης που κατέχουν, ως αυτή αναφέρθηκε ανωτέρω, πριν την καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας δεν καταδεικνύει κακοπιστία ή κατάχρηση της διαδικασίας από τους Αιτητές (βλ. Χρίστος Ιορδάνους v. Αlpha Bank Ltd
(2014)1A A.A.Δ. 689). Ούτε έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο εκ μέρους των Αιτητών στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρεται ο συνήγορος στην αγόρευση του ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία πέραν του ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Αιτητών και κατά συνέπεια η έκδοση του διατάγματος πτώχευσης είναι περιττό και αχρείαστο μέτρο και δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του, ο οποίος είναι η προστασία της περιουσίας του χρεώστη. Ο συνήγορος επικαλείται την ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την έκδοση διατάγματος πτώχευσης και ενόψει του ότι αυτός δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία, πέραν του ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο, η έκδοση του επίδικου διατάγματος πτώχευσης δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό παρά στην δημιουργία εξόδων και ο ίδιος να έχει δυσμενείς συνέπειες από την έκδοση του. Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου δίδεται ο ορισμός της περιουσίας ως ακολούθως: «περιουσία» περιλαμβάνει χρήματα, εμπορεύματα, αγώγιμα δικαιώματα, γη και περιουσία κάθε περιγραφής ανεξάρτητα αν είναι κινητή ή ακίνητη, ή αν βρίσκεται στην Κύπρο ή αλλού, επίσης υποχρεώσεις, δουλείες και κάθε είδους περιουσία, συμφέρον και όφελος, παρόν ή μελλοντικό, κεκτημένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές με περιουσία όπως ορίζεται πιο πάνω· Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στον όρο αυτό περιλαμβάνονται, πέραν της ακίνητης περιουσίας και η κινητή περιουσία και κάθε είδος περιουσία, συμφέρον και όφελος, παρόν ή μελλοντικό. Η μη ύπαρξη οποιασδήποτε περιουσίας όμως στον παρόν στάδιο δεν είναι αρκετός λόγος για την άρνηση έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια άρνησης έκδοσης του επίδικου διατάγματος στην περίπτωση που είναι ξεκάθαρα πεπεισμένο ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε περιουσία ή προοπτική απόκτησης και ότι η έκδοση του διατάγματος δεν θα έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Η πεποίθηση αυτή θα πρέπει να δημιουργείται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όχι απλώς από τη δήλωση του χρεώστη. Στο Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 2, para. 601 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ιt is not a sufficient reason for refusing to make a receiving order that the debtor has no asset presently available for distribution among the creditors, as it is possible that there may be property coming to the debtor between the date of the receiving order and the date of the bankrupt's discharge. The court, however, has a discretion, and may refuse to make a receiving order if it is clearly convinced, not merely by the statement of the debtor but from all the circumstances of the case, that there are no assets and no prospect of any coming into existence, and that the only effect of a receiving order would be a waste of money in costs, especially where there is a previous bankruruptcy still in existence, or where the proceedings are of an oppressive character." Περαιτέρω, στην Χρίστος Ιορδάνους v. Alpha Bank Ltd (ανωτέρω), όπου προβλήθηκε η θέση περί κακοπιστίας καθότι ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι μόνο μικρής αξίας περιουσία κατείχε και ότι τούτο ήταν δυσανάλογο με το ύψος του δανείου, απορρίφθηκε και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εξάλλου, η εισήγηση του εφεσείοντα ότι μόνο μικρής αξίας περιουσία έχει και ότι τούτο σε σχέση με το ύψος του δανείου είναι τόσο δυσανάλογο ώστε να δείχνει κακοπιστία, στην όψη των πραγμάτων δεν επιτρέπει τέτοιο συμπέρασμα ως εκδήλως αυταπόδεικτο. Η παρατήρηση εξάλλου είναι ορθή εκ μέρους της εφεσίβλητης, ότι η εισήγηση περί περιορισμένης αξίας περιουσία έγινε μόνο από τον εφεσείοντα και όλα θα διαφανούν όταν ο Επίσημος Παραλήπτης προβεί στον πλήρη έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων του εφεσείοντα.» Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω ξεκάθαρα πειστεί ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος θα είναι αχρείαστη. Η αναφορά περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε άλλης περιουσίας πλην του ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Αιτητών, προέρχεται από μια αναφορά στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση του, κατά γενικό και αόριστο τρόπο και χωρίς να τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ούτε προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτός δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλη κινητή περιουσία. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι δεν υπάρχει προοπτική απόκτησης οποιασδήποτε περιουσίας στο μέλλον. Κρίνω ότι η γενική αναφορά και μόνο του καθ' ου η αίτηση ότι το υποθηκευμένο ακίνητο είναι η μοναδική του περιουσία που κατέχει, δεν είναι αρκετή, υπό τις περιστάσεις να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον της έκδοσης του διατάγματος. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου και δεν αναφύεται και/ή δεν τεκμηριώνεται οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στην προώθηση της παρούσας αίτηση εκ μέρους των Αιτητών, ούτε αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτήματος προς όφελος των Αιτητών και σε βάρος του χρεώστη ή άλλων πιστωτών. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και για τους λόγους που ανάφερα δεν διακρίνω και οποιοδήποτε λόγο για να μη ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα πτώχευσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης και διαχειριστής της περιουσίας του. Ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την επίδοση προς αυτόν του παρόντος διατάγματος. Ο Αιτητής επίσης να παραδώσει αντίγραφο της Αίτησης και του πιο πάνω εκδοθέντος διατάγματος προς όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Άρθρο 5
(1)(ζ) του Νόμου. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπερ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο