← Κύπρος

ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Π. Π. κ.α., Αγ. Αρ.: 1345/2020, 11/2/2022

ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Π. Π. κ.α., Αγ. Αρ.: 1345/2020, 11/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1345/2020 Μεταξύ: ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED από τη Λευκωσία Ενάγοντες και

  1. Π. Π. (Δ.Τ. [ ]) από την Πάφο
  2. Α. Π. (Δ.Τ. [ ]) από την Πάφο ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/09/2021 Ημερομηνία: 11/02/
  3. Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 - αιτητές: κα Άντρια Βαλέρκου για κ.κ. Έλενα Μαλά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Νικόλας Μάντης για κ.κ. ΜΑΝΤIS & ATHINODOROU LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - αιτητές, με την υπό κρίση αίτηση, εξαιτούνται από το Δικαστήριο διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει (set aside) την απόφαση που δόθηκε την 10ην/05/2021 εναντίον τους στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.2, Θ.2, Δ.5, Θ.7, Δ.5 Α, Δ.6, Θ.6, Δ.16, Θ.9, Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ.14, Δ.27, Θ.3, Δ.31, Δ.33, Θ.1 και 5, Δ.39, Δ.40, Θ.1, 7, 11 και 19, Δ.41, Θ. 1-3, Δ.44, Θ.11,12, Δ.48, Θ.1-13, Δ.57, Θ.2, Δ.64, Θ.1 και 2, στον Νόμο 14/60 άρθρο 32, Κεφ. 6 άρθρα 4 - 9, στα άρθρα 163, 188, 30

(2), 30
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 372 του Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη ομολογία του κ. Π. Π., εναγόμενου αρ. 1 και συζύγου της εναγόμενης αρ. 2. Σε αυτή εκτίθενται τα γεγονότα και oι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης και που υποστηρίζουν το αίτημα, στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω συνοπτικά. Όπως προκύπτει από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξίωσαν από τους εναγόμενους το ποσό των €161.124,40 πλέον τόκους προς 5,7237% ετησίως επί του ποσού των €157.331,94 από 09/10/2020, ο δε τόκος να κεφαλαιοποιείται 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως πλέον το ποσό των €19.385,90 πλέον τόκους προς 5,7194% ετησίως επί του ποσού των €18.787,92 από 09/10/2020, ο δε τόκος να κεφαλαιοποιείται 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Τα πιο πάνω ποσά αποτελούσαν το υπόλοιπο δύο λογαριασμών δανείων τα οποία παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους. Περαιτέρω, αξιώνονταν διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Υ1914/05 και Υ3850/05 εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αντίστοιχα. Στις 10/05/2021 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και στην απουσία τους, ως οι ανωτέρω αναφερόμενες αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης πλέον διατάγματα εκποίησης των σχετικών Υποθηκών. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρεται ότι η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης τόσο από τον εναγόμενο αρ. 1 όσο και από την εναγόμενη αρ. 2 οφείλεται σε καλόπιστο λάθος που έγινε εξαιτίας του γεγονότος που διαδραματίστηκε με την υγεία του εναγόμενου αρ. 1 αλλά και γιατί οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν υπόψη τους ότι γίνονταν συζητήσεις με τους ενάγοντες για εξώδικη διευθέτηση. Ο εναγόμενος αρ. 1, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ο οποίος είχε αναλάβει προσωπικώς την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο και εκ μέρους της συζύγου του εναγόμενης αρ. 2, δεν το έπραξε διότι στις 12/12/2020 υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Μετά την επίδοση της αγωγής στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στις 26/11/2020, ο εναγόμενος αρ. 1 προγραμμάτισε ραντεβού με δικηγόρο για την ανάθεση της υπόθεσης τους, ωστόσο δεν έδωσε σχετικές οδηγίες για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης καθώς επιθυμούσε να λάβει επιπλέον νομική συμβουλή. Πριν από την καταχώρηση της αγωγής, ο εναγόμενος αρ. 1 είχε αναθέσει σε Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο - Σύμβουλο Αφερεγγυότητας την μελέτη των λογαριασμών δανείου καθώς και την εκπόνηση σχετικής έκθεσης. Ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει ότι λόγω του έντονου στρες και της ψυχολογικής πίεσης που ένιωθε μετά την επίδοση της αγωγής, στην πραγματικότητα δεν συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να αντιδράσει άμεσα ούτε κατάλαβε ότι σε περίπτωση παράλειψης του να διορίσει δικηγόρο θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση ερήμην του. Μετά μάλιστα από το περιστατικό της υγείας του βρισκόταν σε πραγματική σύγχυση και πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα εως ότου αναρρώσει πλήρως. Στην πορεία και αφού ήταν καλύτερα, είχε ενημερωθεί από τον Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο ότι γίνονται σχετικές συζητήσεις και προτάσεις με λειτουργούς του Πιστωτικού Ιδρύματος, δηλαδή με τους ενάγοντες και θεώρησε ταπεινώς ότι η ανωτέρω δικαστική διαδικασία δεν προωθείται. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, δεν γνωρίζουν από τις νομικές διαδικασίες και λόγω του γεγονότος ότι την υπόθεση χειριζόταν ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος, σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκαν ότι υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης απόφασης ερήμην τους αλλά και μέχρι πρόσφατα δεν γνώριζαν το γεγονός ότι έχει εκδοθεί απόφαση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ενημέρωσε και προσκόμισε αντίγραφο της αγωγής στη θυγατέρα του για να διερευνήσει τί έγινε με την υπόθεση τους. Η εν λόγω θυγατέρα του, αναφέρει, αποφοίτησε από νομική σχολή και περί τον Ιούλιο του 2021 άρχισε άσκηση στο γραφείο των δικηγόρων τους. Στις 27/08/2021 ενημερώθηκαν από τους δικηγόρους των εναγόντων, μετά από επικοινωνία που είχαν με αυτούς οι δικηγόροι τους, ότι στις 10/05/2021 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους και αποφάσισαν να προχωρήσουν με την παρούσα διαδικασία καθότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση. Όσον αφορά την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αμφισβητούν στην ουσία το αξιούμενο υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρέωναν με αδικαιολόγητο, υπερβολικό και παράνομο τόκο τον λογαριασμό τους και γενικά υπάρχουν σημαντικές υπερχρεώσεις και παράνομες υπερχρεώσεις στους λογαριασμούς δανείων τους και παραπέμπουν στην οικονομική μελέτη του Συμβούλου τους. Από την αντίπερα όχθη οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση, καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των αιτητών και προβάλλουν 29 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως αυτοί εμφαίνονται στο σώμα της ένστασης. Ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα της αδικαιολόγητης μη εμφάνισης των εναγόμενων στο Δικαστήριο η οποία προσλαμβάνει τη μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασία και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Επίσης, με τους λόγους ένστασης αμφισβητούνται τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα των αιτητών και ότι αυτοί δεν αποκαλύπτουν καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Οι ισχυρισμοί αυτοί αναφέρουν είναι γενικοί και αόριστοι. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Άντρης Κανάρη, υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία στην ουσία αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου αρ. 1, όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στις 26/11/2020 και όπως ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει επισκέφθηκε δικηγόρο και το πρόβλημα με την υγεία του έλαβε χώρα 16 μέρες μετά. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι μεσολάβησε αρκετός χρόνος μετά την επίδοση της αγωγής μέχρι να επισυμβεί το πρόβλημα υγείας και ο εναγόμενος αρ. 1 ήταν ενήμερος για τις επιπτώσεις που θα είχε η μη καταχώριση εμφάνισης για τις οποίες τον ενημέρωσε ο δικηγόρος στον οποία αποτάθηκε και έλαβε νομική συμβουλή. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο εναγόμενος αρ. 1 έλαβε εξιτήριο στις 19/12/2020 και όταν ακόμη δεν είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγόμενων, όμως πάλι δεν προχώρησαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 10/05/2021 και μέχρι τότε είχε μεσολαβήσει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και οι εναγόμενοι αμέλησαν και αδιαφόρησαν να καταχωρήσουν εμφάνιση αλλά και να λάβουν άλλη νομική συμβουλή, ως ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ήθελε να πράξει. Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης είχαν παρέλθει ακόμη 4 μήνες από την έκδοση της απόφασης και συνολικά 9 μήνες από την επίδοση της αγωγής και όλα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει αποτελούν εκ υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους. Οι ισχυρισμοί επίσης περί διορισμού Συμβούλου Αφερεγγυότητας δεν έχει καμία σχέση και σημασία με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και την αμέλεια την οποία οι εναγόμενοι επέδειξαν. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου αρ. 1 περί παράνομων χρεώσεων στους λογαριασμούς, η ενόρκως δηλούσα τους απορρίπτει και ισχυρίζεται ότι οι χρεώσεις γίνονταν ως η συμφωνία και οι νόμοι. Δεν έχουν καλή υπεράσπιση και κανένα βάσιμο στοιχείο οι εναγόμενοι έχουν επικαλεστεί. Δεν έχουν επισυνάψει τις συμφωνίες ούτε κατονόμασαν τους όρους της. Όσο για την απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή, αυτή αναφέρεται όχι στο γεγονός ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις αλλά στην καταχρηστικότητα των ρητρών ήτοι ότι αυτοί επιβλήθηκαν χωρίς ατομική διαπραγμάτευση χωρίς πάλι να έχουν επισυνάψει τις συμφωνίες και να κατονομάσουν τους όρους. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων καταθέσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει και μελετήσει τις εν λόγω αγορεύσεις και τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου. Δεν χρειάζεται να προβώ σε αναφορά στα όσα οι συνήγοροι επικαλούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης εκτός εκεί όπου κρίνεται απαραίτητο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Η εν λόγω Διάταξη έχει ως ακολούθως: «Where judgment is entered pursuant to any proceeding rule of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, λέχθηκε ότι ο Θεσμός αυτός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Τόσο από την Αγγλική όσο και από την πλούσια Κυπριακή νομολογία που υπάρχει επί του θέματος φαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστη. Τα Δικαστήρια όμως, έχουν θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και που έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646. Στην σελ. 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit of the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκος δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές επίσης είναι η Watt v. Barnett 32 Q.B.D. 363 και η Costas Christoforou v. Kyriacoulli
(1963)2 Α.Α.Δ. 161. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Ο αιτητής στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά έχει υποχρέωση να αποδείξει με τα γεγονότα που παραθέτει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερής παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από την νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελής έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Xαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στην Ντίνος Μουγής v. Xαράλαμπος Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση αυτή καταλογίστηκε στον αιτητή παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 18 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέρα από τα πιο πάνω, ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτηση.» Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση και κατά πόσο δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης με σκοπό να δοθεί η ευκαιρία τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 - αιτητές να υπερασπιστούν την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Κατ' αρχάς είναι δεδομένο στην παρούσα υπόθεση ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στους εναγόμενους στις 26/11/2020 και ότι αυτοί έλαβαν γνώση της ύπαρξης της παρούσας αγωγής. Τούτο δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τους εναγόμενους. Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι θα πρέπει να καταδείξουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή καθώς επίσης θα πρέπει να αιτιολογήσουν και την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο και να καταδείξουν ότι αυτή δεν αποτελεί περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς των εναγόμενων περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή, εκείνο το οποίο προκύπτει από την ένορκη ομολογία του εναγόμενου αρ. 1, είναι ότι αυτή περιορίζεται και εδράζεται στην αμφισβήτηση του αξιούμενου υπολοίπου από τους ενάγοντες και ότι αυτό θα έπρεπε να ήταν κατά μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένο καθότι περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις. Όπως συνοψίζεται στην παράγραφο 18 της ένορκης ομολογίας του εναγόμενου αρ. 1, οι ενάγοντες χρέωσαν ποσά σαν τόκο υπερημερίας ο οποίος αποτελεί ποινική ρήτρα, χρέωσαν ποσά σαν τόκους μετά από μονομερή, αυθαίρετη και παράνομη αύξηση του συμφωνημένου επιτοκίου και ποσά που δεν δικαιολογούνται δυνάμει της συμφωνίας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες παραβιάζοντας τις διατάξεις του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996). Παρόλο που στο στάδιο αυτό οι αιτητές δεν έχουν υποχρέωση να αποδείξουν την υπεράσπιση τους ούτε αξιολογούνται οι ισχυρισμοί τους (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094), εντούτοις θα πρέπει να προβάλουν κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως να τεκμηριώνονται και να καταδεικνύουν μια αληθοφανή και λογική υπεράσπιση. Στην Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελ. 2124 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται». Είναι γεγονός όμως ότι πιο πάνω ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης προβάλλονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς να επισυνάπτονται οι επίδικες συμφωνίες και να υποδεικνύονται οι όροι τους οποίους ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικοί. Ούτε αναφέρεται το ύψος του επιτοκίου που παράνομα επιβλήθηκε σε σχέση με το συμφωνημένο επιτόκιο. Όσον αφορά το ζήτημα της καταχρηστικότητας των όρων της συμφωνίας επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, π.χ την ευκαιρία που οι εναγόμενοι είχαν για διαπραγμάτευση αυτών προτού τις υπογράψουν και οτιδήποτε άλλο σχετικό καθώς επίσης και γιατί ο όποιος ενδεχομένως επιβληθέντας τόκος υπερημερίας να αποτελεί ποινική ρήτρα. Παρά τα πιο πάνω όμως, ο εναγόμενος αρ. 1 στην ένορκη του ομολογία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του παραπέμπει σε έκθεση και μελέτη που έχει ετοιμαστεί από τον Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο και απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή, μετά από σχετικό παράπονο που υποβλήθηκε (βλ. τεκμήρια Η και Ζ). Το τεκμήριο Η είναι αναδομημένες καταστάσεις των δύο λογαριασμών δανείων των εναγόμενων αρ. 1 και 2 με συνοπτική εικόνα αυτών. Στο λογαριασμό δανείου με αρ. [ ] ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας καταλήγει ότι στο αξιούμενο υπόλοιπο υπάρχει μια διαφορά της τάξης των €54,667.59 σε βάρος των εναγόμενων. Προκύπτει επίσης από την αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού αυτού το ύψος του επιτοκίου που χρεώνεται το οποίο αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 1,25%, να γίνεται η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές και να υπολογίζεται ο τόκος με διαιρέτη το ημερολογιακό έτος (365/366 μέρες). Σε σχέση το λογαριασμό δανείου με αρ. [ ] παρουσιάζεται να υπάρχει μια διαφορά από το αξιούμενο υπόλοιπο ύψους €6,785.49 σε βάρος των εναγόμενων. Στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού φαίνεται και/ή αναφέρεται ότι επιβάλλεται το επιτόκιο με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 10/10/2005, γίνεται κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο και ο τόκος υπολογίζεται ο τόκος με διαιρέτη το ημερολογιακό έτος (365/366 μέρες). Πέραν των πιο πάνω, στο τεκμήριο Ε το οποίο αποτελείται από επιστολές των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ημερομηνίας 03/11/2020 οι οποίες ετοιμάστηκαν από τον Χρηματοοικονομικό τους Σύμβουλο και αποστάληκαν στους ενάγοντες για σκοπούς διαπραγμάτευσης, γίνεται επεξήγηση των διαφορών που υπάρχουν με αναφορά και στους όρους των επίδικων συμφωνιών. Συγκεκριμένα και σε σχέση με το λογαριασμό δανείου με αρ. [ ] γίνεται αναφορά στην επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 01/06/2005, η οποία όπως αναφέρεται, προέβλεπε κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου για Ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 1,25%. Διαπιστώθηκε αναφέρεται ότι για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους το επιτόκιο που χρεωνόταν ήταν πολύ ψηλότερο. Όπως επεξηγείται και αναφέρεται, σύμφωνα με τον περί ελευθεροποίησης του επιτοκίου νόμου και από επίσημες ανακοινώσεις της Τράπεζας, προκύπτει ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν χορηγηθεί πριν το 2008 και είναι συνδεδεμένες με το «Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας», παραμένουν συνδεδεμένες με το Βασικό Επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου μέχρι 31/12/2007 και από 01/01/2008 με το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης, γίνεται αναφορά στον τρόπο υπολογισμού των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και ότι χρησιμοποιείται διαιρέτης το έτος με 360 ημέρες και όχι οι 365 μέρες και από την πρακτική αυτή ο τόκος είναι αυξημένος. Τα ίδια πιο πάνω αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή και για τον επίδικο λογαριασμού δανείου με αρ. [ ]. Παρά λοιπόν την γενικότητα των ισχυρισμών του εναγόμενοι αρ. 1 στην ένορκη του δήλωση, προκύπτει αυτός να προβαίνει σε παραπομπή στα πιο πάνω τεκμήρια τα οποία, κατά την κρίση μου, επεξηγούν τις θέσεις του ως ανωτέρω, με αναφορά και παραπομπή σε όρους των συμφωνιών. Προκύπτει δηλαδή, να αποκαλύπτεται για σκοπούς του σταδίου αυτού εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση για το ζήτημα των επιβληθέντων τόκων και του τρόπου υπολογισμού τους. Δεν είναι σκοπός στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η αξιολόγηση της ορθότητας των εν λόγω ισχυρισμών. Εκείνο που απαιτείται είναι να παρατίθενται επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες οι οποίες να συνθέτουν μια λογικοφανή υπεράσπιση. Όσον αφορά το ζήτημα της καταχρηστικότητας των ρητρών, οι εναγόμενοι παραπέμπουν στην απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή, στην οποία υπέβαλαν παράπονο στις 08/12/2020. Σύμφωνα με το τεκμήριο Ζ και την επιστολή της πιο πάνω υπηρεσίας, γίνεται παραπομπή σε προηγούμενη απόφαση της εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με αριθμό 2016/17(ΚΡ), δυνάμει του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996. Αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ότι δεδομένου ότι οι συμβάσεις του εναγόμενου αρ. 1 είναι πανομοιότυπες ή/και έχουν ταυτόσημους τυποποιημένους όρους ή όρους που επιφέρουν τα ίδια αποτελέσματα με τους όρους που έχουν ήδη κριθεί καταχρηστικοί στην πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή ΥΠΚ, κρίνεται ότι η προαναφερθείσα απόφαση ισχύει και στην δική του περίπτωση. Πιο κάτω γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στους όρους, τόσο της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 01/06/2005 όσο και της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 10/10/2005, οι οποίοι παραβιάζουν τις διατάξεις του Ν. 93(Ι)/96. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου αρ. 1 και στα σχετικά τεκμήρια που επισυνάπτονται, κρίνω ότι έχουν παρατεθεί ικανοποιητικά και επαρκή στοιχεία έτσι ώστε να καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση για σκοπούς του σταδίου και της διαδικασίας αυτής. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι το στάδιο το οποίο θα κριθεί η ορθότητα τους. Παρά τα πιο πάνω όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και η συμπεριφορά των εναγόμενων έναντι της δικαστικής διαδικασίας, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και συνυπολογίζεται κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. F.P.P. Gish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Xρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941). Έχω διεξέλθει των ισχυρισμών που προβάλλονται από τον εναγόμενο αρ. 1 για τους λόγους που δεν έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης στο Δικαστήριο και εκείνο που μπορεί να λεχθεί ευθύς εξ' αρχής είναι ότι αυτοί δεν ενέχουν πειστικότητα, και ούτε τεκμηριώνονται, ενώ προκύπτει να είναι και αντιφατικοί. Και εξηγώ: Στην παράγραφο 12 της ένορκης ομολογίας του, ο εναγόμενος αρ. 1 αποδίδει την μη καταχώρηση εμφάνισης σε καλόπιστο λάθος που έγινε εξαιτίας του γεγονότος που διαδραματίστηκε με την υγεία του αλλά και γιατί είχαν υπόψη τους ότι γίνονταν συζητήσεις με τους ενάγοντες για εξώδικη διευθέτηση. Δεν γνώριζαν αναφέρει από δικαστικές διαδικασίες και θεώρησαν ότι επειδή τους ενημέρωσε ο χρηματοοικονομικός Σύμβουλος ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις η παρούσα αγωγή δεν προωθείται. Κατ' αρχάς, προκύπτει από τις ίδιες τις αναφορές του εναγόμενου αρ. 1 στην ένορκη του δήλωση ότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του εναγόμενη αρ. 2, μόλις παρέλαβαν την παρούσα αγωγή, επιχείρησαν να εξεύρουν δικηγόρο για την ανάθεση της υπόθεσης τους. Μάλιστα ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει ότι προγραμμάτισε και ραντεβού με δικηγόρο για την ανάθεση της υπόθεσης του ωστόσο δεν έδωσε σχετικές οδηγίες για καταχώριση εμφάνισης καθώς επιθυμούσε να λάβει επιπλέον νομική συμβουλή. Εκείνο το οποίο συνάγεται από τα πιο πάνω και το οποίο καταρρίπτει και τους μετέπειτα ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι δεν γνώριζε από δικαστικές διαδικασίες και ότι έπρεπε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, είναι ότι ο ίδιος μετά την παραλαβή της αγωγής έδρασε και μάλιστα ήρθε σε επαφή με δικηγόρο για να υπερασπιστεί την αγωγή που εγέρθηκε εναντίον του. Ο ίδιος αναφέρεται στο γεγονός ότι δεν έδωσε οδηγίες για να καταχωρηθεί εμφάνιση εκ μέρους των εναγόμενων στην αγωγή, κάτι που υποδηλεί ότι γνώριζε για την αναγκαιότητα αυτής της ενέργειας και/ή ότι είχε ενημερωθεί περί τούτου από το δικηγόρο που ήρθε σε επαφή. Παρά ταύτα δεν το έπραξε διότι όπως ισχυρίζεται επιθυμούσε να λάβει επιπλέον νομική συμβουλή. Πώς προκύπτει αυτή η ανάγκη όμως για επιπλέον νομική συμβουλή δεν επεξηγεί. Γιατί χρειαζόταν να γίνει κάτι τέτοιο; Ποια συμβουλή έλαβε από τον / την δικηγόρο που επισκέφθηκε την οποία ήθελε να διασταυρώσει; Τη στιγμή μάλιστα που όπως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση πριν ακόμη εγερθεί η παρούσα αγωγή, είχε ήδη διορίσει Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο και εκ μέρους του είχε ετοιμαστεί η επιστολή ημερομηνίας 03/11/2020, στην οποία εγείρονται τα ζητήματα που αναφέρει στην παρούσα και τα οποία αποτελούν την υπεράσπιση του σε μια προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης. Άρα για ποια ζητήματα χρειαζόταν να λάβει επιπρόσθετη νομική συμβουλή, την οποία εν τέλει, δεν προκύπτει να έλαβε ποτέ. Σημειώνεται επίσης ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 25/11/2020 και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 26/11/
  1. Ταυτόχρονα οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 26/11/2020, ενημέρωνε τους εναγόμενους ότι η πρόταση τους για εξώδικη διευθέτηση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή (βλ. τεκμήριο ΣΤ της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου). Κατά συνέπεια ο λόγος που προβάλλει για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης όταν αυτός και η σύζυγος του έλαβαν την αγωγή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο εναγόμενος προκύπτει να γνώριζε ή να ενημερώθηκε ή τουλάχιστον να αντιλήφθηκε τις συνέπειες της μη καταχώρησης εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, εξ' ου και ήρθε σε επαφή με δικηγόρο. Δεν έδωσε οδηγίες όμως προφανώς για δικούς του και άλλους λόγους από αυτούς που προβάλλει στην παρούσα. Δηλαδή, ότι χρειαζόταν επιπρόσθετη νομική συμβουλή. Αντί λοιπόν ο εναγόμενος να μεριμνήσει να καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή, προκύπτει αυτός στις 04/12/2020 να προχωρεί και να υπογράφει και να υποβάλλει Έντυπο Υποβολής Παραπόνου Καταναλωτή στην Υπηρεσία Προστασίας του Καταναλωτή, αδιαφορώντας ουσιαστικά για τη δικαστική διαδικασία που είχε εγερθεί εναντίον τους, επιλέγοντας στην ουσία άλλους εξωδικαστικούς τρόπους επίλυσης της διαφοράς του με τους ενάγοντες. Στην συνέχεια, ο εναγόμενος αρ. 1 εμπλέκει το πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπισε. Όντως προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία επισυνάπτονται (βλ. τεκμήρια Β και Γ) ότι ο εναγόμενος αρ. 1 στις 12/12/2020 υπέστη ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο και εισήχθηκε σε κλινική από την οποία όμως εξήλθε στις 18/12/
  2. Όπως αναφέρεται στο τεκμήριο Β επίσης, επήλθε πλήρης αποκατάσταση της ομιλίας και της κινητικότητας. Ισχυρίζεται ότι μετά από το πιο πάνω περιστατικό βρισκόταν σε πραγματική σύγχυση και πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να αναρρώσει πλήρως. Δεν επεξηγείται πόσο χρονικό διάστημα χρειάστηκε να περάσει για να αναρρώσει πλήρως ούτε υποστηρίζεται με οποιοδήποτε άλλο ιατρικό πιστοποιητικό, η θέση του αυτή. Σημειώνεται επίσης ότι η δικαστική απόφαση εναντίον του δεν είχε ακόμη εκδοθεί αφού αυτή όπως αναφέρθηκε εκδόθηκε στις 10/05/
  3. Προφανώς το χρονικό διάστημα που ισχυρίζεται ότι χρειάστηκε για να επανέλθει πλήρως, ήταν πριν την πιο πάνω ημερομηνία, αφού προκύπτει στο ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα, να συνεχίζει μέσω του Χρηματοοικονομικού του Συμβούλου να προβαίνει σε άλλα διαβήματα. Με επιστολή του ο εν λόγω Σύμβουλος ημερομηνίας 10/02/2021 υπενθυμίζει το παράπονο του εναγόμενου αρ. 1 και εν τέλει λαμβάνεται η επιστολή - απόφαση της ΥΠΚ με ημερομηνία 22/03/
  4. Όλα τα πιο πάνω προκύπτει να ήταν σε γνώση του εναγόμενου αφού ο ίδιος αναφέρει ότι από ενημέρωση που έτυχε από το Σύμβουλο του, γίνονταν σχετικές συζητήσεις και προτάσεις με τους ενάγοντες. Εξετάζοντας όμως και αυτή τη δικαιολογία πλέον του εναγόμενου ότι δεν καταχώρησε στην ουσία σημείωμα εμφάνισης διότι γίνονταν οι πιο πάνω συζητήσεις και προτάσεις, παρατηρούνται τα εξής: Η εν λόγω θέση του περί συζητήσεων και προτάσεων είναι γενική και αόριστη. Ποιες ήταν αυτές οι συζητήσεις, τί περιεχόμενο είχαν και πότε έγιναν; Αυτά επίσης δεν είναι στην προσωπική σφαίρα γνώσης του εναγόμενου αλλά επικαλείται ενημέρωση από το Σύμβουλο του χωρίς όμως να δίνει λεπτομέρειες αυτών των συζητήσεων και προτάσεων. Το σημαντικό όμως είναι ότι δεν αναφέρεται πουθενά ποια ήταν η θέση των εναγόντων περί τούτων ή κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε έδαφος διευθέτησης ή ανταπόκρισης σε αυτές. Οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά γενικό και μη τεκμηριωμένο τρόπο και δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Εκείνο το οποίο φαίνεται να προκύπτει σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι η επιστολή ημερομηνίας 21/04/2021 η οποία κατά τη θέση του εναγόμενου ετοιμάστηκε και αποστάληκε από τον Σύμβουλο του. Στην εν λόγω επιστολή του όμως, δεν προκύπτει να υποβάλλεται ο,τιδήποτε το διαφορετικό από αυτό το οποίο προβλήθηκε με την προηγούμενη επιστολή του ημερομηνίας 03/11/
  5. Γίνεται πλέον και αναφορά στην απόφαση της ΥΠΚ και επαναλαμβάνει την πρόταση του για καταβολή του ποσού των €120,000 για εξόφληση των υποχρεώσεων του, πρόταση η οποία είχε ήδη απορριφθεί από τους ενάγοντες πριν ή κατά την καταχώρηση της αγωγής. Δεν προκύπτει να υπάρχει ανταπόκριση ή οποιαδήποτε απάντηση σε αυτή την επιστολή εκ μέρους των εναγόντων, που σε κάθε περίπτωση η ενόρκως δηλούσα της ένστασης αρνείται και απορρίπτει. Δεδομένων τούτων, προκύπτει ότι η θέση του εναγόμενου περί θεώρησης του ότι η ανωτέρω δικαστική διαδικασία δεν προωθείται, παραμένει μετέωρη και μη τεκμηριωμένη. Πουθενά δεν προκύπτει από τα όσα αναφέρει να δικαιολογείται αυτή η θεώρηση του. Ουδέποτε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, προκύπτει οι ενάγοντες να ανταποκρίθηκαν σε όποια, έστω συζήτηση ή πρόταση τους υποβλήθηκε, χωρίς να αναιρούνται τα πιο πάνω περί γενικότητας και αοριστίας της θέσης αυτής. Ούτε ακόμη και σε αυτήν την ισχυριζόμενη επιστολή ημερομηνίας 21/04/
  6. Άρα πως είναι λογικό να προκύπτει η πιο πάνω θεώρηση του εναγόμενου και η οποία να δικαιολογεί την περαιτέρω αδράνεια του να προχωρήσει με το διορισμό δικηγόρου και να υπερασπιστεί την αγωγή; Όλα τα πιο πάνω και οι αναφορές του περί σύγχυσης η οποία του προκλήθηκε λόγω του προβλήματος υγείας του, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά και ούτε δικαιολογούν την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγόμενων. Ούτε αναφύεται να αποτελεί καλόπιστο λάθος στην παρούσα περίπτωση και απλή αμέλεια του. Εκείνο το οποίο καταδεικνύεται είναι ότι ο εναγόμενος παρά την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του ιδίου και της συζύγου του εναγόμενης αρ. 2, παρά το ότι πρόταση για εξώδικη διευθέτηση που είχε υποβάλει πριν την έγερση της απορρίφθηκε και παρά το ότι μετά την αγωγή επισκέφθηκε δικηγόρο για να υπερασπιστεί την αγωγή, δεν το πράττει. Αντιθέτως, προχωρεί μέσω άλλων διαδικασιών, που φυσικά είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, παραγνωρίζοντας και περιφρονώντας όμως κατά αυτό τον τρόπο την δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του. Ενδιαφέρθηκε εκ νέου για την υπόθεση του μετά την πάροδο 2 μηνών από της έκδοσης της απόφασης και 8 περίπου μήνες από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν και τη σύζυγο του, με τον τρόπο που περιγράφει στην ένορκη του δήλωση για να ακολουθήσει εν τέλει η παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 09/09/
  7. Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν παρέχονται επαρκείς και πειστικοί λόγοι για την μη εμφάνιση των εναγόμενων στην αγωγή. Αντιθέτως καταδεικνύεται πλήρης περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Αντί οι εναγόμενοι να προχωρήσουν με το διορισμό δικηγόρου για να υπερασπιστούν την αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου, παραλείπουν ή αρνούνται - τολμώ να πω - να το πράξουν ακολουθώντας άλλους τρόπους και άλλες διαδικασίες, που επαναλαμβάνω είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν. Πλην όμως όφειλαν να είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να σεβαστούν τη δικαστική διαδικασία. Η αδικαιολόγητη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και παρά την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί το επανάνοιγμα της παρούσας υπόθεσης. Δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται σε ένα εναγόμενο να ζητά το επανάνοιγμα της υπόθεσης και να λαμβάνει μέρος στη δικαστική διαδικασία όποτε αυτός αποφασίσει. Τούτο πλήττει τα δικαιώματα του ενάγοντα αλλά και το κύρος της δικαιοσύνης και την αποτελεσματικότητα και τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κουρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 λέχθηκε ότι «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.» (βλ. επίσης 1. Χχχχ Πολυδώρου κ.α. v. Μarfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε68/2014, Ημερ. 18/04/2019). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ισοζυγίζοντας από τη μια το δικαίωμα των εναγόμενων να ακουστούν και να υπερασπιστούν την αγωγή και από την άλλη τα δικαιώματα των εναγόντων και την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπερ της αίτησης και του επανανοίγματος της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, επιδικάζονται υπερ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.