← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITE3D ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1374/13, 12/8/2022

GORDIAN HOLDINGS LIMITE3D ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1374/13, 12/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1374/13 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και 1. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED 2. [ ] Χ. Α. 3. [ ] Τ. Α. 4. N. ARESTI INVESTMENTS LIMITED 5. D. STAVRINOS ESTATES LIMITED 6. [ ] Α. Γ. Εναγομένων ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 12.6.19 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITE3D Ενάγουσας και 1. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED 2. Α. Χ. Α. 3. Π. Τ. Α. 4. N. ARESTI INVESTMENTS LIMITED 5. D. STAVRINOS ESTATES LIMITED 6. Φ. Α. Γ. Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγουσα: κα Α. Κορακίδου, για Aristi Korakidou Makridou LLC Για Εναγομένους 1, 2, 3: κ. Ν. Α. Τσιαπαλής ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη βάση διαφόρων συμφωνιών οι οποίες κατ' ισχυρισμόν συνομολογήθηκαν μεταξύ των ετών 1994 έως 2011 η Bank of Cyprus Public Company Ltd (εφεξής «η Τράπεζα Κύπρου») αξίωσε εις βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 (εφεξής «οι Εναγόμενοι») απόφαση για ποσόν €219.356,30 συν τόκους και διατάγματα εκποίησης οκτώ υποθηκών. Οι αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 4, 5 και 6 από κοινού με την Εναγομένη 1 αφορούσαν αναγνωριστικές δηλώσεις εν σχέσει με την εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 από συμβόλαιο αγοράς διαμερίσματος. Οι Εναγόμενοι 4 και 6 δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή και εναντίον τους εκδόθηκε απόφαση ερήμην στις 26.7.13 ενώ η Εναγόμενη 5 εμφανίστηκε και δέχθηκε απόφαση στις 8.2.18. Με την τροποποιηθείσα υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αρνήθηκαν τις αξιώσεις και στη βάση των όσων ισχυρίστηκαν ανταπαίτησαν δηλώσεις περί παρανομίας και ή ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών, απόδοση αναλυτικών λογαριασμών, διαγραφή των υποθηκών και επικαλούμενοι παράνομες μεταφορές ποσών ζήτησαν υπέρ της Εναγομένης 1, απόφαση για ποσό €591.112, καθώς και αποζημιώσεις ύψους €2.000.000 για εκμηδενισμό της αξίας της (Εναγομένης 1) εξαιτίας εμπλοκής της Τράπεζας Κύπρου στην αγορά ελληνικών ομολόγων. Στις 12.6.19 η Gordian Holdings Ltd (εφεξής «η Gordian») καταχώρισε ειδοποίηση υποκατάστασης της αρχικής Ενάγουσας βάσει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες ενώ οι Εναγόμενοι κάλεσαν μια μάρτυρα προς υπεράσπιση τους. Ο Μ.Ε.1 κ. Τσαγγάρης υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Α. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην εργοδότηση του από την Τράπεζα Κύπρου, στις επίδικες συμφωνίες της περιόδου 1994 έως 2011, σε διάφορους όρους αυτών, σε σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας, σε πρακτικά σχετικών συνεδριών και σε διάφορα έγγραφα παροχής εξασφαλίσεων. Στη συνέχεια παραθέτει την αλληλογραφία που προέκυψε λόγω παραβάσεων, αρχής γενομένης από τις 24.9.10 και αναφέρεται στις αμφισβητήσεις από πλευράς της Εναγομένης 1, στον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού κατά το 2011, στον τρόπο χρέωσης των τόκων (§113), στην επιβολή τόκου υπερημερίας, στη διατήρηση και μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου (§134) και τέλος παραθέτει το οφειλόμενο υπόλοιπο (που κατά τον ίδιο είναι €608.400,87 συν τόκους), παρουσιάζοντας όμως και την αναδομημένη κατάσταση, καθώς και περαιτέρω αναλυτικές καταστάσεις για τους τόκους υπερημερίας και για τις χρεώσεις και έξοδα, βάσει των οποίων τελικά η Ενάγουσα αξιώνει ποσόν €217.236,44 συν τόκους 7,75% από 31.10.20 συν τα διατάγματα εκποίησης. Κατά την προφορική του μαρτυρία παρουσίασε τα αναφερόμενα στη δήλωση του έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως 93. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι κατά την πώληση των διευκολύνσεων στην Gordian οι συνολικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 υπερέβαιναν το ποσό του €1.000.000 και ότι η Εναγομένη 1 είχε τότε υποβάλει πρόταση για εξαγορά των υποχρεώσεων της. Σε σχέση με τα έγγραφα που παρουσίασε δέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή τους, ότι οι επίδικες υποθήκες εξασφάλιζαν και άλλες υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και ότι υπήρχαν καταθετικοί λογαριασμοί της Εναγομένης 1 οι οποίοι είχαν δεσμευθεί για τα χρέη. Αρνήθηκε όμως ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις οι οποίες επηρέαζαν τη ρευστότητα της Εναγομένης 1 ή ότι γινόταν χρέωση τόκων κάθε τρεις μήνες, λέγοντας ότι υπολογίζοντο επί των ημερησίων υπολοίπων, χρεώνονταν κάθε τρεις μήνες και κεφαλαιοποιούντο κάθε έξι μήνες. Συμφώνησε ότι οι υπερβάσεις ορίου έφεραν επιπλέον επιτόκιο ύψους 2% το οποίο δεν αφαίρεσαν και ότι η χρέωση των τόκων κάθε τρεις μήνες περιόριζε το διαθέσιμο υπόλοιπο της Εναγομένης 1, εξηγώντας ότι ακριβώς ο σκοπός ήταν να φαίνεται πιο σωστό το υπόλοιπο. Εξήγησε ότι μετά την 1.1.01 στο Τεκμήριο 91 φαίνεται η κεφαλαιοποίηση (δηλ. από τη σελ.31), ότι για να εντοπίζεται το υπόλοιπο απαιτείται συνδυασμένη εξέταση των Τεκμηρίων 89 και 91 και ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα εφήρμοσε το επιτόκιο αναφοράς της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), το οποίο όμως δεν αφορά τρεχούμενους, οι οποίοι χρεώνοντο με το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ήτοι το 4,5% και πιο μετά το 4%. (Ανακοίνωση Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 21.12.07) ενώ αργότερα στο 7,75% στο οποίο και περιορίζεται η αξίωση. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι η αφαίρεση ποσών και η ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης έγινε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και μόνο. Διαφώνησε ότι κατά τον τερματισμό ο λογαριασμός ήταν εντός ορίου (Τεκμήρια 85, 86). Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε επίσης ότι οι χρεώσεις στον λογαριασμό γίνονταν με ημερομηνία αξίας προγενέστερη της πράξης ενώ οι πιστώσεις με μεταγενέστερη, τονίζοντας ότι οι Εναγόμενοι έπαιρναν καταστάσεις λογαριασμού χωρίς να έχουν διαμαρτυρηθεί οποτεδήποτε πριν το 2011. Αρνήθηκε υποβολή ότι υπάρχουν 56 χρεώσεις ύψους €56.031,98 που έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση πελάτη, δεχόμενος ότι αφορούν χρεώσεις για «συμβουλή» (advice) που δεν έχουν αφαιρεθεί στην αναδομημένη κατάσταση, όπως δεν έχουν αφαιρεθεί και οι χρεώσεις για προμήθειες, για ασφάλειες και για χαρτόσημα. Για άλλες μεταφορές ύψους €60.640 είπε πως για να γίνουν σημαίνει πως υπάρχουν σχετικές οδηγίες των πελατών (standing orders). Ο Μ.Ε.2 κ. Χωραΐτης υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Β, στην οποία αρχικά περιγράφει τη σχέση εργοδότησης του με την τράπεζα και τη Gordian. Στη συνέχεια παρουσιάζοντας έγγραφα ως Τεκμήρια 94 έως 98 επεξηγεί διάφορες δοσοληψίες όπως η λειτουργία δεσμευμένης κατάθεσης, η εξόφληση άλλου λογαριασμού υπ' αρ [ ], η αποδέσμευση των λογαριασμών υπ' αρ [ ] και [ ] και η μεταφορά υπολοίπων στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ [ ]. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η Τράπεζα ενεργούσε πάντοτε στη βάση των συμφωνηθέντων και των σχετικών οδηγιών. Παρουσίασε ενδεικτικά τέτοιες οδηγίες ως Τεκμήρια 99 έως 102, την απόφαση της Τράπεζας ημερ. 22.3.11 ως Τεκμήριο 103 και την ανακοίνωση της ΚΤΚ ως Τεκμήριο 104. Προσθέτει ότι ο ίδιος έχει συγκρίνει το Τεκμήριο 89 με τις αρχικές καταχωρίσεις επιβεβαιώνοντας την ορθότητα του και τη φύση του ως μέρους του τραπεζικού αρχείου και εξηγεί ότι στις 15.9.11 υπήρξε αλλαγή των ηλεκτρονικών συστημάτων με αποτέλεσμα την αλλαγή της μορφής των καταστάσεων από τις 30.9.11. Αναφέρει επίσης ότι κατά τον ίδιο τρόπο έχει ελέγξει τους (αφαιρεθέντες) τόκους υπερημερίας στο Τεκμήριο 90, όλες τις χρεώσεις στο Τεκμήριο 91 και παρουσίασε αναλυτική κατάσταση των ετών 1994-2011 για τις χρεώσεις και έξοδα, που αφαιρέθηκαν, ως Τεκμήριο 105, καθώς και νεότερη αναδομημένη κατάσταση για τον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με την περίοδο από 1.7.11 έως 30.10.20 ως Τεκμήριο 106 βάσει της οποίας αξιώνεται ποσόν €217.207,86 συν τόκους από 31.10.20 (αντί του ποσού των €217.236,44). Αντεξεταζόμενος είπε μεταξύ άλλων ότι πριν την εργοδότηση του στην Gordian (στις 18.1.20) εργάζετο στην Τράπεζα Κύπρου, ότι από δεσμευμένη κατάθεση δεν μπορούσε να γίνει απόσυρση χωρίς συμφωνία με την τράπεζα, ότι επί του Τεκμηρίου 94 υπάρχει υπογραφή του Εναγομένου 2 με την οποία εξουσιοδοτεί την κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.13.262,06 στον λογαριασμό, ότι σε σχέση με τη μετατροπή του ποσού των Λ.Κ.86.076,46 σε ευρώ και την κατάθεση του, είχαν δοθεί οδηγίες από τους πελάτες (Τεκμήριο 95) και ότι η μετατροπή είχε γίνει βάσει ισοτιμίας του 2005 μέσω λογιστικού λογαριασμού (της τράπεζας). Σε σχέση με τη δική του αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 106, είπε πως αρχίζει από την 1.7.11, ότι είναι η συνέχεια του Τεκμηρίου 105, ότι στο Τεκμήριο 106 έχει διορθώσει τις «ημερομηνίες αξίας» (value dates) και ότι αυτή είναι η μόνη διαφορά από τα αντίστοιχα Τεκμήρια 90 και 91 που είχε παρουσιάσει ο Μ.Ε.1, δεχόμενος ότι ήταν φύσει αδύνατο να φέρουν στοιχεία εντολών για όλες τις πράξεις που έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια. Δέχθηκε επίσης ότι δεν είχε την τραπεζική εντολή (standing order) για μεταφορές ποσών €60.640,94 στον λογαριασμό υπ' αρ [ ]. Σε σχέση με τα ασφάλιστρα ήταν η θέση του ότι έπαιρνε αντίγραφα ο πελάτης ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε την οποιαδήποτε χρέωση. Σε σχέση με κάποια άλλα ποσά έδωσε απαντήσεις επισημαίνοντας όμως ότι δεν είχε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα στη διάθεση του διότι ήταν πάρα πολύ μεγάλη η χρονική περίοδος λειτουργίας του λογαριασμού. Η Μ.Υ. κα Θεολόγου είναι οικονομολόγος, η οποία έλαβε εντολή από τους Εναγομένους να εξετάσει τον επίδικο λογαριασμό, βάσει της οποίας (εντολής) και ετοίμασε σχετική Έκθεση, την οποία υιοθέτησε και παρουσίασε ως Έγγραφο Γ ενώ η ίδια η μελέτη της σημειώθηκε ως Τεκμήριο 108. Εξήγησε ότι στη μελέτη όσα ποσά παρουσιάζονται με αρνητικό πρόσημο είναι οφειλόμενα προς τον δανειολήπτη. Αυτή ήταν και η κατάληξη της ότι δηλαδή εν τέλει η τράπεζα στις 15.9.11 όφειλε στην Εναγομένη 1 το ποσόν των €59.675,29. Η δική της θέση είναι ότι η Τράπεζα επέβαλλε επιτόκια ανά τριμηνία (και όχι εξαμηνία) και έδωσε κάποια παραδείγματα. Για την ισοτιμία λίρας-ευρώ είπε ότι αυτή «κλειδώθηκε» τον Μάιο του 2005, διότι η Δημοκρατία μπήκε από τότε σε μηχανισμό για να υπάρξει αργότερα ομαλή είσοδος στην ευρωζώνη κατά το 2008. Αντεξεταζόμενη είπε πως έλαβε την εντολή για μελέτη τον Νοέμβριο του 2020, ότι δεν επισύναψε στην έκθεση της τα αναφερόμενα σε αυτή παραρτήματα για σκοπούς ευκολίας δεδομένου ότι αυτά ήταν ήδη τεκμήρια στο δικαστήριο, ότι όλες οι αποφάσεις της τράπεζας είναι αναπόσπαστο κομμάτι των συμφωνιών οι οποίες ακολουθούσαν μετά από λίγες μέρες και ότι τηρείτο η τιμολόγηση που αναφερόταν στις αποφάσεις αυτές μέχρι και τις 13.1.10 που ήταν η τελευταία που επέφερε διαφοροποιήσεις. Δέχθηκε ότι δεν είχε λάβει υπόψιν της τη σελ.2 του Τεκμηρίου 60 ημερ. 30.3.11 που αφορούσε μείωση του ορίου (σε €150.000) και υιοθέτηση βασικού επιτοκίου επιχειρήσεων προσαυξημένο, επισημαίνοντας ότι ως βασικό επιτόκιο, βάσει του Τεκμηρίου 104 ημερ. 21.12.07 και του Νόμου, στις 4.2.11 έπρεπε να χρησιμοποιείται αυτό της ΕΚΤ που ήταν 1% (και όχι, 5,25%). Αρνήθηκε ότι μια τέτοια υποχρέωση ίσχυε μόνο για δάνεια που έγιναν προ της 1.1.08 (ημερομηνία ένταξης στην ευρωζώνη) λέγοντας ότι και οι τρεχούμενοι είναι πιστωτικές διευκολύνσεις. Περαιτέρω εξήγησε σε σχέση με τη «λίστα αφαιρέσεων» για ασφάλειες ότι είχε παραλάβει από τον δανειολήπτη συγκεκριμένη κατάσταση με ποσά τα οποία κατ' ισχυρισμόν του δεν έπρεπε να χρεωθούν (Τεκμήριο 109), τα οποία και αφαίρεσε η ίδια αλλά θα κρίνει το δικαστήριο αν έπρεπε ή όχι να αφαιρεθούν, οπότε θα μπορούσε να παρουσιάσει άλλο υπόλοιπο εάν ζητηθεί. Το ίδιο έπραξε και για δόσεις προς το δάνειο υπ' αρ [ ]. Επέμεινε επίσης στη θέση της ότι η τράπεζα προέβαινε σε ανατοκισμό ανά τριμηνία και μάλιστα ότι αυτό γινόταν και πριν την 1.1.01. Σε σχέση με το έτος 360 ημερών είπε ότι η ίδια έλαβε υπόψιν το έτος 365 (ή και 366) ημερών για όλη την περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού και όχι μόνο από 1.4.15 όπως έπραξε η τράπεζα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το ουσιωδέστερο ζήτημα από πλευράς γεγονότων είναι το κατά πόσον το υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ήταν χρεωστικό προς όφελος της τράπεζας στις 15.9.11 οπότε και είχε τερματίσει τη λειτουργία του. Ασφαλώς οι μάρτυρες Τσαγγάρης και Χωραΐτης (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2) δεν έχουν προσφερθεί από την Ενάγουσα ως πρόσωπα τα οποία είχαν άμεση και προσωπική σχέση με την καθημερινή λειτουργία του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού καθόλη τη 17ετή συνεργασία της Εναγομένης 1 με την τράπεζα. Ούτε και οι ίδιοι επιδίωξαν να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως τέτοιους. Ο μεν Μ.Ε.1 εργαζόταν στην τράπεζα από το 2000 μέχρι το 2020, ο δε Μ.Ε.2 από το 2008 μέχρι το 2020. Το κοινό τους σημείο είναι ότι ο πρώτος από το 2013 και ο δεύτερος από το 2015, εργάζονταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της τράπεζας μέχρι και την εργοδότηση τους από την Gordian κατά το 2020, στην οποία υπηρετούν μέχρι σήμερα. Είναι μέσω της πιο πάνω ενασχόλησης τους με την ανάκτηση χρεών που έχουν εμπλακεί στην υπόθεση και περαιτέρω είναι κυρίως μέσω της πληθώρας εγγράφων και αρχείων της τράπεζας που απέκτησαν την όποια γνώση τους για τη λειτουργία και πορεία του λογαριασμού. Σε καμμιά περίπτωση δεν το αρνήθηκαν και πολύ περισσότερο δεν είχαν πρόθεση και ούτε προσπάθησαν να παραπλανήσουν, όπως τους αποδίδεται. Έχω σχηματίσει και για τους δύο μάρτυρες της Ενάγουσας την εικόνα ότι ήταν αξιόπιστοι και ειλικρινείς. Αυτό το οποίο προσπάθησαν εντίμως και πειστικά ήταν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο την όλη κίνηση και πορεία του λογαριασμού μέσα από τη σωρεία εγγράφων τα οποία προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, καθώς και να εξηγήσουν τις αναδομημένες καταστάσεις, στις οποίες πλέον οι ίδιοι είχαν μεγαλύτερη και κυρίως προσωπική εμπλοκή. Δεν πρέπει να λησμονείται πως και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, αντεξετάζοντας αλλά και προωθώντας τις δικές τους θέσεις δεν αμφισβήτησαν ούτε οποιαδήποτε συμφωνία, απόφαση, υποθήκη ή έγγραφο από πλευράς γνησιότητας του ιδίου του εγγράφου ή των υπογραφών σε αυτό αλλά ούτε και τις καταγραφές-καταχωρίσεις στην αρχική κατάσταση λογαριασμού. Άλλωστε τόσον η μάρτυρας τους (κα Θεολόγου) όσον και οι ίδιοι στην αγόρευσή τους σε αυτές τις πρωτογενείς καταγραφές-καταχωρίσεις στηρίχθηκαν προβάλλοντας τα επιχειρήματα και τις αξιώσεις τους σε σχέση με τη νομιμότητα κάποιων και την ύπαρξη οδηγιών για άλλες. Δεν υπάρχει λοιπόν οποιαδήποτε αμφιβολία πως όλα τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί και τα οποία αφορούν τον λογαριασμό είναι γνήσια έγγραφα και αποτελούν μέρος του αρχείου της τράπεζας. Ειδικά για την αρχική κατάσταση λογαριασμού αυτό επιβεβαιώνεται και από το εκδοθέν πιστοποιητικό βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, για το οποίο το δικαστήριο δέχεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω Νόμου ως τέτοιο. Σε σχέση με τη Μ.Υ. την κα Θεολόγου, αρκεί επί του παρόντος να λεχθεί ότι δεν αμφισβητούνται τα προσόντα της ως οικονομολόγου, με ειδίκευση στα χρηματονομισματικά-χρηματοοικονομικά και με ενασχόληση την εκπόνηση μελετών για αναδιάρθρωση δανείων. Ως εκ τούτου θα τύχει χειρισμού κατωτέρω ως εμπειρογνώμονας για τα θέματα αυτά. Στα πλαίσια της διεργασίας διαπίστωσης των πραγματικών γεγονότων θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι οποιεσδήποτε απόψεις ή γνώμες εξέφρασαν οι μάρτυρες ασφαλώς δεν δεσμεύουν το δικαστήριο, το οποίο είναι ούτως ή άλλως αρμόδιο να ερμηνεύσει τα έγγραφα και τη νομική τους σημασία. Εν πάση περιπτώσει και πέραν της πιο πάνω διευκρίνισης, η ουσία είναι πως τα ουσιώδη γεγονότα, σχετικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό και τις σχέσεις τράπεζας-εναγομένων, προκύπτουν μέσα από έγγραφα τα οποία συνιστούν κοινό υπόβαθρο, καθώς και από κάποιες διευκρινίσεις των δύο μαρτύρων της Ενάγουσας, ως αναλυτικότερα θα διαφανεί κατωτέρω. Εν πρώτοις και επειδή υπάρχει δικογραφική άρνηση των Εναγομένων περί της ιδιότητας της Τράπεζας Κύπρου ως «τράπεζας» και δη τράπεζας που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, σημειώνεται πως υπάρχει αναντίλεκτη έγγραφη μαρτυρία ότι αυτή ενεγράφη ως εταιρεία το 1943, ότι εξασφάλισε άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών κατά το 1944 και ότι τροποποίησε το όνομα της κατά το 2004 [Τεκμήρια 2(α), (β) και 3]. Για την Gordian Holdings προκύπτει ότι ενεγράφη ως εταιρεία στις 29.12.17, ότι έλαβε άδεια λειτουργίας ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων στις 8.8.18 και ότι επίσης τροποποίησε το όνομα της στις 9.5.19 [Τεκμήρια 4(α), (β), (γ)]. Λίγες μέρες μετά η Τράπεζα Κύπρου και η Gordian υπέβαλαν αίτηση (υπ' αρ.372/19) και εξασφάλισαν στις 23.5.19 δικαστικό διάταγμα επικύρωσης για το μεταξύ τους Σχέδιο Διακανονισμού, μέρος του οποίου ήταν η διάθεση πιστωτικών διευκολύνσεων βάσει του Ν.169(Ι)/15, μεταξύ των οποίων ήταν και ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός (Τεκμήριο 1, άρθρο 1 της Επισύναψης Α και σελ.46/1 της Συνημμένης κατάστασης). Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στην Gordian κατά την ίδια χρονική στιγμή που μεταβιβάστηκαν και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που ήταν επίδικες στις αγωγές υπ΄ αρ. 1324/13 και 1325/13 που είχαν εγερθεί από την Τράπεζα. Η Εναγόμενη 1 είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα κατά το 1990 και η μετοχική-διοικητική δομή της εμφαίνεται στη δέσμη εγγράφων έρευνας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 8. Κατ' αρχάς λοιπόν είναι δικογραφικά παραδεκτό από τους Εναγόμενους ότι κατά το 1994 υπέβαλαν αίτηση για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, ότι αυτή είχε εγκριθεί και ότι μέχρι και το 2007 κατά καιρούς η Εναγόμενη 1 αιτείτο την αύξηση ορίου, αίτημα το οποίο γινόταν αποδεκτό με σχετικές επιστολές έγκρισης (§3 της Ε/Υ). Αυτό το οποίο προβάλλουν οι Εναγόμενοι είναι ότι μέχρι και τις 21.5.07 ουδέποτε υπεγράφη οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού. Η πραγματικότητα όμως, όπως διαπιστώνεται από τα Τεκμήρια 9-11, είναι ότι κατόπιν αίτησης ημερ. 19.4.94 ακολούθησε τραπεζική απόφαση βάσει της οποίας: - Εγκρίθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις (
  2. i)ορίου σε τρεχούμενο ύψους Λ.Κ.15.000, (
  3. ii)δανείου ύψους Λ.Κ.10.000 και (iii) ορίου εγγυητικών επιστολών ύψους Λ.Κ.5.000. - Οι εξασφαλίσεις θα ήταν (
  4. i)η εγγραφή υποθήκης επί οικοπέδου στην Πάφο, (
  5. ii)εγγύηση της εταιρείας Othonos Bros, (iii) προσωπικές εγγυήσεις αφενός του Εναγομένου 2 και αφετέρου κάποιου Σάββα Ανδρέα και (
  6. iv)εγγραφή πρώτου ομολόγου στο ενεργητικό της εταιρείας. - Το επιτόκιο θα ήταν το ανώτατο από καιρού εις καιρόν, το οποίο τότε ήταν 9% ετησίως, επί των ημερησίων υπολοίπων. Ας σημειωθεί ότι η ίδια η απαντητική επιστολή της τράπεζας, με τους πιο πάνω όρους φέρει δήλωση αποδοχής με σφραγίδα της Εναγομένης 1 και υπογραφές εκ μέρους της, ημερομηνίας 26.5.94, ενώ την ίδια μέρα υπεγράφη, μεταξύ τράπεζας και Εναγομένης 1, συμφωνία στην οποία και πάλι αναφέρεται ότι ο τόκος θα ήταν 9% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα, υπολογιζόμενος με βάση το εμπορικό έτος των 360 ημερών και κεφαλαιοποιούμενος ανά εξάμηνο αν δεν απαγορεύετο από τη νομοθεσία (Τεκμήρια 9 και 11). Στις 6.9.96 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε νέα αίτηση, Τεκμήριο 12, η οποία εγκρίθηκε στις 11.9.96 με το Τεκμήριο 13 και βάσει αυτής: - Αυξήθηκε το όριο τρεχουμένου σε Λ.Κ.20.000. καθώς και το δάνειο σε Λ.Κ.15.000. - Οι εξασφαλίσεις παρέμεναν οι ίδιες. - Το επιτόκιο καθορίστηκε σε 8,5% ετησίως επί των ημερησίων υπολοίπων. - Τα έξοδα μελέτης καθορίστηκαν σε Λ.Κ.700. Στις 2.9.98 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε άλλη αίτηση η οποία εγκρίθηκε με το Τεκμήριο 15 στις 3.9.98 βάσει της οποίας: - Επανεγκρίθηκε το υφιστάμενο τότε όριο των Λ.Κ.20.000 και - Εγκρίθηκε προσωρινή αύξηση ορίου σε Λ.Κ.30.000 μέχρι τις 2.10.98. - Οι εξασφαλίσεις παρέμεναν οι ίδιες. - Το επιτόκιο καθορίστηκε σε 8% ετησίως επί των ημερήσιων υπολοίπων. - Τα έξοδα μελέτης καθορίστηκαν σε Λ.Κ.100. Στις 13.1.00 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε νέα αίτηση η οποία εγκρίθηκε με το Τεκμήριο 17 ημερ. 27.1.00 βάσει του οποίου: - Αυξήθηκε το όριο τρεχουμένου σε Λ.Κ.30.000. - Εγκρίθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ.10.800 με δόσεις που θα αποκόπτοντο από τον τρεχούμενο. - Εγκρίθηκε έκδοση εγγυητικής επιστολής για Λ.Κ.1.000. - Από πλευράς εξασφαλίσεων απαιτήθηκαν (
  7. i)δέσμευση της εμπρόθεσμης κατάθεσης υπ' αρ [ ] ύψους Λ.Κ.13.000 του Εναγομένου 2, (
  8. ii)εκχώρηση ασφάλειας ζωής υπ' αρ [ ] ύψους Λ.Κ.70.000 του Εναγομένου 2, (iii) εγγύηση της Εναγομένης 3 και (
  9. iv)διατήρηση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων με εξαίρεση την εγγύηση του Α. Σ. και την Υ.5644 που θα ακυρώνοντο. - Από το δάνειο θα εξοφλούντο τα δάνεια υπ' αρ..1366 και υπ' αρ..8107. - Το επιτόκιο καθορίστηκε σε 8% ετησίως επί των ημερησίων υπολοίπων. Η Ενάγουσα προέβαλε ότι στις 19.4.00 το προϊόν της εμπρόθεσμης κατάθεσης, ήτοι το ποσόν των Λ.Κ.13.262,06 κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό. Παρουσίασε προς τούτο τη σχετική απόδειξη Τεκμήριο 94. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν ότι χρησιμοποιήθηκε με αυτό τον τρόπο η κατάθεση ή ότι υπήρχαν οδηγίες για τέτοια χρήση. Οι Εναγόμενοι όμως παραγνωρίζουν ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε και έθεσε τη σφραγίδα της επί της προαναφερθείσας έγκρισης ημερ. 27.1.00, Τεκμήριο 17, βάσει της οποίας είχε δεσμευθεί η κατάθεση και συμπεριελήφθη στις εξασφαλίσεις. Η κατάθεση δε αυτή ήταν υφιστάμενη κατά την έγκριση της ως εξασφάλισης, πράγμα το οποίο συνάγεται από το λεκτικό υπό την έννοια ότι δεν ζητήθηκε κατάθεση ποσού αλλά δέσμευση κατάθεσης με συγκεκριμένο υφιστάμενο αριθμό αυτής κατά την έγκριση στις 27.1.00. Η δε μεταγενέστερη υπογραφή στο Τεκμήριο 94 αποδόθηκε (από τον Μ.Ε.2) στον Εναγόμενο 2 χωρίς να αμφισβητηθεί. Η κατάθεση του πιο πάνω ποσού εμφαίνεται στην κατάσταση του λογαριασμού, Τεκμήριο 89. Θα ήταν αντίθετο με κάθε λογική να θεωρείται ότι κατά σύμπτωση η τράπεζα πίστωσε με παρόμοιο ποσό τον λογαριασμό κάποιου πελάτη. Με δεδομένο δε ότι η κατάθεση υπήρχε από πριν δεν θεωρώ ότι τίθεται οποιοδήποτε θέμα και για τον τόκο ύψους Λ.Κ.262,06 που αποδόθηκε κατά τη ρευστοποίηση της. Το ουσιωδέστερο είναι ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο υπήρχε θέμα είτε σε σχέση με το γεγονός της πίστωσης της κατάθεσης στον τρεχούμενο είτε σε σχέση με το ποσό, τότε θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να την αναζητούσε και διεκδικούσε από τότε ο δικαιούχος της, που δεν είναι άλλος από τον Εναγόμενο 2 διευθυντή και μέτοχο της Εναγομένης 1 εταιρείας. Συνιστά εύρημα μου συνεπώς πως η πίστωση της δεσμευθείσας κατάθεσης στον τρεχούμενο έγινε εν γνώσει και με οδηγίες του δικαιούχου της προς μείωση του υπολοίπου στον τρεχούμενο της εταιρείας του. Την 1.1.01 τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99. Στη βάση των προνοιών του η τράπεζα ενημέρωσε με επιστολή ημερ. 1.2.01 την Εναγομένη 1 ότι από την εν λόγω ημερομηνία το βασικό επιτόκιο θα ήταν 7% και το περιθώριο 1,25% με ανατοκισμό ανά εξάμηνο, καθώς και ότι ο τόκος υπερημερίας θα ήταν 1,75% (Τεκμήριο 93). Διάφορες άλλες δημοσιεύσεις για διαφοροποιήσεις επιτοκίων κατά τα έτη 2001 έως το 2011 επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 93 και όπου απαιτηθεί γίνεται ειδικότερη αναφορά κατωτέρω. Τα επιτόκια αυτά συνάδουν με όσα κατέγραψε ο Μ.Ε.1 στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Α. Στις 17.5.01 η Εναγομένη 1 υπέβαλε νέα αίτηση, η οποία εγκρίθηκε ως προκύπτει από το Τεκμήριο 20 και βάσει αυτής, καθώς και της αποδοχής από την Εναγόμενη 1, Τεκμήριο 21 συνάγεται ότι: - Επανεγκρίθηκε το όριο στον τρεχούμενο ύψους Λ.Κ.30.000. - Εγκρίθηκε προσωρινή αύξηση του ορίου σε Λ.Κ.40.000 μέχρι τις 30.6.01. - Εκδόθηκαν εγγυητικές προς Dionisis Stavrinos Construction Ltd (Λ.Κ.22.200) και προς Future Hotels Ltd (L.K.21.200). - Οι υφιστάμενες εγγυήσεις παρέμειναν και προστέθηκαν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 ήτοι των διευθυντών και μετόχων της Εναγομένης 1. - Ο συνολικός τόκος ήταν 8,25% κυμαινόμενος και κεφαλαιοποιούμενος ανά εξάμηνο. - Προστέθηκε όρος ότι από το προϊόν των εγκριθεισών διευκολύνσεων θα τακτοποιούντο οι καθυστερήσεις των δανείων και της ενοικιαγοράς. Ας σημειωθεί πως σε συμμόρφωση με σχετικό όρο υπεγράφη στις 18.6.01 και σχετική συμφωνία, Τεκμήριο 19, μεταξύ τράπεζας και Εναγομένης 1. Με νεότερη αίτηση ημερ. 11.2.02, Τεκμήριο 22, η οποία εγκρίθηκε με τα Τεκμήρια 23, 24: - Αυξήθηκε το όριο του τρεχούμενου σε Λ.Κ.50.000. - Οι εξασφαλίσεις παρέμεναν οι ίδιες. - Ο τόκος καθορίστηκε σε 6,75% κυμαινόμενος και κεφαλαιοποιούμενος ανά εξάμηνο. - Προστέθηκε όρος για υπογραφή ανέκκλητων οδηγιών για μεταφορά στον λογαριασμό κατάθεσης σε εγγύηση υπ' αρ..7625 ποσού εκ Λ.Κ.1.000 μηνιαίως από 31.3.02. Με νέα αίτηση ημερ. 10.4.03, ήτοι το Τεκμήριο 25 η οποία εγκρίθηκε στις 15.4.03 με το Τεκμήριο 26: - Επανεγκρίθηκε το όριο των Λ.Κ.50.000. - Αυξήθηκε προσωρινά το όριο σε Λ.Κ.100.000 μέχρι τις 15.6.03. - Ανοίχθηκε πίστωση εισαγωγής όψεως ύψους Λ.Κ.22.320. - Οι εξασφαλίσεις παρέμεναν οι ίδιες. - Ο τόκος καθορίστηκε σε 6,25% κυμαινόμενος και κεφαλαιοποιούμενος ανά εξάμηνο. - Προστέθηκε όρος ότι εάν η αποδοτικότητα ήταν κατώτερη από 1,25% ετησίως θα χρεώνοντο έξοδα διαχείρισης λογαριασμού. - Επανεγκρίθηκε το δάνειο υπ' αρ..3033 ύψους Λ.Κ.37.559. Στις 4.11.03 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε άλλη αίτηση, Τεκμήριο 28, η οποία εγκρίθηκε στις 17.11.03, Τεκμήριο 29, και βάσει αυτής: - Αυξήθηκε το όριο σε Λ.Κ.100.000. - Επανεγκρίθηκε όριο εγγυητικών επιστολών ύψους Λ.Κ.30.000. - Οι εξασφαλίσεις παρέμεναν οι ίδιες. - Ο τόκος καθορίστηκε σε 6,75% κυμαινόμενος και κεφαλαιοποιούμενος ανά εξάμηνο. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους Λ.Κ.275. - Δηλώθηκε ότι το δάνειο υπ' αρ..3033 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.34.589 με τόκο επίσης 6,75%. Στις 15.11.05 η Εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία αγοράς ενός διαμερίσματος επί του τεμαχίου 726 έναντι ποσού Λ.Κ.50.000 (Τεκμήριο 78). Στις 21.11.05 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε νέα αίτηση, Τεκμήριο 31, η οποία εγκρίθηκε την 1.12.05 με το Τεκμήριο 32 και βάσει αυτής: - Μειώθηκε το όριο τρεχούμενου σε Λ.Κ.50.000. - Χορηγήθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ.140.000. - Αυξήθηκε το όριο εγγυητικών σε Λ.Κ.80.000. - Ο τόκος καθορίστηκε σε 6,75% κυμαινόμενος. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους Λ.Κ.770. - Παρέμειναν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις και προστέθηκαν νέες προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3, καθώς και πρώτη υποθήκη επί καταστήματος, δεύτερη υποθήκη επί διαμερίσματος, εκχώρηση ασφαλιστηρίου και τέλος δέσμευση λογαριασμού κατάθεσης σε ευρώ ο οποίος θα ανοίγετο επ' ονόματι της Εναγομένης 1 για το αντίστοιχο ποσό των περίπου Λ.Κ.82.806 το οποίο θα προέκυπτε από το προϊόν εξόφλησης (κλείσιμο) του λογαριασμού υπ' αρ..7625. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους υπόλοιπους όρους (
  10. i)το προϊόν του δανείου (των Λ.Κ.140.000) θα κατατίθετο στον τρεχούμενο και ακολούθως θα μειώνετο το όριο του σε Λ.Κ.50.000, (
  11. ii)οι δόσεις για το δάνειο θα καταβάλλοντο από τον τρεχούμενο, (iii) ακυρώθηκε η εντολή μεταφοράς Λ.Κ.1.000 στον λογαριασμό κατάθεσης υπ' αρ [ ], (
  12. iv)ακυρώθηκαν τα παλαιά εγγυητήρια ημερ. 26.5.94 και ημερ. 14.2.00, καθώς και η εγγύηση της Othonos Bros, (
  13. vi)ο νέος λογαριασμός στον οποίο θα κατατίθετο περίπου το ποσό των Λ.Κ.82.806 θα δεσμευόταν για να εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1. Κατ' εφαρμογήν των πιο πάνω στις 15.12.05 η Εναγομένη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 95, ήτοι τις οδηγίες για την εξόφληση (κλείσιμο) του καταθετικού λογαριασμού υπ' αρ..7625 και για τη μεταφορά του προϊόντος (σε ευρώ) σε λογαριασμό κατάθεσης σε εγγύηση. Είναι δε σαφές από τα σχετικά έγγραφα του Τεκμηρίου 95 ότι πράγματι ο λογαριασμός υπ' αρ [ ] έκλεισε (settlement) στις 21.12.05 αποφέροντας τελικά ποσόν ύψους Λ.Κ.86.076,46, από το οποίο αφού αφαιρέθηκε προμήθεια ύψους Λ.Κ.344,31, το υπόλοιπο του μετατράπηκε σε ευρώ ύψους €149.047,55 και κατατέθηκε στον λογαριασμό σε ξένο νόμισμα υπ' αρ [ ] επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 (foreign currency account deposit), ως είχε συμφωνηθεί. Η εξήγηση του Μ.Ε.2 ότι στο ενδιάμεσο διάστημα τα χρήματα είχαν παραμείνει από λογιστικής πλευράς σε κάποιο προσωρινό λογαριασμό της τράπεζας υπ' αρ [ ] επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα (ουσιαστικά από τις 11:29' μέχρι τις 11:31' της ίδιας μέρας, ήτοι για λίγα λεπτά). Δεν θεωρώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε δικογραφικό ζήτημα αφού τελικά ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικογραφείται κατατέθηκε ξανά επ' ονόματι της Εναγομένης 1 (ήτοι Λ.Κ.85.732,15 αντί Λ.Κ.82.806). Βρίσκω απολύτως λογική την εξήγηση του Μ.Ε.2 ότι το ποσόν ήταν εν τέλει μεγαλύτερο (από αυτό που περίπου είχε υπολογιστεί κατά την έγκριση) ακριβώς επειδή επρόκειτο για καταθετικό λογαριασμό στον οποίον είχαν συσσωρευθεί και πιστωτικοί τόκοι. Η Εναγόμενη 1 ασφαλώς και δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο, εξ ου και υπέγραψε θέτοντας και τη σφραγίδα της για την κατάθεση του ποσού σε ευρώ. Ούτε βεβαίως εγείρονται ζητήματα «κλειδωμένης» ισοτιμίας δεδομένου ότι τα πιο πάνω έγιναν κατά το 2005, ήτοι προ τη ένταξης της Κύπρου στην ευρωζώνη (1.1.08) από την οποία ίσχυσε η αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία (βλ. ΚΔΠ311/07). Λίγες μέρες μετά, και πάλι κατ' εφαρμογή των πιο πάνω συνεστήθη στις 19.12.05 υποθήκη επί καταστήματος ως λεπτομερώς προνοείται στο Τεκμήριο 70 (Υ.4878) ενώ στις 13.11.06 ανανεώθηκε παλαιότερη υποθήκη (Υ.675) με την εγγραφή νέας υπ' αρ.Υ.5490, Τεκμήριο 71. Στις 19.1.07 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε νέα αίτηση η οποία εγκρίθηκε στις 29.1.07 με το Τεκμήριο 96 βάσει του οποίου: - Χορηγήθηκε στεγαστικό δάνειο ύψους Λ.Κ.38.500 (για αγορά διαμερίσματος) με συνολικό τόκο 7% ετησίως. - Χορηγήθηκε στεγαστικό δάνειο ύψους Λ.Κ.33.000 (για βιομηχανικά οικόπεδα) με συνολικό τόκο 6,25% ετησίως. - Πέραν των υφιστάμενων εξασφαλίσεων προστέθηκαν πρώτη υποθήκη σε μέρος ακινήτου στην Τρεμιθούσα, εταιρική εγγύηση της πωλήτριας του διαμερίσματος, προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 για τα στεγαστικά δάνεια, πρώτη υποθήκη επί μεριδίου σε ακίνητο της πωλήτριας και εκχώρηση των δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. - Καθορίστηκαν τραπεζικά έξοδα ύψους Λ.Κ.430. Μεταξύ των υπολοίπων όρων και προϋποθέσεων ήταν όπως (
  14. i)το προϊόν του δανείου των Λ.Κ.33.000 με τα προϊόντα των καταθέσεων υπ' αρ [ ] και [ ] μεταφερθούν στον τρεχούμενο και χρησιμοποιηθούν για την αγορά των βιομηχανικών οικοπέδων. (
  15. ii)οι πιο πάνω καταθέσεις αποδεσμεύοντο και αντικαθίσταντο με την υποθήκη στην Τρεμιθούσα. Προς εφαρμογή των πιο πάνω όρων στις 8.2.07 η Εναγομένη 1 υπέγραψε ανάλογες οδηγίες, ήτοι τα Τεκμήρια 97 και 98, για μεταφορά των καταθέσεων στον τρεχούμενο. Ο Μ.Ε.2 επιβεβαιώνεται ως προς το ότι τα δύο μεταφερθέντα ποσά των Λ.Κ.50.525,09 και Λ.Κ.85.914,48 εμφαίνονται όντως στην κατάσταση Τεκμήριο 89. Στις 9.2.07 με το Τεκμήριο 72 συνεστήθη η υποθήκη υπ' αρ.Υ.675 για μερίδιο χωραφιού στην Τρεμιθούσα. Στις 16.4.07 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε νέα αίτηση, Τεκμήριο 35, η οποία εγκρίθηκε στις 23.4.07 με το Τεκμήριο 36 βάσει του οποίου: - Αυξήθηκε το όριο τρεχούμενου σε Λ.Κ.100.000 με κυμαινόμενο τόκο 7% ετησίως. - Χορηγήθηκε άλλο όριο σε τρεχούμενο ύψους Λ.Κ.100.000 ειδικά για τα έργα αεροδρομίου επίσης με κυμαινόμενο τόκο 7%. - Εγκρίθηκαν δύο εγγυητικές επιστολές ύψους €301.359 και μια €150.679. - Πέραν των υφιστάμενων εξασφαλίσεων προστέθηκαν έγγραφα πιστής εκτέλεσης καλής πληρωμής, κράτησης και προκαταβολής (letters of allocation) για το έργο αεροδρομίου, μια ανανέωση υποθήκης, δύο νέες υποθήκες, εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 και εκχώρηση δικαιωμάτων αγοραπωλητηρίου ημερ. 15.11.05. - Καθορίστηκαν δικαιώματα ύψους Λ.Κ.930. Κατ' εφαρμογήν των πιο πάνω (ι) στις 21.5.07 υπεγράφη νέα γενική συμφωνία για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο 37, (
  16. ii)την ίδια μέρα συστάθηκαν υποθήκες υπ' αρ.Υ.2678 και Υ.2682 και (iii) στις 30.5.07 η Εναγομένη 1 υπογράφοντας το Τεκμήριο 77 είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα της από το αγοραπωλητήριο, Τεκμήριο 78 για το τεμάχιο 726. Λίγες μέρες πριν την ένταξη στην ευρωζώνη ήτοι στις 21.12.07 η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας με σχετική απόφαση, Τεκμήριο 104, μείωσε κατά 0,50% το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, δηλαδή στο 4%, καθορίζοντας παράλληλα ότι το βασικό επιτόκιο των τραπεζών για δάνεια σε λίρες Κύπρου που φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο θα ήταν το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo) της Κεντρικής Τράπεζας ενώ από τη μετατροπή των δανείων σε ευρώ (βάσει του Νόμου) θα εφαρμοζόταν ως βασικό επιτόκιο το αντίστοιχο επιτόκιο της ΕΚΤ. Στις 12.3.08 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση, η οποία εγκρίθηκε στις 18.3.08 με το Τεκμήριο 39 βάσει της οποίας: - Εγκρίθηκε προσωρινή υπέρβαση ύψους €109.140 μέχρι τις 20.4.08 με συνολικό επιτόκιο 8,5% (συν 2% για την υπέρβαση). - Ανοίχθηκε πίστωση για εισαγωγή ύψους €53.176. - Πέραν των υφιστάμενων εξασφαλίσεων προστέθηκαν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 κει 3 για τα δύο πιο πάνω ποσά. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους €682. Με βάση άλλη αίτηση, στις 13.6.08 με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 67: - Εγκρίθηκε όριο πιστώσεων εισαγωγής ύψους €300.000. - Χορηγήθηκε πολυνομισματικό δάνειο ύψους CHF970.000. - Προστέθηκε μια υποθήκη υπ΄αρ.Υ.3908 η οποία ενεγράφη στις 7.7.08 με το Τεκμήριο 75. Βάσει των υπολοίπων όρων και προϋποθέσεων (
  17. i)ένα μέρος του πολυνομισματικού δανείου έπρεπε να κατατεθεί στον τρεχούμενο (€240.000) και το υπόλοιπο σε λογαριασμό κατάθεσης σε εγγύηση, (
  18. ii)το ποσό του δανείου σε ευρώ έπρεπε να κατατεθεί στον τρεχούμενο και στη συνέχεια να εξοφληθούν τα δάνεια υπ' αρ [ ], [ ] και [ ] και (iii) ο δεύτερος τρεχούμενος υπ' αρ [ ] να κλείσει μόλις αποπερατωθεί το έργο αεροδρομίου. Σχετικές γραπτές οδηγίες για τη χρέωση του τρεχούμενου έδωσε η Εναγομένη 1 με επιστολή της ημερ. 27.6.08. Στις 16.2.09 η Εναγομένη 1 υπέβαλε νέα αίτηση, Τεκμήριο 41, η οποία εγκρίθηκε στις 23.2.09 με το Τεκμήριο 43 και βάσει αυτού: - Εγκρίθηκε προσωρινή υπέρβαση ορίου ύψους €79.140 μέχρι τις 15.3.09 με συνολικό τόκο 9,75%. - Διατηρήθηκαν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις και προστέθηκαν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους €138. Στη βάση νέας αίτησης ημερ. 29.4.09, Τεκμήριο 45 και της Έγκρισης της αυθημερόν Τεκμήριο 46: - Εγκρίθηκε προσωρινό όριο ύψους €44.140 μέχρι τις 25.5.09 με κυμαινόμενο επιτόκιο 9,75% ετησίως. - Παρέμεναν οι ίδιες εξασφαλίσεις. Με βάση τους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις, μετά την εκτέλεση της απόφασης θα έπρεπε να καλυφθούν οι καθυστερήσεις στους λογαριασμούς [ ], [ ] και [ ] με χρέωση του τρεχούμενου. Στη βάση νέας αίτησης ημερ. 29.4.09 Τεκμήριο 47 και της έγκρισης της ημερ. 22.5.09, Τεκμήριο 48: - Εγκρίθηκε δάνειο ύψους €173.000. - Επανεγκρίθηκε το όριο δύο τρεχουμένων. - Συμφωνήθηκε τόκος 8,5% και 7,5% ετησίως αντίστοιχα. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους €1.798. - Άλλαξαν τα επιτόκια των δανείων υπ' αρ [ ] και [ ]. - Πέραν των υφιστάμενων εξασφαλίσεων προστέθηκαν η εγγραφή τέταρτου ομολόγου ύψους €150.000 και προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 για το νέο δάνειο. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους όρους και προϋποθέσεις το δάνειο θα εξοφλούσε τις υποχρεώσεις στην υπηρεσία «φάκτορς» της τράπεζας. Στις 24.7.09 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε την αίτηση Τεκμήριο 50 η οποία εγκρίθηκε στις 31.7.09 με το Τεκμήριο 52 βάσει του οποίου: - Εγκρίθηκε υπέρβαση ορίου ύψους €110.000 μέχρι τις 7.9.09 με κυμαινόμενο επιτόκιο 9,75%. - Πέραν των υφιστάμενων προστέθηκε η προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 2. - Καθορίστηκαν τραπεζικά δικαιώματα ύψους €168. Σύμφωνα με τους λοιπούς όρους το προϊόν της υπέρβασης θα χρησιμοποιείτο για την κάλυψη αναγκών άμεσης πληρωμής οφειλών σε σχέση με τις εργασίες για τα έργα που είχε αναλάβει η Εναγόμενη 1. Στις 10.12.09 υπεβλήθη η επόμενη αίτηση, Τεκμήριο 54, η οποία εγκρίθηκε στις 31.12.09 με το Τεκμήριο 55 βάσει του οποίου: - Εγκρίθηκε προσωρινή υπέρβαση ύψους €80.000 μέχρι τις 12.3.10 με κυμαινόμενο επιτόκιο 9,75% ετησίως. - Πέραν των υφιστάμενων προστέθηκε η προσωπική εγγύηση του Εναγομένου 2. - Καθορίστηκαν δικαιώματα ύψους €868. Σύμφωνα με τους λοιπούς όρους έπρεπε να διενεργηθούν νέες ανεξάρτητες εκτιμήσεις για όσα υποθηκευμένα ακίνητα δεν είχαν πρόσφατη εκτίμηση (12 μηνών). Στις 13.1.10 υπεγράφη νέα γενική συμφωνία Τεκμήριο 56 για την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η επόμενη αίτηση ημερ. 9.4.10 εγκρίθηκε στις 12.4.10 με το Τεκμήριο 58 βάσει του οποίου: - Ακυρώθηκαν η υποθήκη, η εγγύηση και η εκχώρηση συμβολαίου που σχετιζόταν με την εταιρεία CJC Developing & Construction Ltd. - Προστέθηκε στη θέση των πιο πάνω η πρώτη υποθήκη επί άλλου ακινήτου, το οποίο θα αποκτούσε η Εναγόμενη 1, η οποία ενεγράφη στις 26.7.10, Τεκμήριο 76 υπ' αρ.Υ.3459. - Καθορίστηκαν δικαιώματα €68. Στις 24.9.10 η τράπεζα παρατηρούσε με σχετική επιστολή της Τεκμήριο 79 ότι στον τρεχούμενο υπήρχαν υπερβάσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε πως ενώ το όριο ήταν €170.860 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €228.458,11. Εξ ου και κάλεσε την Εναγομένη 1 να επικοινωνήσει για σκοπούς συζήτησης και εξεύρεσης τρόπου διευθέτησης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ή έστω ένδειξη ότι η Εναγόμενη 1 διαφωνούσε με την ύπαρξη υπερβάσεων και δη με το χρεωστικό υπόλοιπο. Το αντίθετο συνάγεται. Προφανώς ήταν εντός του πιο πάνω πλαισίου που υπεβλήθη και η τελευταία αίτηση στις 4.2.11 και εγκρίθηκε στις 22.3.11 με το Τεκμήριο 60 βάσει του οποίου: - Εγκρίθηκαν δύο επιχειρηματικά δάνεια ύψους €600.000 και €190.000 αντίστοιχα με βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων 4,25% και προσαύξηση 3%. - Καθορίστηκαν δικαιώματα €4.080. - Μειώθηκε το όριο τρεχούμενου σε €150.000 με το ίδιο ως άνω επιτόκιο. - Μετατράπηκε το επιτόκιο του πολυνομισματικού δανείου σε CHF 6μηνιαίο libor προσαυξημένο κατά 5,75%. - Επανεγκρίθηκε το όριο έκδοσης εγγυητικών επιστολών εκ €205.032. - Προστέθηκαν εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 (Τεκμήρια 68 και 69). Σύμφωνα με τους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις (
  19. i)το ποσό των €600.000 θα κατατίθετο στον τρεχούμενο και ακολούθως με χρέωση του θα εξοφλούντο τα δάνεια υπ' αρ [ ] και [ ], οι καθυστερήσεις του δανείου υπ' αρ [ ] και της κάρτας υπ' αρ [ ], καθώς και οι καθυστερήσεις του (προσωπικού) δανείου υπ' αρ [ ] του Εναγομένου 2 ενώ έπρεπε να εξοφληθεί-κλείσει και η (προσωπική) κάρτα υπ' αρ [ ] του Εναγομένου 2, (
  20. ii)το ποσό των €190.000 έπρεπε να εξοφλήσει τον τρεχούμενο υπ' αρ [ ] ο οποίος έπρεπε να κλείσει, (iii) ακυρώθηκαν οι παλαιότερες εγγυήσεις ημερ. 21.5.07, 27.6.08, 19.6.09 και 13.1.10. Κατ' εφαρμογήν των πιο πάνω στις 30.3.11 η Εναγομένη 1 υπέγραψε διάφορες εξουσιοδοτήσεις για χρεώσεις στον τρεχούμενο της (Τεκμήριο 64), τη νέα συμφωνία πιστώσεων, (Τεκμήριο 61), με κατάλογο χρεώσεων (Τεκμήριο 63) ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν το εγγυητήριο για τις €180.000, (Τεκμήριο 68). Το Τεκμήριο 65 αποτελεί δέσμη διαφόρων αποδείξεων και χρεωστικών σημειώσεων που επιβεβαιώνουν την υλοποίηση όσων είχαν συμφωνηθεί. Σε σχέση με την πιο πάνω τελευταία έγκριση είναι γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε επί αντιγράφου της απόφασης (αρ.42701), το οποίο κατ' ισχυρισμόν η Εναγομένη 1 είχε παραλάβει στις 3.5.11 από υπάλληλο της τράπεζας και το οποίο περιείχε επιπλέον έγκριση για δάνειο ενοικιαγοράς ύψους €67.000. Εν τέλει το έγγραφο αυτό παρουσιάστηκε από τον Μ.Ε.2 ως Τεκμήριο 103. Είναι εμφανές από τα αναγραφόμενα σε αυτό ότι πρόκειται για το «Αντίγραφο Τράπεζας» και πράγματι περιέχει έγκριση για το προαναφερθέν δάνειο ενοικιαγοράς. Δεν είναι όμως μόνο αυτή η διαφορά του από το Τεκμήριο 60, δηλαδή από το «Αντίγραφο Πελάτη». Στην πραγματικότητα το Τεκμήριο 103 περιέχει διάφορες άλλες πληροφορίες και οδηγίες οι οποίες απευθύνονται προς τους λειτουργούς της τράπεζας. Μια πρακτική την οποία είχε εξηγήσει ο Μ.Ε.1 λεπτομερώς και τεκμηριωμένα. Η ολική σύγκριση των Τεκμηρίων 60 και 103 καταδεικνύει ότι τα όσα απευθύνονται σε λειτουργούς καταγράφονται με κεφαλαιογράμματη γραφή. Η συγκεκριμένη οδηγία (για έγκριση €67.000) είναι γραμμένη με κεφαλαία, πράγμα το οποίο καταδεικνύει ότι είχε συμπεριληφθεί σε αυτή την απόφαση απλώς για ενημέρωση των λειτουργών. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν ήταν κάτι το οποίο επηρέαζε τη λειτουργία ή την κίνηση του τρεχούμενου. Εντός ολίγου χρόνου μετά από τις πιο πάνω διευθετήσεις και συγκεκριμένα στις 26.5.11 με την επιστολή της, Τεκμήριο 81, η Εναγόμενη 1 διαμαρτυρήθηκε για αδικαιολόγητες χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό της κατά το 2010 ύψους €9.291,41. Είναι αξιοσημείωτο πως είχε στην κατοχή της και επισύναψε στην επιστολή της αναλυτική κατάσταση των χρεώσεων για τις οποίες υπέβαλλε παράπονο. Η κατάσταση αφορούσε την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου του 2010 έως Απρίλιο του 2011. Το παράπονο αφορούσε έξοδα για υπερβάσεις ορίου, χρεώσεις για επιστροφές επιταγών, έξοδα διαχείρισης, προμήθειες και τραπεζικές χρεώσεις (bank charges). Ασφαλώς μια τέτοια ενέργεια προϋποθέτει ότι η Εναγόμενη 1 παραλάμβανε πάντοτε κανονικά και είχε στη διάθεση της τις καταστάσεις για τον τρεχούμενο, κάτι που άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί και ασφαλώς συνιστά και εύρημα του δικαστηρίου. Ας σημειωθεί πως η τράπεζα απάντησε στις 13.7.11 με δική της επιστολή, Τεκμήριο 82, λέγοντας ότι μετά από εξέταση δεν μπορούσε να επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό και σημειώνοντας ότι οι χρεώσεις είχαν γίνει σύμφωνα με τον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων τον οποίο η Εναγόμενη 1 είχε υπογράψει. Ακολούθησαν στις 15.7.11 και στις 18.8.11 προειδοποιητικές επιστολές της τράπεζας, Τεκμήρια 80 και 83. Στην πρώτη παρατηρείτο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €164.528,24 και στη δεύτερη ότι ήταν €175.339,95, καλώντας την Εναγόμενη 1 να το διευθετήσει καθότι δεν θα υπήρχε άλλη επιλογή εκτός από τον τερματισμό. Ας σημειωθεί πως οι επιστολές κοινοποιούντο στους εγγυητές, καθώς και ότι η δεύτερη στάληκε μέσω συστημένου ταχυδρομείου στις 22.8.11. Τον επόμενο μήνα, στις 12.9.11 με νεότερη επιστολή της, Τεκμήριο 84, η τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία των τρεχούμενων λογαριασμών, επικαλούμενη την καταχώριση της Εναγόμενης 1 στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Είναι γεγονός πως ακόμα και στην κατάσταση την οποία η ίδια είχε επισυνάψει στο Τεκμήριο 81, καταγράφονται τουλάχιστον 50 περιπτώσεις επιταγών ως επιστραφείσες κατά την περίοδο 31.1.10 έως 30.6.10. Η Ενάγουσα απέστειλε και στις 15.9.11 επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 85, επικαλούμενη το άρθρο 4 της προηγηθείσας συμφωνίας ημερ. 31.3.11, Τεκμήριο 61. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €181.167,40. Στις 24.1.12 με νέα επιστολή της Τεκμήριο 87, η τράπεζα αναφέρεται και στους τρεις λογαριασμούς υπ' αρ [ ], [ ] και [ ] και καλεί την Εναγομένη 1 όπως επικοινωνήσει για σκοπούς διευθέτησης προειδοποιώντας για λήψη δικαστικών μέτρων. Κάποιες άλλες επιστολές, ημερ. 23.4.13, απευθύνονται στους εμπλεκόμενους στο εκχωρηθέν κατά το 2007 αγοραπωλητήριο ημερ. 15.11.05. Στις 30.10.18 η τράπεζα με την επιστολή της Τεκμήριο 5 ενημέρωσε τους Εναγόμενους βάσει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15 αφενός για την πρόθεση πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους αφορούσαν και αφετέρου για το δικαίωμα των ιδίων να υποβάλουν προσφορά εντός 45 ημερών για να τις απαιτήσουν ή εξοφλήσουν, εξηγώντας τη διαδικασία. Όπως προκύπτει, η Εναγόμενη 1 απάντησε στις 7.12.18 ζητώντας ενημέρωση για τα υπόλοιπα και η τράπεζα επανήλθε στις 18.12.18 υποδεικνύοντας ότι αυτά αναφέροντο στις εκκρεμούσες τότε επτά αγωγές. Οι Εναγόμενοι, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους, πρότειναν την εξαγορά των υποχρεώσεων τους με την καταβολή ποσού €479.000 για όλες τις υποθέσεις, πράγμα που η τράπεζα απέρριψε στις 2.1.19 (Τεκμήριο 6). Ακολούθησε η ειδοποίηση ημερ. 31.5.19 από την Gordian ότι εξαγόρασε τις πιστώσεις (Τεκμήριο 7). Από το πιο πάνω ιστορικό γεγονότων και το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας αναμφίβολα συνάγεται ότι για όλες τις εγκρίσεις αιτήσεων της Εναγομένης 1 υπήρξαν και αντίστοιχες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της («Δ.Σ.»), το οποίο τις ενέκρινε. Τέτοιες αποφάσεις του Δ.Σ. είναι τα Τεκμήρια 14, 16, 18, 22, 24, 27, 30, 33, 35, 40, 44, 47, 49, 53, 57, 59, 62 και 96. Ούτε για οποιοδήποτε από αυτά τα έγγραφα έχει αμφισβητηθεί είτε η γνησιότητα είτε η δέουσα εκτέλεση του. Πέραν αυτού, αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι για όλες τις πιο πάνω εγκρίσεις σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και αφού εξασφαλίζετο και η έγκριση της Εναγομένης 1, διενεργήθηκαν στη συνέχεια όλα τα δέοντα και οι αποφάσεις τέθηκαν σε εφαρμογή, τηρουμένων βέβαια και των όρων που είχε θέσει η τράπεζα. Η όλη πορεία του τρεχούμενου λογαριασμού όπως εμφαίνεται στις καταστάσεις που εκτύπωσε ο Μ.Ε.1, ήτοι το Τεκμήριο 89, επιβεβαιώνει την πιο πάνω διαπίστωση. Ασφαλώς, εγείρονται από πλευράς Εναγομένων κάποια επιπλέον ζητήματα επιμέρους χρεώσεων πλην όμως κάτι τέτοιο δεν αναιρεί σε καμμιά περίπτωση την υλοποίηση των τραπεζικών αποφάσεων με βασικό άξονα τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που κάθε φορά είχαν ζητηθεί. Το δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 89 αποδίδει πιστά την πραγματική πορεία του τρεχούμενου λογαριασμού. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε καταγραφή σε αυτόν η οποία να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η γενική υποβολή ότι όλες οι συναλλαγές ή πράξεις είναι άκυρες και μη εξουσιοδοτημένες ασφαλώς δεν έχει έρεισμα και δεν γίνεται δεκτή. Είναι ενδεικτικό ότι αρχικά αμφισβητούντο συλλήβδην πράξεις για τις οποίες αργότερα δεν δόθηκε συνέχεια όταν παρουσιάστηκαν τα σχετικά έγγραφα, όπως χαρακτηριστικά είναι τα ογκώδη Τεκμήρια 66 και 99 έως 102, τα οποία επιβεβαιώνουν την ύπαρξη γραπτών οδηγιών, εντολών και συμφωνίες ασφάλισης βάσει των οποίων αποκόπτοντο ασφάλιστρα. Αυτό όμως δεν είναι δυνατό και λογικό να οδηγήσει και στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή στο ότι για όποιο έμβασμα ή χρέωση δεν εντοπίστηκε το συγκεκριμένο έντυπο έπεται ότι δεν υπήρχαν οδηγίες. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι ο Μ.Ε1 λαμβάνοντας ως βάση το Τεκμήριο 89 προχώρησε και αφαίρεσε κάποιες χρεώσεις παρουσιάζοντας σχετική αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 92. Οι χρεώσεις τις οποίες αφαίρεσε εμφαίνονται στο Τεκμήριο 91 και αφορούν την περίοδο από την πρώτη κεφαλαιοποίηση (30.12.94) μέχρι και την τελευταία (30.6.11) προ του τερματισμού, λαμβάνοντας υπόψιν ότι από το 2001 η κεφαλαιοποίηση ήταν επιτρεπτή ανά εξάμηνο. Η υποβολή προς τον ίδιο ότι ετοιμάζοντας την κατάσταση αφαιρέσεων δεν είχε ανατοκίσει τα ποσά (όπως συνέβαινε στην κανονική κατάσταση) αλλά προχώρησε απλά να αφαιρέσει το άθροισμα, δεν ευσταθεί καθότι, ως και ο ίδιος υπέδειξε στο Τεκμήριο 91, επιβεβαιώνεται ότι από την 1.1.01 (σελ.31) λαμβάνονται υπόψιν και οι διενεργηθείσες κεφαλαιοποιήσεις τόκων, όπως διαπιστώνεται από τις αλλαγές στο τοκοφόρο υπόλοιπο ανά εξάμηνο. Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε και σε σχέση με τόκους υπερημερίας τους οποίους επίσης αφαίρεσε, διευκρινίζοντας ότι αυτό το θέμα αφορά την περίοδο μετά το 1999 (αφού προηγουμένως δεν υπήρχαν τόκοι υπερημερίας). Ούτε βέβαια ευσταθεί η υποβολή ότι ο μάρτυς αυτός χρησιμοποίησε άλλα επιτόκια στο Τεκμήριο 89 και άλλα στο Τεκμήριο 91. Είναι γεγονός επίσης ότι αμφισβητήθηκε έντονα ο Μ.Ε.1 για το θέμα κεφαλαιοποίησης τόκων, θέμα για το οποίο κατέθεσε και η ΜΥ. Η υποβολή ήταν ότι οι τόκοι υπολογίζοντο κάθε μήνα και χρεώνοντο κάθε τρεις μήνες (χωρίς αναφορά σε ημερομηνία αξίας). Όπως όμως εξηγείται και σε μεταγενέστερο σημείο και όπως ο Μ.Ε.1 πειστικά και τεκμηριωμένα υπέδειξε επανειλημμένως, οι τόκοι υπολογίζονται επί των εκάστοτε ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και χρεώνονται μεν στον λογαριασμό κάθε τρεις μήνες πλην όμως η κεφαλαιοποίηση γίνεται κάθε έξι μήνες. Με άλλα λόγια οι χρεώσεις 31 Μαρτίου και 30 Σεπτεμβρίου είναι με ημερομηνία αξίας 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου αντίστοιχα. Ο λόγος για τον οποίον εμφαίνοντο στις καταστάσεις οι τόκοι στις ενδιάμεσες ημερομηνίες ήταν για να αντικατοπτρίζεται ορθότερα το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Η εμφάνιση των δεδουλευμένων τόκων ασφαλώς δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι προστίθενται στο τοκοφόρο υπόλοιπο. Η ουσία των όσων ανέφερε ο Μ.Ε.1 έγκειται στο ότι η αξίωση πλέον περιορίζεται αφενός με την αφαίρεση αρκετών χρεώσεων και αφετέρου με τη διεκδίκηση τόκου 7,75% (μη επιμένοντας σε ψηλότερα επιτόκια της τάξης του 13%). Ανεξάρτητα από την εξέλιξη αυτή είναι βάσιμη η θέση του Μ.Ε.1 ότι ενόσω ο λογαριασμός ευρίσκετο σε λειτουργία η τράπεζα προέβαινε σε χρεώσεις τόκων ή και εξόδων βασιζόμενη στις υφιστάμενες τότε συμφωνίες. Απόδειξη τούτου το ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 τις αποδεχόταν και υπέβαλλε κατά καιρούς αιτήσεις για περαιτέρω διευκολύνσεις, χωρίς οποτεδήποτε να διαμαρτυρηθεί παρά μόνο με το Τεκμήριο 81 στις 26.5.11 και τούτο για ένα μικρό ποσό σχετικά. Ο Μ.Ε.1 εντίμως δέχθηκε αφενός ότι αρκετές από τις χρεώσεις τις οποίες αφαίρεσε με το Τεκμήριο 91 τις είχε αφαιρέσει με ημερομηνία αξίας μεταγενέστερη της πράξης, χωρίς να αφαιρούνται έτσι οι τόκοι οι οποίοι είχαν ήδη υπολογιστεί στο Τεκμήριο 89 με βάση την παλαιότερη ημερομηνία πράξης και αφετέρου ότι οι πιστώσεις στο Τεκμήριο 89 γίνονταν με ημερομηνία αξίας μεταγενέστερη της πράξης (π.χ. οι επιταγές). Αυτός προφανώς ήταν και ο πραγματικός λόγος εμπλοκής του Μ.Ε.2 στο θέμα των καταστάσεων και δη η ετοιμασία νέων καταστάσεων, του τρεχούμενου και των αφαιρουμένων ποσών, κατά τρόπο που η ημερομηνία αξίας αυτών, των χρεώσεων και εξόδων, να είναι όπως στο Τεκμήριο 89. Δέχομαι ότι εντός του πλαισίου αυτού ο Μ.Ε.2 επανεξέτασε την κατάσταση των αφαιρουμένων ποσών, ήτοι το Τεκμήριο 91 και συνεργαζόμενος με τον Μ.Ε.1 ετοίμασε νέα κατάσταση αφαιρέσεων, καθώς και νέα αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου (από 1.7.11) φροντίζοντας όπως η ημερομηνία αξίας των αφαιρούμενων ποσών ταυτίζεται με την ημερομηνία αξίας, η οποία εμφαίνεται στο Τεκμήριο 89. Η νέα αυτή κατάσταση αφαιρούμενων ποσών είναι το Τεκμήριο 105 και καταλήγει σε ποσό αφαιρέσεων ύψους €70.734,93 (αντί €70.720,91 που κατέληγε το Τεκμήριο 91). Η νέα κατάσταση τρεχούμενου είναι το Τεκμήριο 106 και καταλήγει σε κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €217.207,83 (αντί €217.236,44 που κατέληγε το Τεκμήριο 92). Ο Μ.Ε.2 ήταν εξίσου σαφής στην (αυτονόητη) θέση ότι στο Τεκμήριο 105 συμπεριέλαβαν τις χρεώσεις και τα έξοδα για τα οποία αποφάσισαν να μην επιμένουν και τα οποία να αφαιρέσουν από τις αξιώσεις τους. Η λογική βάσει της οποίας ενήργησαν ήταν να θέσουν ως χρονικό ορόσημο την ημερομηνία πρώτου ανατοκισμού μετά τον τερματισμό, ήτοι τις 30.6.11, μέχρι την οποία καλύπτει η κατάσταση αφαιρέσεων, Τεκμήριο 105 και για την οποία δεν ετοιμάστηκε αναδομημένη κατάσταση. Απλά το ποσόν αφαιρέσεων το οποίο προέκυψε (ήτοι €70.734,93) αφαιρείται από την αναδομημένη κατάσταση η οποία και ξεκινά από 1.7.11, ήτοι το Τεκμήριο 106 με υπόλοιπα εκ μεταφοράς (αφού έγιναν οι αφαιρέσεις). Η υποβολή ότι αυτό έγινε εκ του πονηρού (επί σκοπώ) ούτως ώστε να μην φαίνεται το εκάστοτε υπόλοιπο κατά την προ του τερματισμού περίοδο (και ιδίως να μην φαίνεται ότι αυτό θα ήταν εντός των εγκριμένων ορίων) στην πραγματικότητα δεν ευσταθεί και ούτε εγείρει υποψίες για κάτι μεμπτό αφού πράγματι για κάθε συγκεκριμένη ημερομηνία του Τεκμηρίου 89 είναι δυνατή η εξεύρεση του υπολοίπου που θα ίσχυε εάν αφαιρεθεί το αντίστοιχο ποσό που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 105 (με μια απλή μαθηματική πράξη). Με άλλα λόγια, δεν επιτυγχάνεται οποιαδήποτε εξαπάτηση με τη μέθοδο που έχει επιλεγεί. Αναμφίβολα, με το ζήτημα των αφαιρέσεων σχετίζεται και η μαρτυρία της Μ.Υ. (κας Θεολόγου). Υπό την ιδιότητα της οικονομολόγου η Μ.Υ. έλαβε κατά τον Νοέμβριο του 2020 επιστολή από τον συνήγορο των Εναγομένων με την οποία τής ζητήθηκε: - Να προσδιορίσει το κατά καιρούς επιτόκιο βάσει των συμφωνιών και αποφάσεων επί των ημερησίων υπολοίπων ως φαίνεται στο Τεκμήριο 89. - Να συγκρίνει το εφαρμοζόμενο από την τράπεζα επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων της κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. - Να ελέγξει και επιβεβαιώσει τους τόκους και τον ανατοκισμό ανά τριμηνία αντί ανά εξάμηνο. - Να αφαιρέσει συγκεκριμένες χρεώσεις οι οποίες τής δόθηκαν σε αναλυτική κατάσταση και ακολούθως να προσδιορίσει τη ζημιά η οποία προκλήθηκε στην Εναγόμενη 1 εξαιτίας των μεθόδων της τράπεζας και του τερματισμού του λογαριασμού. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρώ ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους για θέματα τα οποία όμως άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 573). Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία τού έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ. 693. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τη Μ.Υ. και πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειώσω ότι σε καμμιά περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση ότι είχε πρόθεση να παραπλανήσει ή να ψευδομαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Είναι ενδεικτικό της όλης στάσης της πως, σε πλείστες όσες αναφορές της, κατέληγε υπενθυμίζοντας ότι η ίδια έδρασε βάσει των όρων εντολής που έλαβε από τους Εναγόμενους και ότι από εκεί και πέρα θα κρίνει το Δικαστήριο εάν έπραξε ορθώς. Από την άλλη πλευρά όμως είναι γεγονός πως εκ των πραγμάτων παρατηρούνται διάφορες αδυναμίες και κενά, τα οποία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να συμφωνήσει με τα συμπεράσματα της Μ.Υ. και ειδικά με το βασικό συμπέρασμα της. Σημειώνεται σχετικά πως το καταληκτικό συμπέρασμα της ήταν, ως καταγράφεται στο Έγγραφο Γ, ότι στις 15.9.11, όχι μόνο δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €177.773,63 αλλά αντιθέτως ότι είχε δημιουργηθεί πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος της Εναγόμενης 1 ύψους €59.675,29 συν τόκους €22,22 το οποίο και οφείλεται προς αυτή. Με κάθε σεβασμό το δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι ο επίδικος λογαριασμός είχε οποτεδήποτε και δη κατά τον τερματισμό καταλήξει σε πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος της Εναγομένης 1. Η κατάσταση του λογαριασμού την οποία παρουσίασε η Μ.Υ. και γενικότερα οι εισηγήσεις προς αυτή την κατεύθυνση δεν γίνονται δεκτές για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω: α) Το πρώτο κενό σχετίζεται με το υπόβαθρο επί του οποίου εργάστηκε η Μ.Υ.. Καταθέτοντας η ίδια επέλεξε να παρουσιάσει την έκθεση της ως Έγγραφο Γ και την ανάλυση της για τον λογαριασμό ως Τεκμήριο 108. Η ανάλυση αυτή, αποτελούμενη από 313 σελίδες, συνιστά στην πραγματικότητα μια αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου, η οποία έχει ως υπόβαθρο αφαιρέσεις τις οποίες είτε υπέδειξαν προς την Μ.Υ. οι Εναγόμενοι είτε αποφάσισε η ίδια βάσει των δικών της κριτηρίων και απόψεων (π.χ. τόκοι). Η Μ.Υ. έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο επί του οποίου είχε στηριχθεί. Αντεξεταζόμενη υπέδειξε ότι τα όσα έγγραφα είχε στη διάθεση της αναφέροντο στην τελευταία σελίδα της έκθεσης της, (Έγγραφο Γ), με την ένδειξη «Παραρτήματα» και προέβαλε ότι δεν τα είχε επισυνάψει στο Έγγραφο Γ για σκοπούς ευκολίας αφού όλα ήταν ήδη κατατεθειμένα. Ασφαλώς βέβαια αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού δεν είχαν κατατεθεί όλα ως η ίδια θεωρούσε. β) Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τέτοιων εγγράφων είναι η «λίστα αφαιρέσεων» για την οποία δεν αμφισβητείται ότι τής την είχαν δώσει οι Εναγόμενοι (μέσω του δικηγόρου τους). Η τριαντασέλιδη αυτή λίστα εν τέλει κατατέθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Υ. και δη κατόπιν αιτήματος της άλλης πλευράς ως Τεκμήριο 109. Δεν επεξηγήθηκε ιδιαίτερα από τη Μ.Υ. το εν λόγω έγγραφο, πλην όμως είναι προφανές ότι στις πρώτες 20 σελίδες περιλαμβάνονται διάφορα επιμέρους ποσά συμποσούμενα σε €125.126,28 ενώ στις τελευταίες 10 σελίδες παρατίθενται διάφορες καταχωρίσεις στον τρεχούμενο για την περίοδο 31.5.94 έως 12.8.11 οι οποίες φαίνεται να αφορούν μέρος των προαναφερόμενων ποσών, καταγραμμένων χρονολογικά και οι οποίες συμποσούνται σε €62.404,88. Το πρώτο μέρος φαίνεται να είναι αυτό το οποίο περιγράφεται από τη Μ.Υ. στα παραρτήματα του Εγγράφου Γ ως «λίστα με αφαιρέσεις χρεώσεων που αφορούν την Universal, την Eurolife, αφορούν commissions, premium και χρεώσεις για statements, μεταφορά στον λογαριασμό .3610, αντιλογισμούς και χρεώσεις για εκτιμήσεις». Είναι χρήσιμη η παράθεση των πρώτων αυτών ποσών ούτως ώστε να διαφανεί τι ακριβώς αφορούν και ποια περίοδο. Διευκρινίζεται ότι για τρεις ενότητες δεν υπάρχει όνομα ή περιγραφή των χρεώσεων αυτών αλλά για δύο (εκ των τριών) η περιγραφή προκύπτει από αναφορές του συνηγόρου των Εναγομένων στο στάδιο των αγορεύσεων ενώ για την τρίτη από τις χρεώσεις στο Τεκμήριο 89. Έχουν ως εξής: Περιγραφή Περίοδος Ποσό € Χρεωστικές Σημειώσεις - Advice 16.6.94 - 5.8.11 28.275,16 (G-Insurance) 7.4.98 - 29.11.10 19.134,46 Commissions 2.10.96 - 10.10.96 69,50 (Εκτιμητικά) 19.12.03 - 9.12.10 2.809,13 Eurolife 14.7.98 - 14.10.10 11.026,31 Έξοδα υπερβάσεων 30.1.95 - 12.8.11 7.353,29 Εμβάσματα στον λογ. [ ] χωρίς έγκριση 21.2.06 - 6.7.10 49.528,00 Ins. Premium 5.7.99 - 5.7.99 180,00 Καταστάσεις - Διαχείριση Λογαριασμού 24.1.95 - 22.7.11 1.111,97 (Universal) 3.4.02 - 24.10.08 5.638,38 Σύνολο 125.126,28 Δεν παραγνωρίζω την εισήγηση της Ενάγουσας ότι από τα πιο πάνω υπάρχουν χρεώσεις τις οποίες δεν αφαίρεσε η Μ.Υ. αφού αυτό που έχει σημασία είναι πως όσα αφαίρεσε ήταν καθ΄ υπόδειξη των Εναγομένων. Μάλιστα η Μ.Υ. δήλωσε έτοιμη, αναλόγως της δικαστικής κρίσης, να διαφοροποιήσει τη μελέτη και να παρουσιάσει ένα άλλο υπόλοιπο. Η λογική της Μ.Υ. ήταν πως η ίδια δεν είναι νομικός να κρίνει για τη νομιμότητα ή παρανομία των χρεώσεων, εξ ου και ακολούθησε τους όρους εντολής που είχε. Πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι αυτό, το οποίο εντίμως παραδέχθηκε η Μ.Υ. ισχύει για όλες τις ενέργειες της, υπό την έννοια ότι στην πραγματικότητα αυτό το οποίο έπραξε ήταν απλά να εκτελέσει τις μαθηματικές πράξεις, ήτοι να προβεί σε αναδόμηση αποδεχόμενη τις θέσεις των Εναγομένων τόσο για τις πιο πάνω αφαιρέσεις όσο και για άλλα θέματα όπως οι τόκοι, ο ανατοκισμός και η μέθοδος υπολογισμού τους. Είναι χαρακτηριστικά από την αντεξέταση της τα ακόλουθα: «Α. Έχω λάβει από την πλευρά του δανειολήπτη συγκεκριμένη λίστα κατ΄ ισχυρισμόν του δανειολήπτη ότι αυτά τα ποσά δεν θα έπρεπε να χρεωθούν. Έχω αφαιρέσει αυτά τα ποσά, αλλά το Δικαστήριο θα κρίνει αν αυτά τα ποσά θα πρέπει ή όχι να αφαιρεθούν». ............................ «Ε. Δηλαδή στο παράρτημα 1 είναι ό,τι σας είπε ο δανειολήπτης ότι ήθελε να αφαιρέσετε; Α. Μάλιστα. Ε Εσείς δεν κάνατε κάποια μελέτη για να δείτε αν σύμφωνα με την πληθώρα των συμφωνιών που σας δόθηκαν, αν έπρεπε να αφαιρεθούν; Α. Εγώ δεν είμαι νομικός να κρίνω αν οι χρεώσεις είναι νόμιμες ή παράνομες, εγώ λειτούργησα με βάση τους όρους εντολής και ένας από τους όρους ήταν να αφαιρεθούν τούτα τα ποσά που κατ΄ ισχυρσιμόν του δανειολήπτη δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Από εκεί και πέρα, θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Ε. Μέσα στο παράρτημα 1 που είναι η λίστα με τις αφαιρέσεις που κάνατε, σας λέχθηκε ότι έπρεπε να αφαιρέσετε και τις δόσεις που πληρώθηκαν για την πληρωμή του δανείου ..3610 από τον επίδικο λογαριασμό; Α. Μάλιστα». γ) Από την προφορική μαρτυρία της Μ.Υ. ήταν σαφές ότι η ίδια δεν είχε στη διάθεση της ούτε οποιαδήποτε από τις συμφωνίες, οι οποίες είχαν υπογραφεί κατά το διάστημα 1994 έως 2011 αλλά ούτε και όλες τις αποφάσεις. Η μάρτυς ήταν ξεκάθαρη ότι εργάστηκε στη βάση κάποιων τραπεζικών αποφάσεων και ότι οι ημερομηνίες τις οποίες κατέγραψε στο Έγγραφο Γ αφορούν τέτοιες αποφάσεις. Όπως διαπιστώνεται από την αντιπαραβολή των ημερομηνιών (που η ίδια κατέγραψε) με τα παρουσιασθέντα προηγουμένως ως τεκμήρια, η Μ.Υ. είχε στην κατοχή της τα Τεκμήρια 11, 13, 15, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 36, 39, 43, 46, 52 και 57 αλλά δεν είχε στη διάθεση της καμμιά από τις συμφωνίες και κυρίως δεν είχε τις εξής αποφάσεις της τράπεζας: - ημερ. 29.1.07, Τεκμήριο 96 - ημερ. 13.6.08, Τεκμήριο 67 - ημερ. 22.5.09, Τεκμήριο 48 - ημερ. 12.4.10, Τεκμήριο 58 - ημερ. 22.3.11, Τεκμήριο 60 (+103). Τόσο για τις πιο πάνω αποφάσεις όσο και γενικά για τις συμφωνίες η Μ.Υ. είχε την άποψη ότι δεν περιέχουν οτιδήποτε το οποίο έχει διαφοροποιήσει καθ΄οιονδήποτε χρόνο την τιμολόγηση. Η πραγματικότητα όμως σε σχέση με τις αποφάσεις (που δεν είχε) είναι διαφορετική καθότι ως έχει διαπιστωθεί:
  1. i)Με το Τεκμήριο 96 είχαν εγκριθεί δύο δάνεια των οποίων οι δόσεις (Λ.Κ.344 και Λ.Κ.283) πληρώνονταν με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού.
  2. ii)Με το Τεκμήριο 67 είχαν εγκριθεί άλλα δύο δάνεια των οποίων οι δόσεις (CHF 903,74 ΚΑΙ €3.169,38) πληρώνονταν επίσης με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού. iii) Με το Τεκμήριο 48 επανεγκρίθηκε το όριο του τρεχούμενου με συμφωνηθέν επιτόκιο 7,75% ετησίως και τα έξοδα χρεώθηκαν στον τρεχούμενο.
  3. iv)Με το Τεκμήριο 58 τροποποιήθηκαν οι εξασφαλίσεις και τα έξοδα χρεώθηκαν στον τρεχούμενο.
  4. v)Με το Τεκμήριο 60 μειώθηκε το όριο του τρεχούμενου (σε €150.000) και ο τόκος συμφωνήθηκε επίσης σε 7,75% ετησίως. δ) Ήταν εξίσου σαφές ότι η Μ.Υ. προχώρησε παράλληλα σε ερμηνεία, πάντα κατά τη δική της γνώση και κρίση, κάποιων από τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της και κυρίως ότι βάσει της γνώμης της προχώρησε στην αφαίρεση συγκεκριμένων ποσών ή και διαφοροποίησης των τόκων. Ένα τέτοιο ζήτημα προκύπτει από την εισήγηση της ότι η ισοτιμία της λίρας με το ευρώ είχε κλειδώσει από το 2005 αφενός χωρίς να παραπέμψει σε οποιοδήποτε σχετικό επίσημο έγγραφο περί τούτου και αφετέρου παραγνωρίζοντας τις πρόνοιες του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Ν.33(Ι)/07 και της προαναφερθείσας Κ.Δ.Π. 311/07 με την οποία γνωστοποιήθηκε η αμετάκλητη ισοτιμία. Κατά παρόμοιο τρόπο η Μ.Υ. επέμεινε επίσης ότι η απόφαση της Κ.Τ. ημερομηνίας 21.12.07, Τεκμήριο 104, αφορούσε και τους τρεχούμενους λογαριασμούς ενώ η απόφαση αναφέρεται σε υφιστάμενα (τότε) δάνεια σε λίρες Κύπρου. Περαιτέρω ενώ στην απόφαση ημερ. 29.4.09, Τεκμήριο 46 ήταν σαφές ότι το βασικό επιτόκιο είχε συμφωνηθεί με την υπογραφή της Εναγομένης 1 σε 5.25% η ίδια η Μ.Υ. επέμεινε ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοια αύξηση και άρα κατά την ίδια δεν μπορούσε να ισχύει και η σχετική δημοσίευση αύξησης με το Τεκμήριο 93. Το ότι όμως το επιτόκιο ύψους 5.25% αφορούσε γενικά τον τρεχούμενο (και όχι μόνο το προσωρινό όριο) επιβεβαιώνεται από τη συμπερίληψη στους «Λοιπούς Όρους και Προϋποθέσεις» του Τεκμηρίου 46, ειδικής πρόνοιας ότι «για την προσωρινή υπέρβαση ο λογαριασμός θα χρεώνεται με επιπλέον επιτόκιο 2% για όλη τη διάρκεια ισχύος της υπέρβασης». Είναι αυτονόητο ότι εάν το 5.25% αφορούσε μόνο την υπέρβαση δεν θα απαιτείτο ειδική αναφορά σε άλλο σημείο για επιπλέον χρέωση του λογαριασμού. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί πως το ποσοστό 5.25% το είχε αποδεχθεί ήδη η Εναγόμενη 1 και επί της αίτησης της, Τεκμήριο 45. Βέβαια παρέλκει κατά κάποιον τρόπο η διευκρίνιση πως, όταν η Μ.Υ. προβάλλει ότι «η προσωρινή παραχώρηση υπέρβασης του ορίου ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, εν πάση περιπτώσει», προφανώς εννοεί στη βάση των δικών της υπολογισμών, οι οποίοι ως έχει λεχθεί δεν υποστηρίζονται από τα έγγραφα και την καταγεγραμμένη κίνηση του λογαριασμού. Συνολικά η Εναγόμενη 1 είχε ζητήσει σε οκτώ περιπτώσεις προσωρινή αύξηση του ορίου από το 1998 έως το 2010 (για περίοδο ενός μηνός περίπου κάθε φορά) και θα ήταν παράλογο να λεχθεί πως η υπέρβαση ήταν αχρείαστη ή άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως το λογικό είναι πως η Εναγόμενη 1, γνωρίζοντας τις συμφωνίες της, την κίνηση του λογαριασμού και τις ανάγκες της, υπέβαλε τις αιτήσεις για αύξηση ορίου οι οποίες αναφέρονται στα Τεκμήρια 15, 20, 26, 39, 43, 46, 52 και 55 και συνεπώς το χρησιμοποίησε σε όλες τις περιπτώσεις. ε) Παρομοίως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι βάσιμα αφαιρέθηκαν τα ποσά τα οποία η τράπεζα είχε εμβάσει στον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. [ ]. Πρόκειται για ποσά τα οποία είναι παραδεκτό ότι εμφαίνονται στο Τεκμήριο 107 ως μεταφορές από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄ αρ. [ ] και δηλώθηκε εδώ ως παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 107 είχε κατατεθεί στην αγωγή 1260/13 η οποία αφορούσε τον λογαριασμό υπ΄ αρ. [ ]. Ούτε αμφισβητείται ότι το πιο πάνω δάνειο είχε χορηγηθεί προσωπικά στον Εναγόμενο 2 προς όφελος του οποίου και έγιναν οι πληρωμές. Ασφαλώς η τράπεζα δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να προβαίνει σε τέτοιες πληρωμές χωρίς σχετικές οδηγίες. Αυτές οι πληρωμές ξεκινούν από τις 21.2.06 και καλύπτουν χρονικό διάστημα μέχρι τις 6.7.10 ενώ οι καθυστερήσεις του δανείου εξοφλήθηκαν εν τέλει και πάλι με μεταφορά (από τον επίδικο τρεχούμενο) ποσού €8.875 στις 31.3.11, για την οποία υπήρξαν γραπτές οδηγίες και δεν αμφισβητείται (Τεκμήριο 65). Η Ενάγουσα έχει δίκαιο ότι οι συνολικές πληρωμές (εμβάσματα) είναι περισσότερες από αυτές που έλαβε υπόψιν η Μ.Υ. Όλες οι 53 πληρωμές εμφαίνονται στην κατάσταση του τρεχούμενου, το Τεκμήριο 89. Ασφαλώς η Εναγόμενη 1 λάμβανε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καταστάσεις του λογαριασμού αυτού και είχε γνώση για τα εμβάσματα. Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι για τέσσερα έτη μεταφέροντο χρήματα σε δάνειο του διευθυντή και μετόχου της χωρίς τη δική της έγκριση. Υπό τις περιστάσεις αυτές το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι είχε πλήρη γνώση για τα εμβάσματα, ότι αυτά ήταν με την έγκριση της και ότι υπήρξαν καθυστερήσεις από το 2010 και μετά, εξ ου και τέθηκε ως όρος στις 22.3.11 η κάλυψη των καθυστερήσεων αυτών, πράγμα που υλοποιήθηκε (Τεκμήριο 60). Παρεμβάλλεται εδώ ότι το ίδιο ισχύει και για τα εμβάσματα στους λογαριασμούς υπ΄ αρ. [ ], [ ], [ ], [ ], τα οποία καλύπτονται τόσο από τις αποφάσεις στα Τεκμήρια 60 και 67 όσο και από την υλοποίηση τους η οποία αναμφίβολα ακολούθησε. Ανάλογη ήταν και η εξόφληση του δανείου υπ΄ αρ. [ ] με το ποσόν των €5.181.61 (ως συνάγεται από τα Τεκμήρια 65 και 89). στ) Η Μ.Υ. τόσο στην έκθεση της όσο και προφορικά επέμεινε ότι η τράπεζα μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2011 προέβαινε σε ανατοκισμό αφού επέβαλλε επιτόκια ανά τριμηνία αντί ανά εξαμηνία. Αρνήθηκε την αντίθετη θέση ότι υπολογίζονταν και φαίνονταν μεν οι τόκοι αλλά ανατοκίζονταν ανά εξαμηνία. Το δικό της επιχείρημα ήταν ότι όταν οι τόκοι θεωρούνται χρεωστικοί «σε μεταφορά» δεν επιβάλλονται στο υπόλοιπο οπότε αυτό παραμένει ως έχει χωρίς την αλλαγή (εξαιτίας τόκων) αλλά όταν χρεώνονται (προστίθενται) και διαφοροποιείται το υπόλοιπο τότε σημαίνει πως επηρεάζουν το υπόλοιπο και πως δεν λαμβάνονται υπόψιν ανά εξαμηνία αλλά ανά τριμηνία. Δηλαδή, κατά την ίδια, εάν η τράπεζα ήθελε να επιβάλει τόκους ανά εξαμηνία τότε θα έπρεπε κατά τις ενδιάμεσες τριμηνίες να καταγράφονται («θεωρούνται») ως «χρεωστικοί τόκοι σε μεταφορά». Χρησιμοποίησε κατά τη μαρτυρία της συγκεκριμένο ενδεικτικό παράδειγμα από το Τεκμήριο 89 και συγκεκριμένα την ημερομηνία 30.9.01, όπου οι «χρεωστικοί τόκοι από μεταφορά» προστίθενται με τους «χρεωστικούς τόκους περιόδου» και το άθροισμα τους (ήτοι το ποσόν των €787,68) προστίθεται εν συνεχεία στο υπόλοιπο του τρεχούμενου της ημέρας εκείνης ενώ εάν η τράπεζα δεν ήθελε να χρεώσει τους τόκους εκείνη τη μέρα και ήθελε να τους χρεώσει στις 31.12.01 τότε θα τους παρουσίαζε στην κατάσταση ως «χρεωστικούς τόκους σε μεταφορά» (όπως π.χ. η Μ.Υ. είχε υποδείξει για τις 16.9.11). Δεν θα συμφωνήσω με το επιχείρημα της Μ.Υ.. Είναι προφανές ότι η Μ.Υ. εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι επειδή οι τόκοι προστίθεντο στο υπόλοιπο ανά τριμηνία αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι γινόταν ανατοκισμός ανά τριμηνία. Στο παράδειγμα (που ανέφερε) το άθροισμα των €562,53 ήταν όντως οι συσσωρευμένοι τόκοι των δύο προηγούμενων μηνών (Ιουλίου-Αυγούστου). Όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 η πρακτική της τράπεζας ήταν να χρεώνονται στο υπόλοιπο ανά τριμηνία. Αυτό όμως σήμαινε να προστίθενται ανά τριμηνία ούτως ώστε να παρουσιάζεται το πραγματικό υπόλοιπο, δηλαδή η αληθής κατάσταση του ορίου και γενικά του λογαριασμού. Σε καμμιά περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί οποιοσδήποτε υπολογισμός ή έχει καταδειχθεί με άλλον τρόπο ή δύναται το δικαστήριο να διαπιστώσει ότι διενεργείτο ανατοκισμός ανά τριμηνία. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 89 (στη σελ. 193) οι τόκοι Ιουλίου 2001 ήταν €306,93, οι τόκοι Αυγούστου 2001 ήταν €255,60 και αυτά τα δύο ποσά αποτελούν το ποσό των €562,53 που ήταν το εκ μεταφοράς ποσό το οποίο προστέθηκε με το ποσό των €225,15 για τον Σεπτέμβριο δίδοντας το ποσό των €787,68 για την τριμηνία. Για να υπήρχε ανατοκισμός θα έπρεπε αυτό το ποσό να τοκίζετο οποτεδήποτε πριν το τέλος της εξαμηνίας, ήτοι πριν τις 31.12.01 και δεν υπάρχει καμμιά τέτοια ένδειξη. Το αντίθετο συνάγεται εκ του ότι το επιμέρους ποσό για τον κάθε μήνα, ως είχε στις προηγούμενες περιόδους, απλά προστέθηκε στο υπόλοιπο. Ενώ εάν υπήρχε ανατοκισμός θα ανέμενε κάποιος να δει ψηλότερα ποσά στην τριμηνία. Εννοείται ότι τα πιο πάνω ισχύουν κατ΄ αναλογίαν και για όλες τις άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τόκοι όντως είχαν προστεθεί στο τέλος της τριμηνίας. Στη βάση των πιο πάνω δεν συμφωνώ με την κατάληξη της Μ.Υ. και συγκεκριμένα ότι η δική της μελέτη δύναται να αποτελέσει τη βάση για την πορεία του λογαριασμού ή έστω για μια βάσιμη αναθεώρηση του. Το θέμα της χρήσης του αποκαλούμενου «εμπορικού έτους» των 360 ημερών θεωρώ πως ανήκει στη νομική πτυχή της υπόθεσης και τυγχάνει χειρισμού κατωτέρω. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Εναγόμενοι με την αγόρευσή τους εγείρουν κατ' αρχάς ζητήματα τα οποία είχαν εγείρει και με την υπεράσπισή τους στην παλαιότερη αγωγή υπ' αρ. 1324/13 και τα οποία σχετίζονται με την υπόσταση της Τράπεζας Κύπρου, τη νομιμοποίηση της Gordian Holdings να υποκατασταθεί στη θέση της αρχικής Ενάγουσας, τη συνταγματικότητα του Ν.169
(1)/15 και την καταχρηστικότητα συμβατικών όρων. Με τα ζητήματα αυτά έχει ασχοληθεί το παρόν Δικαστήριο (υπό την ίδια σύνθεση) στην απόφαση που εξέδωσε στις 21.5.21. Έχω την άποψη ότι τα όσα είχαν αναφερθεί στην απόφαση εκείνη απαντούν στα ζητήματα τα οποία εγείρονται. Για σκοπούς πληρότητας και μόνον παρατίθενται και στην παρούσα με μικρές διαφοροποιήσεις (εάν απαιτείται) ούτως ώστε να συνάδουν με τα πραγματικά δεδομένα βάσει της εδώ μαρτυρίας. Διευκρινίζεται μόνον ότι τα όσα είχαν εκεί λεχθεί για τον Ν.169
(1)/15 φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από την πρόσφατη αλλαγή την οποία επέφερε στις 27.7.22 ο τροποποιητικός Ν.129
(1)/22 στο επίμαχο άρθρο 3 του βασικού Νόμου. Α. Υπόσταση Τράπεζας Σε σχέση με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, προέχει κατά λογική σειρά η εξέταση των εισηγήσεων ότι δεν έχουν δικογραφηθεί ισχυρισμοί περί του ότι η Τράπεζα ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα (Α.Π.Ι). Η πραγματικότητα είναι πως από την πρώτη παράγραφο της έκθεσης απαίτησης υπήρξε ισχυρισμός ότι η "Ενάγουσα είναι Τράπεζα διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες" και ακολούθως, παρατίθενται τα ονόματα με τελευταίο αυτό με το οποίο ήγειρε την αγωγή. Η μόνη απάντηση στην υπεράσπιση ήταν πως οι Εναγόμενοι αγνοούν και συνεπώς, αρνούντο. Ασφαλώς, εάν η θέση των Εναγομένων ήταν πως η αγωγή είχε καταχωριστεί από ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, θα λάμβαναν άλλα μέτρα πολύ νωρίτερα για διαγραφή της αγωγής. Αντιθέτως όμως, συνέχισαν τη διαδικασία, προβάλλοντας μάλιστα και ανταπαίτηση, δεχόμενοι έτσι την ύπαρξή της ως νομικού προσώπου με την αναφερόμενη επωνυμία, η οποία και παραπέμπει σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η ουσία είναι ότι η Τράπεζα έχει παρουσιαστεί ως νομικό πρόσωπο με άδεια για τραπεζικές εργασίες και περαιτέρω, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας το έχει στοιχειοθετήσει με τα Τεκμήρια 2 και 3, τα οποία επεξηγήθηκαν νωρίτερα. Βασικά, στην παρούσα περίπτωση ισχύει τόσο το τεκμήριο κανονικότητας, όπως αναλύθηκε στην υπόθεση K.N.G Autoparts Ltd ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ.689, όσο και το ότι η κίνηση μηχανισμού αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη διάδικου, οπότε, αυτός ο οποίος αμφισβητεί έχει την ευκαιρία να ελέγξει και λάβει μέτρα σε αρχικό στάδιο για τον τερματισμό της διαδικασίας, όπως εξηγήθηκε στην Lioufis and Co Ltd ν. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 773. Δεν συμφωνώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα είτε ως προς την ύπαρξη της Τράπεζας ως νομικής οντότητας είτε ως προς την ιδιότητά της ως Α.Π.Ι. Β. Νομιμοποίηση Gordian Το επόμενο ζήτημα αφορά τη νομιμοποίηση της Gordian να συνεχίσει την αγωγή υποκαθιστώντας την αρχική Ενάγουσα Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του Ν.169
(1)/15 είναι όπως οι πιστωτικές διευκολύνσεις μη υπερβαίνουν το ποσό του €1.000.000 και ο δανειολήπτης να είναι μικρή επιχείρηση. Το σχετικό άρθρο 3 εδ.
(1)και
(2)έχει ως εξής: "3.‑
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000)
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19". Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι με το εδ.
(2)ουσιαστικά εισάγεται διαφοροποίηση αφενός μεταξύ των διευκολύνσεων στις οποίες ο πιστωτής είναι Α.Π.Ι, οπότε εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 και αφετέρου των διευκολύνσεων στις οποίες ο πιστωτής δεν είναι Α.Π.Ι, οπότε δεν εφαρμόζονται τα άρθρα αυτά, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του Νόμου είναι οι διευκολύνσεις να μην υπερβαίνουν το ποσό του €1.000.000 και ο πιστωτής είναι μικρή επιχείρηση. Αυτό το οποίο προκύπτει, είναι ότι με το εδ.
(1)είχαν όντως τεθεί κάποια "όρια". Το ότι πρόκειται για "όρια" προκύπτει με βεβαιότητα λόγω του χαρακτηρισμού τους ως τέτοιων από το αρχικό κείμενο του Νόμου, δηλαδή πριν την τροποποίηση από τον Ν.86
(1)/18 όπου το παλαιό εδ.
(2)προέβλεπε: "
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19". Παρατηρείται λοιπόν, ότι με τον αρχικό Νόμο δεν απαγορεύετο η πώληση πιστώσεων οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια του εδ.
(1), αλλά έπρεπε να ακολουθούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19. Το ερώτημα είναι αν απαγορεύτηκαν τέτοιες πωλήσεις μετά την τροποποίηση του 2018; Δεν εξάγεται τέτοια απαγόρευση όμως από το κείμενο του εδ.
(2)όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά το αντίθετο. Το εδ.
(1)τόσον στην παρ. (Α) όσο και στην παρ. (Β), αναφέρεται ήδη σε Α.Π.Ι και αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραπέμψει μόνο αυτές τις περιπτώσεις στα άρθρα 18 και 19, τότε πολύ απλά θα αναφερόταν σε αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις του εδ.
(1), με τα όρια. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά διατήρησε τη φράση "Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις...". Η φράση αυτή σημαίνει ότι άσχετα και ανεξάρτητα από όσα προνοούνται στο εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις με εμπλεκόμενο Α.Π.Ι διέπονται από τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Επιβεβαίωση αποτελούν οι πρόνοιες του εδ.
(3)το οποίο περιέχει τις μόνες εξαιρέσεις (για κατοίκους, εργασίες, επενδύσεις, ιδιοκτησίες ή δίκαιο ξένης χώρας). Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως και με τις πρόνοιες του άρθρου 18, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε "πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων" κάποιου Α.Π.Ι ενώ η πρόθεση του Νομοθέτη διαφαίνεται και από την πρόσφατη τροποποίηση, ως έχει λεχθεί πιο πριν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 12.6.19 καταχωρίστηκε στον δικαστικό φάκελο Ειδοποίηση με βάση το άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Ν.169
(1)/15, το οποίο, για ό,τι ενδιαφέρει, έχει ως εξής: "
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που (μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος". Ας σημειωθεί, σε σχέση με την παρούσα, ότι το Τεκμήριο 5 είναι οι επιστολές της Τράπεζας ημερ. 30.10.18 με τις οποίες είχε καλέσει βάσει του άρθρου 18
(1)(β) τους Εναγόμενους να υποβάλουν αν ήθελαν σχετική πρόταση εξαγοράς, ενώ το Τεκμήριο 7 είναι οι επιστολές ημερ. 31.5.19 με τις οποίες υπήρξε ενημέρωση βάσει του άρθρου 19 ότι στις 30.5.19 οι πιστωτικές διευκολύνσεις και οι εξασφαλίσεις είχαν μεταφερθεί στην Gordian. Οι λεπτομέρειες των πιο πάνω ενεργειών περιέχονται στην αποδεκτή γραπτή μαρτυρία του Μ.Ε. και δεν έχουν επίσης αμφισβητηθεί. Όπως δεν αμφισβητείται το ότι είχαν σταλεί κανονικά οι ειδοποιήσεις εξαγοράς και το ότι υπήρξε πρόταση εξαγοράς από πλευράς Εναγομένων. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση των Εναγομένων ότι απαιτείτο τροποποίηση της αγωγής ούτως ώστε να αποδείξει η Gordian ότι απέκτησε τα δικαιώματα επί της αγωγής. Ο ίδιος ο Νόμος στο πιο πάνω άρθρο 18
(4)περιέλαβε διάταξη δικονομικής φύσης ως προς το ζήτημα, η οποία ασφαλώς και υπερισχύει οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού όπως η Δ.12, σε αντίθεση με τα όσα προέβαλαν οι Εναγόμενοι. Έχω την άποψη πως όταν στην επιφύλαξη του εδ.
(4)αναφέρεται η φράση "ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου", σαφώς εννοείται και άλλη δικονομική διάταξη, όπως ήταν και ο σκοπός της πρόνοιας. Θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό ότι από τη μια πλευρά εννοείτο πως δεν απαιτείται οτιδήποτε εκτός της ειδοποίησης και από την άλλη ότι απαιτείται τροποποίηση με βάση τους Θεσμούς. Άλλωστε, σε άλλο σημείο και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δέχονται στην αγόρευσή τους ότι οι πρόνοιες του Ν. 169
(1)/15 υπερτερούν έναντι των προνοιών άλλων γενικότερων νομοθεσιών. Ούτε βέβαια θα μπορούσε να ισχύει τυχόν επιχείρημα ότι η Ειδοποίηση δεν είχε καταχωριστεί από τον ίδιο τον εκχωρητή. Αυτή καταχωρίστηκε μεν από δικηγόρο, η οποία όμως ήταν η δικηγόρος της Τράπεζας μέχρι εκείνη τη μέρα και σαφώς οι ενέργειες και οι δηλώσεις της δεσμεύουν τη μέχρι τότε Ενάγουσα Τράπεζα, στο πλαίσιο του αρχικού διορισμού και εξουσιοδότησής της προς δικηγόρους η οποία δεν είχε ανακληθεί. Ας προστεθεί στο πιο πάνω πως οι Εναγόμενοι έλαβαν μέρος στη διαδικασία υποβάλλοντας και σχετική προσφορά, ως έχει καταδειχθεί από τα Τεκμήρια 5, 6 και 7, εκπροσωπούμενοι από δικηγόρους. Αν υπήρχε οποιαδήποτε υπόνοια για παρανομία, ασφαλώς θα προέβαιναν σε καταγγελία είτε στον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας για διοικητικές κυρώσεις είτε στον Γενικό Εισαγγελέα για ποινικές κυρώσεις (άρθρα 21 και 22 του Ν.169
(1)/15). Γ. Καταχρηστικότητα Χωρίς οποιοδήποτε δικογραφικό υπόβαθρο, οι Εναγόμενοι με την αγόρευσή τους ήγειραν σειρά εισηγήσεων ζητώντας όπως γίνει δεκτό ότι υπάρχουν πρόνοιες που αφορούν καταχρηστικές ρήτρες και εφαρμογή αθέμιτων εμπορικών πρακτικών βάσει του Ν.93
(1)/96 τουλάχιστον για την Εναγόμενη 3, ενώ, εν όψει και του πρόσφατου Ν.62
(1)/20, εισηγούνται ότι η προστασία πρέπει να επεκταθεί και στους Εναγόμενους 1 και 2. Οι εισηγήσεις καταλήγουν στην τελική θέση ότι με εξαίρεση τις ρήτρες οι οποίες καθορίζουν το κύριο αντικείμενό της, όλες οι υπόλοιπες θα πρέπει κατά τους Εναγόμενους να κριθούν καταχρηστικές και στη συνέχεια, η συμφωνία χωρίς όλες αυτές, να κριθεί ως αόριστη και άρα μη δεσμευτική και ή άκυρη. Είναι ορθή η εισήγηση ότι ο Ν.93
(1)/96 αφορά την προστασία φυσικών προσώπων, των καταναλωτών, κατά την κατάρτιση συμβάσεων για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την επιχείρησή τους. Εξ ου και οι Εναγόμενοι περιόρισαν την εισήγησή τους μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη 3 και ουσιαστικά, εκ των πραγμάτων, μόνο σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης. Ο Νόμος όμως αποκλείει την αμφισβήτηση ρήτρας σχετικής με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης όταν αυτή είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει υποδειχθεί κάποια συγκεκριμένη ρήτρα από τη σύμβαση εγγύησης, η οποία δυνητικά θα μπορούσε να κριθεί ως καταχρηστική. Ούτε υπό την έννοια ότι δημιούργησε σε βάρος της Εναγόμενης 3 σημαντική ανισότητα μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (άρθρο 5) ούτε σε σχέση με άλλη ρήτρα από το Παράρτημα του Νόμου. Όσον αφορά τον Ν.62
(1)/20, αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 12.10.20 μετά που σειρά άρθρων του είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικά (στην Αναφορά υπ' αρ. 3/2019) και με το άρθρο 9 έδωσε εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης προς τούτο, να εξετάζει κατά πόσον οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα είναι καταχρηστική και να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα παύσης ή λήψης διορθωτικών μέτρων ή άλλης ενέργειας αναγκαίας ή εύλογης. Δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι ακολουθήθηκε τέτοια διαδικασία από τους Εναγόμενους 1 και 2. Δ. Συνταγματικότητα Οι Εναγόμενοι αγορεύοντας, προέβαλαν επίσης ότι με τον Ν.169
(1)/15 πλήττεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά τους του συμβάλλεσθαι ελευθέρως (άρθρο 26), καθότι πραγματοποιείται παρέμβαση στην ελευθερία τους να επιλέγουν τους αντισυμβαλλόμενούς τους. Οι πρόνοιες και οι περιστάσεις υπό τις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω Νόμος έχουν εξηγηθεί πιο πριν. Το ίδιο το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Η εκχώρηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από σύμβαση είναι θεσμός αναγνωρισμένος από το ημεδαπό συμβατικό δίκαιο, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου,
(1994)1 Α.Α.Δ 479, Vassos Ayiomamitis Developments Ltd v. Θωμαΐδη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 238). Η εξαγορά πιστωτικής διευκόλυνσης προσομοιάζει με την εκχώρηση και είναι νόμιμη μόνο όταν τηρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις του προαναφερθέντος ειδικού Ν.169
(1)/15, ο οποίος επίσης αναφέρεται στην έννοια του "εκχωρητή" (στο άρθρο 18.4). Μέσω της διαδικασίας οι αντισυμβαλλόμενοι Εναγόμενοι έλαβαν πλήρη γνώση και μάλιστα, υπέβαλαν και πρόταση. Δεν συμφωνώ ότι επηρεάστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματά τους, ο δε αγοραστής της πιστωτικής διευκόλυνσης δεν απέκτησε κανένα ισχυρότερο δικαίωμα από όσα είχε ο εκχωρητής. Ας σημειωθεί δε, πως το δικαίωμα εκχώρησης η Τράπεζα το είχε ούτως ή άλλως από την ίδια τη σύμβαση (όρος 15 του Τεκμηρίου 61). Ε. Απόδειξη Απαίτησης Μέσα από την αξιολόγηση και τα ευρήματα έχει προκύψει ότι η Εναγόμενη 1 είχε μια μακρόχρονη και πολυεπίπεδη συνεργασία με την Τράπεζα Κύπρου, με επίκεντρο την εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Η συνεργασία αυτή περιελάμβανε τη χορήγηση δανείων, την έκδοση εγγυητικών επιστολών και την έγκριση ορίου σε τρεχούμενους λογαριασμούς, προφανώς για σκοπούς ρευστότητας στα πλαίσια των εργασιών της Εναγόμενης
  1. Η παρούσα αγωγή εστιάζεται στον τρεχούμενο υπ' αρ. [ ], ο οποίος λειτούργησε από το 1994 έως το
  2. Η όλη πορεία της συνεργασίας, από πλευράς αιτήσεων, πιστώσεων, εξασφαλίσεων και τερματισμού, έχει καταγραφεί πιο πριν με λεπτομέρεια, δεν αμφισβητείται και δεν απαιτείται επανάληψη σε αυτό το σημείο. Η δε κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού από πλευράς χρεωπιστώσεων καταγράφεται στο Τεκμήριο
  3. Όπως έχει επίσης προκύψει στη βάση των ευρημάτων, κατά καιρούς είχαν υπογραφεί μεταξύ τράπεζας και Εναγόμενης 1 διάφορες συμφωνίες στη βάση των οποίων λειτουργούσε ο τρεχούμενος λογαριασμός, αρχής γενομένης από το Τεκμήριο 9 ημερ. 26.5.
  4. Οι εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 εμφανίζονται για πρώτη φορά με το Τεκμήριο 17 ημερ. 27.1.00 και τίθενται ως όρος σε σειρά άλλων εγκρίσεων οπότε υπογράφονται μεταγενέστερες συμβάσεις. Μέχρι την ελευθεροποίηση του επιτοκίου με τον Ν.160
(1)/99 σε καμία περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα υπέρβασης του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου τόκου (9%) ή ανατοκισμού, πράγμα το οποίο επίσης απαγορεύετο από τον περί Τόκου Ν.2/
  1. Καθ' όλη την υπόλοιπη περίοδο λειτουργίας του τρεχούμενου οι χρεώσεις και ο τοκισμός ή ανατοκισμός εγίνοντο στη βάση των αιτήσεων και των αποδοχών, τις οποίες πάντοτε υπέγραφε η Εναγόμενη
  2. Στις 30.3.11 υπεγράφησαν οι πιο πρόσφατες συμφωνίες μεταξύ τράπεζας και Εναγόμενης 1, ήτοι το Τεκμήριο 61, ο σχετικός κατάλογος χρεώσεων, ήτοι το Τεκμήριο 62, καθώς και το εγγυητήριο περιορισμένο ποσού (€180.000) από τους Εναγόμενους 2 και 3, ήτοι το Τεκμήριο
  3. Η Εναγόμενη 1 ποτέ δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο με εξαίρεση την επιστολή της ημερ. 26.5.11, Τεκμήριο 81, η οποία ούτως ή άλλως αφορούσε κάποιες χρεώσεις ύψους €9.291,
  4. Αυτό σίγουρα την εμποδίζει από το να ισχυρίζεται ότι ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός προς όφελός της. Ασφαλώς ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός και σε υπέρβαση του ορίου, πράγμα που έδωσε το δικαίωμα στην αποστολή προειδοποιητικών επιστολών κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2011 (Τεκμήρια 80, 83) και στον μεταγενέστερο τερματισμό βάσει του άρθρου 4 της συμφωνίας στις 15.9.
  5. Ούτως ή άλλως βέβαια, η ίδια η καταχώριση της αγωγής αυτής τερμάτισε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (βλ. Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 87/2013, ημερ. 3.12.19). Παρά τα πιο πάνω, η σημερινή Ενάγουσα έχει αφαιρέσει από την κατάσταση Τεκμήριο 89 αριθμό χρεώσεων και εξόδων, ως αναλυτικά καταγράφεται στο Τεκμήριο 105, φροντίζοντας όπως αυτό γίνει με την ορθή σειρά ούτως ώστε να αφαιρείται και ο τοκισμός που είχε γίνει κατά τον επίδικο χρόνο ενώ παράλληλα αφαιρέθηκε και οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας. Συνολικά αφαιρέθηκε ποσό ύψους €70.734, 93 (το οποίο, ας σημειωθεί για ό, τι αξίζει, υπερβαίνει το ποσό των €62.404, 88 στο οποίο κατέληγε το δεύτερο μέρος της λίστας, Τεκμήριο 109). Σε σχέση με το θέμα των τόκων είναι ορθή η θέση των Εναγομένων ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Όμως, όπως ακριβώς είχε κριθεί και στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/2010, ημερ. 15.11.16 (την οποίαν επικαλούνται οι Εναγόμενοι) η αύξηση οποιουδήποτε επιτοκίου δεν οφείλεται ή στηρίζεται στην αναδρομικότητα του Νόμου αλλά στις ίδιες τις συμφωνίες οι οποίες και στην παρούσα περιείχαν συμβατικές μελλοντικές ρυθμίσεις (βλ. π.χ. τον όρο 2 της αρχικής συμφωνίας ημερ. 26.5.94, Τεκμήριο 9). Όπως είχε τονιστεί στην πιο πάνω υπόθεση έτσι και εδώ οι συμφωνίες υπεγράφησαν ελευθέρα βουλήσει και δεν υπήρξε αντιδικία επ' αυτού, το δε Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις συμφωνίες τις ερμηνεύει στη βάση της απλής γραμματικής έννοιας και σημασίας του λεκτικού τους. Αλλά και το εγειρόμενο ζήτημα υπερδιπλασιασμού του κεφαλαίου απαντάται μέσα από την ίδια πιο πάνω απόφαση αφού, ως είχε κριθεί, ένα τέτοιο ζήτημα προϋποθέτει αρχικό σταθερό κεφάλαιο, πράγμα το οποίο δεν υπάρχει στους τρεχούμενους λογαριασμούς επειδή σε αυτούς παρατηρούνται συνεχείς χρεοπιστώσεις ενώ στην παρούσα υπήρξαν και αλλεπάλληλες αυξήσεις του ορίου. Το ύψος του επιτοκίου με το οποίο επιβαρύνεται ο επίδικος τρεχούμενος είναι ως το παρέθεσε χρονολογικά ο Μ.Ε.1 (στην παράγραφο 144 του Εγγράφου Α). Ξεκίνησε το 1994 με 9% ετησίως και στη βάση σχετικών ενημερώσεων ή συμφωνιών διακυμάνθηκε σε διάφορα χαμηλότερα ποσοστά, καταλήγοντας σε 7.75% από 4.7.08 με το οποίο και συνέχισε, με μια σύντομη εξαίρεση για την περίοδο 31.3.11 μέχρι 14.6.11 (που μειώθηκε σε 7.25%). Σε όλες τις περιπτώσεις το επιτόκιο ήταν στα πλαίσια των συμφωνηθέντων και των σχετικών ανακοινώσεων της τράπεζας. Δεν συμφωνώ ότι τίθεται ζήτημα παρανομίας ως προς το ύψος του επιτοκίου. Σε σχέση με την εισήγηση περί ύπαρξης ανατοκισμού σημειώνεται πως η απαγόρευση ανατοκισμού πριν την παρέλευση εξαμήνου προνοείται τόσο στις επίδικες συμφωνίες όσο και στον Ν.160
(1)/
  1. Όπως όμως ήδη έχει διαφανεί πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί τέτοιο υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει εξαχθεί συμπέρασμα περί ύπαρξης ανατοκισμού συχνότερα. Αντιθέτως έχει διαπιστωθεί ότι ο ανατοκισμός γινόταν δις ετησίως χωρίς να επηρεάζει η εμφάνιση των τόκων ανά τρίμηνο στην κατάσταση λογαριασμού. Ως προς τις επίδικες υποθήκες θα πρέπει να υποδειχθεί πως όλες έχουν συσταθεί στη βάση των σχετικών Δηλώσεων και Εγγράφων Υποθήκευσης, με τις υπογραφές των Εναγομένων 1 και
  2. Αναμφίβολα διέπονται από τις πρόνοιες του Ν.9/65, καθώς και των συμφωνηθέντων όρων. Το ουσιώδες είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε τεθεί θέμα εξάλειψης ή διαγραφής των υποθηκών για οποιονδήποτε λόγο και τούτο προφανώς επειδή είχαν συσταθεί προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1, οι οποίες υφίστανται μέχρι σήμερα. Σε σχέση με τη χρήση του «εμπορικού έτους των 360 ημερών» για τον υπολογισμό των τόκων είναι σαφές από την υπόθεση Βογαζιανός κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 253 ότι πρόβλημα δημιουργείται μόνον για την περίοδο που ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος και τούτο μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγεί στην επιβολή τόκου μεγαλύτερου του τότε προβλεπόμενου, ήτοι του 9% ετησίως. Στην παρούσα περίπτωση και ως διαπιστώνεται από τα Τεκμήρια 105 και 106 ο υψηλότερος τόκος που έχει ληφθεί υπόψιν ήταν σε ποσοστό 8,5%, οπότε δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω συνιστά κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της και δικαιούται να επιτύχει στις αξιώσεις της σε αντίθεση με τους Εναγόμενους οι οποίοι δεν έχουν προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη της ανταπαίτησης τους η οποία υπόκειται σε απόρριψη. Ως εκ τούτου: Α) Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €217.207,83 συν τόκους προς 7.75% ετησίως επί ποσού €211.737.93 από 31.10.20 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Β) Εκδίδονται διατάγματα εκποίησης των υποθηκών ως η §16 του Εγγράφου Β (ήτοι της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.2). Γ) Εκδίδονται δηλώσεις ως η §17 του Εγγράφου Β. Δ) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ε) Επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1, 2, 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.