← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. Ν. Χ. κ.α., Αγωγή αρ. 717/2016, 24/10/2022

ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. Ν. Χ. κ.α., Αγωγή αρ. 717/2016, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 717/2016 ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Ενάγων v.

  1. Ν. Χ.
  2. Χ. Ν. Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 02.09.2022 για ενδιάμεσες θεραπείες και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 05.09.2022 Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1/Αιτητή: Ι. Νεοφύτου (κα) για Μούζουρου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: Α. Κορακίδου - Μακρίδου (κα) για Aristi Korakidou-Makridou LLC και Π. Μαρίνος Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση αφορά σε εκκρεμή υπόθεση, και δημοσιεύεται για ενημέρωση για ζήτημα ευρύτερου ενδιαφέροντος, με σχετική επεξεργασία) Το πλαίσιο της διαφοράς Με την αγωγή του, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως, ως ιδιοκτήτης της Δημοτικής Πινακοθήκης, περί την 15.12.2011, συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1, υπό την προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 2, να του παραχωρήσει άδεια χρήσης του κυλικείου εντός της Δημοτικής Πινακοθήκης, για περίοδο τριών ετών, από την 01.12.2011 μέχρι την 30.11.2014, έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €251,00 πλέον Φ.Π.Α., πληρωτέο την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα. Ο Ενάγων δικογραφεί όρους και τρόπο λειτουργίας της συμφωνίας που, κατά τη θέση του, την προσδιορίζουν ως άδεια χρήσης. Είναι η θέση του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να πληρώσει το μηνιαίο αντάλλαγμα, από τον Μάιο 2012 μέχρι και τον Νοέμβριο 2014, και η οφειλή ανέρχεται συνολικά σε €7.781,00, πλέον Φ.Π.Α. €1.478,
  3. Δημιουργήθηκε, επίσης, λόγω της καθυστέρησης, απαίτηση για συμβατικό τόκο προς 8% ετησίως επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων. Επίσης, είναι η θέση του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να πληρώσει το μερίδιο που του αναλογεί σε κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, για την περίοδο από την 22.05.2012 μέχρι την 20.03.2015, που ο Εναγόμενος 1 είχε συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον χώρο, παρά τη λήξη της συμφωνίας, και η οφειλή για το ρεύμα ανέρχεται συνολικά σε €8.027,
  4. Ο Εναγόμενος 1 είχε εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το κυλικείο μετά την 30.11.2014 που έληξε η συμφωνία του με τον Ενάγοντα, χωρίς αυτό να είναι επιθυμητό από τον Ενάγοντα, που, με επιστολή του ημερομηνίας 19.05.2015, ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 πως δεν υπήρξε ανανέωση της άδειας χρήσης για την περίοδο από την 01.12.2014 και μετέπειτα, καλώντας τον να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του κυλικείου, εντός 10 ημερών, και να πληρώσει τις οφειλές του. Η ίδια επιστολή στάλθηκε προς τον Εναγόμενο
  5. Μέχρι και σήμερα, ο Εναγόμενος 1 κατακρατεί το κυλικείο, κατά τη θέση του Ενάγοντος, ως επεμβασίας, και αρνείται να την παραδώσει στον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να υφίσταται ζημιά. Ο Ενάγων ζητά από το Δικαστήριο αναγνωριστικές αποφάσεις, την έξωση του Εναγόμενου 1, διάταγμα που να του απαγορεύει να επεμβαίνει στον χώρο, καθώς και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 τα οφειλόμενα ποσά. Αξιώνει και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με κοινή υπεράσπιση, δεν αρνούνται τη σύναψη κάποιας συμφωνίας με τον Ενάγοντα για το κυλικείο, αλλά ισχυρίζονται πως δεν επρόκειτο για άδεια χρήσης, αλλά για ενοικίαση, συναφώς και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει την υλική αρμοδιότητα να εκδικάσει την αγωγή. Όσον αφορά κάποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές, η θέση των Εναγόμενων 1 και 2 είναι πως υπήρξε προφορική συμφωνία για τη διευθέτησή τους, που την ακολουθούν. Αρνούνται την οφειλή για το ηλεκτρικό ρεύμα που ζητά ο Ενάγων, αμφισβητώντας τον τρόπο μέτρησης της αναλογίας που επικαλείται για το κυλικείο. Είναι η θέση τους πως η συμφωνία για το κυλικείο ανανεώθηκε αυτόματα και σιωπηρά και ότι ο Εναγόμενος 1 είναι «θέσμιος ενοικιαστής» που κατέχει το κυλικείο νόμιμα. Ζητούν την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος. Με απαντητικό δικόγραφο, ο Ενάγων αρνείται την εκδοχή των Εναγόμενων 1 και 2 περί έλλειψης αρμοδιότητας ή περί αυτόματης και σιωπηρής ανανέωσης και θέσμιας ενοικίασης, και εμμένει στην ορθότητα της απαίτησής του. Η αγωγή είναι ορισμένη για Ακρόαση την 26.01.
  6. Η αίτηση του Εναγόμενου 1 Την 02.09.2022, ο Εναγόμενος 1 αιτήθηκε, με βάση τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, όπως, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορευτεί στον Ενάγοντα να επεμβαίνει ή και να απομακρύνει ή να κατεδαφίσει οποιαδήποτε κατασκευή ή μέρος του κυλικείου που ισχυρίζεται πως ενοικιάζει ως θέσμιος ενοικιαστής βάσει απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου στην αίτηση Κ10/2016, ή να κατάσχει οποιονδήποτε εξοπλισμό του Εναγόμενου 1 ή να κατεδαφίσει οποιαδήποτε κατασκευή εντός των κοινόχρηστων αποχωρητηρίων της Πινακοθήκης ή του υπερυψωμένου κυκλικού χώρου («στρογγυλό»), που το δικαίωμα χρήσης τους εμπίπτει, κατά τον Εναγόμενο 1, στη συμφωνία. Η αίτηση του Εναγόμενου 1 συνοδεύεται από ένορκη του δήλωση, στην οποία αναφέρει πως το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, στην αίτηση Κ10/2016, εξέδωσε απόφαση με την οποία αποφάσισε πως ο Εναγόμενος 1 είναι «θέσμιος ενοικιαστής» του κυλικείου. Προσκομίζει την απόφαση. Πρόκειται για τελική απόφαση, που εκδόθηκε την 27.04.2020 από το ειδικό δικαστήριο, η οποία αφορά σε αίτηση που καταχώρισε ο Εναγόμενος 1 εναντίον του Ενάγοντος σχετικά με το ίδιο κυλικείο/καφενείο στο πάρκο Ήβης Μαλιώτου στην οδό Γλάδστωνος στην Πάφο, με την οποία είχε αξιώσει δήλωση πως είναι «θέσμιος ενοικιαστής», διάταγμα που να απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση (εδώ Ενάγοντα) να παρεμβαίνει στην ανενόχλητη κατοχή και χρήση του από τον Αιτητή (εδώ Εναγόμενο 1), διάταγμα που να διατάσσει τον Καθ' ου η αίτηση να παράσχει ηλεκτρικό ρεύμα και διάταγμα που να του απαγορεύεται να διακόψει την παροχή του και δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε ηλεκτρικό ρεύμα. Σε εκείνη τη διαδικασία, ο Ενάγων είχε ισχυριστεί πως δεν υπάρχει ενοικιαστική σχέση αλλά άδεια χρήσης, αρνούμενος τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών του σε σχέση με το ηλεκτρικό ρεύμα. Ενδιάμεσες θεραπείες, όπως φαίνεται από το κείμενο της απόφασης, υπήρξαν και στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασής του, αφού εξέτασε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, αποφάσισε πως η σχέση μεταξύ των διαδίκων είναι ενοικίαση. Αποφάσισε και αναφορικά με την έκταση της ενοικίασης, πως αφορά στο κυλικείο/καφενείο στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης που περιλαμβάνει το δικαίωμα χρήσης των κοινόχρηστων αποχωρητηρίων της Πινακοθήκης και το δικαίωμα χρήσης του εξωτερικού χώρου του υποστατικού που είναι υπερυψωμένος και συνιστά το «στρογγυλό», αλλά δεν εκτείνεται στο δωμάτιο στο ισόγειο. Για τους λόγους που εξήγησε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, δεν εξέδωσε όλα τα διατάγματα που είχε ζητήσει ο Αιτητής, αλλά εξέδωσε αναγνωριστικές ή άλλως πώς δηλωτικές αποφάσεις ότι ο Αιτητής είναι θέσμιος ενοικιαστής και ότι η ενοικίασή του περιλαμβάνει τα προαναφερόμενα. Κατά τη θέση του Εναγόμενου 1, ο Ενάγων, τον Φεβρουάριο του 2020, προέβη σε καταστροφική επέμβαση στον ευρύτερο εξωτερικό χώρο του πάρκου εντός του οποίου βρίσκεται το κυλικείο και προκάλεσε ζημιά στον Εναγόμενο
  7. Πριν από μερικούς μήνες, ξεκίνησε εργασίες αποκατάστασης, στο πλαίσιο των οποίων κατάσχεσε κινητή περιουσία και εξοπλισμό του Εναγόμενου 1, που εξέθεσε σε κίνδυνο, και οι πληροφορίες, για τις οποίες την 01.09.2022 έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, ήταν πως επίκειται κατεδάφιση μέρους που καλύπτει η θέσμια ενοικίαση, που εν τέλει υλοποιήθηκαν πριν να προλάβει η Αστυνομία να παρέμβει, αφού μεγάλο μέρος του «στρογγυλού» κατεδαφίστηκε. Στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων, ο Εναγόμενος 1, την 02.09.2022, ζήτησε ενδιάμεση θεραπεία, λέγοντας πως είναι αδιανόητο και ενάντια σε κάθε λογική ή αρχή δικαίου ο Δήμος Πάφου, κατά παράβαση της νομοθεσίας, να παραβιάζει τα δικαιώματα των θέσμιων ενοικιαστών και με τις μεθοδεύσεις του να τους αποστερεί το δικαίωμα να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται δια της νόμιμης οδού. Υποστήριξε πως πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 05.09.2022 και η διαδικασία Την 05.09.2022, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, με διαφορετική σύνθεση, υπό συνθήκες κατεπείγοντος, ενόψει των ισχυρισμών του Εναγόμενου 1 πως κατεδαφίζεται μέρος του ακινήτου που νόμιμα κατέχει, εξέδωσε προσωρινά διατάγματα, εκ των διαταγμάτων που ζητούσε με την αίτησή του ο Εναγόμενος 1, με τα οποία απαγορεύεται στον Ενάγοντα, μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, να απομακρύνει ή να κατεδαφίσει οποιαδήποτε κατασκευή ή μέρος του υποστατικού που εμπίπτει στην θέσμια ενοικίαση του Εναγόμενου 1 σύμφωνα με την απόφαση του ειδικού δικαστηρίου, καθώς και να επεμβαίνει ή να απομακρύνει ή να κατάσχει κινητή περιουσία ή εξοπλισμό ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  8. Ο Εναγόμενος 1 δεν προώθησε το αίτημα για περαιτέρω ενδιάμεσες θεραπείες. Τα προσωρινά διατάγματα ορίστηκαν για επιστροφή την 12.09.2022, με οδηγίες να επιδοθούν μέχρι την 07.09.
  9. Την 12.09.2022, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση. Ο Ενάγων, δια των συνηγόρων του, ζήτησε χρόνο 15 ημερών για να καταχωρίσει ένσταση, και ο χρόνος για την καταχώριση της ένστασής του επεκτάθηκε μέχρι και την 26.09.
  10. Η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα ορίστηκαν για Ακρόαση την 07.10.2022, ημερομηνία κατά την οποία εκδικάστηκε. Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση[1]. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται αυτούσιο ή δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Η ένσταση του Ενάγοντος Ο Ενάγων/Καθ' ου η αίτηση, με την ένστασή του στην εξακολούθηση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, προβάλλει αρκετούς λόγους, που συνοψίζονται στο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί υποβλήθηκε με χρονική καθυστέρηση, από δικηγόρους που δεν επέδωσαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρων στον Ενάγοντα, αλλά και γιατί είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, κακόπιστη και καταχρηστική. Εξάλλου, δεν υπάρχει αντικείμενο γιατί οποιεσδήποτε εργασίες κατεδάφισης έγιναν πριν από την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και ήταν σύμφωνες με το σχέδιο ανάπλασης του πάρκου. Πέραν αυτών, κατά τη θέση του Ενάγοντος, τα προσωρινά διατάγματα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας, αλλά και χωρίς να πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής τους, καθότι, όχι μόνον ο Εναγόμενος 1 δεν έχει ανταπαίτηση, αλλά δεν υπήρχε και δικαιοδοτικό πλαίσιο που να συνδέει το αίτημα του Εναγόμενου 1 με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ως υπεράσπισή του, ισχυρίζεται αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, παρόλο που είναι η θέση του Ενάγοντος πως αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο γιατί το ακίνητο δεν είναι ενοικιοστασιακό ούτε ο Εναγόμενος 1 είναι «θέσμιος ενοικιαστής». Ακόμα κι αν υπήρχε δικαιοδοτικό πλαίσιο για τον Εναγόμενο 1, δεν συνέτρεξε το κατεπείγον και δεν πληρούνται ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων, εφόσον ο Εναγόμενος 1, που κατά τον Ενάγοντα δεν είναι κάτοχος του ακινήτου γιατί έχει αποξενωθεί την κατοχή του, δεν έχει καλή υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία πως εάν δεν εκδίδονταν τα προσωρινά διατάγματα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας Α. Ρ. Ε., διοικητικής λειτουργού στις υπηρεσίες του Ενάγοντος, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και αναφέρονται τα γεγονότα από την οπτική του Ενάγοντος, που είναι πως η συμφωνία που συνάφθηκε με τον Εναγόμενο 1, υπό την εγγύηση του Εναγόμενου 2, ήταν άδεια χρήσης, ενώ το κυλικείο της Δημοτικής Πινακοθήκης δεν προσφέρονταν για ενοικίαση πριν από την 31.12.1999 καθότι ήταν κουζίνα της οικίας εντός του τεμαχίου και δεν καλύπτεται από τον νόμο για το ενοικιοστάσιο, σύμφωνα και με την Πολιτική Έφεση 30/2019 ημερομηνίας 01.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  11. Το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό δεν προσφέρονταν για ενοικίαση πριν από την 31.12.1999, προκύπτει, κατά τη μάρτυρα, συμπερασματικά, από την απόφαση του ειδικού δικαστηρίου που προσκόμισε ο Εναγόμενος 1, στην οποία γίνεται αναφορά πως «το υποστατικό παλαιότερα ήταν η κουζίνα του σπιτιού που μετατράπηκε στην Πινακοθήκη». Με βάση την ίδια απόφαση, η κουζίνα ανακαινίστηκε το 2003-
  12. Αναφέρει επίσης όρους που, κατά τη θέση της μάρτυρος, προσδιορίζουν τη συμφωνία ως άδεια χρήσης και όχι ενοικίαση, και εξηγεί την απαίτηση του Ενάγοντος. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, η κατεδάφιση του «στρογγυλού» ξεκίνησε την 01.09.2022 και ολοκληρώθηκε την 02.09.
  13. Με βάση τα σχέδια ανάπλασης του πάρκου, δεν θα κατεδαφιστεί το κτίριο της Πινακοθήκης, που είναι διατηρητέο, και το επίδικο υποστατικό, το κυλικείο, βρίσκεται στον πρώτο όροφό της. Το σχέδιο ανάπλασης όμως περιλαμβάνει το «στρογγυλό», ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται το πάρκο. Το «στρογγυλό» δεν είναι καν μέρος του τεμαχίου 1392 εντός του οποίου βρίσκεται η Πινακοθήκη, αλλά μέρος του πάρκου. Προσκομίζει, μεταξύ άλλων, σχέδια από την Πύλη του Κτηματολογίου. Στον χώρο που είναι το «στρογγυλό», θα γίνει πλακόστρωτο σε βαθμίδες που θα ακολουθούν το ανάγλυφο του εδάφους, και θα υπάρχει πρόσβαση από τον διάδρομο που θα περνά δίπλα από την Πινακοθήκη. Η αφαίρεση της κατασκευής ήταν αναγκαία για τη δημιουργία καθαρών οπτικών φυγών από και προς τις κύριες εισόδους του πάρκου από την οδό Γλάδστωνος προς τα σκαλιά που περνούν από το ξενοδοχείο Αξιοθέα στα νότια και προς τον Μουσαλλά, και προκειμένου να δημιουργηθεί ασφαλής χώρος για χρήση από το κοινό και προς ανάδειξη των διατηρητέων οικοδομών. Για τις αλλαγές στο πάρκο, υπήρχε γνώση, καθότι οι εργασίες είχαν ξεκινήσει από την 28.05.2022, και η ενημέρωση σχετικά με αυτές είχε αρχίσει δια δημοσιεύσεων, και στη σελίδα του λογαριασμού κοινωνικής δικτύωσης του κυλικείου στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, από την 04.02.
  14. Μάλιστα, παρά τις εργασίες, ο αδελφός του Εναγόμενου 1 πραγματοποίησε εκδηλώσεις στον χώρο την 14.02.2020, την 29.02.2020 και την 07.03.
  15. Για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η κατεδάφιση του «στρογγυλού» ήδη είχε ολοκληρωθεί πριν από την αίτηση του Εναγόμενου 1 για ενδιάμεσες θεραπείες, την 02.09.2022, και πριν από την επίδοσή της, την 07.09.2021, ο Ενάγων προσκομίζει φωτογραφίες που ανάρτησε η θυγατέρα του Εναγόμενου 1 στον ίδιο λογαριασμό του κυλικείου στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, και σχετικά σχόλια περί σημερινής κατεδάφισης, την 02.09.2022 ώρα 02:24 με 02:26 το πρωί. Οι φωτογραφίες απεικονίζουν το πάρκο και τα σχόλια, σε συνάρτηση με τις φωτογραφίες, θίγουν ως θέμα ότι κατεδαφίστηκε το «στρογγυλό». Στις φωτογραφίες φαίνεται φως της ημέρας, επομένως συνάγεται λογικά πως λήφθηκαν πριν από την 02.09.
  16. Μάλιστα, ο Εναγόμενος 1 και ο αδελφός του φρόντισαν να ενημερώσουν τα ΜΜΕ για την έκδοση του διατάγματος πριν να επιδοθεί στον Ενάγοντα. Όσον αφορά την αποξένωση της κατοχής του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος 1 παραχώρησε την κατοχή και χρήση του επίδικου υποστατικού παράνομα στον αδελφό του, που δεν είναι διάδικος, ο οποίος μετέτρεψε τον χώρο σε κατοικία του. Προσκομίζονται στοιχεία από σχετική έρευνα σε λογαριασμούς, πληροφορίες λογαριασμών και αναρτήσεις στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook. Εξάλλου, όπως αναφέρει η μάρτυρας, ο Εναγόμενος 1 έχει άλλη εργασιακή απασχόληση, που εκθέτει. Ο Ενάγων ουδέποτε κατάσχεσε περιουσία του Εναγόμενου 1 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, και δεν παρουσιάστηκε και οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Η μάρτυρας εκθέτει και επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης του Ενάγοντος. Νομικές πτυχές και εξέταση Εκπροσώπηση του Εναγόμενου 1 Αναφορικά με τη θέση του Ενάγοντος πως δεν έλαβε αντίγραφο της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου του Εναγόμενου 1, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητεί την εκπροσώπηση του Εναγόμενου 1 από τους δικηγόρους Μούζουρου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ. Καταχωρίστηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου την 02.09.2022 και αναγράφει επ' αυτής πως αντίγραφό της επιδόθηκε σε έναν εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος. Η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο 1, δια εξουσιοδοτημένων δικηγόρων του, όπως φαίνεται από το διοριστήριο που είναι συνημμένο επί της ειδοποίησης. Την 07.09.2022, σε ηλεκτρονική αλληλογραφία της συνηγόρου του Ενάγοντος, για τους σκοπούς της εμφάνισης ημερομηνίας 12.09.2022, αναγνωρίστηκε και από την πλευρά του Ενάγοντος η εκπροσώπηση του Εναγόμενου 1 από τους προαναφερόμενους δικηγόρους. Ομοίως, σε μεταγενέστερη αλληλογραφία. Ο Ενάγων ζήτησε χρόνο και υπέβαλε ένσταση επί αίτησης που αναγνώρισε πως υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο 1, μέσω των προαναφερόμενων δικηγόρων. Στην πρωτόδικη απόφαση στην οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι του Ενάγοντος, σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση, δεν είχε καταχωριστεί ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στο Δικαστήριο. Δεν ευσταθεί αυτός ο λόγος ένστασης. Νομική βασιμότητα Καταρχάς, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο που εξέδωσε τα προσωρινά διατάγματα, είχε ενώπιον του αίτηση με σχετική νομική βάση. Ειδικότερα, υπάρχουν στη νομική βάση της αίτησης τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  17. Δεν τίθεται θέμα νομικής αβασιμότητας. Έκδοση χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και διαδικαστικό πλαίσιο Ένας εναγόμενος δεν στερείται του δικαιώματος υποβολής αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία επειδή δεν έχει ανταπαίτηση, αλλά μόνον υπεράσπιση. Το διαδικαστικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει προσωρινά διατάγματα δεν περιορίζεται, ούτε από τον νόμο ούτε άλλως πώς, με κάποιαν ερμηνεία που επιτρέπει μόνον στον ενάγοντα ή τον εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα να αιτείται ενδιάμεση θεραπεία. Η σχετικότητα με το υφιστάμενο ή ακόμα και το σκοπούμενο δικαιοδοτικό πλαίσιο είναι ένα διαφορετικό θέμα, που εξετάζεται ευχερέστερα στο πλαίσιο των ουσιαστικών προϋποθέσεων. Τα προσωρινά διατάγματα που αιτήθηκε ο Εναγόμενος 1 εκδόθηκαν μονομερώς, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Ενάγοντος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[2], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[3]. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd

(2004)1 ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει επίσης - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος 1 είχε ισχυριστεί άμεσο και επικείμενο κίνδυνο κατεδάφισης μέρους του υποστατικού που κατέχει, κατά τη θέση του, νόμιμα. Ο ίδιος ο Ενάγων είναι που ενήγαγε τον Εναγόμενο 1 γιατί κατέχει το επίδικο υποστατικό, και ζητά, μεταξύ άλλων, την έξωσή του. Εάν ήταν ή είναι τώρα η θέση του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 1 δεν είναι πλέον κάτοχος, επειδή άλλαξαν κάποια δεδομένα, θα μπορούσε να διαμορφώσει ανάλογα την Έκθεση Απαίτησής του. Ήταν η θέση του Εναγόμενου 1 πως η κατεδάφιση είχε ήδη αρχίσει. Ευλόγως, δεν μπορούσε να γνωρίζει, ο Εναγόμενος 1, πού θα σταματήσει. Όχι μόνον η κατεδάφιση, αλλά γενικότερα η επέμβαση του ιδιοκτήτη στον χώρο που, κατά τη θέση του Εναγόμενου 1, δικαιούται να κατέχει, ή και στον εξοπλισμό που είναι τοποθετημένος στον χώρο αυτό. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, όπως αυτά εμπλουτίζονται και με τη μαρτυρία του Ενάγοντος, δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 είχε τέτοια γνώση των σχεδίων ανάπλασης ή του ότι το κτίριο εξακολουθεί να προστατεύεται ως διατηρητέο και ιδίως τον βαθμό νομιμοποίησης του Ενάγοντος, όχι μόνον ως του ιδιοκτήτη αλλά ταυτόχρονα ως πολεοδομικής αρχής, που να του επιτρέπει να αναμένει με ψυχραιμία ότι ο Ενάγων δεν θα επέμβει σε όλους τους χώρους που κατέχει ο Εναγόμενος 1, για τους σκοπούς της ανάπλασης. Δεν αμφισβητεί ούτε ο Ενάγων πως, στο πλαίσιο των εργασιών ανάπλασης του πάρκου εντός του οποίου βρίσκεται το υποστατικό (που οι εργασίες ανάπλασης δεν φαίνεται να ενόχλησαν γενικότερα τον Εναγόμενο 1, ως ορθά παρατηρεί και ο Ενάγων, προσπαθώντας φυσικά να αποδώσει σ' αυτή την παρατήρηση άλλη σημασία), είχε γίνει αφαίρεση και του «στρογγυλού», που σύμφωνα με τη θέση του Εναγόμενου 1 εμπίπτει στο επίδικο υποστατικό. Άρα, η εικόνα που είχε και έχει ακόμα ενώπιον του το Δικαστήριο είναι πως ο ιδιοκτήτης επενέβη με κατεδάφιση σε χώρο που κατέχει κατόπιν συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 (ασχέτως εάν χρησιμοποιείται ή τυγχάνει διαχείρισης από άλλους). Προφανώς και υπεισέρχονται στη συνέχεια αρκετοί άλλοι παράγοντες, που αφορούν στην ουσία της ενδιάμεσης θεραπείας. Αλλά στο σημείο της εξέτασης της συνθήκης του να εκδοθεί το διάταγμα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Ενάγοντος, η αναφορά στο γεγονός ότι ο Ενάγων επενέβη στον χώρο του «στρογγυλού» που, σύμφωνα με τη θέση του Εναγόμενου 1, ο ίδιος κατέχει νόμιμα, και η επέμβασή του ήταν σε εξέλιξη, εξηγεί πως το Δικαστήριο έπρεπε να επιληφθεί της αίτησης χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Ενάγοντος, κρίση που δεν ανατρέπουν οποιαδήποτε δεδομένα. Δεν φαίνεται στο Δικαστήριο, ούτε μέσα από τη μαρτυρία του Ενάγοντος τώρα, να υπήρξε καθυστέρηση στην αίτηση του Εναγόμενου 1, που να αντιφάσκει με το κατεπείγον που επικαλέστηκε. Ο Εναγόμενος 1 αντέδρασε σχετικά άμεσα μετά από την προαναφερόμενη επέμβαση του Ενάγοντος στο επίδικο υποστατικό, έχοντας υπόψη και τον χρόνο που λογικά χρειάζεται για να συνταχθεί και να καταχωριστεί στο Δικαστήριο μια αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Ήδη ο Εναγόμενος 1 ανέφερε πως αποτάθηκε και στην Αστυνομία, αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει τον Ενάγοντα από το να κατεδαφίσει μέρος του υποστατικού που κατέχει. Γι' αυτό αποτάθηκε στο Δικαστήριο την αμέσως επόμενη ημέρα, την Παρασκευή 02.09.2022, χωρίς να ειδοποιήσει προηγουμένως τον Ενάγοντα. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα προσωρινά διατάγματα τη Δευτέρα 05.09.2022. Συντάχθηκαν αυθημερόν, και επιδόθηκαν στον Ενάγοντα την Τετάρτη 07.09.2022, με ιδιώτη δικαστικό επιδότη. Οι χρόνοι αυτοί δεν δείχνουν σκοπιμότητα. Τέτοια δεν έχει αναδειχθεί ούτε προκύπτει έκδηλα. Αυτό που προκύπτει είναι η προσπάθεια του Εναγόμενου 1 να διατηρηθεί το επίδικο υποστατικό ανέπαφο, ενόσω εκκρεμεί η αγωγή του Ενάγοντος. Ο ίδιος ο Ενάγων είναι που διατηρεί ζωντανή την απαίτηση της έξωσης του Εναγόμενου 1, και αντίστοιχα το δικαίωμα του Εναγόμενου 1 να αμύνεται και να αξιώνει την απόρριψη της απαίτησής του αυτής, προβάλλοντας υπεράσπιση. Με δεδομένο και ότι δεν ενεργοποιήθηκε προδικαστικά από οποιονδήποτε διάδικο ζήτημα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και υπήρχε ανοιχτό και ενεργό διαδικαστικό πλαίσιο εντός του οποίου το Επαρχιακό Δικαστήριο κλήθηκε να αποδώσει θεραπεία, και εφόσον το αίτημα του Εναγόμενου 1 (ασχέτως εάν δεν έχει και ανταπαίτηση) συνδέονταν με το αντικείμενο της αγωγής του Ενάγοντος και την υπεράσπιση του ιδίου, το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει το αίτημά του για ενδιάμεση θεραπεία, υπό τις περιστάσεις χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Συναφώς αναφέρεται και γενικευμένα πως, όταν ένας ιδιοκτήτης ενάγει έναν αδειούχο ή ενοικιαστή και ζητά την έξωσή του, δεν μπορεί, εκκρεμούσης της αγωγής του, ο ιδιοκτήτης να επιχειρεί την έξωση με άλλον, καταναγκαστικό τρόπο, περιλαμβανομένης της κατεδάφισης, για να επιτύχει το ζητούμενο, πριν να αποφασίσει το Δικαστήριο· ο εναγόμενος δικαιούται σ' αυτή την περίπτωση να επιδιώξει ενδιάμεση θεραπεία στο πλαίσιο της υπεράσπισής του, ασχέτως εάν δεν ανταπαιτεί· εφόσον άρχισαν εργασίες κατεδάφισης και ο εναγόμενος δεν γνωρίζει εάν και πότε ολοκληρώνονται, μπορεί να σπεύδει χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Επίσης, μέσα και από τη μαρτυρία του Ενάγοντος, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τον Εναγόμενο 1 που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει τα προσωρινά διατάγματα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Ενάγοντος. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[8]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[9]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.6, που παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει ή να αρνηθεί να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής[10], εξετάζονται υπό το ίδιο πρίσμα αρχών του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Σε περίπτωση που συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει, πρόσθετα, εάν η έκδοσή του δικαιολογείται στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή άλλως πώς της δικαιοσύνης, εάν, με απλούστερα λόγια, είναι δίκαιο να εκδοθεί· πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζει πώς αυτό διάταγμα, εάν εκδοθεί ή εάν δεν εκδοθεί, θα επηρεάσει τη μία και την άλλη πλευρά. Επειδή οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις βρίσκονται σε μια μεταξύ τους εξελικτική λογική αλληλουχία, η εξέτασή τους είναι διαδοχική και απαιτείται η ικανοποίηση της μίας προϋπόθεσης, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της επόμενης. Συνεπώς, εάν σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέτασης αυτής το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται, η εξέταση σταματά αμέσως, χωρίς να χρειάζεται η δικαιολόγηση μέσω της έκθεσης υποθέσεων, απλώς χάριν πληρότητας. Το Δικαστήριο εκδίδει προσωρινά διατάγματα, που δυνατόν στη συνέχεια να αναθεωρεί κατόπιν πλήρους ακρόασης, ή ευρύτερα στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοσίας του. Τούτη η προϋπόθεση, της ύπαρξης δικαιοδοσίας, προκύπτει άμεσα και από το άρθρο 32 § 1 του Νόμου 14/1960, επί του οποίου βασίστηκε η αίτηση του Εναγόμενου 1 για ενδιάμεση θεραπεία, αλλά και το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6 αναφέρεται σε διάταγμα που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει. Η προϋπόθεση ύπαρξης δικαιοδοσίας δεν είναι μόνον τυπική, δηλαδή δεν εξαντλείται στο να υπάρχει μια εκκρεμής διαδικασία. Είναι και ουσιαστική, θα πρέπει να μπορεί να αποδοθεί τελική θεραπεία στη διαφορά. Συνυφαίνεται έτσι με την πρώτη προϋπόθεση, να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, που να αναφέρεται σε γνωστή στο δίκαιο βάση αγωγής, και που, εάν εκδικαστεί (γιατί είναι πράγματι δικάσιμο), ανεξαρτήτως προς το παρόν των πιθανοτήτων επιτυχίας (που απασχολούν τη δεύτερη προϋπόθεση), είναι νομικά δυνατόν να οδηγήσει στην τελική θεραπεία που ζητείται. Εάν η έλλειψη δικαιοδοσίας δεν είναι έκδηλη χωρίς την ακρόαση μαρτυρίας στην αγωγή, η ίδια προϋπόθεση, της δυνατότητας να αποδοθεί τελική θεραπεία στη συγκεκριμένη διαφορά, προσεγγίζεται ευχερέστερα στο πλαίσιο κάποιας από τις επόμενες προϋποθέσεις. Υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, ένα τεχνικά δικάσιμο θέμα, εξ ου και εκκρεμεί η αγωγή από το 2016 και εκδόθηκαν σε πρώτη φάση και τα προσωρινά διατάγματα. Όμως προκύπτει, μέσα και από την ακροαματική διαδικασία της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία, πως εξακολουθεί να αμφισβητείται η υλική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με αναφορά στο εάν η σύμβαση μεταξύ των μερών είναι άδεια χρήσης ή ενοικίαση και έπειτα, σε περίπτωση που είναι ενοικίαση, εάν εμπίπτει ή όχι σε καθεστώς ελέγχου από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/
  2. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να διαπιστωθεί η υλική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, χρειάζεται να ακούγεται μαρτυρία γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ήδη, μέσα από την ακρόαση αυτής της αίτησης του Εναγόμενου 1, μια κοινή πραγματική βάση, ότι καταχωρίστηκε η αγωγή του Ενάγοντος την 11.05.2016, και ο Εναγόμενος 1, στον οποίον επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής την 08.06.2016 και εμφανίστηκε στην αγωγή την 09.06.2016, την 02.06.2016, είχε ήδη προσφύγει στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, με την αίτηση Κ10/2016, ζητώντας θεραπείες αναφορικά με την ίδια σχέση, για το ίδιο υποστατικό. Για αρκετά χρόνια εκκρεμούσαν και οι δύο υποθέσεις σε διαφορετικά δικαστήρια. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων τελικά επιλήφθηκε πρώτο της ουσίας της ενώπιον του διαφοράς, και αφού άκουσε όσα λέχθηκαν από τους ίδιους ενώπιον του διαδίκους, και επί του θέματος της υλικής αρμοδιότητάς του, αποφάσισε να δώσει δηλωτικές θεραπείες (declaratory relief), εκ των θεραπειών που ζήτησε ο Εναγόμενος 1, μεταξύ άλλων αναγνωρίζοντας ότι η σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1 στη αναμεταξύ τους διαφορά σε σχέση με το επίδικο υποστατικό συνιστά «θέσμια ενοικίαση», έννοια που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του Νόμου 23/
  3. Είναι προφανές ότι η πλευρά του Ενάγοντος αμφισβητεί την ορθότητα ή νομιμότητα της απόφασης του ειδικού δικαστηρίου ημερομηνίας 27.04.2020, και βασίζει τούτη την αμφισβήτησή της στη μεταγενέστερη Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση 30/2019, ημερομηνίας 01.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171, που ερμήνευσε συγκεκριμένα τον όρο «ακίνητο», στο ίδιο άρθρο ειδικού νόμου, και την αναφορά του σε «σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999». Ειδικότερα, στη Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment (ανωτέρω), το Εφετείο είχε απορρίψει την ερμηνεία που είχε δοθεί πρωτοδίκως (που συνάρτησε τον ενεστώτα χρόνο του «βρίσκεται» με τη φράση «υπό ή προς ενοικίαση»), και υιοθέτησε την ερμηνεία που είχε δοθεί στην πρωτόδικη Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, Αγωγή αρ. 567/1991, ημερομηνίας 30.06.1993, ότι ο ενεστώτας συναρτάται με την αναφορά στις ελεγχόμενες περιοχές, που μπορεί να αλλάζουν, αλλά πέραν του ότι ακίνητο πρέπει να βρίσκεται σε (επί του παρόντος) ελεγχόμενη περιοχή, όχι μόνον θα έπρεπε να ήταν συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, αλλά να βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση. Η προσέγγιση αυτή του Εφετείου βασίστηκε και στη γραμματική, αλλά και στην ιστορική ερμηνεία. Όπως αναφέρθηκε, ο θεσμός του ενοικιοστασίου εισήχθη με τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 36/1975, τον οποίον αντικατέστησε ο Νόμος 23/
  4. Σχετικός ήταν και ο προγενέστερος περί Ελέγχου Ενοικίων (Υποστατικά Εργασίας) Νόμος 17/1961, αλλά η φράση «υπό ή προς ενοικίαση» είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στον Νόμο 36/
  5. Ο Νόμος 17/1961 περιοριζόταν σε υποστατικά εργασίας, και με σαφές λεκτικό εξαιρούσε αυτά που είχαν συμπληρωθεί και ενοικιαστεί για πρώτη φορά μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ. Οπότε, το συμπέρασμα ήταν πως, διαχρονικά, για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που λειτουργεί περιοριστικά προς τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και περισσότερο προστατευτικά προς τον ενοικιαστή, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση. Στον τελευταίο νόμο, ως τροποποιήθηκε, ο χρονικός περιορισμός είναι η 31.12.1999, που σημαίνει το ακίνητο και να είχε συμπληρωθεί αλλά και να τελούσε ή να προσφέρονταν προς ενοικίαση κατά την 31.12.
  6. Η απόφαση του ειδικού δικαστηρίου, που επικαλείται ο Εναγόμενος 1, ως προγενέστερη της Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment (ανωτέρω), δεν φαίνεται να εξετάζει εάν το επίδικο (εδώ και εκεί) υποστατικό, εκτός από το ότι ήταν αδιαμφισβήτητα συμπληρωμένο, ήταν και «υπό ή προς ενοικίαση» κατά την 31.12.
  7. Ενδεχομένως να μην τέθηκε ενώπιον του κάποιο σχετικό γεγονός ως αμφισβητούμενο, για να το αποφασίσει. Ενδεχομένως να μην τέθηκε ενώπιον του και το γεγονός πως ήδη είχε καταχωριστεί αγωγή του Ενάγοντος και ότι η προώθηση και της αίτησης στο ειδικό δικαστήριο μπορούσε να συνιστά προσπάθεια του Εναγόμενου 1 να κατοχυρώσει απρεπώς ή καταχρηστικά τη διαδικασία προτίμησής του (improper or abusive procedural fencing), με τρόπο βλαπτικό για τον Ενάγοντα, ως φυσικό δικαιούχο θεραπείας (natural plaintiff), και για την προώθηση της δικής του αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο, παρά συνιστούσε δικαιωματική στρατηγική για θεμιτό πλεονέκτημα· για να αποφασιστεί και αυτό το ζήτημα από το ειδικό δικαστήριο. Ο Ενάγων, πάντως, φαίνεται να συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου και να ακούστηκε και επί του θέματος της υλικής αρμοδιότητας. Εκδόθηκαν ήδη οι αναγνωριστικές ή δηλωτικές αποφάσεις[11]. Η πλευρά του Ενάγοντος έχει τώρα κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το καθεστώς του ακινήτου κατά την 31.12.1999, ότι δεν ήταν «υπό ή προς ενοικίαση» τότε. Τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς αυτούς μόνον με αναφορές που προκύπτουν μέσα από την ίδια την απόφαση του ειδικού δικαστηρίου, και συμπερασματικές αναλύσεις. Ισχυρισμούς που πυροδότησε η νεότερη νομολογία και επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε η μάρτυρας του Ενάγοντος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι από μόνοι τους μπορούν να οδηγούν το Επαρχιακό Δικαστήριο σε ενέργειες που να συνιστούν έλεγχο ορθότητας της απόφασης του ειδικού δικαστηρίου· ή να καλούν σε απόκλιση από μια δικαστική αναγνώριση που δεν ήταν έκφραση γνώμης σε σχέση με τον νόμο, που αφήνει περιθώριο διαφωνίας, αλλά σαφής επίλογος επί συγκεκριμένου ίδιου ζητήματος δικάσιμης διαφοράς αναμεταξύ των ίδιων διαδίκων (justiciable controversy), οπότε και η εναντίωση στην υφιστάμενη δικαστική αναγνώριση (collateral attack) να μην αρμόζει. Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν ενεργεί ως εφετείο του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, η απόφαση του οποίου, περιλαμβανομένης της από μέρους του αναγνώρισης της «θέσμιας ενοικίασης» μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων για το συγκεκριμένο υποστατικό, όπως είναι κατανοητό, ισχύει (δεν ακυρώθηκε λ.χ. με μεταγενέστερη αναγνωριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), και αναπόφευκτα δεσμεύει (binding). Δεσμεύει τους διαδίκους (ασχέτως εάν δεν τίθεται θέμα καταφρόνησης, σε περίπτωση μη εφαρμογής), αλλά και το παρόν Δικαστήριο, ως απόρροια της αρχής της νομιμότητας και του κράτους δικαίου (rule of law), κατ' επέκταση της απαίτησης για την ασφάλεια και τη διασφάλιση του δικαίου που καθορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τρόπο που δεν αφήνει ορατό περιθώριο να αποφασιστεί το ίδιο ζήτημα διαφορετικά από περισσότερα Δικαστήρια, περιλαμβανομένου του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο βαθμός βεβαιότητας που θα πρέπει να έχει το Δικαστήριο για την υλική του αρμοδιότητα, για να θεωρήσει ότι έχει ενώπιον του δικάσιμο (από το ίδιο) θέμα, δεν είναι τέτοιος που να περνά το επίπεδο που θέτει η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Στην υποθετική παράμετρο το Επαρχιακό Δικαστήριο να έχει την υλική αρμοδιότητα να εκδικάσει αυτή τη διαφορά, τότε, και πάλι, δεν έχει ενώπιον βάση υπεράσπισης του Εναγόμενου 1, σε σχέση με την κατοχή του επίδικου υποστατικού, άλλην από εκείνην περί «θέσμιας ενοικίασης», που όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο, στα δικά του σχήματα συμβατικής, αδικοπρακτικής ή άλλως πώς αστικής ευθύνης, δεν εφαρμόζει, για την ειδικότερη προστασία του ενοικιαστή. Τον εξαναγκασμό της εφαρμογής της αναγνωριστικής απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, που ίσως κάτι τέτοιο να χρειάζονταν ο Εναγόμενος 1 (injunction to enforce a declaratory judgment), θα μπορούσε ίσως να τον επιδιώξει από το ίδιο το ειδικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Η σύνθεση των προαναφερόμενων λόγων, δηλαδή, από τη μια, η αμφισβητούμενη από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 υλική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά και να αποδώσει οποιαδήποτε τελική θεραπεία που μαρτυρείται με αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων σε σχέση με τη δικαιοδοσία του, που ισχύει και δεσμεύει, και από την άλλη, η απουσία πλήρους ή σαφούς υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 σχετικής με την κατοχή του ακινήτου και αποσυνδεδεμένης από κάποιο δικαίωμα σε «θέσμια ενοικίαση» που δεν εφαρμόζει το Επαρχιακό Δικαστήριο, εμποδίζουν το Επαρχιακό Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, για σκοπούς χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας στον Εναγόμενο
  9. Η διαπίστωση ότι δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς πως υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, υπό τις περιστάσεις, καθιστά την ενασχόληση με την εξέταση οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης περιττή. Η ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 05.09.2022 και η απόρριψη της αίτησης λόγω μη απόδειξης από τον Εναγόμενο 1 της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα της ύπαρξης πλέον αναγνωριστικής απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με βάση την οποία ο Εναγόμενος 1 είναι «θέσμιος ενοικιαστής» του επίδικου υποστατικού, που δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα κατά την ακρόαση αυτής της αίτησης του Εναγόμενου 1, αλλά αποτέλεσε κοινή πραγματική βάση. Η εν λόγω απόφαση του ειδικού δικαστηρίου φαίνεται να δημιουργεί res judicata για το ζήτημα που αποφασίζει (res judicata as to the right therein adjudicated), όπως οποιαδήποτε τελική δικαστική απόφαση· με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα προώθησης και αγωγής ή άλλης διαδικασίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση ημερομηνίας 02.09.2022 απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 05.09.2022 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου 1 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον, κατά κοινή πραγματική βάση, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, την 27.04.2020, εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση στην αίτηση Κ10/2016, με την οποία αναγνώρισε ότι η συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1 (αντίστοιχα Καθ' ου η αίτηση και Αιτητή στην Κ10/2016), στο πλαίσιο της μεταξύ τους διαφοράς, είναι ενοικίαση, και ότι ο Εναγόμενος 1 είναι «θέσμιος ενοικιαστής», μη αφήνοντας επί του παρόντος ορατό περιθώριο στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδώσει αντίθετη αναγνωριστική απόφαση για το ίδιο ζήτημα (τον αντίθετο προσδιορισμό της ίδιας σχέσης μεταξύ των διαδίκων) ή απόφαση που να ενέχει ή να προϋποθέτει αντίθετη αναγνώριση από τη δεδικασμένη, το Επαρχιακό Δικαστήριο προσανατολίζεται να διακόψει την αγωγή του Ενάγοντος και να την παραπέμψει στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για εκδίκαση και περαιτέρω θεραπείες. Ενόψει του ότι η αγωγή είναι ορισμένη για Ακρόαση την 26.01.2023, και είναι επιθυμητό να ακουστούν και οι δύο πλευρές εστιασμένα στο θέμα αυτό, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2 που δεν εμφανίζεται στην ενδιάμεση διαδικασία, και ένεκα του ότι η 26.01.2023 είναι μακρινή ημερομηνία, η ημερομηνία 26.01.2023 ακυρώνεται. Η αγωγή ορίζεται για Προγραμματισμό την 24.11.2022 ώρα 08:
  10. Το Δικαστήριο ειδοποιεί τους συνηγόρους όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο και τον σκοπό της. Εκείνη την ημερομηνία και ώρα, όλες οι πλευρές να τοποθετηθούν για τα εξής ζητήματα:
  11. Γιατί το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με βάση το άρθρο 64Α του Νόμου 14/1960, να μην διακόψει/παραπέμψει την αγωγή στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου για εκδίκαση από το δικαστήριο εκείνο, σύμφωνα και με την αναγνωριστική του απόφαση ημερομηνίας 27.04.2020 στην αίτηση Κ10/2016 αναφορικά με την σχέση μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο υποστατικό, δίδοντας τη δυνατότητα στο ειδικό δικαστήριο να αποκλίνει το ίδιο από την υφιστάμενη αναγνώρισή του, εάν τυχόν κρίνει πως υφίσταται λόγος γι' αυτό.
  12. Σε περίπτωση τέτοιας διακοπής/παραπομπής, γιατί οι υφιστάμενες διαταγές για έξοδα να μην ισχύουν ως να είχαν εκδοθεί από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου και γιατί τα έξοδα μέχρι τη διακοπή της αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου να μην είναι στην πορεία της υπόθεσης ως θα παραπεμφθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δ.48,κ.2 ΚΠΔ. [2] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [3] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [8] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [9] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [10] Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier and Co. Ltd., 16 CLR
  2. [11] Βλ. και άρθρο 41 του Νόμου 14/
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.