Ι. Η. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ κ.α., Αγωγή αρ. 727/2021, 3/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 727/2021 Ι. Η. Ενάγων v.
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσω ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
- ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 18.10.2021 για ενδιάμεσες θεραπείες και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 18.10.2021 Ημερομηνία: 03 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Λ. Βρυωνίδης για Μούζουρου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: Ν. Βασιλείου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Για Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση: Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση αφορά σε εκκρεμή υπόθεση, και δημοσιεύεται για ενημέρωση για ζήτημα ευρύτερου ενδιαφέροντος, με σχετική επεξεργασία) Ο Ενάγων καταχώρισε αγωγή, για την οποία εκδόθηκε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ζητά διατάγματα που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 και 2 να επεμβαίνουν και να απομακρύνουν ή να κατεδαφίσουν οποιαδήποτε κατασκευή ή να ξεριζώσουν δέντρα εντός μέρους των τεμαχίων 4204 και 4207, στην περιοχή Οσμάν Εφέντη, στον Μούτταλο, της Επαρχίας Πάφου, καθώς και να αναγνωριστεί πως έχει συναφθεί σύμβαση μίσθωσης για τα τεμάχια αυτά και να επιβάλλεται η εκπλήρωση των εξ αυτής απορρεουσών υποχρεώσεων, ως και να διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη πρόσβαση του Ενάγοντος σε αποθήκη που βρίσκεται εντός του τεμαχίου
- Ζητά και αποζημιώσεις, για ζημιές που ισχυρίζεται πως υπέστη λόγω παράνομης καταστροφής της περίφραξης ή της εισόδου ή μέρους της αποθήκης ή ξεριζώματος δέντρων στο τεμάχιο 4207, και για την πρόκληση ζημιών σε ένα όχημα, τα στοιχεία του οποίου πληρέστερα περιγράφει στην αγωγή. Πληρέστερα αναγράφονται στην αγωγή του Ενάγοντος και τα στοιχεία των δύο τεμαχίων. Στο πλαίσιο της αγωγής αυτής, ο Ενάγων καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε, βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, να απαγορευτεί στους Εναγόμενους 1 και 2 να επέμβουν και να απομακρύνουν ή να κατεδαφίσουν οποιαδήποτε κατασκευή ή υποστατικό ή να ξεριζώσουν δέντρα εντός των τεμαχίων 4204 (μέρος 108m2) και 4207 (μέρος 65m2). Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, με διαφορετική σύνθεση, βάσει της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Ενάγων, εξέδωσε τέτοια προσωρινά διατάγματα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εμφανίστηκαν στη διαδικασία και υπέβαλαν ενστάσεις στην εξακολούθηση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, ζητώντας την ακύρωσή τους και την απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης και των ενστάσεων γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν[1]. Επί αυτών, οι συνήγοροι του Ενάγοντος και των Εναγόμενων 1 και 2 αγόρευσαν, εκθέτοντας την επιχειρηματολογία τους, υπέρ, η μία πλευρά, της οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων, και η άλλη πλευρά, της ακύρωσής τους. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται αυτούσιο ή δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Ήταν η μαρτυρία του Ενάγοντος, που συνόδευσε την αίτησή του, πως είναι εκμισθωτής άλλων τεμαχίων δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 14.10.1980, και μέρους του τεμαχίου 4204 (100m2) δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 26.11.
- Από το 2011 και μετέπειτα, είχε μπει σε μία διαδικασία υποβολής αιτημάτων για να του παραχωρηθεί περαιτέρω μέρος του τεμαχίου 4204 και το τεμάχιο
- Είναι πρόσφυγας και συγγενής αγνοουμένων, με σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρίς εργασία, οπότε ήθελε να αξιοποιήσει την τουρκοκυπριακή περιουσία, μεταξύ άλλων να καλλιεργήσει το τεμάχιο 4207 με καρποφόρα δέντρα και λαχανικά, αφού μέχρι τότε, όπως λέει, ήταν ένας σκουπιδότοπος και δεν αξιοποιούνταν διαφορετικά. Πρόκειται για μέρη τεμαχίων που εφάπτονται με αυτά που ήδη εκμισθώνει. Περί την 21.10.2016, ο Ενάγων έλαβε βεβαίωση από τον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ότι εξετάζονταν το αίτημά του. Υπήρξε και αλληλογραφία μεταξύ του Κλάδου Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και του Δήμου Πάφου σε σχέση με το αίτημά του, που κοινοποιούνταν στον Ενάγοντα. Η εμπλοκή του Δήμου Πάφου ήταν γιατί, περί την 12.10.2000, του είχε παραχωρηθεί γραπτή συγκατάθεση, χωρίς σύναψη σχετικής σύμβασης μίσθωσης, για τη διαμόρφωση δημόσιου χώρου στάθμευσης στο τεμάχιο
- Ο Δήμος Πάφου, είναι η θέση του Ενάγοντος, είχε αποδεχθεί προκαταρκτικά την εξαίρεση από την κατασκευή του χώρου στάθμευσης των μερών για τα οποία υποβλήθηκε η αίτηση του Ενάγοντος. Έγινε συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου, στην οποία αποφασίστηκε η συναίνεση του Δήμου Πάφου στην εξαίρεση από τον χώρο στάθμευσης του μέρους του τεμαχίου 4207 για το οποίο είχε αιτηθεί ο Ενάγων, αλλά και η διακοπή της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί εναντίον του για παράνομη ανέγερση περίφραξης. Λόγω της σειράς και της εξέλιξης αυτής των γεγονότων, είναι η θέση του Ενάγοντος πως έγινε αποδεκτή η πρότασή του για εκμίσθωση μέρους του τεμαχίου 4204 και του τεμαχίου 4207, όπως δεικνύουν, κατά τον Ενάγοντα, οι παραστάσεις, οι ρητές διαβεβαιώσεις και η εκδηλωθείσα συμπεριφορά, αλλά και τα έγγραφα, και επομένως συνάφθηκε σύμβαση ή έννομη σχέση με τα ακίνητα, βάσει της οποίας δημιουργήθηκαν δικαιώματα και αντίστοιχες υποχρεώσεις. Ειδικότερα, σε επιστολή ημερομηνίας 07.02.2018 της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών προς τον Δήμαρχο Πάφου, γίνονταν αναφορά σε αποδοχή της παραχώρησης μέρους του τεμαχίου 4207 που ονομάζεται 4207Β. Ζητούνταν η αποστολή χωρομετρικού σχεδίου που να λαμβάνει υπόψη την παραχώρηση του αιτούμενου μέρους των τεμαχίων 4204 και
- Αναφορικά με το μέρος του τεμαχίου 4204, η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ξεκίνησε ήδη να εισπράττει μισθώματα από το 2014 για τα 100m2 δυνάμει της υφιστάμενης σύμβασης μίσθωσης. Υπήρχε ειλημμένη η απόφαση παραχώρησης και εκκρεμούσε απλώς η υποβολή των χωρομετρικών σχεδίων από τον Δήμο Πάφου. Με τη σειρά του, ο Ενάγων κατέθεσε τα αρχιτεκτονικά σχέδια που του ζητήθηκαν από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για τη λήψη πολεοδομικής άδειας για την αξιοποίηση των τεμαχίων. Ο Δήμος Πάφου, όμως, με επιτόπιες εντολές του Δημάρχου Πάφου, την Κυριακή 20.09.2020 και την 30.09.2020, χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, χωρίς ειδοποίηση, προχώρησε σε αποκοπή και εκρίζωση δέντρων και φυτών που είχε φυτέψει ο Ενάγων στο τεμάχιο 4207 και προέβη σε κατεδάφιση μέρους της περίφραξης. Η σύζυγος του Ενάγοντος υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία, που διερευνήθηκε και παραπέμφθηκε φάκελος στον Γενικό Εισαγγελέα. Ο Ενάγων, που θεωρούσε ότι εκκρεμούσε απλώς τυπική διαδικασία για την παραχώρηση των τεμαχίων σε αυτόν, θορυβημένος, απέστειλε νέες επιστολές. Ο Δήμος Πάφου επέδωσε στον Ενάγοντα ειδοποίηση για κατεδάφιση των κατασκευών στα τεμάχια 4204 και 4207, παρά το ότι είχε αποσύρει προηγουμένως σχετική ποινική υπόθεση. Υποβλήθηκε ιεραρχική προσφυγή. Εν τέλει, ο Δήμος Πάφου δέχθηκε πως, ενόσω εκκρεμεί η ιεραρχική προσφυγή, δεν μπορούσε να προχωρήσει. Την 26.04.2021, ο Ενάγων, με έκπληξή του, ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ότι τα 48m2 των οποίων είχε αποφασιστεί η παραχώρηση εκμισθώθηκαν στον Δήμο Πάφου και γι' αυτό θα έπρεπε να εγκαταλείψει την κατοχή τους. Υπέβαλε νέα ιεραρχική προσφυγή. Την 15.10.2021, ο Δήμος Πάφου είχε αφήσει στην καγκελόπορτα της οικίας του Ενάγοντος επιστολή ημερομηνίας 14.10.2021, που κατά τη θέση του Ενάγοντος δεν επέδωσε νομότυπα, με την οποία τον ενημέρωνε ότι τη Δευτέρα, μέχρι την 10:00, θα προχωρήσει με την κατεδάφιση των οικοδομών που θεωρεί παράνομες στα τεμάχια που κατέχει ο Ενάγων. Ο Ενάγων θεωρεί ότι ο Δήμος Πάφου ενεργεί παράνομα και καταχρηστικά, εφόσον εκκρεμούν ιεραρχικές προσφυγές για τις αποφάσεις που αφορούν στα ίδια τεμάχια, αλλά και εφόσον δεν ακολούθησε κάποια νόμιμη διαδικασία, ενώ τα μέρη των τεμαχίων 4204 και 4207 είχαν παραχωρηθεί στον ίδιο. Είναι, όπως αναφέρει ο Ενάγων, ενάντια σε κάθε λογική ή αρχή δικαίου, ο Δήμος Πάφου, κατά παράβαση της νομοθεσίας, να παραβιάζει τα δικαιώματα των εκτοπισμένων και, με τις μεθοδεύσεις του, να τους αποστερεί το δικαίωμα να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται δια της νόμιμης οδού. Λόγω της επικείμενης κατεδάφισης της περίφραξης και του ξεριζώματος των φυτών και δέντρων που φύτεψε ο Ενάγων στα τεμάχια 4204 και 4207 και της διακινδύνευσης των μηχανημάτων, σκαλωσιών και καλουπιών, πετρών, ξύλων και άλλων εργαλείων της δουλειάς του που είναι εντός της περίφραξης, ο Ενάγων θεώρησε επείγουσα τη συνθήκη της απαγόρευσης προς τους Εναγόμενους 1 και 2, υποστηρίζοντας ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των σχετικών απαγορευτικών διαταγμάτων. Οι ξεχωριστές ενστάσεις των Εναγόμενων 1 και 2 εστιάζουν στο ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση και εξακολούθηση της ισχύος διαταγμάτων αυτής της φύσης και δεν είναι δίκαιο να υφίσταται αυτή η προσωρινή απαγόρευση. Είναι η θέση των Εναγόμενων 1 και 2 πως ο Ενάγων παραπλάνησε το Δικαστήριο, μη αναφέροντας την αλήθεια. Επιπλέον, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται πως συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας το εγχείρημα του Ενάγοντος να εξασφαλίσει ενδιάμεση θεραπεία, που ουσιαστικά περατώνει σε μεγάλο βαθμό την αγωγή, ενώ εναντίον της Εναγόμενης 1 δεν θεμελίωσε το αίτημά του, καθότι ο Κηδεμόνας δεν απείλησε οποτεδήποτε τον Ενάγοντα με κατεδάφιση. Στη μαρτυρία που προσκόμισε η Εναγόμενη 1, από λειτουργό Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Α', στην υπηρεσία του Κηδεμόνα, αναφέρονται τα γεγονότα πως, μετά από έγκριση σχετικού αιτήματος του Ενάγοντος, του παραχωρήθηκε, βάσει εγγράφου ημερομηνίας 14.10.1980, τουρκοκυπριακή κατοικία εντός άλλων τεμαχίων, για τη στέγαση της τριμελούς οικογένειάς του. Περί την 12.10.2000, σε συνεδρία της τριμελούς υπηρεσιακής συμβουλευτικής επιτροπής, εγκρίθηκε αίτημα του Δήμου Πάφου και του δόθηκε συγκατάθεση ημερομηνίας 19.12.2000, για την χρήση μέρους των τουρκοκυπριακών ακινήτων στα οποία περιλαμβάνονται τα τεμάχια 4204 και 4207 για τη δημιουργία χώρου στάθμευσης χωρίς τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης, υπό όρους. Ο Ενάγων, περί τον Μάρτιο του 2009, υπέβαλε αίτημα για να του επιτραπεί η δημιουργία περίφραξης εντός του τουρκοκυπριακού χώρου που χρησιμοποιούσε ως αυλή της κατοικίας του και να του παραχωρηθεί μέρος του τεμαχίου 4204 για τη δημιουργία αποθήκης. Παρόλο που το αίτημά του δεν είχε εγκριθεί, ο Ενάγων προχώρησε αυθαίρετα στην ανέγερση υποστατικού εντός του αιτούμενου μέρους του τεμαχίου
- Με επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 09.04.2009, κλήθηκε να τερματίσει κάθε οικοδομική εργασία και επέμβαση στο τεμάχιο μέχρι να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησής του, ενώ, με επιστολή ημερομηνίας 09.06.2009, ο Ενάγων ενημερώθηκε πως το αίτημά του θα εξετάζονταν μετά από την κατεδάφιση του υποστατικού και δεν ήταν δυνατόν να εγκριθεί εκ των υστέρων με πολεοδομική άδεια. Ο Ενάγων, με επιστολή του ημερομηνίας 07.07.2009, ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 πως θα συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις της πολεοδομικής αρχής και ζητούσε να εξεταστεί το αίτημά του. Τρεις μήνες αργότερα, έστειλε νέα επιστολή, με την οποία έλεγε πως η κατασκευή (παράγκα) που χρησιμοποιούσε ως αποθήκη προϋπήρχε και ότι την χρησιμοποιούσε για τη φύλαξη των μηχανημάτων και άλλων εργαλείων της εργασίας του. Έπειτα, ο Ενάγων, με επιστολή του ημερομηνίας 12.04.2011, αιτήθηκε να του παραχωρηθεί και το τεμάχιο 4207, που γνώριζε πως είχε ήδη παραχωρηθεί μέρος αυτού στον Δήμο Πάφου για τη δημιουργία χώρου στάθμευσης. Περί τον Απρίλιο του 2014, σε επιτόπια επίσκεψη λειτουργού, διαπιστώθηκε ξανά πως ο Ενάγων λειτουργούσε αυθαίρετα, επεμβαίνοντας παράνομα εντός των τεμαχίων 4204 και 4207, και με επιστολή ημερομηνίας 04.04.2014, κλήθηκε να τερματίσει την παράνομη επέμβαση. Καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 6951/2014, που αποσύρθηκε για ανθρωπιστικούς λόγους, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο Ενάγων. Περί την 26.11.2014, υπογράφθηκε σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1, με την οποία παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα χώρος 100m2 από το τεμάχιο
- Ο Ενάγων, με επιστολή του ημερομηνίας 24.07.2016, ζήτησε να του παραχωρηθεί περαιτέρω χώρος από το τεμάχιο 4204 και μέρος του τεμαχίου 4207 για προέκταση της αυλής της κατοικίας του και για εξασφάλιση άδειας περίφραξης. Το μέρος του χώρου που ζητήθηκε περιλαμβάνονταν στη σχετική συγκατάθεση του Δήμου Πάφου για τη διαμόρφωση του χώρου στάθμευσης. Το αίτημα προωθήθηκε για εξέταση κατά πόσο θα ήταν εφικτό να εγκριθεί, περίπτωση στην οποία θα ετοιμάζονταν σχετική σύμβαση μίσθωσης. Ο Ενάγων υπέβαλε αίτηση και αρχιτεκτονικά σχέδια για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την αποθήκη (τεμάχιο 4204) και για τη μη αδειούχα περίφραξη που είχε ανεγείρει. Ένεκα του ότι θα έπρεπε να οριστικοποιηθεί πρώτα το ζήτημα της παραχώρησης του χώρου με τον Δήμου Πάφου, δεν υπογράφθηκαν η αίτηση και τα σχέδια. Παράλληλα, κατά την περίοδο εκείνη, γίνονταν συζητήσεις μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 για σκοπούς προώθησης του έργου και εκμίσθωσης των εν λόγω τεμαχίων. Ως εκ τούτου, ζητήθηκε από τον Δήμο Πάφου να προσκομίσει τη σχετική αποτύπωση του μέρους των τεμαχίων που θα χρησιμοποιούνταν για τη διαμόρφωση του χώρου στάθμευσης. Ο Δήμος Πάφου είχε τελικά τη θέση ότι θα χρειάζονταν ολόκληρο τον χώρο που του είχε παραχωρηθεί καθότι οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση ή παραχώρηση μέρους των τεμαχίων που είχε ζητήσει ο Ενάγων θα δημιουργούσε πρόβλημα στη λειτουργία του χώρου. Περί την 17.12.2020, αποφασίστηκε ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής, σχετικά με τη δημιουργία τετραγωνισμένου χώρου στάθμευσης, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και εξυπηρέτησης του κοινού, μεταξύ άλλων, να αφαιρούνταν συνολικά 52m2 από την έκταση που είχε παραχωρηθεί στον Ενάγοντα ή κατείχε. Ειδικότερα, θα αφαιρούνταν χώρος 30m2 ελεύθερος από οικοδομές από το τεμάχιο 4204 που περιλαμβάνεται στη σύμβαση μίσθωσης και χώρος 22m2 που αποτελεί προέκταση της αυλής της κατοικίας του Ενάγοντος για το οποίο δεν υπήρχε σύμβαση μίσθωσης και είναι περιφραγμένος. Παράλληλα, θα εξασφάλιζαν τρεις καλυμμένους χώρους στάθμευσης με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης των μελών της οικογένειας του Ενάγοντος και εξασφάλιση πρόσβασης στην αυλή της οικίας από τον χώρο στάθμευσης. Με βάση την απόφαση αυτή, την 28.01.2021, στάλθηκε επιστολή με την οποία ενημερώνονταν ο Ενάγων πως θα του αφαιρούσαν ένα μικρό μέρος από τη σύμβαση μίσθωσής του, με σκοπό την παραχώρησή του στον Δήμο Πάφου, για τη δημιουργία του χώρου στάθμευσης, και υπογράφθηκε την 21.04.2021 σύμβαση μίσθωσης μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 για την προώθηση του έργου, με την οποία παραχωρήθηκαν στον Δήμο Πάφου μέρος των τουρκοκυπριακών ακινήτων στα οποία περιλαμβάνονται τα τεμάχια 4204 και
- Μετέπειτα, και αφού έγινε επιτόπια αποτύπωση από τοπογράφο μηχανικό, φάνηκε πως ο ακριβής χώρος που επηρεάζονταν για τη δημιουργία του έργου δεν περιλάμβανε τελικά μέρος της σύμβασης μίσθωσης του τεμαχίου 4204 που είχε ο Ενάγων. Με επιστολή ημερομηνίας 26.04.2021, ενημερώνονταν ο Ενάγων σχετικά με την απόφαση της συμβουλευτικής επιτροπής και ότι ο επηρεαζόμενος χώρος δεν περιλαμβάνεται στη σύμβαση μίσθωσης και ότι, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, θα έπρεπε να εγκαταλείψει 48m2 τα οποία κατείχε παράνομα αφού δεν περιλαμβάνονταν στη σύμβαση μίσθωσης που είχε. Παρόλο που ήταν ξεκάθαρο πως δεν επηρεάζονταν η σύμβαση μίσθωσης που είχε, υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή. Ο Εναγόμενος 1 θεωρεί πως ο Ενάγων ενήργησε προληπτικά για να διατηρήσει παράνομη επέμβασή του στα τεμάχια, ενώ στην πραγματικότητα παραπονούμενοι είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που υπήρξαν ανεκτικοί έναντι στον Ενάγοντα, για ανθρωπιστικούς λόγους, γεγονός, όμως, που ο Ενάγων παρερμήνευσε και θεώρησε ότι απέκτησε δικαιώματα στους χώρους των τεμαχίων όπου επεμβαίνει παράνομα. Ακόμα κι αν η ανεκτικότητα των Εναγόμενων 1 και 2 θεωρούνταν άδεια χρήσης από τον Ενάγοντα, των εν λόγω τεμαχίων, θα μπορούσε να ανακληθεί. Είναι ο Ενάγων που παρεμβαίνει και κατακρατεί χώρους που δεν του ανήκουν. Ο Εναγόμενος 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια στο τεμάχιο 4204 (100m2) που υπάρχει στη σύμβαση μίσθωσης ούτε στους χώρους που ο Ενάγων επεμβαίνει παράνομα, είτε για να κατεδαφίσει είτε για να ξεριζώσει δέντρα. Ο Ενάγων παραπλάνησε το Δικαστήριο καθότι είναι ο ίδιος που επεμβαίνει και κατακρατεί μέρος (48m2) του τεμαχίου 4204 που δεν περιλαμβάνεται στη σύμβαση μίσθωσης που έχει. Η μοναδική σύμβαση μίσθωσης που έχει ο Ενάγων είναι για τα 100m2 του τεμαχίου 4204 που δεν επηρεάζονται από το έργο, ενώ ο Ενάγων κάνει λόγο για περαιτέρω 108m2 του τεμαχίου 4204 και 65m2 του τεμαχίου 4207 που δεν του ανήκουν ούτε υποδεικνύει έγγραφο με το οποίο να του παραχωρήθηκαν. Επιπλέον, ο Ενάγων δεν είναι πλέον δικαιούχος για παροχή τουρκοκυπριακής περιουσίας με την ΚΔΠ 155/1999, καθότι η σύζυγός του είναι ιδιοκτήτρια τριών διαμερισμάτων, γεγονός που βεβαιώθηκε με έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας, που προσκομίζεται. Για τους λόγους αυτούς, ο Εναγόμενος 1 εισηγείται πως τα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και η αίτηση του Ενάγοντος να απορριφθεί. Ο Εναγόμενος 2, δια της μαρτυρίας του δημοτικού γραμματέα, που υποστηρίζει την ένστασή του, διευκρινίζει πως η διαφορά μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 2 δεν είναι οι ενέργειες που ο Δήμος Πάφου, ως πολεοδομική αρχή, μπορεί να πράξει, για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας, αλλά οι ενέργειές του ως ο νόμιμος δικαιούχος των τεμαχίων 4204 και 4207, που του παραχωρήθηκαν από τον Κηδεμόνα για να δημιουργήσει χώρο στάθμευσης προς εξυπηρέτηση των γειτονικών κατοικιών. Προσκομίζει τη σύμβαση μίσθωσης που έχει, καθώς και τοπογραφική μελέτη στην οποία φαίνεται η παραχωρηθείσα στον Δήμο Πάφου έκταση των τεμαχίων 4204 και 4207 και η επέμβαση του Ενάγοντος σε μέρος 50m
- Το μέρος των 50m2 στο οποίο ο Ενάγων επεμβαίνει δεν περιλαμβάνεται στις συμβάσεις μίσθωσης που έχει, αλλά ο Ενάγων επιμένει να κατακρατεί παράνομα αυτό το μέρος. Ο Ενάγων, όπως επισημαίνει ο Δήμος Πάφου, σκόπιμα δεν παρέθεσε οποιαδήποτε τοπογραφική μελέτη και ισχυρίστηκε παραπλανητικά πως η υπόθεση αφορά 108m2 του τεμαχίου 4204 κα 65m2 του τεμαχίου
- Ο Κηδεμόνας φρόντισε να ενημερώσει τον Ενάγοντα και τον κάλεσε να παύσει να επεμβαίνει στο μέρος που δεν έχει δικαίωμα να κατέχει. Ο Δήμος Πάφου τον κάλεσε, επίσης, να άρει την παράνομη επέμβασή του. Ο Ενάγων, όμως, όπως είναι η θέση του Δήμου Πάφου που συνταυτίζεται με εκείνην του Κηδεμόνα, ενήργησε προληπτικά για να επιτύχει διατήρηση της παράνομης επέμβασής του. Οι πραγματικοί παραπονούμενοι είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2, που υπήρξαν ανεκτικοί έναντι στον Ενάγοντα, ανεκτικότητα που ο Ενάγων παρερμήνευσε, θεωρώντας ότι απέκτησε δικαιώματα, εις βάρος των Εναγόμενων 1 και 2, εφόσον, αναμφίβολα, δεν υφίσταται νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί την επέμβαση του Ενάγοντος στα 50m2 που περιλαμβάνονται στα ακίνητα που παραχωρήθηκαν στον Δήμο Πάφου. Ο Δήμος Πάφου θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν είναι δίκαιο να συνεχίσουν να ισχύουν αυτά τα διατάγματα. Με συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Ενάγων ανέφερε πως ο χώρος στάθμευσης έχει ολοκληρωθεί και τα οχήματα σταθμεύουν κανονικά, χωρίς επηρεασμό των αμφισβητούμενων τετραγωνικών μέτρων, αλλά αυτό που φαίνεται να θέλει να δημιουργήσει ο Δήμος Πάφου είναι περαιτέρω χώρο πεζοδρομίου στον περίγυρο του χώρου στάθμευσης, η κατασκευή του οποίου θα οδηγήσει σε επέμβαση στα υπό κρίση τεμάχια και ειδικότερα στα αμφισβητούμενα τετραγωνικά μέτρα. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, η κατασκευή περαιτέρω χώρου πεζοδρομίου θα οδηγήσει στην κατεδάφιση της περίφραξης του, στην καταστροφή κινητής ιδιοκτησίας και στην αποκοπή δέντρων που φύτεψε και μεγαλώνει με αγάπη. Προσκομίζει σημείωμα βουλευτών προς τον Υπουργό Εσωτερικών που θίγουν τη νομιμότητα της παραχώρησης μέρους των αυλών των τουρκοκυπριακών κτημάτων στην περιοχή Οσμάν Εφέντη στον Δήμο Πάφου. Παρεμβάλλεται πως ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/1991 θεσπίστηκε επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής, στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, για την προστασία των οποίων κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων, περιλαμβανομένης της διαχείρισης των περιουσιών αυτών. Κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που χορηγούνται από τον Νόμος 139/1991, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Ο Κηδεμόνας έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται κάθε Τουρκοκυπριακή περιουσία, σύμφωνα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης, και προς τον σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων, να κάνει διευθετήσεις, να συνάπτει, να τερματίζει ή να ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση προς κάθε τέτοια περιουσία και ειδικότερα να την εκμισθώνει με τους πιο συμφέροντες για τον ιδιοκτήτη όρους. Στο πλαίσιο της εξουσίας του, δύναται, αφού πρώτα λάβει υπόψη τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής και τηρουμένων των επιφυλάξεων που τίθενται στον νόμο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μόνον όπου τούτο εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, να συνάπτει συμβάσεις για την εκμίσθωση ή παραχώρηση άδειας χρήσης τουρκοκυπριακής ακίνητης ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων, σε αρχές τοπικής διοίκησης, δυνάμει των οποίων να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ή και κατοχή της ιδιοκτησίας, κατά τρόπο και υπό όρους που κατά την κρίση του Κηδεμόνα εξυπηρετούν τόσο το εν λόγω δημόσιο συμφέρον, όσο και τους σκοπούς του Νόμος 139/
- Ο Κηδεμόνας, κατά τη διαχείριση και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, μεριμνά και για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων, με βάση καθορισμένα κριτήρια. Δύναται, μεταξύ άλλων, να παραχωρήσει στον κάτοχο εγγράφου παραχώρησης τουρκοκυπριακής περιουσίας για σκοπούς αυτοστέγασης, δικαίωμα επέκτασης της χρήσης του ακινήτου και για σκοπούς επαγγελματικής στέγης, εφόσον ο κάτοχος εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές τις απαιτούμενες άδειες με βάση τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Κάθε ενοικιαστής/αδειούχος που δεν ικανοποιείται από απόφαση του Κηδεμόνα που λαμβάνεται με βάση τις διατάξεις του Νόμος 139/1991 έχει το δικαίωμα ιεραρχικής προσφυγής, που αναστέλλει την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης του Κηδεμόνα, μέχρι την έκδοση της απόφασης της εξ υπουργών επιτροπής. Η απόκτηση κατοχής ή η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στον Νόμος 139/1991 συνιστά ποινικό αδίκημα, και το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης, μπορεί να εκδίδει διάταγμα έξωσης ή απαγόρευσης χρήσης εναντίον προσώπων που κατέχουν, χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τουρκοκυπριακή περιουσία αντίθετα με τις πρόνοιες του Νόμος 139/
- Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλα μέτρα, ο Κηδεμόνας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του μπορεί να προβεί, με τη βοήθεια της Αστυνομίας, αν χρειασθεί, στην ανάκτηση της κατοχής της τουρκοκυπριακής περιουσίας και στη μετακίνηση ή και απομάκρυνση από αυτήν οποιουδήποτε αντικειμένου, είδους, οργάνου, κατασκευάσματος ή υλικού και να λάβει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξή τους, αφού προηγουμένως επιδοθεί σχετική γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει ο Νόμος 139/
- Ο παραβάτης, από τη λήψη τέτοιας γραπτής ειδοποίησης, δικαιούται να υποβάλει αίτηση, η οποία εξετάζεται εντός τριάντα ημερών, και η αιτούμενη τουρκοκυπριακή περιουσία παραχωρείται σ' αυτόν κατά προτεραιότητα, εφόσον πληροί τα κριτήρια, που καθορίζονται στους περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Κανονισμούς 1992 έως
- Ο Κηδεμόνας πρέπει να γνωστοποιεί στη Βουλή τα ονόματα των παρανόμως κατεχόντων ή χρησιμοποιούντων τουρκοκυπριακή περιουσία, των ειδοποιουμένων να παραδώσουν την κατοχή ή χρήση και εκείνων από τους οποίους έγινε ανάκτηση της κατοχής ή χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας. Με βάση την τελευταία επιφύλαξη του άρθρου 15 § 3, οποιοδήποτε πρόσωπο δεν κατέχει έγγραφο παραχώρησης επ' ονόματί του τουρκοκυπριακής περιουσίας, τεκμαίρεται ότι κατέχει αυτήν παράνομα. Σύμφωνα και με τους Κανονισμούς, άδεια χρήσης σημαίνει γραπτή άδεια για χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας η οποία χορηγείται με απόφαση του Κηδεμόνα ή των εκπροσώπων του πάνω σε προσωρινή βάση και περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία που προβλέπονται. Στους ίδιους Κανονισμούς, η εξυπηρέτηση, κατά προτεραιότητα, των προσφύγων ή (διάζευξη) του δημοσίου συμφέροντος δεν δίδει ερμηνεία ότι οι πρόσφυγες εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα έναντι στο δημόσιο συμφέρον. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση του Ενάγοντος έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[2], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[3]. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων είχε ισχυριστεί άμεσο και επικείμενο κίνδυνο επέμβασης στην κατοχή που ισχυρίστηκε πως έχει στα τεμάχια και σε περιουσία του, κατά τη θέση του, χωρίς νόμιμη διαδικασία, επιτρέποντας στο Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησής του χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση των Εναγόμενων 1 και
- Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Αναθεωρώντας τα προσωρινά διατάγματα μέσα και από τη μαρτυρία των Εναγόμενων 1 και 2, δεν φαίνεται να υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων από τον Ενάγοντα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα, και κατ' επέκταση να υπάρχει δικαιοδοτική επίδραση. Δεν συντρέχει δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων, και μπορεί το Δικαστήριο να αναθεωρήσει και τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, υπό τα όσα ανέφεραν οι Εναγόμενοι 1 και
- Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[8]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[9]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Υπό το φως του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στον βαθμό που μπορεί να προσαρμοστεί, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· θα πρέπει να υπάρχει ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[10]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντως «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[11]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[12]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο στο να χορηγήσει μια τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[13] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[14]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[15]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[16]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[17]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right) σε κάθε αγωγή που έχει ως βάσεις της αστικά αδικήματα, για σκοπούς ειδικής πρόληψης της περαιτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικατολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[18]. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι έγιναν διευθετήσεις με τον Κηδεμόνα, με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 2, να του παραχωρηθεί μέρος των τεμαχίων 4204 και 4207, στη βάση των οποίων προέκυψε, κατά την πεποίθησή του, σύμβαση ή έννομη σχέση του Ενάγοντος με τα τεμάχια αυτά, παρόλο που δεν εκδόθηκε και έγγραφο παραχώρησης επ' ονόματί του· το ανέμενε, ως λογικό επακόλουθο των διευθετήσεων που έγιναν. Ο Ενάγων, όπως ισχυρίζεται, βασίστηκε στις διευθετήσεις αυτές και στη λογική προσδοκία εγγράφου παραχώρησης, και άσκησε πράξεις νομής στα τεμάχια (φύτεψε δέντρα, ανήγειρε ή χρησιμοποίησε αποθήκη ή περίφραξη, υπέβαλε αίτηση και σχέδια για νομιμοποίηση κατασκευών, κ.λπ.). Ωστόσο, εν τέλει, του ζητήθηκε να εγκαταλείψει την κατοχή (από τον Εναγόμενο 1) και να άρει πολεοδομικές παραβάσεις εντός των τεμαχίων (από τον Εναγόμενο 2). Έπειτα, ενώ ο ίδιος θεωρούσε πως έχει νομιμοποιητική βάση να κατέχει το μέρος των τεμαχίων αυτών (τις υφιστάμενες διευθετήσεις και τη σύμβαση μίσθωσης για κάποια μέτρα του τεμαχίου 4204) και εκκρεμούσαν ιεραρχικές προσφυγές κατά αποφάσεων με τις οποίες διαφωνούσε, δέχθηκε επέμβαση στην κατοχή με μη νόμιμη ή χωρίς νόμιμη διαδικασία, και υπέστη ζημιά. Όπως έθεσε το ζήτημα ο Ενάγων, ικανοποίησε την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ιδίως όσον αφορά την αξίωσή του για αποζημίωση, κινούμενος πάνω σε γνωστές βάσεις αγωγής, και περιβάλλοντας τα λεγόμενά του με σχετικά στοιχεία, τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούν να αξιολογηθούν σε αυτό το στάδιο, ως στην εκδίκαση της αγωγής. Όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντος, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση ο Ενάγων να δικαιούται σε αποζημίωση για τυχόν ζημιά από πράξεις ή παραλείψεις των Εναγόμενων 1 και 2, εάν αποδειχθεί ότι εκείνες δεν ήταν σύμφωνες με τον νόμο, ή ακόμα και από υποσχέσεις που τυχόν θα αποδείξει ότι ήταν σε επίπεδο που δεσμεύουν ενοχικά (έχει κάποιους ισχυρισμούς που βασίζονται σε γεγονότα και επιστολογραφία, που θα εξεταστούν κατά τη δίκη), ενόψει του υφιστάμενου εκ του νόμου απορρέοντος τεκμηρίου ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης της κατοχής και χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας, η κατοχή και χρήση της τεκμαίρεται παράνομη, ο Ενάγων, ευλόγως, θα έχει δυσκολίες στο να αποδείξει και κάποιο δικαίωμά του, πέραν από αποζημιώσεις, στο να κατέχει και να χρησιμοποιεί νόμιμα την τουρκοκυπριακή περιουσία που δεν περιλαμβάνεται στη σύμβαση μίσθωσης που συνήψε με τον Κηδεμόνα. Το νόμιμο τεκμήριο δεν είναι μεν αμάχητο, αλλά η κανονιστική απαίτηση η άδεια χρήσης να είναι γραπτή και να πληροί και συγκεκριμένες προδιαγραφές, και η αντίστοιχη ποινικοποίηση της παράνομης κατοχής και χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας, δεικνύουν τη σοβαρότητα και την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να προσεγγίζονται θέματα διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών και επικλήσεις δικαιωμάτων επί τουρκοκυπριακών περιουσιών. Χωρίς να αξιολογείται η μαρτυρία σε αυτό το στάδιο, τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα είναι πως δεν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης των τεμαχίων 4204 (πλην των 100m2 που περιλαμβάνονται στη σύμβαση μίσθωσης) και 4207, ωστόσο, ο Ενάγων, βασιζόμενος απλώς σε προκαταρκτικές διευθετήσεις που δεν είχαν οριστικοποιηθεί - και ως μη οριστικές υπόκειντο σε αναθεώρηση - θεώρησε ως δεδομένο ότι μπορεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί τα μέρη των δύο τεμαχίων ή ότι αυτά όντως του παραχωρήθηκαν, ενώ ως προς τα ίδια τελικά συνάφθηκε και προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 έγγραφο παραχώρησης προς τον Δήμο Πάφου. Ακόμα κι αν ο Ενάγων πρόσβαλε σχετικές αποφάσεις του Κηδεμόνα, για το Δικαστήριο φέρουν αναγκαστικό τεκμήριο νομιμότητας, που, παράλληλα με το τεκμήριο παρανομίας που συνοδεύει την κατοχή και χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας χωρίς έγγραφο παραχώρησης που να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές, δεν αφήνουν επαρκές περιθώριο στον Ενάγοντα να πείσει το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, πως έχει πιθανότητες επιτυχίας, στον απαιτούμενο βαθμό, που να δικαιολογεί σχετική ενδιάμεση θεραπεία σε σχέση με την κατοχή των τεμαχίων. Η προσδοκία δικαιώματος ή η δικαιολογημένη προσδοκία (legitimate expectation) απαντά στον δίκαιο τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργεί η διοίκηση (rule of fairness) στο πλαίσιο ελέγχου της δράσης της, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της εκτελεστό ιδιωτικό δικαίωμα. Δεν μπορεί να εξαναγκαστεί, με μέσα ιδιωτικού δικαίου, ο Κηδεμόνας, να παραχωρήσει κατοχή και χρήση τουρκοκυπριακής ακίνητης περιουσίας στον Ενάγοντα, να συμβληθεί μαζί του. Τέτοιο δικαίωμα δεν θα είχε ο Ενάγων ούτε έναντι στον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη, βάσει διαπραγματεύσεων, να επέμβει στην ακίνητη περιουσία του πριν να του παραχωρηθεί από τον ίδιο με σχετική συμφωνία, επειδή άλλως πώς εξέλαβε, και να παραμένει σε αυτή, παρά την εναντίωση του ιδιοκτήτη. Οι θεραπείες που ζητά ο Ενάγων, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που προσφέρει μέσω της αίτησής του για ενδιάμεση θεραπεία, δεν δίνουν πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσής του στο παρόν στάδιο και για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, να αναγνωριστεί κάποια έννομη σχέση του Ενάγοντος με τα τεμάχια. Πώς να αναγνωριστεί και να εξαναγκαστεί από το Δικαστήριο κάποια έννομη σχέση του Ενάγοντος με τα τεμάχια που μάλιστα πλέον παραχωρήθηκαν από τον Κηδεμόνα στον Δήμο Πάφου, και ενόσω η απόφαση του Κηδεμόνα δεν έχει ακυρωθεί από αρμόδιο όργανο; Υπάρχουν, όμως, επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του Ενάγοντος για αποζημιώσεις, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπήρχε παρέμβαση στη de facto κατοχή των τεμαχίων από τον ίδιο (ακόμα και παράνομη να ήταν) και ζημιά σε προσωπική περιουσία του Ενάγοντος χωρίς να έχει ακολουθηθεί νόμιμη διαδικασία από τους Εναγόμενους 1 και
- Η επάρκεια των πιθανοτήτων επιτυχίας ως προς αυτό το τελευταίο σκέλος, που δίδει αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και επιστολές, επιβάλλει στο Δικαστήριο να συνεχίσει την εξέταση της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την απόδοση κάποιας ενδιάμεσης θεραπείας. Όμως, στον βαθμό που το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται και με το υφιστάμενο πλαίσιο της αγωγής και τις πιθανότητες επιτυχίας που αυτό δίδει, προκύπτουν αναγκαστικά δυσκολίες και για την απόδειξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που πλέον είναι καθοριστικές. Επαναλαμβάνεται πως, στο πλαίσιο που ο Ενάγων έθεσε στο Δικαστήριο αρχικά, η ουσία της ενδιάμεσης θεραπείας που δόθηκε ήταν η παρεμπόδιση του άμεσου κινδύνου που εξέφρασε και έδειξε ο Ενάγων να εκδιωχθεί από τα τεμάχια 4204 και 4207 με την άσκηση δυσανάλογης φυσικής βίας και χωρίς να είχε ακολουθηθεί κάποια νόμιμη διαδικασία, ή και κατά παράβαση της υφιστάμενης σύμβασης μίσθωσής του, ως προς συγκεκριμένα μέτρα. Αυτό ήταν που κινητοποίησε το Δικαστήριο να παρέμβει και να εμποδίσει προσωρινά ενέργειες των Εναγόμενων 1 και 2, μέχρι να ακουστεί πλήρως η αίτηση. Ο φόβος που ο Ενάγων μετέφερε στο Δικαστήριο, πως θα εισέλθουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στον χώρο που επί του παρόντος κατέχει (νόμιμα ή παράνομα), πριν να διαπιστωθεί εάν νόμιμα ή παράνομα τον κατέχει στη βάση των προηγούμενων διευθετήσεων αλλά και εν μέρει της σύμβασης μίσθωσης, και όπου έχει τοποθετήσει περιουσία του, και θα τον εκδιώξουν ή και θα κατεδαφίσουν οικοδομές (που εάν νόμιμα ή παράνομα υφίστανται υπό την πολεοδομική νομοθεσία, δεν έχει ουσιαστική σημασία για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας) ή θα ξεριζώσουν δέντρα που φύτεψε. Αυτή η επαπειλούμενη φυσική βία μεταφράζεται και κάπως έντονα από τον Ενάγοντα, και γενικεύεται, λόγω και των δυσάρεστων προσωπικών βιωμάτων του, ως πρόσφυγας που εκδιώχθηκε από την γη του και απώλεσε ήδη περιουσία. Δεν είχε δείξει, ο Ενάγων, στο Δικαστήριο, πως, εάν διαπιστωθεί, μέσα από νόμιμες διαδικασίες, πως δεν δικαιούται στην κατοχή των τεμαχίων που επί του παρόντος κατέχει, θα επεμβαίνει παράνομα και ετσιθελικά στα τεμάχια αυτά. Το Δικαστήριο, αναθεωρώντας τώρα τα προσωρινά διατάγματα υπό το φως όσων εκθέτουν και οι Εναγόμενοι 1 και 2, δεν ενεργεί ως εφετείο εαυτού ή ομόβαθμου δικαστηρίου. Αλλά, μέσα στο ίδιο πλαίσιο που έθεσε με την απαίτησή του ο Ενάγων, και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2, αλλά και συμπληρωματικά από τον Ενάγοντα, φαίνεται πως οι αρχικοί φόβοι του Ενάγοντος δεν υλοποιήθηκαν τελικά. Ο χώρος στάθμευσης ολοκληρώθηκε χωρίς επηρεασμό του Ενάγοντος ή της σύμβασης μίσθωσής του, που δεν απασχόλησε· και σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, δεν απασχολεί, πέρα από το πεδίο ελέγχου από τον Κηδεμόνα σε σχέση με την εξακολούθηση της ικανοποίησης των κριτηρίων βάσει των οποίων έγινε η όποια παραχώρηση στον Ενάγοντα. Ο Κηδεμόνας, επίσης, έδειξε πως ο ίδιος ουδέποτε προειδοποίησε για είσοδο και κατεδάφιση, πλην της ειδοποίησης στον Ενάγοντα για την έκταση που δεν δικαιούται. Οι ενέργειες του Κηδεμόνα με βάση τον Νόμο 139/1991 δεν θα ήταν δυνατόν να θεωρηθούν απειλή αδικοπραγίας, ακόμα κι αν προϋποθέτουν, με βάση τον ίδιο νόμο, εξαναγκασμό. Το κυριότερο, ό,τι εκφράζει σήμερα ως φόβο ο Ενάγων, με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, δεν είναι όμοια ή τόσο συγκεκριμένο και απτό, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να συνεχίσει να παρεμβαίνει, με οποιονδήποτε τρόπο· τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο. Οι αναφορές του Ενάγοντος πως «αυτό που φαίνεται να θέλει» (φαίνεται, από πού;) ο Δήμος Πάφου (εστιάζοντας πλέον μόνον στον Εναγόμενο 2) είναι να κατασκευάσει περαιτέρω πεζοδρόμιο, που θα οδηγήσει σε καταστροφή περιουσίας του Ενάγοντος, είναι σε επίπεδο γενικότητας και αοριστίας, δεν δίδει συγκεκριμένη γεγονοτική βάση και κατ' επέκταση ξεκάθαρη διάσταση σε άμεσο επαπειλούμενο κίνδυνο, που να δικαιολογεί αντικειμενικά τον φόβο του Ενάγοντος ότι θα υποστεί αστικό αδίκημα από τον Δήμο Πάφου, εάν το Δικαστήριο δεν παρέμβει προληπτικά. Ο δισταγμός του Δικαστηρίου να παρέμβει προληπτικά - πέραν του ότι πάντα φειδωλά ασκείται προληπτική δικαιοσύνη - συναρτάται προφανώς και με το γεγονός ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν και για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντος όσον αφορά κάποιο ιδιωτικό δικαίωμά του να κατέχει και να χρησιμοποιεί τα μέρη των τεμαχίων 4204 και 4207 που δεν περιλαμβάνονται σε έγγραφο παραχώρησης στο όνομά του, σύμφωνα με όσα ρητά προβλέπει ο Νόμος 139/1991, και που τα ίδια περιλαμβάνονται σε έγγραφο παραχώρησης επ' ονόματι άλλου προσώπου. Ο Νόμος 139/1991 ρυθμίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, είτε για την έξωση μη δικαιούχων κατόχων και τη διαφύλαξη της περιουσίας τους, είτε από τους διαφωνούντες με αποφάσεις του Κηδεμόνα. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι θα υπάρξει παράβαση των όσων προβλέπει ο Νόμος 139/1991 από τους Εναγόμενους 1 και 2, ότι θα υπάρξει περιουσιακή ζημιά του Ενάγοντος, και ότι θα πρέπει να προστατευτεί ο Ενάγων από κάποιον ορατό κίνδυνο διάπραξης παρανομίας και ζημιάς. Η απόφαση του Κηδεμόνα να παραχωρήσει στον Δήμο Πάφου, και όχι στον Ενάγοντα, τα τεμάχια 4204 και 4207 δεν ελέγχεται - δεν υπάρχει δηλαδή δικαιοδοσία να ελεγχθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο -, ως προς τη νομιμότητα ή την ορθότητά της, άμεσα ή παρεμπιπτόντως, πόσω μάλλον σε πλαίσιο γενικού πολιτικοκοινωνικού διαλόγου, ως το σημείωμα των βουλευτών που προσκόμισε συμπληρωματικά ο Ενάγων. Ο Ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί, επίσης, να ακολουθήσει διαδικασίες που προβλέπει ο Νόμος 139/1991, που σε αυτές δεν περιλαμβάνεται η δυνατότητά του, με ασφαλιστικά μέτρα, να εμποδίζει την ίδια την εφαρμογή του Νόμου 139/1991 και την άσκηση νόμιμων εξουσιών του Κηδεμόνα, όπως ούτε και την άσκηση δικαιωμάτων άλλων προσώπων στα οποία παραχωρήθηκε από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακή περιουσία. Τη νομιμότητα της παραχώρησης σε άλλο πρόσωπο ενδεχομένως να μπορεί να αμφισβητήσει ο Ενάγων, σε αρμόδιο όργανο, στον βαθμό που επηρεάζεται, γιατί, κατά τα λοιπά, συνιστά διαχρονική αρχή του δικαίου πως η ισότητα, ως θετική έννοια που δεν μπορεί να εξαναγκαστεί αρνητικά, απολήγει και στο ότι δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία. Έτσι, δεν μπορεί να αποτελεί, λόγου χάριν, βάση ένδικων ισχυρισμών του Ενάγοντος, ως φαίνεται να υπάρχει η τάση να αποτελεί, ότι παραχωρούνται στους δήμους ή σε άλλους «παράνομα» τουρκοκυπριακές περιουσίες, και να διεκδικεί και ο ίδιος βάσει αυτού, ή και να την επιδιώκει με πραγματικές πράξεις νομής επί τουρκοκυπριακής περιουσίας που δεν του παραχωρήθηκε με βάση τον υφιστάμενο νόμο. Εστιάζοντας απλώς στο προαναφερόμενο σκέλος της αγωγής του Ενάγοντος που έχει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας για τους σκοπούς της διαδικασίας, ως προς το οποίο δεν θα μπορούσε να δοθεί τελική θεραπεία άλλη από αποζημιώσεις, δεν έχει αποδειχθεί πως, σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποιο ενδιάμεσο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να αποζημιωθεί ο Ενάγων από τους Εναγόμενους 1 και 2, εάν αποδειχθεί πως υπέστη ζημιά λόγω επέμβασης στην κατοχή του χωρίς εφαρμογή από τους Εναγόμενους 1 και 2 κάποιας νόμιμης διαδικασίας. Εάν κάποια περιουσία του Ενάγοντος βρίσκεται σε χώρο που επί του παρόντος δεν δικαιούται να κατέχει με βάση τον Νόμο 139/1991, ασχέτως της προσδοκίας δικαιώματος ή και της πιθανότητας απόδειξης κάποιας συμβατικής ή άλλης ευθύνης του Κηδεμόνα ή του Δήμου Πάφου βάσει των προκαταρκτικών διευθετήσεων ή των ενεργειών τους, ή της δυνατότητας κάποιας σχετική προσπάθειας του Ενάγοντος να αποκτήσει έγγραφο παραχώρησης για περαιτέρω έκταση τουρκοκυπριακής περιουσίας στο μέλλον, θα πρέπει ο Ενάγων να προβεί σε ανάλογες ενέργειες, για να αποτρέψει τυχόν ζημιά στην περιουσία του που μπορεί να αποτραπεί. Αυτές οι ενέργειες δεν περιλαμβάνουν την αφαίρεση υφιστάμενων δικαιωμάτων από τους επί του παρόντος δικαιούχους, για τη διατήρηση ενός status quo (κατοχή και χρήση από τον Ενάγοντα του μέρους της τουρκοκυπριακής περιουσίας που δεν του παραχωρήθηκε τελικά με έγγραφο παραχώρησης, μέχρι να τελεσφορήσουν οι προσπάθειές του να προσβάλει τις αποφάσεις του Κηδεμόνα ή να αλλάξει τα πράγματα) που δεν δημιουργήθηκε σύμφωνα με τον Νόμο 139/1991, αλλά εν πολλοίς προκλήθηκε από τον Ενάγοντα και έρχεται και σε αντίθεση με το ξεκάθαρο γράμμα του προαναφερόμενου νόμου. Είναι γι' αυτό τον λόγο που οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκλαμβάνουν ότι αντιστράφηκαν οι όροι, και ο Ενάγων, που οι ίδιοι θεωρούν επεμβασία (γιατί έλαβε την κατοχή τουρκοκυπριακής περιουσίας χωρίς έγγραφο παραχώρησης που προβλέπει ο Νόμος 139/1991 και χωρίς να οριστικοποιηθούν οποιεσδήποτε διευθετήσεις και ενώ υπερτέρησε - κατά τη θέση τους - λόγος δημοσίου συμφέροντος να παραχωρηθεί στη δημοτική αρχή για τη δημιουργία χώρου στάθμευσης), έλαβε και ενδιάμεση θεραπεία. Παρεμπιπτόντως, επισημαίνεται πως, ακόμα και παράνομος επεμβασίας να είναι κάποιος, δεν αναιρείται η ανάγκη να ακολουθηθεί νόμιμη διαδικασία για την έξωσή του ή για άλλες θεραπείες, ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο του «trespass on the trespasser», παράνομη επέμβαση επί του επεμβασία. Η ανθρωπιστική διάσταση που δίδει στα πράγματα ο Ενάγων, παρακολουθείται με σεβασμό και έγνοια, αλλά αυτό που ο Ενάγων αποζητά, να κατευνάσει κάπως τον πόνο της απώλειάς του από την τουρκική εισβολή και των αδικιών της ζωής του, δεν βρίσκει έρεισμα στην παρεμπόδιση του Κηδεμόνα να ασκήσει τις εξουσίες που του δίδει ο Νόμος 139/1991 ή του Δήμου Πάφου ή άλλου προσώπου να χρησιμοποιεί έκταση που του έχει παραχωρηθεί από τον Κηδεμόνα. Το Δικαστήριο, που επιβάλλεται στη συνταγματική τάξη να εφαρμόζει τους νόμους της Πολιτείας (η συνταγματικότητα των οποίων δεν αμφισβητείται), και που εν προκειμένω απονέμει ιδιωτικό δίκαιο, δεν χρησιμοποιεί, για να προσδιορίσει αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, κριτήρια όπως αυτά που επιχείρησε να αναδείξει μέσα από τη μαρτυρία του ο Ενάγων, εμπνευσμένα δηλαδή από - χρήσιμες κατά τα λοιπά σε μια δημοκρατία - πολιτικοκοινωνικές απόψεις, ότι η τοπική αρχή καταστρέφει αλόγιστα το πράσινο με διάφορα έργα ή ότι δεν υπάρχει επαρκής διαφάνεια στη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών ή ορθή κατανομή ή χρειάζονται ανάλογες βελτιώσεις σε σχετικούς νόμους. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ενόψει της διαπίστωσης αυτής, και της αναγκαιότητας η συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων να είναι σωρευτική, η εξέταση θα πρέπει να τελειώσει εδώ. Παρέλκει η ενασχόληση με οποιουσδήποτε άλλους λόγους ένστασης των Εναγόμενων 1 και
- Καταληκτικά, επειδή ο Ενάγων, με τα στοιχεία που παρουσίασε, δεν έχει καταφέρει να αποδείξει τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ προσωρινών διαταγμάτων της φύσης αυτών που εκδόθηκαν μονομερώς την 18.10.2021, ούτε φαίνεται να δικαιολογείται η διαφοροποίηση ή η έκδοση οποιουδήποτε άλλου προσωρινού διατάγματος στο παρόν στάδιο, η αίτησή του δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 18.10.2021 ακυρώνονται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν υποδείχθηκε και δεν φαίνεται να συντρέχει λόγος απόκλισης από τον συνήθη κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία προέκυψαν. Είναι υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή[19] και εγκριθούν από το Δικαστήριο, ή άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δ.48,κ.2 ΚΠΔ. [2] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [3] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [8] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [9] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [10] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [11] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [12] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [13] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [14] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [15] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [16] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [17] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [18] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. [19] Τυχόν κατάλογος εξόδων, να υποβληθεί στο τέλος της αγωγής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο