← Κύπρος

Αίτηση από: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Αναφορικά με τον Ρ. Κ., Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 58/2020, 5/9/2022

Αίτηση από: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Αναφορικά με τον Ρ. Κ., Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 58/2020, 5/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 58/2020 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του

  1. Αναφορικά με τον Ρ. Κ., με Α.Δ.Τ. [ ], Πάφος, Χρεώστης Αίτηση από: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας - Αιτητών / Πιστωτών Ημερομηνία: 05.09.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Πιστωτές: κα Τζ. Α. Κουλουντή για κ.κ. Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση-Χρεώστη: κα Α. Σ. Χαραλάμπους για κ.κ. Argiro S. Charalambous L.L.C. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Αιτητές (Πιστωτές) ζητούν ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 01.02.21 με το οποίο τους επιβάλλεται το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής του Καθ' ου η αίτηση (Χρεώστη) που είχαν προηγουμένως απορρίψει (στο εξής το «ΠΣΑ»). Νομική βάση της αίτησης είναι ουσιαστικά πρόνοιες του Ν.65(Ι)/2015 και κανονισμοί του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016). Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Πιστωτές δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Μάριου Καρακόκκινου, διευθυντή της Υπηρεσίας Διαχείρισης Πλαισίου Αφερεγγυότητας της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η «ΚΕΔΙΠΕΣ»), στον οργανισμό που διαχειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Προς υποστήριξη της επισυνάπτονται έγγραφα. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Πιστωτών στο σύνολο της. Όπως αναφέρεται, στις 07.07.16 ο Χρεώστης μαζί με τη σύζυγο του συνήψαν με πιστωτικό οργανισμό δύο συμφωνίες δανείου για τα ποσά €10.000 και €176.950 αντίστοιχα, ως εξασφάλιση των οποίων την ίδια ημέρα ο Χρεώστης ενέγραψε προς όφελος των Πιστωτών τέσσερις υποθήκες (δύο υποθήκες για κάθε συμφωνία) που αφορούν ολόκληρο το μερίδιο του σε ενυπόθηκα ακίνητα δικής του ιδιοκτησίας. Το ένα ακίνητο περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα που αποτελεί την κύρια οικία του Χρεώστη ενώ το άλλο ένα διαμέρισμα που ενοικιάζεται σε άλλα άτομα έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €
  2. Προς τούτο δημιουργήθηκαν δύο λογαριασμοί δανείου όπου στον ένα το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €7.000 πλέον τόκους και έξοδα από 01.01.20 ενώ στον άλλο το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €174.733,40 πλέον τόκους και έξοδα από 01.01.
  3. Την 01.02.21 εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται στους Πιστωτές το ΠΣΑ του Χρεώστη με αρ. 58/2020, το οποίο είχε καταρτιστεί από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και απορρίφθηκε στη συνέλευση των Πιστωτών. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών το επιβληθέν μη συναινετικό διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί επειδή δεν πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας καθώς επίσης επειδή το προτεινόμενο ΠΣΑ παρουσιάζει κενά και ασάφειες. Είναι η θέση των Πιστωτών ότι από το έτος 2009 μέχρι σήμερα τα εισοδήματα του Χρεώστη παρουσιάζουν αυξομειώσεις που όμως δεν αγγίζουν το 25%. Οι Πιστωτές σημειώνουν ότι τα χρέη του Χρεώστη προκύπτουν από την αναδιάρθρωση των λογαριασμών δανείου το έτος 2016, πράγμα που δείχνει ότι τα οικονομικά του δεδομένα επέτρεπαν τη σύναψη συμφωνιών αναδιάρθρωσης και την ικανότητα του να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Με την αναδιάρθρωση παρέμεινε διαθέσιμη δόση ποσού €100 για τους επίδικους λογαριασμούς δανείου όταν στις 09.01.20 προχώρησε στην εξόφληση δανείου. Ο Χρεώστης τηρούσε το πρόγραμμα καταβολής των δόσεων μέχρι τον Δεκέμβριο 2019 καταβάλλοντας αυξημένη μηνιαία δόση. Ένα άλλος λόγος που οι Πιστωτές θεωρούν ότι το διάταγμα που εκδόθηκε πρέπει να ακυρωθεί είναι επειδή, όπως ισχυρίζονται, δεν υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του Χρεώστη στο ΠΣΑ θα τον καταστήσει βιώσιμο σε περίοδο 5 ετών. Είναι η θέση των Πιστωτών ότι στο προτεινόμενο ΠΣΑ λήφθηκε ως δεδομένο ότι οι οικονομικές ανάγκες του Χρεώστη και της οικογένειας του θα μειωθούν, χωρίς όμως να συνυπολογίζεται το γεγονός ότι εντός της περιόδου αυτής ενδεχομένως να υπάρξει μείωση των απολαβών της οικογένειας του υπό την έννοια ότι μέλη της οικογένειας του δύναται να συνεχίσουν να εξαρτώνται οικονομικά από τον Χρεώστη. Περαιτέρω είναι η θέση των Πιστωτών ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ περιέχει κενά και ασάφειες με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ακύρωση του. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι: (α) δεν εξηγείται ο τρόπος με τον οποίον έχουν γίνει οι διάφοροι υπολογισμοί στο σενάριο της πτώχευσης, (β) δεν εξηγείται πως ο σύμβουλος αφερεγγυότητας καταλήγει σε συγκεκριμένα ποσά, (γ) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας παραθέτει προσωπικές προβλέψεις στην εισήγηση του ότι στην περίπτωση του ΠΣΑ οι Πιστωτές για τα εξασφαλισμένα χρέη τους θα πληρωθούν σε βάθος χρόνου με ποσά υψηλότερα από εκείνα που θα έπαιρναν σε περίπτωση πτώχευσης. (δ) δεν παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη και το καθεστώς ενοικίασης του διαμερίσματος που βρίσκεται εντός του ενός από τα δύο υποθηκευμένα ακίνητα. (ε) δεν παρέχεται ανάλυση και εξήγηση που να επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τις διάφορες καταληκτικές εισηγήσεις και το προτεινόμενο ΠΣΑ, (στ) τα ποσά που αναφέρονται στους πίνακες σύγκρισης της κατάστασης των αποτελεσμάτων του ΠΣΑ με αυτά της πτώχευσης, στερούνται επαρκούς αιτιολόγησης, (ζ) ουδεμία αναφορά υπάρχει ως προς το εάν προβλέπεται ανατοκισμός των τόκων που δεν καλύπτονται από τις πληρωμές, (η) η επιβολή του ΠΣΑ δεν θέτει τους Πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτή στην οποίαν θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του Χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεων Νόμου (Κεφ. 5) επειδή: i. σε περίπτωση πτώχευσης του Χρεώστη οι Πιστωτές είναι ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουν την εξασφάλιση τους και μεταξύ άλλων να την πωλήσουν ενώ σε περίπτωση που δεν πωληθεί δύναται να την κατακρατήσουν έναντι του επίδικου χρέους διατηρώντας παράλληλα δυνατότητα είσπραξης επιπλέον ποσού που θα διατίθετο στα ανεξασφάλιστα χρέη, ii. με τη διαδικασία ιδιωτικής εκποίησης υπάρχει δυνατότητα είσπραξης του ενοικίου και/ή γενικότερα λήψης εσόδων από την αξιοποίηση και εκμετάλλευση των υποθηκευμένων ακινήτων, iii. σε περίπτωση πτώχευσης του Χρεώστη τα υποθηκευμένα ακίνητα θα είναι πολύ πιο σύντομα στη διάθεση των Πιστωτών παρά να αναμένουν σε βάθος χρόνου μέχρι να εισπράξουν τη σημερινή εκτιμημένη αξία τους, iv. το επίμαχο ΠΣΑ δεν προνοεί πως το ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο δεν είναι η κύρια κατοικία, θα εκποιηθεί είτε αμέσως είτε στο μέλλον δεδομένου ότι οι Πιστωτές δεν έχουν συγκατατεθεί σε αναδιάρθρωση του σχετικού χρέους. Ο Χρεώστης αντέδρασε στις 16.03.21 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 23 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Ταξινομώντας τους σε ομάδες ουσιαστικά πρόκειται για τους εξής:

(1)Η νομική βάση της αίτησης είναι γενική και αόριστη.
(2)Οι Πιστωτές εσφαλμένα έχουν επιδώσει την αίτηση στον σύμβουλο αφερεγγυότητας και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας.
(3)Η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, αστήριχτη, παράτυπη και αντικανονική.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν η νομοθεσία και οι συναφείς κανονισμοί για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και ούτε η έκδοση του δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης.
(5)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(6)Οι Πιστωτές έχουν ενεργήσει με κακή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού ΠΣΑ σε αντίθεση με τον Χρεώστη που επέδειξε καλοπιστία.
(7)Οι Πιστωτές εμποδίζονται δια διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή συμπεριφοράς από το να προβάλλουν ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται, μεταξύ άλλων, σε άρθρα του Ν.65(Ι)/2015, σε Κανονισμούς του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016) και σε άρθρα του Κεφ.
  1. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρεώστη, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή του Χρεώστη στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση αφού επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, ο Χρεώστης επικαλείται μείωση των εισοδημάτων του. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά το έτος 2009 τα ετήσια εισοδήματα του ανέρχονταν σε €8.634 ενώ το έτος 2010 μειώθηκαν σε €3.060, πράγμα που ισοδυναμεί με ποσοστό μείωσης ύψους 35,44%. Ακολούθως κατά το έτος 2011 τα ετήσια εισοδήματα του Χρεώστη ανέρχονταν σε €10.299 ενώ το έτος 2012 μειώθηκαν σε €5.600, πράγμα που ισοδυναμεί με ποσοστό μείωσης ύψους 48,88%. Περαιτέρω ο Χρεώστης επικαλείται αδυναμία πληρωμής του συνόλου των χρεών του στους Πιστωτές. Ο Χρεώστης δηλώνει αδυναμία πληρωμής μηνιαίας δόσης που από 07.08.21 αυξήθηκε από €750 σε €957 για 286 δόσεις. Γι' αυτό αποτάθηκε σε σύμβουλο αφερεγγυότητας, ο οποίος ετοίμασε σχέδιο αποπληρωμής σύμφωνα με τα εισοδήματα τα δικά του αλλά και της οικογένειας του περιορίζοντας τα έξοδα διαβίωσης τους ώστε να καλυφθούν οι Πιστωτές και να διασωθεί η κύρια κατοικία. Σε ότι αφορά το υποθηκευμένο ακίνητο στο οποίο υπάρχει διαμέρισμα που ενοικιάζεται, ο Χρεώστης αναφέρει ότι από αυτό παράγεται ουσιαστικό εισόδημα και εφόσον παρέχεται ενοίκιο ύψους €350 ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εισηγήθηκε στο σχέδιο ότι το εν λόγω ακίνητο δεν πρέπει να πωληθεί. Αντίγραφο συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης ακινήτου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Το σχέδιο αποπληρωμής παρουσιάστηκε στη Συνέλευση στην οποίαν συμμετείχαν οι Πιστωτές. Παρόλο ότι κλήθηκαν γραπτώς να υποβάλουν παρατηρήσεις αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη, οι Πιστωτές δεν ζήτησαν καμία διευκρίνιση για ασάφειες και/ή για τους υπολογισμούς του συμβούλου αφερεγγυότητας και/ή τους πίνακες που παρουσιάζονται στο σχέδιο, όπως δεν υπέβαλαν καμία πρόταση, καμία εισήγηση και καμία παρατήρηση, παρά μόνο το απέρριψαν. Σχετική γραπτή αλληλογραφία επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 1, 2 και
  3. Επιπλέον δήλωση του σύμβουλου αφερεγγυότητας την οποίαν παρουσιάζονται πίνακες με αναλυτική κατάσταση πληρωμών προ τους Πιστωτές με βάση το ΠΣΑ που επιβλήθηκε καθώς και δεύτερος πίνακας στον οποίον παρουσιάζονται τα ποσά αποπληρωμής προς ανεξασφάλιστους πιστωτές, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  4. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στο σημείο αυτό θεωρώ σημαντικό να αναφέρω επιγραμματικά γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπως αυτά εξόφθαλμα προκύπτουν από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Αυτά είναι: (α) Στις 14.05.07 ο Χρεώστης μαζί με τη σύζυγο του συνήψαν με πιστωτικό οργανισμό συμφωνία στεγαστικού δανείου για το ποσό των Λ.Κ.£44.000 (ισότιμο σε €75.178,46). (β) Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της συμφωνίας δανείου ημερ. 14.05.07, ο Χρεώστης την ίδια ημέρα υποθήκευσε προς όφελος του πιστωτικού οργανισμού ολόκληρο το μερίδιο του επί ακινήτου του που βρίσκεται την επαρχία Πάφου (στο εξής το «πρώτο ακίνητο»). (γ) Στις 22.06.09 ο Χρεώστης μαζί με τη σύζυγο του συνήψαν με πιστωτικό οργανισμό συμφωνία δανείου για το ποσό των €69.
  5. (δ) Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της συμφωνίας δανείου ημερ. 22.06.09, ο Χρεώστης την ίδια ημέρα υποθήκευσε προς όφελος του πιστωτικού οργανισμού ολόκληρο το μερίδιο του επί δεύτερου ακινήτου του που επίσης βρίσκεται την επαρχία Πάφου (στο εξής το «δεύτερο ακίνητο»). (ε) Στις 07.07.16 παραχωρήθηκαν στο Χρεώστη και στη σύζυγο του δύο άλλα στεγαστικά δάνεια ύψους €10.000 και €176.
  6. (στ) Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερ. 07.07.09, ο Χρεώστης την ίδια ημέρα υποθήκευσε προς όφελος του πιστωτικού οργανισμού ολόκληρο το μερίδιο του επί του πρώτου και δεύτερου ακινήτου του δυνάμει δεύτερης υποθήκης. (ζ) Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της δεύτερης συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερ. 07.07.09, ο Χρεώστης την ίδια ημέρα υποθήκευσε προς όφελος του πιστωτικού οργανισμού ολόκληρο το μερίδιο του επί του πρώτου και δεύτερου ακινήτου του δυνάμει τρίτης υποθήκης. (η) Ο Χρεώστης αποτάθηκε σε σύμβουλο αφερεγγυότητας, ο οποίος ετοίμασε πρόταση για ΠΣΑ ημερ. 11.01.
  7. (θ) Με βάση το ΠΣΑ που ετοιμάστηκε το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στα €181.773,40, ήτοι εξασφαλισμένο χρέος ύψους €111.000 και μη εξασφαλισμένο χρέος ύψους €70.773,40 (ι) Το προτεινόμενο ΠΣΑ τέθηκε ενώπιον των Πιστωτών σε συνέλευση που πραγματοποιήθηκε τις 25.01.21, οι οποίοι το απέρριψαν. (κ) Την 01.02.21, στα πλαίσια αίτησης που προωθήθηκε μονομερώς από τον Χρεώστη, εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα με το οποίο επιβλήθηκε στους Πιστωτές του Χρεώστη το επίμαχο ΠΣΑ που είχαν προηγουμένως απορρίψει στη Συνέλευση των Πιστωτών. (λ) Στις 08.02.21 το μη συναινετικό δικαστικό διάταγμα ημερ. 01.02.21 επιδόθηκε στους Πιστωτές. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το έτος 2012 οδήγησε στην αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα των οποίων δημιουργήθηκαν προβλήματα σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το κράτος έλαβε μια σειρά από έκτακτα ειδικά μέτρα, ένα από τα οποία είναι η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και σχετικούς κανονισμούς. Πρόκειται για τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.65(Ι)/2015) και τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 (5/2016). Όπως σημειώνεται στο προοίμιο της νομοθεσίας, οι χρεώστες ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν ιδιαίτερα δυσμενώς από τις συνέπειες της κρίσης. Τα μέτρα λήφθηκαν προκειμένου να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και κατ' επέκταση να επανεκκινήσει η οικονομία του νησιού. Περαιτέρω το κράτος προέβηκε σε ενέργειες για να αποτρέψει την μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία ώστε να προφυλαχτούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς το σκοπό αυτό αναζητήθηκε τρόπος να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες για να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και καθορίστηκε διαδικασία ώστε, υπό προϋποθέσεις, να αποφεύγεται η πτώχευση τους προκειμένου να διευκολυνθεί η ενεργός συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των αφερέγγυων χρεωστών, οι πιστωτές δεν πρέπει να βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποίαν θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ.
  8. Το κράτος επιχείρησε να θεσπίσει μηχανισμό και να καθορίσει διαδικασία που να προστατεύουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων με στόχο να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ τους και να κατανέμονται τα βάρη σ' αυτούς κατά τρόπο δίκαιο. Με τη νομοθεσία αυτή επιδιώχτηκε η εισαγωγή ενός μηχανισμού που να επιτρέπει σε ένα αφερέγγυο χρεώστη, εφόσον πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, να πετύχει, υπό προϋποθέσεις, αναδιάρθρωση του χρέους του, ενώ την ίδια στιγμή να διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Το ΠΣΑ ετοιμάζεται κατά κανόνα από σύμβουλο αφερεγγυότητας και παρουσιάζεται στη Συνέλευση Πιστωτών. Εκεί είτε εγκρίνεται είτε απορρίπτεται από τους Πιστωτές. Εάν το ΠΣΑ εγκριθεί από τους πιστωτές τότε τίθεται σε ισχύ εφόσον πρώτα επικυρωθεί από το Δικαστήριο (άρθρο 61). Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί από τους Πιστωτές στην Συνέλευση, όπως ισχύει στη δική μας υπόθεση, τότε εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 72
(1)ο Χρεώστης δύναται να αιτηθεί μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ που απέρριψαν στη συνέλευση. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1), το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το διάταγμα µόνο στις περιπτώσεις που το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών. Ακόμη το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μόνο στις περιπτώσεις όπου το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του (άρθρο 73
(4)). Η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος σε Πιστωτές θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα που προνοείται στο άρθρο 61 ή θα περιλαμβάνει τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλους να επιβάλει (άρθρο 73
(5)). Για σκοπούς αξιολόγησης του κριτηρίου κατά πόσο το ΠΣΑ που έχει απορριφθεί από τους Πιστωτές, θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 73
(2), λαμβάνει υπόψη την έκθεση την οποία εκδίδει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 52, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία που το δικαστήριο κρίνει σχετικά. Επίσης λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη για σκοπούς ενίσχυσης της δυνατότητας αποπληρωμής των χρεών του σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 74 (άρθρο 73
(3)). Με βάση το άρθρο 72
(4)ο Χρεώστης μετά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους Πιστωτές, στους Εγγυητές, στον σύμβουλο αφερεγγυότητας και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Οποιοδήποτε δε από τα πιο πάνω πρόσωπα, ήτοι Πιστωτές, Εγγυητές, σύμβουλος αφερεγγυότητας και Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, δύναται, δυνάμει του άρθρου 72
(5), να προσφύγει στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 77, το οποίο επίσης αφορά το μέρος της νομοθεσίας που πραγματεύεται περιπτώσεις μη συναινετικών ΠΣΑ, σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 62-71 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε ΠΣΑ το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθούνται, κατ' αναλογία, οι πρόνοιες του άρθρου 65, μέσα από τις οποίες απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ. Είναι οι εξής: (α) Ότι ο χρεώστης έχει µε τη συμπεριφορά του κατά τα δύο
(2)έτη πριν από την έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, διευθετήσει τις οικονομικές του υποθέσεις µε τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να είναι ή να γίνει επιλέξιμος να υποβάλει αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, (β) δεν υπήρξε συμμόρφωση µε τις διαδικαστικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της µη ύπαρξης τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου σε σχέση µε την επαλήθευση σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 43, όπου αυτό εφαρμόζεται, (γ) υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή, (δ) ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35. (ε) ο χρεώστης έχει διαπράξει αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο το οποίο προκαλεί ουσιαστική βλάβη στον πιστωτή, (στ) ο χρεώστης είχε συναλλαγή µε πρόσωπο η οποία έγινε κατά την περίοδο τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, η οποία δεν έγινε έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανικανότητα του χρεώστη να αποπληρώσει τα χρέη του, εξαιρουμένων των χρεών τα οποία οφείλονται στα πρόσωπα µε τα οποία ο χρεώστης είχε εισέλθει σε συναλλαγές οι οποίες δεν έγιναν έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, (ζ) ο χρεώστης έδειξε προτίμηση δολίως σε πρόσωπο, τηρουμένων των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας, κατά την περίοδο των τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του διαθέσιμου ποσού για την πληρωμή των χρεών του, εξαιρουμένων των χρεών που οφείλονται στο πρόσωπο στο οποίο δόθηκε η δόλια προτίμηση. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ καταγράφονται στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 72. Τα παραθέτω αυτούσια: «72.-
(1)Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις- (α) ∆ιαγράφηκε µε το 16(α) του 85(Ι) του 2018. (β) τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισµένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και (γ) η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και (δ) Διαγράφηκε µε το 16(δ) του 85(Ι) του 2018. (ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονοµικής του κατάστασης ως αποτέλεσµα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυµβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσµα την ουσιαστική µείωση του εισοδήµατος του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο· και (στ) ο σύµβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι, έχει την άποψη ότι- (
  1. i)οι πληροφορίες που περιέχονται στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων που ετοιµάστηκε σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, είναι πλήρεις και ακριβείς· και (
  2. ii)ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιµότητας των άρθρων 35 και του παρόντος άρθρου για να αιτηθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Τίτλου ·και (iii) ο χρεώστης έχει επιδείξει καλή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής δυνάµει των διατάξεων του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου, αλλά αυτή δεν κατέστη δυνατή· και (
  3. iv)το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσµα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών· και (
  4. iv)τηρούµενων των διατάξεων του άρθρου 74, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του και ποσού για την κάλυψη των λογικών εξόδων διαβίωσης του ιδίου και των εξαρτώµενων µελών της οικογένειάς του, χρησιµοποιούνται για την εξυπηρέτηση των χρέων του, ο χρεώστης δύναται να αιτείται µονοµερώς στο δικαστήριο την έκδοση διατάγµατος, µε το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απέρριψαν σε συνέλευσή τους σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου: Νοείται ότι, ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση δυνάµει του παρόντος άρθρου στο δικαστήριο, µόνο ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προστατευτικό διάταγµα το οποίο εκδίδεται δυνάµει του άρθρου 75: Νοείται περαιτέρω ότι, ο χρεώστης οφείλει όπως υποβάλει την αίτησή του αυτή στο δικαστήριο, καλή τη πίστει.
(2)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1), τεκµαίρεται ότι οποιαδήποτε µείωση στα εισοδήµατα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριµένα στην οικονοµική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής µπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονοµική κρίση.
(3)Για τον καθορισµό της αγοραίας αξίας της κύριας κατοικίας για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 44.» Σε ότι αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας Χρεώστη ΠΣΑ κάτω από το άρθρο 35 που γίνεται αναφορά πιο πάνω, παρατίθενται και αυτά αυτούσια: «(α) έχει τη συνήθη του διαμονή στη ∆ημοκρατία: Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του στη ∆ημοκρατία μέχρι και τρία
(3)χρόνια πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου, δεν απαιτείται να πληροί το κριτήριο της συνήθους διαμονής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος· (β) είναι αφερέγγυος· (γ) υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών, σύμφωνα µε την δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32· (δ) έχει συμπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων και υπέβαλε ένορκη δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, εσόδων και εξόδων του είναι ακριβής και πλήρης· (ε) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας του χρεώστη έχει συμπληρώσει τη γραπτή δήλωση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ), του άρθρου 32, σε σχέση µε το χρεώστη· (στ) ο χρεώστης έχει συγκατατεθεί σε επιβεβαίωση των οικονομικών του στοιχείων από το Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28· (ζ) ο χρεώστης δεν είναι: (i) Πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε· (ii) πτωχεύσας που αποκαταστάθηκε και υπόκειται σε διάταγμα για πληρωμή μισθού ή αποδοχών, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 52 του περί Πτώχευσης Νόμου. (η) ο χρεώστης: (i) ∆εν υπήρξε καθορισμένος χρεώστης σε προστατευτικό διάταγμα κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα
(12)μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (ii) δεν έχει απαλλαγεί από τα χρέη του δυνάμει ∆ιατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, κατά τη διάρκεια περιόδου τριών
(3)ετών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (iii) δεν έχει αποκατασταθεί, σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε
(5)ετών, πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής.» Ολοκληρώνω τη νομική έρευνα παραθέτοντας αυτούσια τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις που πρέπει το ΠΣΑ να τηρεί, όπως αυτές καταγράφονται στο άρθρο 46: «(α) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής πρέπει να καθορίζει µε σαφήνεια τα εξασφαλισµένα και τα µη εξασφαλισµένα χρέη· (β) η µέγιστη διάρκεια του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής είναι εξήντα
(60)µήνες και δύναται να παραταθεί για περαιτέρω περίοδο που δεν µπορεί να ξεπερνά τους δώδεκα
(12)µήνες µόνο υπό τις περιστάσεις που ρητά καθορίζονται στους όρους και προϋποθέσεις του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής: Νοείται ότι η µέγιστη διάρκεια των µηνιαίων δόσεων για αποπληρωµή εξασφαλισµένων χρεών δύναται να επεκτείνεται για περαιτέρω περίοδο, σύµφωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στον βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής· (γ) όταν ο χρεώστης συµµορφώνεται µε όλες του τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, κατά τη λήξη του εν λόγω σχεδίου δεν απαλλάσσεται από τα εξασφαλισµένα χρέη του που καλύπτονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και συνεχίζει να υπέχει υποχρέωσης προς εξόφληση των εν λόγω χρεών σύµφωνα µε τους όρους και προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στο βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτό· (δ) οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής Προσωπικού πρέπει να έχουν ως αποτέλεσµα να θέσουν τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία αυτοί θα ευρίσκονταν, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών, εκτός εάν ληφθεί η συγκατάθεση του πιστωτή για την επίτευξη διαφορετικού αποτελέσµατος: Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, δεν εφαρµόζεται και δεν λαµβάνεται υπόψη η προτεραιότητα πληρωµής χρεών προς τη ∆ηµοκρατία ή τις αρχές τοπικής διοίκησης, όπως αυτή προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 38 του περί Πτώχευσης Νόµου· (ε) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν απαιτεί από το χρεώστη να πωλεί οποιαδήποτε βιβλία, εργαλεία και άλλα αντικείµενα εξοπλισµού που χρησιµοποιούνται από το χρεώστη και τα οποία λογικά είναι αναγκαία για την απασχόληση ή επιχείρηση του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά στην εν λόγω πώληση· (στ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν περιέχει όρους οι οποίοι να απαιτούν από το χρεώστη να κάνει πληρωµές τέτοιου ύψους ώστε ο χρεώστης να µην έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης για τον εαυτό του και για τα µέλη της οικογένειάς του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά· (ζ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει (
  1. i)πληρωµές για την κάλυψη των δαπανών και εξόδων του συµβούλου αφερεγγυότητας που σχετίζονται µε τα θέµατα που αναφέρονται στον Τίτλο Ι του παρόντος Κεφαλαίου και στη συνεχή διαχείριση του Σχεδίου, σύµφωνα µε τους περί Συµβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισµούς του 2015. (
  2. ii)την πληρωµή των πάσης φύσεως φορολογικών υποχρεώσεων που προκύπτουν για το χρεώστη, αναφορικά µε οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη, κατά τη διάρκεια και στο πλαίσιο διαχείρισης του Σχεδίου· και ότι- (I) τέτοιες φορολογικές υποχρεώσεις του χρεώστη πληρώνονται κατά προτεραιότητα σε σχέση µε οποιεσδήποτε άλλες πληρωµές σε καθορισµένους πιστωτές· και (II) (II) οποιαδήποτε παράλειψη του χρεώστη να συµµορφωθεί µε τους όρους του Σχεδίου αναφορικά µε τέτοιες υποχρεώσεις συνιστά παράβαση του Σχεδίου η οποία δίνει δικαίωµα στον Έφορο Φορολογίας να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 36 να αποδεχθεί τον συµβιβασµό που περιλαµβάνεται στο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, όπου αυτό εφαρµόζεται· (iii) υποδεικνύει το ενδεχόµενο ύψος των τελών, εξόδων και δαπανών που θα πραγµατοποιηθούν ή όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τη βάση επί της οποίας τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες υπολογίζονται· και (
  3. iv)προσδιορίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία καταβάλλουν τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες και τον τρόπο µε τον οποίο καταβλήθηκαν ή θα καταβληθούν (η) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει τον τρόπο µε τον οποίο τα χρέη του χρεώστη θα αντιµετωπίζονται σε περίπτωση θανάτου ή διανοητικής ανικανότητάς του, σύµφωνα µε τις διατάξεις, της οικείας νοµοθεσίας· (θ) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 50, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής διασφαλίζει ότι ο χρεώστης δεν διαθέτει όλα του τα δικαιώµατα επί της κύριας κατοικίας του, περιλαµβανοµένης της κατοχής τέτοιας κατοικίας· (ι) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι οι περιστάσεις και συνθήκες του χρεώστη αναθεωρούνται από τον σύµβουλο αφερεγγυότητας σε τακτά χρονικά διαστήµατα, τα οποία καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν µπορούν να είναι µεγαλύτερα των δώδεκα
(12)µηνών, κατά τη διάρκεια της περιόδου που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής είναι σε ισχύ: Νοείται ότι, η υποχρέωση αναθέωρησης των περιστάσεων και συνθηκών του χρεώστη παύει να υφίσταται σε περίπτωση τερµατισµού του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 68 ή 69 του παρόντος Νόµου. (κ) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι η αναθεώρηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), περιλαµβάνει την ετοιµασία από το χρεώστη νέας Κατάστασης Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων για την περίοδο υπό αναθεώρηση, αντίγραφο της οποίας συνοδευόµενο από δήλωση του συµβούλου αφερεγγυότητας ως προς το κατά πόσο θεωρεί µε βάση τα γεγονότα και δεδοµένα που είναι σε γνώση του την εν λόγω κατάσταση πλήρη και ακριβή, θα αποστέλλεται από το σύµβουλο αφερεγγυότητας σε κάθε καθορισµένο πιστωτή. (λ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει για τον τρόπο διαχείρισης της εξασφάλισης που κατέχεται από εξασφαλισµένο καθορισµένο πιστωτή, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 48 µέχρι 51. (µ) Οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ο σύµβουλος αφερεγγυότητας υποχρεούται να προτείνει τροποποίησή του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 64.
(3)Η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας δύναται να εκδίδει Κώδικα Πρακτικής για σκοπούς κατεύθυνσης ως προς την εφαρµογή οποιωνδήποτε από τα θέµατα που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(4)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)και χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του εδαφίου
(3), κατά τον υπολογισµό του κατά πόσο ο χρεώστης θα έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης γι' αυτόν και για τα µέλη της οικογένειας του, στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, θα λαµβάνονται υπόψη οι κατευθυντήριες γραµµές που εκδίδονται δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 8.» Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω επίσης μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίον ο Χρεώστης παραπονιέται ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι γενική και αόριστη. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που παρέμεινε στη σφαίρα της λεκτικής αναφοράς. Είναι μία μετέωρη τοποθέτηση δίχως υποστηρικτικό υπόβαθρο. Στην ένορκη δήλωση του ο Χρεώστης δεν εξηγεί τη θέση του αυτή. Ούτε η γραπτή νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Χρεώστη πραγματεύεται το ζήτημα αυτό. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο Χρεώστης έχει εγκαταλείψει τη θέση του αυτή. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός ένστασης στερείται τεκμηρίωσης. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, παρατηρώ ότι το λεκτικό του αιτητικού, όπως αυτό διατυπώνεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, είναι ξεκάθαρο. Αυτό που επιδιώκεται δεν επιδέχεται καμία παρερμηνεία. Νομικά υποστηρίζεται από τη νομική βάση στην οποίαν εδράζεται η προώθηση της παρούσας αίτησης. Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται τα άρθρα του Ν.65(Ι)/2015 που αφορούν περιπτώσεις μη συναινετικών ΠΣΑ, τα οποία παρέχουν το δικαιοδοτικό υπόβαθρο της παρούσας περίπτωσης. Πρόκειται για το άρθρο 72 σε συνδυασμό κυρίως με τα άρθρα 73, 74, 77, 35, 46 και 65 της εν λόγω νομοθεσίας. Παράλληλα με την αναφορά στο σώμα αυτής του Κανονισμού 24 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2015 (5/2016) περιλαμβάνεται το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου η παρούσα περίπτωση εκδικάζεται. Το δε λεκτικό του αιτητικού, όπως αυτό διατυπώνεται Έχοντας υπόψη μου το αντικείμενο που ζητείται να εξεταστεί καθώς επίσης το περιεχόμενο της νομικής βάσης πάνω στην οποίαν στηρίζεται το υπό εκδίκαση θέμα, κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση είναι σαφής, συγκεκριμένη και νομικά συμπληρωμένη. Προχωρώ με την εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης, με τον οποίον ο Χρεώστης επικαλείται ότι οι Πιστωτές εσφαλμένα έχουν επιδώσει την παρούσα αίτηση στον σύμβουλο αφερεγγυότητας και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Είναι γεγονός ότι συνδυασμένη μελέτη των προνοιών του άρθρου 72 και του Κανονισμού 24 καθιστούν αντιληπτό ότι δεν απαιτείται η επίδοση της υπό κρίση αίτησης είτε στον σύμβουλο αφερεγγυότητας είτε στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Εκ του περισσού θα έλεγα ότι οι Πιστωτές προέβηκαν σε επίδοση της παρούσας αίτησης στα εν λόγω πρόσωπα. Βέβαια μπορεί η επίδοση στα πρόσωπα αυτά να ήταν αχρείαστη, ωστόσο δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα. Ειδικότερα δεν έχω διαπιστώσει ότι η επίδοση αυτή έχει επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα των προσώπων αυτών. Ορθά κατά την άποψη μου η ευπαίδευτη συνήγορος του Χρεώστη δεν εγείρει και κατ' επέκταση δεν ασχολείται με τέτοιο ζήτημα στη γραπτή επιχειρηματολογία της. Ούτε όμως ο Χρεώστης έχει locus standi για να εγείρει τέτοιο θέμα. Αν οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά επιθυμούσε, μπορούσε να προβεί σε αίτηση παραμερισμού της επίδοσης, πράγμα βέβαια που κατά την ταπεινή μου γνώμη θα είχε αχρείαστο αποτέλεσμα. Όπως προκύπτει από την ένσταση, αυτός που συμμετέχει στη διαδικασία είναι μόνο ο Χρεώστης. Αυτό είναι το πρόσωπο που έχει καταχωρίσει ένσταση και εκπροσωπείται στην παρούσα διαδικασία από δικηγόρο. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες της νομοθεσίας και των συναφών κανονισμών, κρίνω ότι η εκ του περισσού επίδοση στα πιο πάνω πρόσωπα δεν επηρεάζει την νομιμότητα και κατ' επέκταση εγκυρότητα της παρούσας διαδικασίας. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης είναι άνευ σημασίας και δίχως οποιασδήποτε αξίας. Συνεχίζω με την εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης, ο οποίος περιέχει δύο σκέλη. Πρώτη πτυχή είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη. Με κάθε σεβασμό στον Χρεώστη η εν λόγω τοποθέτηση του συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου το μέρος αυτό του λόγου ένστασης δεν έχει έρεισμα. Δεύτερη πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι η ένορκη δήλωση του Χρεώστη δεν ασχολείται με το συγκεκριμένο σκέλος. Ούτε η γραπτή νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του πραγματεύεται το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα ουδεμία αναφορά υπάρχει που να υποδεικνύει την κατ' ισχυρισμό παρατυπία καθώς επίσης να εντοπίζει το αντικανονικό σημείο που θεωρεί ότι υπάρχει. Σε σχέση με το θέμα αυτό καμία νομική προσέγγιση παρέχεται η οποία να εξηγεί που η υπό κρίση αίτηση υστερεί νομικά και γιατί θεωρείται παράτυπη και/ή αντικανονική. Συνεπώς κρίνω ότι η θέση αυτή του Χρεώστη δεν προωθείται. Εν πάση περιπτώσει, το κομμάτι αυτό του λόγου ένστασης στερείται θεμελίωσης. Με γνώμονα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του ως αβάσιμος. Έπεται η εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται της ουσίας της παρούσας αίτησης. Είναι η θέση του Χρεώστη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν η νομοθεσία και οι συναφείς κανονισμοί για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και ούτε η έκδοση του δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα οι Πιστωτές ότι θεωρούν ότι δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος που διεκδικούν. Ένας από τους λόγους που οι Πιστωτές επικαλούνται ότι το διάταγμα με το οποίο επιβλήθηκε το προτεινόμενο ΠΣΑ και οι ίδιοι είχαν απορρίψει προηγουμένως στη συνέλευση, θα πρέπει να ακυρωθεί είναι ότι τα εισοδήματα του Χρεώστη δεν έχουν μειωθεί σε 25%, ως προνοεί η σχετική νομοθεσία. Αντίθετη είναι η θέση του Χρεώστη, ο οποίος υποστηρίζει ότι πληρείται το συγκεκριμένο κριτήριο αφού, όπως αναφέρει, το έτος 2009 τα ετήσια εισοδήματα του ήταν ύψους €8.634 ενώ το έτος 2010 ήταν €5.574, οπότε ισχυρίζεται ότι υπήρξε μείωση τους κατά 35,44%. Επίσης αναφέρει ότι το έτος 2011 τα ετήσια εισοδήματα του ήταν ύψους €10.299 ενώ το έτος 2012 ήταν €5.600, οπότε ισχυρίζεται ότι υπήρξε μείωση τους κατά 48,88%. Μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το προτεινόμενο ΠΣΑ, το οποίο απορρίφθηκε από τους Πιστωτές σε συνέλευση, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, ώστε να δικαιολογείται η επιβολή του στους Πιστωτές είναι ο Χρεώστης να αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω επιδείνωσης της οικονομικής του κατάστασης εξαιτίας γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία συνέβησαν από το έτος 2009 και μετέπειτα μέχρι την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, ως αποτέλεσμα των οποίων επήλθε μείωση των εισοδημάτων τουλάχιστον ύψους 25%. Όπως φαίνεται το εν λόγω κριτήριο περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη που χρήζουν εξέτασης. Πρώτη πτυχή είναι η οικονομική κατάσταση του Χρεώστη να έχει χειροτερέψει. Δεύτερη πτυχή είναι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης να οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του Χρεώστη. Τρίτη πτυχή είναι η επιδείνωση της κατάστασης να οδηγεί σε μείωση εισοδημάτων όχι μικρότερο του 25% και τέταρτη πτυχή αυτά να δημιουργούν αδυναμία στον Χρεώστη να πληρώσει τα χρέη του. Η δυνατότητα απόδειξης τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια του ισχυρισμού των Πιστωτών. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου οι πρόνοιες του άρθρου 72
(2), οι οποίες όμως δεν διαφοροποιούν τη σημασία του πιο πάνω. Εκείνο που προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις του εν λόγω άρθρου είναι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου ότι οποιαδήποτε τυχόν μείωση παρατηρηθεί στα εισοδήματα του Χρεώστη την περίοδο 2102 μέχρι τη θέσπιση της εν λόγω νομοθεσίας (Ν.65(Ι)/2015) οφείλεται σε καταστάσεις και γεγονότα που ήταν εκτός του ελέγχου του Χρεώστη. Η περίοδος που καθορίζεται ρητά από τη νομοθεσία αφορά την χρονική διάρκεια της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο και είναι προφανές ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο ότι γεγονότα και καταστάσεις που προκάλεσαν μείωση τα εισοδήματα του Χρεώστη εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος οφείλονται στην οικονομική κρίση. Το μαχητό τεκμήριο ανατρέπεται εκεί που οι Πιστωτές μπορούν να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίον ο Χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση (άρθρο 72
(2)). Αφετηρία εξέτασης του κριτηρίου αυτού αποτελεί ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του Χρεώστη. Το ύψος τους αποτυπώνεται κατ' έτος στην ετήσια φορολογική δήλωση του Χρεώστη. Η φορολογική δήλωση είναι το επίσημο έγγραφο το οποίο περιέχει αναλυτικά τα διάφορα είδη εισοδημάτων και το ύψος κάθε ενός από αυτά που έχουν δηλωθεί από το Χρεώστη ότι λήφθηκαν από τον ίδιο για σκοπούς φορολόγησης τους. Επομένως για να διαπιστωθεί εάν τα εισοδήματα του Χρεώστη πραγματικά έχουν μειωθεί, ως είναι η θέση του, απαιτείται η παρουσίαση των φορολογικών δηλώσεων του για τα έτη 2009 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2020 (εφόσον η αίτηση για προστατευτικό διάταγμα καταχωρίστηκε στις 16.10.20). Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τέτοια έγγραφα. Αυτά που μου έχουν προσκομιστεί, ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, είναι καταστάσεις αποδοχών που εξασφαλίστηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αφορούν τις εισπράξεις του Χρεώστη υπό την ιδιότητα του εργαζομένου. Δεν είναι έγγραφα που πιστοποιούν το σύνολο των εισοδημάτων του Χρεώστη, αλλά έντυπα που περιορίζονται στο να δείξουν τις εισπράξεις / αποδοχές που ο ίδιος είχε από την εργασία του. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί το ποσό των €350 που εισπράττεται μηνιαίως από την ενοικίαση διαμερίσματος το οποίο βρίσκεται εντός του δεύτερου υποθηκευμένου ακινήτου. Η είσπραξη του ενοικίου αποτελεί επιπρόσθετο εισόδημα του Χρεώστη, το οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται στις καταστάσεις αποδοχών του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Όπως με το ενοίκιο, δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλα είδη εισοδήματος που ούτε αυτά μπορούν να διαφανούν από τις εν λόγω καταστάσεις. Τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν παρέχουν σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα του συνολικού ύψους των εισοδημάτων του Χρεώστη σχετικά με την προαναφερόμενη περίοδο. Η εικόνα των εισοδημάτων που παρουσιάστηκε από τον Χρεώστη είναι ανακριβής. Από το υπάρχον μαρτυρικό υλικό δεν μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια και βεβαιότητα εάν πληρείται ή όχι το συγκεκριμένο κριτήριο. Παρόλα αυτά ας θεωρηθεί ότι τα εισοδήματα του Χρεώστη περιλαμβάνουν ουσιαστικά τις αποδοχές από την εργασία του και επιπλέον το ενοίκιο που εισπράττει από την ενοικίαση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι καταστάσεις που επισυνάπτονται στην ένσταση αφορούν την περίοδο μόνο από 2009 μέχρι 2012. Δείχνουν τις απολαβές που ο Χρεώστης είχε την περίοδο εκείνη ως μισθωτός από τον εκάστοτε εργοδότη του. Η πλευρά του Χρεώστη δεν αποκαλύπτει αν έπειτα συνέχισε να εργάζεται ως μισθωτός σε κάποιον από τους εργοδότες που ήδη αναφέρονται και ποιο ήταν το ύψος των εισοδημάτων του συγκεκριμένα από το έτος 2013 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2020. Η εικόνα που παρουσιάζεται, εκτός από ανακριβής, είναι ελλιπής και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 72
(1)(ε). Η αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών θα έπρεπε να είχε γίνει στη βάση επιπλέον καταστάσεων αποδοχών από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Καταστάσεις αποδοχών του Χρεώστη σχετικά με απολαβές από εργασία, όχι κατ' ανάγκη μόνο από εργοδότη, οι οποίες εξασφαλίστηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επισυνάπτονται και στην υπό κρίση αίτηση. Εδώ τα έγγραφα που υποστηρίζουν την αίτηση αφορούν σχεδόν όλη την επίμαχη περίοδο. Η εικόνα που οι Πιστωτές παρουσιάζουν για τα εισοδήματα του Χρεώστη φαίνεται να είναι σχεδόν ολοκληρωμένη, σίγουρα περισσότερο ξεκάθαρη από αυτή του Χρεώστη αφού καλύπτει περίοδο μέχρι το έτος
  1. Εκείνο όμως που διαπιστώνω και θεωρώ ότι δεν πρέπει να αγνοηθεί είναι η ύπαρξη διαφορών στο ύψος των αποδοχών του Χρεώστη που υπάρχουν ανάμεσα τα έγγραφα που προσκόμισε ο Πιστωτής και σ' αυτά που παρουσίασε ο Χρεώστης. Εδώ χρήζει υπενθύμισης ότι Πιστωτές και Χρεώστης έχουν εξασφαλίσει έγγραφα αποδοχών από την ίδια κυβερνητική υπηρεσία για την ίδια περίοδο, ήτοι 2009-
  2. Στα έγγραφα από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων που οι Πιστωτές επισυνάπτουν και αφορούν τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 οι αποδοχές του Χρεώστη ανέρχονται σε €9.869, €7.618, €11.463 και €9.975 αντίστοιχα, σε αντίθεση με τα έγγραφα από το ίδιο κυβερνητικό τμήμα που ο Χρεώστης επισυνάπτει και αφορούν την ίδια περίοδο και ανέρχονται σε €8.634, €5.574, €10.299 και €5.600 αντίστοιχα. Από τα πιο πάνω παρατηρούνται διαφορές σε όλα τα κοινά έτη. Η εξήγηση έχει αναφερθεί προηγουμένως. Τα έγγραφα των Πιστωτών περιέχουν το σύνολο των πραγματικών αποδοχών του Χρεώστη από την εργασία του ενώ φαίνεται τα έγγραφα του Χρεώστη μόνο τις απολαβές του ως μισθωτός. Κάτι τέτοιο διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των εγγράφων. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου περί παρουσίασης ελλιπούς εικόνας από τον Χρεώστη αναφορικά με τα πραγματικά εισοδήματα του. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι στο έντυπο της κατάστασης των προσωπικών οικονομικών στοιχείων που ο Χρεώστης συμπλήρωσε περί τις 14.05.20 στα πλαίσια εξασφάλισης προστατευτικού διατάγματος, ο ίδιος ανάφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του οδηγού ταξί ως αυτοεργοδοτούμενος δηλώνοντας ως ακαθάριστο μηνιαίο μισθό συγκεκριμένο ποσό. Ορθά και εύλογα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι Πιστωτές διερωτούνται αν οι αποκλίσεις μεταξύ των εγγράφων για τα έτη 2009-2012 δυνατό να οφείλονται σε εισόδημα που ενδεχομένως να εισπράχτηκαν ως αυτοεργοδοτούμενος από το επάγγελμα του οδηγού ταξί ή από οποιαδήποτε άλλη εργασία, η οποία δεν συνυπολογίζονται στις καταστάσεις που παρουσίασε ο Χρεώστης για τα έτη 2009-
  3. Σε ότι αφορά τα έτη 2016, 2017 και 2018, τα έγγραφα των Πιστωτών φαίνεται να σημειώνουν τις πραγματικές απολαβές του Χρεώστη ως αυτοεργοδοτούμενος. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η δήλωση του Χρεώστη περί άσκησης επαγγέλματος οδηγού ταξί υπό το καθεστώς του αυτοεγοδοτούμενου δεν έχει αποκαλυφθεί από τον ίδιο όταν καταχώρησε την ένσταση του. Όπως έχει ήδη λεχθεί, τα έγγραφα που παρουσίασε αφορούν μόνο τα έτη 2009-2012 και περιορίζουν τις αποδοχές του ως μισθωτός από τους εργοδότες που σημειώνονται σ' αυτά. Για σκοπούς εξέτασης του κριτηρίου κατά πόσο υπήρξε μείωση των εισοδημάτων του Χρεώστη τουλάχιστον κατά 25%, έχω χρησιμοποιήσει τα έντυπα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που έχουν προσκομίσει οι Πιστωτές για τα έτη 2009-2018 (σύνολο 10 έτη), τα οποία, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι παρέχουν μια περισσότερο διαφωτιστική εικόνα της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του Χρεώστη. Είναι η ταπεινή μου θέση ότι για να ικανοποιηθεί το πιο πάνω κριτήριο θα πρέπει το ύψος της ελάχιστης απαιτούμενης μείωσης (ήτοι 25%) να προκύπτει μέσα από τη συνολική περίοδο που λαμβάνονται εισοδήματα και όχι μόνο από την αποσπασματική σύγκριση δύο ετών που τυγχάνει κατά το δοκούν να βοηθά την περίπτωση. Θα ήταν παράλογο να λαμβάνονται υπόψη τα πρώτα δύο χρόνια στα οποία υπάρχει μείωση και να παραγνωρίζεται η συνέχεια όπου μπορεί να παρατηρείται μεγάλη αύξηση στα εισοδήματα αλλά πάλι μεταξύ δύο συνεχόμενων ετών να υπάρχει μείωση. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να θεσπίσει μηχανισμό εκεί που επέρχεται σημαντική μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη, το ελάχιστο ύψος της οποίας έχει νομοθετικά καθοριστεί. Η εικόνα της μείωσης αποκρυσταλλώνεται μέσα από τη συνολική περίοδο και όχι αποσπασματικά από κάποιο μέρος της που επιλέγουμε επειδή βοηθά αριθμητικά την περίπτωση μας. Εδώ η υπό εξέταση περίοδος αφορά 10 έτη. Τα εισοδήματα που θα ληφθούν υπόψη καλύπτουν το σύνολο της περιόδου αυτής. Κατά τη διάρκεια του χρόνου αυτού τα εισοδήματα του Χρεώστη αυξομειώνονταν. Κατ' ακρίβεια αρχικά μειώθηκαν (2009-2010), στη συνέχεια αυξήθηκαν (2010-2011), ακολούθως μειώθηκαν (2011-2012), μετά πάλι αυξήθηκαν (2012-2013), έπειτα μειώθηκαν (2013-2014), ύστερα αυξήθηκαν (2014-2015), μετά μειώθηκαν (2015-2016) και τα τελευταία τρία χρόνια παρέμειναν στο ίδιο ύψος (2016-2018). Αθροίζοντας τα εισοδήματα του Χρεώστη κατά την πιο πάνω περίοδο των 10 ετών, παρατηρώ ότι ανέρχονται συνολικά σε €102.333 και διαιρώντας με το σύνολο της περιόδου για να υπολογιστεί ο μέσος όρος, διαπιστώνω ότι αυτός ανέρχεται σε €10.
  4. Συγκρίνοντας το ποσό του μέσου όρου ξεχωριστά με όλα τα ποσά των εισοδημάτων της πιο πάνω περιόδου, διαπιστώνω ότι σε καμία περίπτωση η διαφορά δεν αγγίζει το ελάχιστο ύψος των 25% που απαιτείται για μείωση των εισοδημάτων. Ακόμη όμως και να εξετάσω αποσπασματικά τις μειώσεις που επήλθαν στα εισοδήματα του Χρεώστη, δηλαδή επιλεκτικά μόνο το μέρος της περιόδου που τις αφορούν, το ύψος τους είναι μικρότερο του 25% που απαιτείται για την ικανοποίηση της εν λόγω προϋπόθεσης. Κατά συνέπεια καταλήγω με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δεν πληρείται το εν λόγω κριτήριο σχετικά με το σκέλος που αφορά το ελάχιστο ύψος μείωσης που απαιτείται, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω τις υπόλοιπες πτυχές του. Σε ότι αφορά την εξέταση της δυνατότητας πληρωμής του ύψους της μηνιαίας δόσης που καθορίστηκε, έλαβα υπόψη μου τα αριθμητικά και οικονομικά δεδομένα που χρησιμοποίησε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας σχετικά με τα εισοδήματα (περιλαμβανομένου του ενοικίου που αφορά το ένα από τα δύο υποθηκευμένα ακίνητα που δεν αποτελεί την κύρια κατοικία), τις μηνιαίες αποκοπές και τις λογικές δαπάνες - εισφορές και αποκοπές που ο Χρεώστης θα έχει, όπως αυτά σημειώνονται στο ΠΣΑ που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 της αίτησης. Κατόπιν μελέτη τους διαπιστώνω από τη μία ότι το σύνολο των δηλωμένων μηνιαίων εισοδημάτων του Χρεώστη ανέρχεται στα €2.288 ενώ από την άλλη το σύνολο των μηνιαίων αποκοπών ανέρχεται στα €87 και το σύνολο των δηλωμένων μηνιαίων λογικών εξόδων διαβίωσης του ανέρχονται στα €1.
  5. Προβαίνοντας στον μαθηματικό υπολογισμό παρατηρώ ότι μηνιαίως θα παραμένει ποσό ύψους €294, δηλαδή ποσό λιγότερο από τα €300 που ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει καταλήξει ότι θα είναι σε θέση ο Χρεώστης να πληρώνει μηνιαίως στους Πιστωτές για τους πρώτους 12 μήνες με βάση το προτεινόμενο ΠΣΑ σε σχέση με το εξασφαλισμένο χρέος ύψους €111.
  6. Μάλιστα το υπολογιζόμενο ποσό δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη απρόβλεπτα ενδεχόμενα. Πέραν αυτού δεν εξηγείται πως θα μπορεί να αποκόπτεται επιπλέον μηνιαίως ποσό €250 για την αμοιβή του σύμβουλου αφερεγγυότητας και δικηγορικά έξοδα για τους πρώτους 12 μήνες, όπως ο εν λόγω εμπειρογνώμονας εισηγείται. Τέτοια οικονομική δυνατότητα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε εξηγείται πως τα πιο πάνω πολύ στενά οικονομικά δεδομένα θα επιτρέψουν μετά την πάροδο 12 μηνών την πληρωμή αυξημένης δόσης μηνιαίως σε €550, όπως επίσης εισηγείται ο σύμβουλος αφερεγγυότητας. Ανεξάρτητα όμως του πιο πάνω, εγείρεται ζήτημα ενοικίασης ενός εκ των δύο υποθηκευμένων ακινήτων. Υπενθυμίζω ότι ως μέρος των εισοδημάτων του Χρεώστη λήφθηκε υπόψη ποσό €350 που αφορά ενοικίαση υποθηκευμένου ακινήτου που δεν αποτελεί την κύρια κατοικία του. Σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο συνοδεύει την ένσταση του Χρεώστη. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας και κατ' επέκταση ο Χρεώστης χρησιμοποιεί το ποσό του ενοικίου ως ουσιαστικό στοιχείο για να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα του ΠΣΑ. Το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος των υπολογισμών του συμβούλου αφερεγγυότητας που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει ότι υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής. Μελετώντας το συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης παρατηρώ ότι η διάρκεια ενοικίασης έχει σήμερα εκπνεύσει. Δεν έχω υπόψη μου αν η ενοικίαση του εν λόγω υποθηκευμένου υποστατικού συνεχίζει να υφίσταται. Ούτε η ένσταση του Χρεώστη περιέχει στοιχεία που να δίδουν σαφή εντύπωση ως προς το εάν εξακολουθεί να ισχύει η ενοικίαση για το ποσό των €350 και ποια είναι η όποια τυχόν νέα διάρκεια ενοικίασης. Συμφωνώ με τη θέση των Πιστωτών ότι το ζήτημα της συνέχισης της ενοικίασης του ενυπόθηκου υποστατικού είναι αβέβαιο και χωρίς τεκμηρίωση. Σε περίπτωση που η ενοικίαση του συγκεκριμένου ακινήτου έπαυσε να υπάρχει και πλέον το ποσό των €350 δεν αποτελεί μέρος των εισοδημάτων του Χρεώστη, καθίσταται αντιληπτό ότι το περιεχόμενο του ΠΣΑ δεν μπορεί να είναι οικονομικά χρήσιμο και κατ' επέκταση βιώσιμο. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι η ενοικίαση συνεχίζεται, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το διαμέρισμα που ενοικιάζεται βρίσκεται εντός ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Πιστωτών, ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον Χρεώστη και τη σύζυγο του υπό τη μορφή δανείων. Το αν ένα τέτοιο ακίνητο δύναται να τύχει εκμετάλλευσης με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας καθορίζεται από το άρθρο 74
(1)(γ) του Ν.65(Ι)/2015, στις πρόνοιες του οποίου παραπέμπω. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ακίνητη ιδιοκτησία που δεν αποτελεί την κύρια κατοικία του Χρεώστη και συνιστά εξασφάλιση σε οποιοδήποτε χρέος του, όπως είναι προκειμένη περίπτωση, υπόκειται σε εκποίηση από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, εδώ τους Πιστωτές, για την αποπληρωμή του χρέους εκτός αν ο πιστωτής συγκατατεθεί σε αναδιάρθρωση του χρέους την πάροδο 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος επιβολή, κάτι βέβαια που εδώ δεν συμβαίνει. Συνεπώς το συγκεκριμένο ακίνητο που έχει αγοραία αξία μπορεί να τεθεί στη διάθεση των Πιστωτών για εκποίηση ή αξιοποίηση του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, με τα έσοδα που θα ληφθούν να μπορούν να χρησιμοποιηθούν έναντι του μη εξασφαλισμένου χρέους που ανέρχεται στα €70.773,49 προς όφελος τόσο του Χρεώστη όσο και των Πιστωτών. Κατ' ανάλογο τρόπο, οι διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Ν.65(Ι)/2015 υποδεικνύουν ότι οι καταθέσεις μετρητών ύψους €1.207,77 που ο Χρεώστης διαθέτει σε πιστωτικό οργανισμό (μέρος του Τεκμηρίου 8 στην αίτηση) εμπίπτουν στην έννοια τη κινητή περιουσίας, επί των οποίων δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν έναντι του μη εξασφαλισμένου χρέους. Επιπλέον ο Χρεώστης έχει δηλώσει μέσα από το ΠΣΑ ότι έχει συναινέσει ρητά ώστε να περιορίσει προσωρινά τα έξοδα διαβίωσης του σε χαμηλότερα από αυτά που καθορίζονται από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Διερωτώμαι ωστόσο πόσο εφικτό μπορεί αυτό να είναι δεδομένου ότι τα τρία ανήλικα παιδιά του μεγαλώνουν με αποτέλεσμα τα έξοδα αναπόφευκτα να αυξάνονται. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το περιεχόμενο του ΠΣΑ παρουσιάζει ουσιαστικές ανακρίβειες, παραλείψεις και αδυναμίες δυνάμει του άρθρου 65(γ). Περαιτέρω το προτεινόμενο σχέδιο δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 74, καθιστώντας το έτσι υποκείμενο σε βασικές παραλείψεις σύμφωνα με το άρθρο 65(γ). Οι ανακρίβειες, παραλείψεις και αδυναμίες που εντοπίστηκαν στο ΠΣΑ θέτουν υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα βιωσιμότητας του. Σε τελευταία ανάλυση δεν αποδεικνύεται με επάρκεια ότι ο Χρεώστης θα καταστεί φερέγγυος στην ολοκλήρωση του επιβληθέντος ΠΣΑ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση μείωση των εισοδημάτων του Χρεώστη τουλάχιστον κατά 25%. Επίσης έχει διαπιστωθεί ότι το ΠΣΑ παρουσιάζει ουσιαστικές ανακρίβειες, παραλείψεις και αδυναμίες. Η εξέλιξη αυτή καθιστά αβάσιμους τους λόγους ένσταση αρ. 5, 6 και 7, οι οποίοι και απορρίπτονται. Την ίδια στιγμή παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ισχυρισμών που προβάλλουν οι Πιστωτές. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Συνακόλουθα το διάταγμα ημερομηνίας 01.02.21 δια του οποίου επιβάλλεται στους Πιστωτές το ΠΣΑ που αυτοί απέρριψαν σε σχέση με τον Χρεώστη, ακυρώνεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Πιστωτών-Αιτητών και εναντίον του Χρεώστη-Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.