← Κύπρος

N. S. Z. κ.α. ν. Π. Α. Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1232/2014, 9/9/2022

N. S. Z. κ.α. ν. Π. Α. Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1232/2014, 9/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1232/2014 Μεταξύ:

  1. N. S. Z. από την Βουλγαρία και τώρα στην Πάφο
  2. V. I. Z. δια της μητέρας της N. S. Z. από τη Βουλγαρία και τώρα στην Πάφο Εναγόντων και
  3. Π. Α. Λτδ
  4. L.A. P. T. CO LTD
  5. Σ. Σ. Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 20.10.21 για παραμερισμό επίδοσης εγγράφου και παραμερισμό εγγράφων Ημερομηνία: 09.09.22 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1, 2 & 3 - Αιτητές 1, 2 & 3: κος Λ. Χατζηνεοφύτου για κ.κ. G. Hadjineophytou & Co LLC Για Ενάγοντες 1 & 2 - Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Σ. Σ. Σάββα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Εναγόμενοι αξιώνουν τα εξής:

(1)Τον παραμερισμό των επιδόσεων του εγγράφου που φέρεται ως το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 03.06.15.
(2)Τον παραμερισμό του εγγράφου που φέρεται ως η έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής.
(3)Την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής που καταχωρίστηκε στις 04.06.14 και δεν έχει επιδοθεί αλλά ούτε ανανεώθηκε η ισχύς του. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.4, Δ.25 Θ.1-5, Δ.9 Θ.1-13, Δ.12 Θ.1-10, Δ.15 Θ.1-4, Δ.63 Θ.1-12, Δ.64 Θ.1 & 2 και στη Δ.48 Θ.1-13 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου Λοΐζου Χατζηνεοφύτου, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί νομικά τους Εναγομένους στην αγωγή αυτή. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Αναφορά στο περιεχόμενο της δεν χρειάζεται να γίνει επειδή παραπέμπει σε γεγονότα που αποκαλύπτονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, τα οποία θα εκτεθούν στη συνέχεια. Οι Ενάγουσες αντέδρασαν στις 04.03.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 10 λόγους. Δεν κρίνω χρήσιμο να τους επαναδιατυπώσω οι οποίοι είναι καταγραμμένοι στο σώμα της ένστασης επειδή θα αναφερθώ ακολούθως σε κάθε ένα από αυτούς όταν θα εξετάζονται. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Δ.27 Θ.1, 2 & 3 και στη Δ.48 Θ.2 & 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κυρίου Σάββα Ζαννούπα που συνεργάζεται με το δικηγόρο που εκπροσωπεί νομικά τις Ενάγουσες στην παρούσα αγωγή, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ούτε εδώ κρίνεται αναγκαίο να γίνει μνεία από το περιεχόμενο της επειδή, πέραν από τους λόγους ένστασης που καταγράφονται εκ νέου, η ένορκη δήλωση αναφέρεται σε γεγονότα που αποκαλύπτονται στη συνέχεια από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, με παραπομπή σε νομολογία και σε θεσμούς της πολιτικής δικονομίας, υποστήριξε τις νομικές θέσεις και ισχυρισμούς του που έρχονται σε αντίθεση με αυτές του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγουσών, ο οποίος μέσα από τη δική του αγόρευση, αφού επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, παραθέτει νομολογία που ο ίδιος θεωρεί ότι υποστηρίζει τις δικές του νομικές θέσεις. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Προτού ασχοληθώ με την υπό κρίση αίτηση, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε ουσιώδη γεγονότα, όπως αυτά αποκαλύπτονται μέσα από τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης στον οποίον έχω ανατρέξει. Τα περισσότερα από αυτά αναφέρονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο της αγωγής, στις 04.06.14 οι Ενάγουσες 1 & 2 καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των Εναγομένων αξιώνοντας αποζημιώσεις που θεωρούν ότι πρέπει να τους καταβληθούν συνεπεία θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος που συνέβηκε στις 06.06.11 στο δρόμο Λευκωσίας-Παλαιχωρίου, παρά το χωριό Απλίκι. Στις 03.06.15 επιδόθηκε σε όλους τους Εναγομένους έγγραφο που έχει τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά με αναφορά σε τρεις ενάγοντες, ήτοι στις δύο Ενάγουσες και σε κάποιον D. I. Z. Με το έγγραφο αυτό οι τρεις πλέον ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις από τους εναγομένους για τον ίδιο επικαλούμενο λόγο. Παρά τον διαφορετικό αριθμό εναγόντων που έχει, το έγγραφο αυτό δηλώνεται ως πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εγγράφου που καταχωρίστηκε στις 04.06.14 φέροντας σχετική σφραγίδα γι' αυτό. Στις 04.09.15 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης μέσω κοινού δικηγόρου θεωρώντας, στη βάση του εγγράφου που τους επιδόθηκε, ότι οι ενάγοντες στην αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον τους είναι τρεις. Στις 02.06.16 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση στην οποίαν ζήτησαν απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης προώθησης της διαδικασίας από τους ενάγοντες. Ο τίτλος της εν λόγω αίτησης περιλαμβάνει τρεις ενάγοντες. Η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε όταν στις 28.11.16 καταχωρίστηκε έγγραφο υπό τον τίτλο «έκθεση απαίτησης», στον τίτλο της οποίας εμφανίζονται τρεις ενάγοντες. Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται ότι η αγωγή εγείρεται από τους τρεις ενάγοντες και παρουσιάζει τον κατονομαζόμενο ενάγοντα αρ.3 ως τον ενήλικα υιό του αποβιώσαντα. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι τρεις ενάγοντες, υπό την ιδιότητα που δικογραφείται ότι φέρουν, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η «έκθεση απαίτησης» φέρει την υπογραφή του ίδιου δικηγόρου ως συντάκτη του που στις 04.06.14 είχε καταχωρίσει το κλητήριο ένταλμα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ο οποίος είναι αυτός που τους εκπροσωπεί και στην παρούσα διαδικασία. Στις 05.12.16 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν κοινό έγγραφο με την ονομασία «έκθεση υπεράσπισης». Στον τίτλο του εγγράφου αυτού παρουσιάζονται τρεις ενάγοντες. Στις 17.01.17 οι Εναγόμενοι δια του δικηγόρου τους ζήτησε ορισμό ημερομηνίας ακρόασης της αγωγής. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες. Ακολούθως δόθηκαν ημερομηνίες ακρόασης. Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 12.04.17 καταχωρίστηκε έγγραφο με τίτλο «απάντηση στην υπεράσπιση». Το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή του ίδιου δικηγόρου ως συντάκτη του που στις 04.06.14 είχε καταχωρίσει το κλητήριο ένταλμα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ο οποίος είναι αυτός που τους εκπροσωπεί και στην παρούσα διαδικασία. Στον τίτλο του εν λόγω εγγράφου εμφανίζονται τρεις ενάγοντες. Μέσα από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δηλώνεται ότι οι τρεις ενάγοντες απορρίπτουν τις θέσεις των Εναγομένων και εμμένουν στους ισχυρισμούς τους. Ακολούθως δόθηκαν νέες ημερομηνίες για οδηγίες. Στις 20.10.21 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ξεκινώ την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης, με τον οποίον οι Ενάγουσες παραπονιούνται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ασαφής, γενικόλογη και ότι δεν προσδιορίζονται επί ποιων θεσμών η παρούσα αίτηση προωθείται. Με κάθε σεβασμό στις Ενάγουσες δεν συμμερίζομαι τη θέση τους αυτή. Στο σώμα της υπό εξέταση αίτησης αναγράφεται η νομική βάση της, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένες δικονομικές διατάξεις. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης έχει σαφή και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Κάθε άλλο παρά γενικόλογη και απροσδιόριστη μπορεί να χαρακτηριστεί ότι είναι. Έπεται ότι ο λόγος ένσταση αυτός δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα εξετάσω μαζί τον δεύτερο και όγδοο λόγο ένστασης επειδή έχουν κοινό ζήτημα για εξέταση. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι η παρούσα αίτηση υπεβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Σύμφωνα με τις Ενάγουσες, εάν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι υπήρχε θέμα επηρεασμού των δικαιωμάτων τους θα έπρεπε να το είχαν θέσει πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης τους. Δεν έχουν δίκαιο οι Ενάγουσες να παραπονιούνται. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν και προώθησαν την υπό κρίση αίτηση μόλις υπέπεσε στην αντίληψη τους το θέμα που εγέρθηκε. Στο στάδιο καταχώρισης της υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν οτιδήποτε. Ούτε στο στάδιο που ζητήθηκε η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση οι Εναγόμενοι γνώριζαν οτιδήποτε. Το ενδεχόμενο οι Εναγόμενοι να ήταν σε θέση να υποψιαστούν νωρίτερα, με βάση τα γεγονότα του δικαστηριακού φακέλου, μπορεί με ασφάλεια να αποκλειστεί. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης έχοντας υπόψη τους τους Ενάγοντες που κατονομάζονταν στο έγγραφο που τους επιδόθηκε ως κλητήριο ένταλμα. Προώθησαν γραπτώς τις υπερασπιστικές θέσεις και τους ισχυρισμούς τους αντικρούοντας το περιεχόμενο του εγγράφου που καταχωρίστηκε ως έκθεση απαίτησης και είχε ως ενάγοντες τα πρόσωπα που κατονομάζονται στο έγγραφο που τους επιδόθηκε ως κλητήριο ένταλμα. Από τη στιγμή που η πλευρά των Εναγουσών απέκρυψε το γεγονός αυτό, ήταν λογικό και συνάμα αναμενόμενο οι Εναγόμενοι να μην γνώριζαν ότι ο τίτλος του κλητηρίου εντάλματος που στις 04.06.14 καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέφερε από αυτόν του κλητηρίου εντάλματος που τους επιδόθηκε στις 03.06.15, παρόλο ότι παραπλανητικά σ' αυτό υπήρχε σφραγίδα πιστού αντιγράφου. Όπως σημειώνεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν μέσω του δικηγόρου τους από το Δικαστήριο το θέμα που προέκυψε. Η ενημέρωση αυτή έγινε στις 13.10.21 και μετά που η υπόθεση είχε ήδη οριστεί για οδηγίες και για ακρόαση. Με γνώμονα ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 20.10.21 δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της. Το γεγονός ότι το ζήτημα εγέρθηκε στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης ευθύς όταν εντοπίστηκε από την πλευρά των Εναγομένων κάτω από τις συνθήκες που έχουν προηγουμένως περιγραφεί, δεν διαγράφει το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων των Εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση το θέμα περιήλθε στην αντίληψη των Εναγομένων, οι οποίοι χωρίς καθυστέρηση το έθεσαν για εξέταση πριν από την έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης. Η συμπεριφορά των Εναγομένων είναι τέτοια που κάθε άλλο παρά κώλυμα αποτελεί στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Θα έλεγα ότι άκομψα και επιπόλαια οι Ενάγουσες μέσα από τον έβδομο λόγο ένστασης τους ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται στην προώθηση τη παρούσας αίτησης προβάλλοντας τη θέση τους ότι με τη μη συμπερίληψη του ονόματος του τρίτου ενάγοντα στο τίτλο της αίτησης οι Εναγόμενοι δεν τον θεωρούν διάδικο. Το θέμα που δημιουργήθηκε δεν είναι τυπικό αλλά άπτεται τη ουσίας της διαδικασίας. Αγγίζει την ορθότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Όπως κατέστη αντιληπτό, η διαδικασία που εξελίχτηκε περιλαμβάνει την επίδοση και καταχώριση εγγράφων με τίτλο και περιεχόμενο διαφορετικό από το έγγραφο βάση του οποίου καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Οι Εναγόμενοι ορθά και λογικά χρησιμοποίησαν ως τίτλο στην αίτηση τους τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω δεδομένα καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι δεν εμποδίζονται στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και γι' αυτό απορρίπτεται. Με τον έκτο λόγο ένστασης τους οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Με κάθε σεβασμό στις Ενάγουσες δεν αντιλαμβάνομαι ποιο είναι το ενδιαφερόμενο μέρος στο οποίο η παρούσα αίτηση έπρεπε να είχε επιδοθεί και δεν επιδόθηκε. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν κατονομάζει ποιο είναι το ενδιαφερόμενο μέρος που οι Ενάγουσες θεωρούν ότι έπρεπε να είχε επιδοθεί και δεν έγινε επίδοση. Ούτε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών στην γραπτή αγόρευση του αγγίζει το συγκεκριμένο θέμα, για το οποίο ουδεμία εξήγηση παρέχεται. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης στερείται τεκμηρίωσης. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, οι Εναγόμενοι επέδωσαν την αίτηση τους στο δικηγόρο των αντιδίκων τους, ο οποίος και εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας ένσταση εκ μέρους και για λογαριασμό τους, ως είχε δικαίωμα. Στη βάση αυτών των στοιχείων ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τους υπόλοιπους λόγους ένστασης θα τους εξετάσω μαζί σε συνάρτηση με τα αιτητικά των Εναγομένων που ζητούνται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Αυτό συμβαίνει επειδή όλα τα θέματα που προκύπτουν άπτονται της ουσίας της παρούσας αίτησης. Οι λόγοι ένστασης που μας αφορούν είναι ο τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, ένατος και δέκατος λόγος ένστασης, με τους οποίους οι Ενάγουσες προβάλλουν διάφορες θέσεις. Συγκεκριμένα οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υιοθετήσει τυπολατρική προσέγγιση επειδή το ζήτημα της επίδοσης μπορεί να θεραπευτεί, ότι ουδέποτε ο κατονομαζόμενος ενάγοντας αρ. 3 εξουσιοδότησε και/ή υπέγραψε διοριστήριο για την καταχώρηση της αγωγής, ότι δεν τίθεται θέμα επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εναγομένων, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική επειδή επιδιώκεται η απόρριψη της υπόθεσης 8 χρόνια μετά την καταχώριση της και λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης και τέλος ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι λόγω ενός καλόπιστου λάθους οι Εναγόμενοι στοχεύουν στην αποστέρηση δικαιωμάτων των Εναγουσών. Αυτό που κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί είναι ότι με την καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να είναι είτε γενικού είτε ειδικού τύπου, παρέχεται, δυνάμει της Δ.4 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, περίοδος 12 μηνών στον ενάγοντα να το επιδώσει στον κατονομαζόμενο εναγόμενο. Σε περίπτωση που δεν επιδοθεί μέσα στο πιο πάνω καθορισμένο χρονικό διάστημα, το κλητήριο ένταλμα παύσει να βρίσκεται σε ισχύ μόνο για σκοπούς επίδοσης του. Ωστόσο σύμφωνα με τη νομολογία οι πρόνοιες της Δ.4 υπόκειται σε επέκταση χρόνου δυνάμει των διατάξεων της Δ.57 Θ.2 εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις (Σαββίδης και άλλος v. Α. Σαζεΐδης & Υιός Λτδ κ.ά.
(2014)1Β Α.Α.Δ.
  1. Ο τίτλος στο έγγραφο (δηλαδή τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των διαδίκων), το επαρχιακό δικαστήριο στο οποίο θα καταχωριστεί, η κλίμακα της αγωγής, ο αριθμός της αγωγής μαζί με το έτος, το περιεχόμενο, η οπισθογράφηση, η ημερομηνία καταχώρισης και η υπογραφή του συντάκτη είναι τα ουσιαστικά στοιχεία που συγκροτούν τη μορφή του κλητηρίου εντάλματος. Με βάση τη Δ.5 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εκτός αν διαταχτεί διαφορετικά, σε κάθε κατονομαζόμενο εναγόμενο επιδίδεται ένα πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο με τον τρόπο που προνοείται στο Θ.2 της Δ.
  2. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (Annual Practice 1958) σελίδα 102, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «'The Manner in which Personal Service is now made.' This is serving the defendant with a copy of the writ and showing him the original if he desires it (Groggs v. Huntingtower (Lord)
(1844)12 M. & W. 503, per Alderson B).» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Στην παρούσα περίπτωση στις 04.06.14 οι Ενάγουσες αρ.1 & 2 καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Πιστό αντίγραφο αυτού θα έπρεπε να είχε δοθεί για επίδοση στους Εναγομένους εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, ως προνοούν οι διατάξεις της Δ.5 Θ.1 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.4 Θ.
  1. Όπως ήδη λέχθηκε, το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε περιλαμβάνει, ανάμεσα σ' άλλα, δύο πρόσωπα ως ενάγοντες, ήτοι τις Ενάγουσες αρ. 1 και
  2. Παρόλα αυτά εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι το έγγραφο που επιδόθηκε δεν είναι πιστό αντίγραφο αυτού που καταχωρίστηκε αφού περιλαμβάνει και τρίτο πρόσωπο ως ενάγοντα. Με λίγα λόγια στον τίτλο του εγγράφου που επιδόθηκε στους Εναγομένους καταγράφονται τρεις ενάγοντες σε αντίθεση με δύο που υπάρχει στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης των εγγράφων από ιδιώτη επιδότη στις οποίες επισυνάπτονται τα έγγραφα που επιδόθηκαν στους Εναγομένους όπου στον τίτλο τους σημειώνονται ονόματα τριών εναγόντων, βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς εκείνο που παρατηρώ είναι ότι ο τίτλος στο έγγραφο που επιδόθηκε διαφέρει από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε. Οποιαδήποτε τροποποίηση γίνεται είτε στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος είτε στο περιεχόμενο του, περιλαμβανομένου της προσθήκης ατόμου ως ενάγοντα, απαιτεί προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου και την εξασφάλιση σχετικού δικαστικού διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπεβλήθηκε αίτημα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Ουδέποτε ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσει θέμα προσθήκης ενάγοντα. Κανένα διάταγμα που να επιτρέπει την προσθήκη ενάγοντα έχει εξασφαλιστεί και κανένα κλητήριο ένταλμα με τροποποιημένο τίτλο καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης (Δ.63 Θ.2). Παρόλα αυτά, στους Εναγομένους επιδόθηκε ένα έγγραφο που παρουσιάζεται ως πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε, στο οποίο αυθαίρετα, αντικανονικά και κατά παράβαση των θεσμών πολιτικής δικονομίας προστέθηκε ενάγοντας. Γραπτή εξουσιοδότηση του τρίτου αυτού προσώπου για εκπροσώπηση του ως επιπλέον ενάγοντα στη δικαστική διαδικασία από δικηγόρο (Τύπος Διορισμού Δικηγόρου υπό Ενάγοντος), ως απαιτούν οι πρόνοιες της Δ.2 Θ.14, δεν υπάρχει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Ωστόσο το έγγραφο που επιδόθηκε και περιλαμβάνεται το όνομα του ως ενάγοντας, υπογράφεται από το δικηγόρο που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες αρ. 1 και 2 στην δικαστική διαδικασία, δίδοντας έτσι την σαφή εντύπωση ότι συμμετέχει στη δικαστική διαδικασία εκπροσωπούμενος από τον ίδιο δικηγόρο. Παρόλα αυτά το γεγονός αυτό αποκλείστηκε με τη δήλωση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγουσών ότι ουδέποτε το εν λόγω πρόσωπο εξουσιοδότησε και/ή υπέγραψε διοριστήριο έγγραφο για καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής (παράγραφος 8
(5)της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι σε όλους τους Εναγομένους επιδόθηκε ένα έγγραφο που δεν είναι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο. Η τοποθέτηση σφραγίδας πιστού αντιγράφου δημιουργεί εσφαλμένη και παραπλανητική εικόνα αφού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε ότι αφορά το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο, δηλαδή αυτό με τις Ενάγουσες αρ. 1 και 2, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παρήλθε το χρονικό διάστημα 12 μηνών από την καταχώρηση του χωρίς αυτό να επιδοθεί σε οποιονδήποτε από τους τρεις Εναγομένους. Αυτό σημαίνει ότι η ισχύς του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος για την επίδοση έχει λήξει. Ενώπιον μου δεν υπήρξε και ούτε υπάρχει για εξέταση αίτηση ανανέωσης της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του. Αυτό βεβαίως που έχει σημασία είναι ότι ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγομένους πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους, το αίτημα των Εναγομένων για έκδοση διατάγματος παραμερισμού επίδοσης δεν δικαιολογείται. Δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα παραμερισμού μιας επίδοσης εγγράφου που ουδέποτε έχει πραγματοποιηθεί, δηλαδή μιας ανύπαρκτης επίδοσης εγγράφου. Συνεπώς το αίτημα υπό το σημείο
(1)της αίτησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Μετά την επίδοση εγγράφου που όπως διαπιστώθηκε δεν είναι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος το οποίο είχε καταχωριστεί στην υπόθεση αυτή, ακολουθήθηκε μία διαδικασία που σύμφωνα με τους Εναγομένους είναι άκυρη. Όπως ήδη λέχθηκε καταχωρίστηκαν έγγραφα που θεωρήθηκαν τα δικόγραφα της αγωγής και δόθηκαν ημερομηνίες όπου η παρούσα υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες και για ακρόαση. Το ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.5 συνιστά παρατυπία που δύναται να θεραπευτεί ή αποτελεί εξ' υπαρχής άκυρο δικονομικό μέτρο που δεν θεραπεύεται και αναπόφευκτα καθιστά άκυρη τη μετέπειτα διαδικασία. Το θέμα εξετάζεται στη βάση της Δ.64 Θ.2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, αίτηση για παραμερισμό διαδικασίας ή εγγράφου, όπως είναι το αντικείμενο εξέτασης στην υπό κρίση, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Επίσης οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό εγγράφου ή διαδικασίας θα πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση έχει ήδη λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν και προώθησαν την υπό κρίση αίτηση μόλις υπέπεσε στην αντίληψη τους το θέμα που τελεί υπό εξέταση. Συγκεκριμένα αντιλήφθηκαν το ζήτημα που εγείρεται στις 13.10.21 και προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 20.10.21, χωρίς έτσι να διαπιστώνεται καθυστέρηση ή ολιγωρία από μέρους των Εναγομένων στην προώθηση της. Χωρίς αμφιβολία η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε σε εύλογο χρόνο. Επίσης στο στάδιο που καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι δεν είχαν προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα και σε κάθε περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει. Περαιτέρω από μια απλή ανάγνωση της αίτησης παρατηρώ ότι στο σώμα της διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι τα αιτούμενα σημεία τους θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά. Η νομολογία επί του ζητήματος υποδεικνύει ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες (Dora Holdings Ltd κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 649, Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 81). Στην πρόσφατη υπόθεση Αίτηση του χχχ Sergueyevich Πολιτική Έφεση 55/20 ημερ. 05.04.21, το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε στην επίσης πρόσφατη υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου και άλλη v. Makaza Constraction Limited Πολιτική Έφεση Αρ. 27/14 ημερ. 22.07.21, λέχθηκαν μεταξύ άλλων, ότι ανάμεσα στις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να απονέμει δικαιοσύνη ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια είναι η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας και ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Στο σώμα κάθε εγγράφου που θεωρείται δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνεται ο τίτλος της αγωγής. Ο τίτλος της αγωγής είναι αυτός που καθορίζεται στο κλητήριο ένταλμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.63 Θ.1 σχηματίζεται από την καταγραφή των ονομάτων των διαδίκων και του αριθμού της αγωγής μαζί με το έτος στο οποίο η αγωγή εγείρεται. Σημαντικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings', 12η έκδοση στη σελίδα 24, μέσα από το οποίο τονίζεται η σημασία και συνάμα υποχρέωση της ταύτισης του τίτλου που σημειώνεται στα δικόγραφα της αγωγής της αγωγής με τον τίτλο που σημειώνεται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής: «Title of pleading Every pleading must bear on its face the title of the action, which consists of the names of each plaintiff and of each defendant. In this respect, save for a few rare exceptions, the statement of claim or other pleading must correspond exactly with the writ of summons.» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας και άλλος v. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485, στην οποίαν με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η ύπαρξη ελλιπούς τίτλου στην υπόθεση συνιστούσε εξ' υπαρχής άκυρο δικονομικό μέτρο επειδή δεν θεμελιωνόταν το πλαίσιο αντιδικίας. Οι διάδικοι δεν μπορούσαν να προσδιοριστούν και το Δικαστήριο θα εξέταζε και θα ασκούσε εξουσίες έξω από το πλαίσιο της υφιστάμενης αντιδικίας. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου από τους Εναγομένους παρουσιάζοντας τίτλο με τρεις ενάγοντες. Έπειτα η αντίδικη πλευρά καταχώρισε έγγραφο με την ονομασία «έκθεση απαίτησης» που εκτός ότι περιλαμβάνει άτομο που δεν αποτελεί διάδικο στην αγωγή, γίνονται σ' αυτό ειδικές αναφορές υπό ποια ιδιότητα ο ανύπαρκτος διάδικος ενάγει, υπό ποιο καθεστώς διεκδικεί θεραπείες εναντίον των Εναγομένων και ότι δικαιούται στην αξίωση των θεραπειών που επιδιώκονται (βλέπε παραγράφους 1 και 12 του εγγράφου αυτού). Βάση του εγγράφου υπήρξε γραπτή παράθεση των υπερασπιστικών θέσεων των Εναγομένων και έπειτα απάντηση από την άλλη πλευρά, πάντοτε περιλαμβάνοντας πρόσωπο που δεν αποτελεί διάδικο και που όμως παρουσιάζεται να αξιώνει θεραπείες εναντίον των Εναγομένων. Κατά την ταπεινή μου γνώμη το νομικό σκεπτικό της πιο πάνω υπόθεσης έχει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Το έγγραφο που επιδόθηκε στους Εναγομένους καθώς επίσης τα έγγραφα που καταχωρίστηκαν περιέχουν εσφαλμένο τίτλο αφού σημειώνουν περισσότερους ενάγοντες από ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Από την αρχή οι Εναγόμενοι, λόγω του εγγράφου που τους επιδόθηκε, είχαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα πρόσωπα που νομικά κινήθηκαν εναντίον τους και αξίωναν θεραπείες εις βάρος τους ήταν τρία ενώ στην πραγματικότητα είναι δύο. Η διαδικασία που ακολούθησε εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι οι ενάγοντες είναι τρεις, κάτι βεβαίως που δεν αληθεύει. Με γνώμονα ότι ο τίτλος είναι λανθασμένος, το πλαίσιο αντιδικίας δεν είναι αυτό που εμφανίζεται μέσω της διαδικασίας και των εγγράφων που την συγκροτούν. Εμφανίζεται ανύπαρκτος διάδικος, ο οποίος διεκδικεί θεραπείες εναντίον των Εναγομένων. Το πλαίσιο αντιδικίας δεν είναι αυτό που φαίνεται στα καταχωρημένα ως δικόγραφα της υπόθεσης. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο είναι που σε ανύποπτη στιγμή εντόπισε το εγειρόμενο ζήτημα και το έθεσε υπόψη της πλευράς των Εναγομένων. Αν το πρόβλημα δεν εντοπιζόταν και η αγωγή προχωρούσε σε ακρόαση, το Δικαστήριο θα εξέταζε και θα ασκούσε εξουσίες έξω από το πλαίσιο της υφιστάμενης αντιδικίας. Σε περίπτωση μάλιστα που η αγωγή κρινόταν ότι ευσταθούσε το Δικαστήριο θα χορηγούσε θεραπείες προς όφελος προσώπου που δεν είναι διάδικος, κάτι που θα ήταν εις βάρος των Εναγομένων. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε επέφεραν δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγομένων. Όλα αυτά που έχουν συμβεί και έχουν περιγραφεί πιο πάνω συνιστούν άκυρο δικονομικό μέτρο, το οποίο έχει πλήξει το θεμέλιο της διαδικασίας. Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε μοιραία είναι άκυρη. Δεν πρόκειται για περίπτωση παρατυπίας που θεραπεύεται αλλά διαδικασία η οποία πάσχει στην ολότητα της και δεν μπορεί να διασωθεί. Είναι εξ ολοκλήρου άκυρη εξ' υπαρχής. Όλες οι ενέργειες που έγιναν καθώς επίσης τα διαβήματα που λήφθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν άκυρα. Παράλληλα εφόσον το έγγραφο που καταχωρίστηκε ως «έκθεση απαίτησης» δεν σχετίζεται με το καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα, δεν μπορεί παρά να παραμεριστεί και κατ' επέκταση το περιεχόμενο του να αγνοηθεί. Αυτό συμπαρασύρει σε παραμερισμό όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που καταχωρίστηκαν στη συνέχεια. Συνεπώς το αίτημα υπό το σημείο
(2)της αίτησης επιτυγχάνει. Έχοντας υπόψη μου ότι με την πάροδο της καθορισμένης διάρκειας επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος χωρίς αυτή να πραγματοποιηθεί, το κλητήριο ένταλμα παύει απλά να βρίσκεται σε ισχύ μόνο για τους σκοπούς επίδοσης του αλλά εξακολουθεί να είναι έγκυρο για όλους τους άλλους σκοπούς (Σαββίδης και άλλος v. Α. Σαζεΐδης & Υιός Λτδ κ.ά. (πιο πάνω)), κρίνω ότι δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση του ως οι Εναγόμενοι αξιώνουν. Συνεπώς το αίτημα υπό το σημείο
(3)της αίτησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με βάση το σκεπτικό του Δικαστηρίου όλοι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης κρίνονται ανυπόστατοι και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Συνακόλουθα καταλήγω ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους καθώς επίσης ότι όλη η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι άκυρη, χωρίς περιθώριο θεραπείας της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς ενώ η ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 & 3-Αιτητών 1, 2 & 3 και εναντίον των Εναγουσών 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.