← Κύπρος

Λ. Κ. ως Εκκαθαριστής της εταιρείας C. C. E. LTD ν. M. F. D. κ.α., Αρ. Αγωγής: 229/2015, 30/9/2022

Λ. Κ. ως Εκκαθαριστής της εταιρείας C. C. E. LTD ν. M. F. D. κ.α., Αρ. Αγωγής: 229/2015, 30/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 229/2015 Μεταξύ: Λ. Κ. ως Εκκαθαριστής της εταιρείας C. C. E. LTD (HE 140239), από την Λεμεσό Ενάγοντος και

  1. M. F. D., από την Αγγλία
  2. B. A. F. D., από την Αγγλία Εναγομένων Ημερομηνία: 30.09.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Ν. Μάντης για κ.κ. MANTIS & ATHINODOROU L.L.C. Για Εναγομένους 1 & 2: κα Χρ. Χριστοδούλου για κ.κ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας C. C. E. Ltd καταχώρησε στις 17.02.15 την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στην οποίαν επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση ημερομηνίας 10.12.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή υπ' αρ. 26/
  3. Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στις 10.12.09 στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 26/2008 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απόφαση υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της εταιρείας C. C. E. Ltd τη στιγμή που βρισκόταν σε ισχύ διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας που είχε εκδοθεί στις 29.04.09 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου μέσα από την αίτηση αρ. 80/
  4. Όπως ακόμη δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, ο Ενάγοντας στις 30.11.12 διορίστηκε εκκαθαριστής της περιουσίας της πιο πάνω εταιρείας δυνάμει δικαστικού διατάγματος και μόλις έλαβε γνώση για την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης στις 24.11.14 προέβηκε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Με βάση επίσης το περιεχόμενο του δικογράφου αυτού, οι Εναγόμενοι εξέδωσαν απόφαση προς όφελος τους στην αγωγή αρ. 26/2008 χωρίς να έχουν εξοφλήσει το ποσό που οφείλουν στην εταιρεία C. C. E. Ltd για την αγορά του ακινήτου, επί του πωλητηρίου εγγράφου του οποίου στο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου προηγείτο υποθήκη προς όφελος της πρώην Σ.Π.Ε. Σ. Στην έκθεση υπεράσπισης οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η απόφαση στην αγωγή αρ. 26/2008 είναι τελεσίδικη αφού ουδέποτε εφεσιβλήθηκε και αποτελεί δεδικασμένο με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να κωλύεται από το να συνεχίσει να προωθεί την παρούσα αγωγή. Παράλληλα επικαλούνται αλλαγή του νομικού καθεστώτος που διέπει τόσο την εκκαθάριση εταιρειών όσο και του ζητήματος της μεταβίβασης ακινήτων, συνεπεία των οποίων τροποποιήσεων η παρούσα δικαστική διαδικασία δεν μπορεί να συνεχίσει. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων ότι ουδέποτε ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας τους είχε ενημερώσει για το καθεστώς εκκαθάρισης του νομικού προσώπου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αγόρασαν το εν λόγω ακίνητο, το εξόφλησαν και εξασφάλισαν δικαστικό διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του συμφωνητικού εγγράφου αγοράς του. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε ένα μάρτυρα. Προς υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε προφορική ή άλλης μορφής μαρτυρία. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν πέντε έγγραφα ως τεκμήρια, από τα οποία το περιεχόμενο των τεσσάρων είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ως ορθό και αληθές (Τεκμήρια 2Α, 2Β, 2Γ και 2Δ). Παράλληλα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν. Μοναδική μάρτυρας στην υπόθεση ήταν η υπεύθυνη του πολιτικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Μ.Ε.), η οποία απλά ήλθε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το δικαστηριακό φάκελο της αγωγής αρ. 26/2008, η εκδίκαση της οποίας υπόθεσης, όπως είπε, έχει ολοκληρωθεί. Να σημειωθεί ότι η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μαρτυρικού υλικού καθώς και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ευσεβάστως υπέβαλε ότι εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου χωρίς προηγουμένως να είχε δοθεί άδεια από το αρμόδιο Δικαστήριο για συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, η έκδοση απόφασης χωρίς τέτοια άδεια την καθιστά παράνομη και αντίθετη με το γράμμα και πνεύμα της σχετικής νομοθεσίας που επιθυμεί να προστατεύσει την περιουσία για την οποίαν έχει εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης. Με βάση αυτό το σκεπτικό κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του πελάτη του με έξοδα εναντίον των Εναγομένων. Αντίθετα στη δική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων υποστήριξε ότι η παρούσα αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου καθώς το επίδικο ακίνητο έχει ήδη μεταβιβαστεί στους πελάτες της με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις πρόνοιες του Μέρους VIB του Ν.9/1965 (διαδικασία του εγκλωβισμένου αγοραστή). Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι οι Εναγόμενοι είναι ουσιαστικά οι επιτυχόντες διάδικοι και γι' αυτό ο Ενάγοντας πρέπει να κληθεί να καταβάλει τα έξοδα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης, η γενεσιουργός αιτία των εξόδων οφείλεται στην αδικαιολόγητη επιμονή του Ενάγοντα να προωθήσει την παρούσα αγωγή παρόλο ότι υπήρχαν και άλλες διαδικασίες που αφορούσαν τα ίδια επίδικα θέματα και παρά το ότι η αγωγή αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου. Αξιολόγηση μαρτυρικού υλικού Η μάρτυρας (Μ.Ε.) που προσήλθε στο Δικαστήριο δεν πρόσφερε οποιαδήποτε ουσιαστική μαρτυρία που να χρήζει αξιολόγησης. Σε ότι αφορά τον δικαστηριακό φάκελο της αγωγής αρ. 26/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που η μάρτυρας έχει καταθέσει ως Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του παραπέμπει σε παραδεκτά γεγονότα. Συνεπώς το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό και την έκταση που σχετίζεται με τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και υποστηρίζει. Σε τελευταία ανάλυση όλο το μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε στην υπόθεση αποτελείται από παραδεκτά γεγονότα, τα οποία περιέχονται σε σχετικό κατάλογο που υπεβλήθηκε από κοινού από τα μέρη καθώς επίσης πηγάζουν από το περιεχόμενο των εγγράφων, των οποίων το περιεχόμενο είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ως ορθό και αληθές (Τεκμήρια 2Α, 2Β, 2Γ και 2Δ). Τα παραδεκτά γεγονότα συνθέτουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ευρήματα Δικαστηρίου: Πιο κάτω παραθέτω τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει με τη χρονολογική σειρά που αυτά έχουν συμβεί: Στις 08.01.08 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την αγωγή αρ. 26/2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον της εταιρείας C. C. E. Ltd αξιώνοντας την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της μεταξύ των μερών συμφωνίας αγοράς ακινήτου ημερομηνίας 05.04.07 έναντι συμφωνημένου τιμήματος. Στις 29.04.09 και στα πλαίσια της αίτησης αρ. 80/2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της πιο πάνω εταιρείας με τον Επίσημο Παραλήπτη να διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής της. Με το διάταγμα να βρίσκεται σε ισχύ, στις 10.12.09 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής αρ. 26/2008 τελική απόφαση υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της εν λόγω εταιρείας με την οποίαν διατάχτηκε η ειδική εκτέλεση του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 05.04.
  5. Ακολούθως στις 30.11.12 στα πλαίσια της αίτησης αρ. 80/2008 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διορίστηκε φυσικό πρόσωπο που κατονομάζεται ως εκκαθαριστής της περιουσίας της πιο πάνω εταιρείας στη θέση του Επίσημου Παραλήπτη που ενεργούσε προσωρινά υπό αυτή την ιδιότητα (ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή). Στις 02.10.14 και αφού είχε ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση, εξασφαλίστηκε άδεια από το αρμόδιο Δικαστήριο για συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή αρ. 26/2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στις 17.02.15 ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας καταχώρησε την παρούσα αγωγή (αγωγή αρ. 229/2015) εναντίον των Εναγομένων στην οποίαν ζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 10.12.09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή αρ. 26/
  6. Παράλληλα χρησιμοποιώντας τις πρόνοιες του Μέρους VIB του Ν.9/1965 στα πλαίσια της αίτησης αρ. 524/2015 που καταχώρισαν στις 27.10.15 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου για την εγγραφή του επίμαχου ακινήτου εις το όνομα τους ως αγοραστές του απαλλαγμένου από εμπράγματα βάρη. Ο Διευθυντής γνωστοποίησε την απόφαση του αυτή στις 17.03.
  7. Ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας εφεσίβαλε την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αίτησης-έφεσης αρ. 67/2017 που καταχώρισε στις 02.05.
  8. Κατόπιν εκδίκασης της, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με απόφαση του ημερομηνίας 03.04.19 απέρριψε την εν λόγω αίτηση-έφεση. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Το μοναδικό επίδικο ζήτημα που παραμένει για εξέταση είναι κατά πόσο στην παρούσα αγωγή δικαιολογείται ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 10.12.09 από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής αρ. 26/2008 για το λόγο που δικογραφείται και προωθήθηκε κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και που είναι επειδή στερείται νομιμότητας και έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα και τις πρόνοιες του Κεφ.
  9. Σε ότι αφορά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εκκαθαριστή της εν λόγω εταιρείας ότι οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του ακινήτου καθώς επίσης ότι του πωλητηρίου εγγράφου προηγείται υποθήκη της πρώην Σ.Π.Ε. Σ. προγενέστερης ημερομηνίας, οι οποίοι επίσης αποτελούν επίδικα θέματα με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων, εκλαμβάνω ότι αυτοί έχουν εγκαταλειφθεί εφόσον δεν προωθήθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με σχετική μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση τα εν λόγω επίδικα θέματα στερούνται τεκμηρίωσης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επιτύχουν. Θα ασχοληθώ ευθύς με το επίδικο ζήτημα που απέμεινε για εξέταση. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στις 10.12.09 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 26/2008 εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον τη εταιρείας C. C. E. Ltd ενώ αυτή τελούσε υπό καθεστώς εκκαθάρισης δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 29.04.09 που εκδόθηκε στην αίτηση αρ. 80/
  10. Συναφές με το πιο πάνω ζήτημα είναι το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, ουδεμία αγωγή ή δικαστική διαδικασία αρχίζει ή συνεχίζεται εναντίον της εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση εκτός αν προηγουμένως εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο. Περαιτέρω συνδυασμένη μελέτη των προνοιών των άρθρων 2 και 209 της ίδιας νομοθεσίας καθιστά αντιληπτό ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την παροχή τέτοιας άδειας είναι το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης. Οι πιο πάνω διατάξεις έτυχαν ερμηνείας στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (Αρ.1)

(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806 όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι σαφές πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, αυτόματα καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Επομένως, μετά το διάταγμα εκκαθάρισης εξουσία άρσης της αναστολής, γίνεται φανερό πως έχει μόνο το Δικαστήριο που έχει εξουσία διάλυσης της εταιρείας, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 209 του Νόμου.» Όπως λέχθηκε στην Νικολάου και άλλης v. Χριστάκη Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας A & G Property Wise Development Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 872 στην οποίαν γίνεται αναφορά η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 326, μόνο το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ευρίσκεται κατατεθειμένος ο φάκελος της υπό εκκαθάριση εταιρείας έχει ενώπιον του το απαραίτητο υλικό ώστε να μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι η χορήγηση άδειας για να προχωρήσει η άλφα η βήτα διαδικασία ή αγωγή εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Ως εκ τούτου, η αναγκαία άδεια η οποία θα πρέπει να ληφθεί σε περίπτωση που εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης - όπως στην προκείμενη περίπτωση - ή διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής, πρέπει να προέρχεται από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η εξασφάλιση άδειας απαιτείται προκειμένου να δοθεί προστασία στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων (Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (Αρ.1) (πιο πάνω)). Στην δε προαναφερόμενη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη (πιο πάνω) τονίστηκε ότι διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί η άδεια για συνέχιση της από το αρμόδιο Δικαστήριο, πραγματοποιείται άνευ δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ως παραδεκτό γεγονός που είναι, ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή αρ. 26/2008 συνεχίστηκε από τις 29.04.09 που εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της εταιρείας C. C. E. Ltd στα πλαίσια της αίτησης αρ. 80/2008 και ολοκληρώθηκε στις 10.12.09 με την έκδοση τελικής δικαστικής απόφασης εναντίον της εν λόγω εταιρείας χωρίς οποτεδήποτε στο διάστημα εκείνο να είχε εξασφαλιστεί η άδεια για κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο εκείνο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από τα ευρήματα και αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ότι κατά την έκδοση της τελικής απόφασης στην αγωγή αρ. 26/2008 δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη οι πρόνοιες των άρθρων 2, 209 και 220 του Κεφ.113 σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές της νομολογίας επί του θέματος. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη (πιο πάνω), δίδεται η εντύπωση ότι το Δικαστήριο στην αγωγή αρ. 26/2008 ακολούθησε διαδικασία και εξέδωσε απόφαση στερούμενο δικαιοδοσίας. Η εξασφάλιση άδειας για συνέχιση της διαδικασίας στην ίδια αγωγή τέσσερα χρόνια και τέσσερις μήνες περίπου μετά την έκδοση της απόφασης δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την προγενέστερη κατάσταση κάτω από την οποίαν η εν λόγω δικαστική απόφαση είχε προηγουμένως ληφθεί. Αναδρομική χορήγηση δικαιοδοσίας με εκ των υστέρων παροχή άδειας αναφορικά με τελική απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Αν αυτό ήταν νομικά επιτρεπτό θα σημειωνόταν ρητά στις πρόνοιες των σχετικών άρθρων του Κεφ.113 αναδεικνύοντας έτσι τον σκοπό του νομοθέτη. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δικογραφείται ισχυρισμός για λήψη παράνομης απόφασης από το Δικαστήριο στην αγωγή αρ. 26/2008 κατ' επίκληση παράβασης προνοιών του Κεφ.113 επί το ότι διεξήχθη δικαστική διαδικασία και λήφθηκε απόφαση από το Δικαστήριο χωρίς να είχε εξασφαλιστεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο που είχε εκδώσει το διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της εταιρείας C. C. E. Ltd. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ο μόνος που προωθήθηκε για εκδίκαση στην ακρόαση της παρούσας αγωγής αφού οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλειφθεί. Η προσπάθεια του Ενάγοντα στην υπόθεση αυτή εστιάστηκε και συνάμα περιορίστηκε στην απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού. Επί της ιδίας θέσης ήταν και η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του στην αγόρευση του. Το ερώτημα που προκύπτει και χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο η καταχώρηση αγωγής στην οποίαν δικογραφείται ισχυρισμός για έκδηλη παρανομία στη λήψη δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 10.12.09 είναι το ορθό και κατάλληλο ένδικο μέσο για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της. Εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας που διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα υπό το φως ερμηνείας των σχετικών προνοιών του Κεφ.113, εγείρεται θέμα απουσίας δικαιοδοσίας από μέρους του Δικαστηρίου στη λήψη της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Η σύγκρουση που παρατηρείται με τη νομολογία και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας στη βάση αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ζήτημα στέρησης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που αναδύεται, στο οποίο και οδηγεί. Ο έλεγχος της ύπαρξης δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο που λαμβάνει αποφάσεις ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σ.Σ. Πολιτική Αίτηση Αρ. 145/2022 ημερ. 23.09.22, όπου με αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ευδόκα Πολιτική Έφεση Αρ. 219/2015 ημερ. 29/12/2016, ECLI:CY:AD:2016:A586, λέχθηκαν τα εξής σχετικά τα οποία καταγράφω αυτούσια: «Όπως επιτάσσει η νομολογία, για την παραχώρηση άδειας για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, η διαδικασία δεν έχει, ως αντικείμενο, την αναθεώρηση της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων δικαστηρίων. Ο έλεγχος αυτός ασκείται αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφετειακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αρχή επί της οποίας εδράζεται η δικαιοδοτική βάση εξέτασης αιτήσεων για παραχώρηση αδείας καταχώρισης προνομιακού εντάλματος, είναι η σύννομη άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου δικαστηρίου. (Βλ. In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Περαιτέρω, εξετάζοντας την πιθανότητα χορήγησης αδείας θα πρέπει ο αιτητής να τεκμηριώσει, εκ πρώτης όψεως, και αιτιολογήσει τη χορήγηση αδείας. (Βλ. Λυσιώτης
(1986)1 Α.Α.Δ. 1696). Τα προνομιακά εντάλματα παραχωρούνται, κατ' εξαίρεση, όταν από το ίδιο το πρακτικό διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, ή πλάνη περί το Νόμο, ή παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. (Βλ. Global Consolidator Public Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 464).» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η καταφυγή σε προνομιακό ένταλμα τύπου certiorari αποτελεί το ορθό και κατάλληλο ένδικο μέσο για την ακύρωση και/ή παραμερισμό δικαστικής απόφασης όταν λήφθηκε υπό το καθεστώς έλλειψης δικαιοδοσίας. Εναλλακτικά δεν μπορεί να αποκλειστεί και η άσκηση έφεσης επί της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου ως ορθό και κατάλληλο ένδικο μέσο που θα μπορούσε να είχε προωθηθεί. Συνεπώς η καταχώρηση της παρούσας αγωγής προκειμένου ένα Δικαστήριο να ακυρώσει και/ή παραμερίσει τελική απόφαση άλλου ομοβάθμιου Δικαστηρίου δεν έχει έρεισμα αφού τυχόν τέτοια συμπεριφορά θα συνιστούσε λειτουργία ως Εφετείου, πράγμα νομικά ανεπίτρεπτο (Pambos Zenios Trading Ltd και άλλος v. Μιχάλης Τ. Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ και άλλος
(2005)1 Α.Α.Δ. 464). Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή απορρίπτεται. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.14/60) και τη Δ.59 Θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται όχι αυθαίρετα αλλά δικαστικά ως αποτέλεσμα στάθμισης των δεδομένων και στοιχείων που περιβάλλουν την υπόθεση. Κατά κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής (Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Συνεπώς το αποτέλεσμα της δίκης είναι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την επιδίκαση των εξόδων. Θεωρείται άδικο και εκτός πλαισίου λογικής ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του. Αντίθετα είναι εύλογο τα έξοδα αυτά να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο, όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα, αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις του κανόνα, εντούτοις δεν είναι παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρόντα λόγο (Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited
(1993)1 Α.Α.Δ. 12). Ένα παράδειγμα εξαίρεσης του κανόνα είναι όταν ο επιτυχόντας διάδικος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης. Σε τέτοια περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Επομένως για να υπάρχει παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα, πρέπει να συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Ιωάννου και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1 Α.Α.Δ. 875 επαναδιατυπώθηκε η νομική αρχή ότι η επιδίκαση εξόδων είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή παρά τη μερική επιτυχία της αίτησης, το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση να μην εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι παρ' όλον ότι κάποιο άλλο δικαστήριο θα μπορούσε να αντιμετώπιζε διαφορετικά το θέμα, εντούτοις η απόφαση παραμένει μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας και δεν βρήκε λόγο για να τη μεταβάλει. Περαιτέρω στην υπόθεση Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, έκρινε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν αναδεικνύουν «καλό λόγο» που δικαιολογεί τη μη εφαρμογή του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη σχετική επί του θέματος ευχέρεια του, αποστερώντας τον εφεσείοντα από τα έξοδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι αδικαιολόγητα ο εφεσείοντας αποστερήθηκε τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσον, άδικα όπως διαπιστώθηκε, του καταλόγιζαν οι εφεσίβλητοι. Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν είναι ο διάδικος που έχει πετύχει. Ωστόσο οι Εναγόμενοι στην ακρόαση της αγωγής δεν έχουν ουσιαστικά προωθήσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης τους. Ο μοναδικός μάρτυρας της αγωγής που ήταν από τον Ενάγοντα δεν αντεξετάστηκε από τους Εναγομένους. Παράλληλα οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία, πέραν βέβαια από τα τέσσερα έγγραφα που τα κατέθεσαν από κοινού με τον Ενάγοντα, τα οποία όμως δεν σχετίζονται με το πνεύμα και το περιεχόμενο της υπεράσπισης τους. Στη δε αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων εστίασε σε νομικά επιχειρήματα που δεν δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης των πελατών της και συγκεκριμένα στο ότι η παρούσα αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου επειδή το επίμαχο ακίνητο έχει μεταβιβαστεί στο παρελθόν εις τους πελάτες της σύμφωνα με τις πρόνοιες toy Μέρους VIB του Ν.9/1965 στα πλαίσια άλλης ξεχωριστής και συνάμα ανεξάρτητης διαδικασίας και συγκεκριμένα της αίτησης αρ. 524/2015. Έχοντας συνεκτιμήσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό, λογικό, δίκαιο και ταυτόχρονα προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια μου υπέρ της κατάληξης όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Κατά συνέπεια, ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, A.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.