MANAGEMENT COMMITTEE ν. INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1388/2020, 25/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1388/2020 Μεταξύ: ΧΧΧ MANAGEMENT COMMITTEE, από την Πάφο Ενάγουσας και ΧΧΧ INVESTMENTS LTD (HE χχχ), από την Λευκωσία Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 17.05.22 για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση που καταχωρίστηκε για την αίτηση παρακοής ημερομηνίας 27.04.21 Ημερομηνία: 25.10.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ε. Θεοχάρους για κ.κ Σ. Αργυρού & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Ε. Κορακίδης για κ.κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.12.20 εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα το οποίο «παρεμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες και/ή εντολοδόχους και/ή διαχειριστές και/ή εργολάβους και/ή οποιουσδήποτε άλλους έλκουν δικαιώματα από αυτή, να αλλοιώνει και/ή διαφοροποιεί και/ή να αλλάζει την εξωτερική όψη του ακινήτου [που περιγράφεται στο κείμενο του διατάγματος] στα Κούκλια της επαρχίας Πάφου μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Στην πορεία η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη δια του διευθυντή της κυρίου ΧΧΧ Τ. επανειλημμένως παρέλειψε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του πιο πάνω διατάγματος παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του. Προς τούτο καταχώρισε την αίτηση ημερομηνίας 27.04.21 με την οποίαν ζητεί την τιμωρία του εν λόγω προσώπου. Στο μεταξύ το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 13.09.21 ακύρωσε την συνέχιση της ισχύος του πιο πάνω προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Στις 15.03.22 η Εναγόμενη καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην προαναφερόμενη αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧ Τ., ενός εκ των διευθυντών της Εναγομένης. Να σημειωθεί ότι η υπ' αναφορά αίτηση ημερομηνίας 27.04.21 εκκρεμεί για εκδίκαση. Ακολούθως στις 17.05.22 η Ενάγουσα καταχώρισε δια κλήσεως αίτηση (στο εξής η 'υπό κρίση αίτηση') στην οποίαν ζητεί την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του ΧΧΧ Τ. στις παραγράφους 3-8 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης του. Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, η Δ.39 Θ.1 & Θ.2, Δ.48 Θ.1, Θ.2 & Θ.8
(1)(ss), οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧ Κ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί νομικά την Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Ενάγουσας στο σύνολο της. Όπως αναφέρεται, επειδή στην επίμαχη ένορκη δήλωση Τ. προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο ομνύοντας είχε δώσει οδηγίες να σταματήσουν οι οικοδομικές εργασίες προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα που είχε εκδοθεί και εφόσον μέσα από αυτή ο ίδιος αποδίδει διαφορετική με την Ενάγουσα αντίληψη της κατάστασης που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 27.04.21 δημιουργώντας παραπλανητικά, κατά την θέση της Ενάγουσας, την εντύπωση ότι δεν υπήρξε παραβίαση του επίμαχου διατάγματος, σε αντίθεση με τη θέση της Ενάγουσας, καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση του ομνύοντα στις προαναφερόμενες παραγράφους λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης και το ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της (δηλαδή τη Ενάγουσας). Σύμφωνα ακόμη με την Κ., στα πλαίσια αντίκρουσης των ισχυρισμών Τ. και του σχηματισμού ολοκληρωμένης και ξεκάθαρης εικόνας επί των αμφισβητουμένων γεγονότων η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος αποτελεί ορθή, εύλογη και δίκαιη κρίση. Η Εναγόμενη αντέδρασε στις 30.06.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί τέσσερις λόγους, οι οποίοι είναι:
(1)Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και η έγκριση της δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στο αίτημα της Ενάγουσας δεν προβάλλεται κάποιος εξαιρετικός λόγος ή καλός λόγος ώστε να ασκηθεί υπέρ της η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
(3)Η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και καθυστέρηση.
(4)Η Ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται νομικά, ανάμεσα σ' άλλα, στα άρθρα 32 & 42 του Ν.14/60, στη Δ.39, Δ.42Α & Δ.48 Θ.1-13 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας,, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες και στην κυπριακή νομολογία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧ Φ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί νομικά την Εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Εναγομένης στην ολοκληρωμένη της μορφή. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών η Ενάγουσα με την προώθηση της υπό κρίση αίτησης επιδιώκει την αλίευση μαρτυρίας ελπίζοντας ότι έτσι θα καλυφθούν κενά στην δική της μαρτυρία. Είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όλο το απαραίτητο υλικό υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που του επιτρέπει να αποφασίσει επί της υπό κρίση αίτησης χωρίς έτσι να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε δικονομικές διατάξεις, σ' άρθρα νομοθεσιών και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Πρώτος λόγος ένστασης είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά χωρίς η έγκριση της να εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι εφόσον το προσωρινό διάταγμα έχει ακυρωθεί, η αίτηση παρακοής απώλεσε το αντικείμενο της επειδή δεν προκύπτει πλέον ζήτημα εξαναγκασμού. Σύμφωνα με την Εναγόμενη αυτό που η Ενάγουσα επιδιώκει είναι την ταλαιπωρία του ομνύοντα και γι' αυτό είναι που την καθιστά καταχρηστική. Παράλληλα θεωρεί ότι είναι και κακόπιστη επειδή με το αιτούμενο διάταγμα η Ενάγουσα αποσκοπεί αλίευση μαρτυρίας για κάλυψη κενών στη μαρτυρία της. Αντίθετη είναι η θέση της Εναγομένης, η οποία ισχυρίζεται ότι η μορφή διαδικασίας είναι τέτοια που σε συνδυασμό με την υποχρέωση που έχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης, καθιστά την αντεξέταση του ομνύοντα ως την κατάλληλη οδό για την αντίκρουση ισχυρισμών του και για απόδειξη αμφισβητουμένων γεγονότων, ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχεται από τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η αντεξέταση που επιδιώκεται περιορίζεται σε συγκεκριμένες παραγράφους, αναφορές και ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αίτησης ημερομηνίας 27.04.21 και γι' αυτό την καθιστά όχι μόνο απαραίτητη αλλά και υπό τις περιστάσεις επιτακτική. Με κάθε σεβασμό στην Εναγομένη, δεν συμφωνώ με το σκεπτικό που ανέπτυξε. Το αν ή όχι η αίτηση παρακοής απώλεσε το αντικείμενο εκδίκασης της είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακρόασης της συγκεκριμένης αίτησης και όχι στο στάδιο αυτό. Στο σώμα της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης που η Εναγόμενη καταχώρησε στην αίτηση παρακοής καταγράφονται ως ξεχωριστοί λόγοι το ότι «Το προσωρινό διάταγμα έχει ακυρωθεί και δεν μπορεί να αξιώνεται η συμμόρφωση με αυτό» και το ότι «Η προώθηση της υπό εξέταση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας». Πρόκειται για τον τρίτο και τέταρτο λόγο ένστασης αντίστοιχα, τους οποίους το Δικαστήριο καθηκόντως θα εξετάσει εάν και εφόσον η αίτηση παρακοής προχωρήσει σε ακρόαση. Η Ενάγουσα προωθεί την παρούσα αίτηση ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχουν οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η δικαιοδοσία και κατ' επέκταση η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδικάζει αίτηση παρακοής στα πλαίσια αγωγής, όπως αυτή που εκκρεμεί στην παρούσα αγωγή, πηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το εν λόγω άρθρο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο. Είναι επομένως το δικαιοδοτικό άρθρο. Παράλληλα η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την τεκμηρίωση μίας αίτησης παρακοής. Η διαδικασία της αίτησης παρακοής εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου παρόλο ότι η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ακρόαση μίας αίτησης παρακοής ουσιαστικά διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (A.M. v. C.M.E. Έφεση Αρ. 19/2019 ημερ. 10.07.20, χχχ Νεοφύτου v. xxx Νεοφύτου Έφεση Αρ. 31/2019 ημερ. 17.12.20). Δικονομικά η δυνατότητα αυτή είναι εφικτή με την Δ.48 Θ.
(4)
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω αποτυπώνονται και στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα - Injunctions' των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη στη σελίδα 413, στο οποίο και παραπέμπω. Η Ενάγουσα ασκεί το δικαίωμα που της παρέχουν συνδυασμένα οι πρόνοιες των Δ.42Α και Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υπό το φως του πνεύματος του άρθρου 42 του Ν.14/60. Συνεπώς η θέση της Εναγομένης ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης προσλαμβάνει καταχρηστικό χαρακτήρα, δεν έχει έρεισμα. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν διαπιστώνω η υπό κρίση αίτηση να διαπνέεται από στοιχείο κακοπιστίας. Η φύση και ο σκοπός της διαδικασίας, η μορφή που αυτή έχει καθώς και το αντικείμενο εκδίκασης της επιτρέπουν την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, η οποία εστιάζεται σε συγκεκριμένες παραγράφους που καθορίζει μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Να σημειωθεί ότι το άτομο που ζητείται να αντεξεταστεί είναι ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εναγομένης στην αίτηση παρακοής της Ενάγουσας. Όπως φαίνεται, η αντεξέταση που επιδιώκεται εστιάζεται σε διευκρινίσεις επί διατυπωμένων αναφορών στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα ώστε να διασαφηνιστούν οι ισχυρισμοί που η Εναγόμενη προβάλλει σχετικά με την εκδοχή της στη συνολική τους διάσταση. Ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος ένστασης θα εξεταστούν μαζί επειδή άπτονται της ουσίας της αίτησης, δηλαδή κατά πόσο υπάρχουν οι παράγοντες εκείνοι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν προβάλλεται καλός λόγος ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ούτε η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει για να ικανοποιηθεί η αξίωση της. Με τη θέση αυτή διαφωνεί η Ενάγουσα εκφράζοντας αντίθετη άποψη. Όπως έχει ήδη λεχθεί προηγουμένως, η ακρόαση της επίμαχης αίτησης παρακοής εμπίπτει κάτω από το πνεύμα της Δ.48 Θ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας μέσα από την οποίαν παρέχεται η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα. Την επιθυμία διαδίκου να αντεξετάσει ενόρκως δηλούντα στη βάση της ενόρκου δηλώσεως του πραγματεύεται η Δ.39 Θ.1 (Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660), η οποία σημειώνει κατά λέξη τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Ο Θ.2 της Δ.39 υποδεικνύει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στην παράθεση γεγονότων τα οποία ο ομνύων μπορεί να αποδεικνύει εξ ιδίας γνώσεως, πλην όμως, σε παρεμπίπτουσες διαδικασίες, ένορκες δηλώσεις μπορούν να περιέχουν πληροφορίες και πεποίθηση του ομνύοντα μαζί με την παράθεση των πηγών και της βάσης τους. Δηλαδή ο ενόρκως δηλών να αποκαλύπτει την πηγή από την οποίαν αντλεί την πληροφόρηση του. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 (βλέπε ακόμη την προγενέστερη υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453)). Ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης αλλά και μελέτης της υφιστάμενης επί του θέματος νομολογίας αλλά και νομικών συγγραμμάτων υποδεικνύουν ότι η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα σε αιτήσεις που εκδικάζονται δυνάμει της Δ.48 Θ.4
(2), στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο ή ακόμη όταν τα μέρη από κοινού συμφωνούν σ' αυτό, παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις (από τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης υπό εξέτασης περίπτωσης) είναι κατάλληλο και αναγκαίο. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης διάταγμα αντεξέτασης δεν εκδίδεται όταν η αίτηση για αντεξέταση έχει καταχωριστεί για να προκαλέσει καθυστέρηση της διαδικασίας ή όταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα του επιτρέψει να ασχοληθεί με την αίτηση που θα εξετάσει. Είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στο μη εγκλωβισμό της σε ατέρμονες καταστάσεις μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς δια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως. Απώτερος στόχος είναι η εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγραφος 878, σελίδες 418-419, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1961 (The Annual Practice 1961) σελίδα 921, όπου γίνεται αναφορά στην αγγλική διάταξη 38 κανονισμός 1 (order 38, rule 1) που είναι παρόμοια με τη δική μας Δ.39 Θ.1, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενός προσώπου που προέβηκε σε ένορκο δήλωση αλλά αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του. Μέσα από τη νομική ανάλυση που δίδει, το εν λόγω αγγλικό νομικό σύγγραμμα παρέχει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδιδόταν. Παραπέμπω και σε νομολογία επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280, όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39 Θ.1 υποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός της συγκεκριμένης διάταξης παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει σχετική αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, παρά την δηλωμένη σύμφωνο γνώμη του ιδίου του καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου παραθέτω αυτούσια το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα εξετάσω αν η συγκεκριμένη περίπτωση είναι από αυτές όπου δικαιολογείται η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος Μελέτη της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης για την οποία ζητείται διάταγμα αντεξέτασης, καθιστά αντιληπτό ότι το περιεχόμενο αυτής αποτελείται από εννέα παραγράφους, με τις βασικές όμως να ανέρχονται στις έξι. Κοιτάζοντας το σώμα της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι επιδιώκεται αντεξέταση του ομνύοντα της Εναγομένης επί του περιεχομένου και των έξι ουσιαστικών παραγράφων της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγομένης. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα επιθυμεί την αντεξέταση του ομνύοντα της Εναγομένης επί του περιεχομένου των παραγράφων 3, 4, 5, 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης του. Αναφορικά με την παράγραφο 3, οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτήν δεν σχετίζονται με το αντικείμενο εκδίκασης της αίτησης παρακοής αλλά με το κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Επομένως η αντεξέταση επί του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου ξεφεύγει του γενικού σκοπού και της σημασίας εκδίκασης μιας αίτησης παρακοής. Γι' αυτό η παροχή άδειας για κάτι τέτοιο δεν κρίνεται να είναι ούτε κατάλληλη, ούτε αναγκαία αλλά ούτε και πρόσφορη. Σε ότι αφορά την παράγραφο 4, πρόκειται για ένα απλά γεγονός που εξ' όσον αντιλαμβάνομαι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητη η αντεξέταση επί ενός σημείου που είναι κοινά αυτονόητο για αμφότερα μέρη. Σε σχέση με την παράγραφο 7, περιλαμβάνονται δύο πτυχές. Η πρώτη πτυχή αποτελεί γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί από μέρους της Ενάγουσας. Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.09.20 που πραγματεύεται το γεγονός αυτό βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει για την παράγραφο 4 πιο πάνω. Η δεύτερη πτυχή αποτελεί νομική τοποθέτηση, η οποία δεν χρήζει αντεξέτασης. Εναπόκειται στην πλευρά της Ενάγουσας, εάν και εφόσον η συνήγορος της το κρίνει, να σχολιάσει την εν λόγω νομική θέση της Εναγομένης στο στάδιο της αγόρευσης της. Σε τελευταία ανάλυση το Δικαστήριο θα καταλήξει σε ευρήματα και διαπιστώσεις σε σχέση με την αίτηση παρακοής όταν αξιολογήσει όλα τα ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα και κατόπιν μελέτης της νομικής επιχειρηματολογίας αμφοτέρων πλευρών, σε περίπτωση βέβαια που η εν λόγω αίτηση προσχωρήσει σε ακρόαση. Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως εφαρμόζονται και για την παράγραφο
- Δεν χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε. Αντίθετα σε ότι αφορά την παράγραφο 5, δικαιολογούνται ορισμένες διευκρινίσεις από μέρους του ομνύοντα ως προς την αναφορά του ότι ο ίδιος είχε δώσει οδηγίες να σταματήσει οποιαδήποτε οικοδομική εργασία ένεκα της έκδοσης του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Οι διευκρινίσεις κρίνονται αναγκαίες υπό το φως της γενικής και μη διαφωτιστικής τοποθέτησης του ενόρκως δηλούντα σε συνάρτηση με το βασικό ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη αγνόησε και κατ' επέκταση παραβίασε το εν λόγω διάταγμα προχωρώντας στην εκτέλεση των εργασιών που διαφοροποίησαν στην εξωτερική όψη του κτιριακού συγκροτήματος. Επίσης σχετικά με την παράγραφο 6 κρίνω ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση της Εναγομένης επί της κατάστασης που αυτός αντιλαμβάνεται ότι απεικονίζεται στις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρακοής της Ενάγουσας. Έχοντας υπόψη μου τις δηλωμένες αντίθετες εκδοχές των διαδίκων στην εν λόγω αίτηση, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να διασαφηνιστεί η εντύπωση που ο ομνύοντας της Εναγομένης έχει σχηματίσει ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να αντιληφθεί πλήρως στη συνολική τους διάσταση τα αληθή γεγονότα και τις πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν το αντικείμενο εκδίκασης στην αίτηση παρακοής μέσα από τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και ισχυρισμούς των μερών. Η άσκηση του δικονομικού δικαιώματος από μέρους της Ενάγουσας στα πλαίσια απόδειξης της εκδοχής της σε συνδυασμό με τη φύση και τον σκοπό της διαδικασίας και ο σκοπός της περιορισμένης και συνάμα στοχευμένης αντεξέτασης του ομνύοντα της Εναγομένης σε δύο συγκεκριμένες παραγράφους, όπως αυτός προσδιορίστηκε πιο πάνω, κάθε άλλο παρά αχρείαστη ταλαιπωρία και καθυστέρηση θα προκαλέσουν. Αντίθετα θα διαφωτίσουν το Δικαστήριο ώστε να ανακαλύψει την αλήθεια. Καταλήγοντας παρατηρώ ότι η αντεξέταση του ενόρκως δηλών της Εναγομένης δικαιολογείται μόνο στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παρακοής ημερομηνίας 27.04.
- Επομένως η αντεξέταση του ενόρκως δηλών κρίνεται υπό τις περιστάσεις κατάλληλη και αναγκαία στα περιορισμένα σημεία των εν λόγω παραγράφων. Υπό αυτό το πνεύμα, η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, στην περιορισμένη και συγκεκριμένη έκταση που έχει αναφερθεί, θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αφού θα διαφωτίσει το Δικαστήριο και θα το διευκολύνει στην εξαγωγή ορθών ευρημάτων και συμπερασμάτων. Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, εκδίδεται διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλών ΧΧΧ Τ. αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 15.03.22 της Εναγομένης στην αίτηση παρακοής ημερομηνίας 27.04.21 της Ενάγουσας. Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, κρίνω όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης παρακοής, η εκδίκαση της οποίας έπεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο