J. D. B. κ.α. ν. Π. Ε., Αρ. Αγωγής: 419/2014, 4/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 419/2014 Μεταξύ:
- J. D. B., από το Ηνωμένο Βασίλειο
- A. C. B., από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων και Π. Ε., από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.03.22 για αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) Ημερομηνία: 04.11.22 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κος Κ. Καλαβάς Για Ενάγοντες 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κα Χρ. Περικλέους για κ.κ. Michael Kyprianou & Co L.L.C. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση ο Εναγόμενος επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που θα αναστέλλει την διαδικασία εκδίκασης της αγωγής (stay of proceedings) και/ή να τη θέτει εκτός πινακίου μέχρι την έκδοση απόφασης στην Έφεση Αρ. Ε121/2016 που εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αφορά την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 07.03.16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (υπό διαφορετική σύνθεση από την παρούσα) στην οποίαν είχε απορριφθεί η αίτηση ημερ. 30.10.15 του Εναγομένου για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης του. Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, η Δ.33 Θ.6, η Δ.35 Θ.18 & Θ.19, η Δ.48 Θ.1-9 & Δ.64, τα άρθρα 29-31 & 47 του Ν.14/60, η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Εναγόμενο δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο δεν θα πρέπει να ξεκινήσει η εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να έχει οριστικά και τελεσίδικα κριθεί το θέμα των δικογράφων. Όπως ακόμη αναφέρεται, σε περίπτωση που ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης και η τελούσα υπό έφεση ενδιάμεση απόφαση ανατραπεί, τότε θα δημιουργηθεί διαδικαστικό αδιέξοδο και μεγάλη αδικία στον Εναγόμενο. Οι Ενάγοντες 1 και 2 αντέδρασαν στις 11.05.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 22 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω επειδή αναφορά σ' αυτούς θα γίνεται στην συνέχεια όταν θα εξετάζονται. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται νομικά, μεταξύ άλλων, στη Δ.35 Θ.18 & Θ.19, στη Δ.48 Θ.1-9, στο άρθρο 47 του Ν.14/60, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις εγγενείς εξουσίες, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στις αρχές επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Χ. Π., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί νομικά τους Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, δεν ευσταθεί η θέση του Εναγομένου ότι αν ξεκινήσει η εκδίκαση της υπόθεσης και στην πορεία η έφεση επιτύχει θα δημιουργηθεί διαδικαστικό αδιέξοδο και μεγάλη αδικία στον ίδιο επειδή ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ της αναστολής της διαδικασίας στην αγωγή με το δικαίωμα του Εναγομένου να εφεσιβάλλει και να προωθεί την έφεση του. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η υπό κρίση αίτηση δεν αφορά τελική απόφαση για την οποίαν θα μπορούσε να είχε ζητηθεί η αναστολή εκτέλεσης της αλλά πρόκειται για ενδιάμεση απορριπτική απόφαση από την οποίαν δεν προκύπτει καμία θετική και άμεση υποχρέωση ή καθήκον. Όπως επίσης σημειώνει, το θέμα που εγείρεται αφορά τη συνέχιση μη συμπληρωθείσας διαδικασίας, πράγμα που εκπίπτει των πλαισίων της Δ.35 Θ.
- Στην ένορκη δήλωση της γίνεται ακόμη αναφορά στους λόγους ένστασης επί του οποίους αυτή στηρίζεται μαζί με επεξήγηση του περιεχομένου τους. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε δικονομικές διατάξεις, σε περιεχόμενα νομικών συγγραμμάτων και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Κατ' αρχάς θα ασχοληθώ με τη θέση του Εναγομένου ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Η θέση αυτή προβάλλεται μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του. Εν ολίγοις ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση πάσχει επειδή η ομνύουσα είναι δικηγόρος στην υπηρεσία των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα αγωγή χωρίς να έχει γνώση των πραγματικών περιστατικών και δίχως να αναφέρει τον τύπο και τη μορφή εξουσιοδότησης που λέει ότι έλαβε. Προς υποστήριξη της νομικής θέσης του ο συνήγορος του Εναγομένου παραπέμπει σε νομολογία. Παρόλο ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν σχολιάζει τον πιο πάνω νομικό ισχυρισμό του Εναγομένου, θα εξετάσω το ζήτημα που εγείρεται. Πράγματι το πρόσωπο που προβαίνει σε ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση δεν είναι οποιοσδήποτε από τους Ενάγοντες αλλά μία εκ των δικηγόρων που εργάζονται στον δικηγορικό οίκο το οποίο εκπροσωπεί νομικά τους Ενάγοντες στην παρούσα δικαστική διαδικασία. Ωστόσο παρατηρώ ότι δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση αυτή. Όπως φαίνεται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αυτής, η ομνύουσα δικηγόρος ονομάζεται Χ. Π. ενώ από τα πρακτικά της αγωγής φαίνεται ότι ο δικηγόρος που ανέλαβε το χειρισμό της αγωγής με άμεση προσωπική εμπλοκή και παρουσιάστηκε στην ακρόαση της υπό κρίση αίτησης ετοιμάζοντας τη γραπτή αγόρευση εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων είναι η δικηγόρος Χ. Π. Η νομολογία υποδεικνύει ότι όταν η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος δεν την καθιστά εκ προοιμίου αναρμόδιο άτομο για να προβαίνει σε ένορκη δήλωση. Μπορεί να είναι ανεπιθύμητη πρακτική ένας δικηγόρος να προβαίνει σε ένορκη δήλωση αλλά δεν απαγορεύεται όταν ο δικηγόρος δεν χειρίζεται την υπόθεση ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται το περιεχόμενο της (Ζωγράφος κ.α. v. Drosoneri Farm Limited Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012 ημερ. 21.05.15, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82). Ο περιορισμός αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης (Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013). Αυτό που παρατηρώ είναι ότι κανένα από τα πιο πάνω ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Όπως ήδη διαπιστώθηκε, η ομνύουσα είναι διαφορετικό πρόσωπο από το άτομο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων. Παράλληλα σημειώνεται ότι ο λόγος που ομνύοντας δεν είναι ένας από τους Ενάγοντες είναι επειδή αμφότεροι είναι μόνιμοι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο (πρώτη παράγραφος). Σαφώς η διαμονή τους μόνιμα στο εξωτερικό δεν καθιστά εύκολη και δυνατή την ανά πάσα στιγμή παρουσία τους στο Δικαστήριο, ειδικότερα όταν πρόκειται μόνο για σκοπούς υπογραφής της επίμαχης ένορκης δήλωσης. Η ομνύουσα προέβηκε στην ένορκη δήλωση αφού πρώτα εξουσιοδοτήθηκε για κάτι τέτοιο από τους Ενάγοντες (πρώτη παράγραφος). Πέραν αυτού, θα πρέπει να λεχθεί ότι το εγειρόμενο θέμα είναι νομικής φύσεως ενώ το μοναδικό γεγονός που σχετίζεται είναι η έκδοση ενδιάμεσης απόφασης στην αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων και φαίνεται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς δεν υπήρχε ουσιαστικά ανάγκη από την ομνύουσα να ενημερωθεί από τους Ενάγοντες για γεγονότα. Η πληροφόρηση μπορούσε να προέλθει από τη μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης όπως και έγινε, πηγή την οποίαν η ομνύουσα αποκαλύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση της (πρώτη παράγραφος). Στη βάση αυτών που έχουν λεχθεί πιο πάνω, η εν λόγω θέση του Εναγομένου δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Όπως προκύπτει, ο Εναγόμενος επιδιώκει αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδικαστεί η έφεση που έχει ασκήσει επί της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 07.03.16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποίαν απορρίφθηκε η προσπάθεια του να τροποποιήσει το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης του. Αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι η εξέταση κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση σχετικού διατάγματος που αιτείται, το οποίο θα του επιτρέπει κάτι τέτοιο. Ο Εναγόμενος ουσιαστικά προωθεί την παρούσα αίτηση προβάλλοντας ως δικαιοδοτικό πλαίσιο το άρθρο 47 του Ν.14/60, τη Δ.35 Θ.18 & Θ.19 και τη Δ.33 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το άρθρο 47 του Ν.14/60 πραγματεύεται τη δεσμευτική ισχύ που έχει για τους διαδίκους η έκδοση μιας δικαστικής απόφασης ή ενός διατάγματος. Μελέτη του εν λόγω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι μ' αυτό παρέχεται δικαιοδοσία στο δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση τους για τέτοιο χρονικό διάστημα και υπό τέτοιους όρους που ήθελε κριθεί ορθό. Ερμηνεία των προνοιών του υποδεικνύει ότι η αναστολή δυνάμει του άρθρου αυτού χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης και όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Με άλλα λόγια η δικαιοδοσία που παρέχεται στο δικαστήριο με βάση το εν λόγω άρθρο είναι για την αναστολή εκτέλεσης / εφαρμογής της απόφασης ή του διατάγματος που έχει εκδοθεί και όχι για την δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί. Η πιο πάνω ερμηνεία τυγχάνει αναγνώρισης από την υφιστάμενη νομολογία (Merck & Co Inc. κ.α. v. Medochemie Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 2184, Παπακόκκινου και άλλη v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 692). Κατά τον ίδιο τρόπο ερμηνεύονται οι διατάξεις της Δ.35 Θ.18 και Θ.19 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διαταγή έχει ως αντικείμενο την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, συνεπαγόμενης την εκπλήρωση θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος από το πρόσωπο που αιτείται την αναστολή. Επομένως το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (Gordian Holdings Ltd v. Τέκλου και άλλου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2021 ημερ. 21.09.22). Παράλληλα έχει λεχθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αναφορά στο Θεσμό 18 της Δ.35 σε «shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from.» δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποίαν προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που πηγάζει αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η εκτέλεση (Merck & Co Inc. κ.α. v. Medochemie Ltd (πιο πάνω), Παπακόκκινου και άλλη v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (πιο πάνω)). Όπως λέχθηκε στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.α. (Αρ.1)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384, η Δ.35 Θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεναγρίτη v. Εργολάβων Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2012 ημερ. 21.11.14 τονίστηκε ότι η Δ.35 Θ.18 δεν τυγχάνει εφαρμογής επί αρνητικών ή απορριπτικών αποφάσεων και τούτο επειδή δεν είναι δυνατή η αναστολή άρνησης χορήγησης θεραπείας αφού δεν επιβάλλεται οτιδήποτε και εφόσον δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή διατάγματος που εκδόθηκε. Δεν υπάρχει εκδοθείσα δικαστική απόφαση ή διάταγμα για να ζητείται αναστολή εκτέλεσης του ή της ισχύος του. Δεν υφίσταται υποχρέωση ή καθήκον συμμόρφωσης από μέρους του Εναγομένου, ως Αιτητής που είναι εδώ, σε σχέση με δικαστική απόφαση ή διάταγμα που να εκδόθηκε εις βάρος του και να ζητείται αναστολή εκτέλεσης τέτοιας απόφασης ή της ισχύος τέτοιου διατάγματος. Αντίθετα εκείνο που υπάρχει είναι μία απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου στην αίτηση του Εναγομένου για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης του και ένεκα αυτής αρνητικής, για τον ίδιο, εξέλιξης ζητείται η αναστολή της δικαστικής διαδικασίας που οδηγεί στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και η ολοκλήρωση της οποίας εκκρεμεί μέχρι σήμερα, από την οποίαν διαδικασία προέκυψε η απορριφθείσα ενδιάμεση απόφαση. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές σε συνάρτηση με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι δεν παρέχεται δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος κατ' επίκληση τόσο του άρθρου 47 του Ν.14/60 όσο και της Δ.35 Θ.18 & Θ.19 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε ότι αφορά τη Δ.33 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αυτή αφορά την περίπτωση αναβολής της δίκης της υπόθεσης ή αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (Θ.6 και Θ.10). Οι πρόνοιες της εν λόγω διαταγής παρέχουν εξουσία στο δικαστήριο να επανακαθορίσει την εκδίκαση της αγωγής σε μεταγενέστερη ημερομηνία υπό τις προϋποθέσεις που σημειώνονται ή να την αναστείλει όταν διαπιστώσει ότι δεν διαθέτει δικαιοδοσία. Ο εν λόγω κανονισμός δεν σχετίζεται με την εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της δικαστικής διαδικασίας που οδηγεί στην ακρόαση της ουσίας της αγωγής για το λόγο που εδώ προβάλλεται, ως είναι το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Ωστόσο, ανεξαρτήτως των προαναφερόμενων, η νομολογία υποδεικνύει ότι το δικαστήριο διαθέτει εκ φύσεως δικαιοδοσία (inherent jurisdiction) να αναστέλλει τη δικαστική διαδικασία (stay of proceedings) στα πλαίσια άσκησης του καθήκοντος του για απονομή της δικαιοσύνης (The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445). Η αναστολή της διαδικασίας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και στη βάση παραμέτρων που έχουν αναγνωριστεί μέσα από τη νομολογία. Συγκεκριμένα η εγγενής εξουσία του δικαστηρίου να διατάζει την αναστολή της διαδικασίας ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η πρακτική που εφαρμόζεται είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αποστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή (Merck & Co Inc. κ.α. v. Medochemie Ltd (πιο πάνω), Shackleton v. Swift [1913] 2 K.B. 312). Με γνώμονα τους παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει τη συνέχιση και όχι την αναστολή της διαδικασίας. Δεν πρόκειται για υπόθεση που εμπίπτει στην κατηγορία της εξαιρετικής φύσεως περίπτωσης ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Τόσο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση όσο και τα νομικά επιχειρήματα που έχουν προβληθεί από μέρους του Εναγομένου δεν αναδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρών λόγων που πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Η νομολογία στην οποίαν με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου κάθε άλλο παρά βοηθά τις νομικές θέσεις του. Σε αντίθεση με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα στην παραπεφθείσα νομολογία συνιστούσαν εξαιρετικό λόγο που δικαιολογούσε την αναστολή της διαδικασίας. Χωρίς αμφιβολία το ενδεχόμενο προσθήκης άλλων 96 συνεναγομένων που ήταν το αντικείμενο περίπτωσης στην οποίαν έγινε αναφορά από τον συνήγορο του Εναγομένου, δεν άφηνε άλλη επιλογή σε ότι αφορά την πορεία της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί και η υπόθεση έχει οριστεί αρκετές φορές ενώπιον του δικαστηρίου είτε για οδηγίες είτε για ακρόαση. Η ενδιάμεση απόφαση με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτηση του Εναγομένου εκδόθηκε στις 07.03.16, δηλαδή πριν από 6,5 χρόνια. Ο Εναγόμενος άσκησε το δικαίωμα της έφεσης και όταν η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Πρόκειται για μια παλαιά υπόθεση η οποία με βάση το πρόγραμμα του δικαστηρίου έχει χρονολογική σειρά προτεραιότητας για να εκδικαστεί. Μπροστά στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε, ο Εναγόμενος είχε την ευχέρεια να προβεί σε εναλλακτικές ενέργειες ώστε να διαφοροποιήσει την υφιστάμενη κατάσταση προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων του αλλά για τους δικούς του λόγους δεν έπραξε οτιδήποτε. Σε περίπτωση που εγκριθεί αναστολή της δικαστικής διαδικασίας θα προκληθεί καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης των Εναγόντων κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για εκδίκαση της αγωγής εντός, υπό τις περιστάσεις, εύλογου χρονικού διαστήματος (άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Η εκκρεμοδικία σαφώς πλήττει ευθέως τα συμφέροντα των Εναγόντων. Συνεπώς αν υπάρχει ένας διάδικος του οποίου τα δικαιώματα δύναται να παραβιαστούν και τα συμφέροντα του να επηρεαστούν δυσμενώς χωρίς να ευθύνεται, αυτοί είναι οι Ενάγοντες που προσδοκούν στην ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας. Στη βάση των πιο πάνω οι λόγοι ένστασης αρ. 4, 5, 9, 11, 12 και 15 επιτυγχάνουν. Ενόψει αυτού παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Εν κατακλείδι, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω δεν παρέχεται δυνατότητα έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο