Αναφορικά με την Εταιρεία WECO ENGINEERING, Αίτηση Εταιρείας αρ. 8/2021, 30/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας αρ. 8/2021 Αναφορικά με την Εταιρεία WECO ENGINEERING LTD και τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 και την αίτηση του M. K., μετόχου Αίτηση ημερομηνίας 08.03.2021 για ενδιάμεσες θεραπείες Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Αιμ. Λεμονιάτη Για την Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία: καμία εμφάνιση Για τα ενδιαφερόμενα μέρη F. E. και A. G.: Ειρ. Οικονομίδη (κα) και Ν. Στυλιανού (κα) Για τον Έφορο Εταιρειών: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση που καταχωρίστηκε την 08.03.2021, ο αιτών αναφέρεται στο Δικαστήριο και ζητά να τεθεί η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία υπό εκκαθάριση από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, δηλαδή επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας. Διαζευκτικά, ζήτησε, βάσει του άρθρου 202 Κεφ. 113, διάταγμα που να διατάσσει την αγορά των μετοχών του από τα υπόλοιπα μέλη της Εταιρείας ή και ταυτόχρονη μείωση του κεφαλαίου της, στην τιμή που θα καθορίσει το Δικαστήριο μετά από εκτίμηση από δύο ανεξάρτητους εκτιμητές που θα διοριστούν από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση και μαρτυρούνται περαιτέρω με ένορκη δήλωση του αναφέροντος, η Εταιρεία συστάθηκε την 08.10.2013 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με εγγεγραμμένο γραφείο στην Πάφο, και ονομαστικό και εκδοθέν κεφάλαιο €1.000,00, διαιρεμένο σε 1.000,00 μετοχές, αρχικά με την επωνυμία GEOKOU HOLDING LTD και διαφορετική μετοχική σύνθεση και σύνθεση αξιωματούχων, με σκοπούς, ως αναφέρονται στο Ιδρυτικό της Έγγραφο, την ανέγερση και πώληση οικοδομών και συναφείς εργασίες. Σήμερα, διευθυντές της είναι ο αναφέρων, που κατέχει και 490 μετοχές που συνιστά το 49% των μετοχών της Εταιρείας (και είναι και ο γραμματέας της Εταιρείας), και ο κύριος F. E., που κατέχει 460 μετοχές. Τις υπόλοιπες 50 μετοχές κατέχει ο κύριος A. G.. Η Εταιρεία διαθέτει ακίνητο, εργαλεία, εξοπλισμό και τραπεζικούς λογαριασμούς. Όπως είναι η θέση του αναφέροντος, ευθύνη αναφορικά με τα οικονομικά θέματα της Εταιρείας είχε ανέκαθεν ο κύριος G., η θυγατέρα του οποίου είναι συζευγμένη με τον κύριο E.. Ο ίδιος είχε την ευθύνη διαχείρισης μόνον του τραπεζικού λογαριασμού. Ισχυρίζεται πως, από το καλοκαίρι του 2020, με κοινές ενέργειες των κυρίων G. και E., που κατέχουν μαζί το 51% των μετοχών, έχει παραγκωνιστεί. Αυθαίρετα και χωρίς προειδοποίηση, άλλαξαν, παράνομα όπως λέει, οι διαχειριστές των τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και οι διαχειριστές που λάμβαναν αποφάσεις σχετικά με την Εταιρεία. Ζήτησαν από την Τράπεζα να άρει το δικαίωμα πρόσβασής του στους λογαριασμούς και στα αρχεία της Εταιρείας. Του αφαιρέθηκε κάθε εξουσία και του απαγορεύθηκε να συμμετέχει ενεργά στις εργασίες της Εταιρείας. Προχώρησαν στη σύναψη δανείων για προσωπικό όφελος και στη μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό χωρίς να τον ενημερώσουν και ο ίδιος έλαβε γνώση μέσω του ελέγχου της Τράπεζας για σκοπούς ελέγχου ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Περί τον Αύγουστο του 2020, έδωσαν οδηγίες σε δικηγόρο να υπερασπιστεί αγωγή εναντίον της Εταιρείας χωρίς τη συμμετοχή του αιτούντος. Γύρω στον Νοέμβριο του 2020, απαίτησαν από αυτόν να τους παραδώσει αντικείμενα που συνιστούσαν περιουσία της Εταιρείας και βρίσκονταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της και χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς της. Ανέγειραν παράνομα οικοδομή εντός της περιουσίας της Εταιρείας. Προσπάθησαν, τον Δεκέμβριο του 2020, με έγγραφα που απέστειλαν στον Έφορο Εταιρειών, να τον παύσουν από τη θέση του στην Εταιρεία. Σταμάτησαν οι συνελεύσεις των μετόχων και οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας και οι κύριοι G. και E. αποφασίζουν και πράττουν μόνοι τους, εν αγνοία του αιτούντος. Τον εμποδίζουν από το να λάβει πλήρη γνώση της οικονομικής και εν γένει κατάστασης της Εταιρείας, και προβαίνουν σε ενέργειες που είναι επιζήμιες για την Εταιρεία, κακοδιαχείριση και καταχρήσεις. Εν τέλει, ζήτησαν τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης την 12.03.2021, για την παύση του, προκειμένου να έχουν τον απόλυτο έλεγχο της Εταιρείας. Συμπερασματικά, κατά τον αναφέροντα, ενεργούν καταπιεστικά προς τον ίδιο, που συνιστά μειοψηφία, ενώ η εμπιστοσύνη αναμεταξύ τους έχει διαρρηχθεί. Στο πλαίσιο της αίτησής του, ο αιτών υπέβαλε μονομερώς και την υπό εξέταση αίτηση, ιδίας ημερομηνίας, 08.03.2021, με την οποία ζήτησε ενδιάμεσες θεραπείες. Να απαγορευθεί η διενέργεια οποιασδήποτε συνεδρίας ή λήψη απόφασης της Εταιρείας σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου ή μετόχων, εκτός κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του αιτούντος ή άδειας του Δικαστηρίου και περαιτέρω να απαγορευθεί στην Εταιρεία ή στους αξιωματούχους ή αντιπροσώπους της η πώληση ή επιβάρυνση ή μεταβίβαση ή η εν γένει αποξένωση ενεργητικού ή περιουσίας ή συμφέροντος της Εταιρείας, και οποιαδήποτε ενέργεια θα είχε ως αποτέλεσμα την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ή την αποξένωση περιουσίας πλην της πληρωμής των καθημερινών λειτουργικών εξόδων της Εταιρείας. Επιπλέον, να διαταχθεί η Εταιρεία και οι αξιωματούχοι ή αντιπρόσωποι της Εταιρείας να επιτρέπουν στον αιτούντα την ελεύθερη επιθεώρηση όλων των βιβλίων της Εταιρείας, τιμολογίων, πωλήσεων, αγορών, εξόδων, αποδείξεων πληρωμών, εισπράξεων και καταθέσεων, φορολογικών δηλώσεων, καταστάσεων λογαριασμών, κ.λπ.. Μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση για τις ενδιάμεσες θεραπείες υποστηρίζεται επίσης από την ένορκη δήλωση του αιτούντος, με την οποία επαναλαμβάνει τα γεγονότα της κυρίως αίτησης. Είχε προσθέσει πως, επειδή οι κύριοι G. και E., μέσω του δικηγόρου τους, ειδοποίησαν για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης την 12.03.2021 για την παύση του και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν και δεν ξέρει εάν θα διατηρήσει τη θέση του στην Εταιρεία, περίπτωση στην οποία δεν θα έχει άλλην ευκαιρία να προστατεύσει τα δικαιώματά του, θα πρέπει το ενδεχόμενο αυτό να ανακοπεί από το Δικαστήριο, εξηγώντας πως, σε περίπτωση που διοριστεί άλλο πρόσωπο στη θέση διευθυντή ή γραμματέα, θα κινδυνεύει και το μετοχικό του κεφάλαιο. Επιχειρηματολόγησε υπέρ της αναγκαιότητας να εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα, στη βάση των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέχουν σύμφωνα με τον νόμο και τη νομολογία. Τα υπόλοιπα μέλη της Εταιρείας, ως ενδιαφερόμενα μέρη, με ενστάσεις τους στις προαναφερόμενες αιτήσεις, προβάλλουν, μεταξύ άλλων, πως δεν συντρέχουν οι λόγοι έκδοσης των διαταγμάτων που ζητά ο αιτών με την κυρίως αίτηση και έπειτα με την ενδιάμεση αίτησή του, η πραγματική βάση που εκθέτει σε κάθε περίπτωση είναι ανακριβής με ουσιώδεις παραλείψεις, και η αίτησή του καταχρηστική, αφού σκοπεί να προκαλέσει παράλυση στη διεξαγωγή των εργασιών της Εταιρείας και στη λειτουργία της. Η δε εκκαθάριση της Εταιρείας δεν είναι προς το συμφέρον είτε της Εταιρείας είτε των λοιπών μελών της. Το πραγματικό πλαίσιο που θέτει ο κύριος E., που με ένορκες δηλώσεις του υποστηρίζει τις ενστάσεις των ενδιαφερόμενων μερών, είναι αφενός πως η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας δεν είναι εκείνη που αναφέρει ο αιτών χωρίς εκτιμήσεις, αφετέρου πως, όσον αφορά τη λειτουργία της Εταιρείας και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της, τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν ο αιτών, που ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την καθημερινή λειτουργία της Εταιρείας, άρχισε να παραλείπει να ασκεί τα καθήκοντά του, να εμφανίζεται στο εργοτάξιο ή στο γραφείο, να είναι αμελής σε σχέση με τη φύλαξη των εγγράφων και γενικά της περιουσίας της Εταιρείας, να είναι ασυνεπής με τις πληρωμές των συνεργατών της Εταιρείας, με τις εργοδοτήσεις των εργαζομένων στην Εταιρεία. Δεν παραγκωνίστηκε από οποιονδήποτε ούτε υπάρχει συμπαιγνία ή ασέβεια στο πρόσωπό του ή δόλος και παρανομία, αλλά, για να μπορέσει να λειτουργεί η Εταιρεία, έπρεπε να πράττουν οι υπόλοιποι, ιδίως όταν ο ίδιος ο αναφέρων κατ' επανάληψη δεν εντοπίζονταν πουθενά, παρόλες τις προσπάθειές τους. Ήταν όμως με τη συγκατάθεσή του που δόθηκε πρόσβαση στους λογαριασμούς της Εταιρείας, ο ίδιος γνώριζε για την ανέγερση του ακινήτου στο τεμάχιο της Εταιρείας που συμφώνησε να συνχρηματοδοτήσει (αν και τελικά δεν τήρησε τη συμφωνία του), το οποίο ανεγείρεται νόμιμα, και συνιστά περιουσία της Εταιρείας. Την αδυναμία συνεισφοράς του αναφέροντος μέλους στο έργο κάλυψε ο κύριος G., ο οποίος, σε αντίθεση με τον αιτούντα, συνεισέφερε τα μέγιστα στην Εταιρεία, χωρίς να ισχύουν όσα αναφέρει ο αιτών περί εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων. Ο αναφέρων γνώριζε και για την αγωγή που είχε καταχωριστεί εναντίον της Εταιρείας, εφόσον διορίστηκε και δεύτερος δικηγόρος υπεράσπισης της επιλογής του, όταν κατέστη κατορθωτό να εντοπιστεί και να ενημερωθεί σχετικά. Δεν αρνήθηκε οποιοσδήποτε στον αναφέροντα να ενημερωθεί για οποιοδήποτε θέμα της Εταιρείας, απλώς ο ίδιος δεν προσέρχεται στις συνελεύσεις για να λάβει τη σχετική ενημέρωση. Ο κύριος E. δεν αρνήθηκε πως είναι επιθυμητή η παύση του αναφέροντος από τη διευθυντική του θέση, για τους προαναφερόμενους λόγους, εφόσον αυτή είναι προς το συμφέρον της Εταιρείας, λέγοντας πως αυτό συνιστά και δικαίωμα της μετοχικής πλειοψηφίας. Θα είχε την ευκαιρία ο αιτών, στη σχετική γενική συνέλευση, να συζητήσει το θέμα, ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση αντέδρασε. Ως ένδειξη καλής θέλησης, και παρόλο που δεν απαγορεύονταν, οι υπόλοιποι δεν πραγματοποίησαν τελικά τη γενική συνέλευση, δίδοντας κάποιο χρόνο. Εξηγεί, ο κύριος E., πως δεν είναι προς το συμφέρον της Εταιρεία η έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο αιτών με τις δύο αιτήσεις του. Με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχώρισε ο αιτών, για την κυρίως και την ενδιάμεση αίτησή του, ανέφερε πως ο κύριος E., σε μεταγενέστερο χρόνο από εκείνον που αρχικά ο αιτών ορκίστηκε τα γεγονότα, ήρθε σε επικοινωνία με εταιρεία που διαφημίζει ακίνητα στην Κύπρο για να πωλήσει το ακίνητο της Εταιρείας για €900.00,00, κάτι που αφενός δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι το ποσό των €500.000,00 που εκτιμά ο αιτών είναι υπερβολικό, αφετέρου δηλοί, κατά τη γνώμη του, ότι οι δύο μέτοχοι συμπράττουν χωρίς τον ίδιο. Μετά από έρευνα των δικηγόρων του, καταδείχθηκε, όπως λέει, πως ο κύριος G. χρησιμοποιούσε την Εταιρεία ως μέσο για εξυπηρέτηση δικών του σκοπών και άλλων εταιρειών του, ειδικότερα της Andromeda Bay Development Ltd και της RBSSKALS Ltd, και να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες. Δεν χρειάζεται η αναφορά όλων σε αυτό το στάδιο, αλλά σε γενικές γραμμές αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως, όταν αντιμετώπιζε τραπεζικά χρέη η Andromeda Bay Development Ltd και η Τράπεζα διόρισε παραλήπτη/διαχειριστή, προς διάσωση περιουσίας της, συνάφθηκε συμφωνία της με την Εταιρεία (με την υπογραφή και του αιτούντος, αλλά κατόπιν πίεσης) βάσει της οποίας μεταφέρθηκε η περιουσία της στην Εταιρεία, κάτι που κατέστη αντιληπτό από τον διαχειριστή και εν τέλει ανατράπηκε μέσω της αγωγής 1237/2018, της οποίας ο αιτών δεν γνώριζε τη σημασία. Κατά την ίδια περίοδο, ο κύριος G., φοβούμενος τη δέσμευση περιουσιακών του στοιχείων, αποφάσισε να του μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε στην Εταιρεία μέσω καταπιστεύματος, εξ ου και το 2018 ως ο μοναδικός μέτοχος της Εταιρείας φαίνεται ο αιτών. Όταν διευθετήθηκαν τα προβλήματα της άλλης εταιρείας του, ζήτησε να επαναμεταβιβάσει τις 460 μετοχές στον κύριο E. και τις υπόλοιπες 50 μετοχές στον ίδιο, και με αυτό τον τρόπο παρέμεινε με τις 490 μετοχές. Ο κύριος G. πάντοτε ήταν ο κατά πλειοψηφία μέτοχος, που αποφάσιζε για τις οικονομικές δραστηριότητες της Εταιρείας, κι αν σήμερα κατέχει 50 μετοχές, είναι σαν να κατέχει και τις 510, αφού καθοδηγεί και τον κύριο E., λόγω της μεταξύ τους σχέσης. Δεν συμφωνεί, ο αιτών, με ισχυρισμούς του κύριου E. ότι δεν ήταν ενεργός στην Εταιρεία και ότι αμελούσε να παρευρίσκεται σε συνελεύσεις και να παραθέτει στοιχεία πως συμμετείχε σε κάποιες συνελεύσεις, ενώ ο λόγος που δεν συμμετείχε σε άλλες είναι γιατί δεν λάμβανε ενημέρωση. Θεωρεί πως ήταν υπό πιέσεις που έδωσε την εξουσιοδότηση στον κύριο E. να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό της Εταιρείας και εκθέτει τα γεγονότα από τη δική του οπτική, ότι υπήρχαν διαφωνίες του με τον κύριο G. ως προς οικονομικά θέματα της Εταιρείας, εξ ου και ο κύριος G., ως ο ιθύνων νους, αποφάσισε να διορίσει τον κύριο E. ως διευθυντή και διαχειριστή των τραπεζικών λογαριασμών. Τότε ήταν που δημιουργήθηκε πρόβλημα στην πληρωμή των συνεργατών της Εταιρείας γιατί ήταν ο κύριος E. που δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του. Τηλεφωνούσαν συγκεκριμένες εταιρείες ότι δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν. Μια εξ αυτών μάλιστα καταχώρισε και αγωγή εναντίον της Εταιρείας, αλλά και του ιδίου του αιτούντος προσωπικά, για απλήρωτο τιμολόγιο. Από την ημέρα που ανέλαβε τους λογαριασμούς ο κύριος E., έμειναν απλήρωτοι εργαζόμενοι της Εταιρείας, ενώ ο ίδιος ο αιτών αποκλείστηκε. Εκτός από τις δανειακές συμβάσεις των €50.000,00, όπως ερεύνησε εκ των υστέρων και κατανόησε και τη νομική σημασία, και προς απάντηση σε σχετικό ισχυρισμό, υπάρχουν και άλλες συμφωνίες μεταξύ του κυρίου G. και της Εταιρείας, που δεν εξυπηρετούν οποιοσδήποτε σκοπό της Εταιρείας, αλλά δικά του συμφέροντα, που ο αιτών αναφέρει συγκεκριμένα. Μάλιστα, δικηγόρος, εκ των διευθυντών της Εταιρείας, παραιτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να πείσει τον κύριο G. να σταματήσει τις παράνομες συναλλαγές. Λέει πως εξαπατήθηκε ή πιέστηκε στην υπογραφή τους. Οι κύριοι G. και E. ειδοποίησαν εκ νέου για σύγκληση συνέλευσης για την παύση του την 28.05.2021. Η υποτιθέμενη εισφορά του κύριου G. στην Εταιρεία, όπως αναφέρει ο αιτών, ήταν για αλλότριους σκοπούς, και δίδει σχετικές λεπτομέρειες. Μετά την καταχώριση της αίτησης, ο δικηγόρος των ενδιαφερόμενων μερών ζήτησε να του σταλεί πρόταση για την αγορά των μετοχών του και απορρίφθηκε χωρίς αντιπρόταση, εφόσον ο σκοπός των ενδιαφερομένων μερών, κατά τη θέση του, δεν είναι να βρουν μια δίκαιη λύση, αλλά να συνεχίσουν να ασκούν πίεση, αντίστοιχα ο ίδιος προαναγγέλλει ότι θα προβεί σε καταγγελία στη ΜΟΚΑΣ για διερεύνηση των συναλλαγών της Εταιρείας. Η έκταση των εκατέρωθεν πραγματικών ισχυρισμών δεν θα καλυφθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Παρεμβάλλεται απλώς - και παρεμβάλλεται γιατί γίνεται αναφορά στην «τροποποιημένη αίτηση» και στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας - πως η τροποποποιημένη αίτηση για εκκαθάριση ή πώληση μετοχών και μείωση κεφαλαίου που καταχωρίστηκε την 09.06.2021, και μετά την καταχώριση της ένστασης των ενδιαφερόμενων μερών, δεν ήταν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, και δεν έχει εφαρμογή εδώ η Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Η ακρόαση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, χωρίς εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Σύμφωνα με το άρθρο 211(στ) Κεφ. 113, εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία. Σύμφωνα με το άρθρο 214 § 2 Κεφ. 113, όταν η αίτηση υποβάλλεται από μέλη της εταιρείας ως συνεισφορέων επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, αν έχει τη γνώμη ότι οι αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία είτε με την εκκαθάριση της εταιρείας ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, και ότι στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θεραπείας, θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, εκδίδει διάταγμα για εκκαθάριση, εκτός αν έχει επίσης τη γνώμη συγχρόνως ότι υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας. Σύμφωνα με το άρθρο 218 § 2 Κεφ. 113, η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται να αρχίζει από το χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. Κατά το άρθρο 216 Κεφ. 113, κατά την εκκαθάριση της Εταιρείας από το Δικαστήριο, απαγορεύεται η διάθεση της ιδιοκτησίας της Εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών της και η μεταβίβαση μετοχών, ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της Εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης[1]. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκδίκασης αίτησης για εκκαθάριση (με αναφορά προς το παρόν στο σκέλος της αίτησης του αιτούντος που αφορά στην εκκαθάριση), έχει τη δυνατότητα να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα, με βάση και το άρθρο 214 Κεφ. 113. Συνεφαρμόζει σε τέτοια περίπτωση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, σύμφωνα με το οποίο παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Προσαρμόζεται, η εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών, ανάλογα, στη φύση της υπόθεσης, εν προκειμένω της αίτησης για εκκαθάριση. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν στη νομολογία[2]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε κάτι συγκεκριμένο, ορισμένο ή οριστό. Διαπιστώνεται με βάση την αίτηση εκκαθάρισης που έχει καταχωριστεί ή και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποιος γνωστός στο δίκαιο λόγος εκκαθάρισης, που, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την εκκαθάριση της εταιρείας[3]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο αιτών να επιτύχει στην αίτησή του, όπως υποδείχθηκε και νομολογιακά[4], εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη της ουσίας, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας επιτυχίας. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[6]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, προσαρμοσμένη στα δεδομένα της περίπτωσης, έχει περισσότερο την έννοια του κινδύνου επηρεασμού του έργου της εκκαθάρισης. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια[7], και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στη διαδικασία της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση που συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει, πρόσθετα, εάν η έκδοσή του δικαιολογείται στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή άλλως πώς της δικαιοσύνης, εάν, με απλούστερα λόγια, είναι δίκαιο να εκδοθεί· πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζει πώς αυτό διάταγμα, εάν εκδοθεί ή εάν δεν εκδοθεί, θα επηρεάσει τη μία και την άλλη πλευρά. Επειδή οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις βρίσκονται σε μια μεταξύ τους εξελικτική λογική αλληλουχία, η εξέτασή τους είναι διαδοχική και απαιτείται η ικανοποίηση της μίας προϋπόθεσης, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της επόμενης. Συνεπώς, εάν σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέτασης αυτής το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται, η εξέταση σταματά αμέσως, χωρίς να χρειάζεται η δικαιολόγηση μέσω της έκθεσης υποθέσεων, απλώς χάριν πληρότητας. Οι αιτήσεις για να τεθεί μια εταιρεία υπό εκκαθάριση επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας (just and equitable winding-
- up)έχουν κάποιες ιδιαιτερότητες. Ως θέμα πρακτικής, εκτός από την εταιρεία, στην αίτηση συνενώνονται ως Καθ' ων η αίτηση είτε όλα τα μέλη της εταιρείας (εάν είναι λίγα) είτε (εάν είναι πολλά) τα συγκεκριμένα μέλη της εταιρείας με τα οποία υφίσταται η διαφορά. Γεγονότα στη βάση των οποίων θα μπορούσε να υποστηριχθεί μια «δίκαιη εκκαθάριση» είναι συνήθως θέματα όπως τα εξής: δεν μπορούν να επιτευχθούν οι κύριοι στόχοι του καταστατικού της εταιρείας· η εταιρεία είναι αδύνατο να συνεχίσει την επιχείρησή της με κέρδος· υπάρχει αδιέξοδο (deadlock) στη συμπεριφορά ή τη διαχείριση της εταιρείας· υπήρξε απάτη κατά την ίδρυση της εταιρείας ή υπήρξε ανάρμοστη συμπεριφορά από τη διεύθυνση· υπήρξε σοβαρή παραβίαση ή βλάβη στη βάση πάνω στην οποία ιδρύθηκε η εταιρεία, που περιλαμβάνει μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης (οιονεί εταιρική σχέση)[8] ή ακόμα και αποκλεισμό του αιτούντος μέλους από τη διοίκηση της εταιρείας. Στην αίτηση πρέπει να διευκρινίζονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση και κάθε σχετικός ισχυρισμός να εξειδικεύεται. Με την αίτηση, ο αιτών θέτει την υπόθεσή του, με όλα τα στοιχεία που διαθέτει. Όταν υπάρχει ισχυρισμός για παράλειψης παροχής λογαριασμών και πληροφοριών, με αποτέλεσμα ο αιτών να μην είναι σε θέση να γνωρίζει εάν υπάρχει πλεόνασμα ή είναι επαρκώς σύμφορο η εταιρεία να τεθεί σε εκκαθάριση, ευνόητα, ο αιτών δεν δεσμεύεται από μια τέτοια προϋπόθεση συγκεκριμένων αναφορών, και η διερεύνηση γίνεται κατά την εκδίκαση της αίτησης[9]. Σύμφωνα με το άρθρο 202 Κεφ. 113, οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο αυτό. Αν το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αν και διαφορετικά τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για τον λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνο με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, προς επίλυση των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.Όταν τέτοιο διάταγμα κάνει αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό οποιασδήποτε εταιρείας, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη και με την επιφύλαξη των διατάξεων του διατάγματος, η ενδιαφερόμενη εταιρεία δεν έχει εξουσία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου να επιφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό που αντίκειται προς τις διατάξεις του διατάγματος αλλά οι αλλαγές ή προσθήκες που έγιναν με το διάταγμα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα ως να έγιναν κανονικά με ψήφισμα της εταιρείας και οι διατάξεις του νόμου εφαρμόζονται στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό όπως αυτό αλλάχθηκε ή που έγινε προσθήκη με τον τρόπο αυτό ανάλογα. Αντίγραφο οποιουδήποτε διατάγματος που αλλάζει ή προσθέτει, ή δίνει άδεια να αλλαχθεί ή να γίνει προσθήκη σε, ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό εταιρείας, παραδίνεται από την εταιρεία μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την έκδοση του στον έφορο εταιρειών για εγγραφή και αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη υπόκεινται σε πρόστιμο παράλειψης. Η δικαιοδοσία του άρθρου 202 Κεφ. 113, εγχώρια, κινείται ακόμα στη βάση της δικαστικής παρέμβασης τύπου «oppressive remedy», ως είχε στην αγγλική Company's Act 1948, κατ' επέκταση, λαμβάνει υπόψη την ερμηνευτική προσέγγιση του τι συνιστά διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας κατά «τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών», που ανατρέχει στην περιοριστική προσέγγιση της Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66. Όπως μεταφέρθηκε και στην In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι, αλλά, αντίθετα, η ανεπάρκεια (inefficiency) ή η αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας δεν τεκμηριώνει «καταπιεστική συμπεριφορά». Η περιορισμένη εμβέλεια αλλά και η διατύπωση του άρθρου 202 Κεφ. 113 ενθαρρύνει διαχρονικά την εναλλακτική προσφυγή σε αιτήματα για εκκαθάριση για λόγο που είναι δίκαιος ή σύμφωνος με το δίκαιο της επιείκειας. Στην αγγλική νομοθεσία και πρακτική, η δικαιοδοσία δικαστηρίων εξελίχθηκε σταδιακά και αναφέρεται διευρυντικά πλέον σε «unfair prejudice», που δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδίδει και οποιοδήποτε διάταγμα. Η προοπτική μιας πιο ευρείας ερμηνείας και του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας που είναι «καταπιεστικός μέρους των μελών», αποθαρρύνθηκε κάπως με την πρόσφατη απόφαση στην Inversions Gestions I Estudis International L, SLU, κ.α. ν. Αναφορικά με την Sare Public Company Limited, Πολιτική Έφεση Ε94/2019, ημερομηνίας 19.01.2022, αλλά εκείνη η περίπτωση αφορούσε σε μια προσπάθεια επέκτασης του δικαιώματος μετόχου μειοψηφίας να ζητά μέσω του άρθρου 202 Κεφ. 113 - και χωρίς την αντίστοιχη νομοθετική εξέλιξή του -, εξαγορά από τρίτο πρόσωπο. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ, και νοείται πως δεν αναιρείται η δέσμευση που υφίσταται δια της Αλκιβιάδου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1ΑΑΔ 2350, πως δεν μπορεί νομοθέτημα άλλης χώρας να επηρεάζει την ισχύουσα νομική πραγματικότητα στη Δημοκρατία, όπου υπάρχει ξεκάθαρη νομοθετική ρύθμιση για ένα θέμα ώστε να μην εξυπηρετεί η καταφυγή σε νομοθεσία άλλων κρατών. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 202 Κεφ. 113, αφήνει αποκλειστικά στο Δικαστήριο την κρίση για το τι συνιστά τρόπος διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας που είναι «καταπιεστικός μέρους των μελών». Και στο εγχώριο δίκαιο, εγκαθιδρύθηκε πλέον η νοοτροπία, μέσα και από την παράλληλη ανάπτυξη του δικαίου της αφερεγγυότητας, ότι η εκκαθάριση μιας εταιρείας ή και η πτώχευση ενός ατόμου συνιστά την έσχατη λύση. Με αυτή την προσέγγιση, αν και δεν αποκλείεται η συμπερίληψη στην ίδια αίτηση αμφότερων των αιτημάτων για εκκαθάριση γιατί είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας και για θεραπεία υπό το άρθρο 202 Κεφ.113, δεν είναι γενικότερα ή πλέον επιθυμητό να ζητείται ή να προωθείται το αίτημα να τεθεί μια εταιρεία σε εκκαθάριση ως να ήταν εκείνη η εναλλακτική λύση. Στον βαθμό δηλαδή που, από το χρονικό σημείο της καταχώρισης της αίτησης, αρχίζει η διαδικασία της εκκαθάρισης, με δραστικές συνέπειες, η εκκαθάριση θα πρέπει να ζητείται όπου το αποτέλεσμά της είναι η πραγματικά ή η μόνη επιθυμητή λύση. Οι δικαιοδοσίες του άρθρου 211(στ) και του άρθρου 202, ακόμα και χωρίς την αντίστοιχη εγχώρια νομοθετική εξέλιξη, δεν είναι ταυτόσημες, ούτε καν γνήσια εναλλακτικές. Μπορεί να διαταχθεί η εκκαθάριση γιατί είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας και όπου δεν υπάρχει «καταπιεστική συμπεριφορά». Εάν από την άλλη το μόνο που υπάρχει είναι «καταπιεστική συμπεριφορά», ως το Δικαστήριο ερμηνεύει, και υπάρχουν λύσεις άλλες από την εκκαθάριση, περιλαμβανομένης της εξαγοράς των μετοχών από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία, που δίδει το άρθρο 202 Κεφ.113, θα προτιμηθεί εκείνη η λύση. Στην Re a Company (No 004415 of 1996) [1997] 1 BCLC 479, ασχέτως του ότι είναι μέσα στις υποθέσεις που εκφράζουν σε κάποιο βαθμό την εξέλιξη στην αγγλική πρακτική, όπου η υπό καταπίεση μειοψηφία, υπό τις διατάξεις τότε των άρθρων 459 και 461 της τότε Companies Act 1985, αιτήθηκε την πώληση των μετοχών στα υπόλοιπα μέλη, και εναλλακτικά την εκκαθάριση της εταιρείας, γιατί είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας, το Δικαστήριο έκανε δεκτή αίτηση για παραμερισμό της αίτησης για εκκαθάριση. Η αναφορά δεν γίνεται για την προσέγγιση ως προσέγγιση στην προοπτική διαγραφής παράλληλου αιτήματος, για τους λόγους που προκύπτουν από όσα προαναφέρθηκαν, αλλά για την εξήγηση του πώς αντανακλαστικά προκύπτει και η ορατότητα της πιθανότητας επιτυχίας της αίτησης για εκκαθάριση, όταν το ζητούμενο είναι άλλο. Οι εταιρείες εκεί είχαν σταθερά κερδοφόρες συναλλαγές και διανεμητέα αποθεματικά. Οι αναφέροντες ισχυρίστηκαν ότι, υπό τον έλεγχο της μίας οικογένειας, τόσο σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου όσο και σε επίπεδο μετοχών, οι εταιρείες διοικούνταν προς όφελος της εν λόγω οικογένειας, και βλάπτονταν τα δικά τους συμφέροντα. Υπήρχαν αντίθετοι εκτενείς ισχυρισμοί αναμεταξύ των διαδίκων και απέδιδε ο ένας στον άλλον προσωπική αντιπάθεια και κακία. Παρόλο που οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν από τους αναφέροντες σχετικά με μερίσματα και αμοιβές έδιδαν εικόνα πιθανής διεξαγωγής των υποθέσεων των εταιρειών με τρόπο που ήταν άδικος και επιζήμιος για τα μέλη (τους αναφέροντες) που δεν είχαν διευθυντικές θέσεις, το Δικαστήριο παρατήρησε πως, μακράν η πιο πιθανή μορφή θεραπείας που θα λάμβαναν από το Δικαστήριο οι αναφέροντες, θα ήταν η εντολή να αγοράσουν τα υπόλοιπα μέλη τις μετοχές τους στις εταιρείες. Δεν είχε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε πραγματική πιθανότητα να διαταχθεί η διάλυση των εταιρειών γιατί είναι δίκαιο ή σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας. Εφόσον, εάν το Δικαστήριο όριζε μια δίκαιη τιμή για τις μετοχές των αναφερόντων, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μερίσματα είχαν διατηρηθεί σε αδικαιολόγητα χαμηλά επίπεδα, εάν αυτό αποδεικνυόταν ότι συνέβαινε, θα ήταν παράλογο για τους ίδιους να επιδιώξουν τη διάλυση των εταιρειών, αντί τη λύση της εξαγοράς τους. Ακόμη και να μην υπήρχε σε εκείνο το στάδιο δυνατότητα χρηματοδότησης τέτοιας αγοράς από τα υπόλοιπα μέλη, οι ίδιες οι εταιρείες είχαν επαρκή διανεμητέα αποθεματικά για να αγοράσουν τις μετοχές. Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίθηκε πως δεν υπήρχε προοπτική έκδοσης διαταγής εκκαθάρισης[10]. Αν και ορισμένα εκ των ζητημάτων που εγείρει με την αίτησή του ο αιτών, στον βαθμό που περιλαμβάνουν ζητήματα δόλου και εκτείνονται σε τρίτα πρόσωπα, θα μπορούσαν να απασχολήσουν ευχερέστερα ένα πλαίσιο αγωγής, κινούμενη επί των προϋποθέσεων έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων στο πλαίσιο του σκέλους της αίτησης που αφορά στην εκκαθάριση, ο αιτών κάνει χρήση ενός αναγνωρισμένου στο άρθρο 211(στ) Κεφ.113, λόγου εκκαθάρισης, που αναφέρεται στο δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας. Εξειδικεύει - στη σύνοψή τους οι ισχυρισμοί - ότι θεωρεί πως υφίσταται μια μεθοδευμένη προσπάθεια παραγκωνισμού και καταπίεση του από τη συνολική πλειοψηφία, η οποία, με τη σειρά της δεν διαψεύδει ότι επιθυμεί την παύση του αιτούντος. Οι εκατέρωθεν λόγοι που προβάλλουν, για το ποιος ασκεί ορθά τα καθήκοντά του και ποιος όχι, αναμενόμενα, διαφέρουν, ως και το εύρος των διαπροσωπικών διαφορών, που ο αιτών το εκτείνει και σε βάθος χρόνου. Ο αιτών εισάγει ένα δικάσιμο θέμα, που μπορεί να εγερθεί και στο πλαίσιο εκκαθάρισης, και κρίνω πως ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Δεν υπάρχει κάτι που εκ προοιμίου αποτρέπει το Δικαστήριο από το να εξετάσει την αίτηση, για να κρίνει εάν είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να τεθεί η Εταιρεία σε εκκαθάριση. Έπειτα, ο αιτών προσκομίζει και στοιχεία δια των οποίων, εκ πρώτης όψεως, δίδει μια ρεαλιστική διάσταση στους ισχυρισμούς του, δεν τους αφήνει γενικούς και μετέωρους. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, υπάρχουν προβληματισμοί. Η δυνατότητα ή μη εννοιολογικής συσχέτισης του «καταπιεστικού τρόπου» διεξαγωγής των εργασιών, ως ερμηνεύθηκε στη νομολογία της παλαιάς αγγλικής διάταξης και του άρθρου 202 Κεφ.113, με την αναφορά σε «unfair prejudice», ως εξελίχθηκε και εν τέλει (πρόσθετα) νομοθετήθηκε στην Αγγλία, δεν είναι επί του παρόντος. Η αναφορά όμως εξηγεί το ότι η ιδιαιτερότητα στην υπόθεση του αιτούντος εδώ είναι πως, ενώ το παράπονό του είναι κυρίως ο αποκλεισμός του από τη διοίκηση και την καθημερινή λειτουργία της Εταιρείας, ως αξιωματούχος, κατ' επέκταση ο δι' αυτού του αποκλεισμού και έλλειψης πληροφόρησης δυνητικός επηρεασμός και του μετοχικού του δικαιώματος (άρα με τρόπο που θα μπορούσε να εμπίπτει στον όρο «unfair prejudice»), και θα αρκούνταν και θεωρεί ικανοποιητική και μια λύση εξαγοράς των μετοχών του από τα μέλη της πλειοψηφίας ή από την εταιρεία, αιτείται υπό το άρθρο 211(στ) Κεφ.113 και ζητά στο πλαίσιο της αίτησης εκκαθάρισης ενδιάμεσες θεραπείες, γιατί χρειάζεται τη λύση του άρθρου 202 Κεφ. 113, που εκθέσει διαζευκτικά και με αρκούντως συγκεκριμένο τρόπο. Η ενδιάμεση θεραπεία που αιτείται είναι βασικά δυνητικά τελική θεραπεία υπό το άρθρο 202 Κεφ. 113, ασχέτως εάν μπορεί να μην υπάρχει ακριβώς «καταπίεση» (εάν ερμηνευθεί περιοριστικά), αλλά οτιδήποτε άλλο μπορεί να δικαιολογεί πάντως το αίτημα για εκκαθάριση, ως να ήταν απλώς μια ευρύτερη δικαιοδοσία. Εδράζοντας την αίτησή του και εναλλακτικά στο άρθρο 202 Κεφ. 113, σκέλος της αίτησης που μάλιστα φαίνεται να είχε προωθήσει και εξωδικαστικά (ασχέτως του εύρους εφαρμογής του εν λόγω άρθρου) μετά την έναρξη της εκκαθάρισης, δείχνει στο Δικαστήριο να αναγνωρίζει εμμέσως και να επιθυμεί ως δίκαιη ή δικαιότερη λύση άλλην από εκείνη της εκκαθάρισης (να λάβει ένα χρηματικό ποσό για να μεταβιβάσει τις μετοχές του στους υπόλοιπους μετόχους ή στην Εταιρεία). Τούτη η ένδειξη, που αποδίδεται στο ότι δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως πως δεν υπάρχει δυνατότητα άλλης θεραπείας (προϋπόθεση που τίθεται αρνητικά στο 214 § 2 Κεφ.113), σε συνάρτηση και με τη μη αμφισβήτηση πως η Εταιρεία έχει περιουσία και μπορεί να εξακολουθήσει τις εργασίες της (και ό,τι υφίσταται είναι απλώς η διαφορά μεταξύ αξιωματούχων/μετόχων), αλλά και με το γεγονός ότι δεν συνενώθηκαν στην αίτηση ως κανονικοί διάδικοι τα μέλη της Εταιρείας με τα οποία υφίσταται η διαφορά (αν και από μόνο του δεν είναι μοιραίο για την αίτηση), δεν υπάρχει τόσο καλή ορατότητα στο Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό, ως προς τον τρόπο που ο αιτών θεωρεί δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας η Εταιρεία να οδηγηθεί στην εκκαθάριση. Δηλαδή, ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της αίτησής του για εκκαθάριση της Εταιρείας. Εάν υπάρχει η δυνατότητα άλλης θεραπείας για την επίλυση της διαφοράς αναμεταξύ των μετόχων και αξιωματούχων και αυτή θα πρέπει να μην υπάρχει για να μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει με εκκαθάριση της Εταιρείας στη βάση του «δίκαιου λόγου», κι αν ο αιτών αναφέρει ο ίδιος ως θεραπεία αυτήν του άρθρου 202 Κεφ. 113, και βασικά ζητά δια προσωρινής θεραπείας στο πλαίσιο της εκκαθάρισης να υλοποιήσει το άρθρο 202 Κεφ.113 χωρίς ουσιαστική εκδίκαση στη βάση του, η συσκότιση ως προς τις πιθανότητες το Δικαστήριο να καταλήξει σε έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης είναι τέτοια, που εμποδίζει το Δικαστήριο στο να προχωρήσει με περαιτέρω εξέταση της αίτησης αυτής, αλλά να προστρέξει για την κανονική εκδίκαση της αίτησης, σε αμφότερες τις βάσεις της, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Επειδή κρίθηκε πως δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, υπό τις περιστάσεις, η δεύτερη προϋπόθεση, η εξέταση σταματά εδώ και η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των ενδιαφερόμενων μερών και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.) Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Χριστοφή για εκκαθάριση της εταιρείας Christofi Bros Trading Ltd (Petiiton)
(2013)1 ΑΑΔ 1710. [2] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, και άλλες. [3] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [4] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [5] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [6] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [7] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ
- [8] Ebrahimi v Westbourne Galleries Ltd [1973] AC
- [9] Re Commercial and Industrial Insulations Ltd [1986] BCLC 191, 2 BCC 98,
- [10] Fuller v Cyracuse Ltd, Fuller v Realtime Partner UK Ltd [2001] 1 BCLC 187, Virdi v Abbey Leisure Ltd [1990] BCLC 342, 349, sub nom Re Abbey Leisure Ltd [1990] BCC 60 at 67, CA, per Balcombe LJ; Re a Company (Nos 004413, 004415, 004416 of 1996) [1997] 1 BCLC
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο