← Κύπρος

Αναφορικά με τον CARL ERNEST BARRY EMMERSON, Αίτηση αρ. 428/2018, 28/11/2022

Αναφορικά με τον CARL ERNEST BARRY EMMERSON, Αίτηση αρ. 428/2018, 28/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 428/2018 Αναφορικά με τον CARL ERNEST BARRY EMMERSON, τέως από το Ηνωμένο Βασίλειο και την αίτηση του D. C. E. Αίτηση ημερομηνίας 18.05.2021 για παύση και αντικατάσταση της διαχειρίστριας Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Α. Δημητρίου (κα) για Ευτύχιος Πίτρος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση: Α. Πολυδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 13.02.2019, χορηγήθηκαν περιορισμένα έγγραφα διαχείρισης (limited grant) της περιουσίας του αποβιώσαντος στη δικηγόρο κυρία Χρύσα Χριστοφή, για περιορισμένο σκοπό, τη μεταβίβασης του ½ του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής [], Φ./Σχ.[], τεμάχιο [], στον Μούτταλο, στην Πάφο στους P. A. B. και H. M. B., που είχαν αγοράσει το ακίνητο αυτό βάσει πωλητηρίου εγγράφου που είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο, πληρώνοντας ολόκληρο το τίμημα πώλησης. Την 18.05.2021, υποβλήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, από κληρονόμο του αποβιώσαντος, με την οποία ζητά της παύση της διαχειρίστριας περιορισμένου σκοπού και τον διορισμό του δικηγόρου κύριου Ευτύχιου Πίτρου. Βασίζει την αίτησή του δικονομικά στο άρθρο 52 § 1 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.

  1. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κύριου Ευτύχιου Πίτρου. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, ο λόγος που ζητείται η παύση της διαχειρίστριας περιορισμένου σκοπού είναι επειδή, κατά τη θέση του αιτούντος, αδρανεί να ολοκληρώσει τον ειδικό σκοπό. Επικοινώνησαν πολλές φορές μαζί της, για να προβεί στις δέουσες ενέργειες για τη μεταβίβαση, αλλά κωλυσιεργεί ή αμελεί και δεν συνεργάζεται, εξ ου και η διαχείριση μένει στάσιμη για δύο και πλέον χρόνια. Η κυρία Χριστοφή ενίσταται στην παύση της, προβάλλοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την παύση της, καθότι δεν υπάρχει εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση, η δε αίτηση είναι αβάσιμη και καταχρηστική, καθότι, κατά τη θέση της, σκοπεί στο να αποκλείσει από τη διαχειρίστρια να εισπράξει τα έξοδά της για όλες τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί. Στην ένορκη της δήλωση, που συνοδεύει την ένσταση, η κυρία Χριστοφή αναφέρει πως, μετά τον διορισμό της ως διαχειρίστρια περιορισμένου σκοπού, την 04.04.2019, διορίστηκε και ως εκτελέστρια της διαθήκης μιας εκ των αγοραστών του ακινήτου, η κληρονόμος της οποίας της είχε αναφέρει πως ήθελε να πωλήσει περαιτέρω το ακίνητο, οπότε μπήκε σε μια διαδικασία συζητήσεων με υποψήφιους αγοραστές και ετοίμασε εκχωρητήρια, ένας μάλιστα εκ των υποψηφίων αγοραστών εκπροσωπούνταν από τον κύριο Πίτρο. Αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο για να πληροφορηθεί εάν με το διάταγμα περιορισμένης διαχείρισης μπορούσε να προχωρήσει με την εκχώρηση, και το Κτηματολόγιο, την 18.10.2019, την ενημέρωσε πως έπρεπε να προχωρήσει με τροποποίηση του διατάγματος για να περιλαμβάνει την εκχώρηση. Λόγω του ότι τελικά δεν έγινε κατορθωτή η εκχώρηση, ετοίμασε όλα τα έγγραφα και τα κατέθεσε στο Τμήμα Φορολογίας για να λάβει το φοροαπαλλακτικό, για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση. Ο αιτητής ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της, ούτε είχε οποτεδήποτε άλλοτε ενδιαφερθεί, εξ ου και αναγκάστηκε να προχωρήσει η ίδια με περιορισμένη διαχείριση, εξ ου και υποψιάζεται πως το πράττει για να αποφύγει τα έξοδά της. Δεν θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το άρθρο 52 § 1 του Κεφ.189 προβλέπει ότι τo Δικαστήριo δύvαται αυταπάγγελτα ή με αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά vα παύσει oπoιoνδήπoτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμέvη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρovoμιάς, και vα χoρηγήσει έγγραφo διαχείρισης σε κάπoιo πρόσωπo για vα διεξαγάγει τη δέoυσα διαχείριση της κληρovoμιάς στη θέση του διαχειριστή πoυ παύθηκε. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί και αναφορικά με διαχειριστές περιορισμένου σκοπού (administrators ad litem) στους οποίους χορηγούνται έγγραφα περιορισμένης διαχείρισης με βάση το άρθρο 19 του Κεφ.
  2. Τι συνιστά εσκεμμένη παράλειψη (wilful neglect) ή παράπτωμα (misconduct) δεν δίδεται ερμηνευτικά στον νόμο. Οι αιτήσεις για την αντικατάσταση εκτελεστών ή διαχειριστών περιουσίας προορίζονται, κατά κύριο λόγο, να υποβάλλονται όταν υπάρχει σοβαρή αδυναμία διαχείρισης της περιουσίας ή πλήρης κατάρρευση των σχέσεων μεταξύ του προσωπικού αντιπρόσωπου και των δικαιούχων, ώστε να παρεμποδίζεται η διαχείριση της περιουσίας. Το ηθελημένο σφάλμα ή η ανάρμοστη ή παραπτωματική συμπεριφορά του εκτελεστή ή του διαχειριστή που επιδιώκεται να αντικατασταθεί δεν αποτελεί το ουσιαστικό συστατικό στην άσκηση της δικαιοδοσίας, ούτε το Δικαστήριο μπαίνει στη διαδικασία να διαγνώσει τη συμπεριφορά, ώστε εάν η παράλειψη είναι «εσκεμμένη» να ικανοποιείται η προϋπόθεση, αλλά εάν δεν είναι, να μην ικανοποιείται. Δεν γίνονται ευρήματα παραπτωμάτων, ως σε ποινική ή αδικοπρακτική προσέγγιση[1]. Το κριτήριο είναι, στη βάση διαχρονικών αρχών[2], εάν η αφαίρεση ή η αντικατάσταση θα ήταν προς όφελος της διαχείρισης της περιουσίας[3]. Δεν απαιτείται πλήρης δίκη και διαπίστωση γεγονότων. Το ερώτημα είναι εάν τα ζητήματα που εγείρονται προκαλούν τέτοια ανησυχία ως προς την ορθή διαχείριση της περιουσίας και την κατάλληλη προστασία των ενδιαφερομένων για την περιουσία ώστε να απαιτείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου. Αν και δεν είναι μια συνοπτική δικαιοδοσία, είναι μια δικαιοδοσία που απαιτεί ταχεία και ρεαλιστική επίλυση. Τέτοιες αιτήσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται, εκτός εάν υπάρχουν ουσιώδεις ανησυχίες ως προς τη σωστή διαχείριση της περιουσίας. Δεν αρκεί η απλή διαφωνία ως προς το πώς θα προχωρήσει ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής. Στην τελευταία περίπτωση, κατ' αναλογική προσέγγιση, και όταν δεν μπορεί να επέλθει συμβιβασμός, μπορούν να ζητηθούν οδηγίες από το Δικαστήριο. Θα πρέπει στις αιτήσεις του είδους να αναφέρονται και τα αποδεικτικά στοιχεία για το υπό εξέταση ζήτημα (ποια είναι η συμπεριφορά που εγείρει τις ανησυχίες και σκιαγραφεί τη σοβαρότητά τους), αλλά και που παράλληλα δείχνουν κατά πόσο είναι προς το συμφέρον της διαχείρισης να διοριστεί νέος εκτελεστής ή διαχειριστής. Στην Heyman v Dobson [2007] All ER (D) 275 (Dec), για παράδειγμα, με συνοπτική κρίση που επικυρώθηκε κατ' έφεση, κρίθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι για την απομάκρυνση προσωπικού αντιπροσώπου, οι λογαριασμοί διαχείρισης του οποίου δεν έγιναν δεκτοί από τους δικαιούχους. Στην Wilby v Rigby [2015] EWHC 2394 (Ch), αφαιρέθηκαν τα δύο αδέρφια που είχαν οριστεί ως εκτελεστές στη βάση του ότι δεν είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο και δεν μπορούσαν να συνεργαστούν, με αποτέλεσμα να μην σημειωθεί πρόοδος στη διαχείριση τα τρία προηγούμενα χρόνια. Στη Hudman v Morris [2021] WTLR 877, υπήρξαν διάφορες πτυχές της συμπεριφοράς του εκτελεστή που δικαιολογούσαν την απομάκρυνσή του, αλλά κι εκεί λειτούργησε καθοριστικά η γενική κατάρρευση των σχέσεων, που δικαιολογούσε τον διορισμό ανεξάρτητου διαχειριστή, καθότι είχε καταστήσει πλέον αδύνατο το έργο της διαχείρισης. Από την άλλη, η απειλή για την περιουσία πρέπει να είναι αρκετά σημαντική. Γιατί, αντίθετα, στη Kershaw v Micklethwaite [2010] EWHC 506 (Ch), δεν αφαιρέθηκαν οι προσωπικοί αντιπρόσωποι, παρόλο που η σχέση μεταξύ του αιτούντος δικαιούχου και δύο εξ αυτών είχε καταρρεύσει και παρόλο που κάλλιστα η διαχείριση της περιουσίας μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και φθηνότερα. Εκεί δεν θεωρήθηκε πως η εχθρότητα ήταν αρκετά σοβαρή και ότι η απειλή για την περιουσία ήταν αρκετά σημαντική, ώστε να δικαιολογήσει την απομάκρυνση. Στην Re Savile Deceased [2015] WTLR 635, το Εφετείο παρέθεσε και πάλι απόσπασμα από την ομιλία του Lord Blackburn στη Letterstedt v Broers

(1884)9 App Cas 371 και έκρινε ότι η άμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου στη διαχείριση με την απομάκρυνση του διαχειριστή ή του προσωπικού αντιπροσώπου πρέπει, ως επί το πλείστον, να δικαιολογηθεί με στοιχεία ότι η συνέχιση της θητείας του είναι πιθανό να αποδειχθεί επιζήμια για τα συμφέροντα των δικαιούχων. Επομένως, η έλλειψη εμπιστοσύνης ή τα αισθήματα δυσπιστίας δεν αρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν την απομάκρυνση, εκτός εάν η κατάρρευση των σχέσεων είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο τη σωστή διαχείριση. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται αντικειμενικά και να εξετάζεται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Εάν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο υφιστάμενος εκτελεστής ή διαχειριστής να μην ενεργήσει δίκαια και ευσυνείδητα στο αξίωμά του ή να μην ασκήσει τη διαχείριση της περιουσίας με αποτελεσματικό και ορθό τρόπο, δεν θα παρέμβει το Δικαστήριο. Το ενδιαφέρον του δικαιούχου της περιουσίας να αποταθεί με αίτηση για την αφαίρεση και αντικατάσταση του εκτελεστή ή διαχειριστή, δεν έχει χρονικό περιορισμό[4], ώστε να μπορεί να ισχύει ανάλογα το σκεπτικό των διατάξεων περί παραγραφής. Στην εγχώρια νομολογία, υπάρχει και η Μιχαηλίδη ν. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα, Πολιτική Έφεση Ε34/2016, ημερομηνίας 07.07.2017, που κινήθηκε στη βάση των ίδιων προαναφερόμενων αρχών. Επεξηγώντας αρχικά, με παραπομπή στην In re Trusts of Leeds City Brewery [1925] 1 Ch. 532, πως η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομίας: «προϋποθέτει γνώση και αντίληψη του εσφαλμένου της συμπεριφοράς και, παρά ταύτα, εκ προθέσεως διενέργεια της πράξης ή τέλεση της παράλειψης, με αδιαφορία για τις συνέπειες». Εκεί, ο διαχειριστής επέλεξε να μην υπερασπιστεί μία αγωγή και δεν είχαν γενικά κριθεί ως εσκεμμένες οι ενέργειές του. Παρά ταύτα, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα, προβλημάτισε και εκεί το Δικαστήριο, όπως στην προαναφερόμενη αγγλική νομολογία, η διατάραξη των σχέσεων μεταξύ του διαχειριστή και μερίδας των κληρονόμων. Διότι, όπως λέχθηκε και εκεί: «μπορεί μεν οι προστριβές ή και η εχθρότητα μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων, κατ' αρχάς, να μην αποτελούν λόγο παύσης του διαχειριστή, όμως, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται πλέον κατάρρευση της σχέσης διαχειριστή και κληρονόμων έτσι ώστε να εμποδίζεται η άσκηση της διαχείρισης και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, η εχθρότητα μπορεί να αποκτήσει βαρύνουσα έως καθοριστική σημασία». Στην υπό αναφορά υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναφερθεί σε εχθρότητα, διασυνδέοντας το ζήτημα όμως με τη σύγκρουση συμφερόντων και την υπαιτιότητα του διαχειριστή, κρίση που δεν στοιχειοθετήθηκε. Ανεξαρτήτως τούτου, το Εφετείο δεν είχε παραβλέψει το εξ αντικειμένου εχθρικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις μεταξύ διαχειριστή και των εφεσιβλήτων συνδικαιούχων της περιουσίας, ώστε, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα, οι σχέσεις για σκοπούς διαχείρισης να έχουν καταρρεύσει με τρόπο που να μην είναι εφικτή η άσκηση της διαχείρισης δεόντως και προς το συμφέρον της περιουσίας. Παρατήρησε, το Εφετείο, πως, παρά το ότι η θέσπιση του άρθρου 50 της Administration of Justice Act 1985, δια της οποίας ρυθμίστηκε νομοθετικά το ζήτημα στην Αγγλία, δεν περιόρισε την εξουσία του Δικαστηρίου που διαχρονικά ήταν σύμφυτη, στο άρθρο 52 § 1 του εγχώριου νόμου, καθορίστηκαν ρητά λόγοι παύσης διαχειριστή. Η νομολογία, όμως, όπως ανέφερε, έχει αναγνωρίσει ότι: «το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας έχει σχετικά πρόσφατα υιοθετήσει τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob (βλ. The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23)», προσθέτοντας πως: «η αδιαμφισβήτητη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου για παύση του διαχειριστή λόγω εχθρότητας, προς το συμφέρον της ορθής διαχείρισης και το συμφέρον της περιουσίας, δεν έρχεται σε αντίθεση με την πρόνοια του Νόμου, αλλά αντίθετα συμπληρώνει με εύλογο τρόπο το όλο πλαίσιο». Στην προκειμένη περίπτωση, η διαχείριση είναι για περιορισμένο σκοπό. Η Καθ' ης η αίτηση διορίστηκε για να εκπροσωπήσει την περιουσία του αποβιώσαντος στη διαδικασία της μεταβίβασης του μεριδίου του στην ακίνητη περιουσία στους αγοραστές, βάσει πωλητηρίου εγγράφου, ώστε οι αγοραστές να λάβουν τον τίτλο τους, εφόσον δεν υπήρχε γενική διαχείριση. Ο λόγος μη συμπλήρωσής της διαχείρισης (μη εκτέλεσης του σκοπού), εντός εύλογου χρόνου, ήταν γιατί η διαχειρίστρια εξυπηρετούσε πρώτιστα τα συμφέροντα των πιστωτών της περιουσίας (αγοραστών) και τα δεδομένα είχαν διαμορφωθεί ώστε να υπήρχε η πιθανότητα να μην χρειάζονταν τελικά ο ειδικός σκοπός, ήτοι η εκπροσώπηση της περιουσίας σε διαδικασία μεταβίβασης· εάν δηλαδή θα γίνονταν εκχώρηση. Ενδεχομένως να χρειάζονταν εκπροσώπηση της περιουσίας του αποβιώσαντος στη διαδικασία της εκχώρησης. Εν τέλει, θα προχωρούσε ο ειδικός σκοπός, και θα γίνονταν η μεταβίβαση. Ασχέτως του ότι δεν πρόκειται για διαχειρίστρια που ενεργεί προς το συμφέρον της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος, οφείλει να ασκήσει ορθά τη διαχείριση για τον περιορισμένο σκοπό, και να καταχωρίσει λογαριασμούς της περιουσίας, εφόσον δεν απαλλάχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Παρέλειψε να καταχωρίσει λογαριασμούς της περιουσίας με βάση το άρθρο 45 § 1 του Κεφ.
  1. Υπήρξε κωλυσιεργία της διαχειρίστριας, συναρτώμενη, όπως κατέστη αντιληπτό, με την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε σχέση με τις ανάγκες των πιστωτών της περιουσίας (αγοραστών και διαδόχων τους) και το ενδεχόμενο ματαίωσης του ειδικού σκοπού, και στη συνέχεια με το γεγονός ότι μπήκε στη διαδικασία της περιορισμένης διαχείρισης χωρίς να φροντίσει να εξασφαλίσει τα έξοδά της. Παρεμβάλλεται πως τα έξοδα του διαχειριστή περιορισμένου σκοπού είτε επιβαρύνουν την περιουσία του αποβιώσαντος (περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο εύρος του περιορισμένου σκοπού διαχείρισης) είτε την περιουσία αυτού που προβαίνει στον διορισμό του, αναλόγως και του ειδικού σκοπού, και ποιος επωφελείται. Εάν η διαχείριση περιορισμένου σκοπού γίνεται για όφελος του πιστωτή, μπορεί τα έξοδα που θα προκύψουν να βαρύνουν τη δική του περιουσία (in her charge). Εάν θεωρεί ότι θα πρέπει να τα διεκδικήσει εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος ή των κληρονόμων, είναι άλλο θέμα, που δεν απασχολεί καθαυτή τη διαδικασία της διαχείρισης. Ο περιορισμένος σκοπός στην προκειμένη περίπτωση δεν περιλαμβάνει την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων διαχείρισης από την περιουσία, ούτε υπήρξε οποτεδήποτε τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου. Οι παραλείψεις της διαχειρίστριας σε σχέση με τη διαχείριση δεν ήταν εσκεμμένες, με την έννοια του να υπάρχει άμεσος σκοπός βλάβης των συμφερόντων της περιουσίας ή των δικαιούχων. Δεν τα εξυπηρετούσε, είναι δεδομένο. Επίσης, ένεκα του ότι διορίστηκε με ενέργειες ή στο πλαίσιο εκπροσώπησης των πιστωτών της περιουσίας του αποβιώσαντος ως διαχειρίστρια περιορισμένου σκοπού (ad litem) για να εκπροσωπήσει την περιουσία του αποβιώσαντος στη διαδικασία της μεταβίβασης - κάτι που ασφαλώς μπορεί να συμβεί - δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε παραπτώματα. Ο διαχειριστής ad litem απλώς εκπροσωπεί την περιουσία του αποβιώσαντος για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Μπορεί να τη δεσμεύσει, αλλά δεν έχει την ευθύνη για τη διαχείριση της περιουσίας και δεν παρέχει εγγύηση, το παραχωρητήριο δίδεται για μηδέν περιουσία[5]. Ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, η εμφάνιση του αιτούντος κληρονόμου, που αναμφίβολα έχει συμφέρον στην υπό διαχείριση περιουσία και ο ίδιος ενδιαφέρεται για τη διαχείριση για τον ίδιο περιορισμένο σκοπό, δεν φαίνεται να είναι καλοδεχούμενη από τη διαχειρίστρια. Ευλόγως, ο ίδιος είναι διστακτικός ως προς το να καλύψει έξοδά της, εφόσον δεν έδωσε ο ίδιος οδηγίες σε αυτήν να εκπροσωπήσει τη διαχείριση και δεν υπάρχει μεταξύ τους οποιαδήποτε συμφωνία. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε επικοινωνία ή δυνατότητα επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ τους, για να μπορέσει να προχωρήσει άμεσα και να ολοκληρωθεί η διαχείριση. Υπάρχει αντιδικία. Στη διαδικασία που έγινε για να εξασφαλιστεί το παραχωρητήριο περιορισμένης διαχείρισης από την Καθ' ης η αίτηση, δεν ακούστηκε καν ο αιτών ή οποιοσδήποτε κληρονόμος του αποβιώσαντος. Αντίθετα, είχε δηλωθεί από την Καθ' ης η αίτηση ότι δεν υπήρχαν κληρονόμοι (βλ. ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12.02.2019). Ο αιτών κληρονόμος προώθησε το αίτημά του σθεναρά. Το Δικαστήριο προσπάθησε να συμβιβάσει τη διαφορά των δύο πλευρών, αλλά, πέραν του ότι υπάρχει ολοκληρωτική έλλειψη εμπιστοσύνης στους χειρισμούς της διαχειρίστριας, και επίμονη αντιπαλότητα, στη βάση των οποίων δεν μπορεί να δομηθεί καν οποιαδήποτε (πόσω μάλλον να καταρρεύσει ήδη υφιστάμενη) σχέση μεταξύ της διαχειρίστριας περιορισμένου σκοπού και του αιτούντος κληρονόμου, δεν υπάρχει και οποιαδήποτε προοπτική να γίνουν ανεκτές και αποδεκτές οποιεσδήποτε ενέργειες της διαχειρίστριας από τον αιτούντα κληρονόμο, ακόμα κι αν αφορούν μόνον στην εκπροσώπηση της περιουσίας του αποβιώσαντος στη διαδικασία μεταβίβασης με βάση το πωλητήριο έγγραφο και τη σχετική συμβατική αποδέσμευσή της. Η κωλυσιεργία που υπήρξε ή θα υπάρξει δημιουργεί υπαρκτό κίνδυνο βλάβης της περιουσίας. Τέθηκε (ως ένδειξη και της έλλειψης ενδιαφέροντος της διαχειρίστριας για την περιουσία του αποβιώσαντος) πως θα μπορούσε να προχωρήσει και σε οικειοθελή παύση της, εάν πληρωθούν πρώτα τα έξοδά της από τον αιτούντα κληρονόμο. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, και έχοντας υπόψη ότι ο αιτών κληρονόμος έχει δικαίωμα, υπό αυτή την ιδιότητά του, και είναι καταλληλότερος, να επιλέξει ο ίδιος τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, κρίνω ότι η αφαίρεση και αντικατάσταση της διαχειρίστριας περιορισμένου σκοπού είναι προς το συμφέρον της περιουσίας του αποβιώσαντος και του αιτούντος κληρονόμου. Το πρόσωπο που προτείνει ο αιτών σε αντικατάσταση της διαχειρίστριας περιορισμένου σκοπού είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του. Η Καθ' ης η αίτηση αντιτάσσει ότι ο ίδιος ενήργησε και ως δικηγόρος υποψήφιων αγοραστών κατά τις διαπραγματεύσεις. Δεν καθίσταται εξ αυτού ακατάλληλο πρόσωπο. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί: Εκδίδεται διάταγμα παύσης της κυρίας Χρύσας Χριστοφή από διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος για περιορισμένο σκοπό (administrator ad litem). Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διορίζεται ως διαχειριστής για περιορισμένο σκοπό (administrator ad litem), σε αντικατάσταση της κυρίας Χρύσας Χριστοφή, ο κύριος Ευτύχιος Πίτρος από την Πάφο, για να ολοκληρώσει τη διαχείριση περιορισμένου σκοπού. Δίδονται Οδηγίες: ο νέος διαχειριστής περιορισμένου σκοπού να καταχωρίσει τελικούς ή (εάν δεν είναι εφικτό) ενδιάμεσους λογαριασμούς της περιουσίας μέχρι την 31.05.
  2. Εάν καταχωριστούν και εγκριθούν τελικοί λογαριασμοί, να μείνει εκτός πινακίου η διαχείριση. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαχείριση ορίζεται για έλεγχο την 09.06.2023 ώρα 08:30, ημερομηνία και ώρα κατά την οποία ο διαχειριστής να είναι παρών στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, λόγω της φύσης της αίτησης και της διαδικασίας (που δεν είναι αντιπαραθετική), κρίνω δικαιότερο, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Angus v Emmott [2010] EWHC 154 (Ch). [2] Letterstedt v Broers
(1884)9 App Cas
  1. [3] Thomas and Agnes Carvel Foundation v Carvel [2007] 4 All ER
  2. [4] Re Loftus (deceased); Green and others v Gaul and others [2006] 4 All ER
  3. [5] Βλ. και Μηνά υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Μηνά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 376/2011, ημερ. 17.11.2017, με παραπομπές σε περαιτέρω νομολογία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.