← Κύπρος

Α. Ζ. ν. D. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 559/2021, 13/12/2022

Α. Ζ. ν. D. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 559/2021, 13/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 559/2021 Μεταξύ: Α. Ζ. Ενάγοντος και 1. D. L., HE xxxxx 2. Α. Χ. Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.06.22 για παραμερισμό Ενδιάμεσου Δικαστικού Διατάγματος απαγορευτικής φύσεως που εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων 1 και 2 με ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής Ημερομηνία: 13.12.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1 & 2-Εναγομένους 1 & 2: κος Η. Σατολιάς για κ.κ. Κώστας Σατολιάς Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση-Ενάγοντα: κα Α. Προδρόου για κ.κ. Χριστόφορο Χατζηστερκώτη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 04.03.22 εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων 1 & 2 ενδιάμεσο δικαστικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους ιδίους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους τους να πωλήσουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, δωρίσουν, μειώσουν σε αξία ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο που περιγράφεται την παράγραφο 1 της αίτησης ημερ. 16.12.21 του Ενάγοντα και/ή επιτρέψουν κάτι τέτοιο, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 14.06.22 οι Εναγόμενοι 1 & 2 καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αξιώνουν την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει (set aside) το πιο πάνω δικαστικό διάταγμα. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.17 Θ.10 & η Δ.48 Θ.9(
  2. h)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της μητέρας του Εναγομένου 2. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων στο σύνολο της. Αυτό που κατ' αρχάς σημειώνεται είναι ότι ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγομένους είτε η αίτηση ημερ. 16.12.21 είτε το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 04.03.22. Παράλληλα η ομνύουσα αναφέρει ότι στις 04.02.22 την επισκέφθηκε στην οικία της ένα πρόσωπο λέγοντας της ότι αναζητούσε τον υιό της (Εναγόμενο 2) για μια υπόθεση της εταιρείας του (Εναγόμενη 1). Της έδειξε κάποια έγγραφα, σελίδες των οποίων η ίδια φωτογράφησε και απέστειλε στον Εναγόμενο 2. Σύμφωνα με την ίδια, ανέφερε στο άτομο αυτό ότι δεν μπορούσε να τα παραλάβει. Όπως ακόμη η ενόρκως δηλούσα είπε, ο Εναγόμενος 2 διαπίστωσε για πρώτη φορά την ύπαρξη του επίμαχου διατάγματος όταν είχε μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για ολοκλήρωση της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου ει το όνομα άλλου προσώπου και πληροφορήθηκε εκεί ότι η πράξη μεταβίβασης δεν θα μπορούσε να γίνει ένεκα της έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα κατά το στάδιο έκδοσης του επίμαχου διατάγματος. Επικαλείται τα εξής: (α) ότι από τις 13.03.21 είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου πωλητήριο έγγραφο προς όφελος τρίτου προσώπου, κάτι που ο Ενάγοντας μπορούσε να διαπιστώσει μέσα από την έρευνα που έκανε για το επίμαχο ακίνητο, (β) ότι στο πωλητήριο έγγραφο ημερ. 18.12.19 που ο Ενάγοντας παρουσίασε για να δείξει με δόλιο τρόπο ότι η πώληση του επιδίκου ακινήτου έγινε απευθείας, πουθενά δεν φαίνεται η σφραγίδα της Εναγομένης 1 εταιρείας, (γ) ότι ο Ενάγοντας παρουσίασε ψευδείς ισχυρισμούς για την φερεγγυότητα των Εναγομένων 1 και 2. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η Εναγόμενη 1 αγόρασε το επίμαχο ακίνητο από την Altamira δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 08.12.19 και από τότε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε εκφράσει παράπονο και ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου. Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι το επίμαχο διάταγμα πρέπει να παραμεριστεί για τους πιο κάτω λόγους, οι οποίοι καταγράφονται αυτούσια από την ένορκη δήλωση: «

(1)Η αίτηση και/ή το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο στηρίχτηκε για να εκδώσει το επίμαχο διάταγμα πάσχει επειδή είναι γενική και/ή αόριστη και/ή ασαφής και/ή ανεπαρκής και/ή δεν στηρίχτηκε στα ορθά πραγματικά γεγονότα και/ή αποκρύφτηκε η πραγματικότητα το Δικαστήριο.
(2)Η έκδοση του διατάγματος προσκρούει στα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων όπως προστατεύονται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ καθώς και το άρθρο 1 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και/ή συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και/ή της stricto sensu αναγκαιότητας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
(3)Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε για υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν τεράστιες οικονομικές συνέπειες καθ' ότι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα πιθανό να μειωθεί η αξία πώλησης του ακινήτου και/ή να αντιμετωπίσουν δικαστικές διαδικασίες καθ' ότι δεν μπορούν να ολοκληρώσουν την πώληση του ακινήτου στο πρόσωπο με το οποίο ήδη έχουν υπογράψει προγενέστερη συμφωνία πώλησης και για την οποίαν η μεταβίβαση δεν κατέστη δυνατή λόγω της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος/ενδιάμεσης απόφασης.» Ο Ενάγοντας αντέδρασε στις 21.09.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 36 λόγους, οι οποίοι σημειώνονται στο σώμα του εγγράφου. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω επειδή αναφορά σ' αυτούς θα γίνεται στην συνέχεια όταν θα εξετάζονται. Μέσα από αυτούς ουσιαστικά προβάλλεται η κοινή θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομολογία για να δικαιολογείται η έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στη Δ.5, στη Δ.5Α, στη Δ.17 Θ.10 & στη Δ.48 Θ.1-8
(4), Θ.9(η), Θ.10-13 & στη Δ.64 Θ.1-2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 29-32 του Ν.14/60, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο δίκαιο της επιείκειας, στη Νομολογία, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Ενάγοντα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Μέσα από το περιεχόμενο της, αφού επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, ο Ενάγοντας επικαλείται νόμιμη και δέουσα επίδοση των εγγράφων στους Εναγομένους παραθέτοντας τα γεγονότα με βάση τα οποία θεωρεί ότι αποδεικνύεται πως η επίδοση που έγινε ήταν ορθή. Παράλληλα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν διαθέτουν καλή υπόθεση. Ειδικότερα απορρίπτει όλες τις θέσεις των Εναγομένων ως κατασκευασμένες προκειμένου να δικαιολογήσουν την ολιγωρία τους να προωθήσουν την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι επέδειξαν ασυγχώρητη συμπεριφορά που εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του. Εκθέτοντας τα γεγονότα που θεωρεί ως αληθή στην υπόθεση, ο Ενάγοντας επικαλείται υπαναχώρηση στη μεταξύ τους συμφωνία από μέρους της Εναγομένης 1, της οποίας διευθυντής είναι ο Εναγόμενος 2, που ήταν η επιστροφή του επίμαχου ακινήτου στον ίδιο (Ενάγοντα) με την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού. Όπως ο Ενάγοντας αναφέρει, ο Εναγόμενος 2 εκ των υστέρων απαίτησε να του καταβληθεί μεγαλύτερο ποσό από αυτό που κατά τον ίδιο είχε συμφωνηθεί προκειμένου να μεταβιβάσει το ακίνητο. Περιγράφοντας την σημερινή κατάσταση για το ακίνητο, ο Ενάγοντας είπε ότι παρόλο που το ακίνητο έχει μεταβιβαστεί στην Εναγόμενη 1, ο ίδιος εξακολουθεί να έχει την κατοχή του με τους λογαριασμούς που το αφορούν να εκδίδονται εις το όνομα του. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε δικονομικές διατάξεις αλλά και με αναφορές από νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Έχω επίσης ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938), παρά το ότι δεν υπήρχε υποχρέωση (Zachariades & Pantelides Entrprises Ltd v. FIAT Auto S.P.A.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 447). Η παρούσα υπόθεση αφορά περίπτωση όπου ο Ενάγοντας κατέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο έδωσε, ως είχε εξουσία (Δ.48 Θ.8
(3)), οδηγίες ώστε η αίτηση μαζί με όλα τα συνοδευτικά και άλλα σχετικά έγγραφα επιδοθούν στους Εναγομένους μετατρέποντας έτσι την μονομερή αίτηση του Ενάγοντα σε δια κλήσεως. Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν προκειμένου οι Εναγόμενοι να έχουν την ευκαιρία να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου θέτοντας τις θέσεις τους προτού αποφασιστεί η εν λόγω αίτηση. Το Δικαστήριο επιθυμούσε προτού αποφασίσει για την αιτούμενη θεραπεία της αίτησης να εκτιμήσει και την εκδοχή των Εναγομένων. Όταν λέχθηκε στο Δικαστήριο ότι τα έγγραφα είχαν επιδοθεί στους Εναγομένους, η αίτηση ορίστηκε ενώπιον μου ώστε να δοθούν οδηγίες στους Εναγομένους να καταχωρίσουν ένσταση. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία (22.12.21) και ούτε προσήλθαν στο Δικαστήριο άλλες 4 φορές που η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη για οδηγίες (07.01.22, 10.02.22, 28.02.22 και 04.03.22), το Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτημα του Ενάγοντα, επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης στην απουσία των Εναγομένων 1 & 2 εκδίδοντας, κατόπιν μελέτης της, το προαναφερόμενο ενδιάμεσο διάταγμα απαγορευτικής φύσεως διατάζοντας ταυτόχρονα την υπογραφή εγγυήσεως από μέρους του Ενάγοντα ύψους €250.000. Οι Εναγόμενοι ζητούν παραμερισμό του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην τους. Το ζήτημα αυτό φαίνεται να εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.48 Θ.11, μέρος των οποίων, έχει μέσα από τη νομολογία κριθεί, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο ένα διάταγμα πρέπει να παραμεριστεί ή όχι. Στην υπόθεση Ηλία v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας
(2009)1 Α.Α.Δ. 365 επισημάνθηκε ότι για σκοπούς εξέτασης του εν λόγω ζητήματος έμμεσα ο Θ.11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17 Θ.10 και όπως έχουν ερμηνευτεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια ο Θ.11 της Δ.48 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάζει ζήτημα παραμερισμού ενός διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην της άλλης πλευράς εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τις ίδιες αρχές που ισχύουν για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Ένα από τους λόγους ένστασης που προβάλλει ο Ενάγοντας είναι ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένες διατάξεις επειδή στη νομική βάση της δεν περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος θεσμός αλλά σημειώνεται η Δ.48 Θ.9(
  1. h)που δεν παρέχει τέτοια εξουσία (1ος λόγος ένστασης). Η Δ.48 Θ.11 είναι η διάταξη δυνάμει της οποίας παρέχεται δικαιοδοσία και συνάμα εξουσία στο Δικαστήριο να ασχοληθεί με την θεραπεία που οι Εναγόμενοι αξιώνουν. Πράγματι η εν λόγω διάταξη δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Η Δ.48 Θ.9(
  2. h)που σημειώνεται στην νομική βάση δεν σχετίζεται με το εγειρόμενο θέμα. Απλά υποδεικνύει ότι η αίτηση για παραμερισμό δικαστικής απόφασης που θεωρείται αντικανονική, δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η Δ.17 Θ.10 που επίσης σημειώνεται στη νομική βάση είναι ο κανονισμός που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει μια δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της άλλης πλευράς. Δεν σχετίζεται άμεσα με το προς εξέταση θέμα. Θα μπορούσε όμως να συμπεριληφθεί μαζί με τη Δ.48 Θ.11 που έχει άμεση σχέση με το υπό εκδίκαση αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Η συνδυασμένη αναφορά τους παρέχει το πλαίσιο διερεύνησης του υπό εξέταση ζητήματος στην ολοκληρωμένη του μορφή. Είναι υπό αυτή την έννοια που στην Ηλία v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας (πιο πάνω) αποφασίστηκε ότι ενώ η Δ.17 Θ.10 δεν είχε άμεση εφαρμογή, παρά ταύτα μπορούσε να αναφέρεται στο σώμα της αίτησης. Παραμένει ως δεδομένο η απουσία της Δ.48 Θ.11 από τη νομική βάση της παρούσας αίτησης. Η αναφορά της Δ.17 Θ.10 και της Δ.48 Θ.9(
  3. h)κάθε άλλο παρά καλύπτει το νομικό κενό που έχει δημιουργηθεί από την μη συμπερίληψη της Δ.48 Θ.11. Ουσιαστικά η εν λόγω αίτηση πάσχει νομικά αφού δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.2, η οποία υποδεικνύει ότι κάθε αίτηση πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο της νομοθεσίας ή τους ειδικούς κανόνες-κανονισμούς του Δικαστηρίου επί των οποίων εδράζεται. Στην Dora Holdings Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ.1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 649, όπου το περιεχόμενο της νομικής βάσης της αίτησης παρέπεμπε σε νομικό υπόβαθρο που ουδεμία σχέση είχε με την ορθή θεμελίωση της και οι αιτητές παρόλο ότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησής τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, κρίθηκε ότι η αίτηση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Στην Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.48 Θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ιδε Kouppa and another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων [1990] 1 ΑΑΔ 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Ουσιαστικά το νομικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται η αίτηση, δεν δικαιολογεί τη ζητούμενη θεραπεία. Οι Εναγόμενοι δεν επιδίωξαν τη διόρθωση της νομικής τους βάσης ώστε αυτή να παρουσιάζει το ορθό νομικό υπόβαθρο, παρόλο ότι είχαν την ευκαιρία να το πράξουν. Συγκεκριμένα θα μπορούσαν να προβούν σε διόρθωση στις 14.06.22 που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να το κάνουν στις 27.09.22 που η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες και θα μπορούσαν να το κάνουν στις 31.10.22 που αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Ανεξαρτήτως του πιο πάνω, θα προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης σε περίπτωση που ήθελε κριθεί διαφορετικά σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αντίθετα ο Ενάγοντας με τους λόγους ένστασης αρ. 4, 5, 10, 11, 12, 13, 21, 22, 23, 24, 31 και 33 ισχυρίζεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν επιτυχημένη την υπό κρίση αίτηση. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το ζήτημα που εγείρεται αντιμετωπίζεται με τη συνδυασμένη εφαρμογή των προνοιών της Δ.48 Θ.11 και της Δ.17 Θ.10, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης / διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην της άλλης πλευράς έχει διακριτικό χαρακτήρα και ασκείται δικαστικά στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης / δυνατός ο παραμερισμός δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64). Πρώτη περίπτωση είναι όπου η ερήμην απόφαση / διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. η επίδοση των σχετικών εγγράφων όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση / το διάταγμα παραμερίζεται ex debito justitiae. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος / αίτησης για έκδοση διατάγματος ή η κακή επίδοση του/της είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση / διάταγμα στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής / της αίτησης έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι αξιώνουν παραμερισμό διατάγματος επικαλούμενοι ότι δεν τους έχουν επιδοθεί τόσο η αίτηση όσο και το επίμαχο διάταγμα. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό οι Εναγόμενοι εννοούν την αίτηση για την οποίαν δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο να τους επιδοθεί. Από την άλλη ο Ενάγοντας διαφωνεί με τη θέση των Εναγομένων ισχυριζόμενος ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί νόμιμα και δεόντως. Η επίδοση δικαστικών εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα ή μια ενδιάμεση αίτηση, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Δ.5 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους και παραπέμπω. Εκεί όπου δεν μπορεί να γίνει προσωπική επίδοση στο πρόσωπο, το Δικαστήριο, δυνάμει της Δ.5Α, μπορεί να διατάξει υποκατάστατη επίδοση του εγγράφου στη βάση σχετικού διατάγματος που εκδίδει. Από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι παρόλο ότι η αίτηση ημερ. 16.12.21 καταχωρίστηκε μονομερώς, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της από το Δικαστήριο. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής αίτησης, εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των σχετικών εγγράφων στη μητέρα του Εναγομένου 2, ο οποίος είναι διευθυντής της Εναγομένης
  1. Στα πλαίσια εφαρμογής του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης φαίνεται να έγιναν οι επιδόσεις των εγγράφων. Συγκεκριμένα στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης βρίσκονται 6 ένορκες δηλώσεις επίδοσης εγγράφων του ιδιώτη επιδότη Α. Κ. ημερ. 07.02.
  2. Σ' αυτές δηλώνεται ότι στις 04.02.22 επιδόθηκαν προσωπικά στη μητέρα του Εναγομένου 2 τα εξής έγγραφα: (α) το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων, της σχετικής αίτησης και των εγγράφων που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση για την Εναγόμενη 1, (β) το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων, της σχετικής αίτησης και των εγγράφων που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση για τον Εναγόμενο 2, (γ) το κλητήριο ένταλμα για την Εναγόμενη 1, (δ) το κλητήριο ένταλμα για τον Εναγόμενο 2, (ε) την αίτηση ημερ. 16.12.21 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και τα συνοδευτικά έγγραφα για την Εναγόμενη 1, (στ) την αίτηση ημερ. 16.12.21 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και τα συνοδευτικά έγγραφα για τον Εναγόμενο
  3. Η αναφορά της ενόρκως δηλούσας Χ. (μητέρας Εναγομένου 2) ότι δεν παρέλαβε τα έγγραφα από το άτομο που αναζήτησε τον υιό της επειδή δεν μπορούσε να το πράξει αφού δεν γνώριζε οτιδήποτε για το θέμα αλλά φωτογράφισε σελίδες τους και τα απέστειλε στον Εναγόμενο 2, δεν με έχει πείσει. Προφανώς η ενόρκως δηλούσα αντιλήφθηκε ότι ο άγνωστος της άνδρας ήταν ιδιώτης επιδότης που αναζητούσε τον Εναγόμενο 2 για να του επιδώσει τα έγγραφα. Αυτό που ανέφερε στερείται λογικής. Γιατί να φωτογραφήσει το περιεχόμενο τους εφόσον δεν ήθελε να έχει σχέση με τα προς επίδοση έγγραφα. Γιατί να αποστείλει στον υιό της φωτογραφικό υλικό του περιεχομένου τους αφού δεν μπορούσε να τα παραλάβει, ως ισχυρίστηκε. Αυτό που προκύπτει από τις καταχωρημένες ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη είναι ότι τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν στην ενόρκως δηλούσα υπό τη μορφή ότι αφέθηκαν στην οικία της στην παρουσία της, χωρίς η ίδια να υπογράψει για την παραλαβή τους. Η επιθυμία της να μην υπογράψει την παραλαβή των εν λόγω εγγράφων δεν συνιστά κακή ή αντικανονική ή παράτυπη ή μη νόμιμη επίδοση τους. Η θέση των Εναγομένων ότι δεν τους έχουν επιδοθεί τα έγγραφα που επικαλέστηκαν παρέμεινε εκτεθειμένη επειδή δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταρρίπτει τις αναφορές του ιδιώτη επιδότη, όπως αυτές φαίνονται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις του για επίδοση των εγγράφων, το γεγονός των οποίων ο Ενάγοντας παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του (§7 της Ε/Δ Ενάγοντα). Πέραν όμως αυτού, πρέπει να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι στις 22.03.22 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου χωρίς αυτό να είναι υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια στις 14.06.22 καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης, δείχνοντας έτσι ότι αναγνωρίζουν επίδοση σ' αυτούς των εγγράφων, χωρίς να εκφράζουν παράπονο γι' αυτό. Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που εξασφαλίστηκε στις 07.01.
  4. Συνεπώς υπήρξε επίδοση των σχετικών εγγράφων στους Εναγομένους, η οποία κρίνεται ότι ήταν νομότυπη, νόμιμη, δέουσα και σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον τους. Έπεται ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων για παραμερισμό του ερήμην τους εκδοθέντος δικαστικού διατάγματος στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος. Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης περίπτωσης όπου είναι δυνατός ο παραμερισμός δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε συνεπεία μη εμφάνισης της άλλης πλευράς. Στη δεύτερη περίπτωση, εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τις ίδιες αρχές που ισχύουν για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αναμένεται από τον αιτητή να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία μέσα από την ένορκη δήλωση που να άπτονται των κριτηρίων και παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, έτσι ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός του. Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά βασικό κριτήριο και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης αλλά και δίχως να αποφασίζει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (πιο πάνω) λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής σχετικά: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Παράλληλα το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει ένα διάταγμα που εκδόθηκε εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Τέτοια περίπτωση είναι όταν το άτομο που εξαιτείται τον παραμερισμό διατάγματος που εκδίδεται επιδεικνύει συμπεριφορά που θεωρείται ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου (NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345). Στην παρούσα υπόθεση η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι πολύ περιορισμένης έκτασης. Αυτό που ουσιαστικά επικαλείται είναι ότι η Εναγόμενη 1 αγόρασε το επίμαχο ακίνητο από την εταιρεία Altamira δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 08.12.19. Ακολούθως ότι υπέγραψε συμφωνία πώλησης του με τρίτο πρόσωπο, την οποίαν κατέθεσε στο Κτηματολόγιο στις 13.03.21 με σκοπό να του το μεταβιβάσει. Οι πιο πάνω αναφορές είναι γενικές και αόριστες. Καμία λεπτομέρεια δεν παρέχεται που να τις καθιστά λογικοφανείς. Αν υπήρχαν λεπτομέρειες θα καθιστούσε το πλαίσιο εκδοχής των Εναγομένων συζητήσιμο. Ειδικότερα δεν παρουσιάζεται η επικαλούμενη σύμβαση αγοράς του ακινήτου ώστε να διαφανούν οι όροι του συμφωνητικού εγγράφου. Ούτε όμως παρουσιάζεται η επικαλούμενη συμφωνία πώλησης του ακινήτου που η Εναγόμενη 1 αγόρασε από την Altamira σε άλλο πρόσωπο ώστε να μπορεί κάποιος να δει ποιοι όροι διαλαμβάνονται στο επικαλούμενο έγγραφο. Ούτε καν κατονομάζεται το άλλο αυτό πρόσωπο μαζί με τα στοιχεία του που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 το αγόρασε από την εταιρεία του (Εναγόμενη 1) ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για υπαρκτό άτομο. Δεν αναφέρεται πότε συνομολογήθηκε αυτή συμφωνία πώλησης και ούτε υποστηρίζεται από έντυπο κατάθεσης στο Κτηματολόγιο, ως είναι ισχυρισμός του. Ότι τελικά παρέχεται από τον Εναγόμενο 2 είναι ένα πρόχειρο πλαίσιο από το οποίο απουσιάζουν θετικά και ουσιαστικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Αυτό που υπάρχει είναι απλές εντυπώσεις χωρίς αξία που συνθέτουν ένα νεφελώδες σκηνικό γύρω από τις προβαλλόμενες αναφορές του. Αντίθετα, ο Ενάγοντας παρουσιάζει συγκεκριμένες και σαφείς θέσεις επικαλούμενος λεπτομερή γεγονότα μέσα από διάφορα έγγραφα που επισυνάπτει. Συγκεκριμένα ο ίδιος επικαλείται συμφωνία με την Altamira το κείμενο της οποίας επισυνάπτει και φαίνεται να είναι χρονικά προγενέστερη από την συμφωνία που ο Εναγόμενος 2 επικαλείται με τον ίδιο οργανισμό, το οποίο έγγραφο αυτό δεν παρουσιάζεται, πάντοτε σε σχέση με το ίδιο ακίνητο. Ο Ενάγοντας επίσης επικαλείται πωλητήριο έγγραφο με την Εναγόμενη 1 στο πλαίσιο συνεννόησης που ισχυρίζεται, το περιεχόμενο του οποίου επισυνάπτεται. Ακόμη επικαλείται συμφωνία με τους Εναγομένους που αφορά ειδική ρύθμιση. Παρέχει δε γεγονότα που επισημαίνει ότι περιβάλλουν τη μεταξύ τους συγκεκριμένη συμφωνία. Περαιτέρω αποκαλύπτεται λεπτομερής αλληλογραφία και γραπτή επικοινωνία υπό τη μορφή τηλεφωνικών μηνυμάτων μεταξύ του υιού του Ενάγοντα και του Εναγομένου 2 που αφορούν την περίοδο από 15.10.19 μέχρι 11.06.20, το περιεχόμενο της οποίας εκ πρώτης όψεως καταδεικνύει πλαίσιο επαγγελματικής συνεννόησης προς την κατεύθυνση που φαίνεται να επικαλείται ο Ενάγοντας. Παράλληλα επισυνάπτονται τίτλοι ιδιοκτησίας των δύο ακινήτων, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο φαίνεται να παρουσιάζουν τον Ενάγοντα ως αποκλειστικό εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη τους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι ουδέποτε συνομολογήθηκε σύμβαση πώλησης των δύο ακινήτων μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 2 για το λόγο που προβάλλει, ως είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι το ζήτημα αυτό άπτεται της ουσίας της υπόθεσης. Για να κριθεί θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα επί του πραγματικού πλαισίου, το οποίο θα προκύψει μέσα από αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού και κατόπιν νομικής επεξεργασίας του θέματος. Σαφώς το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, δεν ασχολείται με την αξιολόγηση πραγματικών ζητημάτων και ούτε καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οτιδήποτε που ανατρέπει το σκηνικό της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης. Ζητήματα που υπάρχουν και χρήζουν εξέτασης μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης είναι κατά πόσο όντως έχει συνομολογηθεί συμφωνητικό έγγραφου πώλησης των δύο ακινήτων μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, αν υπάρχει η ειδική ρύθμιση-συγκεκριμένη συνεννόηση μεταξύ τους υπό τη μορφή συμφωνίας βάση της οποίας συνομολογήθηκαν τα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα, το καθεστώς εγκυρότητας και νομιμότητας αυτών των εγγράφων και συμφωνιών, η νομιμότητα και εγκυρότητα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, η ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου, καθώς επίσης κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σε οποιεσδήποτε από τις θεραπείες που αξιώνει μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Οι θέσεις των Εναγομένων παρουσιάζονται μέσα από την πολύ περιορισμένη έκταση της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου
  2. Όπως ήδη λέχθηκε πρόκειται για γενικές και αόριστες αναφορές. Δεν παραγνωρίζω ότι οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης στις 14.06.22, ήτοι την ίδια ημέρα που προώθησαν την υπό κρίση αίτηση. Με δεδομένο ότι η αγωγή προωθήθηκε υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος χωρίς μέχρι σήμερα να έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, η καταχώριση έκθεση υπεράσπισης έγινε πρόωρα. Παρόλα αυτά θα εντάξω το περιεχόμενο της στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, εκλαμβάνοντας το ως μέρος του εγγράφου που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Μελετώντας το έγγραφο αυτό υπό την έννοια που έχω εξηγήσει, παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι απορρίπτουν θέσεις που, όπως λένε, περιέχονται σε παραγράφους τη έκθεση απαίτησης, τις οποίες αριθμούν. Για παράδειγμα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην έκθεση απαίτησης δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον τους. Εφόσον δεν υπάρχει έκθεση απαίτησης, οι εν λόγω αναφορές παρέμειναν αόριστες και ασαφείς. Σε κάθε περίπτωση για να κριθεί το νομικό αυτό ζήτημα χρειάζεται ο προσδιορισμός του πραγματικού πλαισίου και η νομική επεξεργασία της νομικής ανάλυσης, κάτι που δεν γίνεται στο στάδιο αυτό. Ακόμη μέσα από το ίδιο έγγραφο οι Εναγόμενοι προβάλλουν δικές τους θέσεις, οι οποίες όμως δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να διαπνέονται από πνεύμα πειστικότητας και να της προσδίδουν χαρακτήρα συζητήσιμης υπεράσπισης. Το γενικό, αόριστο και στενό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται η εκδοχή των Εναγομένων σε αντίθεση με τα γεγονότα, λεπτομέρειες, εξηγήσεις και έγγραφα που ο Ενάγοντας παρέχει μέσα από τη δική του ένορκη δήλωση, δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως βάσιμη / λογικοφανή υπεράσπιση για τους Εναγομένους. Συνεπώς το σκηνικό για εμβολιασμό της εκδοχής του Ενάγοντα με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της, δεν έχει διαφοροποιηθεί. Σε ότι αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης του επίμαχου ακινήτου στη βάση του ισχυρισμού που ο Ενάγοντας προέβαλε στην ένορκη δήλωση του, ο Εναγόμενος 2 μέσα από την δική του ένορκη δήλωση παραδέχεται ότι καταβάλλει προσπάθειες μεταβίβασης του σε άλλο πρόσωπο, οι οποίες όπως είπε εμποδίστηκαν ένεκα της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος (§5 Ε/Δ Εναγομένου 2). Σε ότι αφορά την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί από μέρους τους που να αντικρούουν τις συγκεκριμένες θέσεις του Ενάγοντα επί τους σημείου αυτού που στη βάση γεγονότων που επικαλέστηκε τους κατατάσσει σε επίπεδο αφερεγγυότητας. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2 δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σκέψης ότι αν παραμεριστεί το διάταγμα που εκδόθηκε οι Εναγόμενοι θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη. Την ίδια στιγμή το στοιχείο αυτό σε συνάρτηση με το πλαίσιο των θέσεων που ο Ενάγοντας έχει θέσει στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων που επικαλείται μέσα από την ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση του ημερ. 16.12.21 δεν διαφοροποιεί την εικόνα για κλίση υπέρ της διαφοροποίησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα εξετάσω τώρα, εκ του περισσού θα έλεγα, εάν η διαγωγή των Εναγομένων είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, εκδόθηκε δικαστική απόφαση ερήμην των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι προέβαλαν θέση που εξετάστηκε. Έχω ήδη αναφερθεί στη θέση τους αυτή. Για τους λόγους που έχουν σημειωθεί προηγουμένως έχει απορριφθεί. Διαπιστώθηκε ότι η επίδοση των εγγράφων στους Εναγομένους ήταν νόμιμη και κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5Α και γενικότερα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Παρόλα αυτά οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση του Ενάγοντα ημερ. 16.12.
  3. Οι Εναγόμενοι άφησαν την διαδικασία να προχωρήσει σε έκδοση ενδιάμεσου δικαστικού διατάγματος επιλέγοντας να μην συμμετέχουν στην εν λόγω διαδικασία και χωρίς να επεξηγούν το λόγο. Μέσα από τα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, παρατηρώ ότι στις 04.02.22 όλα τα έγγραφα έχουν επιδοθεί στους Εναγομένους με τον τρόπο που έχει ήδη εξηγηθεί. Η αίτηση ημερ.16.12.22 είναι ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.02.
  4. Εκείνη την ημέρα οι Εναγόμενοι επιλέγουν να μην εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να συμμετάσχουν στη διαδικασία ζητώντας χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση. Η αίτηση ορίζεται εκ νέου για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28.02.
  5. Εκείνη την ημέρα οι Εναγόμενοι επιδεικνύουν την ίδια στάση. Η υπόθεση ορίζεται ξανά στις 04.03.22 με τους Εναγομένους να επαναλαμβάνουν την πιο πάνω συμπεριφορά. Κατά την ημερομηνία αυτή εκδίδεται το ενδιάμεσο διάταγμα ερήμην των Εναγομένων. Στις 22.03.22 καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης των Εναγομένων δια δικηγόρου. Στο μεσοδιάστημα που διέρρευσε μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν καταχωρείται η υπό κρίση αίτηση. Η παρούσα αίτηση τελικά καταχωρείται τρεις μήνες περίπου μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Οι Εναγόμενοι επέδειξαν ενδιαφέρον και αποφάσισαν να κινηθούν νομικά σχετικά με τον παραμερισμό του δικαστικού διατάγματος όταν θεώρησαν ότι τους βόλευε. Αποτάθηκαν σε δικηγόρο προφανώς όταν αντιλήφθηκαν ότι ο στόχος της μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου σε άλλο πρόσωπο δεν μπορούσε να υλοποιηθεί. Η αδικαιολόγητη εμφάνιση των Εναγομένων στο Δικαστήριο και γενικά η συμπεριφορά που επέδειξαν προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα του Ενάγοντα. Η διαγωγή τους είναι όντως ασυγχώρητα αδικαιολόγητη. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Εναγομένων ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα του Ενάγοντα. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Εναγομένων να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα του Ενάγοντα να έχουν εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.
  6. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Είναι επίσης η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας εξασφάλισε το επίμαχο διάταγμα χωρίς να προσέλθει στο Δικαστήριο με 'καθαρά χέρια'. Επικαλείται απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Πέραν του ότι η θέση αυτή από μόνη της δεν εμπίπτει στα κριτήρια που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να λεχθεί ότι το διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια δια κλήσεως αίτησης. Οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, να θέσουν τις απόψεις τους και να ακουστούν προτού εξεταστεί το ζήτημα αλλά οι ίδιοι επέλεξαν να είναι απόντες. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που επηρέασε την κρίση μου κατά την εξέταση της αίτησης στην οποίαν εκδόθηκε το διάταγμα που ζητείται ο παραμερισμός του. Τα γεγονότα που η μητέρα του Εναγομένου 2 επικαλείται ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί δεν έχουν διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στο μηχανισμό λήψης απόφασης από το Δικαστήριο. Επιπλέον οι Εναγόμενοι, μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους, ισχυρίζονται ότι δεν ικανοποιείται το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Είναι η θέση τους ότι η αίτηση στην οποίαν ζητήθηκε το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα μπορούσε να είχε προωθηθεί ενωρίτερα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η επικαλούμενη αίτηση προωθήθηκε δια κλήσεως. Συνεπώς θέμα «κατεπείγοντος» δεν υφίσταται προς εξέταση. Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω αίτηση είχε καταχωριστεί με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αλλά στην πορεία και συγκεκριμένα στις 14.10.21 αποσύρθηκε άνευ βλάβης λόγω αδυναμίας επίδοσης της. Στις 16.12.21 καταχωρήθηκε εκ νέου όπου δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της, πράγμα που τελικά έγινε εφικτό μέσα από εναλλακτικές δικονομικές ενέργειες. Στη βάση αυτών των δεδομένων δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ολιγωρία από μέρους του Ενάγοντα στην προώθηση της αίτησης του. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι λόγοι ένστασης αρ. 4, 5, 10, 11, 12, 13, 21, 22, 23, 24, 31 και 33 επιτυγχάνουν. Ενόψει της επιτυχίας τους παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.