Μ. Π. ν. T. P. M. H. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 749/2022, 25/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 749/2022 I-Justice Μεταξύ: Μ. Π. (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ Πάφου Ενάγουσας και
- T. P. M. H. L. (HE χχχ), εκ Λευκωσίας
- Τ. Κ. Δ. Ε. Λ. (ΗΕ χχχ), εκ Λευκωσίας
- Μ. Γ. Π. (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ Πάφου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29.09.22 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 25.11.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Ζ. Νικολαΐδης για κ.κ. Ζήνωνα Ν. Νικολαΐδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Μ. Α. Μιλτιάδους για κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.09.15 το Ε.Δ. Πάφου, στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2951/12, εξέδωσε απόφαση υπέρ της εδώ Εναγομένης 2 (εκεί ενάγουσας) και εναντίον της εδώ Ενάγουσας (εκεί εναγομένης 2), του εδώ Εναγομένου 3 (εκεί εναγομένου 1) και ενός νομικού προσώπου, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για πληρωμή συγκεκριμένου οφειλομένου ποσού πλέον τόκους καθώς επίσης διάταγμα εκποίησης της υποθήκης αρ. Υxxxx/08 ημερ. 22.07.08 και αφορά όλο το μερίδιο επί του οικοπέδου στην κοινότητα Έμπας στην επαρχία Πάφου, τα στοιχεία του οποίου περιγράφονται στο κείμενο της απόφασης, προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ιδιοκτήτες του εν λόγω οικοπέδου είναι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της, Εναγόμενος 3, με μερίδιο ½ έκαστος. Στις 29.09.22 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (την παρούσα αγωγή) στο οποίο ζητεί την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει την ισχύ της πιο πάνω εκδοθείσας δικαστικής απόφασης επικαλούμενη δόλο από μέρους της Εναγομένης 2 και εξαναγκασμό, εκφοβισμό, άσκηση πίεσης και βία εις βάρος της από τον Εναγόμενο 3 σε συνεννόηση και συμπαιγνία με την Εναγόμενη
- Επίσης η Ενάγουσα αξιώνει διάφορα άλλα διατάγματα με τα οποία στην ουσία ζητεί όπως η σύμβαση δανείου ημερ. 25.07.08 και η προαναφερόμενη υποθήκη, θέματα που απασχόλησαν το Ε.Δ. Πάφου στην προαναφερόμενη απόφαση του, κηρυχτούν άκυρες και παράνομες συνεπεία δόλου, απάτης, συνομωσίας, κατάχρησης εξουσίας, άσκησης ψυχικής πίεσης, εκφοβισμού και καταχρηστικών ρητρών που περιέχουν. Ακόμη επιδιώκει την επιστροφή ποσού €304.727,82 σαν αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων που ισχυρίζεται ότι έγιναν στο λογαριασμό δανείου αλλά και την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων λόγω επικαλούμενων ψυχικής υγείας, άσκησης σωματικής βίας, πρόκληση οδύνης και ψυχοσωματικών προβλημάτων που οδήγησαν σε ανίατη ασθένεια (πολλαπλό καρκίνο). Να σημειωθεί ότι δεν έχουν καταχωριστεί δικόγραφα στην αγωγή μέχρι σήμερα. Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η αγωγή, η Ενάγουσα προώθησε μονομερώς την παρούσα αίτηση στην οποίαν αιτείται την έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων διαταγμάτων μέσω διαφορετικών νομικών οδών, οι οποίες όμως όλες αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό που ουσιαστικά ζητείται είναι να απαγορευτεί στους Εναγομένους 1 και 2 να προχωρήσουν με εκποίηση της επίμαχης υποθήκης αρ. Υxxxx/2008, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη VIA & VIA του Ν.9/1965, στη Δ.33 Θ.15, Δ.39, Δ.48 Θ.1-4 & Θ.7 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 9 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν την έκδοση αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκες δηλώσεις της ιδίας καθώς και της κυρίας Α. Κ., χρηματοοικονομικής συμβούλου-διαπιστευμένης διαμεσολαβήτριας, στις οποίες επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη τους. Συνοψίζω το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Ενάγουσας στο σύνολο της. Στην ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα αναφέρεται σε πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου, ως εξασφάλιση του οποίου εγγράφηκε προς όφελος της Εναγομένης 2 η επίμαχη υποθήκη. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η ίδια υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα στην οικία της χωρίς την ελεύθερη βούληση της και δίχως να είχε γνώση του περιεχομένου τους αλλά κατόπιν απειλών και άσκησης πίεσης και βίας από τον Εναγόμενο 3 που της τα είχε δώσει. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 24.09.15 (Τεκμήριο 3) εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου. Η ίδια αποδίδει την ύπαρξη δόλου στα εξής: (α) στη συμπεριφορά που η Εναγόμενη 2 επέδειξε απέναντι της και συγκεκριμένα ενώ είχε λάβει διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε ανάγκη η ίδια να διορίσει νέο δικηγόρο καθώς η Εναγόμενη 2 θα τη βοηθούσε να αντεπεξέλθει τα ζητήματα της αγωγής, τελικά εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση που την άφηνε εκτεθειμένη χωρίς να ενημερωθεί γι' αυτό από την Εναγόμενη 2, (β) οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια (Εναγόμενη 2) υπέγραψε τα τραπεζικά έγγραφα. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ενυπόθηκο χρέος περιέχει υπερχρεώσεις, παράνομο τόκο και καταχρηστικές ρήτρες, το συνολικό ύψος των οποίων έχει υπολογίσει, με τη βοήθεια εμπειρογνώμονα, σε €304.727,
- Σχετική οικονομική ανάλυση εμπειρογνώμονα, τις υπηρεσίες του οποίου η Ενάγουσα χρησιμοποίησε, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα ακόμη με την Ενάγουσα, η ίδια βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της (Εναγόμενο 3) και δεν διατηρεί καμία πλέον σχέση με τα παιδιά της. Διαμένει μόνη της σε οικία, η οποία πρόκειται να εκποιηθεί στις 25.11.22 κατόπιν πληροφόρησης που είχε όταν παρέλαβε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (Τεκμήριο 9). Η ίδια αναφέρει ότι βρίσκεται στα όρια φτώχειας αφού το εισόδημα της περιορίζεται στη λήψη σύνταξης ύψους €
- Επισυνάπτει δε κατάσταση απολαβών για το έτος 2021 ως Τεκμήριο
- Όπως επιπλέον επικαλείται, εξακολουθεί να δέχεται πιέσεις από τον Εναγόμενο 3 για να παραδώσει την οικία. Επίσης αναφέρει ότι η ψυχολογική βία που της ασκήθηκε έχουν κλονίσει την υγεία της προκαλώντας της σοβαρή μορφή καρκίνου και οφθαλμολογικά προβλήματα. Ιατρικά πιστοποιητικά επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 7 και
- Στη δική της ένορκη δήλωση η Κ. αναφέρει ότι η επικαλούμενη συμφωνία δανείου περιέχει καταχρηστικές ρήτρες ενώ στο επίδικο δάνειο περιλαμβάνονται παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις, οι οποίες σήμερα ανέρχονται στο συνολικό ύψος των €304.727.
- Σύμφωνα με την Κ., το επίμαχο δάνειο «ήταν σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να εξοφληθεί στην ώρα του αλλά να υπερφορτωθεί με παράνομες χρεώσεις». Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της υπό κρίση αίτησης μαζί με όλα τα έγγραφα που τη συνοδεύουν στις Εναγόμενες 1 και 2, μετατρέποντας την έτσι σε δια κλήσεως. Οι Εναγόμενες 1 και 2 αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης, αμφότερες οι οποίες καταχωρίστηκαν στις 04.11.
- Η ένσταση της Εναγομένης 1 στηρίζεται σε 24 λόγους και της Εναγόμενης 2 σε 10 λόγους. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι οι λόγοι, επί των οποίων η ένσταση της Εναγομένης 2 προωθείται, σημειώνονται στο σώμα της ένστασης της Εναγομένης
- Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω επειδή αναφορά σ' αυτούς θα γίνεται στην συνέχεια όταν θα εξετάζονται. Η νομική βάση των δύο ενστάσεων είναι πανομοιότυπη. Περιλαμβάνει, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 & 9 του Κεφ.6, τη Δ.39, τη Δ.48 Θ.1-4 & 7-9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 44Α, 44Β
(1)&
(2), 44(Γ) & 44(Δ) του Ν.9/1965, τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π.185/2015), στα άρθρα 23, 26 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους γενικούς κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση της Εναγομένης 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Α. Α., λειτουργού στην υπηρεσία της Εναγομένης
- Η δε ένσταση της Εναγομένης 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Έ. Π., ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος στην Εναγόμενη
- Σ' αμφότερες ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση τους. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων προκειμένου να γίνει αντιληπτή η κοινή εκδοχή των Εναγομένων 1 και 2 στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση Α. σημειώνεται ότι η επίμαχη υποθήκη ([ ]/08 ημερ. 22.07.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου) εγγράφηκε προς όφελος της Εναγομένης 2 από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 3 για εξασφάλιση ποσού €390.000 πλέον προς 6,8860% επί του ποσού αυτού από 22.07.08 μέχρι εξόφλησης. Αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου μαζί με το έγγραφο υποθήκης που αφορούν το συγκεκριμένο ενυπόθηκο ακίνητο επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει ότι το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτικών διευκολύνσεων είχε κατατεθεί σε λογαριασμό που ανοίχτηκε προς όφελος της εταιρείας Α. Μ. Π. Λ., στην οποίαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 3 ήταν ένας εκ των διευθυντών και η Ενάγουσα ήταν η γραμματέας της. Επί του σημείου αυτού ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στη συμφωνία δανείου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω έντυπο αξιωματούχων της εν λόγω εταιρείας που αντλήθηκε από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Επειδή υπήρξε παράλειψη πληρωμής συμφωνημένων δόσεων, δημιουργήθηκε χρεωστικό υπόλοιπο. Παρά τις συνεχόμενες οχλήσεις για εξεύρεση λύσης στην υπερημερία που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός, η Ενάγουσα και οι άλλοι οφειλέτες δεν ανταποκρίθηκαν με αποτέλεσμα να καταχωριστεί η αγωγή αρ. 2951/2012 εναντίον της Ενάγουσας, του Εναγομένου 3 και της πιο πάνω εταιρείας. Στις 24.09.15 εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον τους, στο περιεχόμενο της οποίας έχω ήδη κάμει αναφορά (Τεκμήριο 3). Όπως επίσης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, στην πορεία, με βάση το Ν.169(Ι)/2015 και διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 12.10.22 (Τεκμήριο 4), διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους που ανήκαν στην Εναγόμενη 2 μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή αποκτήθηκαν και/ή αναλήφθηκαν από την Εναγόμενη
- Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι και η παρούσα. Σύμφωνα ακόμη με τον ομνύοντα, η Εναγόμενη 1 ενεργοποίησε τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου που προνοείται από το Μέρος VIA του Ν.9/
- Προς υλοποίηση του σκοπού αυτού απέστειλε Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» μαζί με κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους (Τεκμήριο 5). Ακολούθως απέστειλε Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» με τις οποίες ενημέρωσαν όλους τους ενδιαφερόμενους, μεταξύ των οποίων και την Ενάγουσα, ότι το επίμαχο ενυπόθηκο ακίνητο θα εκποιηθεί στις 25.11.
- Στην ένορκη δήλωση του ο Π. θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας είναι ψευδείς, μετέωροι αλλά και ατεκμηρίωτοι. Παράλληλα, εξ' όσον έτυχε νομική συμβολή από τους δικηγόρους της Εναγομένης 2, η Ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγομένης 2 επειδή οι επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν μεταφερθεί στην Εναγόμενη
- Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ξεκινώ την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης (κοινός), ο οποίος θεωρεί την υπό κρίση αίτηση αστήριχτη και ότι στερείται ουσιαστικού νομικού και πραγματικού ερείσματος. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους 1 και 2 η εν λόγω τοποθέτηση συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης δεν έρεισμα. Προχωρώ με την εξέταση του λόγου ένστασης που αφορά το στοιχείο του «κατεπείγοντος» (λόγος αρ. 15 ένστασης Εναγομένης 1). Είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι δεν ικανοποιείται η παράμετρος αυτή. Αντίθετα η Εναγόμενη 2 δεν εγείρει τέτοιο ζήτημα. Το στοιχείο του «κατεπείγοντος» αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς (άρθρο 9
(1)Κεφ.6). Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18). Συνεπώς για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Τα πιο πάνω αφορούν περιπτώσεις όπου ο αιτητής στην απουσία του καθ' ου η αίτηση προσέφυγε στο Δικαστήριο για να αιτηθεί την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Εδώ όμως η υπό κρίση αίτηση παρόλο ότι καταχωρήθηκε μονομερώς, μετατράπηκε σε δια κλήσεως όταν το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της στους Εναγομένους 1 και 2 προτού αυτή εξεταστεί. Συνεπώς θέμα «κατεπείγοντος» ως αναγκαίου δικαιοδοτικού όρου δεν υφίσταται προς εξέταση αφού αμφότερα μέρη είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου προτού αποφασιστεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ορθά, κατά την γνώμη μου, η πλευρά της Εναγομένης 2 δεν προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό ως λόγο ένστασης. Ομοίως ορθά, κατά την άποψη μου, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 δεν έχουν επιχειρηματολογήσει νομικά επί του λόγου αυτού. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έπεται η εξέταση ζητήματος που αφορά τον κοινό ισχυρισμό των Εναγομένων 1 και 2 περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας (λόγοι αρ. 6, 7 & 8 ένστασης Εναγομένης 1 και λόγοι αρ. 4, 5 & 6 ένστασης Εναγομένης 2). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εναγομένης 1 γίνεται επίκληση μία τέτοιας περίπτωσης. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, αποτελεί υποχρέωση του αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Ωστόσο επαναλαμβάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 2, οι οποίοι από την αρχή έλαβαν γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν. Με αυτόν τον τρόπο οι Εναγόμενοι αμέσως συμμετείχαν στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση τους παρουσίασαν τις δικές τους θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ' επέκταση απόκρυψης στοιχείων επειδή οι Εναγόμενοι προστατεύονται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που έχουν από την αρχή να παραθέσουν τις δικές τους θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ορθά πάλι, κατά τη γνώμη μου, η πλευρά της Εναγομένης 2 δεν προωθεί τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασης της. Ορθά επίσης, κατά την κρίση μου, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 δεν έχουν επιχειρηματολογήσει νομικά επί του λόγου αυτού. Κατά συνέπεια, ούτε αυτός ο λόγος αυτός ένστασης ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνεχίζω με την εξέταση του λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι βασικά η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Ενάγουσα θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται (λόγοι αρ. 4, 5, 9, 10, 16, 18, 19, 20 & 24 ένστασης Εναγομένης 1 και λόγοι αρ. 3, 8, 9 & 10 ένστασης Εναγομένης 2). Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 (πιο πάνω)). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, παρατηρώ ότι η Ενάγουσα επικαλείται την έκδοση δικαστικής απόφασης συνεπεία δόλου. Σε συνδυασμό με αντικειμενική μελέτη της ένορκης δήλωσης της, ο δικογραφημένος ισχυρισμός της λήψης απόφασης κατόπιν δόλου για τον οποίον ζητείται, ανάμεσα σ' άλλες θεραπείες, ακύρωση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, παρουσιάζεται να έχει δύο μορφές. Προβάλλεται ισχυρισμός δόλου σε ότι αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκε η υπογραφή της Ενάγουσας στα τραπεζικά έγγραφα. Η Ενάγουσα εμπλέκει τους Εναγομένους 2 και
- Ειδικότερα ότι ο Εναγόμενος 3 την υποχρέωσε με απειλές, εκφοβισμό και άσκηση ψυχολογικής πίεσης να υπογράψει τα τραπεζικά έγγραφα εν γνώση και σε συνεννόηση με την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα επίσης αποδίδει δόλια συμπεριφορά στην Εναγόμενη 2 απέναντι της, ως αποτέλεσμα της οποίας, όπως η Ενάγουσα επικαλείται, εκδόθηκε ερήμην της δικαστική απόφαση εναντίον της. Αναφορά στις δύο επικαλούμενες πτυχές δόλου παρέχονται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Θεωρώ ότι οι δύο αυτές πτυχές δόλου θα πρέπει να προσεγγιστούν ως μία ενιαία μορφή ισχυρισμού δόλου προκειμένου αυτός να εξεταστεί στη συνολική του διάσταση. Η έννοια του όρου «δόλος» αναφέρεται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση Τόμο 18 σελίδα
- Όπως αναφέρεται, πρόκειται για κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Στο ίδιο αγγλικό νομικό σύγγραμμα αλλά Τόμο 22 §1669 υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται στο κυπριακό δίκαιο και έχει ενσωματωθεί στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα η Δ.33 Θ.15 υποδεικνύει ότι απόφαση που λήφθηκε με δόλο δύναται να παραμεριστεί με αγωγή που καταχωρείται σε σχέση με το πρόσωπο που διέπραξε ή προήγαγε το δόλο. Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145 που αφορά υπόθεση που λήφθηκε συνεπεία δόλου, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). ............................ Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir.R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» Ενδεικτικά παραπέμπω και στην Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992 που πραγματεύεται το ίδιο νομικό θέμα. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως στην υπόθεση αυτή για το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα περίπτωση φαίνεται να μεταφέρθηκε από την Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 1, η οποία ανέλαβε την περίπτωση αυτή στη βάση σχεδίου διακανονισμού που εγκρίθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας στις 12.10.22 στην Αίτηση Αρ. 516/22012 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Α.), δικαστική απόφαση η οποία, εξ' όσον προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκε. Η έκδοση απόφασης με τότε Ενάγουσα την νυν Εναγόμενη 2 σε συνάρτηση με το γεγονός ότι σήμερα εξ' αποφάσεως πιστωτής θεωρείται η νυν Εναγόμενη 1 δυνάμει της προαναφερόμενης απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας, καθιστά αμφότερα μέρη στην παρούσα υπόθεση ενδιαφερόμενα πρόσωπα υπό την έννοια ότι διαθέτουν νομική υπόσταση. Αμφότεροι διάδικοι δύναται να επηρεαστούν από την κατάληξη της υπόθεσης αυτής σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, ανάμεσα στις οποίες αξίωση για παραμερισμό / ακύρωση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ημερ. 24.09.15 του Ε.Δ. Πάφου στην αγωγή αρ. 2951/12, επιστροφή ποσού το ύψος του οποίου προσδιορίζεται στο παρόν κλητήριο ένταλμα και επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων. Γι' αυτό η πιθανότητα ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του ισχυρισμού για δόλου στη συνολική του μορφή και στη βάση αυτών των δεδομένων. Πέραν και ανεξαρτήτως ισχυρισμού για δόλο, η Ενάγουσα, μέσα από το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος σε συνδυασμό με την ένορκη δήλωση του, επικαλείται ισχυρισμό υπερχρεώσεων και παράνομων τόκων ότι έχουν ενσωματωθεί στο ενυπόθηκο χρέος συνεπεία εφαρμογής παράνομων πρακτικών και καταχρηστικών ρητρών από μέρους των Εναγομένων 1 και 2. Στο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει την επιστροφή συγκεκριμένου ποσού που καθορίζεται, το οποίο, όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση, έχει υπολογίσει με τη βοήθεια εμπειρογνώμονα. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Το άρθρο 65 της εν λόγω νομοθεσίας σημειώνουν την υποχρέωση του προσώπου που προσπορίστηκε όφελος να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας απέναντι στους Εναγομένους 1, 2 & 3, το οποίο βεβαίως θα εξεταστεί μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσο η επίμαχη δικαστική απόφαση εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλιας συμπεριφοράς οποιουδήποτε Εναγομένου, κατά πόσο στο ενυπόθηκο χρέος περιέχει υπερχρεώσεις, παράνομους τόκους ή άλλες παράνομες χρεώσεις Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για την Ενάγουσα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι η Ενάγουσα έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι υπάρχουν νομικά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης. Έχω αναφερθεί σ' αυτά προηγουμένως. Απαιτούν την προσκόμιση μαρτυρίας, κάποια δε θα έχουν εξειδικευμένη μορφή, οπότε ενέχεται βαθμός δυσκολίας. Η επίλυση αυτών των θεμάτων απαιτεί ενδελεχή αξιολόγηση και νομική ανάλυση/επεξεργασία. Στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Δεν ασχολείται με την αξιολόγηση πραγματικών ζητημάτων και ούτε αποφασίζει νομικά σημεία που εδώ χρήζουν λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Σαφώς το Δικαστήριο, όπως ήδη έχει λεχθεί, δεν καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα (Jonitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι η Ενάγουσα έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Βασικός ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι η επίδειξη δόλιας συμπεριφοράς από τους Εναγομένους ως αποτέλεσμα της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη δικαστική απόφαση που ζητείται ο παραμερισμός/ακύρωση της. Επικαλείται υπογραφή τραπεζικών εγγράφων στην οικία της κατόπιν απειλών και άσκησης πίεσης από μέρους του Εναγομένου 3 εν γνώσει και σε συμπαιγνία, όπως λέει, με την Εναγόμενη 2. Ωστόσο δεν αναφέρεται ποια ήταν αυτά τα έγγραφα που υπέγραψε υπό το κράτος εκφοβισμού, όπως ισχυρίζεται. Ούτε πότε τα υπέγραψε αυτά και ούτε δίδει λεπτομέρειες τέτοιων απειλών και ψυχικής πίεσης που όπως λέει έγινε δέκτης. Δηλαδή ουδεμία πληροφορία τέθηκε από μέρους της Ενάγουσας περί του καθεστώτος που είχε να αντιμετωπίσει, όπως ισχυρίζεται. Ούτε ακόμη αναφέρει αν προέβηκε οποτεδήποτε σε σχετικές καταγγελίες στην αστυνομία ή σε άλλα αρμόδια όργανα. Σε τελευταία ανάλυση ο ισχυρισμός του δόλου κυμαίνεται σε γενικό και αόριστο πλαίσιο. Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας δεν επικαλείται συγκεκριμένα γεγονότα και ούτε περιέχει τις λεπτομέρειες εκείνες που εκ πρώτης όψεως θα έδιδαν μια ολοκληρωμένη και σαφή εικόνα της εκδοχής της σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό. Την ίδια στιγμή προκύπτει το ερώτημα βάση ποιων τραπεζικών εγγράφων ετοιμάστηκε η οικονομική ανάλυση της εμπειρογνώμονα που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της εφόσον δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε από αυτά και αφού η Ενάγουσα επικαλείται άγνοια του περιεχομένου τους. Κατόπιν πρόχειρης ανάγνωσης της έκθεσης και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται το περιεχόμενο της, στο κείμενο δεν φαίνεται υπάρχει μηχανισμός σκέψης και υπολογισμοί της εμπειρογνώμονα ώστε κάποιος να μπορεί να αντιληφθεί τη διαδρομή και το σκεπτικό της ως προς το πως καταλήγει στον αριθμό που παρουσιάζει (Τεκμήριο 4 Ε/Δ Ενάγουσας). Στην εν λόγω έκθεση δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία που εκ πρώτης όψεως να βοηθούν την εκδοχή της Ενάγουσας στην αξίωση της για το ύψος του ποσού που ζητείται επιστροφή. Πέραν αυτού, η Ενάγουσα δεν τοποθετείται πως η εμφάνιση υπογραφών μαρτύρων σε παράρτημα συμφωνίας που επισυνάπτεται στην Ε/Δ Α. (Τεκμήριο 2) εκ πρώτης όψεως συνάδει με τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Περαιτέρω η Ενάγουσα δεν εξηγεί πως η δήλωση της αρμοδίου λειτουργού του Τμήματος Κτηματολογίου ότι η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 3 εμφανίστηκαν ενώπιον της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και προέβηκαν σε εγγραφή των μεριδίων τους επί του επίμαχου ακινήτου προς όφελος της Εναγομένης 2, εκ πρώτης όψεως συνάδει με τον ισχυρισμό της ότι της ασκήθηκαν πιέσεις και υπέγραψε όλα τα έγγραφα στην οικία της. Η ύπαρξη υπογραφής από μέρους της Ενάγουσας επί του εντύπου Ν.272 του Κτηματολογίου (Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου) σε συνδυασμό με την πιο πάνω έγγραφη δήλωση της λειτουργού του Κτηματολογίου και σε συνάρτηση με το ότι η Ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε να έδωσε πληρεξούσιο έγγραφο σε οποιονδήποτε αλλά ούτε και το έντυπο στην όψη του αναφέρει κάτι τέτοιο, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υποστηρίζει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1 Ε/Δ Α.). Επιπλέον η Ενάγουσα επικαλείται τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν.112(Ι)/2021), ο οποίος εναρμονίζει διάφορες ευρωπαϊκές οδηγίες, ανάμεσα στις οποίες η Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ στην οποίαν αναφέρεται. Η Ενάγουσα επικαλείται την εν λόγω νομοθεσία προβάλλοντας ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων λόγω ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στα έγγραφα που την εμπλέκουν, συνεπεία των οποίων το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να εκποιηθεί. Η εν λόγω νομοθεσία παρέχει προστασία σε καταναλωτές από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που ασκούνται εις βάρος τους μέσα από καταναλωτικές συμβάσεις. Εκεί βρίσκεται το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας. Με βάση το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, ο καταναλωτής έχει την ιδιότητα του φυσικού προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν πρόχειρης ανάγνωσης του εγγράφου υποθήκης φαίνεται ότι το επίμαχο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Εναγομένης 2 προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία Α. Μ. Π. Λ., στην οποίαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 3 εμφανίζεται να ήταν ένας εκ των διευθυντών και η Ενάγουσα γραμματέας αυτής (Τεκμήρια 1 & 6 Ε/Δ Α.). Επομένως καταναλωτής εδώ εμφανίζεται νομικό πρόσωπο και όχι φυσικό άτομο για να μπορεί να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας. Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αφήνει εκτεθειμένο τον ισχυρισμό της Ενάγουσας αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα αναφέρεται σε οικία που πρόκειται να πωληθεί. Ωστόσο έγγραφα, όπως αυτό της δικαστικής απόφασης ημερ.24.09.15 (Τεκμήριο 3 Ε/Δ Α.), αυτό που περιέχει τα στοιχεία του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμήριο 1 Ε/Δ Α.) καθώς και αυτό που γνωστοποιεί την πρόθεση για εκποίηση του, ήτοι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (Τεκμήριο 9 Ε/Δ Ενάγουσας), στην όψη τους δείχνουν ότι το είδος του ενυπόθηκου ακινήτου που επιθυμείται η εκποίηση του είναι οικόπεδο και όχι οποιαδήποτε οικία. Από πρόχειρη ανάγνωση τους ουδεμία σημείωση περιέχεται στα εν λόγω έγγραφα για ύπαρξη οικίας εντός του οικοπέδου, σε αντίθεση με την εκδοχή της Ενάγουσας. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων και μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή των Εναγομένων με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Η παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων και επιστροφή συγκεκριμένου ποσού. Αυτές οι θεραπείες από μόνες τους είναι χρηματικής φύσεως. Η δε αξίωση για ακύρωση της δικαστικής απόφασης παραπέμπει σε οικονομική κατάσταση αλλά και ακύρωση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Κάθε ακίνητο έχει συγκεκριμένη αξία που δύναται να εκτιμηθεί. Συνεπώς η όποια ζημιά υποστεί η Ενάγουσα σε περίπτωση απώλειας του μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Είναι ανακτήσιμη με χρήματα. Η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων στην Ενάγουσα που μπορεί η ίδια να διεκδικήσει εις βάρος των Εναγομένων, εάν και εφόσον το εν λόγω ακίνητο εκποιηθεί πριν από την εκδίκαση της αγωγής και έκδοσης δικαστικής απόφασης, δείχνει ότι η προοπτική αυτή αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία. Η δε δυνατότητα υπολογισμού τέτοιας τυχόν ζημιάς που θα υποστεί η Ενάγουσα δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως. Σε τέτοια περίπτωση η ζημιά αυτή απλά θα προστεθεί στις υπόλοιπες χρηματικής φύσεως αξιώσεις της Ενάγουσας που ήδη διεκδικεί μέσα από το κλητήριο ένταλμα. Παράλληλα, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οικονομικά αφερέγγυοι οργανισμοί. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι εν λόγω Εναγόμενοι είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν την Ενάγουσα σε περίπτωση που της προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Από την άλλη, τα στοιχεία που παραθέτονται για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 είναι σαφή, διαφωτιστικά και ομιλούν από μόνα τους (§30 & Τεκμήριο 7 Ε/Δ Α.). Οι πιο πάνω αναφορές για το ενυπόθηκο οικόπεδο γίνονται σε συνάρτηση με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας υποθηκευμένων ακινήτων, όπως αυτό διατυπώθηκε στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε.203/2013 ημερ. 11.09.19. Στην εν λόγω υπόθεση «οι εφεσίβλητοι είχαν καταχωρίσει, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αγωγή εναντίον των εφεσειόντων με την οποία αξίωναν διάφορα ποσά δυνάμει έγγραφης συμφωνίας παρατραβήγματος, δανείου, εγγυήσεως και ενυπόθηκης εγγύησης. Περαιτέρω, ζητήθηκε εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα κηρύξεως των συμφωνιών ως άκυρων ή ακυρώσιμων, όπως και ακύρωση αριθμού υποθηκών που υφίστανται προς όφελος των εφεσιβλήτων. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 14 Μαΐου 2013, οι εφεσείοντες καταχώρισαν αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εφεσιβλήτους να «προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκποίηση αριθμών υποθηκών» οι οποίες βαρύνουν ακίνητα, περιουσίας των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν. 14/60), πλην, όμως, απεφάνθη ότι η τρίτη προϋπόθεση ότι, δηλαδή, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, δεν πληρείτο.» Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την χωρίς την έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Παρόλο ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η έκδοση του επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα παραβιαστούν νομοθετικά και συμβατικά δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 2 που αφορούν το ενυπόθηκο ακίνητο, όπως αυτά προκύπτουν από τις διατάξεις του Ν.9/1965 και τους όρους του εγγράφου υποθήκης. Εάν η απαίτηση της Ενάγουσας επιτύχει, οι αξιώσεις της είναι ανακτήσιμες με χρήμα, τις οποίες οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν, σε αντίθεση με την στέρηση νομοθετικών και συμβατικών δικαιωμάτων των τελευταίων που θα οδηγήσει στην πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτούς αν αποδειχτεί ότι η απαίτηση δεν ευσταθεί, χωρίς να αποκλείεται η ζημιά τους να είναι ανεπανόρθωτης φύσεως. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Η μη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης το γεγονός ότι το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, σφραγίζουν μοιραία το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Η πιο πάνω εξέλιξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2 και εναντίον της Ενάγουσας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο