← Κύπρος

Κ. Κ. ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ Ε. Κ. ν. G & F P. T. C. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2110/2014, 21/11/2022

Κ. Κ. ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ Ε. Κ. ν. G & F P. T. C. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2110/2014, 21/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2110/2014 Μεταξύ: Κ. Κ. ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ Ε. Κ. Ενάγοντος και

  1. G & F P. T. C. L., από την Πάφο
  2. Φ. Φ., από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 21.11.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Μ. Γεωργιάδης για κ.κ. Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 & 2: κος Ν. Παπακλεοβούλου μαζί με κα Μ. Σταυρινού για κ.κ. Νίκος Παπακλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας συζύγου του και διεκδικεί εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που σύμφωνα με τον ίδιο υπέστηκε εξ' υπαιτιότητας αυτών. Προβαλλόμενη βάση αγωγής είναι ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης ενοικίασης υποστατικού και εφαπτόμενου σ' αυτού χώρου από την Εναγόμενη 1, τις υποχρεώσεις της οποίας ισχυρίζεται ότι είχε εγγυηθεί να αποζημιώσει ο Εναγόμενος
  3. Οι ζημιές που επικαλείται ότι υπέστη αφορούν ισχυρισμούς απλήρωτων ενοικίων συγκεκριμένης περιόδου, του κόστους αποκατάστασης βλαβών στην ενοικιαζόμενη περιουσία και απώλειας ενοικίων. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν απόρριψη της απαίτησης θεωρώντας ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Παράλληλα ισχυρίζονται ότι τόσο η συμφωνία ενοικίασης μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης όσο και η συμφωνία εγγύησης από τον Εναγόμενο 2 είναι παράνομες και άκυρες χωρίς αυτοί να ευθύνονται για τους λόγους που εκθέτουν, ενώ ανταπαιτητικά αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για επικαλούμενο δόλο και ψευδείς παραστάσεις καθώς επίσης διεκδικούν υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων ποσό που είχαν πληρώσει χωρίς αντάλλαγμα και έχει ωφεληθεί ο Ενάγοντας εις βάρος της Εναγομένης
  4. Οι επίδικες συμφωνίες: Πρόκειται για τρεις συμφωνίες. Η πρώτη υπ' αναφορά συμφωνία είναι γραπτή και φέρει ημερομηνία 12.08.
  5. Αντικείμενο της είναι η ενοικίαση από μέρους της Εναγομένης 1 καταστήματος εμβαδού 400 τ.μ. και παταριού εμβαδού 300 τ.μ. στη Λεωφόρο Μεσόγης της επαρχίας Πάφου ιδιοκτησίας της αποβιώσασας συζύγου του Ενάγοντα. Για την εν λόγω ενοικίαση η αντιπαροχή ήταν η πληρωμή μηνιαίου ενοικίου ύψους €3.500, το οποίο στην πορεία θα είχε αύξηση. Η σύμβαση θα είχε διάρκεια 13 ετών και συγκεκριμένα η περίοδος ενοικίασης θα ήταν από 01.09.11 μέχρι 31.08.
  6. Η δεύτερη υπ' αναφορά συμφωνία είναι επίσης γραπτή και φέρει ημερομηνία 14.08.
  7. Αντικείμενο της είναι η ενοικίαση από μέρους της Εναγομένης 1 γης έκτασης 220 τ.μ. που εφάπτεται του πίσω μέρους του πιο πάνω καταστήματος, η οποία ανήκει στην αποβιώσασα σύζυγο του Ενάγοντα. Για την εν λόγω ενοικίαση η αντιπαροχή ήταν η πληρωμή μηνιαίου ενοικίου ύψους €500, το οποίο στην πορεία θα είχε αύξηση. Η σύμβαση θα είχε διάρκεια 12 ετών και συγκεκριμένα η περίοδος ενοικίασης θα ήταν από 01.09.12 μέχρι 31.08.
  8. Η παροχή εγγύησης από τον Εναγόμενο 2, μέτοχο και διευθυντή της Εναγομένης 1, στον Ενάγοντα για πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης ενοικίασης του καταστήματος και των υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτή καθώς και της πληρωμής των ενοικίων κατά την περίοδο ενοικίασης από μέρους της Εναγομένης 1, αποτελεί το αντικείμενο της τρίτης υπ' αναφορά συμφωνίας. Η συμφωνία αυτή είναι ενσωματωμένη στην πρώτη συμφωνία και φέρει την ίδια ημερομηνία μ' αυτήν (δηλαδή 12.08.11). Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Με βάση την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγοντας ενοικίασε στην Εναγόμενη 1, τους πιο πάνω χώρους για τις προαναφερόμενες περιόδους έναντι των πιο πάνω αυξανόμενων μηνιαίων ενοικίων, τις υποχρεώσεις της οποίας για όλη την ενοικιαστική περίοδο εγγυήθηκε γραπτώς ο Εναγόμενος
  9. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 29.10.13 αυθαίρετα και μονομερώς τερμάτισαν τις εν λόγω συμφωνίες ενοικίασης κατά παράβαση του περιεχομένου τους, προφασιζόμενοι λόγο που σχετιζόταν με το είδος της χρήσης των υπό ενοικίαση χώρων. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 παρέδωσε την κατοχή των επίμαχων χώρων στον Ενάγοντα στις 18.05.14 οφείλοντας την πληρωμή ενοικίων για τους μήνες Δεκέμβριο 2013 μέχρι Μάιο 2014 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων (σύνολο 6 μηνών ενοίκια). Παράλληλα ο Ενάγοντας επικαλείται πρόκληση ζημιών στο κατάστημα λόγω πυρκαγιάς που είχε ξεσπάσει. Όπως δικογραφεί, σε σχέση με την αξία της αποκατάστασης της ζημιάς αποτάθηκε σε αρχιτέκτονα, ο οποίος την υπολόγισε δυνάμει σχετικής έκθεσης που ετοίμασε. Είναι επίσης η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι μετά την παραλαβή της κατοχής των επίμαχων χώρων, κατάφερε να τα ενοικιάσει για περίοδο 24 μηνών, ήτοι από 01.09.14 μέχρι 31.08.15, σε άλλο ενοικιαστή έναντι του μηνιαίου ενοικίου ύψους €1.
  10. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των Εναγομένων και κατ' επέκταση ο πιο πάνω τερματισμός των συμφωνιών από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά παράβαση συμφωνιών, ένεκα της οποίας ο ίδιος υπέστη ζημιές. Γι' αυτό αξιώνει εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων ειδικές αποζημιώσεις ως εξής: (α) οφειλόμενα ενοίκια ύψους €24.000 (6 μήνες χ συνολικό ενοίκιο ύψους €4.000), (β) κόστος αποκατάστασης ζημιών που προκλήθηκαν στο ενοικιαζόμενο κατάστημα με βάση έκθεση αρχιτέκτονα και ανέρχεται σε €14.000 μείον το ποσό εγγύησης των €3.500 που κρατείται, οπότε το κόστος που συνολικά προκύπτει ανέρχεται σε €10.500, (γ) απώλεια ενοικίων ύψους €12.000 που αφορά την περίοδο από 01.06.14 μέχρι 31.08.14 (3 μήνες χ συνολικό ενοίκιο ύψους €4.000), (δ) απώλεια διαφοράς ενοικίων ύψους €60.000 που προέκυψε από την ενοικίαση των χώρων σε άλλο ενοικιαστή έναντι ενοικίου €1.500 για την περίοδο από 01.09.14 μέχρι 31.08.16, ημερομηνία που ο Ενάγοντας δέχεται ότι η Εναγόμενη 1 μπορούσε συμβατικά να τερματίσει μονομερώς τις εν λόγω συμφωνίες (24 μήνες χ €2.500 που είναι η διαφορά ενοικίου). Περαιτέρω ο Ενάγοντας διεκδικεί τόκο 6% ετησίως επί των ποσών €24.000, €12.000 και €60.000 από την ημέρα που αυτά κατέστησαν πληρωτέα μέχρι εξόφλησης καθώς επίσης επιδιώκει την επιδίκαση νόμιμου τόκου επί του ποσού των €10.
  11. Στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας προέβηκε σε δόλιες και ψευδείς παραστάσεις προκειμένου να ωθήσει την Εναγόμενη 1 στην υπογραφή των συμφωνητικών εγγράφων. Λεπτομέρειες του επικαλούμενου δόλου και των ψευδών παραστάσεων παρέχονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω δικογράφου. Γι' αυτό αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι ορθά έχουν καταγγείλει και τερματίσει τις εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες θα πρέπει να κηρυχθούν από το Δικαστήριο ως παράνομες και κατ' επέκταση άκυρες. Πέραν των γενικών αποζημιώσεων που διεκδικούν, οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων ποσό €3.176,48 ως ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν όταν αγόρασαν και εγκατέστησαν περισσότερο ηλεκτρικό φορτίο από την Α.Η.Κ. για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης τους αλλά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους ενοικιαζόμενους χώρους πρόωρα. Μέσα από το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση ο Ενάγοντας, αφού απορρίπτει την δόλια συμπεριφορά που του αποδίδεται ώστε να πειστούν οι Εναγόμενοι να υπογράψουν τα έγγραφα, δηλώνει πως δεν υπάρχει συμβατική υποχρέωση στον Ενάγοντα να έχει το ενοικιαζόμενο κατάστημα κατάλληλο για υπεραγορά τροφίμων. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η νομιμότητα και η καταλληλότητα του ενοικιασμένου χώρου για σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της Εναγομένης 1 αποτελούσε αποκλειστική υποχρέωση της εν λόγω Εναγομένης και όχι του Ενάγοντα. Σε ότι αφορά το ποσό που η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε μετατροπή ή προσθήκη των Εναγομένων, με βάση τα συμφωνητικά έγγραφα, ανήκει και παραμένει στον ίδιο χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης από μέρους του. Προσαχθείσα μαρτυρία: Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. Για την απόδειξη της απαίτησης τους και παράλληλα για την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, ο Ενάγοντας κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι παρουσίασαν ένα μάρτυρα που ήταν ο Εναγόμενος
  12. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 14 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Ενάγοντας ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του. Η κυρίως εξέταση του αποτελείται από γραπτή δήλωση (Ένδειξη 'Α') και ένορκη προφορική μαρτυρία, κατά τη διάρκεια της οποίας κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1-
  13. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων και η επανεξέταση του από τον δικηγόρο του. Στην μαρτυρία του ο Ενάγοντας ανάφερε ότι η αποβιώσασα σύζυγος του ήταν η ιδιοκτήτρια του επίμαχου καταστήματος με μεσοπάτωμα και ενός χώρου που εφάπτεται στο πίσω μέρος του καταστήματος στη λεωφόρο Μεσόγης της επαρχίας Πάφου. Δυνάμει ενοικιαστηρίων εγγράφων ημερομηνίας 12.08.11 και 14.08.12 αντίστοιχα, οι πιο πάνω χώροι ενοικιάστηκαν στην Εναγόμενη 1 στη βάση των όρων που περιέχονται σ' αυτά (Τεκμήρια 1 & 2). Επί του χώρου που εφάπτεται του καταστήματος, η Εναγόμενη 1 ανέγειρε οικοδομή σαν αποθηκευτικό χώρο. Ο δε Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τα πιο πάνω ενοικιαστήρια έγγραφα. Ακολούθως ο μάρτυρας ανάφερε ότι η Εναγόμενη 1, με επιστολή του δικηγόρου της αυθαίρετα και μονομερώς τερμάτισε τα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα προφασιζόμενη λόγο που σχετίζεται με τη χρήση του ενοικιαζόμενου καταστήματος (Τεκμήριο 3). Ο Ενάγοντας, με επιστολή ημερομηνίας 18.03.14 και 25.06.14 αντίστοιχα, κάλεσε τους Εναγομένους να πληρώσουν ενοίκια που ήταν καθυστερημένα καθώς επίσης να αποκαταστήσουν τις ζημιές που είχαν προκαλέσει στην ενοικιαζόμενη περιουσία (Τεκμήρια 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α & 7Β). Όπως υπέδειξε, χρειάζεται η αντικατάσταση του πατώματος του καταστήματος με κεραμικό λόγω αλλοίωσης που υπέστηκε από την πυρκαγιά. Σε ότι αφορά την εκτίμηση της ζημιάς, ο Ενάγοντας επικαλέστηκε έκθεση του αρχιτέκτονα Σ. Α., το ύψος της οποίας υπολόγισε σε €14.000 (Τεκμήριο 8), από την οποίαν όμως, όπως είπε, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της εγγύησης ύψους €3.500 που κρατείται από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι αποκατάστησαν μέρος των ζημιών και παρέδωσαν την κατοχή των χώρων που είχαν ενοικιάσει στις 18.05.
  14. Παράλληλα ο Ενάγοντας αναφέρθηκε σε εύλογες προσπάθειες που κατέβαλε με σκοπό των μετριασμό των ζημιών του λέγοντας πως είχε ενοικιάσει τους επίμαχους χώρους σε άλλο ενοικιαστή από 01.06.14 μέχρι 31.08.14 έναντι του μηνιαίου ενοικίου €1.500 (Τεκμήριο 9). Επικαλούμενος τον όρο 4 του συμφωνητικού εγγράφου, ο Ενάγοντας αρνείται τη θέση των Εναγόντων ότι η αποκλειστική χρήση του καταστήματος θα ήταν υπεραγορά τροφίμων. Αντίθετα σημείωσε ότι δυνάμει της σύμβασης η Εναγόμενη 1 μπορούσε να χρησιμοποιήσει το επίμαχο υποστατικό για όποιον εμπορικό σκοπό ήθελε. Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι από την αρχή είχε ενημερώσει την Εναγόμενη 1 ότι το κατάστημα ήταν αδειούχο σαν εκθεσιακός χώρος και ότι ήταν αποκλειστικά δική της ευθύνη η εξασφάλιση των απαιτουμένων αδειών για τη χρήση του καταστήματος για τους δικούς του επαγγελματικούς σκοπούς. Σχολιάζοντας τις δικές του υποχρεώσεις, ο Ενάγοντας υπέδειξε ότι αυτές περιορίζονταν στην υπογραφή των απαιτουμένων αδειών προς τον σκοπό για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος, πράγμα που, όπως είπε, έπραξε. Αναφερόμενος στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, ο Ενάγοντας απέρριψε τη θέση τους ότι τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό παραπέμποντας προς υποστήριξη της εν λόγω τοποθέτησης του στα ενοικιαστήρια έγγραφα. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ανάφερε ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 2 και εξ' αρχής γνώριζε ότι ασχολείτο επαγγελματικά με θέματα εμπορίου. Ωστόσο διευκρίνισε ότι δεν ήταν εις γνώση του ότι συγκεκριμένα η εργασία του ήταν η λειτουργία υπεραγοράς. Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10, 11 και 12, ο Ενάγοντας είπε ότι όταν συνομολογήθηκαν τα συμφωνητικά έγγραφα ενοικίασης ο ίδιος είχε υποδείξει στον Εναγόμενο 2 ότι το επίμαχο κατάστημα δεν είχε άδεια του είδους της χρήσης της επιχείρησης του ώστε ο τελευταίος να προβεί στις δέουσες ενέργειες και αυτός (δηλαδή ο Εναγόμενος 2) του είπε «να μην ανησυχεί και έχει όλα τα μέσα για να την εξασφαλίσει την επόμενη ημέρα». Η τοποθέτηση αυτή σε συνδυασμό με το ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε διασυνδέσεις, τον έκαναν να πιστέψει ο Εναγόμενος 2 θα κατάφερνε τελικά να εξασφαλίσει άδεια για αλλαγή του είδους της εγκεκριμένης χρήσης του εν λόγω καταστήματος. Επειδή θεωρούσε τον Εναγόμενο 2 «αδελφό» δεν ζήτησε να καταγραφεί ρητά στη σύμβαση ενοικίασης ότι ο Εναγόμενος 2 θα εξέδιδε την απαιτούμενη άδεια για αλλαγή χρήσης του υποστατικού. Απαντώντας σε ερωτήσεις που αφορούσαν την ενοικίαση των υποστατικών, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι τόσο πριν όσο και μετά από την Εναγόμενη 1 τα επίμαχα υποστατικά δεν ήταν ενοικιασμένα. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο μόνος μάρτυρας που παρουσιάστηκε από πλευράς των Εναγομένων. Η γραπτή του δήλωση (Ένδειξη 'Β') αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Με βάση την μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 είναι μέτοχος και συνάμα διευθυντής της Εναγομένης 1και εγγυητής της τελευταίας στα επίδικα συμφωνητικά έγγραφα ενοικίασης. Το καλοκαίρι του έτους 2011 είδε αγγελία ενοικίασης υποστατικού στα τζάμια ενός άδειου καταστήματος στη Λεωφόρο Μεσόγης. Ασχολείτο με τη λειτουργία υπεραγοράς και επειδή επιθυμούσε να λειτουργήσει μία επιπρόσθετη στο χώρο της αγγελίας προσέγγισε τον Ενάγοντα. Πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις στο υποστατικό και ο Εναγόμενος 2 επιθεώρησε τους χώρους. Ο Εναγόμενος 2 εξήγησε στον Ενάγοντα για ποιο λόγο ήθελε να ενοικιάσει το χώρο και ο τελευταίος τον ενθάρρυνε να το πράξει. Για να του εγκρίνει η τράπεζα δάνειο ο Εναγόμενος 2 είπε στον Ενάγοντα ότι χρειαζόταν ενοικιαστήριο έγγραφο και σχετικές άδειες για τη χρήση του υποστατικού. Ο Ενάγοντας του παρέδωσε τα Τεκμήρια 10 &11 καθώς και δείγμα ενοικιαστηρίου εγγράφου. Επειδή ο Εναγόμενος 2 ικανοποιήθηκε, υπογράφτηκαν τα συμφωνητικά έγγραφα ενοικίασης (Τεκμήρια 1 & 2). Ο Εναγόμενος άρχισε να κατασκευάζει εξωτερική αποθήκη και τον Αύγουστο 2012 ζήτησε από τον Ενάγοντα να του νομιμοποιήσει την εν λόγω ανέγερση που βρισκόταν σε εξέλιξη. Ωστόσο η αίτηση απορρίφθηκε και του επιδόθηκε Ειδοποίηση Επιβολής ημερ. 27.11.12 (Τεκμήριο 12) μέσα από την οποίαν του υποδείχτηκαν παράνομες ενέργειες που είχαν γίνει στον ενοικιαζόμενο χώρο. Παράλληλα η αρμόδια αρχή τον καλούσε να τερματίσει τη χρήση του υποστατικού ως υπεραγορά και εντός δύο εβδομάδων να κατεδαφίσει όλες τις παράνομες επεκτάσεις και προσθήκες. Επίσης βρέθηκε συγκατηγορούμενος με τον Ενάγοντα στην ποινική υπόθεση αρ. 14106/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε τερματισμό των συμφωνιών ενοικίασης με το Τεκμήριο
  16. Η υπεραγορά σταμάτησε να λειτουργεί στον επίδικο χώρο τον Σεπτέμβριο
  17. Ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει τη θέση του Ενάγοντα ότι του είχε εξηγηθεί η απαγορευμένη χρήση του καταστήματος ως υπεραγορά αλλά ο ίδιος επέμενε λέγοντας ότι θα χρησιμοποιούσε πολιτικά μέσα για να εξασφαλίσει αλλαγή στη χρήση. Όπως ισχυρίζεται, ο ίδιος στηρίχτηκε στα έγγραφα που ο Ενάγοντας του υπέδειξε (Τεκμήρια 10, 11 και ενοικιαστήριο έγγραφο), τα οποία του επέτρεπαν τέτοια χρήση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Ενάγοντας επέδειξε δόλια συμπεριφορά επειδή: (α) γνώριζε πως αν του παρουσίαζε την πολεοδομική άδεια αρ. ΠΑΦ/0854/99 δεν θα ενοικιαζόταν ο χώρος οπότε δεν θα λάμβανε ενοίκιο, (β) Με το Τεκμήριο 6Α ο Ενάγοντας παραδέχεται την αποκατάσταση των ζημιών που προήλθαν από την πυρκαγιά στην εξωτερική αποθήκη και προσπαθεί να τον επιβαρύνει με το κόστος αναβάθμισης των δαπέδων του καταστήματος εξαιτίας της ενοικίασης του ως εκθεσιακού χώρου από άλλο ενοικιαστή. Ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι το έγγραφο του αρχιτέκτονα Σ. Α. (Τεκμήρια 7 & 8) στο οποίο αναφέρεται το κόστος αντικατάστασης πατωμάτων καθιστώντας αναγκαία τέτοια εργασία ως αποτέλεσμα της πυρκαγιάς, έχει ετοιμαστεί δόλια για να βοηθήσει τον νέο ενοικιαστή. Προς υποστήριξη της θέσης του ο μάρτυρας επικαλέστηκε έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών σχετικά με το καθεστώς του νέου ενοικιαστή. Αντίγραφο της έρευνας αυτής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  18. Σύμφωνα ακόμη με τον Εναγόμενο 2, όλες οι εργασίες αποκατάστασης είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και εκτελέστηκαν από αδειούχο εργολάβο που είχε διορίσει η πλευρά των Εναγομένων. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε τη θέση του ότι ο Ενάγοντας τον παραπλάνησε επειδή του παρουσίασε την άδεια οικοδομής και την πολεοδομική άδεια (Τεκμήρια 10 & 11) ενώ γνώριζε ότι αυτές λήξει. Ακόμη επανέλαβε τη θέση του ότι αν γνώριζε πως δεν υπήρχε άδεια χρήσης του ακινήτου ως υπεραγορά, η Εναγόμενη 1 δεν θα ενοικίαζε το ακίνητο. Όπως στη συνέχεια ανάφερε, ο ίδιος έμαθε πως δεν υπάρχει άδεια χρήσης του ακινήτου ως υπεραγορά στα μέσα του έτους 2012 όταν δεν είχε εγκριθεί η άδεια που υπεβλήθηκε για την ανέγερση εξωτερικής αποθήκης. Ωστόσο παραδέχτηκε ότι η εν λόγω υπεραγορά συνέχισε να λειτουργεί παράνομα μέχρι τον Σεπτέμβριο 2013 που η λειτουργία της τερματίστηκε. Περαιτέρω αναγνώρισε ότι ανέγειρε την υπαίθρια αποθήκη χωρίς προηγουμένως να είχε εξασφαλιστεί σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Αναφερόμενος στο περιστατικό της πυρκαγιάς, ο Εναγόμενος 2 είπε ότι η φωτιά ήταν μόνο στην εξωτερική αποθήκη που είναι ξεχωριστό κομμάτι από το κατάστημα, το οποίο πλήγηκε μόνο από καπνούς. Οι ζημιές που είχαν προκληθεί από τους καπνούς, αφού πρώτα συμφωνήθηκαν με τον Ενάγοντα, αποκαταστάθηκαν πλήρως από εργολάβο κατόπιν ενεργειών των Εναγομένων. Η αποκατάσταση των ζημιών διήρκεσε περίπου ένα μήνα. Είχε προηγηθεί επιστολή ημερομηνίας 18.03.14 του δικηγόρου του Ενάγοντα με την οποίαν καλούσε την Εναγόμενη 1 να επιδιορθώσει τις ζημιές. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση του Ενάγοντα ότι η παράδοση της κατοχής των ενοικιασμένων χώρων πραγματοποιήθηκε στις 18.05.
  19. Καταλήγοντας ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι τα ενοίκια έχουν πληρωθεί μέχρι τις 31.12.13 (περιλαμβανομένου του ενοικίου του Δεκεμβρίου 2013), χωρίς να του επιστραφεί το ποσό της εγγύησης που έχει πληρωθεί προκαταβολικά. Διαφωνώντας με ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο μάρτυρας αρνείται ότι οφείλεται ποσό ύψους €14.000 μείον το ποσό της εγγύησης €3.500 για αποκατάσταση του πατώματος καθώς και ποσό €72.000 ως απώλεια ενοικίων επειδή η Εναγόμενη 1 υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το μέρος που ήταν παράνομο από την αρχή. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:

(1)Η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία.
(2)Ο Εναγόμενος 2 είναι μέτοχος και διευθυντής της Εναγομένης 1.
(3)Δυνάμει σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 12.08.11 που υπογράφηκε στην Πάφο, ο Ενάγοντας ενοικίασε το επίδικο κατάστημα στην Εναγόμενη 1 στη βάση όρων (Τεκμήριο 1).
(4)Δυνάμει σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 14.08.12 που υπογράφηκε στην Πάφο, ο Ενάγοντας ενοικίασε εφαπτόμενο στο κατάστημα χώρο στην Εναγόμενη 1 στη βάση όρων (Τεκμήριο 2).
(5)Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε δυνάμει συμφωνίας εγγύησης τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 απέναντι στον Ενάγοντα, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από τα πιο πάνω δύο έγγραφα ενοικίασης.
(6)Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29.10.13, η Εναγόμενη τερμάτισε μονομερώς τα προαναφερόμενα συμφωνητικά έγγραφα ενοικίασης.
(7)Η Εναγόμενη 1 παρέδωσε την κατοχή των ενοικιασμένων χώρων στον Ενάγοντα στις 18.05.14 αφαιρώντας και απομακρύνοντας κάθε κατασκεύασμα, πλην του τσιμεντένιου δαπέδου.
(8)Μετά την αποχώρηση της Εναγομένης 1 από τους ενοικιασμένους χώρους, το ποσό της εγγύησης ύψους €3.500 που η Εναγόμενη 1 είχε πληρώσει προκαταβολικά παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει στην κατοχή του Ενάγοντα.
(9)Η αίτηση με αρ. ΠΑΦ/0685/2012 για έκδοση πολεοδομικής άδειας που αφορούσε κατασκευής εξωτερικής / υπαίθριας αποθήκης στον εφαπτόμενο στο επίδικο κατάστημα χώρο, απορρίφθηκε.
(10)Η πολεοδομική άδεια ΠΑΦ/0854/99 ημερομηνίας 21.06.2000 προνοούσε την ανέγερση δύο ξεχωριστών καταστημάτων.
(11)Στον Ενάγοντα και στην Εναγόμενη 1 επιδόθηκε έγγραφο υπό τον τίτλο «Ειδοποίηση Επιβολής δυνάμει του άρθρου 46» ημερομηνίας 27.11.12 (Τεκμήριο 12). Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για τους άμεσα εμπλεκόμενους και πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν εξιστόρησε τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά επέλεξε να παρουσιάσει κατ' ισχυρισμό συμβάντα με τον τρόπο που θεώρησε ότι θα τον βόλευε και θα εξυπηρετούσε την εκδοχή του. Η εικόνα που αποκόμισα είναι ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Δεν ήταν άτομο αλήθειας. Αντιλήφθηκα ότι απέκρυβε ουσιώδη στοιχεία και απέφευγε να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό του από του να περιέλθει σε μειονεκτική θέση. Μέσα από την μαρτυρία του προέβηκε σε αναφορές που συγκρούονται με δικογραφημένες θέσεις του καθώς επίσης προέβαλε τοποθετήσεις που στερούνται λογικής. Ο σκοπός ενοικίασης των επίμαχων χώρων, όπως αυτός πηγάζει από τους όρους των συμφωνητικών εγγράφων ενοικίασης (Τεκμήρια 1 και 2), σε συνάρτηση με το εγκεκριμένο είδος χρήσης τους από την αρμόδια αρχή σχετίζονται άμεσα με επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας στην αντεξέταση του ερωτήθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων να αναφέρει το είδος χρήσης των χώρων που είχε ενοικιάσει στην Εναγόμενη 1, πλην όμως αυτός απέφυγε σκόπιμα να απαντήσει. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 02.03.22 σελίδα 8 γραμμές 25-28, το οποίο αποδεικνύει την πιο πάνω πονηρή αντίδραση του Ενάγοντα: «Ε. Για ποια χρήση ενοικιάσατε τα, επαραδόσατε τα στον Φ.; [Εναγόμενος 2 που είναι μέτοχος και διευθυντής της Εναγομένης 1 η οποία ενοικίασε τους χώρους από τον Ενάγοντα] Α. Το λοιπόν, πάνω σ' αυτό το θέμα ακούστε να δείτε . Ο Φ. ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν πειθαρχημένος, του είχα εμπιστοσύνη, ασχολείτου με θέματα εμπορίου.» Η προσπάθεια του συνηγόρου υπεράσπισης να αντεξετάσει τον Ενάγοντα ως προς το είδος ενοικίασης των επίμαχων χώρων μετατέθηκε σε περίοδο προγενέστερης της επίδικης ενοικίασης αλλά η αντίδραση του Ενάγοντα συνέχισε να είναι η ίδια, ήτοι να αποφεύγει να απαντήσει. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 02.03.22 σελίδες 8-10 γραμμή 29 και έπειτα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Ε. Κύριε μάρτυς, σας ρωτώ τώρα προτού τα δώσετε τα καταστήματα του Φ., είχε τα κάποιος άλλος; Α. Όταν εκάμαμεν το ενοικιαστήριο έγγραφο, εγώ είπα του τότε τα καταστήματα έπρεπε να. το λοιπόν να αλλάξει να γίνει για εμπόριο των πραγμάτων που ασχολείτουν ο Φ. Του παρουσίασα το ενοικιαστήριο και του είπα να το δει καλά γιατί υπάρχει και αυτό. Ο άνθρωπος το είδε. Το λοιπόν πάμε και μου λέει 'Μην ανησυχείς, κύριε Κ. είναι δουλεία δική μου'. Ε. Θέτετε τον εαυτό σας και θα μου επιτρέψετε να αντεξετάσω επί αυτού. Α. Είμαι έτοιμος να απαντήσω. Ε. Σας ρωτώ, ίσως είναι και η τρίτη φορά, τι χρήση έκαμνε ο προηγούμενος ενοικιαστής μέσα στα μαγαζιά; Α. Εγώ πήρα άδεια να κτίσω τα κτήρια αυτά. Ε. Η ερώτηση είναι ο προηγούμενος ενοικιαστής πώς τα χρησιμοποιούσε; Δικαστήριο: Να διαβαστεί ξανά η ερώτηση. (Επαναλαμβάνεται η τελευταία ερώτηση από την στενοτυπίστρια) Ο μάρτυρας συνεχίζει Α. Δεν τα χρησιμοποίησα εκείνα. Δικαστήριο: Εάν τα χρησιμοποιούσατε, ως τι θα τα χρησιμοποιούσατε;. Μάρτυρας: Ήταν θέμα δικό τους. Δικαστήριο: Πως το χρησιμοποιούσε ο προηγούμενος ενοικιαστής; Μάρτυρας: Δεν είχαμε ενοικιάσει το κατάστημα. Δικαστήριο: Δεν υπήρχε ενοικιαστής; Μάρτυρας: Όχι, δεν το είχα ενοικιάσει Δικαστήριο: Άρα ο πρώτος ενοικιαστής είναι ο Φ.; Μάρτυρας: Ο Φ., ο Εναγόμενος, είναι ο πρώτος ενοικιαστής εκείνου του καταστήματος. Ναι, το κατάστημα εκείνο το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο Φ.» Περαιτέρω ο Ενάγοντας προσπάθησε παραπλανητικά να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είχε ενοικιάσει τον επίμαχο χώρο στην Εναγόμενη 1 χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ως τι αυτός θα χρησιμοποιείτο. Η προσπάθεια του δεν με έχει πείσει. Εφόσον δεν είχε καθόλου υπόψη του ότι ο επίμαχος χώρος θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 1 ως υπεραγορά τροφίμων τότε γιατί ο όρος 4 του Τεκμηρίου 1 περιλαμβάνει ως συμφωνημένο είδος χρήσης, εκτός από «εμπορικούς σκοπούς γενικά», ρητή αναφορά ότι ο ενοικιαζόμενος χώρος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως «υπεραγορά τροφίμων». Πέραν αυτού όμως, η επικαλούμενη άγνοια του Ενάγοντα διαψεύδεται μέσα από την αντεξέταση του όταν δήλωσε πως με τη συνομολόγηση του συμφωνητικού εγγράφου είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο 2 ότι έπρεπε να προβεί σε ενέργειες για αλλαγή του είδους της χρήσης του καταστήματος ώστε η σκοπούμενη ενοικίαση του να ανταποκρίνεται στις επαγγελματικές δραστηριότητες της Εναγομένης
  1. Αυτό καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας γνώριζε από την αρχή ότι η Εναγόμενη 1 ασχολείτο με τη λειτουργία υπεραγοράς τροφίμων. Την ίδια στιγμή δείχνει ότι ο Ενάγοντας αναγνωρίζει πως με τον όρο 4 του Τεκμηρίου 1 είχε ενοικιάσει τον επίμαχο χώρο γνωρίζοντας ότι ο σκοπός της ενοικίασης απαγορευόταν από το υφιστάμενο καθεστώς του εγκεκριμένου είδους χρήσης από την αρμόδια αρχή. Προς επιβεβαίωση αυτού παραπέμπω στο πιο πάνω απόσπασμα που έχω καταγράψει αυτούσια (πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 02.03.22 σελίδα 8 γραμμές 30-31). Ο Ενάγοντας επίσης στην κυρίως εξέταση του απέκρυψε από το Δικαστήριο τα Τεκμήρια 10 και
  2. Πρόκειται για την πολεοδομική άδεια με αρ. ΠΑΦ/0460/91 ημερ. 11.11.91 και την άδεια οικοδομής αρ. 08348 ημερ. 25.06.91 που βάση αυτών, όπως ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να αποκαλύψει μέσα από την αντεξέταση του, ανεγέρθηκε το κτίριο. Δυνάμει του περιεχομένου τους, επρόκειτο για εργασίες κατασκευής ισόγειας οικοδομής που αποτελείτο από δύο καταστήματα με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο. Η πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 11) περιείχε όρους, ένας από τους οποίους περιέγραφε το είδος της εγκεκριμένης χρήσης που κατά το χρόνο θα έπρεπε να είχε η οικοδομή. Με βάση τον όρο 509 του Τεκμηρίου 11 τα καταστήματα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για σκοπούς λιανικού εμπορίου ή για τη λιανική πώληση. Μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς κουρείου, κομμωτηρίου ή για την παραλαβή αγαθών για πλύση, καθαρισμό ή επιδιόρθωση. Στην πορεία και προτού εμφανιστεί στο προσκήνιο η Εναγόμενη 1 να εκδηλώσει ενδιαφέρον για την ενοικίαση τους, φαίνεται ότι το είδος της εγκεκριμένης χρήσης των επιδίκων καταστημάτων είχε αλλάξει. Εάν κάποιος δικαιούταν να προβεί σε ενέργειες για να πετύχει αλλαγή στο είδος εγκεκριμένης χρήσης αυτή ήταν σίγουρα η πλευρά του Ενάγοντα που σχετίζονταν με την ιδιοκτησία τους. Αυτό αποκαλύπτεται από το Τεκμήριο
  3. Το Τεκμήριο 12 αναφέρει την ύπαρξη της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΠΑΦ/0854/99 ημερ. 21.06.2000, βάση της οποίας το εγκεκριμένο είδος χρήσης των καταστημάτων έχει αλλάξει σε εκθεσιακό χώρο. Αυτό καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνητικών εγγράφων ενοικίασης των χώρων με την Εναγόμενη 1, ο Ενάγοντας γνώριζε ότι το εγκεκριμένο είδος χρήσης τους ήταν διαφορετικό από αυτό που προνοείτο στη σύμβαση ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Με άλλα λόγια όταν ο Ενάγοντας παραχωρούσε τους χώρους στην Εναγόμενη 1 γνώριζε ότι το είδος της χρήσης τους που προνοούσε η μεταξύ τους σύμβαση δεν ήταν αυτή που είχε εγκριθεί για να χρησιμοποιούνται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία. Ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του απέκρυψε την ύπαρξη και του Τεκμηρίου 12, το οποίο και αυτό υποχρεώθηκε να αποκαλύψει μέσα από την αντεξέταση του. Πρόκειται για ουσιώδες έγγραφο που απευθύνεται στον ίδιο από την Επαρχιακή Λειτουργό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου αφού καταδεικνύει ότι το είδος της χρήσης των δύο καταστημάτων ήταν, ως ήδη λέχθηκε, μόνο ως εκθεσιακός χώρος και όχι ως υπεραγορά πώλησης τροφίμων που τον χρησιμοποιούσε η Εναγόμενη 1 δυνάμει της σύμβασης ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Προς υποστήριξη του σημείου αυτού γίνεται αναφορά στην πολεοδομική άδεια με αρ. ΠΑΦ/0854/99 ημερ. 21.06.2000, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε το είδος και ο σκοπός χρήσης των δύο καταστημάτων. Επαναλαμβάνω ότι διαπιστώνεται το γεγονός αυτό χρονικά να συνέβηκε προγενέστερα της υπογραφής των συμφωνητικών εγγράφων ενοικίασης των επιδίκων χώρων από την Εναγόμενη
  4. Από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού διαπιστώθηκε, κατόπιν επί τόπου επίσκεψης λειτουργών του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου, ότι είχαν γίνει αναπτύξεις για τις οποίες δεν είχε χορηγηθεί πολεοδομική άδεια, όπως η αυθαίρετη ενοποίηση ως ενός ενιαίου χώρου των δύο ξεχωριστών καταστημάτων που χρησιμοποιούνταν ως κατάστημα λιανικής πώλησης αντίς ως εκθεσιακοί χώροι που ήταν η εγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή, καθώς και η παράνομη ανέγερση υπαίθριας αποθήκης. Στην γραπτή του δήλωση που βασικά αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι είχε από την αρχή ενημερώσει την Εναγόμενη 1 πως το είδος εγκεκριμένης χρήσης των επίμαχων χώρων ήταν εκθεσιακός (§26 Ένδειξης 'Α'). Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που δεν δικογραφείται αλλά έντεχνα επινοήθηκε εκ των υστέρων από τον Ενάγοντα προκειμένου να επιρρίψει την ευθύνη της κατάστασης που δημιουργήθηκε και της εξέλιξης των γεγονότων στην Εναγόμενη
  5. Η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού βοηθά την υπόθεση του Ενάγοντα εις βάρος της εκδοχής των Εναγομένων. Αν η θέση αυτή ευσταθούσε τότε ο Ενάγοντας θα επέμενε να είχε σημειωθεί στη σύμβαση ενοικίασης που η πλευρά του έχει καταρτίσει, ως ο ίδιος παραδέχτηκε στην αντεξέταση του, ώστε ο ίδιος να είναι νομικά κατοχυρωμένος. Ο ίδιος, ως ανάφερε στο Δικαστήριο ήταν στο παρελθόν δικηγόρος, επομένως αν ίσχυε κάτι τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να μην προστάτευε νομικά τον εαυτό του. Έχοντας αυτά υπόψη μου κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου δεν τον αποδέχομαι. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι ο Ενάγοντας μέσα από την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι στην Εναγόμενη 1 δεν είχε ενοικιάσει δύο ξεχωριστά καταστήματα αλλά ένα ενιαίο χώρο. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά δικαστηρίου ημερ.02.03.22 σελίδα 26 γραμμές 7-10: «Ε. Συμφωνάτε τα δύο καταστήματα έχουν γίνει ένα όταν είχε παραδοθεί στον Φ.; Α. Ήταν ένα μεγάλο κατάστημα. Ε. Δηλαδή δεν έριξε κανένα μεσότοιχο; Α. Όχι, ήταν κατάστημα number one, ήταν μεγάλο και αυτό ήθελε ο Φ. να ενοικιάσει.» Να σημειωθεί για ότι μπορεί να χρησιμεύσει ότι ο Ενάγοντας αποδέχτηκε τελικά την ορθότητα και αλήθεια του Τεκμηρίου
  6. Κανένα ένδικο μέσο έχει ασκηθεί που να αμφισβητεί το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Εξ' ου και ο Ενάγοντας είπε ότι έχει συμμορφωθεί υπό την έννοια ότι έχει αποκαταστήσει τις παρανομίες που του υποδείχτηκαν με το Τεκμήριο
  7. Το εν λόγω τεκμήριο φέρει τίτλο 'Ειδοποίηση Επιβολής' και εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το έγγραφο αυτό ημερομηνίας 27.11.12 αναγνωρίστηκε από τον Ενάγοντα στα πλαίσια της αντεξέτασης του κατόπιν υπόδειξης του από τον συνήγορο των Εναγομένων. Με το έγγραφο είχαν κληθεί τόσο ο ενοικιαστής του χώρου (η Εναγόμενη 1) όσο και ο Ενάγοντας ως ο διαχειριστής του υποστατικού να τερματίσουν αμέσως τη χρήση του καταστήματος λιανικής πώλησης και επαναφέρουν το χώρο στην εγκεκριμένη τους χρήση που είναι εκθεσιακός χώρος, όπως εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της ειδοποίησης κατεδαφίσουν όλες τις παράνομες προσθήκες/επεκτάσεις και απομακρύνουν όλα τα υλικά και εντός του ιδίου χρονικού διαστήματος αφαιρέσουν τις διαφημιστικές πινακίδες της υπεραγοράς από τις προσόψεις του κτιρίου. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 12 και σε συνάρτηση με το ότι η Εναγόμενη 1 εγκατέλειψε τους επίμαχους χώρους τον Σεπτέμβριο 2013, καταδεικνύει ότι όλη αυτήν την περίοδο, δηλαδή από την αρχή που τέθηκαν σε ισχύ οι συμβάσεις ενοικίασης μέχρι που η Εναγόμενη 1 αποχώρησε από το μέρος, ήταν εις γνώση του Ενάγοντα ότι οι συμβάσεις εφαρμόζονταν υπό την έννοια ότι η επιχείρηση υπεραγοράς τροφίμων λειτουργούσε κατά παράβαση προνοιών της νομοθεσίας που αφορά τη νόμιμη χρήση υποστατικού. Σε ότι δε αφορά την αναφορά του Ενάγοντα στη γραπτή δήλωση του ότι υπέγραψε έντυπα που αφορούσαν αλλαγή χρήσης του καταστήματος από εκθεσιακό χώρο σε κατάστημα καθημερινής εξυπηρέτησης αναφορικά με την ενοικιάστρια Εναγόμενη 1 (§27 Ένδειξη 'Α'), με εξαίρεση την πολεοδομική αίτηση αρ. ΠΑΦ/0685/12 που αφορούσε την ανέγερση εξωτερικής/υπαίθριας αποθήκης που απορρίφθηκε από την αρμόδια αρχή στις 27.11.12, κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα η εν λόγω τοποθέτηση του να παραμείνει μετέωρη και κατ' επέκταση εκτεθειμένη. Προφανής ακόμη ήταν η προσπάθεια του Ενάγοντα να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τις παρανομίες που εντοπίστηκαν στο ακίνητο (Τεκμήριο 12), του οποίου είναι διαχειριστής και είχε ενοικιάσει στην Εναγόμενη
  8. Είναι γι' αυτό που αναφορές του γύρω από το θέμα αυτό κάθε άλλο παρά σταθερές ήταν. Ειδικότερα ενώ αρχικά είπε πως είχε συμμορφωθεί με τις καταγεγραμμένες παρανομίες στο εν λόγω έγγραφο, στη συνέχεια ο ίδιος αρνήθηκε ότι είχε σχέση μ' αυτές, αναφορά η οποία βεβαίως διαψεύδεται μέσα από τη συσχέτιση της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΠΑΦ/0854/99 ημερ. 21.06.2000 με το είδος της χρήσης που προνοεί η σύμβαση ενοικίασης (Τεκμήριο 1), της έκδοσης του Τεκμηρίου 12 και την περίοδο που παρήλθε μέχρι τον Σεπτέμβριο 2013 που η Εναγόμενη 1 είχε τερματίσει την ενοικίαση και τελικά εγκατέλειψε το ακίνητο. Ωστόσο έπειτα ο Ενάγοντας διαφοροποιήθηκε εκ νέου λέγοντας πως είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις παρανομίες που η αρμόδια αρχή του είχε υποδείξει γραπτώς με το Τεκμήριο
  9. Παραπέμπω στα πρακτικά του δικαστηρίου ημερ. 02.03.22 σελίδες 5-6 γραμμές 31, 4-5 αντίστοιχα και σελίδα 7 γραμμές 7-17: «Ε. Αυτό το έγγραφο το αναγνωρίζετε ότι το έχετε πάρει; (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα ένα έγγραφο) [Τεκμήριο 12] Δικαστήριο: Ναι κύριε; . Κύριε μάρτυς; (Ο μάρτυρας δεν απαντά) Αναγνωρίζετε ότι πήρατε έτσι έγγραφο; Μάρτυρας Βέβαια, αλλά για το περιεχόμενο του, όμως θέλω να πω ότι εμείς συμμορφωθήκαμε» Ακολούθως: «Ε. Κύριε μάρτυς, δεν ρώτησα για τα κτίσματα, τον πηλό, τα παράθυρα. Σε ρώτησα για τη χρήση του. Λέει εδώ έχει μια διαφορά μαζί του ενός τεκμηρίου και του άλλου για τα ίδια καταστήματα. Α. Σας απαντώ, ότι τα έκτισα και μου υπέδειξε η Πολεοδομία τι ήταν παράνομο και συμμορφώθηκα και πήρα τις άδειες. Ε. Δηλαδή, κύριε μάρτυς, το 2000 αλλάξατε με άλλην αίτηση τη χρήση των καταστημάτων που κτίσατε το 91; Α. Εφόσον, κύριε Πρόεδρε, απαντώ και λέγω ό,τι έκτισα παράνομο, σύμφωνα με τους όρους της Πολεοδομίας, συμμορφώθηκα και το διόρθωσα και τώρα λειτουργούν μια χαρά, χωρίς παρανομία και λειτουργούν τα καταστήματα με τους όρους που έδωσε η Πολεοδομία. Ε. Κύριε μάρτυς, ξαναπάμε πίσω στην ειδοποίηση επιβολής, το Τεκμήριο
  10. Κάνατε κάποιο διάβημα για να ματαιωθεί εκείνη η ειδοποίηση επιβολής που σας έδειξα προηγουμένως, το Τεκμήριο 12; Α. Βλέπω μόνο σχέδια, δεν βλέπω στο τέλος της σελίδας σχετικά με την παράγραφο
  11. Κύριε Πρόεδρε, δεν έκτισα αυτά τα οποία μας υπέδειξε η Πολεοδομία ότι ήταν παράνομα. . Ε. Σας λέω στο Τεκμήριο 12, στη δεύτερη σελίδα παράγραφος των σημειώσεων
  12. Α. Εγώ συμμορφώθηκα πλήρως.» Παλινδρομική στάση ο Ενάγοντας επέδειξε και σε ερώτηση που του υπεβλήθηκε αν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως κατηγορούμενος αντιμετωπίζοντας κατηγορία που σχετίζεται με την παράνομη αλλαγή χρήσης του υποστατικού. Η πρώτη του αντίδραση ήταν κατηγορηματικά αρνητική απορρίπτοντας να συνέβηκε κάτι τέτοιο. Όταν όμως στην αντεξέταση του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 13 που ήταν το ποινικό έντυπο αρ.7 στο οποίο αναγραφόταν το όνομα του ως ένας από τους κατηγορουμένους στην ποινική υπόθεση αρ. 14106/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο Ενάγοντας ελίχθηκε λέγοντας πως δεν θυμάται. Αμφότερες βεβαίως απαντήσεις του συγκρούονται με την παράγραφο 7 του δικογράφου του με τον τίτλο 'απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση' όπου δέχεται την συμπερίληψη του ονόματος του ως κατηγορουμένου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση. Συνεπώς το πρόβλημα που εστιάζεται δεν ήταν απλώς στο ότι το κατάστημα δεν διέθετε άδεια χρήσης ως υπεραγορά τροφίμων αλλά στο γεγονός ότι υπήρχε εγκεκριμένη άδεια χρήσης μόνο ως εκθεσιακός χώρος που ήταν εκ διαμέτρου διαφορετικής φύσεως από το είδος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης της Εναγομένης 1, κατά παράβαση της οποίας εγκεκριμένης άδειας χρήσης η επιχείρηση λειτουργούσε στους ενοικιαζόμενους χώρους. Η παράνομη λειτουργία της επιχείρησης της Εναγομένης 1 φαίνεται, όπως ήδη διαπιστώθηκε, από την αρχή να ήταν εις γνώση του Ενάγοντα. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου οι αντιφατικές τοποθετήσεις του Ενάγοντα στο ζήτημα ενοικίασης των χώρων σε άλλο πρόσωπο. Συγκεκριμένα ενώ αποτελεί δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι μετά που η Εναγόμενη 1 εγκατέλειψε το ακίνητο ο χώρος ενοικιάστηκε σε άλλο πρόσωπο για συγκεκριμένη περίοδο έναντι καθορισμένου μηνιαίου ενοικίου (§19 έκθεσης απαίτησης), θέση που επανέλαβε με τη γραπτή του δήλωση στην κυρίως εξέταση του (§18 Ένδειξης 'Α') και επιχείρησε να ενισχύσει με την κατάθεση εγγράφου υπό τον τίτλο 'Ενοικιαστήριο Έγγραφο' (Τεκμήριο 9), στην αντεξέταση του προέβαλε μία εντελώς αντιφατική θέση αναφέροντας ότι δεν υπήρξε άλλος ενοικιαστής μετά την Εναγόμενη
  13. Παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 02.03.22 σελίδα 26 γραμμές 11-19: «Ε. Μας είπατε κάνατε προσπάθεια να βρείτε άλλον ενοικιαστή - Α. Πριν τον Φ., σου είπα. Ε. Κύριε μάρτυς, μετά του Φ. τώρα εποχή, τι ενέργειες κάνατε για να βρείτε ενοικιαστή για να μπει στο κατάστημα που άφησε ο Φ.; Α. Ο Φ. έμεινε εκεί ορισμένα χρόνια. Δεν μου έδωσε αφορμή ο Φ.. Δικαστήριο: Δεν βρήκατε άλλον ενοικιαστή; Μάρτυρας: Όχι.» Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για να του καταβληθεί ποσό €14.000 στα πλαίσια αναγκαίας αντικατάστασης πατωμάτων λόγω πυρκαγιάς, στερείται θεμελίωσης. Κατ' αρχήν ο αρχιτέκτονας Σ. Α. στην έκθεση του ημερ. 12.03.14 (μέρος Τεκμηρίου 5Α), προφανώς μετά από επιθεώρηση του χώρου, κρίνει ότι το πάτωμα έκτασης 485 τ.μ. χρήζει καθαριότητας/γυάλλισμα και ότι τέτοια εργασία θα θεωρείτο αποκατάσταση της ζημιάς (σημείο 4 της έκθεσης). Παράλληλα με την καθαριότητα του πατώματος ο εν λόγω αρχιτέκτονας έκρινε ότι μέρος του έχρηζε επιδιόρθωσης στη μορφή, βαθμό και έκταση που περιγράφει στην έκθεση του. Ο Ενάγοντας στην μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν προέβηκε στη συγκεκριμένη επιδιορθωτική μαρτυρία. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι του είχε υποδειχτεί πως η εν λόγω εργασία που εκτέλεσε δεν είχε γίνει σε ικανοποιητικό βαθμό. Την ίδια στιγμή παρατηρώ ότι ο ενοικιαστής που ενοικίασε το χώρο μετά που η Εναγόμενη 1 εγκατέλειψε το ακίνητο επιθυμούσε την αγορά και τοποθέτηση στο δάπεδο του χώρου που είχε ενοικιάσει κεραμικό πρώτης ποιότητας συνολικής αξίας €14.
  14. Προέβηκε σε σχετική συμφωνία με τον Ενάγοντα και τούτο φαίνεται από τον όρο 1Β του συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης ημερ. 15.07.14 (Τεκμήριο 9). Δεν αναφέρεται στο έγγραφο αν η αντικατάσταση αφορά αναγκαία για την οικοδομή ανακαίνιση ή απλά απαίτηση του ενοικιαστή. Ο αρχιτέκτονας με επιπλέον έκθεση του ημερ. 14.06.14 εντοπίζει τώρα την ανάγκη τοποθέτησης νέου κεραμικού αξίας €14.000 σε δάπεδο έκτασης 600 τ.μ. (μέρος Τεκμηρίων 6Α & 7Α και Τεκμήριο 8). Προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα που αφορούν την αναγκαιότητα αντικατάστασης του κεραμικού στο πάτωμα, το λόγο που πρέπει να είναι κεραμικό πρώτης ποιότητας, αν το κεραμικό πρώτης ποιότητας έχει την κατ' ισχυρισμό αξία που διεκδικείται, εξήγηση γιατί η έκταση του δαπέδου διαφέρει από την μια περίπτωση στην άλλη και δικαιολόγηση της κατάληξης στο ποσό των €14.000, Ο αρχιτέκτονας δεν κλήθηκε για να εξηγήσει το σκεπτικό του και να παραθέσει τους υπολογισμούς του και γενικότερα την έρευνα που τυχόν έκανε. Τα πιο πάνω ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα. Το δε περιεχόμενο των εκθέσεων του παρέμεινε χωρίς τεκμηρίωση και δίχως οποιασδήποτε αξίας. Ουδεμία βαρύτητα μπορώ να αποδώσω στις εν λόγω εκθέσεις (μέρος Τεκμηρίωνα 5-7 και το Τεκμήριο 8). Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα στερείται απόδειξης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όπως διαπιστώνεται από τα πιο πάνω η μαρτυρία του Ενάγοντα είναι διάτρητη από ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ παράλληλα διαπνέεται από στοιχείο προσωπικού συμφέροντος. Ένεκα αυτών η αξιοπιστία του έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Δεν μπορώ να βασιστώ σ' αυτήν για να με οδηγήσει σε ασφαλή ευρήματα. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Ο Εναγόμενος 2 δεν δημιούργησε ούτε αυτός θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Προέβαλε εκδοχή που θεωρούσε βολική για τον ίδιο ώστε να τον προστατεύσει από ευθύνες που του αναλογούν σχετικά με την εξέλιξη των γεγονότων της υπόθεσης. Μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε αντιλήφθηκα ότι δεν πρόκειται για φιλαλήθη άτομο αφού αναφορές του συγκρούονται με έγγραφα που ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι το περιεχόμενο τους ήταν εις γνώση του, τοποθετήσεις του στερούνται λογικής και προβαλλόμενες θέσεις του διαψεύδονται από αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η αντεξέταση του ήταν εκτεταμένη μέσα από την οποίαν υπαναχώρησε από δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενώ όταν στριμώχτηκε έδωσε απαντήσεις που καταρρίπτονται ως αβάσιμες. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Εναγομένου 2 ότι στηρίχτηκε στο ενοικιαστήριο έγγραφο που υπέγραψε (Τεκμήριο 1) παραπέμποντας μάλιστα στον όρο 4 αυτού και στις άδειες που ο Ενάγοντας του παρουσίασε (Τεκμήρια 10 & 11), τα οποία, όπως λέει, του επέτρεπαν να χρησιμοποιήσει το ακίνητο ως υπεραγορά τροφίμων. Με κάθε σεβασμό η θέση αυτή του μάρτυρα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο όρος 4 του Τεκμηρίου 1 τον οποίον ο μάρτυρας επικαλέστηκε, παρέχει συμβατικό δικαίωμα χρήσης του υποστατικού ως υπεραγορά τροφίμων υπό την έννοια ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει σε τέτοια δυνατότητα αλλά αυτό δεν σημαίνει και ούτε ερμηνεύεται ότι συνιστά πιστοποίηση της εγκεκριμένης άδειας χρήσης του υποστατικού. Το είδος της εγκεκριμένης χρήσης καθορίζεται από σχετική άδεια και αυτό ήταν εις γνώση του Εναγομένου
  15. Εξ' ου, όπως είπε, είχε ζητήσει να δει σχετικές άδειες και ο Ενάγοντας του υπέδειξε τα Τεκμήρια 10 &
  16. Στην μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 είπε ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 10 & 11 στη δεύτερη συνάντηση του που είχε με τον Ενάγοντα στο επίδικο υποστατικό και προτού υπογράψει τα συμφωνητικά έγγραφα ενοικίασης (Τεκμήρια 1 & 2). Έχοντας αυτά τα έγγραφα στην κατοχή του, ο Εναγόμενος 2 γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτό που ενδιαφερόταν να ενοικιάσει έπρεπε να ήταν δύο ξεχωριστά καταστήματα και μία υπόγεια αποθήκη. Αυτούς τους χώρους έπρεπε να είχε ενώπιον του αφού αυτή ήταν η περιγραφή που διδόταν στις σχετικές άδειες. Ωστόσο αυτό που από την αρχή μπορούσε να διαπιστώσει μέσα από τις επί τόπου επιθεωρήσεις του ήταν ένας ενιαίος χώρος. Αναφορά δε για ύπαρξη υπόγειου αποθηκευτικού χώρου δεν γίνεται από μέρους του Εναγομένου
  17. Χωρίς να διερωτηθεί, δίχως να ζητήσει εξηγήσεις από τον Ενάγοντα και χωρίς να προβεί σε έρευνα γι' αυτές τις αποκλίσεις, υπογράφει αβίαστα τα Τεκμήρια 1 και 2 επενδύοντας χρήματα για τη λειτουργία της επιχείρησης του. Περαιτέρω παρόλο ότι στην αντεξέταση του αναγνώρισε ότι χρειαζόταν η έκδοση σχετικής άδειας για την ανέγερση εξωτερικής αποθήκης αφού κάτι τέτοιο δεν προνοείτο στις σχετικές άδειες που όπως λέει ο Ενάγοντας του είχε υποδείξει και παρά το γεγονός ότι παραδέχτηκε πως δεν είχε φροντίσει να την εξασφαλίσει, εντούτοις κατά παράβαση της νομοθεσίας προχώρησε στην ανέγερση της. Η θέση που προέβαλε ότι για την έκδοση της σχετικής άδειας ευθυνόταν συμβατικά ο Ενάγοντας, αποτελεί απεγνωσμένη προσπάθεια του Εναγομένου 2 να μετακυλήσει την εν λόγω υποχρέωση στον Ενάγοντα. Ωστόσο ο όρος υπό τον τίτλο 'ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ' του Τεκμηρίου 2 που αφορά την ενοικίαση εξωτερικού χώρου εφαπτόμενου του ενιαίου καταστήματος στον οποίον ανεγειρόταν παράνομα η οικοδομή, αφήνει τον εν λόγω ισχυρισμό του εκτεθειμένο. Με βάση τον όρο αυτό, δηλώνεται ρητά ότι η Εναγόμενη 1, ως ενοικιαστής που είναι, έχει την υποχρέωση προτού προβεί στην ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής να εξασφαλίσει όλες τις άδειες που η νομοθεσία εκάστοτε προνοεί. Ο δε Ενάγοντας απλά οφείλει να συνεργαστεί υπογράφοντας τα σχετικά έντυπα ως διαχειριστής του ακινήτου που είναι. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε ότι η εγκεκριμένη άδεια χρήσης του ακινήτου δεν είναι για υπεραγορά τροφίμων μέσα του έτους 2012 όταν είχε απορριφθεί η αίτηση που υπεβλήθηκε για την ανέγερση του εξωτερικού αποθηκευτικού χώρου. Παρόλα αυτά στις 14.08.12 υπέγραψε το Τεκμήριο 2 που ήταν η ενοικίαση του εξωτερικού χώρου που επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει ως εξωτερική αποθήκη. Επειδή η ακριβής ημερομηνία που ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε της απόρριψη της πιο πάνω αίτησης δεν είναι γνωστή στο Δικαστήριο, δύο ενδεχόμενα προκύπτουν. Είτε ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε την απόρριψη της άδειας, πλην όμως προχώρησε στην υπογραφή του Τεκμηρίου
  18. Είτε δεν περίμενε να πληροφορηθεί το αποτέλεσμα της αίτησης και προχώρησε στην υπογραφή του Τεκμηρίου
  19. Ότι και να ισχύει καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι δεν ενδιαφέρονταν για το νόμιμο καθεστώς εγκεκριμένης χρήσης των χώρων που ενοικίαζαν. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι παρέμειναν στο χώρο λειτουργώντας την υπεραγορά τροφίμων εισπράττοντας έσοδα. Ακολούθησε η έκδοση του Τεκμηρίου 12 τον Νοέμβριο 2012, την ισχύ της οποίας οι Εναγόμενοι φαίνεται να αποδέχτηκαν. Παραγνωρίζοντας το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου η Εναγόμενη 1 συνέχισε να βρίσκεται στο χώρο αποκομίζοντας περαιτέρω οφέλη από τη λειτουργία της υπεραγοράς τροφίμων. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε μέσα από την αντεξέταση του η υπεραγορά τροφίμων της Εναγομένης 1 συνέχισε να λειτουργεί παράνομα εκεί μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2013 που τερμάτισε τη λειτουργία της στον επίδικο χώρο. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 1 με επιστολή ημερ. 29.10.13 του δικηγόρου της προχώρησε σε τερματισμό των συμβάσεων ενοικίασης επειδή το εγκεκριμένο είδος χρήσης τους δεν μπορεί να της χρησιμεύσει για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης της (Τεκμήριο 3). Η ανησυχία της αυτή συγκρούεται με τη συμπεριφορά που επέδειξε και έχει περιγραφεί αμέσως πιο πάνω. Εκδήλωσε την ανάγκη να τερματίσει τις συμβάσεις ένα χρόνο μετά που περιήλθε το πιο πάνω γεγονός εις γνώση της. Στο χρόνο που παρήλθε συνέχισε να δεσμεύεται από τις συμφωνίες εξακολουθώντας να ενοικιάζει τους χώρους και να καταβάλλει ενοίκια λειτουργώντας την υπεραγορά τροφίμων. Η εξήγηση που ο Εναγόμενος 2 έδωσε όταν ερωτήθηκε γι' αυτό ήταν ότι ανέμενε να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου και ότι είχε στηριχτεί σε προφορική διαβεβαίωση του Ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό στον μάρτυρα, η αναφορά του αυτή στερείται λογικής. Μπροστά στην απόρριψη της αίτησης για ανέγερση εξωτερικής αποθήκης, στο Τεκμήριο 12 με ρητό και σαφές περιεχόμενο του που δεν αμφισβητήθηκε και στην πληροφόρηση για ύπαρξη άλλων αδειών που καθορίζουν το εγκεκριμένο είδος χρήσης του επίδικου υποστατικού ως εκθεσιακό χώρο, η πιο πάνω τοποθέτηση του μάρτυρα ουδεμία σχέση είχε με το υφιστάμενο πραγματικό καθεστώς που ήταν ήδη εις γνώση του. Εν πάση περιπτώσει, για ότι μπορεί να σημαίνει αυτό ο Εναγόμενος 2 στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε σε ότι αφορά το χρόνο παράδοσης της κατοχής του υποστατικού. Ειδικότερα ενώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων αναφέρει ότι η παράδοση της κατοχής του χώρου που ενοικίαζε από τον Ενάγοντα πραγματοποιήθηκε στις 28.12.13 (§16 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης), στην αντεξέταση του ο μάρτυρας δήλωσε πως η παράδοση τελικά έγινε στις 18.05.
  20. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι το ενοίκιο του Δεκεμβρίου 2013 είχε πληρωθεί. Πιεζόμενος στην αντεξέταση όπου του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης επικαλείται ως λόγο που δεν οφείλει όχι την πληρωμή του αλλά την ανάγκη συμψηφισμού του με το ποσό της εγγύησης που δεν του είχε επιστραφεί, ο εν λόγω μάρτυρας δεν δίστασε να διαφωνήσει με την αλήθεια του δικού του δικογραφημένου ισχυρισμού. Η επίκληση τους συμψηφισμού δημιουργεί σκιές ως προς την πραγματοποίηση πληρωμής. Την ίδια στιγμή η μη προσκόμιση στοιχείων που να τεκμηριώνει τέτοια πληρωμή, όπως για παράδειγμα απόδειξη πληρωμής ή είσπραξη ανάλογου ποσού, έμβασμα χρημάτων, έκδοση επιταγής κ.λ.π., καταρρίπτει ως αναληθή τον εν λόγω ισχυρισμό του μάρτυρα. Στη βάση αυτών των δεδομένων η αξιοπιστία του Εναγομένου 2 έχει υποστεί ανεπανόρθωτο ρήγμα εκμηδενίζοντας παράλληλα την πειστικότητα της μαρτυρίας του απέναντι στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή πρεσβεύει τα γεγονότα αυτά που πραγματικά διαδραματίστηκαν μέσα από τα επίδικα περιστατικά. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-12 ως γεγονότα που έχουν συμβεί, ενώ σε σχέση με τα Τεκμήρια 13 και 14 ουδεμία βαρύτητα τους αποδίδεται επειδή καμία αξία προσθέτουν στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα στην ουσία της υπόθεσης. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς επίσης τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Ο Ενάγοντας γνώριζε από την αρχή ότι θα ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό στην Εναγόμενη 1 ως υπεραγορά τροφίμων χωρίς όμως να διαθέτει εγκεκριμένη άδεια χρήσης για τέτοιες επαγγελματικές δραστηριότητες από την αρμόδια αρχή. Κατ' ακρίβεια ο ίδιος από την αρχή γνώριζε ότι το επίδικο υποστατικό διέθετε εγκεκριμένη άδεια χρήσης από την αρμόδια αρχή ως εκθεσιακός χώρος δυνάμει της πολεοδομικής άδειας αρ. ΠΑΦ/0854/99 ημερομηνίας 21.06.
  21. Πριν από την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2 οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι αυτό που είχαν ενώπιον τους για ενοικίαση διέφερε από αυτό που προνοείτο από την άδεια που είχε εκδοθεί από την αρμόδια αρχή. Οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν τη λειτουργία υπεραγοράς τροφίμων σε χώρο που γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν ότι επί τόπου παρουσίαζε διαφορές με την σχετική άδεια της αρμόδιας αρχής. Στην πορεία η Εναγόμενη 1 ανέγειρε εξωτερική αποθήκη χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει σχετική άδεια οικοδομής. Όταν εκ των υστέρων προσπάθησε να αποκτήσει, η αίτηση της απορρίφθηκε από την αρμόδια αρχή. Το αποτέλεσμα της αίτησης, είτε αυτό είχε γνωστοποιηθεί είτε αναμενόταν, δεν εμπόδισε την Εναγόμενη 1 να υπογράψει το Τεκμήριο 2 ενοικιάζοντας το χώρο για τον οποίον είχε υποβάλει αίτηση για να χρησιμοποιείται ως εξωτερική αποθήκη της υπεραγοράς τροφίμων που λειτουργούσε εκεί. Στις 27.11.2 εκδόθηκε έγγραφο από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου υπό τον τίτλο «Ειδοποίηση Επιβολής δυνάμει του άρθρου 46» ημερομηνίας 27.11.12, το περιεχόμενο του οποίου τέθηκε εις γνώση τόσο του Ενάγοντα όσο και της Εναγομένης
  22. Κατόπιν επί τόπου επίσκεψης λειτουργών του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου, διαπιστώθηκε ότι είχαν γίνει αναπτύξεις για τις οποίες δεν είχε χορηγηθεί πολεοδομική άδεια, όπως η αυθαίρετη ενοποίηση ως ενός ενιαίου χώρου των δύο ξεχωριστών καταστημάτων που χρησιμοποιούνταν ως κατάστημα λιανικής πώλησης αντίς ως εκθεσιακοί χώροι που ήταν η εγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή, καθώς και η παράνομη ανέγερση υπαίθριας αποθήκης. Η αρμόδια αρχή κάλεσε τόσο τον Ενάγοντα, ως διαχειριστή του χώρου, όσο και την Εναγόμενη 2, ως ενοικιαστή του ακινήτου, να τερματίσουν αμέσως τη χρήση του καταστήματος λιανικής πώλησης και να επαναφέρουν το χώρο στην εγκεκριμένη τους χρήση που είναι εκθεσιακός χώρος, όπως εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της ειδοποίησης κατεδαφίσουν όλες τις παράνομες προσθήκες/επεκτάσεις και απομακρύνουν όλα τα υλικά και εντός του ιδίου χρονικού διαστήματος αφαιρέσουν τις διαφημιστικές πινακίδες της υπεραγοράς από τις προσόψεις του κτιρίου. Παρά τα πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 παρέμεινε στο χώρο λειτουργώντας παράνομα την υπεραγορά τροφίμων εις γνώση του Ενάγοντα μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2013 που τερματίστηκε η λειτουργία της στο χώρο εκείνο υπό την έννοια ότι υπήρξε παραβίαση προνοιών της σχετικής νομοθεσίας που αφορά τη νόμιμη χρήση υποστατικού. Η παράνομη λειτουργία στο πιο πάνω χρονικό διάστημα γινόταν με αμοιβαίο οικονομικό όφελος για τους διαδίκους αφού ο μεν Ενάγοντας συνέχισε να εισπράττει ενοίκια από την ενοικίαση των χώρων και η δε Εναγόμενη 1 συνέχισε να αποκομίζει χρήματα από την πώληση τροφίμων. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Κατά πόσο η συμφωνία καταρτίστηκε νόμιμα και έγκυρα: Με βάση το άρθρο 3 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96) μετά των συναφών τροποποιήσεων η χρήση μιας οικοδομής εγκρίνεται από άδεια που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή. Ουδείς μπορεί να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί σχετική άδεια γι' αυτό από την αρμόδια αρχή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο που οι συμβάσεις ενοικίασης καταρτίστηκαν οι επίμαχοι χώροι συνιστούσαν δύο διαχωρισμένα καταστήματα των οποίων η εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή άδεια χρήσης ήταν εκθεσιακός χώρος. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ενώ γνώριζε ποια ήταν η εγκεκριμένη χρήση των επίμαχων χώρων, ο Ενάγοντας προχώρησε στον καταρτισμό και υπογραφή σύμβασης που περιείχε όρο για αποκλειστική χρήση τους από την Εναγόμενη 1 «μόνο ως κατάστημα και/ή ως υπεραγορά τροφίμων και/ή για σκοπούς της επιχείρησης του ενοικιαστή ή για εμπορικούς σκοπούς γενικά». Ήταν εις γνώση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 ενοικίαζε τους επίμαχους χώρους, τους οποίους θα χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία υπεραγοράς τροφίμων ως προνοείτο από τη σύμβαση ενοικίασης αλλά την ίδια στιγμή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 του Κεφ.96 αφού δεν υπήρχε άδεια από την αρμόδια αρχή για τη χρήση που προνοούσε η εν λόγω σύμβαση. Όπως ήδη λέχθηκε, η πλευρά του Ενάγοντα έχει καταρτίσει τις εν λόγω συμβάσεις ενοικίασης (Τεκμήρια 1 και 2). Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149) μετά των συναφών τροποποιήσεων προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη. Ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται ότι είναι παράνομος αν είναι τέτοιας χρήσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Εδώ διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας κατάρτισε τις δύο συμβάσεις ενοικίασης γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ο σκοπός ενοικίασης των χώρων δεν μπορούσε να υλοποιηθεί επειδή παραβίαζε πρόνοιες του Κεφ.
  23. Ενοικίασε τους χώρους για το είδος χρήσης που σημειώνεται στον όρο 4 του Τεκμηρίου 1 ενώ από την αρχή γνώριζε ότι η εγκεκριμένη χρήση τους ήταν ως εκθεσιακός χώρος και ότι δεν υπήρχε εκδομένη άδεια από την αρμόδια αρχή για αλλαγή στο είδος της χρήσης που η Εναγόμενη 1 νόμιζε ότι μπορούσε να εφαρμόσει για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης της. Ούτε και υπήρχε πρόθεση από μέρους του Ενάγοντα για να εξασφαλιστεί τέτοια άδεια. Παρόλο ότι στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι δεν εγείρουν κατά τρόπο ρητό και σαφή ζήτημα παράνομης σύμβασης που διαθέτει παράνομο σκοπό υπό την έννοια να το καθιστά επίδικο, εντούτοις σύγκριση του περιεχομένου των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης αναδεικνύει την ύπαρξη τέτοιου θέματος με αποτέλεσμα να χρήζει αυτεπάγγελτη εξέταση στα πλαίσια δικαστικού καθήκοντος που απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας (Ιωάννου v. Μουσκάλλη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595). Εξετάζοντας αυτεπάγγελτα το θέμα στη βάση των πιο πάνω δεδομένων διαπιστώνω ότι οι επίμαχες συμβάσεις διαπνέονται έκδηλα από στοιχείο παρανομίας με τον Ενάγοντα να είναι το μέρος που γνώριζε για την παρανομία που τις χαρακτηρίζει. Η παρανομία που εντοπίζεται και έχει εξηγηθεί καθιστά τα συμφωνητικά έγγραφα, ήτοι τα Τεκμήρια 1 και 2 που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα για τον ίδιο σκοπό, άκυρα. Έχοντας τον ίδιο σκοπό, η μία σύμβαση έχει μολύνει την άλλη. Το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει παράνομες συμβάσεις και δεν θα επιβραβεύσει τον διάδικο που επιδιώκει θεραπεία που πηγάζει από σύμβαση που ο ίδιος ευθύνεται για την παρανομία της. Με γνώμονα την αρχή αυτή και έχοντας υπόψη μου ότι τα συμφωνητικά έγγραφα είναι άκυρα, η κατάληξη της απαίτησης του Ενάγοντα είναι προδιαγεγραμμένη. Δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη του άρθρου 65 του Κεφ.149, οι πρόνοιες του οποίου σημειώνουν την υποχρέωση του προσώπου που προσπορίστηκε όφελος δυνάμει της παράνομης συμφωνίας να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Ωστόσο ο Ενάγοντας μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν διεκδικεί τέτοιας μορφής αποζημίωσης και ούτε ισχυρίζεται θεραπεία δυνάμει του δικαίου αποκατάστασης. Συνεπώς η ενασχόληση μου με το ζήτημα αυτό σταματά εδώ. Αποτέλεσμα αξιολόγησης μαρτυρίας του Ενάγοντα σε σχέση με τις αξιούμενες θεραπείες της απαίτησης: Για τους λόγους που έχουν αναλυτικά εξηγηθεί, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή επειδή κρίθηκε αναξιόπιστη και μηδενικής πειστικότητας. Παράλληλα για τους λόγους που επίσης έχουν αναλυτικά αναφερθεί δεν έχει αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια 5-8 υπό την έννοια της αποδεικτικής αξίας. Η εξέλιξη αυτή καθιστά την απαίτηση του Ενάγοντα να στερείται θεμελίωσης και κατ' επέκταση εκτεθειμένη σε απόρριψη. Την ίδια στιγμή οι θεραπείες που ο Ενάγοντας επιδιώκει σχετικά με την απαίτηση του δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Η θέση των Εναγομένων περί εξαπάτησης τους από τον Ενάγοντα - Τερματισμός Συμφωνητικών Εγγράφων: Αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι εξαπατήθηκαν από τον Ενάγοντα ως προς τον σκοπό χρήσης των επίμαχων χώρων που είχαν ενοικιάσει. Το άρθρο 17 του Κεφ.149 παρέχει τον ορισμό της απάτης. Η απάτη επηρεάζει την ελεύθερη συναίνεση που πρέπει να παρέχεται και αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο συνομολόγησης μιας συμφωνίας, ως αναφέρεται στο άρθρο 10
(1)του Κεφ.149. Η ύπαρξη του στοιχείου απάτης στερεί από το αθώο μέρος την παροχή ελεύθερης συναίνεσης επειδή συμφωνεί χωρίς να γνωρίζει όλα τα αληθή δεδομένα ώστε να λάβει μία ανεπηρέαστη κρίση. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)του Κεφ.149, αν η συναίνεση εξασφαλίστηκε συνεπεία απάτης η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του συμβαλλόμενου μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Ωστόσο δυνάμει του άρθρου 19
(2)της ίδιας νομοθεσίας, ο συμβαλλόμενος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης δύναται να επιλέξει να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης. Το δε άρθρο 19
(3)της ίδιας νομοθεσίας σημειώνει ότι αν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση δεν θα είναι ακυρώσιμη αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας απέκρυψε από τους Εναγομένους το είδος της εγκεκριμένης χρήσης των επιδίκων χώρων. Παραπλανητικά τους δημιούργησε την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι προς ενοικίαση χώροι ήταν αδειούχοι για διαφορετική χρήση. Μάλιστα για να εξασφαλίσει τη συναίνεση τους, τους υπέδειξε τα Τεκμήρια 10 και 11 που ήταν η προγενέστερη άδεια χρήσης που οι ενοικιαζόμενοι χώροι είχαν. Βέβαια οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποταθούν στις αρμόδιες αρχές και να διαπιστώσουν ότι η εγκεκριμένη χρήση των χώρων που επιθυμούσαν να ενοικιάσουν διέφερε από αυτή που τους είχε πει ο Ενάγοντας και είχε σημειώσει στη σύμβαση ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Έχει ήδη λεχθεί ότι ο Εναγόμενος 2 πριν από την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2 μπορούσε να διαπιστώσει αποκλίσεις ανάμεσα στα Τεκμήρια 10 και 11 που του υποδείχτηκαν και των χώρων που είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει επί τόπου. Είχε το ερέθισμα να ελέγξει περαιτέρω την κατάσταση που είχε ενώπιον του. Σε κάθε περίπτωση μπορούσε αν δοκίμαζε να ελέγξει την ορθότητα τω εγγράφων που ο Ενάγοντας του έδωσε, τα οποία σημείωναν το είδος της χρήσης των προς ενοικίαση χώρων. Δεν προβληματίστηκε και δεν ερεύνησε. Αντ' αυτού υπέγραψε αβίαστα τα Τεκμήρια 1 και
  1. Δεν έχω αμφιβολία ότι με εύλογη επιμέλεια οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να διαπιστώσουν την άδεια χρήσης που πραγματικά διέθεταν οι επίμαχοι χώροι. Πέραν αυτού, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά ότι είχαν εξαπατηθεί από τον Ενάγοντα μέσα του έτους
  2. Επέλεξαν όμως να μην αποχωρήσουν. Γι' αυτό δεν ενημέρωσαν τον Ενάγοντα. Συνέχισαν να λειτουργούν την υπεραγορά τροφίμων και συνέχισαν να καταβάλλουν ενοίκια στον Ενάγοντα. Η συμπεριφορά που επέδειξαν να παραμείνουν ενοικιαστές των χώρων συνεχίζοντας τη λειτουργία της υπεραγοράς τροφίμων εισπράττοντας οικονομικό όφελος εκλαμβάνεται ως απόφαση τους να εμμείνουν στην εκπλήρωση της σύμβασης. Η ενέργεια τους να παραπονεθούν μετά από χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 27.10.13 (Τεκμήριο 3) δεν έχει καμία αξία και δεν ανατρέπει την συμπεριφορά που ήδη είχαν στο μεσοδιάστημα επιδείξει με πρόθεση να παραμείνουν δεσμευμένοι από τα συμφωνητικά έγγραφα και εμμένοντας στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Κάτω από αυτά τα δεδομένα ο τερματισμός των συμβάσεων από τους Εναγομένους δυνάμει του Τεκμηρίου 3 κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, αυθαίρετος, αδικαιολόγητος και νομικά εσφαλμένος. Ωστόσο ενόψει της παρανομίας που εντοπίζεται στα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα, ως αυτή έχει εξηγηθεί προηγουμένως, ουδεμία σημασία το γεγονός αυτό μπορεί να έχει. Αποτέλεσμα αξιολόγησης μαρτυρίας του Εναγομένου 2 σε σχέση με τις αξιούμενες θεραπείες της ανταπαίτησης: Για τους λόγους που έχουν αναλυτικά εξηγηθεί, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή επειδή κρίθηκε αναξιόπιστη και στερείται πειστικότητας. Η εξέλιξη αυτή αφήνει μετέωρη την ανταπαίτηση των Εναγομένων στο σύνολο της. Σε κάθε όμως περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε αξιόπιστη και συνάμα επαρκή μαρτυρία που να τεκμηριώνει την ανταπαίτησης τους η οποία αφορά το σκέλος της διεκδίκησης ειδικών αποζημιώσεων ύψους €3.176,48 σε σχέση με τον ισχυρισμό τους για αγορά ηλεκτρικού φορτίου αντίστοιχης αξίας το οποίο, όπως είπαν, δεν χρησιμοποίησαν ένεκα της αποχώρησης τους από το ακίνητο. Η αποτυχία από μέρους τους να παρουσιάσουν αξιόπιστη και συνάμα επαρκή μαρτυρία καθιστούν ατεκμηρίωτη την εν λόγω δικογραφημένη τους θέση. Κατάληξη: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Περαιτέρω για τους λόγους που επίσης έχω αναλύσει, οι Εναγόμενοι απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την ανταπαίτηση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα με γνώμονα όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτες και κατ' επέκταση αβάσιμες. Σε σχέση με τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Ως εκ τούτου, τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2 και εναντίον του Ενάγοντα. Σε ότι αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως επίσης αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.