A. D. L. κ.α. ν. H. N. M., Αρ. Αγωγής: 158/2022, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 158/2022 I-Justice Μεταξύ:
- A. D. L. (HExxx), από την Πάφο
- A. E. L. (HExxx), από την Πάφο Εναγόντων και H. N. M. (Passport number: xxx) Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 30.03.22 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 30.11.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κα Στ. Μιχαήλ για Στέλλα Μιχαήλ & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κος Κ. Χριστοφόρου Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: κα Μ. Αναστάση για L. Zambartas L.L.C. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε δυνάμει ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου την πληρωμή ποσών που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει. Ειδικότερα η Ενάγουσα 1 διεκδικεί την επιδίκαση ποσού €308.260,99 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 11.02.22 μέχρι εξόφλησης που θεωρεί ότι αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε από συμφωνητικό έγγραφο πώλησης ακινήτου και η Ενάγουσα 2 επιδιώκει την πληρωμή ποσού €7.442,94 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 11.02.22 μέχρι εξόφλησης που εκτιμά ότι συνιστά χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο πηγάζει από συμφωνία διαχείρισης. Να σημειωθεί ότι δεν έχει καταχωριστεί έκθεση υπεράσπισης στην αγωγή μέχρι σήμερα. Οι Ενάγοντες προώθησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζήτησαν και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που απαγορεύει στον αρμόδιο λειτουργό του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου να μεταβιβάσει ακίνητο, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 που βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, τα στοιχεία του οποίου περιγράφονται στην παράγραφο Α της αίτησης, στον Εναγόμενο και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο έλκει δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας του, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Νομική βάση της αίτησης είναι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1, 2, 8 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του εκδομένου ενδιάμεσου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Α. Α., υπαλλήλου της Ενάγουσας 1, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγουσών στο σύνολο της. Με βάση την ένορκη δήλωση, ο Εναγόμενος αγόρασε από την Ενάγουσα 1 την οικία που περιγράφεται στην παράγραφο 6 αυτής, με τα μέρη να υπογράφουν σχετικό πωλητήριο έγγραφο ημερ. 19.10.01 (Τεκμήριο 1). Το τίμημα πώλησης ανερχόταν στα €563.838 (Λ.Κ.£330.000) και θα πληρωνόταν σε δόσεις σύμφωνα με τους όρους πληρωμής του συμφωνητικού εγγράφου. Στην πορεία και κατά διαστήματα, ήτοι από 16.01.03 μέχρι 29.07.04, ο Εναγόμενος επιθυμούσε την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών στις οποίες περιλαμβανόταν τροποποίηση συγκεκριμένων τεχνικών προδιαγραφών. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι επιπλέον εργασίες κοστολογήθηκαν και συμφωνήθηκαν με τον Εναγόμενο (έντυπα κοστολογημένων επιπλέον εργασιών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2-10). Το σύνολο αυτών, αφαιρουμένων εκπτώσεων, ανέρχονταν στα €120.027,12 (Λ.Κ.£70.248,75). Ο Εναγόμενος έναντι αυτών των επιπλέον εργασιών κατέβαλε το ποσό των €71.949,21 (Λ.Κ.£42.110) με αποτέλεσμα κατά την ημερομηνία παράδοσης να εκκρεμεί σε σχέση μ' αυτές η πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των €48.077,91 (Λ.Κ.£28.138,75). Κατάσταση λογαριασμού που αφορά τις επιπλέον/τροποποιητικές εργασίες στην επίμαχη οικία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα που συνομολογήθηκε το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης, ο Εναγόμενος υπέγραψε με την Ενάγουσα 2 συμφωνία διαχείρισης ημερ. 19.10.01 αναφορικά με τους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει το επίμαχο ακίνητο. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, περί τις 10.08.15 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου (Τεκμήριο 12). Ωστόσο όταν η Ενάγουσα 1 κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο από την κατάσταση λογαριασμού, ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από τον τελευταίο. Σχετική αλληλογραφία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ακολούθως οι Ενάγουσες πληροφορήθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με επιστολή ημερ. 09.07.21 ότι ο D. J. C. (το «ενδιαφερόμενο μέρος») καταχώρησε αίτηση στο κτηματολόγιο ως εγκλωβισμένος αγοραστής επιθυμώντας να καταστεί εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου. Προς τούτο κατέθεσε εκχωρητήριο έγγραφο που συνήψε με τον Εναγόμενο εν αγνοία των Εναγουσών δείχνοντας ότι ήταν ο τελικός δικαιούχος του εν λόγω ακινήτου (Τεκμήριο 14). Οι Ενάγουσες υπέβαλαν ένσταση για τους λόγους που εξηγούν αλλά ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με επιστολή του ημερ. 03.03.22 απέρριψε την ένσταση ενημερώνοντας ότι θα προχωρούσε με τη μεταβίβαση του ακινήτου (Τεκμήριο 15). Τόσο ο Εναγόμενος όσο και το Ενδιαφερόμενο Μέρος αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Η ένσταση του Εναγομένου καταχωρίστηκε στις 07.07.22 και του Ενδιαφερομένου Μέρους στις 30.05.
- Οι ενστάσεις είναι ταυτόσημες μεταξύ του και παρουσιάζουν τρεις κύριους λόγους, κάθε ένας όμως από τους οποίους υποδιαιρείται σε διάφορους άλλους επιμέρους. Βασικά εγείρουν ζήτημα ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 9 του Κεφ.6 (ουσιαστικά κριτήρια, το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι υπάρχει μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων) καθώς επίσης ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά, κακόπιστα και παράτυπα. Η νομική βάση των δύο ενστάσεων είναι πανομοιότυπη. Περιλαμβάνει, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4-9 του Κεφ.6, τη Δ.38 Θ.1-3 & Θ.9, τη Δ.39 Θ.1 και τη Δ.48 Θ.1-4, 7 & Θ.12 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), στα άρθρα 1-18 του Ν.81(ι)/2011, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις αρχές επιείκειας. Η ένσταση του Εναγομένου συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ιωάννας Ευσταθίου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί, στην οποίαν περιέχονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή του Εναγομένου στην ολοκληρωμένη της μορφή. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, οι Ενάγουσες προσήλθαν στο Δικαστήριο παραβιάζοντας το καθήκον που είχαν να αποκαλύψουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Τα γεγονότα που θεωρούνται ότι αποσιωπήθηκαν από τις Ενάγουσες εκτίθενται στην Ε/Δ Ε.. Αναφορά σ' αυτά θα γίνει στη συνέχεια που θα τύχουν σχολιασμού. Επίσης είναι η θέση του Εναγομένου ότι η παρούσα αίτηση προωθείται καθυστερημένα χωρίς να δικαιολογείται η ολιγωρία και εν πάση περιπτώσει αυτό έγινε όταν είχε αποσταλεί ειδοποίηση από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις Ενάγουσες στα πλαίσια της διαδικασίας του εγκλωβισμένου αγοραστή. Σε ότι αφορά τα ουσιαστικά κριτήρια, προβάλλεται η θέση ότι δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή προοπτική επιτυχίας επειδή το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών έχει παραγραφεί. Ακόμη όμως και να μην υφίστατο θέμα παραγραφής, η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν πληρείται για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το αγώγιμο δικαίωμα προωθείται μέσω εσφαλμένου ένδικου μέσου. Σε κάθε περίπτωση όμως έχει πληρωθεί το συνολικό υπόλοιπο ποσό που είχε γνωστοποιηθεί στον Εναγόμενο. Επιπλέον ο Εναγόμενος υποδεικνύει τη δυνατότητα υπολογισμού αποζημιώσεων, πράγμα που την καθιστά ως επαρκή θεραπεία σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον του, με δεδομένο ότι ο ίδιος είναι δικαιούχος και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο στην οποίαν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι ακόμη η Ενάγουσα
- Καταλήγοντας ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται καταχρηστικά ώστε να αποφευχθεί η διαδικασία και οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις εγκλωβισμένων αγοραστών, την οποίαν ο ίδιος ακολούθησε με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/
- Η ένσταση του Ενδιαφερομένου Μέρους συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Βαρβάρας Σοφοκλέους που είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί. Προς υποστήριξη της επισυνάπτονται έγγραφα. Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ στο περιεχόμενο της επειδή είναι πανομοιότυπο μ' αυτό της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση του Εναγομένου, στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί. Εν ολίγοις, τόσο ο Εναγόμενος όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζονται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε και γι' αυτό ζητούν την ακύρωση του. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους όλοι οι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ξεκινώ την ενασχόληση μου από το λόγο ένστασης που αφορά το κοινό παράπονο του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους ότι δεν ικανοποιείται το στοιχείο του «κατεπείγοντος» με τις Ενάγουσες να επιδεικνύουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μονομερώς της υπό κρίση αίτησης. Είναι η θέση τους, όπως αυτή τέθηκε στις γραπτές αγορεύσεις τους, ότι ενώ το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών δημιουργήθηκε, με βάση το κλητήριο ένταλμα, μεταξύ των ετών 2001-2004 η παρούσα διαδικασία προωθήθηκε το έτος
- Ο δε χρόνος που παρήλθε από τότε που ενημερώθηκαν για τη διαδικασία του εγκλωβισμένου αγοραστή με επιστολή ημερ. 09.07.21 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης το έτος 2022, παρέμεινε χωρίς εξήγηση. Με το παράπονο αυτό, όπως αναφέρεται στις Ε/Δ Ευσταθίου και Σοφοκλέους, διαφωνούν οι Ενάγουσες, οι οποίες, το θεωρούν γενικό και αόριστο, χωρίς να προσδιορίζεται από λεπτομέρειες. Το στοιχείο του «κατεπείγοντος» αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς (άρθρο 9
(1)Κεφ.6, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι η Ενάγουσα 1 με επιστολή της ημερ. 11.10.21 υπέβαλε ένσταση στην μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου επ' ονόματι του Ενδιαφερομένου Μέρους δυνάμει σχετικού πωλητηρίου εγγράφου και εκχωρητηρίου εγγράφου που εξασφαλίστηκε από τον Εναγόμενο στα πλαίσια της αίτησης για εφαρμογή της διαδικασίας εγκλωβισμένου αγοραστή. Αποτελεί ακόμη κοινό έδαφος των μερών ότι η ένσταση της Ενάγουσας 1 απορρίφθηκε με επιστολή ημερ. 03.03.22 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου, η οποία παραλήφθηκε από την Ενάγουσα 1 στις 23.03.22. Με την εν λόγω επιστολή γνωστοποιήθηκε η πρόθεση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο νέο αγοραστή του εντός 30 ημερών από τη λήψη της εκτός αν εξασφαλιζόταν διάταγμα Δικαστηρίου απαγορευτικής φύσεως. Αν η ένσταση γινόταν δεκτή το όλο θέμα θα είχε λήξει. Η απόρριψη ωστόσο της ένστασης των Εναγουσών δημιούργησε νέα δεδομένα. Δημιουργήθηκε κίνδυνος αποξένωσης του επιδίκου ακινήτου. Ο κίνδυνος αποξένωσης του επίμαχου ακινήτου έγινε πλέον άμεσος και υπαρκτός. Το χρονικό διάστημα πραγματοποίησης της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου ήταν στενό. Προς αποτροπή του κινδύνου αυτού αμέσως, η προσπάθεια για εξασφάλιση θεραπείας, όπως ήταν η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, κάτω από τις συνθήκες που είχαν πλέον δημιουργηθεί ήταν, υπό τις περιστάσεις, κατεπείγουσα. Εξ' ου και στις 30.03.22 καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στις 31.03.22 εκδόθηκε μονομερώς το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα απαγορευτικής φύσεως αφού πρώτα εξασφαλίστηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και καταχώρηση του για να επιδοθεί η ειδοποίηση αυτού εκτός δικαιοδοσίας. Έχοντας υπόψη μου ότι η Ενάγουσα 1 ενημερώθηκε για την πρόθεση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου στις 23.02.22, το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 30.03.22, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 30.03.22 και το ενδιάμεσο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 31.03.22, δεν διαπιστώνω να υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης και εξασφάλισης του επίμαχου προσωρινού διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Παράλληλα κάτω από τον ίδιο λόγο ένστασης στεγάζεται ο κοινός ισχυρισμός του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους ότι οι Ενάγουσες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα παραπλανώντας το Δικαστήριο όταν ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια για να εκδώσει μονομερώς το εν λόγω ενδιάμεσο διάταγμα. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγουσών) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση (εδώ ο Εναγόμενος) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος μαζί με το Ενδιαφερόμενο Μέρος επικαλούνται μη αποκάλυψη των πιο κάτω ουσιωδών, κατά τη γνώμη τους, γεγονότων από μέρους των Εναγουσών: (α) ότι ο Εναγόμενος είναι δικαιούχος άλλης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο, (β) ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατέβαλε ορισμένα ποσά έναντι των κατ' ισχυρισμό οφειλομένων χρημάτων στη βάση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 19.01.01, (γ) το περιεχόμενο της συμφωνίας διαχείρισης ημερ. 19.01.01 επί της οποίας βασίζεται η κατ' ισχυρισμό απαίτηση της Ενάγουσας 2. Πράγματι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα. Ωστόσο δεν χαρακτηρίζονται ουσιώδη ώστε η αναφορά τους στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της παρούσας αίτησης να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είναι δικαιούχος άλλης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο δεν βλέπω πως θα διαφοροποιούσε τη σκέψη του Δικαστηρίου όταν ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια. Οι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο που λήφθηκε η απόφαση δεν περιλαμβάνουν τέτοιο ζήτημα που σε τελευταία ανάλυση δεν σημαίνει εγγεγραμμένη ιδιοκτησία σε ακίνητα αλλά στην καλύτερη περίπτωση εν δυνάμει ιδιοκτησία. Κατ' ανάλογο τρόπο δεν θα υπήρχε διαφοροποίηση της κρίσης του Δικαστηρίου αν επισυναπτόταν ως τεκμήριο το περιεχόμενο της επίμαχης συμφωνίας διαχείρισης. Είναι αρκετό για σκοπούς του σταδίου αυτού που αποκαλύφθηκε η ύπαρξη της και το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα που πηγάζει από αυτή. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος επικαλείται πως κατέβαλε ορισμένα ποσά, η αναφορά στις γραπτές αγορεύσεις του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους με την οποίαν αναγνωρίζουν ότι οι πληρωμές αυτές δεν αποτελούν μέρος της απαίτησης, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ουσιώδες γεγονός σε σχέση με το πλαίσιο της απαίτησης, στη βάση του οποίου το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Πέραν αυτού όμως, στην §17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση η ομνύουσα που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες αναφέρει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, στο οποίο, όπως ρητά αποκαλύπτει, καταλήγει αφού πρώτα είχε αφαιρέσει τις εκπτώσεις που προέβηκε η Ενάγουσα 1 προς όφελος του Εναγομένου και τις πληρωμές που έκανε ο τελευταίος, το ύψος των οποίων επίσης σημειώνεται. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η μη αναφορά των εν λόγω γεγονότων σε καμία περίπτωση παραπλάνησε το Δικαστήριο επηρεάζοντας την κρίση του κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης. Η ευθύς εξ' αρχής αναφορά τους δεν θα διαδραμάτιζε οποιοδήποτε ρόλο στο μηχανισμό λήψης απόφασης από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του ως αβάσιμος. Προχωρώ με την εξέταση της δεύτερης ομάδας λόγων ένστασης που άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι βασικά η θέση του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγουσες 1 και 2 θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 (πιο πάνω)). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα παραπέμπει σε συμφωνίες. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Το άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679). Από μια πρόχειρη μελέτη της ενσωματωμένης έκθεσης απαίτησης, παρατηρώ ότι οι Ενάγουσες επικαλούνται τη συνομολόγηση ξεχωριστών συμφωνιών με τον Εναγόμενο. Η μεν Ενάγουσα 1 τη σύναψη σύμβασης πώλησης ακινήτου με την οποίαν ο Εναγόμενος αγόρασε από την εν λόγω Ενάγουσα την επίμαχη οικία στη βάση συγκεκριμένων όρων και η δε Ενάγουσα 2 υπέγραψε με τον Εναγόμενο συμφωνητικό έγγραφο διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων. Παράλληλα η Ενάγουσα δικογραφεί ισχυρισμό για εκτέλεση επιπλέον εργασιών έναντι επιπρόσθετου τιμήματος κατόπιν συμπληρωματικών συμφωνιών με τον Εναγόμενο. Η απαίτηση των Εναγουσών είναι χρηματικής φύσεως και αφορά ποσά που σύμφωνα με τις ίδιες κατέστησαν οφειλόμενα δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών. Ο Εναγόμενος δεν έχει δίκαιο να ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαίτησης δεν υποδεικνύει την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος από μέρους της Ενάγουσας 2 εναντίον του Εναγομένου. Πέραν της δικογραφημένης θέσης για δημιουργία συμβατικής σχέσης με τον Εναγόμενο στη βάση συγκεκριμένων όρων που η έκθεση απαίτησης παραθέτει (§16 & 17 του εν λόγω δικογράφου), η Ενάγουσα 2 επικαλείται τη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου το οποίο πηγάζει από την επικαλούμενη συμφωνία διαχείρισης, η πληρωμή του οποίου ποσού, όπως λέει, εκκρεμεί μέχρι σήμερα από μέρους του Εναγομένου. Ειδικότερα στην §22 της έκθεσης απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το συνολικό ποσό που ο Εναγόμενος οφείλει σ' αμφότερες Εναγόμενες ανέρχεται σε €315.703,93, το οποίο δυνάμει της §24 (Α) και (Β) της έκθεσης απαίτησης αναλύεται σε €308.260,09 που αξιώνεται από την Ενάγουσα 1 και σε €7.442,94 που διεκδικείται από την Ενάγουσα 2. Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών απέναντι στον Εναγόμενο, το οποίο βεβαίως θα εξεταστεί μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς των Εναγουσών εναντίον του Εναγομένου, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η θέση του Εναγομένου ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών απέναντι στον Εναγόμενο έχει παραγραφεί στη βάση του σκεπτικού που αναπτύσσεται τόσο στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου όσο και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του. Για να κριθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών έχει ή όχι παραγραφεί θα πρέπει πρώτα να καθοριστεί το πραγματικό πλαίσιο που θα πλαισιώσει το εν λόγω νομικό ζήτημα, επί του οποίου αυτό θα εξεταστεί. Ο προσδιορισμός του πραγματικού υποβάθρου προϋποθέτει αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που θα παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και κατάληξη σε ευρήματα. Στα ευρήματα αυτά θα περιλαμβάνονται τα γεγονότα εκείνα που θα συνθέτουν το πραγματικό πλαίσιο βάση του οποίου θα εξεταστεί και θα κριθεί το πιο πάνω νομικό θέμα. Ωστόσο, όπως έχει ήδη λεχθεί, στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να ασχοληθεί με την αξιολόγηση πραγματικών ζητημάτων. Σαφώς το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα (Jonitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αυτό που τώρα πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι η Ενάγουσα έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι η ύπαρξη συμβατικής σχέσης ανάμεσα στις Ενάγουσες και του Εναγομένου, κατά πόσο οι διάδικοι συνήψαν επιπρόσθετες συμφωνίες, ποιο το αντικείμενο τους, εάν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε τίμημα σε κάθε μία από αυτές και ποιοι οι όροι αυτών. Επίσης ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο θα είναι ο υπολογισμός πληρωμών που τυχόν έγιναν ξεχωριστά σε κάθε μία από τις Ενάγουσες και η εξακρίβωση οποιουδήποτε τυχόν χρεωστικού υπολοίπου σε σχέση μ' αμφότερες περιπτώσεις. Καταλήγοντας το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο οι Ενάγουσες δικαιούνται στην πληρωμή των αιτουμένων ποσών από τον Εναγόμενο. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τις Ενάγουσες να δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι οι Ενάγουσες έχουν προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι έχει παρουσιαστεί καταγραφή των επικαλούμενων επιπλέον εργασιών και ότι στα σχετικά έντυπα των καταγραφών υπάρχουν υπογραφές. Ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος δεν έχει συμφωνήσει στην εκτέλεση τους και ότι δεν υπέγραψε τα εν λόγω έντυπα δεν έχει τεθεί. Ούτε υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τη θέση της Ενάγουσας 1 ότι οι επικαλούμενες επιπλέον εργασίες έχουν εκτελεστεί. Περαιτέρω υπάρχει κοστολόγηση της αξίας αυτών των επιπλέον εργασιών καθώς και κατάσταση λογαριασμού από την οποίαν φαίνεται το κατ' ισχυρισμό ποσό που έχει πληρωθεί. Τα πιο πάνω στοιχεία περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2-11. Τα έγγραφα αυτά σε συνδυασμό με την §17 της Ε/Δ Α. εκ πρώτης όψεως ενισχύουν τη θέση της Ενάγουσας 1 περί ύπαρξης οφειλομένου ποσού. Από την άλλη, ο Εναγόμενος δεν δηλώνει με σαφήνεια κατά πόσο είναι ισχυρισμός του ότι έχει εξοφλήσει το επικαλούμενο οφειλόμενο ποσό. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Εναγόμενος επικαλείται πληρωμή ύψους €463.444 (§3.2.4 Ε/Δ Ε.), πλην όμως δεν ξεκαθαρίζει αν αυτή η κατ' ισχυρισμό πληρωμή συνιστά εξόφληση του ποσού που του αποδίδεται ότι οφείλει. Παράλληλα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ένδειξη της επικαλούμενης πληρωμής. Σε ότι αφορά την αξίωση της Ενάγουσας 2, είναι γεγονός ότι λεπτομέρειες δεν παρέχονται. Ωστόσο η υπόθεση καταχωρίστηκε ενιαία με την Ενάγουσα 1, για την πτυχή της οποίας παρέχονται γεγονότα, λεπτομέρειες και έγγραφα προς ενίσχυση της. Στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται απόδειξη κάθε πτυχή της υπόθεσης. Αντιμετωπίζεται σφαιρικά, συνολικά και στην όψη της. Η δε υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε από κοινού και τα κριτήρια δεν εξετάζονται αν πληρούνται εις διπλούν. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι υπάρχουν παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της απαίτησης με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της. Επομένως καταλήγω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Η παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει αξιώσεις που είναι χρηματικής φύσεως. Ο Εναγόμενος, εναντίον του οποίου ζητείται η επιδίκαση πληρωμής ποσών, διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό. Επαγγελματικοί δεσμοί του με την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχουν αποκαλυφθεί. Κανένα δε περιουσιακό στοιχείο του Ενάγοντα που να βρίσκεται στην Κύπρο, υπό την έννοια να του ανήκει ιδιοκτησιακά, δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι τα όποια τυχόν εισοδήματα του δεν σχετίζονται με το νησί. Ωστόσο άγνωστη είναι και η περιουσιακή κατάσταση του Εναγομένου στη χώρα διαμονής του αφού κανένα τέτοιο στοιχείο έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Από αυτά τα στοιχεία η οικονομική φερεγγυότητα του Εναγομένου κάθε άλλο παρά σαφής και αξιόπιστη φαίνεται να είναι. Δικαιολογημένα εγείρονται αμφιβολίες για τη σταθερότητα και δυνατότητα της οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου. Αυτή είναι εικόνα για την οποίαν κάποιος δεν μπορεί να πει ότι διαθέτει τη δυνατότητα να παρέχει τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης. Από ότι φαίνεται η μόνη προστασία που οι Ενάγουσες αισθάνονται να έχουν είναι το ακίνητο που η Ενάγουσα 1 έχει πωλήσει στον Εναγόμενο αλλά ακόμη δεν του έχει μεταβιβαστεί ο τίτλος ιδιοκτησίας. Γι' αυτό προφανώς ζητείται η δέσμευση του εν λόγω ακινήτου, αντικειμένου των επίμαχων συμβάσεων, υπό το φως του κινδύνου της διαδικασίας που το Ενδιαφερόμενο Μέρος έχει ενεργοποιήσει σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, προκειμένου να αποφευχθεί προσωρινά η αποξένωση του που επιδιώκεται με την εν λόγω διαδικασία μέχρι τη εκδίκαση της αγωγής. Από τα πιο πάνω φαίνεται να ελλοχεύει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον του Εναγομένου. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η δικαστική απόφαση να παραμείνει χωρίς ουσιαστική ή αποτελεσματική θεραπεία. Συνεπώς, στη βάση των συγκεκριμένων στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης αυτής, φαντάζει δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οπότε ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Έπεται ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η μη έκδοση του επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντίθετα δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε πως αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο Εναγόμενος θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Ολοκληρώνω με την εξέταση της τρίτης ομάδας λόγων ένστασης στην οποίαν ο Εναγόμενος και το Ενδιαφερόμενο Μέρος προβάλλουν από κοινού τον ισχυρισμό ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά και/ή καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και/ή έντεχνα και/ή παράτυπα. Ο λόγος αυτός ένστασης αποτελείται από επιμέρους πτυχές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι κοινές. Κάθε μία από αυτές θα εξεταστεί. Πρώτη πτυχή είναι η θέση ότι επιχειρείται να αποφευχθεί η διαδικασία εγκλωβισμένου αγοραστή προωθώντας λανθασμένο ένδικο μέσο. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Με ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος οφείλει συγκεκριμένα ποσά στις Ενάγουσες, τα οποία πηγάζουν μέσα από επικαλούμενες συμβατικές σχέσεις, ορθά οι Ενάγουσες έχουν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή διεκδικώντας ως θεραπεία την πληρωμή τους. Η καταχώρηση αγωγής αποτελεί δικαίωμα των Εναγουσών, το οποίο αποφάσισαν να ασκήσουν μ' αυτό το ένδικο μέσο. Παράλληλα αποτελεί δικαίωμα τους η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, διεκδικώντας τη δέσμευση του ακινήτου αξιώνοντας την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ο σκοπός της αγωγής και η σημασία της παρούσας διαδικασίας είναι διαφορετικά από αυτά της διαδικασίας του εγκλωβισμένου αγοραστή. Η μη καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν θα έδιδε την ευκαιρία στις Ενάγουσες να αξιώσουν την πληρωμή κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ποσών που σύμφωνα με τις ίδιες προέρχονται από την εκτέλεση κατ' ισχυρισμό επιπλέον εργασιών και όχι κατ' ανάγκη το μικρότερο ποσό που ο Εναγόμενος και το Ενδιαφερόμενο Μέρος θεώρησαν ότι θα έπρεπε να καταθέσουν σε λογαριασμό που τους υπέδειξε ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου. Μία άλλη πτυχή είναι η θέση για καθυστερημένη υποβολή της παρούσας αίτησης από μέρους των Εναγουσών χωρίς να δικαιολογείται η επικαλούμενη ολιγωρία τους. Έχω ασχοληθεί προηγουμένως με το θέμα αυτό και γι' αυτό παραπέμπω σε προηγούμενες αναφορές μου. Άλλη πτυχή είναι ότι η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένα και/ή ψευδή και/ή παραπλανητικά γεγονότα και σε κενά που δημιουργήθηκαν από τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Έχω ασχοληθεί προηγουμένως και με αυτή τη θέση και επί του σημείου αυτού παραπέμπω σε προηγούμενο σχολιασμό μου. Επίσης πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι το διάταγμα ημερ. 08.04.22 δεν προνοούσε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, το οποίο δεν του επιδόθηκε. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Μελέτη του περιεχομένου του εν λόγω δικαστικού διατάγματος καθιστά αντιληπτό ότι όλα τα έγγραφα θα επιδίδονταν στο εμπλεκόμενο πρόσωπο (Εναγόμενο) και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Συνεπώς υπάρχει πρόνοια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Σε κάθε περίπτωση οι δικηγόροι που τους εκπροσωπούν είχαν, καθ' όλη τη διάρκεια από τότε που ανέλαβαν την νομική εκπροσώπηση των πελατών τους, πρόσβαση στο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος που έχει καταχωριστεί ηλεκτρονικά. Επομένως ο σκοπός της επίδοσης που είναι ο Εναγόμενος και το Ενδιαφερόμενο Μέρος να λάβουν γνώση για τη διαδικασία που τους αφορά ώστε να εμφανιστούν και να λάβουν μέρος σ' αυτήν εάν επιθυμούν, έχει επιτευχθεί. Εξ' ου η ηλεκτρονική καταχώρηση από μέρους τους εντύπου με το διορισμό τους για να υπερασπίσουν τους πελάτες τους στην αγωγή αυτή, κατόπιν οδηγιών που έλαβαν για νομική εκπροσώπηση του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους, πέραν βεβαίως η συμμετοχή τους στην παρούσα διαδικασία όπως αυτό καταδεικνύεται έμπρακτα. Επιπλέον πτυχή είναι η θέση ότι ο Εναγόμενος και το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης με την κατάθεση της συμφωνίας εκχώρησης και με την προώθηση της παρούσας διαδικασίας παραβλάπτονται τα συνταγματικά δικαιώματα τους. Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο και στο Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν αντιλαμβάνομαι τη σχετικότητα της προβαλλόμενης θέσης με τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Η εν λόγω θέση τους δεν εμπίπτει στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που εξετάζονται προκειμένου να κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων τους, είναι γενικός, αόριστος και ασαφής αφού δεν προσδιορίζονται ποια είναι αυτά τα συνταγματικά δικαιώματα που παραβιάζονται. Στη βάση των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και έχουν εξεταστεί στο πλαίσιο των απαιτουμένων κριτηρίων και προϋποθέσεων, Η παρούσα διαδικασία, δεν παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα τους. Αντίθετα, όπως ήδη λέχθηκε, ο κίνδυνος οι Ενάγουσες ή έστω η Ενάγουσα 1 να υποστούν/υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη να είναι υπαρκτός. Επιπρόσθετη πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγουσες δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Όπως σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου, η θέση αυτή επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό τους περί μη αποκάλυψης από μέρους των Εναγουσών ουσιωδών γεγονότων που αποτελεί μέρος του πρώτου λόγου ένστασης. Έχω ήδη σχολιάσει την ομάδα του πρώτου λόγου ένστασης και κατ' επέκταση έχω ασχοληθεί με το μέρος αυτό. Παραπέμπω στις σχετικές αναφορές μου χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς ο λόγος ένστασης αυτός κρίνεται αβάσιμος στην ολότητα του και ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολο του. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου, το ενδιάμεσο διάταγμα πους εκδόθηκε στις 08.04.22 καθίσταται απόλυτο και κατ' επέκταση οριστικοποιείται με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών 1 & 2 και εναντίον του Εναγομένου και του Ενδιαφερομένου Μέρους και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των Εναγουσών από την ίδια δικηγόρο, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο