← Κύπρος

Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Λοΐζος Ιορδάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 30/13, 21/11/2022

Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Λοΐζος Ιορδάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 30/13, 21/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 30/13 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ Εναγόντων και

  1. Λοΐζος Ιορδάνους
  2. Loizos Iordanou Constructions Ltd
  3. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου
  4. Sogreah - A.F. Modinos & S.A. Vrahimis Joint Venture Εναγομένων Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγουσα: κ. Μ. Κυριακίδης, για Μάριος Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ και κα Αντιγόνη Φακοντή Για Εναγόμενο 3: κ. Δ. Κρονίδης, για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 4: κα Λ. Σιακαλλή, για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κοινοπραξία και ή ο συνεταιρισμός τον οποίον είχαν συστήσει κατά το 2008 η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 2 ανέλαβε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 5.12.18 με το Εναγόμενο 3 Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου («ΣΑΠΑ») να εκτελέσει τις εργασίες της δεύτερης φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, ήτοι το Συμβόλαιο «Β» υπ' αρ. 7/2007 έναντι ποσού €24.462.030,
  5. Προέκυψαν όμως διαφορές κατά την εκτέλεση του έργου και η Ενάγουσα, με την αγωγή της, απέδωσε στους Εναγόμενους 1 έως 4 παραβάσεις συμβάσεων, καθώς και ότι παράνομα, δόλια και κακόβουλα συνωμότησαν μεταξύ τους να καταδολιεύσουν την ίδια και να τής προκαλέσουν οικονομική ζημιά ή και να την εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει το έργο, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές (ως η §66 της Ε/Α). Συνεπώς αξίωσε αποζημιώσεις λόγω παράβασης της σύμβασης που είχε με την Εναγόμενη 2 ή και της σύμβασης με το ΣΑΠΑ ή και λόγω του δόλου όλων των Εναγομένων απέναντι της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν εμφανιστεί και είχαν καταχωρίσει υπεράσπιση πλην όμως σε μεταγενέστερο στάδιο η αγωγή απερρίφθη για τους ίδιους συνεπεία μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με διαταγή παροχής ασφάλειας εξόδων προς όφελος τους. Το Εναγόμενο 3 συμβούλιο (ΣΑΠΑ) προέβαλε με την υπεράσπιση του ότι τα πλείστα θέματα αφορούν εσωτερικά ζητήματα της κοινοπραξίας και όχι το ΣΑΠΑ, ότι οι δικές του οδηγίες ήταν ορθές, ότι δεν δεσμεύεται από την ερμηνεία την οποία υιοθετεί η Ενάγουσα, ότι η Ενάγουσα είχε εγκαταλείψει πλήρως το εργοτάξιο για λόγους που αφορούν την ίδια, ότι λόγω των εσωτερικών διαφορών μεταξύ συνεταίρων δημιουργήθηκε αδιέξοδο, ότι λόγω αυτού του αδιεξόδου το ΣΑΠΑ υιοθέτησε μια λύση που έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη 2 και ή διά λογαριασμό τόσο της Ενάγουσας όσο και της κοινοπραξίας, ήτοι για πληρωμή υπό όρους στον διευθύνοντα (leader) της κοινοπραξίας, δηλαδή την Εναγόμενη 2 ούτως ώστε να προωθηθούν οι εργασίες χωρίς επηρεασμό των συμβολαίων. Γενικά αρνήθηκε ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για την αποχή και ή απομάκρυνση και ή αποχώρηση της Ενάγουσας από τις εργασίες, η οποία και διατηρεί τα δικαιώματα της στην κοινοπραξία. Η Εναγόμενη 4 (εφεξής και ως «οι Μηχανικοί») με την υπεράσπιση της παραδέχθηκε ότι και η ίδια είναι κοινοπραξία και προέβαλε πως η μόνη σχέση της με την υπόθεση είναι ότι κατόπιν προσφοράς υπέγραψε κατά τις 16.5.05 σύμβαση με το ΣΑΠΑ για τον σχεδιασμό και επίβλεψη της κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, χωρίς να την αφορούν οι οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες μεταξύ άλλων διαδίκων και χωρίς να είχε οποτεδήποτε ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  6. Στις 11.9.18 το Εναγόμενο 3 συμβούλιο εξέδωσε και Ειδοποίηση Συνεναγομένων προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 4, αξιώνοντας συνεισφορά σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού εις βάρος του. Στις 3.3.21 και κατόπιν αίτησης το δικαστήριο διέταξε την Ενάγουσα όπως χορηγήσει ασφάλεια για τα έξοδα των Εναγόμενων 1 και 2 το αργότερο μέχρι τις 2.4.21 και σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή θα θεωρείτο ως αυτομάτως απορριφθείσα. Η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί εγκαίρως με το διάταγμα και η αγωγή θεωρήθηκε ότι είχε απορριφθεί αυτομάτως λόγω παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τους Εναγόμενους 3 και
  7. Στις 22.4.21 και λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης το Εναγόμενο 3 συμβούλιο απέσυρε ανεπιφύλακτα τη διαδικασία συνεναγομένου σε σχέση με την Εναγόμενη
  8. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4 η Ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, η Εναγόμενη 3 δεν κάλεσε μάρτυρες και η Εναγόμενη 4 κάλεσε ένα μάρτυρα. Η Μ.Ε.1 κα Μούντη, Πρωτοκολλητής, παρουσίασε ως Τεκμήρια 1-33 έγγραφα τα οποία είχαν καταχωριστεί ως τεκμήρια στην αγωγή υπ' αρ.204/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας, συμπεριλαμβανομένης και της εκεί εκδοθείσας απόφασης. Η μάρτυς αντεξετάστηκε μόνο από την κα Σιακαλλή και ανέφερε ότι τα κατατεθέντα είναι μόνον όσα έγγραφα της ζήτησε η Ενάγουσα να προσκομίσει, προσθέτοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση έχει εφεσιβληθεί. Ο Μ.Ε.2 κ. Μάριος Αλεξάνδρου, διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Α και μέσω αυτής επίσης παρουσίασε διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 34-
  9. Στη δήλωση του αναφέρεται αρχικά στις ιδιότητες των εμπλεκομένων, στην υπογραφή μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 2 δύο εγγράφων στις 3.3.08, στη σύσταση του μεταξύ τους συνεταιρισμού, στην εγγραφή του στις 6.5.08 (Τεκμήριο 39), στην υποβολή προσφοράς για εκτέλεση εργασιών της Φάσης ΙΙ του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, στην αποδοχή της προσφοράς στις 28.11.08 και στην υπογραφή σχετικής σύμβασης ημερ. 5.12.08 με το Εναγόμενο 3 συμβούλιο (ΣΑΠΑ) για το πιο πάνω έργο έναντι ποσού €24.462.030,61 (Τεκμήριο 40). Στη συνέχεια αναφέρεται σε γεγονότα από την έναρξη των εργασιών μέχρι και τις 29.10.10 και παραθέτοντας έγγραφα, τα οποία επικαλείται, καταλήγει υποδεικνύοντας ενέργειες που κατά τον ίδιο στοιχειοθετούν συνωμοσία ως εξής στην §66: «(α) Ο Εναγόμενος 1 ως διευθυντής του Επικεφαλής Συνέταιρου, Εναγόμενου 2, δεν υπέβαλε στον Εναγόμενο 4 πρόγραμμα εκτέλεσης του Εργου, ούτε σχέδιο διαμοιρασμού του ώστε ο Ενάγων να γνώριζε το τμήμα του "Εργου που θα εκτελούσε. (β) Ο Εναγόμενος 4 δεν προσδιόρισε και δεν απαίτησε από τους Εναγόμενους 1 και 2 τον τύπο και τις λεπτομέρειες του προγράμματος εκτέλεσης του "Εργου, δηλαδή διαχωρισμό του Έργου και τα τμήματα που θα παραχωρούνταν στους Συνεταίρους προς εκτέλεση σε σχέση με την έκταση τους, το χρόνο εκτέλεσης, το προσωπικό και τα μηχανήματα, αποκλείοντας τον Ενάγοντα από τη δυνατότητα να προγραμματίσει την εκτέλεση του τμήματος του Έργου που του αναλογούσε, συμπράττοντας με τους Εναγομένους 1 και 2 και ενισχύοντας τους, οι οποίοι απαιτούσαν από τον Ενάγοντα να τους υποβάλλει προσφορά προκειμένου να του ανατεθεί εκτέλεση έργου. (γ) Οι Εναγόμενοι αποφάσισαν ότι το "Εργο δεν θα εκτελείτο 50% από τον κάθε Συνέταιρο, αλλά από τον Συνεταιρισμό, μέσω υπεργολαβιών που θα κατακυρώνονταν κατά τη κρίση των Εναγομένων 1 και 2 και κατά παραγνώριση του συμβατικού δικαιώματος του Ενάγοντα να εκτελέσει το 50% του Έργου με δικά του μηχανήματα, κεφάλαια, εξοπλισμό, προσωπικό και ότι άλλο απαιτείτο. (δ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνωμότησαν με τον Εναγόμενο 3 και Εναγόμενο 4 όπως οι Εναγόμενοι 1 και 2 να μην υποβάλλουν τριμηνιαίες καταστάσεις ταμειακής ροής όλων των πληρωμών που εδικαιούτο ο κάθε Συνεταίρος δυνάμει του Συμβολαίου, αφού εξανάγκασαν τον Ενάγοντα να εργάζεται σαν υπεργολάβος και όχι Εργολάβος στον Συνεταιρισμό. (ε) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνωμότησαν όπως μη παραδίδουν τμήματα του "Εργου εις τον Ενάγοντα προς εκτέλεση, αλλά απαιτούσαν από αυτόν να υποβάλλει προσφορά μεταξύ άλλων προσφοροδοτών για εκτέλεση εργασιών στο "Εργο. (στ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 και οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν όπως οι εργασίες προς εκτέλεση του 'Εργου οι οποίες θα έπρεπε να εκτελεσθούν από τον Ενάγοντα, εκτελεστούν από υπεργολάβους μη κατονομαζόμενους στη Σύμβαση και χωρίς τα προνοούμενα προσόντα. (ζ) Χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ. 63.1 του Part I του Conditions of Contract, και ψευδώς και κακοβούλως οι Εναγόμενοι προέβησαν σε διαπίστωση ότι ο Ενάγων είχε εγκαταλείψει τις υποχρεώσεις του από το συμβόλαιο και ότι απέτυχε να εκτελέσει τις εργασίες εντός 28 ημερών μετά από ειδοποίηση δυνάμει του αρ. 46.1, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν διαμοιράσει το Έργο ούτε αποδέχθηκαν τον διαμοιρασμό που πρότεινε ο Ενάγοντας και ενώ ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον καλούσαν να εργαστεί σαν υπεργολάβος του Συνεταιρισμού επιφυλάσσοντας στον εαυτό τους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες εργασίες θα εκτελούντο, πότε θα εκτελούντο, ποιοι θα προσφοροδοτούσαν και επίσης το δικαίωμα να επιλέγουν προσφοροδότη και να κατακυρώνουν κατά την κρίση τους και ανεξέλεγκτα την κάθε προσφορά. (η) Ο Εναγόμενος 1 ως διευθυντής του Εναγόμενου 2, για να πείσει τον Ενάγοντα να συνάψει μαζί του την συμφωνία Συνεταιρισμού την οποία αργότερα παράβηκε και κατάργησε, του υποσχέθηκε ότι εκείνος θα αναλάμβανε ως Επικεφαλής της Κοινοπραξίας, και ο Ενάγων ως διευθυντής της, και ότι θα ενεργούσε στα όρια της εξουσιοδότησης του Επικεφαλής της Κοινοπραξίας, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Συνεταιρισμού και της Συμφωνίας με τον Εργοδότη, υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση τήρησης της και την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν ως ανωτέρω αναφέρεται. (θ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 και οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν όπως ο Εναγόμενος 4 εκδίδει Ενδιάμεσα Διατάγματα Πληρωμών μόνο προς τον Εναγόμενο 2 και o Εναγόμενος 3 πληρώνει μόνο τον Εναγόμενο 2 και όπως το 'Εργο που θα εκτελούσε ο Εναγόμενος 2 και επίσης οι πληρωμές που θα του γίνονταν να καθορίζονται από τους Εναγόμενους 1 και
  10. Παρουσιάζω την απόδειξη είσπραξης του Εναγόμενου 1 με αρ. 0984 ημ. 17.08.2012 και τιμολόγιο αρ. 609012 και δέσμη υπογραμμένων πιστοποιητικών από τον Αρη Αρέστη εκ μέρους του Μηχανικού σαν Τεκμήριο «90». (ι) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 και οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν μεταξύ τους όπως ο Ενάγων μην πληρωθεί για εκτελεσθείσα εργασία σε τιμές του Συμβολαίου αφαιρουμένων των εξόδων λειτουργίας του Συνεταιρισμού και όπως μη πληρώνεται σε τιμές του Συμβολαίου με τον Εργοδότη και όπως εξαντλήσει τη ρευστότητα του και όπως περιέλθει σε αδυναμία εκτέλεσης και συνέχισης της Εκτέλεσης του μεριδίου του στο "Εργο και όπως το "Εργο εκτελεστεί από υπεργολάβους του Συνεταιρισμού και ο Ενάγων αποκλειστεί από την εκτέλεση του "Εργου και όπως χρησιμοποιηθούν μηχανήματα προς εκτέλεση του Έργου άλλα από τα αναφερόμενα στη Σύμβαση με τον Εργοδότη και όπως το Έργο εκτελεστεί αποκλειστικά από τον Εναγόμενο 2 και όπως οι πληρωμές για την εκτέλεση και περαιτέρω εκτέλεση και συμπλήρωση του Έργου γίνουν αποκλειστικά από τον Εναγόμενο 2.» Ο Μ.Ε.2 ολοκληρώνει τη γραπτή δήλωση του παραθέτοντας τις αξιούμενες αποζημιώσεις και αναφερόμενος σε παραβάσεις των συμβάσεων, στον χρηματισμό από τον Εναγόμενο 1 εμπλεκομένων αξιωματούχων (οι οποίοι καταδικάστηκαν από Κακουργοδικείο), καθώς και σε διάφορες άλλες δικαστικές διαδικασίες. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κρονίδη προέβαλε ότι ήταν απαίτηση των Μηχανικών όπως με την προσφορά κατατεθούν οι συμφωνίες MOU και Pre-Bid JVA (παραπέμποντας στον όρο 2.3e του Τεκμηρίου 40), ότι τη βασική σύμβαση για το έργο την υπέγραψε ο Επικεφαλής εταίρος (Εναγόμενη 2) με σφραγίδα του συνεταιρισμού, ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει νομικά για να πει ποιος ήταν ο συμβαλλόμενος, ότι την επιστολή για το αρχικό πρόγραμμα εργασιών στις 3.3.09 την υπέγραψε ο αδελφός του (εφεξής «ο Γ.Α.») που είχε διοριστεί ως Διευθυντής Έργου (project manager) χωρίς όμως εκείνος να είχε δει το πρόγραμμα ως το είχε ετοιμάσει ο Βοηθός (ο Νέαρχος, που ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 2), ότι αυτό δεν περιελάμβανε διαμοιρασμό του έργου), ότι η εκτέλεση του έργου άρχισε γύρω στον Μάιο του 2009, ότι υπήρξαν διαμαρτυρίες για τον μη διαμοιρασμό, ότι κατά τον Μάιο του 2010 ήταν το αποκορύφωμα των διαμαρτυριών της Ενάγουσας, ότι μέχρι την υποβολή προγράμματος η Ενάγουσα είχε αγοράσει ένα βαρέος τύπου μηχάνημα (trencher), το οποίο αργότερα το αγόρασε ο συνεταιρισμός και ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο καθυστέρησε η κατάθεση προγράμματος εργασιών. Περαιτέρω υποστήριξε ότι η Ενάγουσα αποχώρησε από το έργο εντός του 2010 αλλά παρέμειναν τα μηχανήματα, τα γραφεία, τα αυτοκίνητα και οι εγγυητικές, ότι βασικά αποχώρησε το προσωπικό της, ότι υπήρχε καθυστέρηση στην εκτέλεση από την αρχή, ότι όταν οι διαφωνίες των συνεταίρων έγιναν πολύ έντονες υπήρξε πρόταση από τον Εναγόμενο 1 να αποχωρήσει από το έργο ο ένας εκ των δυο εταίρων έναντι ανταλλάγματος η οποία πρόταση δεν κατέληξε κάπου και ότι το ΣΑΠΑ προωθούσε την εκτέλεση του έργου από την Εναγόμενη 2 χωρίς εφαρμογή της συμφωνίας διαμοιρασμού του έργου. Ήταν η θέση του πως η συμφωνία ήταν ξεκάθαρη ως προς το ότι ο καθένας εκτελεί με δικά του μηχανήματα, προσωπικό, εγγυήσεις και οτιδήποτε άλλο χρειάζεται η εκτέλεση του έργου για το δικό του μέρος, οπότε εκτελεί και κερδίζει όσα είναι «μάγκας» να κερδίσει. Άφησε αρχικά να νοηθεί πως ο ίδιος δεν είχε σχέση με τις εισπράξεις που έγιναν κατά το 2012 εκτός αν αφορούσαν εργασία που εκτέλεσε η Ενάγουσα (π.χ. Τεκμήριο 90) ενώ πιο μετά είπε πως δεν γνώριζε εάν είχε δικαιώματα στις εισπράξεις αυτές. Αντεξεταζόμενος από την κα Σιακαλλή συμφώνησε ότι ο ρόλος του επικεφαλής (leader) του συνεταιρισμού είναι να χειρίζεται τα θέματα επικοινωνίας μεταξύ του ΣΑΠΑ, του συνεταιρισμού και των Μηχανικών. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο αδελφός του, ο Γ.Α., ως διευθυντής έργου (project manager) υπέγραψε την αποστολή προγράμματος (Τεκμήριο 34) χωρίς να είχε μπροστά του το τεραστίων διαστάσεων πρόγραμμα εργασίας για να το μελετήσει. Συμφώνησε ότι για να εκδοθεί πρόγραμμα πρέπει να έχει παραδοθεί το εργοτάξιο πλην όμως για την επίδικη περίπτωση είπε πως απ' ό,τι θυμάται δεν είχε παραδοθεί. Απάντησε ερωτήσεις σε σχέση με την επιστολή ημερ. 18.5.10 και τη συνάντηση ημερ. 12.1.09 στα γραφεία των Μηχανικών. Στη συνέχεια διαφώνησε ότι μέχρι τις 3.3.09 είχε παραδοθεί το εργοτάξιο και μάλιστα ότι αυτό έγινε πριν τις 12.1.
  11. Συμφώνησε όμως ότι τα μηχανήματα και των δύο συνεταίρων ευρίσκοντο στο εργοτάξιο τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2009 και προσέθεσε ότι εκτελούσαν κατά το 2009 εργασίες «σπασμένα», δεξιά και αριστερά, χωρίς πρόγραμμα και με διαμαρτυρίες περί του ότι έπρεπε να παραλάβουν το εργοτάξιο ολοκληρωμένο, να γίνει διαχωρισμός για να άρχιζαν. Προέβαλε ότι η Ενάγουσα εκτελούσε έργο έστω και χωρίς πρόγραμμα. Δήλωσε ότι δεν γνώριζε για συνάντηση ημερ. 20.5.09 στην οποία οι Μηχανικοί να ζητήσουν από τον εργολάβο αναθεωρημένο πρόγραμμα βάσει παλαιότερης τους επιστολής. Υποστήριξε ότι ο Γ.Α. καθυστέρησε να εμπλακεί, ότι τον αντικαθιστούσε ο Νέαρχος και ότι είχαν διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 1 ότι πήγαιναν πολύ καλά, με προοπτική να είχαν επιπλέον απαιτήσεις (claims). Περαιτέρω ο Μ.Ε.2 προέβαλε ότι για το επόμενο διάστημα (μέχρι και τις αρχές τους 2010) ζητούσαν από τους Μηχανικούς να εξασκήσουν όλες τις εξουσίες τους ούτως ώστε να υποχρεώσει τον Επικεφαλής (leader) να εφαρμόσει τη συμφωνία. Επανέλαβε τη θέση ότι το εργοτάξιο δεν είχε παραδοθεί στους εργολάβους, διευκρινίζοντας ότι δεν δόθηκε ολόκληρο το εργοτάξιο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 53 ως πιστοποιητικό πληρωμής για εργασίες της Ενάγουσας περί τις 27.9.09 στην Έμπα (επιχωματώσεις, σωλήνα) βάσει του τιμολογίου, Τεκμήριο
  12. Δέχθηκε ότι μετά την εκτέλεση εργασιών ο συνεταιρισμός ετοίμαζε πιστοποιητικό εκτέλεσης έργου, το υπέβαλλε στους Μηχανικούς και αυτοί μετά τον έλεγχο το επέστρεφαν στον Επικεφαλής είτε για επανυποβολή είτε για πληρωμή από τον εργοδότη προς την κοινοπραξία, οπότε αργότερα εγίνετο ο οποιοσδήποτε διαμοιρασμός μεταξύ των συνεταίρων. Επίσης ότι ο συνεταιρισμός εισέπραξε προκαταβολή για την οποία έδωσε εγγυητικές. Σε σχέση με υπεργολάβους και τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 55 είπε πως αυτοί δεν είχαν εγκριθεί από τους Μηχανικούς. Παραδέχθηκε ότι κατά τον Οκτώβριο του 2010 οι διαφορές Ενάγουσας-Εναγομένων 1 και 2 είχαν μεγαλώσει και ότι είχαν έρθει σε κατευθείαν σύγκρουση μεταξύ τους. Ο Μ.Ε.3 κ. Γιάλλουρος είναι ελεγκτής, διατελέσας λογιστής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας («ΣΑΛ») από το 1971 έως το
  13. Στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, προέβαλε τον εαυτό του ως καλό γνώστη των συμβολαίων σχετικά με αποχετεύσεις και της εφαρμογής τους, λόγω της παλαιότερης υπηρεσίας του. Σχετικά με την παρούσα εξήγησε ότι τον Μάρτιο του 2010 η Ενάγουσα τού ανέθεσε να τη συμβουλεύει για προβλήματα που είχαν προκύψει με τους Εναγόμενους 1 και 2, ότι τότε είχε ήδη εξαναγκαστεί η Ενάγουσα να σταματήσει να εκτελεί εργασίες, ότι ο ίδιος είχε διαπιστώσει πως η βάση της κακοδαιμονίας στην εκτέλεση ήταν η ανυπαρξία προγράμματος, ότι ο ίδιος συμβούλευσε αφενός να επιδιώξουν την ετοιμασία σωστού προγράμματος (βάσει του όρου 14.1 του Part I General Conditions) και αφετέρου ότι απαραιτήτως έπρεπε το εργοτάξιο να διαμοιραστεί κατά 50% χρηματικά και εδαφικά μεταξύ των συνεταίρων ούτως ώστε να είναι σύμφωνα με το MOU. Υπέδειξε επίσης διάφορες αδυναμίες τις οποίες είχε τότε παρατηρήσει, λέγοντας πως η επιστολή ημερ. 6.5.10 (Τεκμήριο 66) είχε σταλεί προς την Εναγόμενη 2 κατόπιν δικής του υπόδειξης και ότι αυτή καταδεικνύει τα προβλήματα, ανεπάρκειες, καθυστερήσεις και τις εισηγήσεις. Περαιτέρω εξέφρασε τις θέσεις του για διάφορα γεγονότα, επιστολές και αποφάσεις των Εναγομένων, παρουσιάζοντας σχετικά τα Τεκμήρια 108-
  14. Είπε ότι μελέτησε τις εισπράξεις της Ενάγουσας κατά την περίοδο από την έναρξη των εργασιών μέχρι τις 28.2.10 και κατέληξε ότι εισέπραξε έναντι το ποσό των €271.334,64 ενώ το υπόλοιπο των €668.155,83 παραμένει απλήρωτο. Παρουσίασε οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας μέχρι τις 31.12.10 ως Τεκμήριο
  15. Με δική του μεσολάβηση υπήρξε συνάντηση τον Αύγουστο του 2010 με σκοπό να λήξει η διαμάχη μεταξύ των συνεταίρων πλην όμως η πρόταση για ανάθεση είτε όλου είτε του 50% του συμβολαίου σε δύο υπεργολάβους δεν έγινε δεκτή από τους Εναγόμενους 1 και
  16. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κρονίδη απάντησε σε ερωτήσεις εν σχέσει με τα προσόντα του και την εμπειρία του, υποστήριξε ότι με τα χρόνια απέκτησε τεχνική κατάρτιση και ότι η Ενάγουσα τού ζήτησε κατά το 2010 συμβουλές για όλο το φάσμα της εκτέλεσης του συμβολαίου και τέλος εξέφρασε την άποψη του για διάφορα τεκμήρια και γεγονότα της παρούσας. Αντεξεταζόμενος από την κα Σιακαλλή απάντησε και πάλι ερωτήσεις σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας, επέμεινε ότι οι ακαδημαϊκές του γνώσεις σχετίζονται με τις απόψεις που εξέφρασε και αναφέρθηκε στην επιστολή ημερ. 6.5.10, λέγοντας ότι ήταν μετά από αυτή την επιστολή που οι Μηχανικοί άρχισαν να θέτουν θέματα καθυστερήσεων. Ο Μ.Ε.4 κ. Τσάπογλου υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ως εργοληπτική εταιρεία Hydris Constructions Ltd (Τεκμήριο 112), προσκλήθηκαν από την Ενάγουσα κατά τον Ιανουάριο του 2010 για επιμετρήσεις των εργασιών που είχε εκτελέσει η Ενάγουσα στη Φάση ΙΙ. Στα πλαίσια αυτά παρέλαβαν έγγραφα από την Ενάγουσα και κατόπιν επιμέτρησης των εκτελεσθεισών εργασιών ετοίμασαν σχετική έκθεση. Η Ενάγουσα συμφώνησε να συνεργαστούν και τους πρότεινε να προσφοροδοτήσουν για την εκτέλεση του 50% του έργου. Έτσι η Hydris εκδήλωσε το ενδιαφέρον της με επιστολή της ημερ. 24.7.10 υπό τον όρο διαμοιρασμού του έργου (Τεκμήριο 113). Η προσφορά όμως ήταν για όλο το έργο, ήτοι για ποσό €11.426.128,30 και αν δεν υπήρχε ενδιαφέρον από την Εναγόμενη 2 θα ήταν για το μισό ποσό (Τεκμήριο 114). Λίγο αργότερα είχαν ενημερωθεί ότι η Εναγόμενη 2 ήταν ανυποχώρητη και εναντίον του διαμοιρασμού. Η δε αδυναμία της Ενάγουσας να υποδείξει το 50% του εργοταξίου εκ των πραγμάτων έκαμε αδύνατη την κατακύρωση της προσφοράς της Hydris. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κρονίδη είπε, μεταξύ άλλων, ότι δεν κατείχε τώρα την έκθεση που είχε ετοιμάσει τότε και ότι, όταν τον Ιανουάριο του 2010 επισκέφθηκε την Πάφο, τα συνεργεία της Ενάγουσας ήταν εκεί και εργάζονταν. Συμφώνησε ότι για να προχωρούσε η πρόταση τους θα έπρεπε πρώτα να συμφωνήσει ο εργοδότης ή ο μηχανικός, όπως γίνεται πάντα στις υπεργολαβίες. Κατά την αντεξέταση του από την κα Σιακαλλή δέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να πει τι ποσοστό έργου είχε εκτελεστεί μέχρι τις 24.7.10 που υπέβαλαν προσφορά, καθώς και ότι ήρθαν για να αναλάβουν ως υπεργολάβοι ένα κομμάτι του έργου, ήτοι το 50% του εναπομείναντος έργου αλλά δεν γνώριζαν ούτε και ρώτησαν αν υπήρξε διαχωρισμός έργου μέχρι τον Ιανουάριο του
  17. Κατέληξε επαναλαμβάνοντας ότι δεν γνώριζαν τι ποσοστό έργου είχε εκτελεστεί από την έναρξη των εργασιών μέχρι και ένα έτος μετά. Ο Μ.Ε.5 κ. Πασχάλη, επιμετρητής ποσοτήτων, κατέθεσε τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Δ και την έκθεση που ετοίμασε ως Έγγραφο Ε. Στο Έγγραφο Δ ο Μ.Ε.5 εξηγεί ότι κατόπιν εντολών της Ενάγουσας ετοίμασε (το 2013) έκθεση απαίτησης για τις απώλειες που η ίδια είχε σε σχέση με την εμπλοκή της στο επίδικο συμβόλαιο. Προσέθεσε ότι αυτή η έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει μεταξύ άλλων υπολογισμό της αποζημίωσης που κατά την άποψη του δικαιούται η Ενάγουσα βάσει των εγγράφων Pre-Bid JVA και MOU ημερ. 3.3.08 και της τιμολόγησης που είχε γίνει κατά το στάδιο υποβολής της (αρχικής) προσφοράς. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση του η αποζημίωση υπολογίζεται σε €9.573.591,84 και περιλαμβάνει έξοδα εργοταξίου, απώλειες κέρδους, επιπρόσθετου κέρδους, ενοικίων μηχανημάτων, έξοδα μεταφοράς-συντήρησης μηχανημάτων, υπόλοιπο για εκτελεσθείσα εργασία, έξοδα τόκων-χρηματοδότησης και έξοδα ετοιμασίας της απαίτησης. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κρονίδη συμφώνησε ότι ο εργολάβος στην παρούσα περίπτωση ένας είναι και δη η κοινοπραξία, καθώς και ότι η επίδικη διαφορά δεν σχετίζεται με την κατασκευή του έργου αλλά είναι οικονομική υπό την έννοια αξίωσης απώλειας κέρδους εκ μέρους της Ενάγουσας. Εξέφρασε δε την άποψη πως είναι όλοι εμπλεκόμενοι διότι υπάρχει μεν διαφορά μεταξύ συνεταίρων αλλά υπάρχουν και οι ευθύνες των εργοδότη-μηχανικού όσον αφορά τη διαχείριση του συμβολαίου διότι αν διαχωριζόταν σωστά το συμβόλαιο, όπως προβλέπετο, δεν θα υπήρχε η τωρινή διαφορά. Κατά τη γνώμη του απαιτείτο ο διαχωρισμός ανά 50% και εκείνο που ανέλαβαν οι δύο συνέταιροι είναι την ευθύνη που θα είχαν έναντι του εργοδότη στην περίπτωση που κάποιος από τους δύο δεν εκτελούσε κανονικά το 50% του έργου. Κατά τη γνώμη του επίσης είναι ξεκάθαρο ότι η Ενάγουσα αποχώρησε από το έργο επειδή ο άλλος συνέταιρος (Εναγόμενη 2) ήθελε να την πληρώνει με τιμές «παζαριού» ως υπεργολάβο και όχι ως μέτοχο του 50% στην κοινοπραξία (Τεκμήριο 8 έκθεσης). Η δική του θέση ήταν πως όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα έπρεπε το ΣΑΠΑ και οι Μηχανικοί να φέρουν τους συνεταίρους «μέσα» και να επιλύσουν τη διαφορά με βάση τα έγγραφα του συμβολαίου. Σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας είπε ότι αυτό το οποίο υπολογίζεται είναι η απώλεια κέρδους επί τω ότι η Ενάγουσα εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει το έργο. Σε σχέση με τις εγγυητικές υποστήριξε ότι όταν παραμένουν δεσμευμένες σε ένα έργο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλο ενώ αναφέρθηκε και αυτός σε οφειλόμενο υπόλοιπο για εκτελεσθείσες εργασίες ύψους €668.155,83 προς την Ενάγουσα, αν και αναγνώρισε ότι το ΣΑΠΑ έχει καταβάλει το ποσό στην κοινοπραξία. Ο Μ.Ε.5 εξήγησε επίσης ότι το κέρδος της κοινοπραξίας με τιμές μονάδος προσφοράς θα ήταν 40,15% με δυνατότητα επιπρόσθετου κέρδους, δηλαδή μέχρι και 50% στην περίπτωση εμπλοκής υπεργολάβου. Αντεξεταζόμενος από την κα Σιακαλλή είπε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έλαβε υπόψιν καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου, συμφώνησε ότι το ποσό το οποίο πληρώνεται στο τέλος ένας εργολάβος γίνεται ξεκάθαρο από τον τελικό λογαριασμό στον οποίον όλα πλέον διευθετούνται και δήλωσε ότι ο ίδιος δεν πήρε τέτοιο τελικό λογαριασμό διότι υπολόγισε άλλα πράγματα, οπότε δεν γνώριζε και πόσα κόστισε στην κοινοπραξία το επίδικο έργο. Σε υποβολή ότι αφού υπάρχει μια τιμή συμβολαίου που αφορά και τους δύο συνεταίρους θα έπρεπε να πάρει τον τελικό λογαριασμό, να δει τι εισέπραξε ο καθένας και αναλόγως να μοιράσει το τυχόν κέρδος, είπε πως από τη στιγμή που δεν παρέμεινε στο έργο η Ενάγουσα και δεν εκτέλεσε εργασίες τότε δεν μπορείς να υπολογίσεις τέτοια απώλεια κέρδους. Δέχθηκε ότι όλες οι πληρωμές από πλευράς ΣΑΠΑ έγιναν προς την κοινοπραξία αλλά υποστήριξε ότι οι εργολάβοι είναι δύο οι οποίοι θα εκτελούσαν ανά 50% το έργο και διερωτήθηκε για ποιο λόγο οι Μηχανικοί δεν εξέδιδαν χωριστά πιστοποιητικά για τις εργασίες που είχε εκτελέσει ο καθένας. Προσέθεσε πως αφού η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε το έργο δεν μπορεί να γνωρίζει τι κέρδος ή ζημιά θα είχε δεδομένου ότι δεν εκτέλεσε εργασία. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 9 (της έκθεσης του, Έγγραφο Ε) ως το έγγραφο στο οποίο υπάρχει ανάλυση για το κάθε τμήμα (item) του έργου και το κόστος της Ενάγουσας. Συμφώνησε επίσης ότι και οι δύο εταίροι στην κοινοπραξία ήταν εργολάβοι Κατηγορίας «Α» και δήλωσε ότι κατ' αρχάς δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν μεταξύ τους το 50%. Σε σχέση με την προσφορά από τη Hydris είπε πως αναλόγως του ποσοστού του έργου που είχε εκτελεστεί μέχρι και τις 24.7.10 η εν λόγω προσφορά θα διαμορφώνετο ανάλογα. Μαρτυρία Εναγομένης 4 Ο Μ.Υ. κ. Yziquel, πολιτικός μηχανικός, υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως Έγγραφο Στ, στην οποία κατ' αρχάς επισυνάπτει βιογραφικό σημείωμα (Τεκμήριο 115). Στη συνέχεια εξηγεί ότι ήταν ο υπεύθυνος μηχανικός για το επίδικο έργο, εκ μέρους της Εναγομένης 4 κοινοπραξίας, η οποία υπέγραψε σχετικό συμβόλαιο με το ΣΑΠΑ (Τεκμήριο 117). Ακολούθως αναφέρει ότι, κατόπιν συνάντησης όλων, το εργοτάξιο παραδόθηκε, ότι ως ημερομηνία έναρξης εργασιών καθορίστηκε η 3η Μαρτίου 2009 και ότι το έργο έπρεπε να συμπληρωθεί μέχρι τις 3.9.
  18. Οι Μηχανικοί ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα εργασίας που υπέβαλε η κοινοπραξία μέσω της επιστολής ημερ. 18.3.09, τις οποίες δεν έλαβαν ποτέ. Εξέφρασε την άποψη ότι ο διευθυντής έργου απέτυχε να αποστείλει επαρκές πρόγραμμα εργασιών, εξ ου και οι Μηχανικοί επανήλθαν με σχόλια, πλην όμως πάντα απουσίαζαν πληροφορίες από το πρόγραμμα ενώ υπήρχαν σημαντικές καθυστερήσεις στην εκτέλεση εργασιών, πράγμα το οποίο φαίνεται στην αλληλογραφία και στα πρακτικά συναντήσεων με τον εργολάβο. Σε αυτά φαίνονται και οι καθυστερήσεις σε διάφορες ημερομηνίες (20.10.09, 8.2.10 και 19.6.10) μέχρι και την παύση των εργασιών, όταν καταγράφηκαν και οι διαφορές μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας, πράγμα που αποτέλεσε και τον λόγο άρνησης της Ενάγουσας να συνεχίσει με τις εργασίες της στο έργο. Συνεπεία των διαφωνιών υπήρξαν σκέψεις εκ μέρους των Εναγομένων 3 και 4 (και άλλων Αρχών) για τερματισμό του συμβολαίου. Σε αυτό το σημείο η Εναγόμενη 2 ζήτησε την έγκριση να ολοκληρώσει τις εργασίες με φυσική παρουσία της ίδιας και όχι της Ενάγουσας, πράγμα που αναγκαστικά έγινε δεκτό προς αποφυγή οικονομικής ζημιάς και απώλειας χρόνου, οπότε οι εργασίες ολοκληρώθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση. Τέλος, ο Μ.Υ. εξήγησε τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί αφενός με τη θέση ότι υπήρξε συμφωνία του ΣΑΠΑ για διαχωρισμό του έργου και αφετέρου με το ότι έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά της Ενάγουσας. Προφορικά διευκρίνισε ότι ήταν εφικτό για τον εργολάβο να διαμοιράσει τις εργασίες όπως επιθυμούσε, πράγμα που δεν μπορούσαν να πράξουν οι Μηχανικοί. Παρουσίασε τα πρακτικά συνεδριάσεων εργολάβων-μηχανικών ημερ. 12.1.09 και ημερ. 20.5.09 ως Τεκμήρια 118 και 119, επιστολή ημερ. 19.6.09 με την οποία ζητείτο πρόγραμμα εργασιών ως Τεκμήριο 120 και διάφορες επιστολές Μηχανικών προς τον εργολάβο ως Τεκμήριο
  19. Ο Μ.Υ. αρνήθηκε ότι ως Μηχανικοί είχαν υποχρεώσει την Ενάγουσα να εγκαταλείψει το έργο, προσθέτοντας πως δεν πρότειναν οποτεδήποτε κάτι τέτοιο λόγω του ότι υπήρχαν ανησυχίες για θέματα ασφάλειας, υγείας και ταλαιπωρίας των χρηστών των δρόμων. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κυριακίδη αναφέρθηκε σε άλλα έργα στα οποία είχε απασχοληθεί και περαιτέρω δήλωσε ότι στην παρούσα περίπτωση οι εταιρείες από κοινού ικανοποιούσαν τις προϋποθέσεις για ανάληψη του έργου. Ήταν οι πιο φθηνοί και είχαν επιλεγεί ως κοινοπραξία αλλιώς δεν θα είχαν επιλεγεί. Είπε ότι τη δυνατότητα την είχαν ως κοινοπραξία αλλά όχι από μόνη της η κάθε εταιρεία. Σε σχέση με τα δύο έγγραφα ημερ. 3.3.08 είπε πως ο λόγος που είχαν συμπεριληφθεί ήταν για να επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει συμφωνία κοινοπραξίας. Για το θέμα της παράδοσης του εργοταξίου είπε ότι στις περιπτώσεις εργασιών σε πόλη δεν παραδίδεται μονομιάς. Αναφερόμενος στο είδος του συμβολαίου (fidic) είπε ότι αυτό βασίζεται στο πρόγραμμα εργασιών το οποίο βασίζεται στα σχέδια του συμβολαίου, ενώ στην πορεία λαμβάνονται υπόψιν οι διαφοροποιήσεις. Εξ ου και το πρόγραμμα αναθεωρείται κάθε μήνα. Διαφώνησε ότι ως Μηχανικοί είχαν υποχρέωση να αναθέτουν ξεχωριστά στους δύο συνεταίρους επιμέρους τμήματα για εκτέλεση εργασιών, λέγοντας ότι μπορούσαν (οι ίδιοι) οι εταίροι να διαχωρίσουν και να μοιραστούν με βάση τα σχέδια αφού ο διαμοιρασμός των εργασιών είναι μεταξύ των δύο μερών, χωρίς επέμβαση των Μηχανικών. Υποστήριξε ότι αυτό ήταν θέμα της κοινοπραξίας. Κατά την επανεξέταση του ο Μ.Υ. διευκρίνισε ότι ο εργολάβος δεν απάντησε στην επιστολή ημερ. 18.3.09, Τεκμήριο 45, την οποία τού απέστειλαν ως Μηχανικοί για το πρόγραμμα ενώ σε σχέση με το εργοτάξιο είπε ότι το παρέδωσαν μεν αλλά όχι όλο μαζί (not in one step). Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και έχω εξετάσει όλη την έγγραφη μαρτυρία ενδελεχώς, με σκοπό την αξιολόγηση και εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων προς επίλυση των ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης, πάντοτε στη βάση των δικογράφων. Θα πρέπει εξαρχής να επισημανθεί πως η εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι με παραβάσεις συμβάσεων και με δόλο, στα πλαίσια συνωμοσίας τους, όλοι οι Εναγόμενοι στόχευσαν την εξόντωση της ίδιας και ότι εκδιώκοντας την (από το έργο) πέτυχαν αφενός να παραμείνει στην εκτέλεση του έργου μόνον η Εναγόμενη 2 και αφετέρου να αυξήσουν δολίως τα κατασκευαστικά έξοδα της Φάσης ΙΙ του αποχετευτικού (ήτοι από €21 εκατ. σε €31 εκατ.) από τα οποία και καρπώθηκαν αθέμιτα οφέλη τόσον οι Εναγόμενοι 1 και 2 όσον και στελέχη των Εναγομένων 3 και
  20. Στα πλαίσια αυτά και από δικογραφικής πλευράς συνιστά βασικό ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 9.6.10 (Τεκμήριο 84) οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν και το ΣΑΠΑ απεδέχθη όπως ολόκληρο το έργο εκτελεστεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 και όπως όλες οι πληρωμές γίνονται προς αυτούς, πράγμα που υλοποιήθηκε αφού εν συνεχεία το έργο εκτελέστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 (ή και υπεργολάβους τους) προς τους οποίους γίνονταν όλες οι πληρωμές από το ΣΑΠΑ κατόπιν πιστοποιήσεων της Εναγομένης 4 («Μηχανικών»). Από δικής του πλευράς, το άμεσα ενδιαφερόμενο ΣΑΠΑ δέχεται ότι στις 14.10.10 «κατέληξε σε απόφαση υιοθέτησης μιας λύσεως προς τον σκοπό προώθησης και ολοκλήρωσης των εργασιών, ήτοι πληρωμών προς την Εναγόμενη 2 υπό κάποιους όρους και προϋποθέσεις» προβάλλοντας όμως πως ήταν η Ενάγουσα που αποχώρησε ή και εγκατέλειψε το εργοτάξιο εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Εν ολίγοις, δικογραφικά αναδύεται ως κοινό υπόβαθρο το ότι η Ενάγουσα από κάποιο χρονικό σημείο και μετά δεν συμμετείχε στην εκτέλεση του έργου. Σημειώνεται προς τούτο και η σαφής προφορική θέση του Μ.Ε.2 ότι το προσωπικό της Ενάγουσας αποχώρησε από το έργο εντός του
  21. Από πλευράς γεγονότων λοιπόν το ουσιώδες ερώτημα είναι υπό ποιες περιστάσεις οδηγήθηκαν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Στην προσπάθεια διακρίβωσης των περιστάσεων αυτών εύκολα διαπιστώνεται αφενός πως ένα σημαντικό μέρος των γεγονότων συνιστά κοινό ή και αναντίλεκτο υπόβαθρο μεταξύ των μερών και αφετέρου πως ένα άλλο μεγάλο μέρος τους εξάγεται μέσα από το πλήθος των 121 συνολικά πολυσέλιδων εγγράφων, των οποίων, ας σημειωθεί, ότι καμμιά πλευρά δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα, τη δέουσα εκτέλεση (ή τη λήψη γνώσης εν σχέσει με αυτά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στις οποίες θα γίνει αναφορά εάν απαιτείται). Έχω την άποψη πως η παράθεση των γεγονότων αυτών με την παράλληλη αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας διευκολύνει την παρακολούθηση του ιστορικού σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Όσον αφορά τη Μ.Ε.1 αρκεί να αναφερθεί ότι αυτή κλήθηκε αποκλειστικά υπό την υπηρεσιακή ιδιότητα της Πρωτοκολλητού. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην προσκόμιση κάποιων εγγράφων, τα οποία είχαν κατατεθεί στον φάκελο της αγωγής υπ' αρ. 204/16 και τα οποία είχε στην κατοχή της. Η αντεξέταση της επίσης περιορίστηκε στο ότι αυτά που προσκόμισε δεν ήταν όλα τα τεκμήρια της αγωγής και ότι ασκήθηκε έφεση εναντίον της τελικής απόφασης, η οποία και εκκρεμεί. Δεν υπάρχει οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η Μ.Ε.1 είχε οποιοδήποτε λόγο να παραποιήσει μαρτυρία. Δέχομαι τη μαρτυρία της με τη διευκρίνιση ότι τα Τεκμήρια 1 έως 33 κατατέθηκαν ως έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της μεν αλλά για όλους τους σκοπούς. Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 υπενθυμίζω πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οικονομικός διευθυντής της Ενάγουσας. Είναι γιος του Χαράλαμπου (εφεξής «Χ.Α.») και αδελφός του Γ.Α. Ασφαλώς εκ της θέσης του γνώριζε αρκετά πράγματα αλλά σίγουρα όχι όλα ή τουλάχιστον όχι όλες τις λεπτομέρειες, κάποιες εκ των οποίων ήταν ουσιώδεις. Αυτό εξάλλου δήλωσε και ο ίδιος για διάφορα θέματα λέγοντας ότι δεν γνώριζε ή ότι δεν ενθυμείτο. Δεν θεωρώ ότι είχε την πρόθεση να ψευδομαρτυρήσει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο να παραπλανήσει το δικαστήριο. Η γενική εικόνα που έχω σχηματίσει για τον ίδιο είναι καλή, με εξαίρεση κάποια επιμέρους στοιχεία από τη μαρτυρία του, τα οποία είτε δεν επιβεβαιώνονται είτε προκύπτουν αλλιώς από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Μ.Ε.2 είναι ο μάρτυρας ο οποίος προσκόμισε τα πλείστα των εγγράφων και δη τα Τεκμήρια 34 έως 106, μέσα από τα οποία εξάγεται και η αληθής πορεία των γεγονότων, έστω και αν ο ίδιος, ως έχει λεχθεί, δεν γνώριζε ή δεν ενθυμείτο κάποια από αυτά. Άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος της γραπτής δήλωσης του αναλώνεται στην παράθεση τέτοιων εγγράφων και του περιεχόμενου τους. Δεν διαφεύγει την προσοχή πως η συνολική μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν επηρεασμένη από τις απόψεις της Ενάγουσας σε σχέση με την ερμηνεία διαφόρων εγγράφων και ειδικότερα από τη θέση ότι δεν υπεβλήθη το κατάλληλο πρόγραμμα εργασίας και ότι δεν είχε γίνει ο κατάλληλος διαμοιρασμός του έργου (κατά το ήμισυ στον κάθε εταίρο). Όμως είναι αυτονόητο πως ούτε αυτές ούτε και άλλες νομικές θέσεις τις οποίες εξέφρασε ο Μ.Ε.2 δεσμεύουν το δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει τέτοια ζητήματα μετά τη διαπίστωση των γεγονότων, όπως άλλωστε και ο ίδιος εντίμως αναγνώρισε σε κάποιες περιπτώσεις (λέγοντας ότι δεν γνωρίζει νομικά για να κρίνει). Πάντως, ως προς τη θέση του ότι δεν υπεβλήθη πρόγραμμα είναι προφανές ότι αυτή εξειδικεύεται στην επιμονή του ότι δεν υπεβλήθη «το κατάλληλο πρόγραμμα» διότι κατά τα άλλα δέχεται ότι υπεβλήθη πρόγραμμα και μάλιστα «τεραστίων διαστάσεων», για το οποίο βέβαια προβάλλει περαιτέρω ότι δεν είχε την ευκαιρία να το δει ο αδελφός του πριν εκείνος υπογράψει την επιστολή ημερ. 3.3.09 με την οποία υπεβλήθη. Η θέση αυτή διασυνδέεται και με το κατά πόσον είχε παραδοθεί το εργοτάξιο στην κοινοπραξία, πράγμα για το οποίο είπε πως θα έπρεπε να προηγηθεί της υποβολής προγράμματος αλλά δεν ενθυμείτο εάν είχε παραδοθεί. Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση ή την αμφιβολία την οποία αφήνει ο Μ.Ε.2 να αιωρείται. Δέχεται ότι υπεβλήθη πρόγραμμα τεραστίων διαστάσεων, επιμένει ότι άρχισαν εργασίες στις οποίες συμμετείχε και η Ενάγουσα και σαφώς όλα αυτά θα ήταν παράλογα και ακατανόητα εάν δεν είχε προηγηθεί παράδοση του εργοταξίου. Ως θα διαφανεί και πιο κάτω ήταν πολύ μεταγενέστερα που ηγέρθησαν ζητήματα στη συνεργασία και τούτο προφανώς με κύρια αιτία τις τιμές μονάδος. Είναι εύλογο το συμπέρασμα πως εάν υπήρχαν εκ μέρους της Ενάγουσας ζητήματα μη παράδοσης εργοταξίου και μη υποβολής προγράμματος τότε θα τα έθετε εξαρχής είτε εγγράφως είτε προφορικά στις συσκέψεις που προηγήθηκαν και ασφαλώς δεν θα συγκέντρωνε τόσα μηχανήματα ή προσωπικό και ούτε θα μπορούσε να λάβει μέρος στις εργασίες, όπως και έπραξε. Δεν δέχομαι συνεπώς αυτό το τμήμα της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  22. Όσον αφορά τον Μ.Ε.3, αυτός εν μέρει προέβαλε τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα επί των αποχετευτικών συμβολαίων λόγω της υπηρεσίας του στο ΣΑΛ Λευκωσίας. Η προϋπηρεσία του αυτή δεν αμφισβητείται μεν αλλά ασφαλώς δεν τον καθιστά ειδικό επί συμβολαίων και δη σχετικών με αποχετεύσεις. Τα συμβόλαια αυτά ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία των συμβάσεων και ερμηνεύονται στη βάση των καλώς νομολογημένων αρχών από το ίδιο το δικαστήριο. Πέραν αυτού δεν θεωρώ ότι η ενασχόληση ενός ελεγκτή ή λογιστή με αυτά, όσο μακρόχρονη και αν είναι, προσθέτει προσόντα σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή τέτοιων εγγράφων εκτός αν προκύπτουν τεχνικά ζητήματα, πράγμα που καθ' ομολογίαν όλων δεν ισχύει στην παρούσα. Ως προς τα υπόλοιπα γεγονότα στα οποία έχει αναφερθεί ο Μ.Ε.3, θεωρώ ότι και αυτός τα παρέθεσε όπως αυτά προκύπτουν και μέσα από το πλήθος των εγγράφων. Σχημάτισα την εικόνα ότι ήταν ειλικρινής όσον αφορά τη σειρά και την ουσία των όσων διαδραματίστηκαν. Ο ίδιος βέβαια ενεπλάκη αργότερα και κατόπιν ανάθεσης από την Ενάγουσα, ήτοι περί τον Μάρτιο του
  23. Όπως εντίμως κατέθεσε, η δική του εμπλοκή προέκυψε μετά τα προβλήματα που είχαν ανακύψει μεταξύ των συνεταίρων. Μάλιστα μέσω του Μ.Ε.3 επιβεβαιώνεται και το ότι η Ενάγουσα είχε ήδη σταματήσει τότε να εκτελεί εργασίες και ότι η συνολική αξία των μέχρι τότε (28.2.10) εκτελεσθεισών από την ίδια εργασιών ήταν €939.490,47 επί συνόλου €2.734.159,70, ως αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 6.5.10, η οποία είχε συνταχθεί καθ' υπόδειξη του Μ.Ε.
  24. Έχει τη δική του σημασία και δέχομαι τη θέση του Μ.Ε.3 ότι υπήρξε διαμάχη μεταξύ των συνεταίρων, για την οποία μάλιστα και ο ίδιος κατέβαλε προσπάθειες μεσολάβησης προς επίλυση της, αν και χωρίς κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Καταληκτικά, και χωρίς να δέχομαι τη γνώμη του Μ.Ε.3 για νομικής φύσεως ζητήματα, δέχομαι όσα ανέφερε από πλευράς γεγονότων τα οποία είχε αντιληφθεί ο ίδιος. Όσον αφορά τον Μ.Ε.4 ήταν σαφές πως δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του περιορίζεται ουσιαστικά στα όσα αφορούν τη συνάντηση που ως Hydris είχαν με την Ενάγουσα στις 11.6.10 και στην ετοιμασία της έκθεσης τους, Τεκμήριο 113, την οποίαν υπέβαλαν στις 24.7.
  25. Τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή και δέχομαι τη μαρτυρία του. Εννοείται και για αυτόν πως οποιεσδήποτε απόψεις εξέφρασε για την ερμηνεία εγγράφων ή συμβάσεων δεν δεσμεύουν το δικαστήριο. Το ουσιωδέστερο στοιχείο από τη μαρτυρία του είναι το καταγραφόμενο στην επιστολή του, Τεκμήριο 113, ήτοι το ότι είχαν κληθεί μετά από πρόταση της Ενάγουσας να εκτελέσουν το δικό της μερίδιο στο έργο. Δήλωση η οποία προσφέρθηκε στην ακρόαση από την Ενάγουσα και καταδεικνύει πως τουλάχιστον εκείνη την περίοδο η ίδια δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παραμείνει στο έργο αλλά προέβαινε σε ενέργειες υποκατάστασης της, έναντι ανταλλάγματος βεβαίως. Εξ ου και το ότι η προσφορά της Hydris τέθηκε υπόψιν του Μ.Ε.5, ο οποίος τη χρησιμοποίησε. Επί του τελευταίου πιο πάνω σημείου θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι εντίμως ο Μ.Ε.4 ανέφερε πως είχαν δώσει προσφορά για όλο το έργο (βάσει των αρχικών εγγράφων), ότι δεν ενθυμείτο να τους είχε λεχθεί ότι το έργο είχε αρχίσει από τις 3.3.09 και κυρίως ότι στις 24.7.10 (που υπέβαλαν προσφορά) δεν γνώριζαν πόσο μέρος του έργου είχε ήδη εκτελεστεί κατά τη διάρκεια του διαρρεύσαντος χρόνου. Το μόνο λοιπόν που δύναται να εξαχθεί με ασφάλεια από τα λεχθέντα του Μ.Ε.4 είναι πως έδωσαν τιμή για όλο το έργο και στην πορεία (αν θα προχωρούσαν με την Ενάγουσα) αυτή η τιμή θα προσαρμοζόταν αναλόγως του μεριδίου που δεν είχε ακόμα εκτελεστεί. Το οποίο βεβαίως ούτε ο ίδιος ούτε άλλος μπόρεσε να προσδιορίσει ποιο ήταν στις 24.7.
  26. Όσον αφορά τον Μ.Ε.5 θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με το έγγραφο Δ αυτός είναι επιμετρητής ποσοτήτων από το 1995 και από το 2007 προσφέρει υπηρεσίες και σε διαιτησίες, σε διαχειρίσεις δομικών συμβολαίων, καθώς και σε θέματα σύνταξης ή εξέτασης απαιτήσεων σε σχέση με δομικά συμβόλαια. Στα πλαίσια της τελευταίας του αυτής ιδιότητας είχε λάβει κατά το 2013 εντολές από την Ενάγουσα να ετοιμάσει έκθεση απαίτησης με τις αξιώσεις της για την απώλεια που η ίδια είχε εξαιτίας της εμπλοκής της στο επίδικο συμβόλαιο. Είναι εμφανές λοιπόν ότι ο Μ.Ε.5 κλήθηκε από την Ενάγουσα να τη βοηθήσει στην εξεύρεση, διατύπωση και προώθηση της αξίωσης της για αποζημιώσεις και εν γένει των οικονομικών της αξιώσεων. Υπ' αυτή την έννοια δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Μ.Ε.5 θα πρέπει να αξιολογηθεί ως εμπειρογνώμονας για το ζήτημα των οικονομικών αυτών αξιώσεων, τις οποίες όντως συνέταξε και παρουσίασε ως Έγγραφο Ε. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρώ ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους, για θέματα όμως τα οποία άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 573). Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία του έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.693). Ένα άλλο ουσιωδέστατο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, είναι πως δεν επιτρέπεται να καταθέτουν για το ύστατο ή έσχατο συμπέρασμα ή ερώτημα της υπόθεσης (ultimate issue), για το οποίο είναι αρμόδιο και καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" (σελ. 603), ο μάρτυς καλείται για να καταθέσει και όχι για να εκδικάσει την υπόθεση. Ο εμπειρογνώμονας θα πρέπει μόνο να παραθέτει τα συμπεράσματά του, αντικειμενικά και αμερόληπτα, για θέματα της ειδικότητάς του, βοηθώντας το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Εάν τυχόν παρεισφρήσει μαρτυρία για το ύστατο ερώτημα, τότε αυτή θα πρέπει να απορριφθεί, εκτός αν κριθεί πως πρόκειται για περίπτωση στην οποία κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο λόγω της φύσης της υπόθεσης (Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.390). Επ' αυτού του τελευταίου ως ανωτέρω ζητήματος θα πρέπει καθηκόντως να υποδειχθεί πως ο Μ.Ε.5 δεν τήρησε ευλαβικά αυτή την υποχρέωση του. Όπως εύκολα διαπιστώνεται από την έκθεση του, Έγγραφο Ε, δεν περιορίστηκε στη διατύπωση των οικονομικών αξιώσεων της Ενάγουσας. Εμφανέστατα και σε αλλεπάλληλες περιπτώσεις προχώρησε και απέδωσε παραβάσεις στην Εναγομένη 2 και στο Εναγόμενο 3 ΣΑΠΑ ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία απέδωσε παραβάσεις και στους Εναγομένους 4 Μηχανικούς. Από την έκθεση του είναι ενδεικτικές για την ως άνω διαπίστωση του δικαστηρίου οι §§1.3, 1.4, 3.1, 4.1 και 4.4. Ειδικότερα ο Μ.Ε.5 παραθέτει συμβάσεις, υποδεικνύει όρους από αυτές τους οποίους ερμηνεύει και μάλιστα επικαλείται νομολογία για εξυπακουόμενους όρους (London Borongh of Merton v. Stanley Hugh Leach Ltd
(1985)32 B.L.R.51). Στη βάση αυτής της νομικής ανάλυσης του ο Μ.Ε.5 αποφαίνεται και ποιος ή ποιοι έχουν παραβιάσει ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους των διαφόρων συμβάσεων. Όπως έχει λεχθεί, αυτό δεν είναι έργο ούτε συνήθους μάρτυρος ούτε και εμπειρογνώμονος. Δεν θεωρώ ότι η φύση της υπόθεσης καθιστούσε αναπόφευκτη την ενασχόληση με το ύστατο αυτό ερώτημα, ήτοι της ευθύνης από τυχόν παράβαση συμβάσεων (ή όρων αυτών) το οποίο και έπρεπε να αφεθεί στο δικαστήριο. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Ε.5 και θα αγνοηθεί. Όσον αφορά την ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.5 κρίνεται χρήσιμη η παράθεση αυτούσιας από τη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο Δ, της Περίληψης Οικονομικής Απαίτησης, η οποία έχει ως εξής: Περίληψη Οικονομικής Απαίτησης 1 Έξοδα Εργοταξίου και Γενικής Διεύθυνσης Εργοταξίου €470,000.00 2 Απώλεια Κέρδους €4,175,659.63 3 Απώλεια Επιπρόσθετού Κέρδους €1,024,201.53 4 Απώλεια Ενοικίων Μηχανημάτων €1,918,456.00 5 Έξοδα Μεταφοράς, Συντήρησης και Απομάκρυνσης Μηχανημάτων €114,000.00 6 Υπόλοιπο προς Πληρωμή για Εκτελεσθείσα Εργασία €581,005.08 Σύνολο €8,283,322.24 Έξοδα Τόκων και Χρηματοδότησης Πρόσθετων Κοστών Και Εξόδων €1,140,269.60 Σύνολο €9,423,591.84 Έξοδα ετοιμασίας της Απαίτησης €150,000.00 Σύνολο Απαίτησης €9,573,591.84 Είναι προφανές από την προβληθείσα απαίτηση πως εάν εξαιρέσει κάποιος (i) το αξιούμενο για εκτελεσθείσα εργασία, που ούτως ή άλλως έχει ήδη καταβληθεί στην κοινοπραξία ως και ο Μ.Ε.5 παραδέχθηκε, (ii) τους τόκους οι οποίοι ως θέμα πρακτικής ούτως ή άλλως επιδικάζονται υπό κάποιες προϋποθέσεις κατά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου [βλ. Keating on Building Contracts, 5η έκδοση
(1991), σελ.452 και 453] και (iii) την αμοιβή του Μ.Ε.5, τότε αντιλαμβάνεται ότι η απαίτηση εστιάζεται στα πέντε πρώτα ποσά (Σημεία αρ.1-5 της Περίληψης). Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ποσών, βάσει της ανάλυσης του Μ.Ε.5, είναι ότι διασυνδέονται με την κατ' ισχυρισμόν στέρηση της δυνατότητας ή του δικαιώματος εκτέλεσης του 50% των εργασιών. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.5 τόσο στη γραπτή δήλωση του όσο και στην έκθεση του, Έγγραφα Δ και Ε, προβάλλει ότι η Ενάγουσα δικαιούται: 1.Έξοδα Εργοταξίου και Γενικής Διεύθυνσης Αναλύονται στην §4.5 της έκθεσης του Μ.Ε.5 και είναι τα κατ' ιχυρισμόν πραγματικά έξοδα τα οποία υπέστη η Ενάγουσα, τα οποία είχαν περιληφθεί στις τιμές μονάδος της σύμβασης με το ΣΑΠΑ αλλά επειδή δεν της είχε επιτραπεί να εκτελέσει το 50% του έργου δεν είχε τη δυνατότητα να ανακτήσει τα έξοδα αυτά. Υποστηρίζεται ότι το προσωπικό διεύθυνσης αναγκαστικά παρέμενε σε αδράνεια και η Ενάγουσα δεν μπορούσε να προβεί σε απολύσεις καθότι βάσει του συμβολαίου ήταν υποχρεωμένη να εργοδοτεί το εν λόγω προσωπικό, όπως και να διατηρεί δεσμευμένα τα μηχανήματα της, εξ ου και δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει προσφορές για άλλα έργα (πλήρης ανάλυση στο Τεκμήριο 13 του Εγγράφου Ε). 2.Απώλεια Κέρδους βάσει Συμβολαίου Αναλύεται στην §4.1 της έκθεσης του Μ.Ε.5 και είναι το κατ' ισχυρισμόν κέρδος της ως η Ενάγουσα το είχε υπολογίσει στην προσφορά, η οποία μετετράπη σε συμβόλαιο. Λόγω της εμπειρίας της η Ενάγουσα γνώριζε εξαρχής ποιο θα ήταν το κέρδος της σε σχέση με το κόστος. Συγκεκριμένα αυτό θα ήταν 40,15% το οποίο της στερήθηκε διότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να εκτελέσει το 50% των εργασιών (πλήρης ανάλυση στα Τεκμήρια 8 και 9 του Εγγράφου Ε). 3.Απώλεια Επιπρόσθετου Κέρδους λόγω Υπεργολάβου Αναλύεται στην §4.2 της έκθεσης του Μ.Ε.5 και είναι το κατ' ισχυρισμόν κέρδος το οποίο θα είχε η Ενάγουσα με βάση συμφωνία την οποία είχε υπογράψει με υπεργολάβο (τη Hydris) για την εκτέλεση των εργασιών. Βασικά προβάλλεται ότι με την εκτέλεση από την Hydris το κόστος των εργασιών θα μειωνόταν ακόμα περισσότερο. Συγκεκριμένα λόγω του μειωμένου κόστους το αναμενόμενο συνολικό κέρδος της θα αυξάνετο και θα ήταν 50% (αντί 40,15%). Προβάλλεται ότι το επιπρόσθετο κέρδος της θα ήταν 9,85% το οποίο και κατ' ισχυρισμόν απώλεσε επειδή δεν εκτέλεσε το 50% του έργου (πλήρης ανάλυση στο Τεκμήριο 10 του Εγγράφου Ε). 4.Απώλεια Επιπρόσθετου Κέρδους από την Ιδιοκτησία Μηχανημάτων Αναλύεται στην §4.3 της έκθεσης του Μ.Ε.5 και στην ουσία υποστηρίζεται πως είναι το όφελος που θα είχε η Ενάγουσα εξαιτίας του ότι η ίδια διέθετε τα αναγκαία μηχανήματα, οπότε δεν θα είχε κόστος ενοικίασης. Κάτι που είχαν κατά την προσφορά συνυπολογίσει στις τιμές μονάδος συμβολαίου διότι η Εναγόμενη 2 δεν διέθετε μηχανήματα οπότε είχαν θεωρήσει ότι η Κοινοπραξία θα τα εξασφάλιζε μέσω ενοικίασης (πλήρης ανάλυση στο Τεκμήριο 11 του Εγγράφου Ε). Ο Μ.Ε.5 προσθέτει ότι εν πάση περίπτωση η στέρηση του δικαιώματος εκτέλεσης του 50% των εργασιών στέρησε τη δυνατότητα κτήσης εισοδήματος μέσω εκμίσθωσης των εν λόγω μηχανημάτων σε τρίτους αφού αυτά παρέμεναν στο εργοτάξιο σε πλήρη αδράνεια. 5.Έξοδα Μεταφοράς, Συντήρησης και Απομάκρυνσης Μηχανημάτων Αναλύονται στην §4.4 της έκθεσης και κατ' ισχυρισμόν αφορούν τη μεταφορά, συντήρηση και απομάκρυνση των μηχανημάτων (προς και από το εργοτάξιο), τα οποία αδρανούσαν πλήρως στο εργοτάξιο. Τα έξοδα αυτά περιλαμβάνοντο επίσης στις τιμές μονάδος του συμβολαίου και δεν κατέστη δυνατόν κατ' ισχυρισμόν να τα εισπράξει η Ενάγουσα καθότι δεν της είχε επιτραπεί να εκτελέσει τις πλείστες εργασίες βάσει των συμβάσεων, ήτοι του 50% του ποσού της σύμβασης έργου (πλήρης ανάλυση στο Τεκμήριο 12 του Εγγράφου Ε). Ο Μ.Ε.5 προσθέτει πως εάν επιτρεπόταν στην Ενάγουσα να εκτελέσει το μερίδιο το οποίο της αναλογούσε, τότε τα εν λόγω έξοδα θα τα επωμίζετο ο υπεργολάβος (η Hydris), ο οποίος και θα τα είχε ενοικιάσει για να εκτελέσει τις εργασίες, ως είχε συμφωνηθεί. Η πιο πάνω καταγραφή των οικονομικών αξιώσεων καταδεικνύει εύκολα πως τα αναλυόμενα στις §§4.1, 4.2 και 4.3 της έκθεσης κονδύλια είναι αξιώσεις σε σχέση με απώλεια κέρδους ενώ τα αναλυόμενα στις §§4.4 και 4.5 της έκθεσης είναι αξιώσεις για προκληθείσες ζημιές. Αρχίζοντας από τις ζημιές αυτές οφείλω εξαρχής να παρατηρήσω ότι στην πραγματικότητα ελλείπει κάθε υπόβαθρο στο οποίο έχει στηριχθεί ο Μ.Ε.5 και ασφαλώς δεν στοιχειοθετούνται με την απαιτούμενη επάρκεια (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.1083). Ειδικότερα σε σχέση με τα έξοδα προσωπικού διεύθυνσης εργοταξίου ο Μ.Ε.5 παραθέτει ως Τεκμήριο 13 στο έγγραφο Ε, απλώς μια κατάσταση στην οποία καταγράφει το ετήσιο κόστος για τον διευθυντή έργου, τον μηχανικό εργοταξίου και τον τοπογράφο (50.000+30.000+30.000), εξευρίσκει το εβδομαδιαίο κόστος για τον καθένα (961+576+576) και αφού προσθέτει και εβδομαδιαία έξοδα (€1.500) για ασφάλειες, εγγυήσεις, εγκαταστάσεις, γραφεία, αποθήκες, οχήματα και «άλλα» (τα οποία δεν διευκρινίζονται), καταλήγει ότι το «σύνολο εξόδων ανά εβδομάδα είναι €3.615,38». Ουσιαστικά δεν έχει εξηγηθεί πώς προκύπτουν τα ποσά αυτά και δεν υπάρχει κανένα έγγραφο, μαρτυρία ή άλλο στοιχείο το οποίο να υποστηρίζει τα προαναφερθέντα ποσά ως εβδομαδιαία έξοδα. Ελλείπει δηλαδή το υπόβαθρο στο οποίο έχει στηριχθεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω αδυναμίας θα πρέπει να σημειωθεί πως ενώ η αιτιολογική σκέψη είναι πως πρόκειται για έξοδα από τη διατήρηση εργοταξίου και ενώ είναι γενικά αναντίλεκτο ότι η Ενάγουσα αποχώρησε κάποια στιγμή από το έργο, ενός του 2010, εντούτοις ο Μ.Ε.5 αξίωσε το πιο πάνω ποσόν των €3.615,38 για 130 εβδομάδες που ήταν η ολική διάρκεια του έργου, ήτοι αξίωσε μέχρι τις 3.9.11. Είναι λοιπόν εμφανές ότι ακόμα και να είχε στοιχειοθετηθεί κάποιο ποσό εβδομαδιαίως, αυτό δεν θα ήταν σε καμμιά περίπτωση για 130 εβδομάδες. Αλλά και σε σχέση με τα έξοδα μεταφοράς, συντήρησης και απομάκρυνσης μηχανημάτων παρατηρείται ακριβώς η ίδια αδυναμία. Ελλείπει η οποιαδήποτε τεκμηρίωση των ποσών τα οποία έχουν καταγραφεί στο Τεκμήριο 12 του Εγγράφου Ε. Συγκεκριμένα καταγράφεται κόστος μεταφοράς ύψους €7.000 ημερησίως, αναγκαία συντήρηση (για άγνωστη περίοδο) ύψους €30.000 και κόστος απομάκρυνσης ύψους επίσης €7.000 ημερησίως, χωρίς και πάλι οποιοδήποτε έγγραφο, μαρτυρία ή άλλο στοιχείο το οποίο να παρέχει έστω κάποια ένδειξη για τα κόστη αυτά. Δεν θεωρώ ότι έχουν στοιχειοθετηθεί τέτοια έξοδα (και ιδίως το ύψος τους) με μόνη την αναφορά τους από τον Μ.Ε.5 και χωρίς να έχει προσφερθεί άλλη επεξήγηση. Σε σχέση με τα υπόλοιπα τρία ποσά, όπως έχει ήδη λεχθεί, αυτά αναλύονται στις §§4.1, 4.2 και 4.3 του Εγγράφου Ε και δεν αφορούν πραγματικές ζημιές ή βλάβες αλλά προβάλλονται ως απώλεια κέρδους ή οφέλους (loss of profit). Η μέθοδος με την οποία έχει εργαστεί ο Μ.Ε.5 αναλύεται στα τεκμήρια, τα οποία επισυνάπτει στην ως άνω έκθεση του. Στην §4.1 και στο πολυσέλιδο Τεκμήριο 9 του Εγγράφου Ε παραθέτει, αναλυτικά και με επάρκεια, τη μέθοδο με την οποία εργάστηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα του ότι το αναμενόμενο κέρδος της Ενάγουσας είναι €4.175.659,63. Βασικά ο Μ.Ε.5 έχοντας στη διάθεση του την ανάλυση προσφοράς για το κάθε τμήμα, καθώς και τις διάφορες εργασίες στο έργο, διαπίστωσε ότι, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, το κόστος εκτέλεσης ήταν €12.730.541,59 και το κέρδος ήταν €8.540.789,38, δηλαδή η κοινοπραξία θα εισέπραττε συνολικά το ποσόν των €21.271.330,97. Ήταν στη βάση αυτή που ο Μ.Ε.5 καθόρισε ότι το ποσοστό κέρδους ήταν 40,15%, (αν και στην πραγματικότητα είναι ελαφρώς μεγαλύτερο ως ποσοστό). Στη συνέχεια ο Μ.Ε.5 λαμβάνοντας ως βάση το ήμισυ του ποσού το οποίο θα εισέπραττε η κοινοπραξία, αφαίρεσε την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας που είχε ήδη πληρωθεί η Ενάγουσα, υπολόγισε επί του υπολοίπου των €10.399.722,32 το ποσοστό κέρδους καταλήγοντας ότι αυτό για την ίδια είναι €4.175.669,63. Το οποίο δέχομαι, λαμβάνοντας υπόψιν και το ότι δεν αντικρούστηκε πειστικά επ' αυτού του θέματος ο Μ.Ε.5. Σε σχέση με την §4.2 του Τεκμηρίου 9 του Εγγράφου Ε, ο Μ.Ε.5 εξηγεί επίσης πειστικά ότι στην πραγματικότητα είχε στηριχθεί στις τιμές προσφοράς από τη Hydris και εντοπίζοντας ότι όλες οι τιμές μονάδος βάσει αυτής ήταν στο ήμισυ των τιμών μονάδος του επίδικου συμβολαίου, κατέληξε ότι η Ενάγουσα αναθέτοντας το δικό της μερίδιο στην Hydris θα μπορούσε να έχει αυτό το επιπρόσθετο κέρδος ύψους 9,85% το οποίο υπολόγισε επί του προαναφερθέντος μεριδίου της Ενάγουσας σε €1.024.201,53. Ο συλλογισμός αυτός είναι λογικός αλλά θα μπορούσε να είχε βάση μόνον εάν η συμφωνία με τη Hydris είτε γινόταν εξαρχής (κατά την έναρξη του έργου) είτε καθίστατο δυνατός ο προσδιορισμός του εναπομένοντος έργου, και μάλιστα του κατ' ισχυρισμόν μεριδίου της Ενάγουσας, κατά τον χρόνο που υπεβλήθη η προσφορά της Hydris (στις 24.7.10). Όπως όμως θα διαφανεί κατωτέρω, όχι μόνον είχαν ήδη εκτελεστεί εργασίες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010 (στις οποίες συμμετείχε και η Ενάγουσα) αλλά είχαν εκτελεστεί και άλλες από την Εναγόμενη 2 μέχρι τις 24.7.10. Το ζήτημα λοιπόν το οποίο δημιουργείται είναι αφενός πως δεν προσκομίστηκε καμμιά τέτοια προσφορά ή συμφωνία με υπεργολάβο πριν τις 24.7.10 και αφετέρου πως όταν εμφανίστηκε η προσφορά στις 24.7.10 ήταν (και παραμένει) άγνωστο το ποσοστό έργου που υπολείπετο προς εκτέλεση και ιδίως δεν υπάρχει τρόπος να εξακριβωθεί το υπόλοιπο του προβληθέντος μεριδίου εργασιών της Ενάγουσας. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό ή ποσοστό επιπρόσθετου κέρδους που κατ' ισχυρισμόν θα είχε η Ενάγουσα. Βασικά δεν αποκλείεται ότι θα μπορούσε να έχει κάποιο επιπρόσθετο κέρδος πλην όμως αυτό δεν μπορεί να προσδιοριστεί αριθμητικά ελλείψει των απαραίτητων στοιχείων μαρτυρίας. Αναφορικά με την §4.3 παρατίθεται στην έκθεση του Μ.Ε.5 και συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 9 αυτής κατάλογος με 38 μηχανήματα, τα οποία φέρονται να ανήκουν στην Ενάγουσα. Για κάθε μηχάνημα παρατίθεται περιγραφή του, ημερομηνία που άρχισε να εργάζεται στο εργοτάξιο (μεταξύ Μαΐου και Νοεμβρίου του 2009), ωριαίο ενοίκιο (από €5 έως €50 ανά ώρα), ημερήσιο ενοίκιο (από €40 έως €400 ανά ημέρα) και τέλος το συνολικό για κάθε μηχάνημα ενοίκιο μέχρι 14.9.11 (από €25.040 έως €215.200). Δεν παρατίθενται οι ημέρες εργασίας του κάθε μηχανήματος πλην όμως αυτό εξακριβώνεται με την κατάλληλη αριθμητική πράξη, ήτοι τη διαίρεση του συνολικού ποσού με το ημερήσιο ενοίκιο, οπότε φαίνονται οι μέρες εργασίας για το καθένα (να είναι από 494 έως 629). Με αυτό τον τρόπο και προστιθεμένων όλων των συνολικών ποσών προκύπτει το σύνολο των €1.918.456, το οποίο προέβαλε ο Μ.Ε.5 ως την αξίωση της Ενάγουσας για την εξοικονόμηση που θα είχε εν σχέσει με την εκτέλεση του δικού της μεριδίου εργασιών επειδή κατείχε δικά της ιδιόκτητα μηχανήματα. Δημιουργείται όμως και σε σχέση με αυτό το κονδύλι (της §4.3) πρόβλημα καθότι ο Μ.Ε.5 στην έκθεση του αφενός (παραπέμποντας στο Τεκμήριο 11) εξηγεί ότι στην προσφορά λήφθηκε υπόψιν ότι η κοινοπραξία θα ενοικίαζε τα μηχανήματα και ότι το κόστος ενοικίασης τους είχε συμπεριληφθεί στις τιμές μονάδος του συμβολαίου (§4.3.1.) και αφετέρου υποστηρίζει ότι το κόστος εκτέλεσης για την Ενάγουσα θα ήταν μειωμένο κατά το κόστος ενοικίασης των εν λόγω μηχανημάτων παραπέμποντας και πάλι στο Τεκμήριο 11 της έκθεσης (§4.3.2). Είναι αυτονόητο πως εάν το ποσό το οποίο προϋπολογίστηκε και είχε συμπεριληφθεί στις τιμές μονάδος συμβολαίου είναι €1.918.456 σε σχέση με την κοινοπραξία (δηλαδή για όλο το έργο) τότε δεν μπορεί αυτό το ίδιο ποσό να συνιστά εξοικονόμηση για την Ενάγουσα στην περίπτωση που θα εκτελούσε το μερίδιο της (δηλαδή το μισό έργο). Ούτε βέβαια είναι αντιληπτή η θέση ότι το ποσό για κάθε μηχάνημα αφορά την περίοδο που αυτό μεταφέρθηκε στο εργοτάξιο μέχρι και την ημερομηνία που απομακρύνθηκε από το εργοτάξιο, δεδομένου ότι η απαίτηση αυτή αφορά την περίπτωση που η Ενάγουσα θα εκτελούσε το δικό της ήμισυ μερίδιο (και άρα δεν μπορεί να έχει σημασία το τι έγινε χωρίς διαμοιρασμό). Δεν δέχομαι την εισήγηση αυτή του Μ.Ε.5. Σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Ε.5 σημειώνω πως εντίμως συμφώνησε με την αυτονόητη θέση ΄ότι ένας ήταν ο εργολάβος (η κοινοπραξία) και ότι οι δύο εταίροι ανέλαβαν ευθύνη απέναντι στον εργοδότη σε περίπτωση κατά την οποία ένας εκ των δύο δεν εκτελούσε το καθήκον του. Όσον αφορά τον Μ.Υ. μου έδωσε την εικόνα ενός αξιόπιστου και ειλικρινούς μάρτυρος. Ήταν σαφέστατο κατά τη δική του μαρτυρία ότι όλες οι αναφορές του σε σχέση με γεγονότα τεκμηριώνονται και μέσα από τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η θέση του για το ότι όντως είχε παραδοθεί το εργοτάξιο, ότι υπήρξαν καθυστερήσεις και προβλήματα μεταξύ των συνεταίρων της κοινοπραξίας και ότι εν τέλει το έργο ολοκληρώθηκε από την Εναγόμενη 2 κατόπιν σύμφωνης γνώμης του ΣΑΠΑ. Ο Μ.Υ. ήταν ιδιαίτερα πειστικός στο ότι δεν επεδίωξαν και ούτε υποχρέωσαν οι ίδιοι οι Μηχανικοί την Ενάγουσα να αποχωρήσει από την εκτέλεση του έργου. Γενικά ο Μ.Υ. τεκμηρίωνε τις θέσεις του με λεπτομέρειες και χωρίς υπεκφυγές. Δέχομαι τη μαρτυρία του με εξαίρεση και εδώ τις οποιεσδήποτε τυχόν απόψεις εξέφρασε για την ερμηνεία εγγράφων. Εισερχόμενος τώρα ειδικότερα στα γεγονότα κατ' αρχάς σημειώνεται πως η Ενάγουσα συνεστήθη το 1984 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Τεκμήριο 34) και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Χ.Α. ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της (§3 της Ε/Α). Παρόμοιας φύσης εταιρεία είναι και η Εναγόμενη 2, της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Εναγόμενος 1. Οι δύο αυτές εταιρείες είναι εργολήπτες Τεχνικών Έργων κατηγορίας «Α». Το Εναγόμενο 3 συμβούλιο είναι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου («ΣΑΠΑ»), το οποίο είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου βάσει του Ν.1/71. Η Εναγόμενη 4 είναι συνεταιρισμός-κοινοπραξία πολιτικών μηχανικών και αρχιτεκτόνων και στη βάση σύμβασης με το ΣΑΠΑ ημερ. 16.5.05 (Τεκμήριο 117) ανέλαβε να παράσχει υπηρεσίες μηχανικών, συμβούλων, σχεδιασμού και διαχείρισης συμβολαίων σε σχέση με τη Φάση ΙΙ του αποχετευτικού συστήματος Πάφου («το έργο»). Σύμφωνα με τη σύμβαση (Document VI) οι παρεχόμενες υπηρεσίες αφορούσαν τα στάδια του σχεδιασμού, των προσφορών, της διαχείρισης συμβολαίου, της επίβλεψης και τέλος, της συντήρησης. Διευθυντής έργου εκ μέρους των συμβούλων-μηχανικών ήταν ο κ. Yziquiel (Μ.Υ.) ενώ αντιπρόσωπος τους στην Κύπρο ήταν ο κ. Βραχίμης, εκ μέρους του οποίου εμφανίζεται στην αλληλογραφία ο κ. Αρέστη. Η προκήρυξη για το έργο έγινε εντός Ιανουαρίου του 2008 και σύμφωνα με την §2.3 των Οδηγιών προς Προσφοροδότες (Instructions to Tenderes - βλ. στο Τεκμήριο 40) ορίζετο ότι για προσφορές οι οποίες υποβάλλονται από κοινοπραξία θα έπρεπε, μεταξύ άλλων, με την προσφορά να συνυποβάλλεται και αντίγραφο της σύμβασης των εταίρων της («. shall be submitted with the tender»). Η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 2 είχαν ήδη συνεννοηθεί να συστήσουν κοινοπραξία και να προσφοροδοτήσουν οπότε στις 3.3.08 υπέγραψαν μεταξύ τους δύο συμβάσεις ως ακολούθως: (α) Την τιτλοφορούμενη ως «Pre-Bid Joint Venture Agreement» (εφεξής «Pre-Bid JVA»), στην οποία δηλώνοντας την επιθυμία τους να συνεργαστούν για την υποβολή Προσφοράς για τη Φάση ΙΙ του αποχετευτικού Πάφου, συμφώνησαν: - Ότι οι συνέταιροι αποτελούν κοινοπραξία και ευθύνονται από κοινού και ή κεχωρισμένως τόσο για την ετοιμασία και την υποβολή προσφοράς όσο και για την εκτέλεση του έργου. - Ότι η Εναγόμενη 2 ήταν ο Επικεφαλής εταίρος (Lead Partner ή Partner in Charge), ο οποίος και εξουσιοδοτείτο να δεσμεύει και λαμβάνει οδηγίες διά και εκ μέρους όλων των εταίρων ενώ η συνολική εκτέλεση του συμβολαίου συμπεριλαμβανομένης πληρωμής θα γινόταν μέσω του. - Ότι οι εταίροι δεσμεύοντο αφενός να παραμείνουν στον συνεταιρισμό καθόλη τη διάρκεια του συμβολαίου (για το έργο) και να προσφέρουν εγγυήσεις, κεφάλαια, υποστατικά, εξοπλισμό, προσωπικό και γενικά όλες τις προμήθειες (resources) που απαιτούντο για την επιτυχή εκτέλεση του συμβολαίου. (β) Την τιτλοφορούμενη ως «Memorandum of Understanding» (εφεξής «M.O.U.») στην οποία μεταξύ άλλων ανέφεραν: - Ότι η ποσοστιαία συμμετοχή των μερών στην κοινοπραξία θα ήταν 50% έκαστος εταίρος. - Ότι η Εναγόμενη 2 θα ήταν ο Επικεφαλής εταίρος (leading partner). - Ότι η εκτέλεση του έργου θα γινόταν μεταξύ των μερών με διαμοιρασμό (κατανομή) όλων των εργασιών μεταξύ τους ανά 50% («All works will be allocated between the parties as follows: 50%»). Στις 7.4.08 η κοινοπραξία υπέβαλε την προσφορά της για το επίδικο έργο ενώ στις 6.5.08 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 υπέβαλαν στον Έφορο Εταιρειών το έντυπο «Ο/Ε1» αιτούμενες την εγγραφή ομορρυθμου εταιρείας βάσει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ.116 στον τομέα εργοληπτικών εργασιών. Όπως και ο Μ.Ε.2 αναφέρει, η συμφωνηθείσα ημερομηνία ενάρξεως του συνεταιρισμού ήταν η «6.5.08» και η διάρκεια ισχύος του ήταν επ' αόριστο, διαλυόμενου κοινή συναινέσει. Ο Έφορος ενέκρινε την αίτηση και στις 8.5.08 ενέγραψε την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΑΙ LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED J.V.» και εξέδωσε προς τούτο σχετικό Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 35). Σε μεταγενέστερο Πιστοποιητικό του Εφόρου ημερ. 2.12.08 (Τεκμήριο 36) αναφέρεται ότι ο Χ.Α. για την Ενάγουσα εξουσιοδοτείται να διαχειρίζεται την εταιρεία, διευθύνει αυτή και υπογράφει για αυτή. Στις 28.11.08 το ΣΑΠΑ ανακοίνωσε την τελική κατακύρωση στην κοινοπραξία και κάλεσε για υπογραφή σύμβασης. Στις 4.12.08 η κοινοπραξία υπέβαλε αίτηση στην Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 95), στη βάση της οποίας ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι της υπ' αρ..3942 στον οποίο εξουσιοδοτημένοι υπογραφείς ορίστηκαν οι Εναγόμενος 1 ή Σ.Λ. μαζί με τον Χ.Α. ή τον Μ.Α. (Τεκμήρια 96-99). Το Τεκμήριο 42 αποτελεί κατάσταση με την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 5.12.08 μέχρι 18.6.09. Στις 5.12.08 υπεγράφη μεταξύ της κοινοπραξίας και του ΣΑΠΑ το συμβόλαιο υπ' αρ.Β7/2007 το οποίο αφορούσε την εκτέλεση της Φάσης ΙΙ, ήτοι το Τεκμήριο 40, στο οποίο επισυνάπτοντο εννέα έγγραφα ως ακολούθως: «α) The letter of Acceptance.
  1. b)The Said Tender and Appendix to Tender.
  2. c)The Conditions of Contract (Part I).
  3. d)The Conditions of Contract (Part II).
  4. e)The Specifications (Section I&II).
  5. f)The Drawings ....
  6. g)The Contractor's Proposal ....
  7. h)Other documents as listed in the Appendix to Tender ....
  8. i)Health and Safety Plan ....» Το συμβόλαιο, Τεκμήριο 40, υπεγράφη εκ μέρους του ΣΑΠΑ από τον τότε δήμαρχο Βέργα (και μάρτυρα τον Μαληκκίδη) και εκ μέρους της κοινοπραξίας από τον Εναγόμενο 1 (και μάρτυρα τον Χ.Α.). Η αναφορά του Μ.Ε.2 ότι οι Βέργας και Μαληκκίδης καταδικάστηκαν για αδικήματα δεκασμού στη βάση μαρτυρίας και του επίσης εμπλεκόμενου στον χρηματισμό τους Εναγόμενου 1, δεν έχει αμφισβητηθεί (Τεκμήριο 91). Στις 16.12.08 η Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε την αίτηση της κοινοπραξίας για έκδοση εγγυητικών επιστολών τόσο για την πιστή εκτέλεση όσο και για την προκαταβολή ύψους €2.127.133,10 σε κάθε περίπτωση. Η έκδοση των απαραίτητων εγγυητικών επιβεβαιώθηκε στην Εναρκτήρια Σύσκεψη, η οποία έγινε στις 12.1.09, παρόντων των εκπροσώπων του εργοδότη (ΣΑΠΑ), του εργολάβου (κοινοπραξίας) και των μηχανικών (Εναγομένης 4). Στο πρακτικό της σύσκεψης αυτής, Τεκμήριο 118, καταγράφεται και η προκαταρκτική ημερομηνία έναρξης των εργασιών που ως συμφωνήθηκε θα ήταν η 16η Φεβρουαρίου 2009 (μετά από επιβεβαίωση που θα έδιδε ο εργολάβος μέχρι τις 16.1.09). Όσον αφορά το Πρόγραμμα Εργασιών ο εργολάβος (κοινοπραξία) υποσχέθηκε να το υποβάλει μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του 2009 για έλεγχο από τους μηχανικό-εργοδότη. Παράλληλα ανέλαβε να υποβάλει σχέδιο με την προτεινόμενη διαίρεση της περιοχής σε υποπεριοχές («. to provide a plan view of the proposed division of the Contract Area into Sub-Areas»), οι οποίες και θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Εργασιών. Εν τέλει σε σχέση με την ημερομηνία έναρξης ακολούθησαν κάποιες περαιτέρω συζητήσεις, ως αποτέλεσμα των οποίων στις 9.2.09 με επιστολή τους (Τεκμήριο 43) οι Μηχανικοί επιβεβαίωσαν ότι ως επίσημη ημερομηνία έναρξης εργασιών καθορίστηκε η 3η Μαρτίου 2009. Στις 3.3.09 ο διευθυντής έργου (project manager) ήτοι ο Γ.Α. υπέβαλε με επιστολή του (Τεκμήριο 44) το Πρόγραμμα Εργασιών προς τους μηχανικούς για έγκριση, σύμφωνα με τον όρο 14.1 του Τεκμηρίου 40. Ο επιβλέπων μηχανικός (Μ.Υ.) δεν θεώρησε επαρκές το πρόγραμμα αυτό οπότε απέστειλε επιστολή ημερ. 18.3.09, Τεκμήριο 45, με σχόλια ζητώντας όπως, αφού ληφθούν υπόψιν, επανυποβληθεί πρόγραμμα. Σύμφωνα με τον Μ.Υ. στην εν λόγω επιστολή δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε απάντηση και η θέση του αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Ας σημειωθεί εδώ πως η Ενάγουσα, μέσω της Μ.Ε.1, προσκόμισε ως Τεκμήριο 17, τις χειρόγραφες σημειώσεις του Γ.Α. ημερ. 30.3.09 σε σχέση με τις τιμές χρέωσης εργασιών, για τις οποίες συνιστά κοινό υπόβαθρο ότι τόσο στην προφορική μαρτυρία όσο και στην αλληλογραφία αναφέρονται από όλους ως «budget» ή «προϋπολογισμός». Πάντως σε σύσκεψη η οποία ακολούθησε στις 24.4.09, Τεκμήριο 46, δηλώθηκε ότι ο εργολάβος θα υπέβαλλε το νέο πρόγραμμα στις 12.5.09 και παράλληλα οι Μηχανικοί επέπληξαν τον εργολάβο για την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί (τεσσάρων εβδομάδων). Σε νεότερη σύσκεψη στις 15.5.09 συμφωνήθηκε όπως το αναθεωρημένο πρόγραμμα υποβληθεί μέχρι τις 22.5.09, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και στη συνάντηση ημερομηνίας 20.5.09, Τεκμήριο 119, στην οποία επίσης υπήρξε παρατήρηση για την καθυστέρηση (επτά εβδομάδων). Όπως αποδέχεται ο Μ.Ε.2 στη γραπτή δήλωση του (§28) και όπως προκύπτει και από επιστολή των Μηχανικών ημερ. 8.2.10, Τεκμήριο 4, εν τέλει οι εργασίες εκτέλεσης άρχισαν στις 14.5.09 λόγω του ότι προηγουμένως δεν υπήρχε διαθέσιμο μηχάνημα και συγκεκριμένα εκσκαφέας (τύπου «trencher»). Στις 19.6.09 οι Μηχανικοί με το Τεκμήριο 120 απάντησαν στον εργολάβο ότι δεν εγκρίνουν το (επιμέρους) πρόγραμμα δύο εβδομάδων που είχε υποβάλει στις 12.6.09 και ζήτησαν όπως γίνει πιο συγκεκριμένο [«. you must be more specific (manhole numbers and street names) as to where about the different tasks of works are taking place.»] Με νεότερη επιστολή τους ημερ. 3.7.09, Τεκμήριο 47, οι Μηχανικοί υπενθύμισαν τα όσα είχαν συμφωνηθεί σε παλαιότερη συνάντηση ημερ. 8.5.09 σε σχέση με το πρόγραμμα εργασιών («. emphasized that a proper and realistic program will be the best way to follow up the project.») Συνάγεται από την υφιστάμενη μαρτυρία πως μέχρι τις 29.7.09 η Ενάγουσα είχε εκτελέσει κάποιες εργασίες (στην Έμπα) για τις οποίες ο Διευθυντής Έργου (Νέαρχος) εκ μέρους της κοινοπραξίας εξέδωσε πιστοποιητικό πληρωμής αρ.1 για ποσό €55.612,33, Τεκμήριο 53, στη βάση του οποίου η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο της προς την κοινοπραξία ημερ. 5.8.09, Τεκμήριο 54. Σημειώνεται πως στο Τεκμήριο 53 η Ενάγουσα αναφέρεται ως «υπεργολάβος». Σχετικά εκδόθηκε και τιμολόγιο από την Ενάγουσα, ήτοι το Τεκμήριο 54, για το οποίο ο Μ.Ε.2 αναγνωρίζει ότι έχει εξοφληθεί αλλά επισημαίνει ότι τόσο αυτό όσο και άλλα μεταγενέστερα πιστοποιητικά πληρωμής (του Διευθυντή Έργου) ήταν σε τιμές χαμηλότερες των τιμών συμβολαίου, γεγονός για το οποίο η Ενάγουσα υπέβαλε όντως έντονες διαμαρτυρίες προς την Εναγόμενη 2. Είναι προφανές πως αυτό ήταν ένα από τα βασικά γεγονότα τα οποία διατάραξαν τη σχέση των δύο εταίρων. Το παράπονο της Ενάγουσας ήταν πως ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέβαλαν προς το ΣΑΠΑ τιμολόγιο προς πληρωμή του συνεταιρισμού σε τιμές συμβολαίου, εντούτοις αρνούντο να εγκρίνουν πληρωμή της Ενάγουσας σε τιμές συμβολαίου αλλά πρότειναν πληρωμή στις χαμηλότερες τιμές τις οποίες είχαν προσφέρει άλλοι υπεργολάβοι. Το Τεκμήριο 121 αποτελείται από επιστολές των Μηχανικών προς τον εργολάβο οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από 28.8.09 έως 25.10.10. Με την πρώτη από αυτές, ημερ. 28.8.09, οι Μηχανικοί επανήλθαν στο θέμα της καθυστέρησης παρατηρώντας (
  9. i)ότι η συνολική εκτέλεση ήταν χαμηλή (2,7%) μέχρι τέλος Ιουνίου 2009 και συνεπώς υπήρχε καθυστέρηση 14 εβδομάδων, (
  10. ii)ότι η πρόοδος ήταν πολύ αργή και θα έπρεπε να ληφθούν αναγκαία μέτρα για επιτάχυνση και (iii) ότι έπρεπε να υποβληθεί πρόγραμμα εργασιών και λεπτομέρειες δεικνύουσες το ποσοστό εκτέλεσης. Διάφορες άλλες επιμέρους εξελίξεις και απόψεις των Μηχανικών φαίνονται στις υπόλοιπες επιστολές, χωρίς να κρίνεται αναγκαία εδώ η λεπτομερής παράθεση τους. Στις 16.1.10, με αφορμή επιστολή της Ενάγουσας, ο Νέαρχος, υπέβαλε την παραίτηση του από τη θέση του διευθυντή έργου (project manager) αναφερόμενος στα διάφορα θέματα που είχε θέσει η Ενάγουσα και απαντώντας σε αυτή (Τεκμήρια 15, 17). Στην εν λόγω επιστολή της Ενάγουσας απάντησε και η κοινοπραξία μέσω του Εναγόμενου 1 στις 18.1.10 με το Τεκμήριο 83. Ας σημειωθεί πως στις 19.1.10 με το Τεκμήριο 4 σε επιστολόχαρτο της κοινοπραξίας ο Χ.Α. ενημέρωσε και το ΣΑΠΑ για την προτιθέμενη παραίτηση του Νέαρχου, καθώς και για την πρόθεση της κοινοπραξίας να αναθέσει τα καθήκοντα διευθυντή έργου στον Χαρίλαο. Εν τέλει, την επόμενη μέρα με επιστολή του Τεκμήριο 14 ο Νέαρχος ανακάλεσε την παραίτηση του. Στις 21.1.10 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των Μηχανικών με τους εκπροσώπους του εργολάβου για την οποίαν ετοιμάστηκαν πρακτικά στις 8.2.10, Τεκμήριο 49. Σε αυτή τη σύσκεψη οι δύο πλευρές ήταν σύμφωνες ότι το έργο είχε προχωρήσει μόνο κατά 14% και υπήρξε ενημέρωση από πλευράς εργολάβου ότι το νέο μηχάνημα θα άρχιζε εργασία νωρίς τον Φεβρουάριο του 2010 οπότε θα βελτιωνόταν ο ρυθμός εκτέλεσης. Εμπλοκή στο θέμα είχαν και οι δικηγόροι της Εναγομένης 2 (Χρύσης Δημητριάδης και Σία LLC) οι οποίοι με επιστολή ημερ. 3.2.10, Τεκμήριο 6, (και Τεκμήρια 103 και 107) προς τους Μηχανικούς και το ΣΑΠΑ: - Διευκρίνισαν ότι ο Νέαρχος απέσυρε την παραίτηση του. - Δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πώς ο Χ.Α. εμφανίζετο στον Έφορο Εταιρειών ως εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται την κοινοπραξία. - Επικαλέστηκαν αφενός τις συμφωνίες Pre-Bid J.V.A. και το M.O.U. ημερ. 3.3.08 και αφετέρου τα πρακτικά του Δ.Σ. της Ενάγουσας ημερ. 25.3.08, περί του ότι Επικεφαλής ήταν η Εναγόμενη 2, βάσει των οποίων μάλιστα η Ενάγουσα υπέγραψε και σχετικό πληρεξούσιο προς τον Εναγόμενο 1. Στις 8.2.10 οι Μηχανικοί απέστειλαν δύο επιστολές στην κοινοπραξία, ήτοι τα Τεκμήρια 50 και 51. Με την πρώτη διευκρίνισαν ότι δεν αποδέχοντο την αλλαγή διευθυντή έργου (εν αναμονή επίσημου εγγράφου στην αγγλική) και κάλεσαν τους εταίρους της κοινοπραξίας να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς επίλυση του θέματος αυτού, καθώς και οποιουδήποτε άλλου ζητήματος σε σχέση με το έργο και τις καθυστερήσεις στην εκτέλεση του. Με τη δεύτερη εξέφρασαν την απογοήτευση τους για το ότι είχαν πρόσφατα παραλάβει μια επιστολή από τον κάθε εταίρο και υπέδειξαν ότι, ως είχε οριστεί στην εναρκτήρια σύσκεψη, ο Επικεφαλής εταίρος ήταν ο Εναγόμενος 1, πράγμα που είχε καταγραφεί ρητώς και στο M.O.U. ημερ. 3.3.08 (εννοούσαν βέβαια και πάλι την Εναγόμενη 2). Στις 10.2.10 οι τότε δικηγόροι της Ενάγουσας (Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ) απάντησαν με επιστολή, Τεκμήριο 7, ότι δεν ήταν δεκτά όσα είχαν αναφέρει οι δικηγόροι της Εναγομένης 2 και τόνισαν ότι ο Χ.Α. είχε διοριστεί από τους εταίρους ως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να διαχειρίζεται, διευθύνει και υπογράφει για την κοινοπραξία σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1 του οποίου ο αρχικός διορισμός (ως Επικεφαλής) είχε αντικατασταθεί με τη μεταγενέστερη δήλωση ή συμφωνία των εταίρων ημερ. 6.5.08 η οποία και είχε υποβληθεί στον Έφορο Εταιρειών. Στις 22.2.10 ο Χ.Α. σε επιστολόχαρτο και πάλι της κοινοπραξίας και εκ μέρους της με το Τεκμήριο 8, απέρριψε επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερ. 14.2.10, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν ο ίδιος (ο Χ.Α.) που είχε ρητώς εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται, διευθύνει και υπογράφει για την κοινοπραξία ενώ ο Εναγόμενος 1 είχε διοριστεί (μόνο) ως συντονιστής (leader) στις σχέσεις της κοινοπραξίας με το ΣΑΠΑ. Κατά το επόμενο διάστημα και συγκεκριμένα από τις 18.3.10 μέχρι και τις 12.5.10 αντηλλάγησαν αρκετές επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των μερών, της κοινοπραξίας και της Ενάγουσας. Κάποιες εξ αυτών έχουν παρουσιαστεί ως Τεκμήρια 55-60, 66-69, 71 και 79-81. Δεν απαιτείται λεπτομερής καταγραφή του περιεχόμενου τους σε αυτό το στάδιο πλην όμως κάποια ενδεικτικά στοιχεία ως κατωτέρω αποδίδουν το κλίμα που επικρατούσε. Με το Τεκμήριο 81 (18.3.10) η Ενάγουσα αφενός ενίστατο σε οποιεσδήποτε ενέργειες κάποιου Σταύρου που φερόταν να είχε εμπλακεί στο εργοτάξιο και να κατανέμει «ευθύνες μεταξύ των συνεταίρων της Κοινοπραξίας» και αφετέρου τόνιζε ότι το μόνο αρμόδιο και υπεύθυνο πρόσωπο για να διαχειρίζεται, διευθύνει και υπογράφει για την κοινοπραξία ήταν ο Χ.Α. (διευθυντής της). Δήλωνε δε ότι θα παρευρίσκετο στη συνάντηση της κοινοπραξίας («JV meeting») στις 19.3.10 για να συζητήσει με τον συνεταίρο της. Με το Τεκμήριο 55 (25.3.10) η Εναγόμενη 2 αναφερόταν στον κίνδυνο ακύρωσης του συμβολαίου με το ΣΑΠΑ στο σημείο που είχαν φτάσει τα πράγματα, επισημαίνοντας (
  11. i)ότι η συστηματική άρνηση της Ενάγουσας να συμμετέχει στις εργασίες ζητώντας αύξηση των προκαθορισμένων από κοινού τιμών μονάδος θα δημιουργούσε οικονομικό πρόβλημα στην κοινοπραξία, (
  12. ii)ότι η άρνηση εκτέλεσης εργασιών αποδεικνύετο από επιστολές επιβλεπόντων και τα ακινητοποιημένα μηχανήματα (στη Λεωφόρο Πετριδίων) για 40 ημέρες, (iii) ότι η άρνηση προσυπογραφής των επιταγών για τους υπεργολάβους εμπεριείχε τον κίνδυνο αποχώρησης τους και άρα της μη έγκαιρης συμπλήρωσης του έργου. Στη βάση των πιο πάνω καλούσε την Ενάγουσα πρώτον να συνυπογράψει τις επιταγές, δεύτερο να εμβάσει ποσόν €200.000 ώστε να ανταποκριθεί η κοινοπραξία στις οικονομικές υποχρεώσεις της και τρίτο να ξεκινήσει πάραυτα εργασίες στο εργοτάξιο. Με το Τεκμήριο 56 (10.4.10) ο Εναγόμενος 1 επιμένει στη θέση ότι η Ενάγουσα πρέπει να πληρώνεται με βάση το «budget» για υπεργολαβίες διότι πρέπει να υπάρχει περιθώριο εξόδων και κέρδους για την κοινοπραξία (overhead expenses and profit), όπως είχαν καθορίσει με τον Γ.Α., ο οποίος κατέγραψε τις τιμές που θα δίδοντο από την κοινοπραξία σε υπεργολάβους. Προφανώς με την αναφορά σε «budget» εννοούσε τις χειρόγραφες σημειώσεις του Γ.Α., ήτοι το Τεκμήριο 17. Κατέληξε προειδοποιώντας ότι δεν μπορούσε να γίνεται ό,τι ήθελε η Ενάγουσα «για να μην έχει κέρδη η Κοινοπραξία». Με το Τεκμήριο 57 (12.4.10) και πάλι ο Εναγόμενος 1, απαντώντας σε επιστολή της Ενάγουσας ανέφερε τα εξής: «Εδώ και ένα χρόνο δεν έχετε αντιληφθεί ότι με την στάση σας δημιουργείτε προβλήματα και ζημιές στη κοινοπραξία και στην εταιρεία Loizos Iordanou Constructions Ltd, τα οποία στο τέλος του χρόνου θα διεκδικηθούν από την Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου. Θέλω να σας υπενθυμίσω για άλλη μια φορά ότι o γιος σας έχει καθορίσει το budget με τον Νέαρχο, και καλά έχουν κάνει αν και εσείς διαφωνείτε, και δεν μπορεί να γίνει δεκτή η διαφωνία σας διότι η κοινοπραξία και η κάθε εταιρεία πρέπει να έχει κέρδος και γι' αυτό σαν leader έχω δώσει ρητές οδηγίες να τηρηθεί το budget, όπως και τηρείται. Αυτή είναι και η μεγάλη μας διαφορά και όχι o Νέαρχος ή ο Αγαπίου, οι οποίοι κάνουν την δουλειά τους αμερόληπτα. Αν θέλετε να διοικείτε το έργο για το συμφέρον της κοινοπραξίας, να το κάνετε και αυτό θα με χαροποιήσει ιδιαίτερα φτάνει να είναι για το καλό της κοινοπραξίας και όχι της Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου. Τα γεγονότα είναι εκεί και δεν μπορούν να αλλοιωθούν και το μόνο που καταφέρνετε είναι να δημιουργείτε παρεξηγήσεις και ζημιές στην κοινοπραξία οι οποίες Θα διεκδικηθούν από την Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου και τις οποίες γνωρίζουν οι εμπλεκόμενοι στο έργο, οι consultants, το προσωπικό και το ΣΑΠΑ.» (έμφαση δοθείσα) Καταλήγοντας ζήτησε από την Ενάγουσα να δώσει γραπτώς τις εισηγήσεις της για να μειωθούν οι καθυστερήσεις και το κόστος και επεσήμανε ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ο ίδιος. Με το Τεκμήριο 58 (16.4.10) ο Εναγόμενος 1 απαντά σε επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 15.4.10 και διερωτώμενος για τη συμμετοχή της ή όχι στο έργο, υποδεικνύει ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να συμμετάσχει στο έργο τηρώντας τη συμφωνία που υπέγραψαν, ότι αγνόησε την επιστολή του και δεν έδωσε τις θέσεις της για την εκτέλεση του έργου, ότι αυτό οφείλεται στην επιθυμία της Ενάγουσας με περιουσία €300.000 (που έχει) να βγάλει κάποια εκατομμύρια από το έργο και ότι η εισήγηση της να πάρει κάποια εκατομμύρια και να φύγει δεν θα γίνει αποδεκτή. Με το Τεκμήριο 59 (25.4.10) ο Εναγόμενος 1 φέρεται να αναφέρεται σε επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 20.5.10 προς την οποία απαντά (
  13. i)ότι το αν υπήρξε πλαστογραφία θα κριθεί από δικαστήριο, (
  14. ii)ότι αν διαχειρίζετο την κοινοπραξία η Ενάγουσα τότε λόγω των γνωστών τιμών της (για υπεργολαβίες προφανώς) οι ζημιές θα ήταν τεράστιες, (iii) ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να έρθει «κοντά στο έργο» παρά να πυροβολεί εκ του μακρόθεν, (
  15. iv)ότι ήταν στη διάθεση της αν η Ενάγουσα ήθελε τον διαμοιρασμό του έργου φτάνει να γινόταν αντιληπτό ότι η κοινοπραξία πρέπει να έχει κέρδος οπότε ορθώς έπραξε ο γιος (Γ.Α.) και έφτιαξε τον προϋπολογισμό («budget») και (
  16. v)ότι σχετικά με το θέμα του επικεφαλής (leader) καλώς η Ενάγουσα αντιλήφθηκε έστω και αργά ότι Επικεφαλής είναι ο ίδιος (ο Εναγόμενος 1). Με το Τεκμήριο 60 (29.4.10) απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγομένης 2 σε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 27.4.10 λέγοντας ότι η Εναγόμενη 2 ήταν διατεθειμένη να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσόν του €1.000.000 συν την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ως θα υπολογίζετο από τον Σαβέριο στη βάση των τιμών που είχαν συμφωνηθεί στον προϋπολογισμό («budget») και δεν αποδέχοντο άλλες τιμές. Στην ως άνω επιστολή απάντησαν με δική τους οι δικηγόροι της Ενάγουσας ημερ. 6.5.10, Τεκμήριο 71, ενημερώνοντας ότι η άρνηση της Εναγομένης 2 όπως υπολογιστεί η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας βάσει των τιμών του Συμβολαίου καθιστά περιττή οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Την ίδια μέρα (6.5.10) η Ενάγουσα απηύθυνε τέσσερις άλλες επιστολές προς την Εναγόμενη 2, ήτοι τα Τεκμήρια 66 έως 69. Με την πρώτη της επιστολή Τεκμήριο 66 (6.5.10) η Ενάγουσα παραθέτει το ιστορικό ως έχει διαπιστωθεί πιο πριν στην παρούσα και προσθέτει: (
  17. i)Ότι με βάση το τέταρτο Ενδιάμεσο Πιστοποιητικό Πληρωμής υποβληθέν μέχρι τις 28.2.10 (δηλαδή για περίοδο 52 εβδομάδων) η αξία εργασιών ήταν €52.580 εβδομαδιαίως (2.734.159,70 : 52 εβδομάδες) και αν αυτός ο ρυθμός συνεχιζόταν τότε θα απαιτούντο 352 εβδομάδες να ολοκληρωθεί το έργο, οπότε ο συνεταιρισμός θα χρωστούσε αποζημιώσεις ύψους €1.700 ημερησίως, συν €1.887.000 ως (επιπλέον) έξοδα επιβλέποντων μηχανικών. (
  18. ii)Ότι η Ενάγουσα είχε εκτελέσει εργασία ύψους €784.094 (αλλά εισέπραξε μόνο €271.334) ενώ το υπόλοιπο των (προαναφερθεισών) εργασιών είχε εκτελεστεί από υπεργολάβους. (iii) Ότι για να παραδίδετο εγκαίρως το έργο θα έπρεπε η εβδομαδιαία εργασία να αυξηθεί σε αξία ύψους €237.656. (
  19. iv)Ότι η καθυστέρηση μέχρι τις 28.2.10 ήταν 43 εβδομάδες. (
  20. v)Ότι το πρόγραμμα εργασίας αντί να υποβληθεί εντός 28 ημερών από την κατακύρωση (28.11.08) υπεβλήθη σε πρόχειρη και ανεπαρκή μορφή στις 3.3.09, ήτοι με 10 σχεδόν εβδομάδες καθυστέρηση και εξ όσων η Ενάγουσα γνώριζε η κοινοπραξία δεν είχε λάβει οποιαδήποτε έγκριση του από τους μηχανικούς, χωρίς να έχει (η κοινοπραξία) πράξει κάτι για εξασφάλιση τέτοιας έγκρισης. Για αυτό έπρεπε τώρα το πρόγραμμα να αναθεωρηθεί και επανυποβληθεί για έγκριση. (
  21. vi)Ότι η Ενάγουσα είχε προμηθεύσει τα πλείστα των υποστατικών, μηχανημάτων και εξοπλισμού, τα οποία εμπλέκονται στην εκτέλεση των εργασιών (επισυνάπτοντας αναλυτικό κατάλογο). (vii) Ότι μετά από προσεκτική εξέταση της διαθέσιμης αλληλογραφίας η οποία είχε περιέλθει πλέον εις γνώσιν της Ενάγουσας, εξακριβώθηκαν διάφορα συμβάντα, περιστατικά και γεγονότα σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών (εκ των οποίων παραθέτει 31 συνολικά) και υπό την ιδιότητα της ως εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται την κοινοπραξία, εισηγείται όπως από τις 17.5.10 οριστούν η ίδια ως Επικεφαλής (leader) και διάφορα άλλα πρόσωπα, που κατονομάζει, να οριστούν ως εκπρόσωπος της κοινοπραξίας-Διευθυντής έργου, βοηθός, πολιτικός μηχανικός και εκτιμητής. (viii) Ότι μετά από αυτά θα έπρεπε να αναθεωρηθεί το πρόγραμμα εργασιών και στο ενδιάμεσο να οριστεί ελεγκτής (auditor) για έλεγχο και εισηγήσεις σε σχέση με τα βιβλία του συνεταιρισμού. (
  22. ix)Ότι η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να ετοιμάσει Έκθεση Προόδου για το έργο και να παραστεί σε σύσκεψη στις 12.5.10 αφενός προς συζήτηση όλων των πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένου του διαμοιρασμού (της εκτέλεσης και συμπλήρωσης) των υπόλοιπων εργασιών του έργου στη βάση του M.O.U. και αφετέρου για να διευκρινιστεί ότι η ευθύνη για την εκτέλεση του έργου βαρύνει τους εταίρους και όχι τον συνεταιρισμό («. to clarify that the responsibility for the execution of the Project rests with the Partners and not the Partnership .»). Ας σημειωθεί πως η πιο πάνω επιστολή κοινοποιήθηκε τόσο στο ΣΑΠΑ όσο και στους Μηχανικούς και ζητήθηκε η συναίνεση τους στις υποβληθείσες εισηγήσεις και αλλαγές. Με τη δεύτερη της επιστολή η Ενάγουσα, Τεκμήριο 67 (6.5.10) απαντούσε στους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με την πρόθεση τους να αγοράσουν μηχάνημα εκσκαφής για λογαριασμό του συνεταιρισμού και προέβαλε (
  23. i)ότι η Εναγόμενη 2 δεν μπορούσε να αγοράζει μηχανήματα για τον συνεταιρισμό, (
  24. ii)ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί επιστολόχαρτα του συνεταιρισμού και να παρουσιάζει τις μεταξύ των εταίρων διαφορές ως διαφορές της Ενάγουσας με τον συνεταιρισμό, (iii) ότι οι καθυστερήσεις στο έργο οφείλοντο στην ανεπάρκεια του Εναγόμενου 1 και στην άρνηση του να πληρώσει την Ενάγουσα με βάση τις τιμές συμβολαίου υποβιβάζοντας τη σε υπεργολάβο του συνεταιρισμού, (
  25. iv)ότι οι δύο εταίροι είχαν υποχρέωση να εκτελέσουν όλες τις εργασίες του έργου από 50% ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήθελαν την εκτέλεση από τον συνεταιρισμό, (
  26. v)ότι η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να καλύψει όλες τις καθυστερήσεις αλλά και να εκτελέσει και το υπόλοιπο 50% (της Εναγομένης 2) υπό τον όρο να πληρωθεί με βάση τις τιμές του συμβολαίου. Με την τρίτη επιστολή, Τεκμήριο 68 (6.5.10), η Ενάγουσα, προκειμένου να προσυπογράψει κάποια επιταγή ύψους €68.568,60 και να εξοφληθεί η S.I.K. Super Asphalt Ltd (για άσφαλτο που παρέδωσε), ζήτησε όπως της αποσταλούν τα πρωτότυπα των δελτίων παράδοσης. Με την τέταρτη επιστολή, Τεκμήριο 69 (6.5.10), η Ενάγουσα, διαμαρτύρετο για τις αγορές (μηχανημάτων, εξαρτημάτων, εργαλείων και εξοπλισμού), στις οποίες προέβη η Εναγόμενη 2 για λογαριασμό του συνεταιρισμού μεταξύ 4.3.10 έως 19.4.10. Στην επιστολή της επανέλαβε ότι η ίδια ήταν πλήρως εξοπλισμένη για να εκτελέσει ολόκληρο το έργο πλην όμως δεν μπορούσε να διαθέσει τα μηχανήματα και το προσωπικό της διότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούντο να προωθήσουν πληρωμές στις τιμές του συμβολαίου. Ακολούθησε επιστολή του Εναγομένου 1 ημερ. 10.5.10, Τεκμήριο 79, με την οποία, διαφωνώντας με τις διαμαρτυρίες της Ενάγουσας, υποστήριξε ότι εάν δεν είχαν αγοραστεί μηχανήματα τότε οι τιμές των υπεργολάβων θα ήταν ψηλότερες από τις τιμές συμβολαίου. Είναι ενδεικτικό του όλου κλίματος το πιο κάτω καταληκτικό μέρος της εν λόγω επιστολής: «Αναφέρεστε στα μηχανήματα τα οποία έχετε, αλλά δεν τα έχομε δει να εργάζονται. Βλέπε επιστολή των Consultants ημερομ. 23/03/2010, καθώς και δικές μου επιστολές που σας καλούσα να εργαστείτε όπως έχετε υποχρέωση σαν συνεταίροι να εκτελέσουμε κοινοπρακτικά το Έργο. Τα προβλήματα υπάρχουν που τα δημιουργείτε εσείς επί καθημερινής βάσης, ενώ εμένα η προσπάθεια μου θα συνεχιστεί παρά την άρνηση σας να έλθετε να εργαστείτε, και σας πληροφορώ έτι μετά την άρνηση σας να ξεκινήσετε εργασία στην Κοινοπραξία σαν Υπεργολάβοι, έχομε κλείσει για την 10 Μαΐου 2010 νέο συνεργείο υπεργολάβων με 2 excavators και ένα φορτηγό να κάνει εκσκαφή, τοποθέτηση σωλήνας και επιχωμάτωση. Με αυτά τα λόγια τελειώνοντας θα ήθελα να σας πω ακόμη μία φορά ότι το ψέμα και οι παραπλανήσεις δεν μπορούν να περάσουν, και καθιστώ υπεύθυνους την εταιρεία σας και εσάς προσωπικά για την μη συμμετοχή σας στην εκτέλεση του Έργου με τις διάφορες προφάσεις που εφευρίσκετε στις διάφορες επιστολές σας για να ανεβάσετε το κόστος της Κοινοπραξίας προς όφελος δικό σας.» Όπως συνάγεται από την «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 11, στις 11.5.10 σε επιστολή της προς το Υπουργείο Εργασίας και προς διάφορες εργοδοτικές οργανώσεις η Εναγόμενη 2 χαρακτήρισε ως «μισθούς πείνας» τα ημερομίσθια τα οποία κατέβαλλε σε υπαλλήλους της η Ενάγουσα, προσθέτοντας ότι δεν τηρούσε τις συλλογικές συμβάσεις. Ας σημειωθεί πως την ίδια μέρα η Ενάγουσα είχε εξασφαλίσει μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα (ως κατωτέρω εξηγείται). Στα ίδια πλαίσια κινείτο και η επόμενη επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερ. 12.5.10, Τεκμήριο 80, με την οποία παραπέμποντας και σε παλαιότερη αλληλογραφία (ημερ. 8.3.10, 23.3.10, 8.4.10, 22.4.10, 11.5.10) τόνιζε ότι η Ενάγουσα εξακολουθούσε να μην ενεργοποιεί τα μηχανήματα της προς έναρξη εκσκαφών. Τρεις εκ των αναφερόμενων επιστολών ήταν επιστολές των Μηχανικών (από τις 8.3.10 και μετά), με τις οποίες επισήμαιναν την αδράνεια μηχανημάτων της Ενάγουσας και το ότι η κατάσταση ήταν απαράδεκτη. Στις 15.5.10 σημειώθηκε μια άλλη εξέλιξη. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 25, ο Εναγόμενος 1 κατήγγειλε στο ΤΑΕ Λευκωσίας πως παρά την προηγηθείσα κατά το 2007 συμφωνία του με την Ενάγουσα (ότι ο ίδιος θα είχε το δικαίωμα διαχείρισης, διεύθυνσης και υπογραφής στην υπό σύσταση κοινοπραξία) εντούτοις στις 6.5.08 υπεβλήθη στον Έφορο Εταιρειών έντυπο «Ο/Ε1» στο οποίο αναφερόταν ότι το εν λόγω δικαίωμα δίδετο στον Χ.Α., πράγμα που ο Εναγόμενος 1 έμαθε πολύ αργότερα, ήτοι στις 29.1.10 από αλληλογραφία, ως ισχυρίστηκε. Η καταγγελία διερευνήθηκε και ακολούθησε καταχώριση ποινικής υπόθεσης (αρχικά στην Πάφο και μετά στη Λευκωσία) ήτοι το Τεκμήριο 19, εναντίον της Ενάγουσας και των Χ.Α. και Μ.Α. για συνωμοσία πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Ας σημειωθεί πως η εκδίκαση της ολοκληρώθηκε στις 12.2.15 με αθωωτική απόφαση για τους κατηγορουμένους (Τεκμήριο 93), καθώς και ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 στην παρούσα είναι οι γραπτές δηλώσεις των κατηγορουμένων 2 και 3 στην εν λόγω ποινική υπόθεση. Με την επόμενη του επιστολή ημερ. 17.5.10, Τεκμήριο 82, ο Εναγόμενος 1 επισημαίνει την απουσία της Ενάγουσας από την προηγηθείσα εβδομαδιαία συνάντηση τους στο εργοτάξιο (14.5.10) και τής αποδίδει ότι δεν επιθυμεί να συνεργαστεί και να συμμετάσχει στην εκτέλεση του έργου με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρόσθετες καθυστερήσεις και ζημιές στην κοινοπραξία. Σε δική της επιστολή ημερ. 19.5.10, Τεκμήριο 11, η Εναγόμενη 2 αναφερόταν στην πλαστογραφία που κατ' ισχυρισμόν διέπραξε η Ενάγουσα, σε πιθανή ακυρότητα του συμβολαίου με συνεπακόλουθες ζημιές στην κοινοπραξία και τέλος σε κατ' ισχυρισμόν κλοπή επί τω ότι η Ενάγουσα πλήρωνε €5 ωρομίσθιο σε Ρουμάνους υπαλλήλους για τους οποίους όμως χρέωνε την κοινοπραξία με €12 την ώρα. Στις 20.5.10 η Ενάγουσα επέδωσε στο ΣΑΠΑ επιστολή (σε επιστολόχαρτο της κοινοπραξίας), ήτοι το Τεκμήριο 65, με την οποία επισύναψε (
  27. i)προηγούμενη επιστολή της προς τον Εναγόμενο 1 ημερ. 7.5.10, (
  28. ii)πρακτικά συνεδριάσεων των συνεταίρων ημερ. 12.5.10 και 17.5.10, (iii) προτεινόμενο διαμοιρασμό εργασιών στα Κονιά και στην Αναβαργό και ζήτησε να διευθετηθεί το συντομότερο δυνατό συνάντηση όλων των ενδιαφερομένων προς εξέταση της πορείας των εργασιών, των προβλημάτων, του προτεινόμενου διαμοιρασμού, της αναθεώρησης του προγράμματος και προς λήψη αποφάσεων για συνέχιση με γρήγορο ρυθμό και συμπλήρωση εντός των χρονικών ορίων (3.9.11). Ας σημειωθεί ότι την επιστολή αυτή η Ενάγουσα την κοινοποίησε και στους Εναγόμενους 1 και 2 καλώντας τους να παρευρεθούν σε σύσκεψη της κοινοπραξίας στις 21.5.10 με σκοπό να διαμοιράσουν-κατανείμουν και τις υπόλοιπες εργασίες και να προχωρήσει το έργο. Τα πρακτικά που επισυνάπτοντο αφορούσαν συνεδριάσεις στις οποίες είχαν παρευρεθεί μόνο εκπρόσωποι της Ενάγουσας. Στις 5.6.10 η Ενάγουσα δήλωσε σε επιστολή της ξανά ότι αρνείτο να συνυπογράψει τις επιταγές προς αποπληρωμή των υπεργολάβων και ότι θα το έπραττε μόνο όταν και εφόσον διαμοιράζετο το έργο μεταξύ των δύο συνεταίρων με φυσικό τρόπο. Η πιο πάνω ήταν η κατάσταση μέχρι τις 9.6.10, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 2 μέσω των συνηγόρων της απέστειλε στο ΣΑΠΑ το Τεκμήριο 84, επί του οποίου εδράζεται, ως έχει λεχθεί, ο βασικός ισχυρισμός της Ενάγουσας. Πρόκειται για πεντασέλιδη επιστολή, στην οποία αφού γίνεται αναφορά στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των συνεταίρων, δηλώνεται (
  29. i)Ότι πλέον εκτελείται εργασία μόνον από την Εναγόμενη 2, (
  30. ii)Ότι συσσωρεύονται κεφάλαια από διατακτικά πληρωμής ενώ παράλληλα η Εναγόμενη 2 είναι αναγκασμένη να εξοφλά εξ ιδίων πόρων τα χρέη της κοινοπραξίας, (iii) Ότι η Ενάγουσα δεν συνυπογράφει επιταγές εκτός αν το έργο διαμοιραστεί με φυσικό τρόπο, (
  31. iv)Ότι η Εναγόμενη 2 θεωρεί πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί η εισήγηση για διαμοιρασμό για πολλούς και διάφορους λόγους (πρακτικά προβλήματα). Στη συνέχεια της επιστολής η Εναγόμενη 2 μέσω των συνηγόρων ερωτά κατά πόσον το ΣΑΠΑ θα συνηγορούσε σε μια τέτοια διευθέτηση (διαμοιρασμού) και δηλώνοντας ξανά τη δική της διαφωνία εισηγείται όπως όλες οι πληρωμές γίνονται πλέον επ' ονόματι της ως ο επικεφαλής εταίρος, ο οποίος θα αναλάβει να εξοφλά τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού για να μπορεί το έργο να συνεχίσει. Εξηγώντας ότι η απλήρωτη εκτελεσθείσα εργασία για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2010 συμποσούται σε €2.081.960,61 οι συνήγοροι καταλήγουν ως εξής: «Τα τρία πιο πάνω ποσά συμποσούνται σε €2.081.990,61 και θα χρησιμοποιείτο για την κάλυψη άμεσων τρεχουσών αναγκών και υποχρεώσεων της Κοινοπραξίας, αν συμφωνούσαν και οι συνέταιροι τους. Αυτό φαίνεται ότι δεν είναι εφικτό με καταστροφικές συνέπειες, αν το Συμβούλιο σας δεν αποδεχθεί μία ρύθμιση που να υπερβαίνει το κώλυμα. Οι πελάτες μας, που είναι από κάθε άποψη ικανοί να εκτελέσουν το Έργο, εισηγούνται όπως οι οποιεσδήποτε μελλοντικές πληρωμές γίνονται προς τους ίδιους απευθείας και εκείνοι θα αναλαμβάνουν να πληρώνουν τις οφειλές της Κοινοπραξίας, ενώ το υπόλοιπο θα το καταθέτουν στο λογαριασμό της Κοινοπραξίας που διατηρούν με την Τράπεζα Κύπρου. Οι πελάτες μας είναι διατεθειμένοι να λογοδοτούν προς το Συμβούλιο σας για σκοπούς διαφάνειας πως διαθέτουν τις πληρωμές που λαμβάνουν έναντι της εκτελεσθείσας εργασίας. Επίσης είναι έτοιμοι και πρόθυμοι, αν χρειαστεί, να σας παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση που θα είναι επιπρόσθετη από εκείνη που σας έχει δοθεί για ποσό που θα συμφωνηθεί ώστε το Συμβούλιο σας να εξασφαλιστεί και για οποιαδήποτε απαίτηση που τυχόν υποβληθεί εναντίον σας από τους Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ. Οι πελάτες μας καθόλου δεν επιθυμούν την διακοπή του Συμβολαίου και απεγνωσμένα προσπαθούν να εκτελέσουν τις εργασίες του παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζουν κατά εκβιαστικό τρόπο. Σας παρακαλούν συνεπώς όπως εξετάσετε την εισήγηση τους με την δέουσα σπουδή με δεδομένη την κρισιμότητα της κατάστασης .» (έμφαση δοθείσα) Παρεμβάλλεται εδώ ότι στις 11.6.10 η Ενάγουσα είχε την προαναφερθείσα συνάντηση στα γραφεία της με τον Μ.Ε.4 εκπρόσωπο της ελληνικής εταιρείας Hydris Constructions Ltd, όπου αφενός συζήτησαν την πρόταση της Ενάγουσας για εκτέλεση από την ελληνική εταιρεία του μεριδίου της Ενάγουσας (του 50% στο έργο) και αφετέρου οι εκπρόσωποι της Hydris παρέλαβαν αντίγραφα του συμβολαίου και όλων των συναφών εγγράφων προκειμένου να πληροφορήσουν κατά πόσον εν τέλει ενδιαφέρονται να εκτελέσουν το εν λόγω μερίδιο της Ενάγουσας (Τεκμήριο 113). Είναι δε αξιοσημείωτο επίσης ότι στις 11.6.10 στη συνεδρίαση της Εποπτικής Επιτροπής του ΣΑΠΑ παρευρέθηκαν οι διευθυντές της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2, οι οποίοι και επανέλαβαν τις θέσεις τους ενώ η Επιτροπή τόνισε πως εκτός από τις καθυστερήσεις δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ΣΑΠΑ και κοινοπραξίας και ότι η ίδια δεν θα εισέρχετο στα εσωτερικά προβλήματα της κοινοπραξίας (Τεκμήριο 52). Βάσει της απόφασης της Εποπτικής Επιτροπής, με δική τους επιστολή οι Μηχανικοί ημερ. 11.6.10, Τεκμήριο 63, απαίτησαν την υποβολή ενός λεπτομερούς, κατανοητού, λογικού και εκτελέσιμου προγράμματος εργασιών (βάσει του άρθρου 14.2) προειδοποιώντας ότι αν δεν υποβάλλετο μέχρι τις 17.6.10 για να τίθετο αυτό στην Ολομέλεια, τότε το ΣΑΠΑ θα ασκούσε το δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου [με βάση τα άρθρα 46.1 και 63.1(
  32. b)και (d)]. Λαμβάνοντας γνώση της πιο πάνω επιστολής, η Ενάγουσα απευθύνθηκε με δικές της επιστολές ημερ. 14.6.10, Τεκμήρια 64 και 72, αφενός προς τον Επικεφαλής («The Leader») της κοινοπραξίας και αφετέρου προς τους Μηχανικούς. Με την πρώτη επιστολή, προς τον Επικεφαλής, Τεκμήριο 64 (14.6.10), αφού ζητά τα πρακτικά της Εποπτικής Επιτροπής, καθώς και πληροφόρηση για το αν οι Μηχανικοί είχαν οποτεδήποτε εγκρίνει γραπτώς το αρχικό πρόγραμμα (ημερ. 3.3.09) η Ενάγουσα απαιτεί επίσης όπως ο Επικεφαλής: «Proceed expeditiously in consultation with the writer and submit to us for final review prior to the submission of the requested revised Programme of Works taking into consideration our proposal to you, with copy to the Engineer and the Employer, for the division of the works at 50-50% between the Contractors / Partners of the Partnership Εργoληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔPOY ΛΤΔ & LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD all in accordance with the terms and conditions of the Contract Agreement with the Employer and our undisputable and irrevocable readiness to proceed immediately with the execution of the works as the prime contractor with our plant, machinery, personnel and other necessary resources in order to meet the time limits set out in the Contract Agreement.» (έμφαση δοθείσα) Με τη δεύτερη επιστολή, προς τους Μηχανικούς, Τεκμήριο 72 (14.6.10), αφού η Ενάγουσα επισυνάπτει την επιστολή που έστειλε στον Επικεφαλής, υποστηρίζει (
  33. i)ότι το ΣΑΠΑ και οι Μηχανικοί προηγουμένως είχαν ερμηνεύσει μερικώς και επιλεκτικά το συμβόλαιο, ειδικά σε σχέση με τον διαμοιρασμό των εργασιών βάσει του M.O.U. εφαρμόζοντας μόνο την πρόνοια για «επικεφαλής» και παραλείποντας σκανδαλωδώς όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους, (
  34. ii)ότι αν είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους και είχε ετοιμαστεί πλήρες και κατάλληλο πρόγραμμα εργασιών τότε το έργο δεν θα ήταν σε αυτή την κατάσταση και (iii) ότι ο όρος 14.2 θα είχε εφαρμογή μόνον αν οι Μηχανικοί είχαν δώσει συγκατάθεση στο υποβληθέν πρόγραμμα πλην όμως η ίδια δεν γνώριζε κατά πόσον είχε υποβληθεί τέτοιο πρόγραμμα βάσει του όρου 14.1 και κατά πόσον το ενέκριναν οι Μηχανικοί, οπότε δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 46.1 για μη συμμόρφωση με την προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου. Κατέληξε δε, λέγοντας τα ακόλουθα στο Τεκμήριο 72: «Without accepting liability for the delayed execution of the works, we would like to reassure you that the Contractor will make whatever necessary is required to complete the construction works in time, provided that the Contract Agreement is fully implemented and all parties concerned will be quick and sincere in taking decisions regarding the sharing of the project and preparing a proper detailed programme of works.» (έμφαση δοθείσα) Την ίδια μέρα, (14.6.10), ο Εναγόμενος 1 απάντησε στην Ενάγουσα με το Τεκμήριο 73 αναφερόμενος αφενός στο υποβληθέν πρόγραμμα (στις 3.3.09) και αφετέρου προσθέτοντας ότι θα ετοιμάζετο νέο ως οι απαιτήσεις των Μηχανικών, χωρίς όμως διαμοιρασμό εργασιών σε ποσοστά («. without dividing the Contract in percentages .») και το οποίο θα έπρεπε να φροντίσει να δει η Ενάγουσα, να συζητήσει και υποβάλει εισηγήσεις τόσο σε σχέση με αυτό όσο και σε σχέση με την επιτάχυνση των εργασιών. Την επόμενη μέρα, 15.6.10, ο Εναγόμενος 1 απευθύνει νέα επιστολή στην Ενάγουσα, το Τεκμήριο 70, στην οποία επισημαίνει ότι λόγω της αποχής της (Ενάγουσας) η δική του εταιρεία πληρώνει τους υπαλλήλους, προμηθευτές και υπεργολάβους για να αποφευχθεί ο κίνδυνος διακοπής του συμβολαίου από το ΣΑΠΑ, ότι το πρόγραμμα που είχε υποβάλει ο Γ.Α. έλεγε την αλήθεια περί του ότι το έργο θα το εκτελούσαν κοινοπρακτικά, ότι η Ενάγουσα ψεύδεται όταν αναφέρεται σε εκτέλεση με δύο ξεχωριστά προγράμματα και καθιστώντας την υπεύθυνη για οποιεσδήποτε ζημιές επειδή σκέφτεται συμφεροντολογικά, την καλεί να δείξει εμπιστοσύνη. Περίπου στα ίδια πλαίσια κινείται και η επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης 2 ημερ. 15.6.10, Τεκμήριο 78, προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Σε αυτή και εξ αφορμής του ότι η Ενάγουσα είχε στις 11.5.10 εξασφαλίσει ενδιάμεσο διάταγμα απαγορευτικό της αγοράς εκσκαφέα (αξίας €175.000) στην οποία θα προέβαινε η κοινοπραξία, οι συνήγοροι τονίζουν την απουσία της Ενάγουσας από συνάντηση με το ΣΑΠΑ, ότι η άρνηση συνυπογραφής των επιταγών οδηγεί στην κατάρρευση της κοινοπραξίας αφού καμμιά πληρωμή εκ μέρους της μπορούσε να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και καταλήγουν ως εξής: «Εκείνο για το οποίο είμαστε επίσης βέβαιοι είναι ότι είναι σχεδόν πολύ αργά για να αποφευχθεί η διακοπή του έργου αν οι πελάτες σας συνεχίσουν να επιδεικνύουν την ίδια αδιαφορία και εκβιαστική συμπεριφορά. Πραγματικά δεν κατανοούμε την επιμονή τους να θέλουν να πληρώνονται για εργασία που θα κάνουν για την Κοινοπραξία σε τιμές Συμβολαίου και να μην αφήνουν οποιοδήποτε κέρδος που θα παραμείνει στην Κοινοπραξία για να διαμοιραστεί εξίσου από τους δύο συνεταίρους. Το ίδιο δεν κατανοούμε την επιμονή τους να διαμοιραστεί το Έργο σε δύο μικρότερα έργα ίσης απόστασης και η κάθε μια πλευρά να αναλάβει να εκτελέσει όχι κοινοπρακτικά αλλά από μόνη της το μέρος που της αναλογεί. Αυτό είναι έξω από το γράμμα και πνεύμα της συμφωνίας αλλά και ούτε θα ήταν αποδεκτό από το ΣΑΠΑ. Καλούμε για τελευταία φορά τους πελάτες σας να συνετιστούν και να προσέλθουν με καλή πίστη σε κάθε συνάντησή που διευθετείται με πρωτοβουλία του ΣΑΠΑ ή του Προέδρου του με σκοπό να εξευρεθεί κοινή αποδεκτή λύση.» (έμφαση δοθείσα) Στις 16.6.10 η Ενάγουσα απαντά με το Τεκμήριο 74 (στην επιστολή του Εναγόμενου 1, Τεκμήριο 73) και αφού υποστηρίζει ότι είχε λάβει μόνο αντίγραφο της συνοδευτικής επιστολής ημερ. 3.3.09 (με την οποία είχε σταλεί τότε το πρόγραμμα) επικαλείται την ιδιότητα της ως διευθύντρια-διαχειρίστρια της κοινοπραξίας και σε σχέση με την επιστολή των Μηχανικών ημερ. 11.6.10, Τεκμήριο 63, δίδει διάφορες οδηγίες στον Επικεφαλής εταίρο, δηλαδή την Εναγόμενη 2. Μεταξύ άλλων δίδει οδηγίες όπως ο Επικεφαλής (
  35. i)Λάβει γραπτή πληροφόρηση από τους Μηχανικούς ως προς το κατά πόσον είχαν εγκρίνει το αρχικό πρόγραμμα, (
  36. ii)Λάβει γραπτώς τις απαιτήσεις των Μηχανικών για το αναθεωρημένο πρόγραμμα που θα ετοίμαζε, (iii) Ετοιμάσει το νέο πρόγραμμα, (
  37. iv)Βεβαιωθεί ότι εφαρμόζει πλήρως το συμβόλαιο κατά την ετοιμασία του προγράμματος και να συμπεριλάβει τον διαμοιρασμό και κατανομή των εναπομενουσών εργασιών («division and allocation») βάσει του M.O.U. ημερ. 3.3.09 και αποφάσεων που του έστειλαν στις 18.5.10. Προσθέτει δε ότι η Ενάγουσα έχει την εμπειρία να εκτελέσει το έργο διαθέτοντας τα απαραίτητα μηχανήματα (τα οποία αναφέρει αναλυτικά) και εξοπλισμό, καθώς και ότι είναι έτοιμη να συνεχίσει για όσο τηρείται το συμβόλαιο, μη έχοντας εγκαταλείψει την εκτέλεση των εργασιών (βλ. και Τεκμήριο 75). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 απάντησαν στις 19.6.10 με το Τεκμήριο 18 (και 61) τονίζοντας ότι η Ενάγουσα δεν είχε ανταποκριθεί ερχόμενη στο εργοτάξιο αλλά έστελλε οδηγίες από τη Λευκωσία, ότι ήδη ο διευθυντής έργου είχε στείλει ανεπίσημα το πρόγραμμα στις 18.6.10 στους Μηχανικούς οι οποίοι είναι οι μόνοι αρμόδιοι, ότι δύναται να τηρηθεί η συμβατική προθεσμία εάν συνδράμουν ισότιμα οι εταίροι, ότι οι Μηχανικοί δεν ζήτησαν οποιοδήποτε διαμοιρασμό και ότι τα μηχανήματα της Ενάγουσας θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν αμέσως τερματίζοντας την αδράνεια (4-5 μηνών). Ο Εναγόμενος 1 στις 21.6.10 με το Τεκμήριο 62, απέρριψε τα λεγόμενα της Ενάγουσας τονίζοντας (
  38. i)ότι μόνον η ίδια υποστήριζε πως το έργο έπρεπε να χωριστεί στη μέση και να εκτελεστεί 50-50% από τις δύο πλευρές, (
  39. ii)ότι σχετικό ήταν το αρχικό πρόγραμμα και το ότι δούλευαν ως υπεργολάβοι με τιμές «budget» και πληρώνονταν χωρίς καμμιά διαμαρτυρία, (iii) ότι ως κοινοπραξία είχαν αγοράσει αρκετά μηχανήματα και η Ενάγουσα υπέγραψε επιταγές, (
  40. iv)ότι όταν ξεκίνησαν, το έργο το εκτελούσαν κοινοπρακτικά χωρίς διαμαρτυρία από την Ενάγουσα, (
  41. v)ότι αν σταματούσε το έργο για να διαχωριστεί τότε θα τερματίζετο σίγουρα το συμβόλαιο και (
  42. vi)ότι η μη προσυπογραφή των επιταγών (για πληρωμή υπαλλήλων, προμηθευτών και υπεργολάβων) δημιουργούσε τεράστια προβλήματα και θα γινόταν προσπάθεια επίλυσης για να τελειώσει το έργο. Η Ενάγουσα επανήλθε στις 22.6.10 με το Τεκμήριο 76, λέγοντας σε σχέση με το Τεκμήριο 18 (
  43. i)ότι ο Εναγόμενος 1 παραποιούσε τα γεγονότα, (
  44. ii)ότι το αρχικό πρόγραμμα (3.3.09) το είχαν ετοιμάσει ο ίδιος και εργοδοτούμενοι της Εναγομένης 2, (iii) ότι ο δικός τους Γ.Α. δεν το είχε δει ποτέ αλλά απλά υπέγραψε τη συνοδευτική επιστολή και δεν γνώριζε κατά πόσον περιείχε κατανομή του έργου ανά 50% στους εταίρους, (
  45. iv)ότι ο Εναγόμενος 2 αγνοεί τις οδηγίες που τού έδωσε η Ενάγουσα, (
  46. v)ότι η Ενάγουσα εξαρχής εκτέλεσε εργασίες αναμένοντας πληρωμή βάσει του συμβολαίου αλλά πληρώθηκε ως υπεργολάβος πράγμα που την υποχρέωσε να διακόψει την εκτέλεση οποιωνδήποτε περαιτέρω εργασιών μέχρι την τήρηση του συμβολαίου («. forced them to discontinue the execution of any further works until you comply .»), (
  47. vi)ότι δεν θα επέτρεπε την ανάθεση σε υπεργολάβους, (vii) ότι η ίδια είχε το δικαίωμα διεύθυνσης, (viii) ότι αγοράστηκαν μηχανήματα με πόρους της κοινοπραξίας χωρίς την έγκριση της και για αυτό είχε εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα, (
  48. ix)ότι ο Εναγόμενος 1 έπρεπε να σταματήσει τη δικτατορική του συμπεριφορά και να εφαρμόσει το συμβόλαιο, οπότε και η ίδια θα συμμετείχε («. we shall be on site to recommence work on a 50 to 50% basis with full acceleration»). Συνάγεται από το Τεκμήριο 9 ότι στις 22.6.10 πραγματοποιήθηκε συνάντηση Ενάγουσας-Εναγομένης 2 και των δικηγόρων τους προς συζήτηση πρότασης για διευθέτηση των διαφορών. Στις 23.6.10 κατά τη συζήτηση στην Εποπτική Επιτροπή του ΣΑΠΑ, ως επίσης συνάγεται από το Τεκμήριο 52, λέχθηκε ότι εφόσον τα προβλήματα δεν επιλύονται και οι εργασίες δεν επιταχύνονται τότε το ΣΑΠΑ θα έπρεπε να διασφαλίσει τα συμφέροντα του, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες για διακοπή του συμβολαίου. Το προαναφερθέν Τεκμήριο 9 ημερ. 6.7.10 είναι επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία αρχικά παρατίθεται το ιστορικό κάποιων γεγονότων και στη συνέχεια, αν και αποδίδεται στην Ενάγουσα αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά η οποία οδήγησε στην αποχή της από την εκτέλεση του έργου, υποβάλλεται πρόταση, ως ύστατη προσπάθεια διευθέτησης όλων των ζητημάτων, τα βασικά σημεία της οποίας είναι πως το έργο θα συνεχίζει να θεωρείται ότι εκτελείται από την κοινοπραξία με επικεφαλής την Εναγόμενη 2 και οι συνέταιροι θα εκτελέσουν το 50% της εναπομείνασας εργασίας έκαστος. Με βάση την πρόταση (
  49. i)ο διευθυντής έργου θα ανέθετε στον κάθε εταίρο ίση εργασία σε χιλιόμετρα, (
  50. ii)ο κάθε εταίρος θα εκτελούσε με δικά του μηχανήματα, δικό του κεφάλαιο και με δικούς του υπεργολάβους για τους οποίους θα ήταν υπεύθυνος υπογράφοντας συμβόλαια και διαπραγματευόμενος τις τιμές μαζί τους, (iii) ο υπολογισμός της αξίας της εκτελούμενης εργασίας θα γίνετο στη βάση των τιμών συμβολαίου και (
  51. iv)οι πληρωμές από το ΣΑΠΑ θα κατατίθεντο στον υφιστάμενο λογαριασμό της κοινοπραξίας, από τον οποίο αφού αφαιρούντο τα έξοδα (του προηγούμενου μήνα) το υπόλοιπο του θα κατανέμετο στους δύο συνεταίρους σύμφωνα με την ποσότητα εργασίας την οποία εκτέλεσε κάθε εταίρος. Στην ίδια πρόταση υπήρχαν πρόνοιες για τις υφιστάμενες τότε υποχρεώσεις της κοινοπραξίας, τις υποχρεώσεις των συνεταίρων προς το ΣΑΠΑ, καθώς και τα λογιστικά βιβλία της κοινοπραξίας ενώ δίδετο προθεσμία δύο ημερών για απάντηση, με παράλληλη διευκρίνιση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα συνέχιζαν τις προσπάθειες τους για προώθηση του έργου ούτως ώστε να μην έδιδαν αφορμή για τερματισμό του συμβολαίου. Στις 24.7.10 η συνεργασία Hydris Constructions υπέβαλε την προσφορά της για την εκτέλεση του μεριδίου της Ενάγουσας (Τεκμήριο 113), στην οποία ήδη έχει γίνει αναφορά πιο πριν στα πλαίσια της παρούσας. Στις 26.7.10 η Εποπτική Επιτροπή του ΣΑΠΑ συζήτησε την πρόταση της Εναγομένης 2 (υποβληθείσης με το Τεκμήριο 84) όπως οι πληρωμές γίνονται απευθείας στην ίδια για λογαριασμό της κοινοπραξίας και ανέβαλε το θέμα για τελική διαμόρφωση εισήγησης προς την Ολομέλεια (επί Τεκμηρίου 52). Πράγματι η Επιτροπή συζήτησε το θέμα στις 4.10.10 οπότε και αποφάσισε να εισηγηθεί στην Ολομέλεια την αποδοχή της πρότασης υπό όρους και προϋποθέσεις, ως φαίνονται στο Τεκμήριο 29. Η ολομέλεια του ΣΑΠΑ αφού έλαβε υπόψιν τις απόψεις του Γενικού Λογιστή και του Γενικού ελεγκτή, την επιστολή της Εναγομένης 2 ημερ. 14.10.10 (Τεκμήρια 26, 85) για τραπεζική εγγύηση ύψους €2.000.000 και τηρουμένων των άλλων όρων που τέθηκαν ενέκρινε καταρχήν την πρόταση στις 14.10.10 (Τεκμήριο 32). Στις 19.10.10 η Εναγόμενη 2 με το Τεκμήριο 27 (και 86) ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει τη ζητηθείσα εγγύηση, οπότε στις 27.10.10 η Εποπτική Επιτροπή εξουσιοδότησε τον Δήμαρχο να υπογράψει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 30) για την υλοποίηση της απόφασης της. Στις 29.10.10 ο Δήμαρχος απέστειλε σχετική επιστολή, Τεκμήριο 28, προς την κοινοπραξία με το εξής περιεχόμενο: «Πληρωμές Διατακτικών Συμβολαίου Β Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι το ΣΑΠΑ αποφάσισε στη βάση των επιστολών σας ημερομηνίας 14.10.10 και της επιστολής 19.10.10 του μέρους της κοινοπραξίας Loizos Iordanous Constructions Ltd, όπως αποδεχθεί αίτημα-εισήγηση σας για την διενέργεια των πληρωμών των διατακτικών για εργασίες που αφορούν το Συμβόλαιο Β στην εταιρεία Loizos Iordanous Constructions Ltd ως Leader της Κοινοπραξίας υπό τους πιο κάτω όρους: (α) Θα κατατεθεί εγγυητική επιστολή ως έχει συμφωνηθεί. (β) Θα ισχύουν όλα όσα διαλαμβάνονται στις επιστολές 14.10.10 και 19.10.10. (γ) Οι πληρωμές θα γίνονται για λογαριασμό της κοινοπραξίας. (δ) Το Συμβόλαιο παραμένει σε ισχύ χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό. (ε) Πριν την πληρωμή οποιονδήποτε (sic) διατακτικών, (πλην της πρώτης) η εταιρία Loizos Iordanous Constructions Ltd, θα έχει υποχρέωση παρουσίασης καταλόγου πληρωμών έτσι ώστε να ελέγχεται ο τρόπος διάθεσης του εισπραχθέντος ποσού για το προηγούμενο διατακτικό. (στ) Πέραν της εγγυητικής επιστολής θα είστε υποχρεωμένος για κάλυψη κάθε αποζημίωσης ή βλάβης και/ή απώλειας η οποία άμεσα ή έμμεσα θα προκύψει από την πιο πάνω διευθέτηση αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής των διατακτικών.» (έμφαση δοθείσα) Την ίδια μέρα εκδόθηκε και η εγγυητική για €2.000.000 προς όφελος του ΣΑΠΑ (Τεκμήριο 88), η οποία τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 89. Στις 4.11.10 οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους προς το ΣΑΠΑ, Τεκμήριο 109, αναφέρθηκαν στο ιστορικό της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι το έργο έπρεπε να γίνει εξ ημισείας, ότι το ΣΑΠΑ παραβιάζει τη συμφωνία μη διαμοιράζοντας το έργο κατά 50% και ότι δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή σε άλλο πρόσωπο πλην της κοινοπραξίας. Φαίνεται πως προηγήθηκε και επιστολή ημερ. 25.10.10 της Ενάγουσας στην οποία το ΣΑΠΑ είχε απαντήσει με δική του ημερ. 9.11.10. Καμμιά από τις δύο δεν έχει προσκομιστεί στο δικαστήριο. Η ύπαρξη τους συνάγεται από τα λεγόμενα σε νεότερη επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 25.11.10, Τεκμήριο 110. Με την τελευταία αυτή επιστολή η Ενάγουσα ζητούσε από το ΣΑΠΑ να της υποδείξει «αυτοτελές μέρος του ... διαμοιρασμού», που είχε η ίδια προτείνει από τον Μάιο του 2010, για να το εκτελέσει. Παραπονείτο δε ότι αντί τούτου το ΣΑΠΑ υποστήριζε τον Επικεφαλής (Εναγόμενη 2) να «κρατεί» εκτός εκτέλεσης την Ενάγουσα και να παραβαίνει το συμβόλαιο. Μέσα από την πιο πάνω, κάπως λεπτομερή, παράθεση των διαφόρων θέσεων μέσω της επικοινωνίας προκύπτει η σειρά εξέλιξης των γεγονότων και κυρίως καθίσταται δυνατή η εξαγωγή κάποιων βασικών συμπερασμάτων. Το πρώτο είναι πως η Ενάγουσα δεν ήγειρε αρχικά οποιοδήποτε ζήτημα και ούτε απαίτησε διαμοιρασμό του έργου προτού αρχίσει εργασίες. Ζήτημα ήγειρε όταν αντιλήφθηκε την επιμονή της Εναγόμενης 2 να πληρώνεται η Ενάγουσα στη βάση των τιμών του σημειώματος που είχε ετοιμάσει ο Γ.Α., του προαναφερθέντος δηλαδή ως «budget». Το δεύτερο είναι πως παράλληλα η Εναγόμενη 2, ως ο Επικεφαλής εταίρος απαιτούσε όπως η Ενάγουσα δίδει προσφορά όπως άλλοι υπεργολάβοι, καθώς και η ίδια η Εναγόμενη 2. Να αναλαμβάνουν δηλαδή εργασίες σε χαμηλότερες τιμές από τις τιμές συμβολαίου, με απώτερο στόχο να παραμένει κέρδος στην κοινοπραξία. Το τρίτο είναι πως προϊόντος του χρόνου και μετά την εκτέλεση μέρους των εργασιών, η Ενάγουσα άρχισε να διαμαρτύρεται για την πιο πάνω κατάσταση και στο τέλος να σταματήσει να εκτελεί οποιαδήποτε εργασία από τον Μάρτιο του 2010, με αποτέλεσμα τα πράγματα να οδηγηθούν στην απόφαση που έλαβε το ΣΑΠΑ τον Οκτώβριο του 2010, ως έχει αναφερθεί πιο πριν, οπότε το έργο εν τέλει ολοκληρώθηκε από την κοινοπραξία μεν αλλά στην πράξη με μόνη τη συμμετοχή της Εναγόμενης 2. Οι βασικές αυτές εξελίξεις και ασχέτως νομικών χαρακτηρισμών (που δεν γίνονται δεκτοί) επιβεβαιώνονται και στη γραπτή δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας στην ποινική υπόθεση, η οποία προσκομίστηκε στην παρούσα ως Τεκμήριο 1. Ουσιαστικά επιβεβαιώνεται ότι από κάποιο σημείο και μετά η Ενάγουσα κατέβαλε προσπάθειες να πληρώνεται σε τιμές συμβολαίου, προσπαθώντας παράλληλα για τον ίδιο λόγο να επιτύχει διαμοιρασμό των εργασιών και όταν αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν, σταμάτησε η ίδια να εκτελεί εργασίες, ακινητοποιώντας τα μηχανήματα της στο εργοτάξιο και αρνούμενη να συμπράξει σε αρκετές άλλες ενέργειες που έπρεπε να γίνουν από την κοινοπραξία. Βασικά, ως προς το ουσιώδες ερώτημα της υπόθεσης, το εύρημα του δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που η ίδια η Ενάγουσα κατέγραψε στην επιστολή της ημερ. 22.6.10, Τεκμήριο 76. Ότι δηλαδή η ίδια εκτελούσε εργασίες εξαρχής αλλά σταμάτησε όταν διαπίστωσε ότι πληρωνόταν ως υπεργολάβος και όχι βάσει των τιμών συμβολαίου. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη λεχθεί, η παρούσα αγωγή είχε απορριφθεί σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 λόγω της μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με διαταγή παροχής ασφάλειας για τα έξοδα τους. Η Ενάγουσα συνέχισε την αγωγή της προωθώντας τις προαναφερθείσες εισαγωγικά βάσεις αγωγής εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, ήτοι του ΣΑΠΑ και των Μηχανικών του έργου. Ειδικότερα, η Ενάγουσα προβάλλει ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 αφενός παρέβησαν ρητούς και ή εξυπακουόμενους συμβατικούς όρους και αφετέρου ότι συνωμότησαν με τους Εναγόμενους 1 και 2 να προκαλέσουν οικονομική ζημιά στην ίδια για να σταματήσει να εκτελεί εργασίες. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι βασικό υπόβαθρο, και για τις δύο πιο πάνω βάσεις αγωγής και κατά συνέπειαν για τις εισηγήσεις της Ενάγουσας, συνιστά η θέση της ότι αποτελούσε συμβατική υποχρέωση των μερών της σύμβασης εκτέλεσης του έργου, ο διαχωρισμός του έργου σε δύο ίσα μέρη (ανά 50%) ούτως ώστε ο κάθε εταίρος στον συνεταιρισμό να εκτελούσε το ήμισυ των εργασιών με δικά του μηχανήματα, εγκαταστάσεις, κεφάλαια, εγγυήσεις και οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν για την ικανοποιητική εκτέλεση του έργου. Όσον αφορά τις συμβατικές παραβάσεις η Ενάγουσα θεωρεί ακατάλληλο το πρόγραμμα που είχε υποβληθεί στις 3.3.09 και πως συνιστούσαν παραβάσεις της σύμβασης μεταξύ ΣΑΠΑ - Συνεταιρισμού το ότι το ΣΑΠΑ διά των Μηχανικών επέτρεψε την έναρξη εργασιών χωρίς πρόγραμμα και χωρίς διαμοιρασμό του έργου από 50% στον κάθε συνέταιρο ώστε το πρόγραμμα να συνάδει με τους όρους του συμβολαίου, το ότι ενέκρινε την εκτέλεση με υπεργολάβους και το ότι ανέχθηκε ή ενεθάρρυνε τον Επικεφαλής να αρνείται πληρωμή σε τιμές συμβολαίου. Από νομικής πλευράς, αρκεί επί του παρόντος να σημειωθεί η γνωστή αρχή ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα απαιτείτο για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο εάν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά και το οποίο στην παρούσα δυνητικά θα μπορούσε να είναι η απώλεια κέρδους και τα έξοδα του εμπειρογνώμονα (βλ. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων κ.ά. ν. Κακαβού, Πολ. Έφ.278/10, ημερ. 15.10.15). Παρομοίως, σε ό,τι αφορά το αστικό αδίκημα, η Ενάγουσα θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν με τους Εναγόμενους 1 και 2, εξ ου και δεν ετοιμάστηκε κατάλληλο πρόγραμμα εργασίας, ήτοι για να μην γνωρίζει η Ενάγουσα το 50% του έργου το οποίο της αναλογούσε και αντ' αυτού δόθηκε ένα ανεφάρμοστο πρόγραμμα το οποίο ποτέ δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Ισχυρίζονται βασικά πως και οι τέσσερις Εναγόμενοι αποφάσισαν ότι το έργο δεν θα διαμοιράζετο προς εκτέλεση ανά 50% από τον κάθε συνέταιρο και ότι θα εκτελείτο από τον συνεταιρισμό ως εργολάβο μέσω υπεργολαβιών που θα αποφάσιζαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 προς βλάβη της Ενάγουσας, η οποία βάσει του συμβολαίου δικαιούτο στην εκτέλεση του 50%. Αρκεί και σε σχέση με το θέμα αυτό να σημειωθεί ότι για να στοιχειοθετηθεί κατά το κοινοδίκαιο το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας θα πρέπει να έχει αποδειχθεί ότι (
  52. i)υπήρξε συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών, (
  53. ii)της οποίας, εάν τα μέσα είναι νόμιμα, ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός ήταν η πρόκληση βλάβης στον Ενάγοντα ή, εάν τα μέσα είναι παράνομα, ο σκοπός ήταν η πρόκληση βλάβης στον Ενάγοντα και (iii) οι πράξεις που έγιναν εις εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στον Ενάγοντα (βλ. Χριστοφόρου κ.ά. ν. Barclays Bank plc
(2009)1(Α) Α.Α.Δ.25). Η Ενάγουσα γνωρίζει πολύ καλά ότι στο συμβόλαιο το οποίο υπέγραψε ο συνεταιρισμός με το ΣΑΠΑ δεν συμπεριλαμβάνεται όρος διαμοιρασμού του έργου και ότι σχετική πρόνοια υπάρχει μόνο στο M.O.U. το οποίο υπέγραψαν μόνον οι εταίροι της κοινοπραξίας μεταξύ τους στις 3.3.08. Όμως, προβάλλει ότι επειδή αφενός τόσον αυτό το έγγραφο όσον και η συμφωνία Pre-Bid J.V.A. ίδιας ημερομηνίας είχαν υποβληθεί με την προσφορά και αφετέρου και τα δύο καταγράφονται στο συμβόλαιο Τεκμήριο 40, έπεται ότι συμπεριλαμβάνονται και αυτά στα έγγραφα που θεωρούνται ότι αποτελούν τη σύμβαση εκτέλεσης του έργου μεταξύ του ΣΑΠΑ και του συνεταιρισμού. Ασφαλώς προκύπτει θέμα εξέτασης και ερμηνείας των εγγράφων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Βουζούνη κ.ά. ν. Αποστόλου, Πολ. Έφ.457/12, ημερ. 10.4.19: «Η ερμηνεία της σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο για σκοπούς εφαρμογής και εκτέλεσης της, ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της, το δε κείμενο της, πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατόν να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ.518). Όπως παρατηρείται και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β, σ.478, υπό τον τίτλο «Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία της Σύμβασης»: «Συμπερασματικά, παρά το ότι μια σύμβαση δεν είναι γραμματικό κείμενο αλλά μια νομική πράξη, το βασικό κριτήριο ερμηνείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την έννοια που μεταδίδεται από το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, με βάση την αντικειμενική θεωρία της συνομολόγησης και εφαρμογής συμβάσεων.»» Το πρώτο το οποίο πρέπει να σημειωθεί είναι ότι σύμφωνα με τις Οδηγίες προς Προσφοροδότες (Instructions to Tenderes), το ΣΑΠΑ ζήτησε προσφορές για τη δεύτερη φάση του αποχετευτικού, ήτοι για ένα ενιαίο έργο («the project»). Σύμφωνα με τον όρο 2.1 ήταν επιτρεπτή η υποβολή προσφοράς από κοινοπραξία (joint venture) υπό την προϋπόθεση ότι οι εταίροι ή οι υπεργολάβοι της δεν διασυνδέοντο με παλαιότερες υπηρεσίες για το ίδιο έργο και κυρίως τηρουμένων των όσων προνοεί ο όρος 2.3, τον οποίο επανειλημμένως επικαλείται η Ενάγουσα και ο οποίος έχει ως εξής: «2.3 Tenders submitted by a joint venture of two or more firms as partners shall comply with the following requirements: (
  1. a)the tender and, in case of a successful tender, the Agreement, shall be signed so as to be legally binding on all partners; (
  2. b)one of the partners shall be nominated as being in charge, and this authorisation shall be evidenced by submitting a power of attorney in a form similar to Annexure 2 of these Instructions signed by legally authorised signatories of all the partners; (
  3. c)the partner in charge shall be authorised to incur liabilities and receive instructions for and on behalf of any and all partners of the joint venture and the entire executioń of the contract, including payment, shall be done exclusively with the partner in charge; (
  4. d)all partners of the joint venture shall be liable jointly and severally for the execution of the contract in accordance with the contract terms, and a statement to this effect shall be included in the authorization mentioned under (
  5. c)above, as well as in the tender and in the Agreement (in case of a successful tender); and (
  6. e)a copy of the agreement entered into by the joint venture partners shall be submitted with the tender.» (έμφαση δοθείσα) Από τα πιο πάνω, και με απλή γραμματική ερμηνεία, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι θα υπεγράφετο μια σύμβαση, ότι θα υπήρχε ένας επικεφαλής και ότι όλοι οι εταίροι θα ήταν υπεύθυνοι από κοινού και ή κεχωρισμένως για την εκτέλεση της σύμβασης. Κάθε προσφοροδότης υποχρεούτο όπως μαζί με την προσφορά του παραδώσει και τραπεζική εγγύηση (ως προνοείται στον όρο 16.2). Η τραπεζική εγγύηση από κοινοπραξία θα έπρεπε να είναι στο όνομα της (όρος 16.3 «. must be in the name of the joint venture submitting the tender»). Στην παρούσα υπήρξε μια αίτηση προς την τράπεζα για έκδοση μιας εγγυητικής, αφού ανοίχθηκε ένας λογαριασμός στο όνομα της κοινοπραξίας. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η κοινοπραξία ως ξεχωριστή νομική οντότητα στις 7.4.09 υπέβαλε δεόντως την προσφορά της στο όνομα της και συνοδευόμενη από όλα τα απαραίτητα και προβλεπόμενα έγγραφα. Κατ' εφαρμογήν του όρου 2.3 (
  7. e)των Οδηγιών η κοινοπραξία υπέβαλε και τη συμφωνία των εταίρων της ημερ. 3.3.08 Τεκμήριο 101 (και σελ.37 στο Τεκμήριο 40) οι όροι της οποίας έχουν ως εξής: «1. The Partners hereby form a Joint Venture and hereby associate themselves as a member of the Joint Venture to be jointly and severally bound for the submission of Tender or variant tender, as the case may be. The Partners shall co-operate for the preparatlon of the Tender and such Tender shall be submitted and, if successful, the Partners shall assume joint and several liability for the execution of the contract in accordance. with the contract terms and all transaction made on behalf of the Joint Venture with the Employer. The Lead Partner of the Joint Venture is authorized to incur liabilities and receive instructions for and on behalf of all partners of the Joint Venture, and the entire execution of the contract including payment, shall be done exclusively with the partner, in charge: 2.The bid submitted as well as the resulting contract, in case of award, shall be signed by as so as to be legally binding on all Partners jointly and severally. 3. This Joint Venture Agreement provides that: (i)The Partners confirm that are bound to remain in the partnership agreement for the duration of the contract. (
  8. ii)The Partners shall furnish financial guarantees, working capital,' plant, equipment, personnel and generally all resources required for this satisfactory execution of the Contract.» (έμφαση δοθείσα) Είναι επίσης προφανές από το περιεχόμενο της ότι η Pre-Bid JVA συμφωνία των εταίρων στην πραγματικότητα αναπαραγάγει τις ουσιώδεις πρόνοιες του όρου 2.3 των Οδηγιών προς Προσφοροδότες. Ουσιαστικά πρ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.