Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. MARIA A, VASILIOU ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 505/2019, 17/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 505/2019 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- MARIA A, VASILIOU ENTERPRISES LTD
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων ------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 4/αιτήτρια: κα Προδρόμου, για Χριστόφορο Χατζηστερκώτη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: κα Καραμαλλή, για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 30/12/2020 για προσωρινά διατάγματα) Εισαγωγή Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι 1-4/αιτητές αιτούνται προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες /καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού και/ή να συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου ιδιοκτησίας της αιτήτριας με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ 1-29103735, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 12 στην Αγία Νάπα Αμμοχώστου, το οποίο ανήκει στην εναγόμενη 4, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς και της καταχωρηθείσας ανταπαίτησης και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση Η υπό εξέταση αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στα άρθρα, 22, 29, 30,31, 32 και 43 του Ν. 14/60, στα άρθρα 4,5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 44Β και 44Γ του Ν. 9/65, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των Παραρτημάτων τους, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ 1-4,7,8, Δ.64, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν. 39/62, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23,25,26,28,30, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και του Κοινοδικαίου και στη σχετική νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 4 η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη και από τους λοιπούς εναγόμενους για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. H ομνύουσα αφού αναφέρεται στις αξιώσεις των καθ' ων η αίτηση/ εναγόντων, αναφέρεται στις υπερασπίσεις που έχουν οι εναγόμενοι καθώς και στην ανταπαίτηση που προβάλλουν. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές συμφωνίες και εάν αποδειχθεί ότι υπήρξαν αυτές είναι ακυρώσιμες διότι είχαν συναφθεί χωρίς την ελεύθερη συναίνεση των εναγομένων και ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης, ψυχικής πίεσης και αθέμιτης επιρροής. Επίσης υποστηρίζει ότι στις πιο πάνω συμφωνίες και στις συμφωνίες εγγύησης περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες καθώς επίσης καταχρηστικοί ετεροβαρείς και εξαιρετικά επαχθείς όροι για τους εναγόμενους. Είναι σχετικά η θέση της ότι οι όροι που καθορίζουν το ύψος του τόκου ή οι όροι περί μονομερούς μεταβολής όρων της επίδικης σύμβασης είναι άκυροι, καταχρηστικοί και παράνομοι, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτελούν προδιατυπωμένους όρους της σύμβασης που είχε συνταχθεί εκ των προτέρων από τους ενάγοντες, οι οποίοι επέβαλαν τους εν λόγω καταχρηστικούς και αυθαίρετους όρους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι αποτελούσαν ισχυρό πιστωτικό ίδρυμα και δημιούργησαν έτσι σε βάρος των εναγομένων σημαντική ανισότητα όσον αφορά στα δικαιώματα τους. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εξασφάλισαν τεχνηέντως την υπογραφή των εναγομένων στη συμφωνία εγγύησης χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να μελετήσουν τα έγγραφα και να τους επεξηγηθεί η συνέπεια της υπογραφής τους και να ελέγξουν τα εισοδήματα και τις οικονομικές τους δυνατότητες. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες και διατάξεις των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και της Κοινοτικής Νομοθεσίας που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες και τις διατάξεις της οδηγίας 2008/48/ΕΚ. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους αιτούνται απόφαση ή διάταγμα που να κηρύσσει τη διαδικασία ως καταχρηστική και απορριπτέα καθώς και τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις ή και απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση τρεχουμένου ή και δανείου έχει ακυρωθεί ή είναι ανεφάρμοστη. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της επίδικης σύμβασης, αιτούνται απόφαση ή διάταγμα για περιοδικές πληρωμές σύμφωνα με την οικονομική τους δυνατότητα, Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζει ότι παρουσιάζεται καλή βάση αγωγής με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ενώ ως προς την τρίτη προϋπόθεση αναφέρει ότι η ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενοι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι μόνο χρηματικής φύσεως έτσι ώστε οι οικονομικά ισχυροί ενάγοντες να μπορούν να τους αποζημιώσουν. Και τούτο διότι αν το επίδικο ακίνητο πωληθεί με τη διαδικασία του πλειστηριασμού δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/65, σίγουρα η τιμή της δισκοθήκης η οποία ως αναφέρει είναι από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη στην Αγία Νάπα και αποτελείται από 2-3 ορόφους θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και οι εναγόμενοι θα χάσουν την περιουσία τους η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή των εισοδημάτων όλων των εναγομένων οι οποίοι αποτελούν οικογένεια και από την ενοικίαση και διαχείριση αυτής καλύπτονται όλα τα έξοδα της οικογένειας τους αφού δεν έχουν άλλα έσοδα. Η ίδια η αιτήτρια ως αναφέρει μαζί με τον εναγόμενο 2 είναι σύζυγοι, ενώ οι εναγόμενοι 3 και 5 είναι οι υπερήλικες γονείς της και η εναγόμενη 1 είναι η εταιρεία η οποία διαχειρίζεται την δισκοθήκη και η οποία ενοικίασε με γραπτή συμφωνία τη δισκοθήκη η οποία έχει ανεγερθεί επί του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο ανήκει στην ίδια την εναγόμενη
- Θα είναι ως υποστηρίζει δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφενός ενόψει του ορατού και βάσιμου φόβου της ότι οι ενάγοντες πρόκειται να πωλήσουν και μεταβιβάσουν άμεσα το ως άνω ακίνητο και ήδη ως έχουν πληροφορηθεί ήρθαν σε επαφή με τρίτους περιλαμβανομένους και τους ενοικιαστές οι οποίοι πιθανόν να μην πληρώνουν τα ενοίκια τους για να τους φέρουν σε δυσμενή θέση και να πωληθεί το ακίνητο και να είναι και οι ίδιοι υποψήφιοι για την αγορά του. Εάν δε ο πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργηθεί θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη εάν επιτύχει η ανταπαίτηση τους, αφού θα είναι δύσκολο ως ακατόρθωτο το Δικαστήριο να ακυρώσει τη μεταβίβαση του ακινήτου που πωλήθηκε σε τρίτο ο οποίος κατέβαλε το τίμημα. Ως αναφέρει οι καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη προχωρήσει στην αποστολή ειδοποιήσεων Τύπου Θ και Ι. Επίσης αναφέρει ότι χρειάζεται τα επίδικα διατάγματα για να ανακόψει την πορεία του πλειστηριασμού και να μπορεί να ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Επίσης αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εν μέρει θα χάσει το αντικείμενο της η ανταπαίτηση τους, αφού με αυτήν οι εναγόμενοι μεταξύ άλλων ζητούν και την ακύρωση της επίδικης υποθήκης και στο μεταξύ οι ενάγοντες θα προχωρήσουν με πώληση του ακινήτου δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν. 9/65 ως έχει τροποποιηθεί, η οποία εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν μπορεί να ανακοπεί προσωρινά με άλλο τρόπο. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ζημιά αφού το ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο και να αποτελεί εμπράγματη εξασφάλιση προς όφελος τους για το σκοπό που έχει υποθηκευθεί και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους θα μπορούν να προχωρήσουν σε πώληση του με πλειστηριασμό δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος όπως εξ άλλου αξιώνουν με την αγωγή τους. Επισημαίνει δε πως από το αρχικό ποσό των €520000 κατέβαλαν περί τις €300,000 και αν δεν συνέβαιναν τα γεγονότα όπως το ότι οι ενοικιαστές τους χρωστούν €200,000 και τα γεγονότα της πανδημίας δεν θα χρωστούσαν κανένα ποσό αφού μέχρι το 2018 πλήρωναν κανονικά όλες τους τις δόσεις. Με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχώρησε στις 22/10/2021 μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο αναφέρει ότι στις 23/9/2021 πληροφορήθηκε ότι έχει προγραμματιστεί ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για το επίδικο ακίνητο της στις 31/1/
- Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το πληροφορήθηκε λόγω του ότι επεδόθη στον πατέρα της η Ειδοποίηση Tύπος ΙΑ και ΙΒ για λογαριασμό της καθώς επίσης επιδόθηκε σε αυτόν και η Eιδοποίηση ΙΑ για τους εναγόμενους 1, την οποία αμφισβητεί και πρόθεση της είναι η καταχώρηση σχετικής αίτησης με σκοπό τον παραμερισμό της. Όπως έχει πληροφορηθεί η επιφυλασσόμενη τιμή θα είναι πέριξ του ποσού των €300,000,00 ενώ σύμφωνα με τον τίτλο που επεσύναψε στην αρχική της Ε/Δ η αξία του ακινήτου κατά την 1/1/2013 ήταν 1,072,500.00 και την 1/1/2018 883,500.
- Ζήτησε από τους ενάγοντες να την προμηθεύσουν με τις εκτιμήσεις τις οποίες διενήργησαν για να καταλήξουν στην επιφυλασσόμενη τιμή που είναι πέριξ των €300.000, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να της δώσουν οτιδήποτε. Υποστηρίζει δε πως ο μόνος λόγος που θα επιχειρήσουν να πωλήσουν το ακίνητο στην εξευτελιστική τιμή των €300,000 είναι επειδή αυτό είναι το ύψος του χρέους το οποίο οι ενάγοντες θέλουν να εξοφλήσουν μέσω της πώλησης και το οποίο χρέος όμως οι ίδιοι οι εναγόμενοι, δεν αποδέχονται για τους λόγους που αναφέρονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία με την οποία προβάλλουν σωρεία λόγων ένστασης, 25 συνολικά, με τους οποίους εγείρουν μεταξύ άλλων τους εξής ουσιαστικούς λόγους ένστασης : Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και παράτυπη Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων Η αίτηση προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά ή και για αλλότριους σκοπούς ή και με σκοπό την καθυστέρηση ή και για να αποστερήσει από τους καθ' ων η αίτηση το λαβείν τους Οι καθ'ων η αίτηση νομιμοποιούνται να προχωρήσουν με τη διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει των προνοιών του μέρους VIA του Ν. 9/65 και καμία διαδικασία δεν απαγορεύει τη συνύπαρξη της πιο πάνω διαδικασίας εκκρεμούσης αγωγής Οι αιτητές καθυστέρησαν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Σωφρονίου υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος στην ουσία αρνείται τους ισχυρισμούς των αιτητών οι οποίοι ως η θέση του είναι αναληθείς και παραπλανητικοί και δημιούργησαν μια εικόνα παραπλανητική για το Δικαστήριο η οποία απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα με μόνο σκοπό να δημιουργήσουν εντυπώσεις αλλά και να ασκήσουν αθέμιτη πίεση στους στους καθ' ων η αίτηση για να σταματήσουν τις διαδικασίες εκποίησης. Ο ομνύσας αναφέρεται επίσης στη βάση αγωγής που αφορά συμφωνία δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού και συναφών εξασφαλίσεων τα οποία έχουν τερματιστεί και παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητα. Ενόψει του ότι ο τερματισμός έλαβε χώρα από τις 7/10/2019 και οι εναγόμενοι ουδέν ενδιαφέρον επέδειξαν για εξόφληση των οφειλόμενων ποσών οι ενάγοντες ενεργοποίησαν τη διαδικασία για την ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου επιδίδοντας της ειδοποιήσεις Ι και Θ στους αιτητές (βλ. Τεκμήριο 14) χωρίς όμως και πάλιν αυτοί να ανταποκριθούν. Είναι δε η θέση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων αφού οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Προς τούτο αποδομεί τα επιχειρήματα των αιτητών λέγοντας μεταξύ άλλων πως οι επιστολές τερματισμού στάληκαν στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις και δεν επεστράφηκαν, τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 ή και ο κορωνοϊός δεν αποτελούν λόγους ανώτερης βίας που ματαίωσαν τη συμφωνία και εν πάση περιπτώσει τα περιοριστικά μέτρα τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τον τερματισμό. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς περί υπερχρεώσεων οι οποίοι προβάλλονται καταχρηστικά και κακόπιστα και με μόνο σκοπό να αποποιηθούν οι αιτητές τις ευθύνες τους. Εν γένει υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες που υπογράφηκαν από τους αιτητές είναι καθ' όλα νόμιμες και εκτελεστές και τα αξιούμενα ποσά φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτει και είναι νόμιμα και ορθά και είναι αυτά που οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνται συμβατικά να εισπράξουν. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία και οι καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυος οργανισμός που θα μπορούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Περαιτέρω και ως προς τη θέση ότι οι αιτητές θα απωλέσουν σημαντικά έσοδα αν πωληθεί το ακίνητο, ο ομνύσας σημειώνει ότι η εναγόμενη 4 με ελεύθερη τη βούληση της υποθήκευσε το ακίνητο, ενώ ως προς τον ισχυρισμό ότι αυτό ενοικιάζεται και τους δίδει έσοδα σημειώνει ότι η ενοικίαση έχει εκπνεύσει από το 2016 και δεν έχει παρουσιαστεί συμφωνία ανανέωσης της ενοικίασης. Παράλληλα επισημαίνει ότι η εναγόμενη 4 έχει αναλάβει υποχρέωση με τη σύναψη συμφωνίας υποθήκης να μην την ενοικιάσει για περίοδο μεγαλύτερη από 1 έτος χωρίς τη συγκατάθεση των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω εισηγείται ότι είναι οι καθ' ων η αίτηση που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού το χρέος θα αυξάνεται με ενδεχόμενο να μην μπορεί να ικανοποιηθεί από την υποθήκη αλλά ούτε και από τους ίδιους τους αιτητές οι οποίοι δεν είναι φερέγγυοι. Επίσης εισηγούνται ότι οι αιτητές γνώριζαν για τον τερματισμό από το 2019 και για τις ειδοποιήσεις Τύπος Ι και Θ από τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2020 και καθυστέρησαν υπέρμετρα να λάβουν μέτρα. Τέλος υποστηρίζουν πως η αίτηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση της διαδικασίας με μόνο σκοπό να αναχαιτιστεί χωρίς βάσιμο λόγο η διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου. Η Διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη νομοθεσία που διέπει το ζήτημα ως και στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές[1]. Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ανάλυοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[2]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802, Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Ως δε ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στη δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στα ίδια πλαίσια την υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234[3]. Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προχωρώ στην εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Από την ανταπαίτηση των εναγομένων/αιτητών αλλά και την αγόρευση του συνηγόρου τους προκύπτει ότι με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση επιδιώκουν να κηρυχθούν άκυρες και ανεφάρμοστες οι επίδικες συμφωνίες ενώ επιπλέον εγείρουν ζητήματα μη νόμιμου τερματισμού, παράνομων χρεώσεων, αλλά και επαχθών και καταχρηστικών όρων στις συμφωνίες. Με βάση την ανωτέρω νομολογία και έχοντας κατά νου τους σχετικούς ισχυρισμούς της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταλήγω ότι καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Προχωρώντας στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, σημειώνω ότι ως έχει ήδη λεχθεί η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας της ουσιαστικής αξίωσης, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σημειώνω δε ότι σε σχέση με το ζήτημα αυτό προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω ότι εν ολίγοις η μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον μου οι αιτητές δια της εναγόμενης 4/αιτήτριας προς κατάδειξη της πιθανότητας επιτυχίας της ανταπαίτησης τους, περιστρέφεται γύρω από τις περιστάσεις υπογραφής των συμφωνιών, τους κατά τη θέση τους άδικους επαχθείς και ετεροβαρείς όρους που περιλήφθηκαν, τις περιστάσεις τερματισμού καθώς και τις χρεώσεις που διενεργήθηκαν καθ' όλο το διάστημα από την έναρξη λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού και οι οποίες επηρεάζουν το τελικό υπόλοιπο που αξιώνουν οι καθ' ων η αίτηση. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς και προβάλλουν τη θέση ότι τα πάντα έγιναν νομότυπα και το αξιούμενο υπόλοιπο είναι αυτό που δικαιούνται οι καθ' ων η αίτηση συμβατικά να εισπράξουν από τους αιτητές. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, πλην όμως με βάση τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι αιτητές στο στάδιο τουλάχιστον αυτό, δεν μπορώ να καταλήξω έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια αυτά ότι έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης τους. Και εξηγώ. Οι αιτητές/εναγόμενοι αφενός ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχαν νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές συμφωνίες και αφετέρου υποστηρίζουν πως εάν αποδειχθεί ότι υπήρξαν, αυτές είναι ακυρώσιμες διότι είχαν συναφθεί χωρίς την ελεύθερη συναίνεση των εναγομένων και ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης, ψυχικής πίεσης και αθέμιτης επιρροής. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εξασφάλισαν τεχνηέντως την υπογραφή των εναγομένων στη συμφωνία εγγύησης χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να μελετήσουν τα έγγραφα και να τους επεξηγηθεί η συνέπεια της υπογραφής τους και να ελέγξουν τα εισοδήματα και τις οικονομικές τους δυνατότητες. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες και διατάξεις των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και της Κοινοτικής Νομοθεσίας που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες και τις διατάξεις της οδηγίας 2008/48/ΕΚ. Πέραν του ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις πιο πάνω γενικές και αόριστες τοποθετήσεις των αιτητών, οι οποίοι δεν δίδουν οποιοδήποτε ίχνος ισχυρισμών γεγονότων που να αφορούν την παρούσα περίπτωση (όπως για παράδειγμα τί ακριβώς είπαν ή έκαναν οι ενάγοντες και μέσω ποιου υπαλλήλου τους που οδήγησε τους εναγόμενους στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών), οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εν πολλοίς αντιφατικοί μεταξύ τους αφού αφενός προβάλλεται η θέση ότι δεν υπήρχαν νόμιμες συμφωνίες και από την άλλη προβάλλεται η θέση ότι εάν υπήρχαν είναι ακυρώσιμες λόγω του ότι συνήφθησαν χωρίς ελεύθερη συναίνεση, κατόπιν ψευδών παραστάσεων δόλου απάτης ψυχικής πίεσης και αθέμιτης επιρροής, χωρίς όμως και πάλιν να δίδονται συγκεκριμένες λεπτομέρειες γεγονότα και πληροφορίες που να υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Πέραν όμως των πιο πάνω, το πιο ουσιώδες κατά την κρίση μου ζήτημα που αφήνει έκδηλα ανικανοποίητη τη δεύτερη προϋπόθεση είναι το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που προωθούνται δεν συνάδουν ούτε με την πολύ ουσιώδη θέση της ομνύουσας η οποία περιέχεται ρητά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι δηλαδή οι αιτητές από το αρχικό ποσό των €520000 κατέβαλαν περί τις €300,000 και ότι αν δεν συνέβαιναν τα γεγονότα όπως το ότι οι ενοικιαστές τους τους χρωστούν €200,000 και τα γεγονότα της πανδημίας δεν θα χρωστούσαν κανένα ποσό αφού μέχρι το 2018 πλήρωναν κανονικά όλες τους τις δόσεις. Εν ολίγοις δηλαδή δεν επεξηγείται πως οι αιτητές προέβησαν στην καταβολή ενός τόσο μεγάλου ποσού και πώς είχαν πρόθεση να εξοφλήσουν πλήρως ολόκληρο το αρχικό ποσό, ενώ δεν αποδέχονται τη νόμιμη σύναψη συμφωνιών. Ούτε επεξηγούν επί ποιας βάσης κατέβαλαν τα ποσά που ισχυρίζονται, εάν δεν ήταν στη βάση των επίδικων συμφωνιών. Επίσης οι αιτητές υποστηρίζουν ότι στις πιο πάνω συμφωνίες και στις συμφωνίες εγγύησης περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες καθώς επίσης καταχρηστικοί ετεροβαρείς και εξαιρετικά επαχθείς όροι για τους εναγόμενους. Ισχυρίζονται σχετικά ότι οι όροι που καθορίζουν το ύψος του τόκου ή οι όροι περί μονομερούς μεταβολής όρων της επίδικης σύμβασης είναι άκυροι, καταχρηστικοί και παράνομοι, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτελούν προδιατυπωμένους όρους της σύμβασης που είχε συνταχθεί εκ των προτέρων από τους ενάγοντες, οι οποίοι επέβαλαν τους εν λόγω καταχρηστικούς και αυθαίρετους όρους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι αποτελούσαν ισχυρό πιστωτικό ίδρυμα και δημιούργησαν έτσι σε βάρος των εναγομένων σημαντική ανισότητα όσον αφορά στα δικαιώματα τους. Ούτε και αυτοί οι ισχυρισμοί τεκμηριώνονται με αναφορά σε συγκεκριμένους όρους των συμφωνιών που συνήφθησαν μεταξύ των μερών, και εν πάση περιπτώσει δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει έστω και ακροθιγώς πως εάν οι εν λόγω ισχυρισμοί των αιτητών ευσταθούν, επηρεάζουν το υπόλοιπο σε βαθμό μάλιστα που οι αιτητές να μην οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στο παρόν στάδιο και να μην νομιμοποιούνται στην εκποίηση της υποθήκης που είχε δοθεί ως εξασφάλιση για την συμφωνία. Όσον δε αφορά τον τερματισμό με βάση τα όσα αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν επί τούτου, οι επιστολές είχαν αποσταλεί στις τελευταίες γνωστές τους διευθύνσεις και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι κοινοποίησαν οιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης στους ενάγοντες. Όπως δε αποφασίσθηκε στην υπόθεση Βarclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ.1726 «καθόσον δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους». Υπό το φως λοιπόν των όσων τέθηκαν ενώπιον μου στο στάδιο αυτό δεν μπορώ να οδηγηθώ στο συμπέρασμα ότι έχει ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια αυτά. Ενόψει λοιπόν της μη εκπλήρωσης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω έπεται πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς αυτά επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. ..................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013) [2] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [3] Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο