Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. AB OASIS PARK DEVELOPMENT LIMITED κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 19/2021, 8/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 19/2021 Αναφορικά με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)1996), ως τροποποιήθηκε Μεταξύ: Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή Αιτητή -και-
- AB OASIS PARK DEVELOPMENT LIMITED
- KALLISHI BROS HOTEL APTS LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Η κα Φρόσω Σωτηρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα Για Καθ' ης η Αίτηση 1: Kαμιά εμφάνιση Για Καθ' ης η Αίτηση 2: Ο κ. Ανδρέας Πατσιάς για Αδάμος Λάντος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 16.04.2021 για καταχρηστικές ρήτρες σε σύμβαση) Με την υπό κρίση αίτησή του ο Αιτητής αιτείται διάταγμα δυνάμει του οποίου να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η άμεση παύση και/ή η μη επανάληψη χρήσης καταχρηστικών ρητρών εντός προθεσμίας που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο και συγκεκριμένα: «Α. i. Συμβατικού όρου που υποχρεώνει τους αγοραστές - καταναλωτές στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής στους πωλητές, πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών - καταναλωτών (όρος 4 της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008). ii. Συμβατικού όρου που επιβάλλει στους αγοραστές - καταναλωτές σε περίπτωση που παραλείψουν να εκπληρώσουν οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις τους τόκο υπερημερίας προς 8% ετησίως επί του εκάστοτε χρηματικού υπολοίπου (όρος 4 της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008), χωρίς οι πωλητές να αναλαμβάνουν αντίστοιχη υποχρέωση. iii. Συμβατικού όρου που δίνει δικαίωμα στους πωλητές να παραδώσουν την κατοχή του ακίνητου έως και εξήντα
(60)ημέρες από την αρχική ημερομηνία παράδοσης, χωρίς να προβάλλουν σοβαρό λόγο (όρος 7
(1)της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008). iv. Συμβατικών όρων που προνοούν ότι η έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών - καταναλωτών θα γίνει από τους πωλητές, (όροι 10 και 17 της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008), χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας ή ο χρόνος μεταβίβασης του ακινήτου. v. Συμβατικού όρου που προνοεί ότι οι αγοραστές - καταναλωτές θα βαρύνονται με τα έξοδα μεταβίβασης (όρος 10 της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008), χωρίς να καθορίζεται το ύψος των εξόδων ή να προσδιορίζεται ο τρόπος και τα κριτήρια υπολογισμού τους. vi. Συμβατικού όρου που προνοεί την ευθύνη των αγοραστών - καταναλωτών να συμμορφώνονται με τους όρους διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων που δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν (όρος 18 της σύμβασης ημερομηνίας 8/4/2008). Β. Τη λήψη διορθωτικών μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η χρήση των ως άνω καταχρηστικών ρητρών, εντός προθεσμίας την οποία θεωρεί το Δικαστήριο δίκαια και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ. Τη δημοσίευση από τους Καθ' ων η αίτηση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης σε εγχώρια εφημερίδα εντός προθεσμίας που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. Δ. Οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις». Η αίτηση βασίζεται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/1996)ως τροποποιήθηκε, άρθρα 1 έως 10, Παράρτημα Ι, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, άρθρα 1 έως 11 και Παράρτημα, στον περί Μετονομασίας της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών Νόμο (Ν.108(I)/2016), άρθρα 1 και 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/1960)ως τροποποιήθηκε, άρθρα 29, 30 και 41, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.2
(1), Δ.39 και Δ.64 και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Κουπεπίδου, Λειτουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας Α' και προϊσταμένης του Επαρχιακού Γραφείου Λάρνακας της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή η οποία πέραν της ιδιότητας της, της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και από που προέρχεται αυτή, ότι έλαβε νομική συμβουλή για τα νομικά θέματα στα οποία κάμνει αναφορά από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, και ότι έχει εξουσιοδότηση για να προβεί στην ένορκη δήλωση και η οποία υποστηρίζει επί της ουσίας τα ακόλουθα: «
- Η εταιρεία AB OASIS PARK DEVELOPMENT LIMITED (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση 1») είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, με αριθμό εγγραφής ΗΕ165497 και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και οικοδομών (Τεκμ.1).
- Η εταιρεία KALLISHI BROS HOTEL APTS LIMITED (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση 2») είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και οικοδομών (Τεκμ.2).
- Οι κ.κ. XXXXX Lewis και XXXXX Lewis από το Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής «οι παραπονούμενοι») υπέβαλαν παράπονο στο Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996), ως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») στις 16/6/2016, αναφορικά με τους όρους σύμβασης αγοράς ακίνητης περιουσίας που συνήψαν στις 8.04.2008 με την Καθ' ης η αίτηση 1 και Καθ' ης η αίτηση 2 (στο εξής «η σύμβαση»). Επισυνάπτεται έντυπο υποβολής παραπόνου ημερομηνίας 18.03.2018, δεόντως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο, μετά των υποστηρικτικών εγγράφων ως Τεκμ.
- Ο Διευθυντής προέβη σε εξέταση του πιο πάνω παραπόνου με βάση το Νόμο και δη το Άρθρο 9
(1), αφού ζήτησε και έλαβε τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαγε, με επιστολή του ημερομηνίας 12.07.2018 ζήτησε και έλαβε στις 23.08.2018 από το Δήμο Παραλιμνίου (Τεκμ.4), στοιχεία ως προς το κατά πόσον εκδόθηκε άδεια οικοδομής για το ακίνητο που αφορούσε η επίδικη σύμβαση ημερομηνίας 8.04.2008 και περαιτέρω, με επιστολές του ημερομηνίας 5.09.2018 και 24.09.2018 προς την Καθ'ης η αίτηση 1 (Τεκμ.5) και επιστολή ημερομηνίας 18.10.2018 προς την Καθ' ης η αίτηση 2 (Τεκμ. 6) ζήτησε στοιχεία προς διερεύνηση του παραπόνου και στα πλαίσια αυτά, ενημέρωσε τους Καθ' ων η αίτηση ότι στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ολοκλήρωσε την προκαταρκτική έρευνα του υποβληθέντος παραπόνου σύμφωνα με το Νόμο και ότι εκ πρώτης όψεως, αποφάσισε ότι οι όροι που καταγράφονται στις επιστολές ημερομηνίας 24.09.2018 και 18.10.2018 μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικοί. Για σκοπούς ολοκλήρωσης της διερεύνησης του παραπόνου, ο Διευθυντής ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση να υποβάλουν τεκμηριωμένα τις θέσεις τους αναφορικά με το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών, οι οποίοι ουδέποτε ανταποκρίθηκαν.
- Ο Διευθυντής, αφού αξιολόγησε τα ευρήματα της έρευνας θεώρησε ότι οι παραπονούμενοι, οι οποίοι αγόρασαν από τους Καθ' ων η αίτηση ακίνητη περιουσία, ενεργούσαν εκτός των πλαισίων των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, επομένως, εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «καταναλωτή», ως αυτός αποδίδεται στο Νόμο και οι Καθ' ων η αίτηση εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «πωλητής», ως αυτός αποδίδεται στο Νόμο, αφού κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης, ενεργούσαν για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, δηλαδή την πώληση ακινήτων. Θεώρησε, επίσης, ότι οι παραπονούμενοι συνήψαν με τους Καθ' ων η αίτηση σύμβαση η οποία συντάχθηκε εκ των προτέρων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, η οποία περιέχει προδιατυπωμένους όρους, με την έννοια ότι προορίζονται για χρήση σε απεριόριστο αριθμό συμβάσεων ή γενικευμένη χρήση, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.
- Ο Διευθυντής, περαιτέρω, σε σχέση με το υποβληθέν παράπονο, ως πιο πάνω αναφέρεται, επέκτεινε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών την έρευνά του εξετάζοντας αυτεπάγγελτα όλους τους όρους της σύμβασης ημερομηνίας 8.04.2008 και θεώρησε ότι οι όροι 4, 7, 9, 10, 17, 18 και 19 της σύμβασης αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου ως καταχρηστικοί και/ή αδιαφανείς. Επισυνάπτεται η απόφαση του Διευθυντή με αριθμό 2018/10(KP), ημερομηνίας 8.11.2018, ως Τεκμ. 7 το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνω και υιοθετώ προς το σκοπό της παρούσας ένορκης δήλωσης.
- Ειδικότερα, ο όρος 4 της σύμβασης προβλέπει ότι οι αγοραστές αναλαμβάνουν να αποπληρώσουν το σύνολο του τιμήματος σε δόσεις, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, μέχρι και την ολοκλήρωση και παράδοση του ακινήτου, ενώ δε διευκρινίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο οι πωλητές οφείλουν να διεκπεραιώσουν κάθε οικοδομική εργασία. Περαιτέρω, ο όρος 4 προβλέπει την υποχρέωση των αγοραστών για πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους όσον αφορά στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής προς τους πωλητές, προτού αυτοί εκπληρώσουν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις, δηλαδή τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματί τους. Ο ίδιος όρος προνοεί, περαιτέρω, επιβάρυνση με ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας 8% επί του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των καθορισθεισών δόσεων, παρέχοντας στους πωλητές το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης και διεκδίκησης αποζημιώσεων. Ο εν λόγω όρος επιβάλλει στους αγοραστές δυσανάλογη ψηλή αποζημίωση, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών τους, χωρίς να προβλέπεται αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης στους αγοραστές, σε περίπτωση καθυστέρησης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πωλητών. Επομένως, ο πιο πάνω όρος θεωρήθηκε καταχρηστικός και αδιαφανής κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και των παραγράφων 1(ε) και 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου. 8. Στον όρο 7, παράγραφο 1, παρέχεται στους πωλητές το δικαίωμα να καθυστερήσουν την παράδοση κατοχής του πωληθέντος ακινήτου μέχρι και εξήντα
(60)ημέρες από την αρχική ημερομηνία παράδοσης. Με αυτόν τον τρόπο, επιτρέπεται στους πωλητές να τροποποιούν μονομερώς τον όρο της σύμβασης, χωρίς σοβαρό λόγο, ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση και υποχρεώνει τον καταναλωτή να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του, χωρίς οι πωλητές να εκπληρώσουν τις δικές τους. Ως εκ τούτου, οι όροι αυτοί θεωρούνται καταχρηστικοί και αδιαφανείς κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και των παραγράφων 1(ι) και 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου. 9. Οι όροι 10 και 17 αναφέρονται στη μεταβίβαση και έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας, χωρίς, εντούτοις, να προσδιορίζεται η χρονική περίοδος μεταβίβασης και/ή εγγραφής του ακινήτου από τους πωλητές για σκοπούς έκδοσης τίτλων του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών. Περαιτέρω, ο όρος 10 προβλέπει ότι οι αγοραστές βαρύνονται με τα έξοδα μεταβίβασης του ακινήτου, χωρίς, ωστόσο, να καθορίζεται το συγκεκριμένο ποσό ή έστω να προσδιορίζονται τα κριτήρια υπολογισμού των εν λόγω εξόδων. Επομένως, ο όρος αυτός έχει ως συνέπεια να αποδέχονται και να αναλαμβάνουν οι αγοραστές δεσμεύσεις, εν αγνοία τους και χωρίς οιανδήποτε εκ των προτέρων ενημέρωση, ενώ δημιουργεί αιφνιδιαστική κατάσταση σε βάρος τους, περιορίζοντας τα δικαιώματά τους και διαταράσσοντας τη συμβατική ισορροπία σε βάρος τους. Περαιτέρω, ο όρος 17 ορίζει ότι οι πωλητές θα μεταβιβάσουν το ακίνητο ελεύθερο από εμπράγματα βάρη επ' ονόματι των αγοραστών, δημιουργώντας έτσι στους αγοραστές την εντύπωση ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης το ακίνητο είναι ελεύθερο βαρών. Πρόκειται, δηλαδή, για αδιαφανείς και αντιφατικές ρήτρες, που επιφέρουν αιφνιδιασμό των καταναλωτών, διαταράσσοντας τη συμβατική ισορροπία ενάντια στις απαιτήσεις της καλής πίστης. Ως εκ τούτου, οι όροι αυτοί θεωρούνται καταχρηστικοί και αδιαφανείς κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. 10. Με τους όρους 18 και 19, οι αγοραστές δεσμεύονται από τους κανονισμούς, οι οποίοι διέπουν τη χρήση των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίοι λογίζονται ως αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης. Από πλευράς διαφάνειας, οι εν λόγω Κανονισμοί δεσμεύουν τους αγοραστές με συγκεκριμένες υποχρεώσεις συμπεριφοράς, καθώς και με μέρος επί των κοινοχρήστων εξόδων, υποχρεώσεις οι οποίες ουδόλως προσδιορίζονται, έστω και ενδεικτικά. Οι εν λόγω όροι συνάγουν την εκ μέρους των αγοραστών αμετάκλητη αποδοχή ρητρών, τις οποίες δεν είχαν καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζουν πριν τη σύναψη της σύμβασης, κατά παράβαση της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός θεωρήθηκε καταχρηστικός και αδιαφανής κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)του Νόμου και της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. 11. Η απόφαση του Διευθυντή 2018/10(KP), ημερομηνίας 8.11.2018 (Τεκμ. 7), κοινοποιήθηκε στους παραπονούμενους με επιστολή ημερομηνίας 12.11.2018 και στους Καθ' ων η αίτηση με επιστολές ημερομηνίας 8.11.2018». Η Καθ' ης η αίτηση 1, αν και της επιδόθηκε η αίτηση δεόντως δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και δεν καταχώρισε ένσταση έτσι γι' αυτή η υπόθεση παρέμενε για απόδειξη. Η Καθ' ης η αίτηση 2 καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας ευάριθμους λόγους ένστασης για τους οποίους υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς σε ό,τι την αφορά απορρίπτει και /ή δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς της ομνύουσας κας Κουπεπίδου η οποία υποστηρίζει την αίτηση και συνεπακόλουθα, αποτελεί θέση της Καθ' ης η αίτηση 2, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση για όλους τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα XXXXX Καλλίσιη η οποία επαναλαμβάνει και αιτιολογεί τους λόγους ένστασης για πραγματικούς λόγους όπως και για νομικούς λόγους που κατά νομική συμβουλή λαμβάνει. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει θα έχει ως αντικείμενο ακριβώς τους λόγους που διαλαμβάνει η ένσταση και η αιτιολόγηση τους σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός η καταγραφή τους και σε αυτό το μέρος της απόφασης μου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του, και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και να μου αποστείλουν σε ηλεκτρονική μορφή. Σε αυτές με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης με την κ. Σωτηρίου να εισηγείται ότι ο Αιτητής ικανοποίησε το πρωταρχικό βάρος που έχει (legal burden of proof), ενώ η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση απέτυχε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και από την άλλη κ. Πατσιάς να εισηγείται ότι οι συμβατικοί όροι για τους οποίους αιτείται ο Αιτητής διατάγματα δεν ενέχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν δύναται να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύντομη αναφορά στο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και στη νομολογία που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις κρίνεται αναγκαία με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της ανάλυσης που θα ακολουθήσει. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε υπό μορφή Γενικής Αίτησης παρόλο ότι στηρίζεται στη Δ.48. Η σχετική νομοθεσία αναφέρει μόνο τη λέξη «αίτηση». Σύμφωνα με όσα λέχθηκαν από τον κ. Χ. Πογιατζή (Π.Ε.Δ.) στην απόφαση Αναφορικά με την Εταιρεία G. PARASKEVAIDES
(1966)LTD, ημερομηνίας 3.03.2015 στην Αίτηση αρ. 473/11 του Ε.Δ. Λευκωσίας: «.πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο». Η αίτηση εγείρεται από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή (στο εξής «ο Αιτητής») κατ' εφαρμογή του Άρθρου 9 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996), ως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά καταγράφονται καθότι ο Ν.93(Ι)/96καταργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 74 του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν.112(Ι)/21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 12.052021, σύμφωνα δε με το Άρθρο 75 του οποίου, η προώθηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας δεν επηρεάζεται. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το πλήρες κείμενο του ως άνω Άρθρου 9 υπό τον τίτλο «Παρεμπόδιση της συνεχιζόμενης χρήσης καταχρηστικών ρητρών»: « 9.-
(1)Ο Διευθυντής έχει καθήκον να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσο οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα που προορίζεται για γενική χρήση είναι καταχρηστική.
(2)Όταν, ύστερα από εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)σχετικά με οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα, ο Διευθυντής θεωρήσει ότι αυτή είναι καταχρηστική, δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να ζητήσει με αίτηση του προς το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση του, χρησιμοποιεί ή εισηγείται τη χρήση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές.
(3)Ο Διευθυντής δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που δόθηκε προς αυτόν από πρόσωπο ή εκ μέρους οποιουδήποτε προσώπου, αναφορικά με τη συνεχιζόμενη χρήση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές.
(4)Σε περίπτωση που ο Διευθυντής ύστερα από εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο
(1), δε θεωρεί σκόπιμο να αποταθεί στο δικαστήριο σε σχέση με οποιοδήποτε παράπονο το οποίο, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Άρθρου, έχει καθήκον να εξετάζει, τότε οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση του αυτή.
(5)[Καταργήθηκε]
(6)Οι αιτήσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(2)και
(5)μπορούν να απευθύνονται κατά πλειόνων πωλητών ή προμηθευτών, χωριστά ή από κοινού, του ίδιου επαγγελματικού τομέα ή κατά των ενώσεων τους που χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των ίδιων ή παρεμφερών συμβατικών ρητρών για γενική χρήση.
(7)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει του εδαφίου
(2)ή
(5)του παρόντος Άρθρου έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει- (α) Την άμεση παύση και/ή τη μη επανάληψη της χρησιμοποίησης της περί ης η αίτηση καταχρηστικής ρήτρας· και/ή (β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η χρησιμοποίηση της περί ης η αίτηση καταχρηστικής ρήτρας· και/ή (γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την εξάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της χρησιμοποίησης της περί ης η αίτηση καταχρηστικής ρήτρας· και/ή (δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο που κρίνεται αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
(8)Το απαγορευτικό ή το προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(7)δύναται να αφορά όχι μόνο τη χρησιμοποίηση μιας συγκεκριμένης συμβατικής ρήτρας που προορίζεται για γενική χρήση, αλλά και τη χρησιμοποίηση οποιασδήποτε παρεμφερούς ρήτρας, ή ρήτρας που έχει τις ίδιες συνέπειες για τον καταναλωτή και χρησιμοποιείται η σκοπείται να χρησιμοποιηθεί από τον καθ' ου η αίτηση.
(9)Ο Διευθυντής, μεριμνά για την παροχή τέτοιων πληροφοριών και συμβουλών, περιλαμβανομένης της αναφοράς σε διατάγματα του δικαστηρίου αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου τις οποίες αυτός θεωρεί χρήσιμες για την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και όλων των προσώπων που ενδεχομένως επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου». Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής προέβη σε εξέταση του παραπόνου που υπέβαλαν οι κ.κ. XXXXX Lewis και XXXXX Lewis από το Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής «οι παραπονούμενοι») στο Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, δυνάμει του Άρθρου 9 του Νόμου, αναφορικά με τους όρους σύμβασης αγοράς ακίνητης περιουσίας που συνήψαν με τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ημερομηνίας 8/4/08 (στο εξής «η σύμβαση») (Τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση γενική αίτηση) και αφού αξιολόγησε τα ευρήματα της έρευνας σε σχέση με το υποβληθέν παράπονο (σχετικά είναι τα Τεκμ. 4 έως 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση γενική αίτηση), επέκτεινε, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, την έρευνά του εξετάζοντας αυτεπάγγελτα όλους τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 8/4/08 και θεώρησε ότι οι όροι 4, 7, 9, 10, 17, 18 και 19 της σύμβασης αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου ως καταχρηστικοί (σχετική είναι η απόφαση του Διευθυντή αρ.2018/10(KP), ημερομηνίας 8/11/18, Τεκμ. 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση γενική αίτηση). Όπως εξηγεί η ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή με παραπομπή στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30/06/2016, στην Προσφυγή αρ.1549/15, μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ανταγωνισμού, και Προστασίας Καταναλωτών κ.ά., το Δικαστήριο εκεί, εξετάζοντας το ερώτημα κατά πόσο δύναται η απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή για την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική απόφαση με άμεση ισχύ, με δεδομένες τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(Ι)/96), προέβη σε εκτενή ανάλυση των προνοιών του Νόμου 93(Ι)/96, ως εναρμονιστικού της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και ανάλυση της ίδιας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και κατέληξε ότι η απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή δεν περιβάλλεται με άμεση νομική ισχύ και συνεπώς, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Η υπό αναφορά απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/06/2016, στην Προσφυγή αρ.1549/15, δεν έχει εφεσιβληθεί, υιοθετήθηκε δε, σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. απόφαση Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 12/10/2018 μεταξύ Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή και Λεωνίδα Κίμωνος ως εκκαθαριστή της εταιρείας G.H. & Sons Ltd κ.α., σελ. 4). O Νόμος που εφαρμόζεται στην παρούσα αίτηση είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, σκοπό δε έχει την προστασία των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις, προστασία η οποία παρέχεται, μεταξύ άλλων, δια των ευρύτατων εξουσιών που δίδονται στο Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή. Από την έκδοσή της η οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες έχει ερμηνευθεί με πολυάριθμες αποφάσεις του Δ.Ε.Ε., ιδίως με προδικαστικές αποφάσεις, μέσω των οποίων το Δικαστήριο ανέπτυξε, πέραν από τα κριτήρια για την ουσιαστική εκτίμηση των συμβατικών ρητρών, τις συνέπειες που προκύπτουν λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα τους και περαιτέρω, τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, στο μέτρο που αυτοί έχουν σημασία για την αποτελεσματική προστασία από τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες. Σύμφωνα δε με τα νομολογηθέντα το σύστημα προστασίας που εγκαθιδρύει η οδηγία εδράζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσο αφορά τόσο στην εξουσία διαπραγματεύσεως, όσο και στο επίπεδο πληροφορήσεως και σημειώνεται ότι το Δ.Ε.Ε. έχει επανειλημμένως χαρακτηρίσει την προστασία στο πλαίσιο της Οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες ως ζήτημα «δημοσίου συμφέροντος» (Υπόθεση C-243/08, Pannon GSM, σκέψη 31· υπόθεση C-168/05, Mostaza Claro, σκέψη 3· υπόθεση C-26/13, Kasler και Kaslerne Rabai, σκέψη 78).[1] Εν προκειμένω, προβλέπεται ατομική και συλλογική προστασία από τις καταχρηστικές ρήτρες: - Η ατομική μορφή προστασίας αντιστοιχεί στις πρόνοιες του Άρθρου 6, παράγραφο 1 της Οδηγίας, που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να «θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δε δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Η ατομική αυτή προστασία συνίσταται κατά βάση στη δυνατότητα επίκλησης του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας στο πλαίσιο μιας δίκης, είτε ως υπεράσπιση, είτε για επιδίωξη ατομικών απαιτήσεων του καταναλωτή. - Το Άρθρο 7 της Οδηγίας θεσπίζει το δικαίωμα συλλογικής προστασίας[2] των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που είτε ήδη χρησιμοποιούνται, είτε που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και ορίζει ότι: «
- Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
- Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών.
- Τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας, οι προσφυγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να ασκούνται, κατά πλειόνων επαγγελματιών, χωριστά ή από κοινού, του αυτού επαγγελματικού τομέα ή κατά των ενώσεών τους που χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των αυτών ή παρόμοιων γενικών συμβατικών ρητρών». Η οδηγία όμως, κατοχυρώνει τον προληπτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα των διαδικασιών που πρέπει να προβλεφθούν νομοθετικώς καθώς και τον αυτόνομο χαρακτήρα τους έναντι πάσης φύσεως συγκεκριμένης ατομικής διαφοράς. Σχετικό είναι το ακόλουθο κατατοπιστικό απόσπασμα, από την υπόθεση Commission of the European Communities v Italy (C-372/99): «Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι στην απόφαση του της 27ης Ιουνίου 2000, C-240/98 έως C-244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (Συλλογή 2000, σ. Ι-4941, σκέψη 27), το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα προστασίας που καθιερώνει η οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι η ανισότητα μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη εξαρτώμενη από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση και μόνον. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Άρθρο 7 της οδηγίας, η παράγραφος 1 του οποίου απαιτεί από τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση καταχρηστικών ρητρών, διευκρινίζει, στην παράγραφο 2, ότι τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν τη δυνατότητα εγκεκριμένων ενώσεων καταναλωτών να προσφεύγουν στα δικαστήρια με αίτημα να εξεταστεί κατά πόσον ρήτρες που έχουν καταρτιστεί για γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και να επιτυγχάνουν, ενδεχομένως, την απαγόρευση τους. Ο προληπτικός χαρακτήρας και ο αποτρεπτικός σκοπός των αγωγών που πρέπει να προβλεφθούν νομοθετικώς, καθώς και ο αυτόνομος χαρακτήρας τους έναντι πάσης φύσεως συγκεκριμένης ατομικής διαφοράς προϋποθέτουν, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο, ότι οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν έστω και αν δεν έχει γίνει χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών, η απαγόρευση των οποίων ζητείται, σε συγκεκριμένες συμβάσεις, αλλά απλώς σύσταση από τους επαγγελματίες ή τις ενώσεις τους για τη χρησιμοποίηση τους. Κατά συνέπεια, το Άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί την πρόβλεψη διαδικασιών που μπορούν να κινηθούν και κατά συμπεριφορών που περιορίζονται στη σύσταση της χρησιμοποιήσεως συμβατικών ρητρών καταχρηστικού χαρακτήρα». Εν προκειμένω, λόγω του προληπτικού χαρακτήρα και του αποτρεπτικού σκοπού των αγωγών παραλείψεως (συλλογικών διαδικασιών), καθώς και της αυτοτέλειάς τους έναντι κάθε είδους ατομικής διαφοράς, οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν ακόμη και αν οι ρήτρες των οποίων ζητείται η απαγόρευση δεν έχουν χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένες συμβάσεις (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 15). Σαν αποτέλεσμα, η συλλογική αγωγή που υποβάλλεται από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, ως κατωτέρω αναλύεται, λειτουργεί προληπτικά, προστατεύοντας όλους τους καταναλωτές που ήδη συμβλήθηκαν ή πρόκειται να συμβληθούν με τον προμηθευτή/πωλητή, αρκεί, δηλαδή, να έχει εκδηλωθεί ο κίνδυνος εκδήλωσης παράνομης συμπεριφοράς, σε αντίθεση με την ατομική αγωγή του εκάστοτε αποδέκτη αγαθών και υπηρεσιών, ο οποίος νομιμοποιείται για την άσκησή της, μόνο εφόσον συμβληθεί με συγκεκριμένο προμηθευτή. Ο εναρμονιστικός Ν.93(I)/96 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ερμηνεύεται υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, σε συμμόρφωση προς το Άρθρο 288, τρίτο εδάφιο της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)[3]. Οι στόχοι, δηλαδή, του εναρμονιστικού νόμου συναρτώνται και ερμηνεύονται σύμφωνα με τους στόχους της Οδηγίας, ως καταγράφονται στο προοίμιο αυτής και στις αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. Σχετική ως προς αυτά είναι η απόφαση του Δ.Ε.Ε. περί της αρχής της σύμφωνης με το σκοπό της επίμαχης Οδηγίας ερμηνείας του εθνικού δικαστή, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, C-212/04, Αδενέλερ, Συλλογή της Νομολογίας 2006 Ι - 6057, καθώς και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2015)3 A.A.Δ.
- Έχω καταγράψει πιο πάνω αυτούσια την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όπου και γίνεται παραπομπή σε πλείστα τόσα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν τα οποία και δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ειδική αναφορά σε αυτά θα γίνει όπου αυτό κριθεί ως αναγκαίο για σκοπούς υποστήριξης της νομικής πτυχής που διέπει τα διάφορα ζητήματα με αναφορά ασφαλώς και στους λόγους ένστασης που προβάλλει η πλευρά της Καθ' ης η αίτησης 2, οι οποίοι θα εξεταστούν υπό το πρίσμα της νομικής πτυχής που τους διέπει και όπου λόγω της συνάφειάς τους επιτρέπεται θα τους εξετάσω από κοινού. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης 1,2,3 και 6, οι οποίοι αφορούν το παράτυπο της αίτησης, ότι είναι καταχρηστική και ότι είναι πρόωρη ενόψει της καταχώρισης της πριν την πάροδο 75 ημερών από της ημερομηνίας που ο Υπουργός Ενέργειας και Βιομηχανίας εξέδωσε απόφαση επί ιεραρχικής προσφυγής, ήτοι την 13.05.2021, εντός των οποίων θα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος η οποία και έχει καταχωριστεί διαδικασία και η οποία ακόμη εκκρεμεί, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διοικητική διαδικασία που ηγέρθη με βάση τον περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο του 2007 (Ν.103(I)/07), εναρμονιστικού της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ είναι ξεχωριστή διοικητική διαδικασία από αυτή που εγείρεται δυνάμει του Ν.93(Ι)/96 και υποβάλλεται ότι η προσφυγή αρ.679/21 που καταχώρισε η Καθ' ης η αίτηση 2 στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπουργού Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 13.05.2021 δια της οποίας επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στην Καθ' ης η αίτηση 2 σύμφωνα με το Ν.103(I)/07 και όχι εναντίον της απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή αρ.2018/10(KP), ημερομηνίας 8.11.2018, δυνάμει της οποίας εγείρεται η παρούσα διαδικασία δια της οποίας κρίθηκε η καταχρηστικότητα ρητρών (Σχετικά είναι τα Τεκμ. 6 μέχρι 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Ο προαναφερθείς Ν.103(I)/07 καθορίζει μηχανισμό και διαδικασίες επιβολής διοικητικών προστίμων από την εντεταλμένη αρχή (Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή), σε περίπτωση παραβάσεων, καθώς και ιεραρχικής προσφυγής εναντίον των αποφάσεων για επιβολή διοικητικού προστίμου. Σκοπός της νομοθεσίας είναι η ρύθμιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων και η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών από τις εν λόγω πρακτικές, που επηρεάζουν ή δυνατόν να επηρεάζουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Αυτές οι πρακτικές μπορεί να είναι πράξεις ή παραλείψεις από τις επιχειρήσεις, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την προώθηση των πωλήσεων προϊόντων προς τους καταναλωτές. Ο Νόμος προνοεί την απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, που ασκούν οι επιχειρήσεις στους καταναλωτές, κυρίως μέσω της διαφήμισης και της επικοινωνίας της επιχείρησης με τον καταναλωτή, οι οποίες πλήττουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι σε κάθε περίπτωση, οι διοικητικές διαδικασίες διαφοροποιούνται από την παρούσα δικαστική διαδικασία. Σημειώνεται, δε, ότι η παρούσα διαδικασία εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση και συνεπάγεται την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και δεν περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον της διοίκησης από τον επηρεαζόμενο πολίτη. Επομένως οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και απορρίπτονται όπως ασφαλώς και ο ισχυρισμός περί κατάχρησης διαδικασιών. Είναι δε σημαντικό να επεξηγηθούν οι έννοιες του «Καταναλωτή» και του «Προμηθευτή» που άπτονται των Λόγων Ένστασης 4 και
- Ο Ν.93(Ι)/96εφαρμόζεται σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης [Άρθρο 3
(1)]. Ο ορισμός των όρων «καταναλωτής», «προμηθευτής» και «πωλητής» αποδίδεται στο Άρθρο 2, ως εξής: - «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του· - «προμηθευτής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του· - «πωλητής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του. Από τον ορισμό του όρου «καταναλωτής» προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχείο για την ιδιότητα του παραπονούμενου προσώπου ως καταναλωτή είναι η κατάρτιση της σύμβασης για σκοπούς που δεν σχετίζονται με την άσκηση του επαγγέλματος ή της επιχείρησής του (βλ. και European Commission, Staff Working Document Guidance on the Implementation/Application of Directive 2005/29/EC on Unfair Commercial Practices, SWD
(2016)163 final, Brussels 25/5/2016, αριθμός 5.4.2.[4]). Είναι, επομένως, αδιάφορο το επίπεδο γνώσεων του συγκεκριμένου προσώπου, όπως, επίσης, και ο σκοπός της σύμβασης, εφόσον ο σκοπός αυτός δεν εντάσσεται στο πλαίσιο επαγγελματικής του δραστηριότητας (αντικειμενική έννοια), η οποία συνίσταται στη συστηματική διενέργεια παρόμοιων πράξεων με σκοπό το βιοπορισμό (βλ. Δ.Ε.Ε. απόφαση 3/9/2015, υποθ. C-110/14, Costea «κρίσιμος ο επιδιωκόμενος σκοπός, αδιάφορες οι γνώσεις του καταναλωτή»).[5] Σχετικές είναι οι Κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία και την εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019, σελ.8-11 και στην εκεί αναφερόμενη νομολογία: «. Οι έννοιες του «επαγγελματία» και του «καταναλωτή» είναι λειτουργικές έννοιες που βασίζονται στον ρόλο των συμβαλλομένων μερών όσον αφορά την επίμαχη σύμβαση. Παράλληλα, η έννοια του «καταναλωτή» είναι αντικειμενική και αντικατοπτρίζει την κατά κανόνα ασθενέστερη θέση του αντισυμβαλλόμενου του επαγγελματία, γεγονός που σημαίνει ότι η ανώτερη γνώση και εμπειρία ενός συγκεκριμένου καταναλωτή δεν επαρκούν για να μη θεωρηθεί το εν λόγω πρόσωπο «καταναλωτής» για τους σκοπούς της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες[6].». Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο είναι καταναλωτής είναι σημαντικό, επίσης, να εξεταστεί η ισορροπία ισχύος μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Συνήθεις παράγοντες είναι η ασυμμετρία πληροφόρησης, γνώσεων και τεχνογνωσίας ή διαπραγματευτικής ισχύος. Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν σε σχέση με την ιδιότητα του «καταναλωτή» στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. ημερ. 10/12/2020, στην υπόθεση C-774/19, A. B. and B. B. v. Personal Exchange International Limited, στην οποία κρίθηκε η υπαγωγή παίχτη πόκερ στην έννοια του καταναλωτή[7] και τονίστηκε ότι κατά πόσο ένα πρόσωπο φέρει την ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά και μόνο βάσει της θέσης του σε μια δεδομένη σύμβαση, υπό το πρίσμα της φύσεως και του σκοπού της συμβάσεως αυτής. Για τούτο είναι δυνατόν ένα πρόσωπο να ενεργεί ως «καταναλωτής» σε μία σύμβαση και ως «προμηθευτής» σε μια άλλη (ΔΕΕ απόφαση 3/9/2015, υποθ. C-110/14, Costea, EU:C:2015:538, σκέψεις 20-21, σχετικές είναι επίσης οι Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Villalon της 23/4/2015 στην ίδια υπόθεση, σκέψεις 28-33). Τονίζεται ότι η τυχόν λήψη ανεξάρτητης συμβουλής ή νομικής συμβουλής κατά τη σύναψη της σύμβασης δεν αποκλείει την εφαρμογή του Νόμου, δεικνύει, δε, ότι οι παραπονούμενοι στερούνταν γνώσεων και διαπραγματευτικής ισχύος έναντι του επαγγελματία και ότι συντρέχει το στοιχείο του γνωσιολογικού ελλείμματος που χαρακτηρίζει, συνήθως, τον ασθενέστερο συμβαλλόμενο[8]. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι η εκπροσώπηση καταναλωτή από δικηγόρο συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του Νόμου και/ή αποκλείει την προστασία καταναλωτή που βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία. Τα πιο πάνω σε σχέση με το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι εκπροσωπούνταν κατά τη σύναψη της σύμβασης από δικηγόρο που είχε από αυτούς πληρεξούσιο έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση, από την αρνητική διατύπωση του ορισμού του «καταναλωτή» που περιέχουν ο Νόμος και η Οδηγία, δηλαδή «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησής του», προκύπτει ότι πράξη που διενεργεί φυσικό πρόσωπο θεωρείται ότι δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εκτός εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις περί του αντιθέτου (βλ. και ερμηνεία «καταναλωτή» από το γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο (BGH) στην απόφαση της 30/9/2009, με στοιχεία VII ZR 7/09, που καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα). Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ως συμπέρασμα ότι οι παραπονούμενοι ενεργούσαν εκτός των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και συνεπώς, εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «καταναλωτής», ως αυτός αποδίδεται στο Νόμο. Προς τούτο σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση γενική αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι οι παραπονούμενοι αγόρασαν από την Καθ' ης η αίτηση ακίνητο, ενεργώντας εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και επομένως, εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «καταναλωτής», γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση 2 δια της καταχωρισθείσας ένστασης. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρεται ότι, ο Διευθυντής της ΥΠΚ εξετάζει την υπόθεση με σκοπό την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών εν γένει και όχι για να εξετάσει την ατομική διαφορά και ως εκ τούτου, θεμελιώνεται η αρμοδιότητα του Διευθυντή να εξετάζει τους όρους συμβάσεων, εφόσον οι όροι αυτοί δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε εμπόρους ή επαγγελματίες. Ως προς την έννοια του πωλητή ως ορίζεται στο Άρθρο 1 παράγραφος 1 της Οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες (93/13/ΕΟΚ), η εν λόγω Οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή και συνοπτικά, ο χαρακτηρισμός ενός προσώπου ως επαγγελματία πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπό εξέταση σύμβαση, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα και των στόχων της εν λόγω σύμβασης, καθώς και του γεγονότος ότι στόχος της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες είναι η προστασία των καταναλωτών ως του κατά κανόνα ασθενέστερου συμβαλλόμενου μέρους.[9] Το Δ.Ε.Ε έχει διευκρινίσει ότι, για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο «επαγγελματίας», δεν είναι αναγκαίο η σύμβαση να αντικατοπτρίζει την κύρια δραστηριότητά του, άρα μπορεί να αφορά συμπληρωματική ή παρεπόμενη δραστηριότητα.[10] Συνεπώς, για παράδειγμα, μπορεί να καλύπτεται ένα δάνειο που χορηγείται από μια εταιρεία στους υπαλλήλους της[11] ή ένα δάνειο που χορηγείται από εκπαιδευτικό ίδρυμα σε φοιτητή.[12] Στην υπό κρίση υπόθεση, η Καθ' ης η αίτηση 1 ανέλαβε δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 24.02.2006 (Τεκμ. 3), την αξιοποίηση των κτημάτων της Καθ' ης η αίτηση 2 με την ανέγερση κατοικιών και ως αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή, παραχώρησε στην Καθ' ης η αίτηση 2 διαμερίσματα, κατοικίες και καταστήματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 17 του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 24.02.2006, η Καθ' ης η αίτηση 1 είχε τη δυνατότητα να υπογράφει Πωλητήρια Έγγραφα για την πώληση οποιουδήποτε διαμερίσματος, κατοικίας ή καταστήματος επί των κτημάτων που ανέλαβε να ανεγείρει, εκτός από τις οικοδομές της αντιπαροχής. Επιπρόσθετα δυνάμει της Έγγραφης Συμφωνίας για Διανομή Συνιδιόκτητου Ακινήτου ημερομηνίας 30.10.2006 (Τεκμ. 4 στην ένσταση), καθ' όλο το χρόνο που το ακίνητο θα παρέμενε τυπικά συνιδιόκτητο, ο κάθε συμβαλλόμενος συμφωνήθηκε να κατέχει και χρησιμοποιεί το μέρος του τεμαχίου που λάμβανε δυνάμει της συμφωνίας διαχωρισμού, υποχρεούτο, όμως, να υπογράφει ανέκκλητα οποιονδήποτε αναγκαίο έγγραφο, αίτηση, έντυπο ή δήλωση, έτσι ώστε ο κάθε συμβαλλόμενος να αξιοποιεί το μέρος που έλαβε δυνάμει της συμφωνίας διαχωρισμού (όροι 4 και 5 της συμφωνίας διαχωρισμού). Στη βάση των πιο πάνω, λοιπόν, η Καθ' ης η αίτηση 2 εμπίπτει στον ορισμό του όρου «πωλητής/προμηθευτής» σύμφωνα με το Ν.93(Ι)/96, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθότι ασκούσε παρεπόμενη δραστηριότητα κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας και τονίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 έχει συμβληθεί και δεσμεύεται από τη συμφωνία, ως πωλήτρια. Προς τούτο σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση C-590/17, Pouvin Dij, σκέψη 41, «Όπως ακριβώς η έννοια του «καταναλωτή» του Άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13, έτσι και η έννοια του «επαγγελματία» του Άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τη δραστηριότητα την οποία ο επαγγελματίας αποφασίζει να αντιμετωπίσει ως κύρια ή δευτερεύουσα και παρεπόμενη δραστηριότητά του». Περαιτέρω, στη σκέψη 42, αναφέρεται ότι: «Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη ή η απουσία ενδεχόμενου άμεσου εισοδήματος για τον εργοδότη βάσει της σύμβασης αυτής δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό του εν λόγω εργοδότη ως «επαγγελματία», κατά την έννοια του Άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13. Αφετέρου, η ευρεία ερμηνεία της έννοιας «επαγγελματίας», κατά την εν λόγω διάταξη, εξυπηρετεί την υλοποίηση του σκοπού της οδηγίας αυτής ο οποίος συνίσταται στην προστασία του καταναλωτή ως ασθενούς μέρους της σύμβασης που έχει συναφθεί με επαγγελματία και στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων (πρβλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Sziber, C-483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 32)». Εφαρμόζεται, επομένως, το λειτουργικό κριτήριο και αυτό που εξετάζεται είναι η ισορροπία μεταξύ των μερών που συνάπτουν τη σύμβαση και η αποκατάστασή της σε περίπτωση δημιουργίας ανισορροπίας. Θα εξετάσω στη συνέχεια τις Συμβατικές Ρήτρες που κατά την άποψη του Αιτητή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης: Σύμφωνα με το Άρθρο 3, ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Πιο συγκεκριμένα στα εδάφια
(3)
(4)
(5)του Άρθρου 3 του Νόμου[13], ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση δεν αποκλείει την εφαρμογή του Νόμου στο υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση[14]. Τέλος, εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει, φέρει δηλαδή το βάρος απόδειξης σύμφωνα με το Νόμο. Συνήθως, αλλά όχι αποκλειστικά, καλύπτονται οι τυποποιημένες ρήτρες[15], οι ρήτρες συμβάσεων προσχώρησης[16] και οι ρήτρες που έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων[17]. Καθοριστικό κριτήριο είναι ότι συντάσσονται με σκοπό τη γενικευμένη χρήση (απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2015, Ši ba ,C-537/13,EU: C : 2015: 14, σκέψη 31). Ενδείξεις για την έλλειψη ατομικής διαπραγμάτευσης αποτελούν η χρήση όμοιων ή ουσιωδώς ίδιων όρων σε διαφορετικές συμβάσεις του ίδιου προμηθευτή/πωλητή με διαφορετικούς καταναλωτές ή σε συμβάσεις που καταρτίστηκαν με σημαντική χρονική διαφορά μεταξύ τους, η χρήση κωδικών στο υποσέλιδο των εγγράφων που υποδηλώνουν συγκεκριμένο πρότυπο (template) σύμβασης, αλλά και η συναλλακτική πρακτική, δηλαδή αν συνηθίζεται σε συναλλαγές συγκεκριμένου είδους να υπάρχει ατομική διαπραγμάτευση των συμβατικών όρων. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η υπογραφή του καταναλωτή στο τέλος της σύμβασης ή για την επιβεβαίωση επιμέρους ρητρών δεν δείχνει βεβαίως ότι οι συμβατικές ρήτρες αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης[18]. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020 [αίτηση του Juzgado de Primera Instancia e Instrucción no 3 de Teruel (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — XZ κατά Ibercaja Banco, SA (Υπόθεση C-452/18), σκέψη 38: «Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι η XZ, πριν από την υπογραφή της συμβάσεως ανανεώσεως οφειλής, σημείωσε ιδιοχείρως ότι είχε κατανοήσει τον μηχανισμό της ρήτρας «κατώτατου επιτοκίου» δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ρήτρα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και ότι ο καταναλωτής μπόρεσε πράγματι να επηρεάσει το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας». Σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το "Report from the Commission on the implementation of Council Directive 93/13/EEC OF 5 APRIL 1993 ON UNFAIR TERMS IN CONSUMER CONTRACTS[19], σύμφωνα με το οποίο (σε ελληνική μετάφραση): «Εξάλλου, είναι ψευδαίσθηση να πιστεύει κανείς ότι οι συμβάσεις μαζικής κατανάλωσης μπορούν πραγματικά να περιέχουν ρήτρες για τις οποίες έχουν προηγηθεί μεμονωμένα διαπραγματεύσεις, άλλες από αυτές που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος (χρώμα, μοντέλο, κ.λπ.), την τιμή ή την ημερομηνία παράδοσης του αγαθού ή της παροχής υπηρεσίας, ρήτρες οι οποίες σπάνια δημιουργούν προβλήματα σχετικά με τον ενδεχομένως καταχρηστικό τους χαρακτήρα. Αντίθετα, η ύπαρξη της εξαίρεσης στο κείμενο της οδηγίας δεν συμβάλλει στη σαφήνεια του κειμένου και οδηγεί σε παρερμηνείες που θα μπορούσαν να έχουν ως συνέπεια στην παρεξήγηση της έκφρασης «διαπραγματεύομαι» με την έκφραση «αποδέχομαι ρητά». Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που πίπτει στους ώμους της ότι η επίδικη σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επομένως οι διατάξεις του Ν.93(Ι)/96 εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Άρθρου 3 του Ν.93(I)/96) (βλ. παράγραφο 2 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ) η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό[20]. Η ιδιαιτερότητα των εν λόγω συμβατικών όρων έγκειται στο ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα τους αποκλείεται ή περιορίζεται εάν συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο ή με άλλα λόγια πληρούν τις απαιτήσεις διαφάνειας. Το Δ.Ε.Ε. έκρινε ότι οι συμβατικές ρήτρες που εμπίπτουν στην έννοια του κύριου αντικειμένου της σύμβασης είναι εκείνες με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης και οι οποίες, ως τέτοιες χαρακτηρίζουν τη σύμβαση[21]. Αντιθέτως, οι ρήτρες που έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα δεν εμπίπτουν στην έννοια του «κυρίου αντικειμένου της συμβάσεως»[22]. Περαιτέρω, το Δ.Ε.Ε. απεφάνθη[23] πως εναπόκειται στην κρίση του εθνικού Δικαστή να αξιολογήσει εάν η επίδικη ρήτρα εξαιρείται του ελέγχου ως αφορώσα το κύριο αντικείμενο της σύμβασης με κριτήρια την ανάγκη προστασίας του καταναλωτή ως του ασθενέστερου μέρους μιας σύμβασης και τη διαπίστωση πως η παράγραφος 2 του Άρθρου 4 της Οδηγίας θεσπίζει ένα περιορισμό αναφορικά με την έκταση του ελέγχου περί καταχρηστικότητας. Οι επίδικες ρήτρες επομένως κρίνω ότι δεν εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου καθότι δεν αφορούν στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης και ούτε προωθείται ή υποστηρίζεται ένας τέτοιος ισχυρισμός από την Καθ' ης η αίτηση 2. Ως προς το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου αξιολόγησης της καταχρηστικότητας των όρων δεν μπορεί να είναι άλλος παρά ο χρόνος σύναψης της επίδικης σύμβασης. Αυτό εξάλλου προβλέπεται ρητά στο Άρθρο 5
(2)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης και των περιστάσεων που την περιβάλλουν. Σε σχέση με την πιο πάνω πρόνοια[24] παραθέτω τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Δ.Ε.Ε., ημερ. 20/9/2017, στην υπόθεση C-186/16, μεταξύ Andriciuc and others v. Banca Romaneasca SA[25]: «.the unfairness of a contractual term is to be assessed by reference to the time of conclusion of the contract at issue, taking account of all the circumstances which could have been known to the seller or supplier at that time, and which were of such a nature that they could affect the future performance of the contract, since a contractual term may give rise to an imbalance between the parties which only manifests itself during the performance of the contract». Τούτο διότι όταν ένα εθνικό δικαστήριο κρίνει στο πλαίσιο της ατομικής διαφοράς ή συλλογικής προσφυγής ότι μια συγκεκριμένη ρήτρα είναι καταχρηστική, η εν λόγω διαπίστωση ή αναγνώριση ισχύει ex tunc. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παράγει αποτελέσματα από τη σύναψη της σύμβασης ή από τη στιγμή της εισαγωγής της σχετικής ρήτρας στη σύμβαση και όχι ex nunc από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.[26] Επιπλέον το κατά πόσο συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος των παραπονούμενων ή έχουν εκχωρηθεί τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές, δεν ασκεί έννομη επιρροή κατά τον έλεγχο των όρων αυτών από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή (ΥΠΚ) (πρβλ. Competition and Markets Authority UK, Unfair Contract Terms Guidance, 2015, παρ. 2.19, όπου διευκρινίζεται ότι η εκτίμηση περί καταχρηστικότητας των όρων αφορά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών και εστιάζει σε δυνητικά και όχι σε πραγματικά αποτελέσματα). Εξάλλου, το Άρθρο 9
(2)του Νόμου αναφέρεται σε χρησιμοποίηση ή απλώς εισήγηση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. To ΔΕΚ στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (ΔΕΚ, 24/1/2002, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, C-372/1999, Συλλογή 2002), όπου η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 226 ΕΚ, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της από το Άρθρο 7
(3)της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ αναφορικά με την εμβέλεια ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών μέσω συλλογικής αγωγής, υποστήριξε πως ο προληπτικός χαρακτήρας και ο αποτρεπτικός σκοπός των συλλογικών αγωγών που προβλέπονται βάσει του Άρθρου 7 της Οδηγίας, καθώς και ο αυτόνομος χαρακτήρας τους έναντι πάσης φύσεως ατομικής διαφοράς, προϋποθέτουν ότι οι αγωγές αυτές θα πρέπει να μπορούν να ασκηθούν, έστω και αν δεν έχει γίνει χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών σε συγκεκριμένες συμβάσεις αλλά απλώς σύσταση για τη χρησιμοποίησή τους. Επομένως, στην περίπτωση της συλλογικής αγωγής σχετικά με καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις με καταναλωτές, αντικείμενο της αποτελεί η διαπίστωση της αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή, η απαγόρευσή της και η ρύθμιση της κατάστασης κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην έρχεται σε σύγκρουση με το γενικότερο καταναλωτικό συμφέρον. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι ο υπό εξέταση όρος έπαψε να προορίζεται για γενικευμένη χρήση και/ή έπαψε να χρησιμοποιείται και να αποτελεί όρο των συμβάσεων που συνάπτονται με την Καθ' ης η αίτηση ή αυτές έχουν εκτελεστεί, δεν συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του Νόμου, ούτε καθιστά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης μάταιη, αυτά δε σε απάντηση των ισχυρισμών που προβάλλονται από την Καθ' ης η αίτηση. Τούτο διότι, ως πιο πάνω αναφέρεται, το Άρθρο 7 της Οδηγίας θεσπίζει το δικαίωμα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις και ζητείται η άμεση παύση και/ή μη επανάληψη χρήσης καταχρηστικών ρητρών που είτε ήδη χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται, είτε που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν. Επισημαίνεται, τέλος, ότι έλεγχος που πραγματοποιεί ο Διευθυντής ΥΠΚ δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο παράπονο καταναλωτή, αλλά αφορά την παροχή γενικής προστασίας στο καταναλωτικό κοινό, πάντοτε στο πλαίσιο που ορίζει ο Νόμος. Ως εκ τούτου, η έκταση του ελέγχου που πραγματοποιεί ο Διευθυντής ΥΠΚ δεν αφορά αποκλειστικά τους ισχυρισμούς όπως διατυπώνονται στα υπό εξέταση παράπονα, αλλά δύναται αυτεπαγγέλτως να επεκταθεί στην εξέταση οποιασδήποτε ρήτρας της σύμβασης που έχει υπογράψει ο παραπονούμενος και/ή σε οποιαδήποτε σύμβαση του πωλητή ή προμηθευτή η οποία απευθύνεται σε καταναλωτές. Κατά συνέπεια, ο Διευθυντής ΥΠΚ εξετάζει την ενώπιον του υπόθεση υπό το πρίσμα της συλλογικής προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, ενώ σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά το δικαστή της ατομικής διαφοράς. Συνεπώς, ο Διευθυντής με αφορμή τα παράπονα τα οποία λαμβάνει με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας, λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης, οι οποίες, ωστόσο, είναι γενικεύσιμες και δεν λαμβάνει υπόψη τις λεπτομέρειες των ατομικών περιστάσεων, εφόσον δεν είναι γενικεύσιμες και άρα χρήσιμες για τη συλλογική προστασία των καταναλωτών. Εξετάζοντας τώρα τους Λόγους Ένστασης 7 και 8 θα πρέπει να αναλυθεί η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Ν.93(I)/96, ως ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας: «5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος Άρθρου, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα- (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσιες, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα του παρόντος Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές». Συνεπώς, η έννοια της καλής πίστης είναι αντικειμενική και συνδέεται με το ζήτημα του κατά πόσο η υπό εξέταση συμβατική ρήτρα με βάση το περιεχόμενο της είναι συμβατή με έντιμες και δίκαιες πρακτικές οι οποίες λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα του καταναλωτή και συνδέεται στενά με την ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Ειδικότερα: Ο όρος 4 της σύμβασης προβλέπει ότι οι αγοραστές αναλαμβάνουν να αποπληρώσουν το σύνολο του τιμήματος σε δόσεις, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, μέχρι και την ολοκλήρωση και παράδοση του ακινήτου, ενώ δε διευκρινίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο οι πωλητές οφείλουν να διεκπεραιώσουν κάθε οικοδομική εργασία. Περαιτέρω, ο όρος 4 προβλέπει την υποχρέωση των αγοραστών για πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους όσον αφορά στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής προς τους πωλητές, προτού αυτοί εκπληρώσουν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις, δηλαδή τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματί τους. Ο ίδιος όρος προνοεί, περαιτέρω, επιβάρυνση με ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας 8% επί του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των καθορισθεισών δόσεων, παρέχοντας στους πωλητές το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης και διεκδίκησης αποζημιώσεων. Ο εν λόγω όρος επιβάλλει στους αγοραστές δυσανάλογη ψηλή αποζημίωση, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών τους, χωρίς να προβλέπεται αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης στους αγοραστές, σε περίπτωση καθυστέρησης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πωλητών. Επομένως, ο πιο πάνω όρος θεωρήθηκε καταχρηστικός και αδιαφανής κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και των παραγράφων 1(ε) και 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου. Προκύπτει ότι στους αγοραστές/καταναλωτές αφέθηκε απλώς και μόνο η ελευθερία να προχωρήσουν ή όχι στη σύναψη της σύμβασης και περαιτέρω, ότι οι πωλητές ήταν σε θέση να επιβάλουν στους ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, αγοραστές/καταναλωτές, όρους που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά τους.[27] Οι πιο πάνω όροι κρίνω ότι είναι καταχρηστικές ρήτρες με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 5, παράγραφος 1 του Νόμου, ως πιο πάνω παρατίθεται, ένεκα του ότι δημιουργούν σε βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των δύο μερών της σύμβασης, αφού οι πωλητές υποχρεώνουν τους καταναλωτές στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού της οφειλής πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματί τους. Ειδικότερα, οι πιο πάνω όροι δημιουργούν σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα, παρά την απαίτηση καλής πίστης[28] σε σχέση με τη διαπραγματευτική δύναμη των συμβαλλομένων (σχετικές είναι οι πρόνοιες της παραγράφου 1, του Άρθρου 5 τηρουμένων των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου Άρθρου) αλλά και ως προς ποιες έννομες συνέπειες δυνατόν να επέλθουν εις βάρος του καταναλωτή (such wide and unexpected liabilities without the clearest possible explanation of the scope of what the consumer was letting himself in for[29]). Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Turner & Co (GB) Ltd v. Abi [2010] EWHC 2078 (QB); [2011] 1 C.M.L.R. 17: «As Lord Bingham explained in Director General of Fair Trading v First National Bank Plc [2001] UKHL 52; [2002] E.C.C. 22 at [17]: "The requirement of significant imbalance is met if a term is so weighted in favour of the supplier as to tilt the parties' rights and obligations under the contract significantly in his favour. This may be by the granting to the supplier of a beneficial option or discretion or power, or by the imposing on the consumer of a disadvantageous burden or risk or duty. The illustrative terms set out in Schedule 3 to the regulations provide very good examples of terms which may be regarded as unfair; whether a given term is or is not to be so regarded depends on whether it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations under the contract. This involves looking at the contract as a whole. The requirement of good faith in this context is one of fair and open dealing. Openness requires that the terms should be expressed fully, clearly and legibly, containing no concealed pitfalls or traps. Appropriate prominence should be given to terms which might operate disadvantageously to the customer. Fair dealing requires that a supplier should not, whether deliberately or unconsciously, take advantage of the consumer's necessity, indigence, lack of experience, and unfamiliarity with the subject matter of the contract, weak bargaining position or any other factor listed in or analogous to those listed in Schedule 2 of the Regulations. Good faith in this context is not an artificial or technical concept; nor, since Lord Mansfield was its champion, is it a concept wholly unfamiliar to British lawyers. It looks to good standards of commercial morality and practice». Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ αναφέρεται πως το βασικό αντικείμενο της σύμβασης και η σχέση τιμής μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα άλλων ρητρών[30]. Στον όρο 7, παράγραφο 1, παρέχεται στους πωλητές το δικαίωμα να καθυστερήσουν την παράδοση κατοχής του πωληθέντος ακινήτου μέχρι και εξήντα
(60)ημέρες από την αρχική ημερομηνία παράδοσης. Με αυτόν τον τρόπο, επιτρέπεται στους πωλητές να τροποποιούν μονομερώς τον όρο της σύμβασης, χωρίς σοβαρό λόγο, ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση και υποχρεώνει τον καταναλωτή να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του, χωρίς οι πωλητές να εκπληρώσουν τις δικές τους. Ως εκ τούτου, οι όροι αυτοί θεωρούνται καταχρηστικοί και αδιαφανείς κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και των παραγράφων 1(ι) και 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου. Οι όροι 10 και 17 αναφέρονται στη μεταβίβαση και έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας, χωρίς, εντούτοις, να προσδιορίζεται η χρονική περίοδος μεταβίβασης και/ή εγγραφής του ακινήτου από τους πωλητές για σκοπούς έκδοσης τίτλων του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών. Περαιτέρω, ο όρος 10 προβλέπει ότι οι αγοραστές βαρύνονται με τα έξοδα μεταβίβασης του ακινήτου, χωρίς, ωστόσο, να καθορίζεται το συγκεκριμένο ποσό ή έστω να προσδιορίζονται τα κριτήρια υπολογισμού των εν λόγω εξόδων. Επομένως, ο όρος αυτός έχει ως συνέπεια να αποδέχονται και να αναλαμβάνουν οι αγοραστές δεσμεύσεις, εν αγνοία τους και χωρίς οιανδήποτε εκ των προτέρων ενημέρωση, ενώ δημιουργεί αιφνιδιαστική κατάσταση σε βάρος τους, περιορίζοντας τα δικαιώματά τους και διαταράσσοντας τη συμβατική ισορροπία σε βάρος τους. Περαιτέρω, ο όρος 17 ορίζει ότι οι πωλητές θα μεταβιβάσουν το ακίνητο ελεύθερο από εμπράγματα βάρη επ' ονόματι των αγοραστών, δημιουργώντας έτσι στους αγοραστές την εντύπωση ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης το ακίνητο είναι ελεύθερο βαρών. Πρόκειται, δηλαδή, για αδιαφανείς και αντιφατικές ρήτρες, που επιφέρουν αιφνιδιασμό των καταναλωτών, διαταράσσοντας τη συμβατική ισορροπία ενάντια στις απαιτήσεις της καλής πίστης. Ως εκ τούτου, οι όροι αυτοί θεωρούνται καταχρηστικοί και αδιαφανείς κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)και του Άρθρου 7 του Νόμου και της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. Η σημαντική ανισορροπία στην παρούσα περίπτωση προκύπτει περαιτέρω στη βάση της νομικής κατάστασης στην οποία περιάγει η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία τον καταναλωτή[31], ο οποίος δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον πωλητή σε έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και/ή μεταβίβαση του ακινήτου (να πετύχει δηλαδή την παύση ισχύος των καταχρηστικών ρητρών), χωρίς την τήρηση ουσιωδών νομοθετικών προϋποθέσεων ώστε να ανατραπεί η σημαντική ανισορροπία. Σχετικοί με το υπό εξέταση θέμα είναι ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος (Ν.9/1956)και ο Νόμος περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Κεφ. 232, ως ίσχυαν κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση του ΔΕΕ με αριθμό C‑415/11[32]: «Το Άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας[33] πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι: - η έννοια της «σημαντικής ανισορροπίας», σε βάρος του καταναλωτή πρέπει να εκτιμάται διά της αναλύσεως των εθνικών κανόνων που ισχύουν ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, προκειμένου να εκτιμηθεί αν, και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό, η σύμβαση περιάγει τον καταναλωτή σε έννομη κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με εκείνη που προβλέπει η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία. Ομοίως, είναι χρήσιμο προς τούτο να εξεταστεί η νομική κατάσταση του εν λόγω καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη των μέσων που διαθέτει, σύμφωνα με την εθνική κανονιστική ρύθμιση, για την παύση της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών· - για να εξακριβωθεί αν η εν λόγω ανισορροπία δημιουργείται «παρά την απαίτηση καλής πίστης», πρέπει να εξεταστεί αν ο επαγγελματίας, έχοντας συμβληθεί νομίμως και θεμιτώς με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί την οικεία ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγματεύσεως.» Η έλλειψη προστασίας του αγοραστή/καταναλωτή ως ανωτέρω αναφέρεται, καλύφθηκε από το νομοθέτη δια της τροποποίησης των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, (με το Νόμο, αρ.139(Ι)/2015), και ειδικότερα με την προβλεπόμενη δυνατότητα κατάθεσης αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή για μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, ελεύθερου από κάθε εμπράγματο βάρος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ο ίδιος Νόμος θέτει.[34] Σε κάθε περίπτωση, η τροποποίηση επήλθε μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης και επομένως δεν είναι δυνατόν να ανατρέψει την ανισορροπία, αφού υποχρεώνει τον καταναλωτή να λάβει δικαστικά μέτρα. Με αυτό τον τρόπο μετατίθεται το βάρος εξ' ολοκλήρου στους ώμους του καταναλωτή και λαμβάνει τη μορφή περιορισμού των δικαιωμάτων του υπό τη μορφή πρόσθετης υποχρέωσης την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία (βλ. Katalin Sebestyén v Zsolt Csaba Kovári. Case C-342/13). Με τους όρους 18 και 19, οι αγοραστές δεσμεύονται από τους κανονισμούς, οι οποίοι διέπουν τη χρήση των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίοι λογίζονται ως αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης. Από πλευράς διαφάνειας, οι εν λόγω Κανονισμοί δεσμεύουν τους αγοραστές με συγκεκριμένες υποχρεώσεις συμπεριφοράς, καθώς και με μέρος επί των κοινοχρήστων εξόδων, υποχρεώσεις οι οποίες ουδόλως προσδιορίζονται, έστω και ενδεικτικά. Οι εν λόγω όροι συνάγουν την εκ μέρους των αγοραστών αμετάκλητη αποδοχή ρητρών, τις οποίες δεν είχαν καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζουν πριν τη σύναψη της σύμβασης, κατά παράβαση της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. Το ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει ευρέως την απαίτηση του Άρθρου 4 παράγραφος 2 και του Άρθρου 5 της Οδηγίας (βλ. Άρθρο 7 του Νόμου), σύμφωνα με την οποία οι συμβατικές ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό. Εν προκειμένω, το ΔΕΕ έχει επίσης λάβει υπόψη ότι, σύμφωνα με το σημείο 1 στοιχείο ε) του παραρτήματος της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες, το γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν είχαν πραγματική δυνατότητα να λάβουν γνώση μιας συμβατικής ρήτρας αποτελεί ένδειξη του καταχρηστικού χαρακτήρα της. Δηλαδή εξετάζεται εάν ο καταναλωτής είχε πραγματική δυνατότητα να λάβει γνώση της συμβατικής ρήτρας πριν συνάψει τη σύμβαση· σε αυτό περιλαμβάνεται το ερώτημα του εάν ο καταναλωτής είχε πρόσβαση στη/στις συμβατική/-ές ρήτρα/-ες και του εάν του δόθηκε η δυνατότητα να τη/τις διαβάσει· εάν η συμβατική ρήτρα παραπέμπει σε παράρτημα ή σε άλλο έγγραφο, ο καταναλωτής πρέπει να έχει πρόσβαση και στα εν λόγω έγγραφα. Εν προκειμένω, η διαφάνεια δεν περιορίζεται στον κατανοητό χαρακτήρα από τυπικής και γραμματικής απόψεως και υπαινίσσεται ότι ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες μιας συμβατικής ρήτρας ή μιας σύμβασης[35]. Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός θεωρήθηκε καταχρηστικός και αδιαφανής κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)του Νόμου και της παραγράφου 1(θ) του Παραρτήματος του Νόμου. Θα πρέπει να επισημανθεί ξανά ότι η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας αναφέρεται στη διαπραγματευτική ισχύ των μερών και εξηγεί ότι η απαίτηση «καλής πίστης» συνδέεται με το ερώτημα εάν επαγγελματίας συναλλάσσεται με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον καταναλωτή και λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντά του. Εν προκειμένω, το Δ.Ε.Ε.[36] έκρινε ιδιαιτέρως σημαντικό να εξεταστεί εάν ο επαγγελματίας μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχόταν μια τέτοια ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης. Ως πιο πάνω αναφέρεται, η ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εις βάρος του καταναλωτή είναι σημαντική εάν υπάρχει «αρκούντως σοβαρή επιδείνωση της νομικής καταστάσεως στην οποία περιάγουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις τον καταναλωτή, ως συμβαλλόμενο στην επίμαχη σύμβαση, είτε αυτή λαμβάνει τη μορφή περιορισμού του περιεχομένου των δικαιωμάτων που αντλεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές από τη σύμβαση, είτε τη μορφή εμποδίου στην άσκησή τους, είτε ακόμη τη μορφή επιβαρύνσεώς του με πρόσθετη υποχρέωση, την οποία δεν προβλέπουν οι εθνικοί κανόνες»[37]. Τώρα ως προς τις δυνατές θεραπείες το Δ.Ε.Ε. έχει παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να κάνουν τα εθνικά δικαστήρια σε περίπτωση διαπίστωσης καταχρηστικότητας κάποιων συμβατικών όρων. Η βασική υποχρέωση των Δικαστηρίων είναι να καθιστούν τη ρήτρα ανεφάρμοστη κατά το Άρθρο 6
(1)της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (Άρθρο 6
(1)Ν. 93(Ι)/1996)· εάν η σύμβαση μπορεί να εξακολουθεί να διατηρεί το κύρος της χωρίς την καταχρηστική ρήτρα και χωρίς άλλη τροποποίηση, τότε η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει, όπως ορίζει το Άρθρο 6
(1)της Οδηγίας (Άρθ. 6
(2)Ν. 93(Ι)/1996)- (βλ. αποφάσεις C-618/10 Banco Español de Crédito, ECLI:EU:C:2012:349, σκέψη 65, καθώς και C-488/11 Asbeek Brusse και de Man Garabito, ECLI:EU:C:2013:341, σκέψη 57). Το εθνικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει διορθωτικά στο περιεχόμενο της καταχρηστικής ρήτρας και να το αναπροσαρμόσει, ώστε να άρει την καταχρηστικότητά της, διότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας (αποφάσεις C-618/10 Banco Español de Crédito, ECLI:EU:C:2012:349, σκέψεις 68-73, C‑26/13 Kásler και Káslerné Rábai, ECLI:EU:C:2014:282, σκέψη 78, C-488/11 Asbeek Brusse και de Man Garabito, ECLI:EU:C:2013:341, σκέψεις 58-60). Για να κρίνει αν η σύμβαση μπορεί να εξακολουθεί να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο ότι η ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης ενδέχεται να είναι ευνοϊκή για τον καταναλωτή (απόφαση C-453/10 Pereničová και Perenič, ECLI:EU:C:2012:144, σκέψη 33). Ωστόσο, αν η ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης συνεπάγεται ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τον καταναλωτή, τότε το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την καταχρηστική ρήτρα με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου (εφόσον υφίσταται τέτοια νομοθετική διάταξη) (C‑26/13 Kásler και Káslerné Rábai, ECLI:EU:C:2014:282, σκέψεις 82-85). Τέλος, από το Άρθρο 6 παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το Άρθρο 7 προκύπτει ότι οι συμβατικές ρήτρες που κρίνονται καταχρηστικές στο πλαίσιο αγωγής παραλείψεως δεν δεσμεύουν ούτε τους καταναλωτές που είναι διάδικοι στην αγωγή ούτε οποιονδήποτε άλλο καταναλωτή έχει συνάψει με το εν λόγω επαγγελματία σύμβαση με τις ίδιες ρήτρες[38]. Μια ρήτρα που έχει κριθεί καταχρηστική σε μια τέτοια διαδικασία θεωρείται επίσης καταχρηστική σε όλες τις μελλοντικές συμβάσεις μεταξύ του ίδιου εμπόρου και καταναλωτών. Τα εθνικά Δικαστήρια που δικάζουν μεμονωμένες υποθέσεις είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους το εν λόγω αποτέλεσμα των αγωγών παραλείψεως στο πλαίσιο των αυτεπάγγελτων καθηκόντων τους και δεν μπορούν να κρίνουν τη σχετική ρήτρα δίκαιη και έγκυρη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Καταλήγω στη βάση των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω ότι ο Αιτητής ικανοποίησε το πρωταρχικό βάρος που έχει (legal burden of proof), ενώ η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση απέτυχε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή (evidential burden of proof - O´Hare & Browne: Civil Litigation 12η έκδ. σελ. 451-2). Επαναλαμβάνω ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία αν και αρχικά δηλωνόταν ότι θα την εκπροσωπούσε το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης μόνο για την Καθ' ης η αίτηση 2 και έτσι ως προς την Καθ' ης η αίτηση 1 η υπόθεση παρέμενε για απόδειξη. Τα γεγονότα και η νομική πτυχή καλύπτουν και την ευθύνη της Καθ' ης η αίτηση 1. Κρίνω ότι ο Αιτητής με όσα έχω εξηγήσει πιο πάνω τόσο ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τη νομική πτυχή που τη διέπει έχει αποδείξει την υπόθεση του και σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση 1 όπως ασφαλώς και σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση 2. Η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται απαγορευτικά διατάγματα για παύση της χρήσης των καταχρηστικών ρητρών όπως αυτές προσδιορίζονται στο Αιτητικό Α υπό (i -vi) της αίτησης και προστακτικό διάταγμα για την λήψη διορθωτικών μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η χρήση τους εντός 60 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος στις Καθ' ων η αίτηση όπως και διάταγμα για τη μη επανάληψη της χρήσης τους. Εκδίδεται επίσης διάταγμα για τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης σε μια εγχώρια εφημερίδα Παγκύπριας κυκλοφορίας ως το δεύτερο σκέλος του Αιτητικού Γ της αίτησης εντός προθεσμίας 60 ημερών από της επίδοσης του παρόντος. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση ξεχωριστά για τον καθένα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι για τις κοινές διαδικασίες και εμφανίσεις αυτά θα επιμεριστούν από ½ στον καθένα ενώ η Καθ' ης η αίτηση 1 θα επιβαρυνθεί έξοδα μέχρι την 1η ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε οριστεί γι' αυτήν για απόδειξη. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. ειδικότερα, ΔΕΕ C-26/13 Kásler, C-143/13 Matei, C-96/14 CNP Assurances, οι οποίες αναφέρονται στην αποκατάσταση της οικονομικής και διαπραγματευτικής ισορροπίας των μερών και στην απαγόρευση των καταχρήσεων της συμβατικής ελευθερίας σε βάρος του ασθενέστερου μέρους (καταναλωτή). Παραπέμπω, περαιτέρω, στο άρθ. 26
(1)του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.» [2] "The fact that the legislature made express provision for collective actions shows that it regards them as an essentially appropriate and effective instrument within the meaning of art.7
(1)in order permanently to prevent the use of unfair terms in contracts" (Nemzeti Fogyasztovedelmi Hatosag v Invitel Tavkozlesi Zrt (C-472/10) [2012] 3 C.M.L.R.1). [3] βλ. Σχ. C-240/98 έως C244/98, Océano Group Editorial SA, 27/6/2000 [4]Διαθέσιμο ηλεκτρονικά στη διεύθυνση https://ec.europa.eu/info/sites/default/files/guidanceon implementation of directive 2005en.pdf [5] Συναφώς, σε συμβάσεις διττού σκοπού, η επαγγελματική σκοπιμότητα δεν πρέπει να έχει εξέχουσα θέση βλ. αιτιολογική σκέψη 17 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Εφιστάται, δε, η προσοχή στη νομολογία του Δ.Ε.Ε. που αφορά στη διεθνή δωσιδικία διαφορών από καταναλωτικές συμβάσεις (π.χ. C-464/01 Gruber) και δέχεται στενή έννοια του καταναλωτή λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα διατάξεων. Τέλος, στις υποθέσεις C-74/15 Tarcau και C-534/15 Dumitras κρίθηκε ότι ο εγγυητής επαγγελματικού δανείου, εφόσον το δάνειο δεν σχετίζεται με επαγγελματικές του δραστηριότητες και δεν έχει λειτουργικούς δεσμούς με την εταιρεία π.χ. διαχείριση, με αμελητέα συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο κ.λπ. εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή. Ούτε ακόμη ο επενδυτικός σκοπός μιας πράξης δεν καταδεικνύει επαγγελματική δραστηριότητα, εφόσον δεν συνοδεύεται από συστηματική διενέργεια παρόμοιων πράξεων με σκοπό το βιοπορισμό. Σύμφωνα, λοιπόν, με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο η κατάρτιση συμβάσεων για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, είτε αυτές αφορούν συνήθεις επενδυτικές δραστηριότητες, είτε σχετίζονται με τα λεγόμενα «ριψοκίνδυνα» επενδυτικά προϊόντα, δεν στερεί αυτοδικαίως τον αποδέκτη από την καταναλωτική του ιδιότητα ούτε καθιστά καταχρηστική την επίκληση των σχετικών διατάξεων, υπό την προϋπόθεση ότι η επενδυτική του δραστηριότητα δεν εντάσσεται στον κύκλο της εμπορικής ή επαγγελματικής του ενασχόλησης και ότι, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της συμβατικής σχέσης, ο ίδιος και μόνο ασκεί τις αντίστοιχες αξιώσεις και όχι κάποιος δικαιοδόχος αυτού. Επομένως, κατά το Δ.Ε.Ε., ο άξιος προστασίας επενδυτής είναι εκείνος που ανταποκρίνεται στη στενή έννοια του καταναλωτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των εν λόγω δραστηριοτήτων, ο οποίος είναι, άλλωστε, εγγενής στη συγκεκριμένη αγορά. Είναι εμφανής, συνεπώς, και στην περίπτωση του επενδυτή η προστατευτική τάση του Δικαστηρίου, το οποίο αντιμετωπίζει ως δεδομένο ότι πρόκειται για καταναλωτικά συμφέροντα που πρέπει να τυγχάνουν ανάλογης προστασίας, καθώς, με εξαίρεση τουλάχιστον την περίπτωση των επαγγελματιών επενδυτών, αφορούν σε κατηγορία αποδεκτών (καταναλωτών) υπηρεσιών, ευρισκόμενων σε μειονεκτική θέση τόσο γνωσιολογικά, όσο και διαπραγματευτικά, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε δαιδαλώδεις αγορές χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Εξάλλου, η εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων δε μπορεί να αποκλείεται από περιορισμούς που η ίδια η νομοθεσία δεν προβλέπει (Alpine Investments BV κατά Minister van Financien, ΔΕΚ της 10-05-1995, C-384/93, Wolfgang Brenner και Peter Noller κατά Dean Witter Reynolds Inc. ΔΕΚ της 15-09-1994, C-318/93). [6] βλ. Υπόθεση C-590/17, Pouvin Dijoux, σκέψεις 25-28, με παραπομπές στην υπόθεση C-110/14, Costea, σκέψη 21 σχετικά με την έννοια του καταναλωτή, υπόθεση C-74/15, Tarcau, σκέψη 27, υπόθεση C-534/15, Dumitras, σκέψη 36, υπόθεση C-535/16, Bachman, σκέψη 36, υπόθεση C-147/16, Karel de Grote, σκέψεις 53 και 55 και υπόθεση C-488/11, Asbeek Brusse, σκέψη 30. [7] ". the claimant consumer does not lose this quality as long as they do not offer their services as a poker player for remuneration or formally register them.", The CJEU Does Not Play Games (When It Comes to Jurisdiction over Consumer Contracts), December 15, 2020, conflictoflaw.net [8] Γίνεται δεκτό ότι από την παρεχόμενη προστασία αποκλείονται οι έμποροι που ενεργούν ως διαμεσολαβητές, διευκολύνοντας τη διάθεση των αγαθών στην αγορά. [9] Κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία και την εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019 [10] Υπόθεση C-590/17,Pouvin Dijoux, σκέψη 37, υπόθεση C-147/16,Karel de Grote — Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen, σκέψεις 57 και 58. [11] Υπόθεση C-590/17,Pouvin Dij [12] Υπόθεση C-147/16,Karel de Grote. [13] 3.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Άρθρου 4, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.
(2)Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμιά αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά- (α) Τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης· ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό.
(4)Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος Νόμου στο υπόλοιπο μέρος μιας σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση.
(5)Εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει.
(6)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται με τις ανάλογες φραστικές αναπροσαρμογές και στις ρήτρες συμβάσεων για πώληση, μίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας. [14] βλ. απόφαση του Ε.Δ. Πάφου στην Αγωγή αρ.2014/2008, ημερομηνίας 31/10/2017 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Limited και
- Martin Miller κ.α. [15] Άρθρο 3, παράγραφος 2 της Οδηγίας [16] Ένατη αιτιολογική σκέψης της Οδηγίας [17] Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 28ης Ιουλίου 2016 [αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Verein für Konsumenteninformation κατά Amazon EU Sàrl (Υπόθεση C-191/15), σκέψη 63 [18] Βλ. επίσης Απόφαση Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 25/2/21 στη Γενική Αίτηση αρ.177/20 μεταξύ Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή και SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD. [19] βλ. σελ. 14 υπό τον υπότιτλο "Individually negotiated terms" [20] Βλ. Άρθρο 7 του Νόμου [21] Υπόθεση C-186/16, Andriciuc, σκέψη 35· υπόθεση C-484/08, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, σκέψη 34· υπόθεση C-96/14, Van Hove, σκέψη
- [22] Υπόθεση C-51/17, OTP Bank και OTP Faktoring, σκέψη 68, υπόθεση C-118/17, Dunai, σκέψη
- [23] Kasler v OTP Jelzalogbank Zrt, Case C-26/13, 30/4/2014 [2014] Bus. L.R. 664 [24] Βλ. Άρθρο 4 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ [25] [2018] Bus. L.R. 1081 [26] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-154/15, C-307/15 και C-308/15, Gutiereez Naranjo, διατακτικό και σκέψεις 73-
- [27] Σημειώνω ότι, σε κάθε περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι όρος υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, πίπτει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Άρθρου 3 στους ώμους των πωλητών. [28] Βλ. Απόφαση του Ε.Δ. Πάφου στην Αγωγή αρ.2014/2008, ημερομηνίας 31/10/2017 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Limited και
- Martin Miller κ.α. Ο παράγοντας ή ουσιαστικά η απαίτηση της καλής πίστης (the requirement of good faith) εξετάζεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (31η έκδοση) (βλ. σχετικά τις παραγράφους 15-072 έως και 15-076 ως επίσης και την αναφορά στην Director of Fair Trading v. First National Bank Plc [2001] UKHL 52). [29] Turner & Co (GB) Ltd v Abi [2010] EWHC 2078 (QB); [2011] 1 C.M.L.R. 17 [30] Βλ. απόφαση του Ε.Δ. Πάφου στην Αγωγή αρ.2014/2008, ημερομηνίας 31/10/2017 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Limited και
- Martin Miller κ.α., (παράγραφος 234) [31] Είτε όταν αυτή λαμβάνει τη μορφή περιορισμού των δικαιωμάτων του είτε εμποδίου στην άσκησή τους είτε ακόμη τη μορφή επιβαρύνσεώς του με πρόσθετη υποχρέωση, την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία βλ. Katalin Sebestyén v Zsolt Csaba Kovári. Case C-342/13 [32] Judgment of the Court (First Chamber), 14 March 2013, Mohamed Aziz v Caixa d´Estalvis de Catalunya, Tarragona i Manresa (Catalunyacaixa), Request for a preliminary ruling from the Juzgado de lo Mercantil nº 3 de Barcelona [33] Βλ. Οδηγία 93/13/ΕΟΚ [34] Σημειωτέο ότι σε περίπτωση μη έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, τότε η αίτηση παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας. [35] Κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία και την εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019 [36] Υπόθεση C-421/14, Banco Primus, σκέψη 60 [37] Υπόθεση C-226/12, Constructora Principado, σκέψη 23 [38] Υπόθεση C-472/10, Invitel, σκέψεις 38-40, υπόθεση C-191/15, Verein fur Konsumenteninformation κατά Amazon, σκέψη
- Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Szpunar στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-381/14 και C-385/14, Sales Sinues και Drame Ba, σκέψη 72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο