← Κύπρος

ΦΥΛΑΚΤΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1812/14, 4/3/2022

ΦΥΛΑΚΤΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1812/14, 4/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1812/14 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΦΥΛΑΚΤΟΥ
  2. XXXXX ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ενάγοντες και
  3. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  4. ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  5. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  6. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων -------------- Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2022 Για αιτήτρια/εναγόμενη 2: κα Καλλένου, για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες: κ. Πιττάτζης για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 3: κ. Λ. Χατζηπέτρου για Αλέκος Ευαγγέλου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση/εναγόμενη 4: κα Μ Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 28/12/2021 για αναστολή της διαδικασίας) Εισαγωγή Με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη 2/αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκδίκαση και/ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέχρι την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης 1/21 καταχωρηθείσας υπό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, προς έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την εκκαθάριση της υπό διαχείριση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και το διορισμό εκκαθαριστή. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Συναπίδου, η οποία αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, στις περιστάσεις και γεγονότα τα οποία οδήγησαν σε εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας και τα όσα ακολούθησαν αυτής, καταλήγει να αναφέρει ότι στις 8/1/2021 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η αρχή εξυγίανσης καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση προς έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και το διορισμό εκκαθαριστή (πρόκειται για την αίτηση 1/21 Ε.Δ. Λευκωσίας). Όπως υποστηρίζει η διαδικασία στην παρούσα αγωγή δέον όπως ανασταλεί ενόψει της εκκρεμοδικίας της αίτησης εκκαθάρισης, αφού η αναστολή αυτή θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα απονομής της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο, ως υποστηρίζει, έχει την εξουσία να αναστείλει διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον εταιρείας στο στάδιο μετά την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης της, αλλά πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης ως είναι η υπό κρίση περίπτωση. Μια τέτοια πρακτική διασφαλίζει, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, αφενός ότι τα περιουσιακά στοιχεία της CPB θα παραμείνουν διαθέσιμα για διανομή στους πιστωτές της ενόψει της εκκρεμούσης διαδικασίας εκκαθάρισης, ώστε να διασφαλιστεί δίκαιος διαμοιρασμός της περιουσίας της Τράπεζας. Περαιτέρω διασφαλίζεται η προστασία προς τους πιστωτές και την περιουσία της εταιρείας ενόσω εκκρεμεί η αίτηση εκκαθάρισης, αφού απώτερος στόχος είναι να διατηρηθεί η σειρά προτεραιότητας και η ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης εμποδίζοντας ορισμένους πιστωτές από το να προωθήσουν διαδικασίες προς απόκτηση πλεονεκτημάτων. Επομένως ως υποστηρίζει η ως άνω προσέγγιση διασφαλίζει την ίση και διαφανή μεταχείριση στη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της CPB μεταξύ των καταθετών και των πιστωτών της. Περαιτέρω ως υποστηρίζει η αναστολή των διαδικασιών διασφαλίζει ότι σε περίπτωση θετικής έκβασης της αίτησης εκκαθάρισης που θα έχει ως αποτέλεσμα διορισμού εκκαθαριστή της εναγόμενης 2, αυτός θα έχει πλέον το πρόσταγμα και τις εξουσίες παροχής οδηγιών για τον περαιτέρω χειρισμό των υποθέσεων της εναγόμενης
  7. Συμπληρωματικά των ανωτέρω αναφέρει ότι η αναστολή της διαδικασίας θα έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου καθώς και εξόδων, αφού σε περίπτωση διορισμού εκκαθαριστή της Εναγόμενης 2 θα πρέπει να καταχωρηθούν σχετικά διαβήματα από τα μέρη για λήψη άδειας συνέχισης της διαδικασίας και για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής σε ότι αφορά στην εναγόμενη
  8. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των εναγόντων καθώς και των εναγομένων 3 και 4 δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, όμως το Δικαστήριο εξέφρασε κάποιους προβληματισμούς ως προς το εάν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος, με δεδομένο ότι το Δικαστήριο δύναται και δεν υποχρεούται να εκδόσει τέτοιο διάταγμα. Η συνήγορος των αιτητών/εναγομένων 2 αγόρευσε υποστηρίζοντας το αίτημα ενώ οι συνήγοροι των λοιπών διαδίκων επανέλαβαν ότι δεν έχουν ένσταση στο αίτημα, χωρίς να αναφέρουν ο,τιδήποτε περαιτέρω. Τα όσα ανέφερε η συνήγορος των αιτητών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν στο σύνολο τους στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 προνοεί τα εξής: «Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή· και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό.» Ο σκοπός της συγκεκριμένης πρόνοιας αναλύθηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν. ΚΕΑΝ Λίμιτεδ

(1998)1 ΑΑΔ 1806 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63). Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: «The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862", said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu." To accomplish this it was indispensable that proceedings against the company by way of action, execution, distress or other process should be suspended; otherwise the winding up would resolve itself into a scramble for the assets. Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a) ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ 2055 επικυρώθηκε η ακόλουθη ερμηνεία του άρθρου 215 που είχε δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Απ' όλα τα ανωτέρω καθαρά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο σκοπός και η πρόθεση του νομοθέτη όταν νομοθετούσε τη δυνατότητα αναστολής διαδικασιών μετά την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, ήταν να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία και την ίση μεταχείριση μεταξύ πιστωτών. Να μην παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο "όποιος προλάβει ό' τι αρπάξει".» Στην Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, η οποία αποφασίσθηκε στη βάση του άρθρου 140 του Companies (Consolidation) Act του 1908 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 215 του Κεφ. 113, λέχθηκε ότι στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την διακριτική ευχέρεια υπέρ της αναστολής της διαδικασίας ώστε να διασφαλιστεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας θα διανεμηθούν ίσα μεταξύ των πιστωτών της ίδιας τάξης και κανένας να μην αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι του άλλου. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε το στάδιο επικείμενης λήψης μέτρων εκτέλεσης αφού απόφαση είχε ήδη εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό το οποίο έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι το εάν οι ενάγοντες των οποίων η απαίτηση αμφισβητείται από όλους τους εναγόμενους μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές με την έννοια του πιστωτή που μπορεί να επαληθεύσει το χρέος του δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ. 113. Και τούτο διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο σκοπός των διατάξεων των άρθρων 215 και 220 είναι να εξαναγκαστούν οι πιστωτές να σπεύσουν και να επαληθεύσουν την απαίτηση τους στην διαδικασία εκκαθάρισης ώστε να διασφαλιστεί δίκαιος διαμοιρασμός της περιουσίας της εταιρείας. Επομένως το ερώτημα είναι εάν οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να επαληθεύσουν το χρέος τους στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 298 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113: «Σε κάθε εκκαθάριση (με την επιφύλαξη, στην περίπτωση αφερέγγυων εταιρειών, της εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού του Νόμου περί Πτωχεύσεως) όλα τα χρέη που είναι πληρωτέα υπό αίρεση, και όλες οι απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, εξακριβωμένες ή εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, είναι αποδεχτές ως επαλήθευση εναντίον της εταιρείας, αφού γίνει στο μέτρο που είναι δυνατό δίκαιη εκτίμηση της αξίας των χρεών αυτών ή των απαιτήσεων που είναι υπό αίρεση ή είναι εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, ή που για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν έχουν συγκεκριμένη αξία.» Το ίδιο ζήτημα απασχόλησε το Δικαστήριο στην απόφαση ημερ. 28/5/2015 στην αγωγή 8134/13 Ε.Δ. Λευκωσίας, Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας v. Pamboukkas Construction Ltd όπου αναλύοντας την ως άνω πρόνοια (άρθρο 298) ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ και παραθέτω αυτούσια κατωτέρω: «Η πιο πάνω διάταξη είναι διατυπωμένη με τον πλέον ευρύ τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και απαιτήσεις για αποζημιώσεις προκύπτουσες από αδικοπραξία. Στην υπόθεση Re Berkeley Securities (Property) Ltd
(1990)3 All ER στη σελ.523 σε σχέση με το άρθρο 316 του Companies Act του 1948 που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 298 του Κεφ. 113 αναφέρεται ότι:"It is clearly wide enough to admit to proof an unliquidated claim for damages for tort" Το άρθρο 299 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 πριν να καταργηθεί με τον νόμο 63
(1)/ 2015 προνοούσε ότι: «299. Σε περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας οι ίδιοι κανονισμοί υπερισχύουν και τηρούνται αναφορικά με τα αντίστοιχα δικαιώματα των ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων πιστωτών και για τα χρέη που δύνανται να επαληθευθούν και την εκτίμηση ετήσιων προσόδων και μελλοντικών και υπό αίρεση υποχρεώσεων, που ισχύουν εκάστοτε σύμφωνα με το Νόμο περί Πτωχεύσεως σχετικά με τις περιουσίες προσώπων που κηρύχτηκαν σε πτώχευση, και όλα τα πρόσωπα που σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση θα δικαιούνταν να επαληθεύσουν και να λάβουν μέρισμα από το ενεργητικό της εταιρείας δύνανται να συμμετάσχουν στην εκκαθάριση και να υποβάλουν τέτοιες απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας όπως δικαιούνται αντίστοιχα δυνάμει του άρθρου αυτού.» Το άρθρο 34
(1)του περί Πτώχευσης Νόμου (ΚΕΦ.5) προνοεί ότι: «34.-
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση.» Επομένως πριν την τροποποίηση με τον Νόμο ν. 63
(1)/2015 αποκλείονταν ρητώς από την διαδικασία επαλήθευσης (σε περίπτωση αφερέγγυας εταιρείας) ανεκκαθάριστες απαιτήσεις που προκύπτουν από αδικοπραξία. Με τον νόμο ν. 63
(1)/2015 καταργήθηκε το άρθρο 299 του Κεφ. 113 και αντικαταστάθηκε με διατάξεις που αφορούν εγγυητές. Με τον ίδιο νόμο προστέθηκαν διατάξεις στο άρθρο 251 του Κεφ. 113 σχετικά με την διαδικασία επαλήθευσης χρεών. Δεν έχω εντοπίσει κάποια πρόνοια στο Κεφ. 113 αναφορικά με την επαλήθευση ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από αστικά αδικήματα ή πρόνοια αντίστοιχη με το καταργηθέν άρθρο 299 του Κεφ. 113. Προφανώς η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να δώσει την δυνατότητα επαλήθευσης στην διαδικασία εκκαθάρισης εταιρείας κάθε είδους απαίτησης ως προβλέπεται στο άρθρο 298 του Κεφ. 113 χωρίς περιορισμούς. Ίσως επειδή πολλές φορές ο καθορισμός ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από σύμβαση να είναι πολύ πιο δύσκολος από καθορισμό ανεκκαθάριστων απαιτήσεων που προκύπτουν από αστικό αδίκημα με αποτέλεσμα η διάκριση να μην δικαιολογείται. Εν πάση περιπτώσει η άρση της διαφοροποίησης αυτής δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι μια ανεκκαθάριστη απαίτηση προκύπτουσα από αδικοπραξία μπορεί να επαληθευτεί επαρκώς στα πλαίσια της διαδικασίας επαλήθευσης χρεών και πρέπει αυτόματα να οδηγήσει σε αναστολή μιας αγωγής. Ειδικά μάλιστα όταν αμφισβητείται η ευθύνη του αδικοπραγήσαντα. Στο άρθρο 215 του Κεφ. 113 ο νομοθέτης με την χρήση της φράσης «το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία...» έδωσε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον σε μια συγκεκριμένη περίπτωση η διαδικασία πρέπει να ανασταλεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο σε κάθε δοσμένη περίπτωση να αναστείλει ή να περιορίσει την διαδικασία μιας αγωγής. Οι πρόνοιες του άρθρου 215 πρέπει να διαβάζονται και υπό το πρίσμα του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρέπει δηλαδή να βρεθεί ένα υγιές ισοζύγιο ανάμεσα στο δικαίωμα του εκάστοτε Ενάγοντα να προωθήσει την αγωγή του ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου και να διαγνωστούν τα δικαιώματα του εντός ευλόγου χρόνου αφενός και στην ανάγκη προστασίας των πιστωτών αφετέρου. Πέρα από τα πιο πάνω στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1 σελ. 1579 κάτω από τον τίτλο "Disputed Claims" αναφέρεται ότι: «The liquidator is entitled to reject any claim which has not been properly formulated or vouched and until such a claim has been presented and rejected the court will not entertain an appeal. In general a claim for damages should be constituted by ordinary action and the claimant should not seek to have the merits discussed in the liquidation process. Similar principles should apply to any illiquid claim in respect of which there is a substantial dispute. » Επιπρόσθετα, η νομολογιακή εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 σκοπός των οποίων, όπως ανέφερα πιο πάνω είναι ο ίδιος με αυτόν της πρόνοιας του άρθρου 215, μπορεί να δώσει καθοδήγηση και για την παρούσα περίπτωση. Σύμφωναμετοσύγγραμμα Company Law, 4th ed, στηνσελ. 701 "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Act, 13th ed. σελ. 499 αναφέρεται ότι∙"But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Στην υπόθεση Re Berkeley Securities (Property) Ltd
(1990)3 All ER στη σελ. 531 αναφέρεται ότι: "In my judgment, unless there are very special circumstances, fairness requires that leave should be given to a litigant who seeks to bring or to continue an action for damages for tort against a company which is being wound up by the court, and which is or may be insolvent" Αφού λοιπόν επιτρέπεται το μείζον επιτρέπεται και το έλασσον. Με άλλα λόγια αφού, ακόμα και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια για συνέχιση της διαδικασίας,αν ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση είναι τέτοια που δεν μπορεί να καθοριστεί επαρκώς στα πλαίσια διαδικασίας εκκαθάρισης ή αυτό απαιτεί η δικαιοσύνη, κατ' αναλογία για τον ίδιο λόγο μπορεί να απορριφθεί το αίτημα για αναστολή στα πλαίσια του άρθρου 215 του Κεφ. 113.» Στην προκειμένη περίπτωση η συνήγορος των εναγομένων 2, ερωτηθείσα σχετικά από το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν αποδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 2, αφού η απαίτηση των εναγόντων που περιστρέφεται γύρω από την απομείωση των τραπεζικών τους καταθέσεων τις οποίες διατηρούσαν στην εναγόμενη 2, αμφισβητείται. Υπό το φως του δεδομένου αυτού, το οποίο αναπόφευκτα εξυπακούει αμφισβήτηση αυτής τούτης της ιδιότητας των εναγόντων ως πιστωτές της εταιρείας, είναι κατά την κρίση μου προφανές ότι εάν οι ενάγοντες δεν προωθήσουν την αγωγή τους πιθανόν να μην μπορέσουν να επαληθεύσουν επαρκώς την απαίτηση τους στην διαδικασία εκκαθάρισης. Εν ολίγοις δηλαδή θα πρέπει να είναι σαφές ότι η αγωγή δεν αφορά μόνο καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Επομένως δεν εντοπίζεται βάσιμος λόγος γιατί να μην συνεχίσει η παρούσα αγωγή ώστε να αποφασιστεί τελεσίδικα από το αρμόδιο Δικαστήριο το κατά πόσον οι ενάγοντες είναι πιστωτές της εταιρείας. Εξ άλλου και τούτο είναι το πιο ουσιώδες κατά την κρίση μου, ακόμα και να εκδοθεί απόφαση στην παρούσα αγωγή ενώ ακόμα εκκρεμεί η αίτηση εκκαθάρισης σε σχέση με την οποία διασυνδέεται το αίτημα αναστολής, οι Ενάγοντες δεν θα δικαιούνται να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης δεδομένων των προνοιών του άρθρου 217 άρθρο 217 του Κεφ. 113 το οποίο προνοεί ότι: «Όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι εξολοκλήρου άκυρη.» Η εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κεφ. 113 «λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση». Ως προς την υπόθεση Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd (ανωτέρω) την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος των αιτητών, σημειώνω ότι αυτή διαφοροποιείται κατά την κρίση μου από την παρούσα, αφού στην υπόθεση εκείνη η αίτηση για αναστολή υποβλήθηκε μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης και ενώ επίκειτο η λήψη μέτρων εκτέλεσης, όπως εξ άλλου και πιο πάνω επισημάνθηκε. Στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται ότι οιοσδήποτε πιστωτής της εταιρείας θα επηρεαστεί από τυχόν έκδοση Δικαστικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης εταιρείας. Ούτε θα επηρεαστεί η σειρά κατάταξης των πιστωτών όπως αυτή καθορίζεται στο του άρθρο 300 του Κεφ.113. Η έκδοση δικαστικής απόφασης όπως λέχθηκε και στην αγωγή XXXXX/13, δεν παρέχει προνόμια σε κάποιο πιστωτή. Επομένως δεν καταδεικνύεται στο στάδιο τουλάχιστον αυτό οιοσδήποτε κίνδυνος για άλλους πιστωτές ή για την περιουσία της εταιρείας, ο οποίος να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος και την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση μιας τόσο παλαιάς υπόθεσης η οποία μάλιστα συγκαταλέγεται στο «backlog». Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και σίγουρα δεν προκύπτει οτιδήποτε μέσα από αυτήν το οποίο να δικαιολογεί διαφορετικό χειρισμό. Τουναντίον και λόγω και της παλαιότητας της υπόθεσης αλλά και των λοιπών παραμέτρων που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να προωθηθεί η αξίωση των εναγόντων στην αγωγή τους. Εν όψει των πιο πάνω η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Υπό το φως ότι δεν καταχωρήθηκαν ενστάσεις από τους λοιπούς διαδίκους δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 18.5.2022 και ώρα 10.00π.μ. ............. [Υπ.] Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.