← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Andreas Kyriakoudes Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 178/2016, 4/2/2022

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Andreas Kyriakoudes Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 178/2016, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 178/2016 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσας v.

  1. Andreas Kyriakoudes Enterprises Ltd
  2. XXXXX Κυριακούδη
  3. XXXXX Κυριακούδη
  4. XXXXX Κυριακούδη
  5. XXXXX Schaad και ή XXXXX Σιάαντ Κυριακούδη Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 18.2.20 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2-4 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Γεωργίου για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται σε έκαστο των Εναγομένων 2-4 - Καθ΄ ων και ή στους αντιπρόσωπους τους να πωλήσουν και ή μεταβιβάσουν και ή διαθέσουν και ή επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν συγκεκριμένα ακίνητα τους, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΛ (εφεξής «ο ΜΛ») υπαλλήλου της Ενάγουσας. Ο ΜΛ περιγράφει το όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα αναφέρεται σε τέσσερις συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1, σε τροποποιητικές αυτών συμφωνίες και στις εξασφαλίσεις τους, ήτοι εγγυήσεις των Εναγομένων 2-4, παραχώρηση από τους εν λόγω Εναγόμενους υποθηκών, εκχωρήσεις από αυτούς εισοδημάτων από πωλήσεις ακινήτων και εκχώρηση από τον Εναγόμενο 4 των δικαιωμάτων του δυνάμει ασφαλιστηρίου ζωής. Ισχυρίζεται ότι λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, η Ενάγουσα απαίτησε από όλους τους Εναγόμενους την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών, και αφού οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν, η Ενάγουσα τερμάτισε τους λογαριασμούς της Εναγομένης
  6. Σύμφωνα με τον ΜΛ, οι μετέπειτα προσπάθειες διευθέτησης ναυάγησαν και έτσι η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα Αγωγή. Ο ΜΛ αναφέρει πως πλέον η αξία των εξασφαλίσεων δεν καλύπτει το οφειλόμενο χρέος, εξ ου και είναι ανάγκη δέσμευσης των υπό κρίση ακινήτων ως η μοναδική εξασφάλιση προς ικανοποίηση της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι 2-4 - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η Ενάγουσα επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. 2) Η καταχώριση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης. 4) Η Ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ή ενήργησε με κακή πίστη και ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα. 5) Η Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη. 6) Τυχόν έγκριση της Αίτησης ισοδυναμεί με την απόδοση της τελικής θεραπείας. 7) Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ΄ ων τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  7. Σε αυτή ο Εναγόμενος 4 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης προσθέτοντας ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά αφορούν σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις και ανατοκισμούς και ότι η Ενάγουσα είναι πλήρως εξασφαλισμένη αναφορικά με το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Με βάση την ενδιάμεση απόφαση ημ. 27.10.21, η Ενάγουσα καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή προέρχεται από τον κ. ΝΦ (εφεξής «ο ΝΦ»), επίσης υπάλληλο της Ενάγουσας. Σε αυτή ο ΝΦ αναφέρει πως με αφορμή πρόσφατες συζητήσεις μεταξύ των μερών για πιθανή διευθέτηση της Αίτησης, εντόπισε στα αρχεία της Ενάγουσας πρόσφατες έρευνες σύμφωνα με τις οποίες οι Εναγόμενοι 2 και 3 προέβησαν σε αποξενώσεις περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης. Γι΄ αυτό ο ΝΦ ισχυρίζεται πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία όσο ποτέ και αναφέρει πως η Ενάγουσα επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για τις κατ΄ ισχυρισμόν καταδολιευτικές πράξεις. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, θα πρέπει να λεχθεί πως οι λόγοι ένστασης περί του παράτυπου της ένορκης δήλωσης του ΜΛ που συνοδεύει την Αίτηση και της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αναφέρονται καν στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόμενων και επομένως θεωρείται πως έχουν εγκαταλειφθεί. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Επιπλέον, η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 785. Για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, αρχικά το Δικαστήριο θα ανατρέξει στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Είναι γεγονός ότι στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί ως στην ένορκη δήλωση του ΜΛ αναφορικά με το ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των μερών, ήτοι τις συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, τις τροποποιητικές αυτών, τους όρους τους, τις εξασφαλίσεις τους, την απαίτηση πληρωμής και τον τερματισμό των συναφών λογαριασμών. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη στο Δικαστήριο καθότι η Ενάγουσα, στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, έχει υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να παρουσιάσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία τείνουν να καταδείξουν ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Επομένως είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη η εκ νέου αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων από τον ΛΜ ο οποίος μάλιστα επισυνάπτει και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων. Στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται αξιώσεις για τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει των τεσσάρων επίδικων λογαριασμών και διατάγματα για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο σημειώνει αρχικά ότι η Ενάγουσα εγείρει ζήτημα παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1, μη συμμόρφωσης εκ μέρους της τελευταίας με τις υποχρεώσεις της δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, τερματισμού των λογαριασμών και απαίτησης των οφειλόμενων υπολοίπων τόσο από την πρωτοφειλέτιδα όσο και από τους υπόλοιπους Εναγόμενους οι οποίοι παρείχαν διάφορες εξασφαλίσεις. Στην ένορκη του δήλωση ο μοναδικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται ρητώς από τον Εναγόμενο 4 που άπτεται του θέματος της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αγωγής περιλαμβάνεται στην παρ. 7 της ένορκης του δήλωσης. Σε αυτή ο Εναγόμενος 4 αναφέρεται σε αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς, πλην όμως αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 4 δεν οδηγεί με οποιονδήποτε τρόπο είτε στην πλήρη ακυρότητα των συμφωνιών παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων (παρά μόνο ενδεχομένως στην ακυρότητα κάποιων όρων αυτών) είτε στη μη ύπαρξη οφειλής, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι ικανός ούτε καν να προσφέρει μια ένδειξη ως προς το ποσό που κατά τους Εναγόμενους αφορά σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Επομένως, αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 4 δεν είναι ικανός να καταδείξει τη μη ύπαρξη οφειλής και δη του ισχυριζόμενου από την Ενάγουσα οφειλόμενου υπολοίπου. Αξίζει να σημειωθεί πως την ένορκη του δήλωση, στην παρ. 4, ο Εναγόμενος 4 αναφέρει πως οι ισχυρισμοί του ΛΜ οι οποίοι είναι σχεδόν ταυτόσημοι με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, απαντώνται με λεπτομέρεια στην υπεράσπιση των Εναγομένων, χωρίς όμως ο ίδιος να τους επαναλαμβάνει ή έστω υιοθετεί ως μέρος της ένορκης του δήλωσης. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι όποιοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση δεν αποτελούν μέρος της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 4 και συνακόλουθα μέρος της μαρτυρίας προς υποστήριξη της ένστασης - βλ. Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 557. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως ο Εναγόμενος 4 παραπέμπει με επάρκεια στην υπεράσπιση προς απάντηση των ισχυρισμών του ΛΜ, τότε και πάλι δεν διαφοροποιείται η διαπίστωση του Δικαστηρίου πως η Ενάγουσα έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Και τούτο, καθότι στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε διάφορους ισχυρισμούς χωρίς να παρουσιάζουν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών. Αυτό βεβαίως είναι ορθό καθότι τα δικόγραφα περιέχουν μόνο ισχυρισμούς και όχι μαρτυρία. Αυτοί βασικά οι ισχυρισμοί συνίστανται στα ακόλουθα: (
  1. i)οι όροι των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιώδη διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος των Εναγομένων, (
  2. ii)οι εν λόγω συμφωνίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων ούτως ώστε αυτές να περιέχουν καταχρηστικούς και άκυρους όρους, (iii) οι εν λόγω συμφωνίες περιέχουν αδιαφανείς ρήτρες, (
  3. iv)οι εν λόγω συμφωνίες ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα και θα πρέπει να ερμηνεύονται στη βάση της αρχής «contra preferentem» και οι όροι αυτών είναι άκυροι, καταχρηστικοί και αντίκεινται στους Νόμους περί Αδίκων και Καταχρηστικών Ρητρών και περί Συμβάσεων, (
  4. v)υπαλλακτικά η Ενάγουσα όφειλε να ξοφλά το κεφάλαιο και όχι τους τόκους, (
  5. vi)η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα αναπροσαρμογής του επιτοκίου και ή επιβολής τόκου υπερημερίας, (vii) οι όροι των συμφωνιών είναι καταχρηστικοί καθότι δεν επέτρεψαν τον προσδιορισμό του τιμήματος που καλούντο οι Εναγόμενοι να αποπληρώσουν, (viii) στις εν λόγω συμφωνίες περιέχονται τιμωρητικές και ή παράνομες ρήτρες και ή χρεώσεις, (
  6. ix)οι εγγυήσεις δεν δόθηκαν σύμφωνα με τον Νόμο και ή εξασφαλίστηκαν με ψευδείς παραστάσεις και ή απόκρυψη γεγονότων και ή περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, (
  7. x)οι υποθήκες είναι άκυρες καθότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση του Ν.9/65 και ή κατόπιν αμελών και ή δόλιων παραστάσεων της Ενάγουσας, (
  8. xi)οι εκχωρήσεις είναι παράνομες, (xii) ο τερματισμός είναι παράνομος και ή αδικαιολόγητος καθότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν επιστολές ανάκλησης. Από την πιο πάνω παράθεση, διαφαίνεται πως οι Εναγόμενοι εγείρουν διάφορους ισχυρισμούς ως προς την εγκυρότητα όλων των επίδικων συμφωνιών, χωρίς όμως να προβάλλουν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να τείνει να υποστηρίξει αυτούς για να δύναται και το Δικαστήριο να τους αξιολογήσει, πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας. Μάλιστα ο ΜΛ επισυνάπτει και όλα τα σχετικά έγγραφα, στα οποία όμως ο Εναγόμενος 4 ουδόλως παραπέμπει για να καταδείξει ή επεξηγήσει οποιονδήποτε από τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Επιπλέον, κάποιοι εξ αυτών των ισχυρισμών αφορούν σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει το βάσιμο τους, όπως π.χ. οι συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών, ψευδείς παραστάσεις, απόκρυψη γεγονότων και αμελείς και δόλιες παραστάσεις. Η απλή προβολή ισχυρισμών δεν είναι ικανή, ακόμα και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, να καταδείξει το βάσιμο αυτών. Βασικά από τα πιο πάνω, διαφαίνεται πως, όπως και αν ιδωθεί η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4, ελλείπει παντελώς μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών των Εναγομένων, κάτι το οποίο καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να δεχθεί πως οι ισχυρισμοί τους είτε αντικρούουν αυτούς της Ενάγουσας είτε τείνουν να υποστηρίξουν τις θέσεις των Εναγομένων. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας Αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Επομένως, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, θα πρέπει να λεχθεί πως ο ΛΜ αναφέρεται στους όρους όλων των συμφωνιών παραχώρησης διευκολύνσεων σχετικά με τα ποσά αυτών και τον τόκο, παραπέμποντας και στον σχετικό Ν.160(Ι)/99, καθώς επίσης και στους όρους των συμφωνιών υποθήκης σχετικά με τα ποσά αυτών εφόσον δόθηκαν για περιορισμένα ποσά. Επισυνάπτει επίσης κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 27, στην οποία φαίνεται ότι το οφειλόμενο συνολικό υπόλοιπο ανέρχεται στις €888.156,37, και εκτιμήσεις για την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, Τεκμήριο 31, από τις οποίες φαίνεται ότι η συνολική αγοραία αξία εκτιμάται στις €517.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στις €377.000. Από αυτά τα δεδομένα, διαφαίνεται πως η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων δεν καλύπτει την ισχυριζόμενη οφειλή. Σημειώνεται πως ο ΛΜ ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα θα παραμείνει ανεξασφάλιστη για το ποσό των €150.000 περίπου. Επί τούτου ο Εναγόμενος 4 και πάλι προβάλλει ένα γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό, στην παρ. 8 της ένορκης του δήλωσης, πως η Ενάγουσα είναι δεόντως εξασφαλισμένη όσον αφορά το πραγματικό οφειλόμενο ποσό το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση. Σαφώς τέτοιος ισχυρισμός παραμένει εντελώς μετέωρος χωρίς ίχνος μαρτυρίας ως προς το κατά τους Εναγόμενους οφειλόμενο ποσό ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε ενδεχομένως να θεωρήσει βάσιμο και εύλογο τον ισχυρισμό των Εναγομένων. Επομένως, και πάλι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι ικανός να αντικρούσει τις θέσεις της Ενάγουσας και ειδικότερα να καταδείξει το βάσιμο των θέσεων των Εναγομένων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ΛΜ πως η Εναγομένη 1 έχει παύσει οποιαδήποτε δραστηριότητα από το 2015 ενώ ο Εναγόμενος 4 λαμβάνει μηνιαίο μισθό γύρω στις €1.607 ουδόλως αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά. Δεν διαφεύγει επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός του ΛΜ πως η Ενάγουσα δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για αυτή την κατάσταση, καθότι όταν παραχώρησε τις διευκολύνσεις οι εξασφαλίσεις ήταν επαρκείς όμως αυτές μειώθηκαν δραματικά εξαιτίας παραγόντων οι οποίοι δεν ήταν υπό τον έλεγχο της. Και αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους. Με βάση τις εκτιμήσεις των ακινήτων, των οποίων επιζητείται η δέσμευση, Τεκμήριο 32 στην ένορκη δήλωση του ΛΜ, η συνολική αγοραία αξία τους εκτιμάται στις €115.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στις €85.750. Αυτά τα στοιχεία και πάλι δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους και καταδεικνύουν πως ούτε και η αξία αυτών είναι δυνατόν να ικανοποιήσει πλήρως την Ενάγουσα σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει πως σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της και διαταγμάτων εκποίησης, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος να μην δύναται να εισπράξει το λαβείν της και επομένως η δέσμευση επιπρόσθετης περιουσίας των Εναγομένων είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί ως προς την είσπραξη του λαβείν της. Με αυτή την έννοια, η Ενάγουσα ενδέχεται να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μάλιστα, όπως διαφαίνεται μέσα από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΝΦ, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία καθότι οι Εναγόμενοι φαίνεται ότι εκκρεμούσης της Αίτησης προέβησαν σε ενέργειες αποξένωσης της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας τους. Σύμφωνα με τις έρευνες του Κτηματολογίου ημ. 6.12.18 για την ακίνητη περιουσία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα εκάστου των Εναγομένων 2-4, Τεκμήρια 28-30 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του ΛΜ, και τις αντίστοιχες ημ. 1.7.20 για τους Εναγόμενους 2 και 3, Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΝΦ, διαφαίνεται πως μεταξύ των δύο ημερομηνιών ο Εναγόμενος 2 αποξένωσε τρία ακίνητα, ένα εκ των οποίων είναι το υπ΄ αρ. 0/..46, του οποίου η δέσμευση ζητείται με την Αίτηση. Εξ ου και αυτό φαινόταν στην έρευνα ημ. 6.12.18 χωρίς επιβαρύνσεις ενώ δεν φαίνεται πλέον στην έρευνα ημ. 1.7.20. Περαιτέρω διαφαίνεται πως κατά το ίδιο διάστημα ο Εναγόμενος 3 πώλησε το ακίνητο υπ΄ αρ. 0/..80, του οποίου η δέσμευση ζητείται με την Αίτηση, στην Τράπεζα Κύπρου και το αγοραπωλητήριο έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Εξ ου και αυτό φαινόταν στην έρευνα ημ. 6.12.18 χωρίς επιβαρύνσεις ενώ στην έρευνα ημ. 1.7.20 φαίνεται ότι έχει πωληθεί στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια αναδιάρθρωσης και η συμφωνία πώλησης βρίσκεται κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο με ημερομηνία αποδοχής 5.6.20 και αρ. ΠΩΕ/./2020. Αυτές οι ενέργειες καταδεικνύουν πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει υπαρκτός και ορατός κίνδυνος αποξένωσης και της υπόλοιπης περιουσίας, τουλάχιστον εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι προέβησαν σε αποξένωση ενώ εκκρεμούσε προς εκδίκαση η υπό κρίση Αίτηση. Επομένως, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για να διασφαλιστεί πως η υπό κρίση περιουσία θα παραμείνει στην κατοχή των Εναγομένων και δεσμευμένη μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τούτου λεχθέντος, ενόψει της αποξένωσης του ακινήτου υπ΄ αρ. 0/..46 από τον Εναγόμενο 2, σαφώς η Αίτηση αναφορικά με αυτό καθίσταται άνευ αντικειμένου και το Δικαστήριο δεν δύναται πλέον να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αναφορικά με το συγκεκριμένο ακίνητο. Αναφορικά με το ακίνητο υπ΄ αρ. 0/..80 το οποίο πώλησε ο Εναγόμενος 3, είναι η θέση των Εναγομένων ότι στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης η Ενάγουσα θα έπρεπε να μεριμνήσει για να προστεθεί και ή κληθεί ως ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο μέρος ο αγοραστής, Τράπεζα Κύπρου, για να τοποθετηθεί και αυτός επί της Αίτησης. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτή τη θέση των Εναγομένων. Τόσο η Αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση απευθύνονται και αφορούν στους Εναγόμενους και στην περιουσία τους και εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα, η εμπλοκή και η θέση της Τράπεζας Κύπρου ως αγοραστή έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα ληφθούν υπόψιν στα πλαίσια της Αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων του 2011 έως 2020, η κατάθεση σύμβασης πώλησης «συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται µε την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει µε την κατάθεσή της». Επομένως, η Τράπεζα έχει ήδη αποκτήσει δικαιώματα βάσει του σχετικού Νόμου τα οποία δεν εξαφανίζονται με τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ενδεχομένως με την έκδοση και εν ισχύι του αιτούμενου διατάγματος, η Τράπεζα Κύπρου να μην δύναται να προχωρήσει σε ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφής και μεταβίβασης στο όνομα της, πλην όμως σαφώς δεν χάνει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύναψη και κατάθεση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως η σύναψη και κατάθεση της σύμβασης πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναφορικά με το συγκεκριμένο ακίνητο. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η υπόθεση Spidertradecom Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των Εναγομένων δεν αντικρούει, ως η θέση του δικηγόρου, αλλά ενισχύει σε κάποιο βαθμό τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω υπόθεση διαχωρίζεται από την παρούσα καθότι εκείνη αφορούσε την έκδοση διατάγματος Mareva ενώ η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δέσμευσης περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της Αγωγής με σκοπό την εξασφάλιση ικανοποίησης του ενάγοντος σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ του. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το ακυρωθέν διάταγμα ήταν τύπου Mareva. Η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων εισήχθη στην Αγγλία το 1975 με νομολογιακή μεταβολή της ως τότε επικρατήσασας πρακτικής που δεν αναγνώριζε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εναγομένου, όταν αυτά δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της αγωγής, προς ικανοποίηση της τελικής απόφασης. Κρίθηκε πως η δικαστική επέμβαση ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαία και πως το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act 1925 παρείχε σχετική εξουσία: βλ. Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509 και Nippon Yusen Kaisha v. Karageorgis [1975] 1 W.L.R. 1093. Η Κυπριακή νομολογία υιοθέτησε τη νέα γραμμή δεδομένου ότι η προηγούμενη περιοριστική ερμηνεία του δικού μας αντίστοιχου άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60(όπως τροποποιήθηκε) στηριζόταν στην παλαιότερη Αγγλική αντίληψη και πρακτική: βλ. Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R.
  1. Οι πρώτες περιπτώσεις διαταγμάτων Mareva αφορούσαν εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας οι οποίοι διατηρούσαν χρήματα σε τράπεζες εντός της δικαιοδοσίας με άμεσο κίνδυνο μεταβίβασης των χρημάτων εκτός δικαιοδοσίας, ιδιαίτερα ενόψει της μεγάλης πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Μεταγενέστερα, τέτοια διατάγματα κάλυψαν και την περίπτωση εναγομένων που διέμεναν εντός δικαιοδοσίας υπό ύποπτες όμως περιστάσεις που δημιουργούσαν ιδιαίτερο φόβο για το ενδεχόμενο μεταβίβασης των χρημάτων τους εκτός δικαιοδοσίας - Rahman (Prince Abdul) v. Abu-Taha and another [1980] W.L.R. 1268 - όπως και την περίπτωση, καθώς λέχθηκε στην Rasu Maritime S.A. v. Perusahaon [1978] Q.B., 664, εμπορευμάτων αντί χρημάτων. Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψή μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Όπως υποδείξαμε πρόσφατα στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 11261, ημερ. 13 Νοεμβρίου 2002, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο συμβαλλόμενος μπορεί για την εξασφάλισή του να μεριμνήσει εκ των προτέρων. Αυτό εν προκειμένω έπραξε και η εφεσείουσα. Και δεν θα πρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. Επομένως δεν εδικαιολογείτο ούτως ή άλλως η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος. Δεν χρειάζεται λοιπόν να επεκταθούμε.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί και για την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και τη δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Στο πλαίσιο εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν και τον παράγοντα καθυστέρησης στην καταχώριση της Αίτησης, κάτι το οποίο αποτελεί και λόγο ένστασης. Σύμφωνα με την υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, ανεξήγητη καθυστέρηση από τον αιτητή αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος, και ακόμα το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο αιτητής δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Βέβαια η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 26.2.
  1. Μέσα από την ένορκη δήλωση του ΛΜ, φαίνεται πως οι εκτιμήσεις τόσο των ενυπόθηκων ακινήτων όσο και των υπό κρίση ακινήτων, αντικείμενο της Αίτησης, διενεργήθηκαν κατά τον Μάρτιο και Μάιο του
  2. Επομένως, είναι εύλογο να εξαχθεί πως αυτή η χρονική στιγμή είναι το ορόσημο κατά το οποίο περιήλθε στη γνώση της Ενάγουσας η πραγματική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, λόγω της μείωσης που είχε επέλθει στην αξία των ακινήτων, και των υπό κρίση ακινήτων. Τότε προφανώς η Ενάγουσα αντιλήφθηκε πως αυτή (η αξία των ενυπόθηκων) πλέον δεν τη διασφάλιζε πλήρως σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της και συνακόλουθα προέκυψε η ανάγκη καταχώρισης της Αίτησης. Το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μεταξύ των ημερομηνιών των εκτιμήσεων και της καταχώρισης της παρούσας, η οποία καταχωρίστηκε δια κλήσεως, δεν θεωρείται υπερβολικά μεγάλο ούτως ώστε αυτό δίχως άλλο να οδηγεί την Αίτηση σε απόρριψη λόγω υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, το Δικαστήριο θεωρεί πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της Ενάγουσας. Και τούτο, καθότι αυτή επιδιώκει την ικανοποίηση του λαβείν της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της, κάτι το οποίο θα είναι αδύνατον χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, λαμβανομένου υπόψιν ότι ήδη το ένα από τα επίδικα ακίνητα έχει αποξενωθεί και επομένως δεν δύναται να αποτελέσει μέρος των υπό έκδοση διαταγμάτων. Αντιθέτως, σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων, οι Εναγόμενοι 2-4 δεν θα χάσουν ούτε και θα αποστερηθούν μόνιμα την περιουσία τους, η οποία απλώς θα παραμείνει δεσμευμένη μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, αφού μάλιστα το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση τους. Ως εκ τούτου, με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν τίθεται ζήτημα καταστρατήγησης του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγομένων αναφορικά με την περιουσία τους δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Η επίκληση από τον δικηγόρο των Εναγομένων στην αγόρευση του άρθρου 26 του Συντάγματος δεν μπορεί να τύχει ενασχόλησης εφόσον αυτό το άρθρο δεν τυγχάνει καν αναφοράς στην ένσταση, είτε ως λόγος ένστασης είτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ως γνωστό, ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ.
  1. Τέλος, δεν έχει καταδειχθεί πως η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη, αλλά αντιθέτως διαφαίνεται πως αυτή καταχωρίστηκε σε μια γνήσια προσπάθεια της Ενάγουσας να διασφαλίσει τα δικαιώματα της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της ως προς την είσπραξη του λαβείν της. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει πως πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης, εξαιρουμένου του ενός αποξενωθέντος ακινήτου του Εναγομένου
  2. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
  3. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 και ή στους αντιπροσώπους και ή πληρεξουσίους αντιπροσώπους αυτού, να πωλήσουν και ή υποθηκεύσουν και ή μεταβιβάσουν και ή διαθέσουν και ή επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο τα ακίνητα · υπ΄ αρ. εγγραφής .07, Φ./Σχ. .Ε2, τεμάχιο ..5, οικόπεδο, τοποθεσία . το 1/3 μερίδιο · υπ΄ αρ. εγγραφής .83, Φ./Σχ. .02, τεμάχιο ..60, χωράφι, τοποθεσία . το 1/3 μερίδιο μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  4. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 3 και ή στους αντιπροσώπους και ή πληρεξουσίους αντιπροσώπους αυτού, να πωλήσουν και ή υποθηκεύσουν και ή μεταβιβάσουν και ή διαθέσουν και ή επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητο · υπ΄ αρ. εγγραφής .80, Φ./Σχ. .02, τεμάχιο ..53, χωράφι, τοποθεσία . το 1/1 μερίδιο μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 4 και ή στους αντιπροσώπους και ή πληρεξουσίους αντιπροσώπους αυτού, να πωλήσουν και ή υποθηκεύσουν και ή μεταβιβάσουν και ή διαθέσουν και ή επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητο · υπ΄ αρ. εγγραφής .80, Φ./Σχ. .18, τεμάχιο ..02, χωράφι, τοποθεσία . το 1/1 μερίδιο μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 2-4 - Καθ΄ ων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.