← Κύπρος

ΦΩΤΟΣ ΤΣΙΓΓΗΣ ΛΤΔ κ.α. ν. COCA-COLA HBC CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 183/2014, 15/2/2022

ΦΩΤΟΣ ΤΣΙΓΓΗΣ ΛΤΔ κ.α. ν. COCA-COLA HBC CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 183/2014, 15/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 183/2014 Μεταξύ:

  1. ΦΩΤΟΣ ΤΣΙΓΓΗΣ ΛΤΔ, από τη Δερύνεια
  2. XXXXX XXXXX ΤΣΙΓΓΗΣ (XXXXX), από τη Δερύνεια Εναγόντων -και- COCA-COLA HBC CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Εναγόμενων Ημερομηνία 15.2.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Παρασκευά για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κα Παπαπέτρου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ I. ΟΙ ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ i. Η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων
  3. Μέσω του ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησαν οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους, ως απώλεια ενοικίων και/ή διαφυγόντα κέρδη καθώς και ποσό που αντιπροσωπεύει συμφωνηθείσα δυνάμει ενοικιαστηρίου συμβολαίου αύξηση ενοικίου.
  4. Ειδικότερα εκεί αναφέρουν, όπως μπορώ να συνοψίσω, ότι η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με την νομοθεσία και ο Εναγόμενος 2 είναι κάτοικος Δερύνειας. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες ήταν και είναι ιδιοκτήτες μιας αποθήκης που βρίσκεται εντός της βιομηχανικής περιοχής Δερύνειας και ειδικότερα εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φ/σχ 33/45W2 και με νέα στοιχεία ως εξής: αριθμός εγγραφής XXXXX, τεμάχιο XXXXX, σχέδιο 2-288-380, τμήμα 4 (η «Αποθήκη»). Οι δε Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη νομοθεσία με έδρα στη Λευκωσία και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν οι ενοικιαστές της Αποθήκης.
  5. Κατά ή περί την 01.12.2003 οι Ενάγοντες ενοικίασαν δυνάμει γραπτής συμφωνίας στους Εναγόμενους την Αποθήκη για την περίοδο από τις 1.12.2003 μέχρι τις 31.11.2008 και με αποκλειστικό δικαίωμα ανανέωσης προς όφελος των Εναγόμενων, από τις 1.12.2008 μέχρι τις 30.11.2013 (η «Συμφωνία»). Δυνάμει της Συμφωνίας το ενοίκιο καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ. 2.307 ή το ισάξιο με αυτό ποσό σε €3.941 μηνιαίως. Η έναρξη της ενοικίασης ήταν η 1.12.2003 και προβλεπόταν αύξηση στο ύψους του ενοικίου προς 4% ετησίως.
  6. Κατά ή περί τις 29.10.12, οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τους Ενάγοντες ότι τερματίζουν την ενοικίαση στις 31.1.2013 και στις 6.2.2013 παρέδωσαν την κατοχή της Αποθήκης στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες πληροφόρησαν τους Εναγόμενους με την επιστολή ημερομηνίας 26.2.2013 ότι δεν αποδέχονται τον τερματισμό και ότι θα διεκδικήσουν τα ενοίκια τους ως αποζημίωση για όλη την περίοδο από την 1.2.2013 και για όση περίοδο θα παρέμεινε η Αποθήκη άνευ ενοικίασης. Οι Ενάγοντες έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα για να ενοικιάσουν την Αποθήκη αναθέτοντας το ζήτημα σε μεσίτες και δημοσιεύοντας τη διαθεσιμότητα της Αποθήκης για ενοικίαση σε εφημερίδες, αλλά δεν κατέστη δυνατό, με αποτέλεσμα η Αποθήκη μέχρι και τις 30.11.2013 να μην έχει ενοικιαστεί.
  7. Οι Ενάγοντες στις 20.12.13 απέστειλαν επιστολή προς τους Εναγόμενους και τους ενημέρωναν ότι η Αποθήκη δεν είχε ενοικιαστεί μέχρι τις 30.11.2013, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά ύψους €46.102,80 που αντιστοιχεί με συμφωνημένο ενοίκιο της περιόδου από 1.2.2013 μέχρι 30.10.
  8. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες κατά το λογιστικό έλεγχο που πραγματοποίησαν από την έναρξη της ενοικίασης, τις 1.12.2007 και μέχρι την 31.4.2008 και από τις 30.11.2008 μέχρι τις 31.11.2013 διαπίστωσαν ότι οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν προς όρο της Συμφωνίας Ενοικίασης που αφορούσε στην αύξηση του ενοικίου προς 4% επί του εκάστοτε ετήσιου ενοικίου, με αποτέλεσμα να προκύψει διαφορά ύψους €35.016,
  9. Οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν συνολικώς το ποσό των €82.005,01 εντός 10 ημέρων αλλά αγνόησαν της εκκλήσεις των Εναγόντων.
  10. Οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα τερμάτισαν την Συμφωνία Ενοικίασης, ποσό ύψους €46.102,80 ως αποζημίωση και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια ενοικίων δια την περίοδο από 1.2.2013 μέχρι 30.11.
  11. Αξιώνουν επίσης ποσό ύψους €35.015,21 ως δεδουλευμένα ενοίκια για δύο χρονικές περιόδους, ήτοι για την περίοδο από 1.12.2007 μέχρι και 30.4.2008 και από 30.11.2008 μέχρι 30.11.
  12. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι Ενάγοντες περιόρισαν το δεύτερο σκέλος της απαίτησης του σε ποσό ύψους €27.198,16, για τη χρονικό περίοδο από τις 1.1.2008 μέχρι τις 30.4.2008 και από τις 1.12.2008 μέχρι τις 30.1.2013.[1] ii. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγόμενων
  13. Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ήγειραν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι οι Ενάγοντες κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή να αξιώνουν οποιεσδήποτε θεραπείες και η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και/ή ως ουσιαστικά και/ή νομικά αβάσιμη καθότι η Συμφωνία συνάφθηκε μεταξύ των XXXXX Τσίγγη και του Ενάγοντα με αρ. 2, ως ιδιοκτήτες της Αποθήκης, και των Εναγόμενων ως Ενοικιαστές. Ουδεμία συμφωνία, ισχυρίζονται, συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 εταιρείας και των Εναγόμενων.
  14. Αποδέχτηκαν την ύπαρξη της ενοικίασης όμως ουδέποτε ανανέωσαν την Συμφωνία σύμφωνα με τους όρους αυτής και ισχυρίστηκαν ότι συνέχισαν να κατέχουν την Αποθήκη μετά την λήξη της πρώτης περιόδου, ήτοι μέχρι την 30/11/2008, με την σιωπηρή συναίνεση των Εναγόντων. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά προέβαλαν ότι η σιωπηρή συνέχιση της ενοικίασης της Αποθήκης από την 01/12/2008 και έπειτα κατέστη ενοικίαση από μήνα σε μήνα.
  15. Ισχυρίστηκαν ότι τερμάτισαν νόμιμα και έγκυρα την Συμφωνία δίδοντας σαφή, έγκυρη και σε εύλογο χρόνο προειδοποίηση στους Ενάγοντες και ότι ελλείπει οποιαδήποτε πρόνοια στην Συμφωνία όσον αφορά τον τερματισμό και/ή τις προϋποθέσεις τερματισμού της Ενοικίασης της Αποθήκης. Περαιτέρω ανέφεραν ότι κατά ή περί την 29/10/2012 κοινοποίησαν στους Ενάγοντες την πρόθεσή τους για τερματισμό της Συμφωνίας την 31/01/2013 και οι Ενάγοντες δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση είτε γραπτώς είτε προφορικά όσον αφορά τον τερματισμό από τους Εναγόμενους. Επίσης, ισχυρίστηκαν ότι όταν οι Εναγόμενοι παρέδωσαν κατοχή της Αποθήκης την 06/02/2013 στους Ενάγοντες και πάλι οι Ενάγοντες δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση για τον τερματισμό της Συμφωνίας.
  16. Ενώ αποδέχτηκαν ότι έλαβαν την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 20/12/13, αρνήθηκαν ότι έλαβαν την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 26/2/
  17. Προέβαλαν, διαζευκτικά, τη θέση ότι η εν λόγω επιστολή περί μη αποδοχής του τερματισμού είναι εκπρόθεσμη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν σιωπηρά την ειδοποίηση τερματισμού και τον τερματισμό της Συμφωνίας. Ισχυρίστηκαν δε ότι η μη αποδοχή του τερματισμού της ενοικίασης από τους Ενάγοντες τους κοινοποιήθηκε καθυστερημένα και οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν ενοίκια ως αποζημιώσεις από την 01/02/2013 και για όση περίοδο παρέμεινε ξενοίκιαστη η Αποθήκη. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν έγκαιρα όλα τα απαραίτητα και/ή αναγκαία μέτρα για την ενοικίαση της αποθήκης και/ή για μετριασμό των ζημιών τους.
  18. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι οι ίδιοι συμμορφώθηκαν πλήρως με τους όρους της Συμφωνίας και κατά την διάρκεια της ενοικίασης της Αποθήκης οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν και/ή οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες ότι παρέλειψαν να καταβάλουν το συμφωνηθέν ενοίκιο και/ή την συμφωνημένη αύξηση βάσει της Συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι κάθε μήνα κατέβαλλαν το συμφωνημένο ενοίκιο στους Ενάγοντες χωρίς να διαμαρτυρηθούν ποτέ οι Ενάγοντες ότι το ενοίκιο είναι ελλιπές και/ή ότι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της Συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά ότι δεν κατέβαλαν την συμφωνημένη αύξηση με την επιστολή των Εναγόντων την 20/12/2013, δηλαδή 14 μήνες μετά την ειδοποίηση τερματισμού της ενοικίασης από τους Εναγόμενους και 10 μήνες περίπου μετά την παράδοση κατοχής της Αποθήκης στους Ενάγοντες.
  19. Ισχυρίστηκαν, διαζευκτικά, ότι δεν οφείλουν να καταβάλουν εκ των υστέρων την εν λόγω αύξηση καθότι οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν το συμφωνηθέν ενοίκιο κάθε μήνα και οι Ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν την εν λόγω αύξηση από τους Εναγόμενους με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι έχουν παραιτηθεί σιωπηρά από τον εν λόγω όρο της Συμφωνίας.
  20. Τέλος αρνήθηκαν ότι οφείλουν οποιαδήποτε ποσά προς τους Ενάγοντες και ζήτησαν την απόρριψη των Εναγόντων με έξοδα εις βάρος τους. iii. Η Απάντηση των Εναγόντων
  21. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας 2 είναι ένας από τους Ιδιοκτήτες, ο δε Ενάγοντας 1 είναι το νομικό πρόσωπο το οποίο διαδέχθηκε στην ιδιοκτησία τον κ. XXXXX Τσίγγη και στον οποίο οι Εναγόμενοι χρόνια πλήρωναν το ενοίκιο χωρίς να διαμαρτύρονται. Αρνήθηκαν τη θέση των Εναγόντων περί ύπαρξης ενοικίασης από μήνα σε μήνα, ισχυρίστηκαν ότι η επιστολή ημερ. 26.2.13 ταχυδρομήθηκε δεόντως στην οδό XXXXX 66, XXXXX XXXXX και δεν επιστράφηκε ποτέ, ότι η περίοδος ενοικίασης καθοριζόταν από τη Συμφωνία και δεν υπήρχε δικαίωμα τερματισμού νωρίτερα, ότι οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να καταβάλλουν το συμφωνηθέν ενοίκιο ανεξάρτητα εάν ζητείτο ή όχι και απέρριψαν τους ισχυρισμούς τους σιωπηρής αποδοχής του τερματισμού της Συμφωνίας ή παραίτησης από τις αξιώσεις τους. II. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  22. Προς υποστήριξη της απαίτησης των Εναγόντων, ως μάρτυρες κατέθεσαν οι XXXXX Τσίγγης (ΜΕ1) Διευθυντής της Ενάγουσας 1 και η XXXXX Τσίγγη (ΜΕ2) Διευθύντρια της Ενάγουσας 1 και σύζυγος του ΜΕ
  23. Από την πλευρά των Εναγόμενων κατέθεσε η XXXXX Χατζηπιερή (ΜΥ1) μία εκ των διευθυντών των Εναγόμενων. i. XXXXX Τσίγγης - ΜΕ1
  24. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας 1 και αδελφός του Ενάγοντα
  25. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο 'Α') και παρουσίασε τα Τεκμήρια 1-12 προς υποστήριξη των θέσεων του. Ανέφερε ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα 2, ο οποίος είναι αδελφός του, όπως προβεί στην πιο πάνω δήλωση του με το περιεχόμενο της οποίας ο Ενάγοντας 2 συμφωνεί πλήρως.
  26. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών από τις 24/6/1987 ως «ΦΩΤΗΣ ΤΣΙΓΓΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ» και μετονομάστηκε σε «ΦΩΤΟΣ ΤΣΙΓΓΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ» στις 29/12/1987 και ότι είναι η ιδιοκτήτρια της Αποθήκης. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και, ως έχει πληροφορηθεί, έχει αλλάξει ονομασία πρόσφατα σε COCA-COLA HBC CYPRUS LTD.
  27. Επισύναψε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της Συμφωνίας Ενοικίασης, επεξηγώντας ότι δεν έχει εντοπίσει το πρωτότυπο και ανέφερε ότι δυνάμει αυτής οι Ενάγοντες ενοικίασαν την Αποθήκη στους Εναγόμενους για χρονική περίοδο από 1.12.2003 μέχρι τις 31.11.08 και με αποκλειστικό δικαίωμα ανανέωσης από τις 1.12.2008 μέχρι τις 31.11.
  28. Ανέφερε ότι σύμφωνα με την Συμφωνία Ενοικίασης το ενοίκιο το οποίο είχε συμφωνηθεί ανερχόταν σε ποσό ύψους Λ.Κ. 2.307 ή το ισάξιο με αυτό το ποσό σε €3.941 μηνιαίως. Η έναρξη της ενοικίασης ήταν από τις 1.12.2003 και προβλεπόταν αύξηση στο ενοίκιο προς 4% ετησίως. Οι Εναγόμενοι κάνοντας χρήση του αποκλειστικού δικαιώματος της ανανέωσης της Συμφωνίας Ενοικίασης, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την Αποθήκη από τις 1.12.2008 μέχρι τις 6.2.2013 οπότε και παρέδωσαν την κατοχή της Αποθήκης στους Ενάγοντες χωρίς όμως να πληρώσουν ολόκληρο το συμφωνημένο ενοίκιο. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι από τις 3.1.2008 μέχρι και τις 4.1.2013 αρνήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των €27.198,12 το οποίο αφορά την αύξηση των ενοικίων για την πιο πάνω περίοδο.
  29. Κατά ή περί τις 29.10.12 οι Εναγόμενοι με επιστολή τους προς τους Ενάγοντες τους πληροφόρησαν ότι τερματίζουν την ενοικίαση από τις 31.1.2013 και στις 6.2.2013 παρέδωσαν την κατοχή της Αποθήκης στους Ενάγοντες. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής των Εναγόμενων επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
  30. Με επιστολή ημερομηνίας 26.2.2013 οι δικηγόροι των Εναγόντων ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι δεν αποδέχονται τον τερματισμό και ότι θα διεκδικούσαν τα ενοίκια τους για την χρονική περίοδο δια την οποία η Αποθήκη θα παρέμενε άνευ ενοικιαστή, δηλαδή από τις 1.2.2013 μέχρι τις 31.11.
  31. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
  32. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ένεκα του προώρου τερματισμού της Συμφωνίας από τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες υπέστηκαν απώλεια ενοικίων ύψους €46.102,80 για την χρονική περίοδο από τις 1.2.2013 μέχρι και τις 30.11.
  33. Ακολούθως ο ΜΕ1 επεξήγησε με λεπτομέρεια τις προσπάθειες των Εναγόντων για ενοικίαση της Αποθήκης προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι καταβλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων εύλογες προσπάθειες προς μετριασμό της ζημιάς τους παρουσιάζοντας προς τούτο σχετικά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 7-
  34. Επίσης, ανέφερε ότι οι «με επιστολή ημερομηνίας 26.2.13, οι δικηγόροι μας ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι δεν αποδεχόμαστε τον τερματισμό και ότι θα διεκδικήσουμε τα ενοίκια μας για την χρονική περίοδο κατά την οποία η αποθήκη θα παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή»[2] (Τεκμήριο 11). Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού της ΣΠΕ Μακράσυκας από την οποία, όπως ανέφερε, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν τη συμφωνημένη αύξηση με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιά ύψους €27.198,12 την οποία επίσης αξιώνουν από τους Εναγόμενους.
  35. Aντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό όπου κατατείθοντο τα ενοίκια και από το 2008 «ενημερώναμε» τον υπεύθυνο της Αποθήκης ο οποίος τους έλεγε ότι θα διευθετείτο η καταβολή της αύξηση και ότι επρόκειτο για «μια παρεξήγηση». Ερωτώμενος εάν η αύξηση ζητήθηκε από την αρχή ή όταν αποχώρησε η Εναγόμενη από την Αποθήκη απάντησε ότι: «όταν έφυγε με κάλεσαν να πάω στα γραφεία τους για να μου δώσουν την αποζημίωση και η αποζημίωση που θα μου έδιναν τελικά που είπαν να μου δώσουν το ψυγείο και €10.000 το οποίο δεν το δέχτηκα. Και εγώ τότε τους είπα τουλάχιστον δώστε μου €30.000 που δικαιούμαι και μου είπαν σε 1 εβδομάδα να το κανονίσουμε και παράλληλα μου ζήτησαν παράταση λίγες ημέρες για να τα μεταφέρουν αλλού για 6 ημέρες. Τους είπα δεν υπάρχει πρόβλημα. Εν τω μεταξύ μου είπαν ότι θα μου κανόνιζαν τα ποσά. Σημείωσε ότι μας είπαν ότι ήταν 300 κυβικά μέτρα το ψυγείο και καινούριο γύρω στις €50.000 όπως ήταν η αξία του. Την τρίτη ημέρα της παράτασης πέρασα από τις αποθήκες και ήταν όλα κλειστά. Την άλλη ημέρα η ώρα 8:10 έφυγα από το σπίτι μου να πάω Λεμεσό και είπα να περάσω να τους δω. Είδα το ψυγείο, το κατέβασαν το ψυγείο, διαλυμένο. Όταν ρώτησα τους υπαλλήλους και μου είπαν ότι κάνουμε κάτι που δεν θέλω να το κάνω. Ξήλωσαν το ψυγείο πόσα κυβικά. Και πήρα αμέσως τηλέφωνο την εταιρεία στη Λευκωσία, πήρα έναν υπεύθυνο που ήταν Ελλαδίτης, μου λέει δεν έχω ιδέα. Παίρνω τον υπεύθυνο κο Γ. Πιττιρή που ήταν υπεύθυνος στην αποθήκη εκεί και η απάντηση του ήταν ότι 'οι καλαμαράδες μας κοροϊδεύουν όλους' και φόρτωσαν τα πράγματα πάνω στο τρακ και τα μετέφεραν δεν ξέρω που τα πήραν. Σημείωσε ότι το ψυγείο ήταν καλής κατάστασης παρά το ότι ήταν 10 χρόνια μεταχειρισμένο και μπορούσαμε να δεχτούμε με αυτά και με άλλο ποσό και ας πήγαιναν στο καλό.»
  36. Σε υποβολή της κας Παπαπέτρου ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση ότι οι Ενάγοντες ζήτησαν αύξηση ενοικίου με την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 20.12.13 (Τεκμήριο 11) απάντησε ότι όταν 2-3 μήνες δεν καταβλήθηκε η αύξηση ειδοποίησε «τον άνθρωπο, τον υπεύθυνο εκεί, τον κο XXXXX», τον ρώτησε τί έπρεπε να κάνει και του είπε «να μην κάνει τίποτε», ότι θα έρθει εκείνος σε επαφή μαζί τους και ότι «μπορεί να σταματήσουμε να σου δίνουμε και το ενοίκιο και ξέρεις λέει μου μπορείς να πάεις Δικαστήριο και να κάνεις 4-5 χρόνια, όμως εγώ είχα τα δάνεια μου, δεν μπορούσα εγώ να σταματήσω να δίνω δόση έναντι των δανείων» τα οποία «εμάς τα δάνεια μας έτρεχαν με 7% επιτόκιο».
  37. Ερωτώμενος εάν γνωρίζει αν απεβίωσε σήμερα ο κος XXXXX Πιττηρής απάντησε πως το γνωρίζει «αλλά παράλληλα, επειδή το λέτε αυτό» ανέφερε ότι ο ΜΕ1 είχε τηλεφωνική συνομιλία «και με τον κύριο Χειμώνα» ο οποίος, ως ανέφερε, ήταν διευθυντής των Εναγόμενων στη Λευκωσία, ο οποίος έχει σταματήσει αλλά συνεχίζει να συνεργάζεται με τους Εναγόμενους. Τίποτε άλλο δεν ερωτήθηκε για το θέμα.
  38. Ερωτώμενος από την κα Παπαπέτρου εάν υπάρχει κάπου γραπτώς να δει πως υπολογίστηκε το ποσό των €27.198,12 απάντησε ότι «όχι, αυτό το υπολόγισα και η γυναίκα μου στο σπίτι μας. Μπορεί να μην είναι και τόσο, δεν ξέρω. Είπα περίπου θα είναι εκείνο το ποσό.». Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα 1 ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία και ο ίδιος απάντησε ότι η χειρόγραφη προσθήκη στη Συμφωνία ήταν για να προστεθεί το όνομα της Ενάγουσας 1 καθότι η Συμφωνία την είχαν ετοιμάσει οι Εναγόμενοι. Τέλος, επεξήγησε ξανά με λεπτομέρεια τα μέτρα που έλαβαν οι Ενάγοντες για μετριασμό της ζημιάς τους αναφέροντας επιπλέον, εφόσον ερωτήθηκε συγκεκριμένα, ότι, ανάρτησε και πινακίδα ενοικίασης πάνω στο κτήριο της Αποθήκης.
  39. Στα πλαίσια της επανεξέτασης του ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ότι δίπλα από το «XXXXX» υπάρχει διαγραφή του «και» και χειρόγραφη σημείωση «Τσίγκης Δ» και η αναφορά σε «Τσίγκης Δ» είναι «της εταιρείας». ii. XXXXX Τσίγγη - ΜΕ2
  40. Η ΜΕ2 μια εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας 1 και σύζυγος του ΜΕ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και ανέφερε ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη εκ μέρους του Ενάγοντα 2 να προβεί στην εν λόγω γραπτή δήλωση με το περιεχόμενο της οποίας συμφωνεί πλήρως. Η ΜΕ2 επεξήγησε με αναφορά στα ποσά που καταβλήθηκαν από τους Εναγόμενους όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12, καταλήγοντας ότι το πραγματικό ποσό που οφείλεται ως αύξηση είναι το ποσό των €27.716,
  41. Επεξήγησε εκ παραδρομής το ποσό που αξιώνεται με την Έκθεση Απαίτησης είναι χαμηλότερο και συγκεκριμένα ανέρχεται σε ποσό των €27.198,12 και για το λόγο αυτό οι Ενάγοντες περιορίζουν την απαίτηση τους στο τελευταίο αυτό, δικογραφημένο, ποσό.
  42. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνωρίζει τα λογιστικά της Ενάγουσας 1 και γι' αυτό επιμένει στο περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι ο ΜΕ1 επικοινωνήσει με άτομα από τους Εναγόμενους οι οποίοι υπόσχονταν «ότι θα μιλούσαν με τη Λευκωσία και ο σύζυγος μου πηγαινοερχόταν και του είπαν να μην επιμένουν μην σε αφήσουν και χωρίς ενοίκιο. Είχαμε ανάγκη αυτά τα λεφτά για το λόγο ότι είχαμε υψηλότοκα δάνεια και έδωσα το πατρικό μου σπίτι για τα δάνεια επειδή στο τέλος έμεινε απλήρωτο το δάνειο.» iii. XXXXX Χατζηπιερή - ΜΥ1
  43. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι μια εκ των διευθυντών των Εναγόμενων και κατέθεσε σχετική έρευνα του Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Τεκμήριο 13 από την οποία προκύπτει, ως ανέφερε, και η αλλαγή ονόματος των Εναγόμενων από Lanitis Bros Ltd σε Coca-Cola HBC Cyprus Ltd.
  44. Ανέφερε ότι η Συμφωνία υπογράφηκε από τον τότε γενικό διευθυντή και διευθύνων σύμβουλο των Εναγόμενων, κο XXXXX Σπανό και από τους XXXXX Δ. Τσίγγη και τον Ενάγοντα 2, στην παρουσία 2 μαρτύρων, του κου Πιττηρή και του κου Ματθαίου. Οι όροι της ενοικίασης έτυχαν διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, συμφωνήθηκαν και έπειτα συντάχθηκε και υπογράφηκε από τα μέρη. Ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, στη Συμφωνία αρχικά αναγραφόταν «XXXXX και XXXXX XXXXX Τσίγγη» και έπειτα διαγράφηκε το «και» και συμπληρώθηκε το «ΤΣΙΓΓΗΣ Δ. και». Το «Δ.», ανέφερε, είναι το μεσαίο όνομα του κύριου Τσίγγη και, όπως ανέφερε, ο ίδιος ο ΜΕ1 ήθελε να αναγραφεί όλο το όνομα και έγινε η διόρθωση. Υπέδειξε ότι φαίνεται και από άλλα τεκμήρια ότι το μεσαίο όνομα του κου Τσίγγη είναι το «XXXXX», όπως στο Τεκμήριο 7 και το Τεκμήριο
  45. Ακολούθως αναφέρθηκε στη ρήτρα ανανέωσης της Συμφωνίας και ότι ουδέποτε στάλθηκε οτιδήποτε γραπτώς από τους Εναγόμενους για ανανέωση αυτής ενώ συνέχισαν να κατέχουν την Αποθήκη χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε σχετικό παράπονο. Περί το έτος 2012, η διεύθυνση των Εναγόμενων αποφάσισε να κλείσει όλες τις περιφερειακές αποθήκες στην Κύπρο και προς τούτο κατά την 29/10/12 παραδόθηκε στον κο XXXXX Τσίγγη γραπτή προειδοποίηση τερματισμού της Συμφωνίας (Τεκμήριο 5). Συνέχισε, «ουδέποτε έφερε αντίρρηση στον τερματισμό, ουδέποτε μας είπε ότι δεν δέχεται τον τερματισμό και ειδικότερα δεν μας είπε ότι θα διεκδικούσε αποζημιώσεις.» Δέχτηκε, ως ανέφερε, ο ΜΕ1 την επιστολή τερματισμού και του παραδώσαμε τα κλειδιά της αποθήκης την 6.2.13 όπου και πάλιν δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση.
  46. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν στα αρχεία τους την επιστολή ημερομηνίας 26.2.13 (Τεκμήριο 6) με την οποία οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν ότι οι XXXXX και XXXXX XXXXX Τσίγγη θα διεκδικούσαν το ενοίκιο για όλη την περίοδο που η αποθήκη θα έμενε άνευ ενοικίασης και την ετήσια αύξηση.
  47. Ανάφερε επίσης ότι προέβη σε έρευνα για να καταλάβει για ποιο λόγο δεν καταβλήθηκε η συμφωνηθείσα αύξηση από 1/12/08 και έπειτα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι, «από την έρευνα διαπίστωσα ότι, επειδή η συμφωνία ενοικίασης, τεκμήριο 4, δεν ανανεώθηκε γραπτώς από εμάς, δεν περάστηκε στο λογιστικό μας σύστημα και δεν φαινόταν ότι θα έπρεπε να καταβάλλαμε και 4% αύξηση ετησίως. Οπόταν το λογιστικό τμήμα κατέβαλλε το ενοίκιο χωρίς την αύξηση. Ουδέποτε μας ενημέρωσε προφορικά ή γραπτά ο κος Τσίγγης ότι δεν καταβάλλαμε την αύξηση και ότι θα έπρεπε να την καταβάλουμε. Η καταβολή του ενοικίου χωρίς την αύξηση γινόταν από την 1/12/2008 μέχρι και την ημέρα που παραδώσαμε κατοχή της αποθήκης, δηλαδή μέχρι την 6.2.
  48. Καταβάλλαμε το ενοίκιο κάθε μήνα, έβλεπε ο κος XXXXX Τσίγγης και η σύζυγος του το ενοίκιο κάθε μήνα αλλά δεν μας όχλησαν ότι αυτό καταβάλλεται χωρίς την αύξηση. Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν την αύξηση από την αρχή της ενοικίασης το 2003 μέχρι και την 30/11/
  49. Δεν υπήρχε λόγος να μην καταβάλουμε την αύξηση από την 1/12/08 μέχρι και το
  50. Φαίνεται ότι έγινε λάθος από το λογιστικό τμήμα, για τον λόγο που αναφέρω πιο πάνω. Αν μας ενημέρωνε ο κος Τσίγγης ή ο Εναγόμενος αρ. 2 θα τους καταβάλλαμε την αύξηση. Είναι η θέση μας ότι δεν μπορεί να αξιούν οι Ενάγοντες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την αύξηση του ενοικίου.»
  51. Ανάφερε ότι «είναι πολύ σημαντικό να αναφέρω ότι η coca cola είναι ένας πολύ σοβαρός οργανισμός και ουδέποτε θα απειλούσε κάποιον συνεργάτη της ή τρίτο άτομο με το οποίο σύναψε συμφωνία.» Προς τούτο απέρριψε τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 και είπε ότι ουδέποτε ο ίδιος έκανε παράπονο για αύξηση ενοικίου και η αξίωση του για την αύξηση προβλήθηκε μετά την αποχώρηση τους από το Υποστατικό «κατόπιν εκ των υστέρων σκέψεων». Συνεχίζει, «αν από την αρχή ήθελε την αύξηση είμαι σίγουρη ότι θα μας έστελνε κάτι γραπτώς».
  52. Επίσης πρόβαλε τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιούν ενοίκια καθότι «όφειλαν ως ιδιοκτήτες να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για ενοικίαση της αποθήκης από την ημέρα που τους ενημερώσαμε γραπτώς ότι τερματίζαμε τη συμφωνία ενοικίασης, δηλαδή από την 29/10/12.»
  53. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το 2016 διορίστηκε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Εναγόμενων, ότι από το 2006 εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγόμενων και ότι κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας δεν εργαζόταν στους Εναγόμενους. Ερωτώμενη πώς γνωρίζει τα όσα αναφέρει περί της σύναψης της συμφωνίας απάντησε ότι μίλησε για το θέμα αυτό με τον κο Σπανό, ο οποίος υπογράφει τη συμφωνία. Ανέφερε ότι ο κος Πιττυρής δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ΜΕ1 και ότι σε κάθε περίπτωση ουδέποτε ο κος Πιττυρής έθεσε οποιοδήποτε ζήτημα στους Εναγόμενους για αύξηση ή ανανέωση ενοικίου. Σε ερώτηση της κας Παρασκευά ποιος ο λόγος που αποστάλθηκε ειδοποίηση τερματισμού 3 μηνών και όχι 1 μηνός απάντησε ότι δίνεται η ευκαιρία στον ιδιοκτήτη να πράξει αναλόγως για τις δικές του ενέργειες. Επέμεινε στη θέση της ότι το Τεκμήριο 6 δεν έχει εντοπιστεί στα αρχεία των Εναγόμενων. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με την καταβολή της αύξησης σε κάποια χρονικά διαστήματα και σε άλλα όχι, ανέφερε ότι σίγουρα θα πρέπει να έχει καταβληθεί κάποια αύξηση αλλά επέμεινε στις θέσεις της περί λάθους στο λογιστικό σύστημα των Εναγόντων. III. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
  54. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι παρουσίασαν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους προωθώντας τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων ήταν βοηθητικές προς το Δικαστήριο το οποίο τις έχει μελετήσει. Δεν κρίνω πρόσφορο να προχωρήσω σε σύνοψη των θέσεων που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και αναφορά στα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. IV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡIΟΥ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
  55. Από της έγγραφες προτάσεις και από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, προκύπτουν τα πιο κάτω ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
  56. Την 1.12.200 οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τον Ενάγοντα 2 και ένα άλλο πρόσωπο το οποίο παρουσιάζεται επί του κειμένου της σχετικής συμφωνίας ως «XXXXX Τσίγγης Δ.», όπως οι τελευταίοι ενοικιάσουν στους πρώτους μια αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή Δερύνειας. Οι όροι της Συμφωνίας περιλήφθηκαν σε γραπτό κείμενο και υπογράφηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία 2 μαρτύρων. Η Συμφωνία είναι το Τεκμήριο 4 ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τους όρους της Συμφωνίας, η ενοικίαση της Αποθήκης ξεκινούσε στις 1.12.2003 και έληγε στις 31.11.2008 με αποκλειστικό δικαίωμα ανανέωσης εκ μέρους των Εναγόμενων το οποίο θα έπρεπε να εξασκείτο, εάν αυτή ήταν η επιθυμία των Εναγόμενων, μέσω σχετικής γραπτής ειδοποίησης 3 μήνες πριν τη λήψη της Συμφωνίας. Σε περίπτωση ανανέωσης, η ανανέωση θα ίσχυε μέχρι τις 31.11.
  57. Το ενοίκιο καθορίστηκε σε Λ.Κ. 2307 ή το ισάξιο ποσό σε €
  58. Επίσης, με βάση τους όρους της Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι ήταν υπόχρεοι να καταβάλλουν αύξηση ενοικίου ύψους 4% ετησίως καθ' όλη τη διάρκεια της ενοικίασης.
  59. Η Συμφωνία κατά τη λήξη της, δεν ανανεώθηκε συμφώνως με τον όρο 4 αυτής καθότι οι Εναγόμενοι δεν εξάσκησαν το αποκλειστικό τους δικαίωμα για ανανέωση της Συμφωνίας γραπτώς. Η ανανέωση έλαβε χώρα κατόπιν προφορικής συνεννόησης των συμβαλλόμενων. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ενώ μέσω της παραγράφου 10 της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι η ενοικίαση της Αποθήκης κατέστη ενοικίαση από μήνα σε μήνα, στα πλαίσια της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους Ενάγοντες, η θέση των Εναγόμενων ότι η ενοικίαση κατέστη ενοικίαση από μήνα σε μήνα έγινε αποδεχτή από την πλευρά των Εναγόντων.[3]
  60. Τόσο το συμφωνηθέν ενοίκιο όσο και η συμφωνηθείσα αύξηση καταβαλλόταν κανονικά από τους Εναγόμενους από την αρχή της ενοικίασης μέχρι σε κάποιο σημείο εντός του έτους 2008 όπου οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν κανονικά την συμφωνηθείσα αύξηση. Το σύνολο όμως των οφειλόμενων ενοικίων καταβαλλόταν κανονικά μέχρι και την 31.1.
  61. Τα πιο πάνω ποσά καταβάλλονταν από τους Εναγόμενους κάθε 1η έκαστη του μηνός σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στη ΣΠΕ Μακράσυκας επ' ονόματι του κου XXXXX Τσίγγη και του Ενάγοντα 2 (Τεκμήριο 12).
  62. Οι Εναγόμενοι με την επιστολή τους ημερομηνίας 29.10.2012 (Τεκμήριο 5) την οποία παρέδωσαν στον ΜΕ1 ενημέρωσαν τον ΜΕ1 και τον Ενάγοντα 2 ότι τερματίζουν την ενοικίαση από την 13.1.2013 και στις 6.2.13 παρέδωσαν την κατοχή της Αποθήκης στους Ενάγοντες. Εκεί αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «με την παρούσα σας δίδουμε από σήμερα 3 μήνες προειδοποίηση τερματισμού» της εν λόγω Συμφωνίας, δηλαδή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου
  63. Σε κατοπινό στάδιο, οι Ενάγοντες έλαβαν διάφορα μέτρα για ενοικίαση της Αποθήκης όπως διαφημίσεις σε εφημερίδες και ανάθεση ενοικίασης σε μεσίτες (βλ. Τεκμήρια 7 - 10). Στις 20.12.13 οι Εναγόμενοι παρέλαβαν επιστολή από τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 11) με την οποία οι δικηγόροι των Εναγόντων τους πληροφορούσαν δια το ότι η Αποθήκη δεν είχε ενοικιαστεί μέχρι την 30.11.13, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά ύψους €46.102,80 που αντιστοιχεί με συμφωνημένο ενοίκιο της περιόδου από 1/2/2013 μέχρι 30/10/
  64. Περαιτέρω ανέφεραν ότι προκύπτει διαφορά με βάση τον όρο 5 της Συμφωνίας (συμφωνηθείσα αύξηση) για το συνολικό ποσό ύψους €35.016,
  65. Τον Οκτώβριο του 2019 το όνομα των Εναγόμενων άλλαξε σε Coca-Cola HBC Cyprus Ltd.
  66. Για όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. V. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΠΙΛΥΣΗ
  67. Τα ζητήματα που απομένουν προς επίλυση από το Δικαστήριο είναι περιορισμένα και έχουν ως ακολούθως: (α) κατά πόσο συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία ήταν η Ενάγουσα 1 εταιρεία ή ο κος XXXXX Τσίγγης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων, (β) κατά πόσο ο τερματισμός που έλαβε χώρα στις 29.10.12 (Τεκμήριο 5) ήταν νόμιμος και έγκυρος, (γ) ένα όχι, κατά πόσο τα μέτρα που λήφθηκαν από τους Ενάγοντες για μετριασμό της ζημιάς τους ήταν εύλογα, (δ) κατά πόσο οι Ενάγοντες παραιτήθηκαν από τις αξιώσεις τους για την καταβολή της αύξησης του ενοικίου την οποία και προώθησαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων, με υπέρμετρη καθυστέρηση. Κατ΄ ίδιο πλέγμα, κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής το εξ επιείκειας κώλυμα με τις ίδιες πρακτικές συνέπειες για την απαίτηση των Εναγόντων.
  68. Δεν μου διαφεύγει επίσης η θέση των Εναγόμενων που προέβαλαν για πρώτη φορά δια μέσου της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου τους, ότι η Συμφωνία αποτελούσε άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, «αφού δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των ιδιοκτητών (ήτοι των Εναγόντων και των Εναγόμενων)». Η θέση αυτή δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο καθότι ουδόλως ήταν δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η Συμφωνία αποτελούσε εξ υπαρχής άκυρο έγγραφο. Είναι δε αντίθετη με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόμενων οι οποίοι επέμειναν σε όλη την έκταση της Υπεράσπισης τους ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο ήταν σε ισχύ μέχρι τη λήξη της πρώτης περιόδου ενοικίασης οπότε και η ενοικίαση κατέστη ενοικίαση από «μήνα σε μήνα», όχι ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο ήταν «εξ υπαρχής άκυρο». Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν η θέση αυτή ήταν δικογραφημένη, το Δικαστήριο δεν θα συμφωνούσε. Εν συντομία, η Συμφωνία ήταν έγκυρη καθότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία πληρούντο οι ελάχιστες τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 77

(1)του Κεφ. 149 (ήταν γραπτή, υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία δύο μαρτύρων). VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ 50. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη την αμεσότητα και σαφήνεια με την οποία απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, τις ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων (Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192) ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, τις αντιδράσεις τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273.) έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367). i. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1
  1. Ο ΜΕ1 είναι, όπως ανέφερα πιο πάνω, διευθυντής της Ενάγουσας
  2. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει το άμεσο συμφέρον της Ενάγουσας 1 στην έκβαση της υπόθεσης και η μαρτυρία του προσεγγίζεται με την ανάλογη περίσκεψη και προσοχή. Παρακολουθώντας τον όμως να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατήρησα ότι παρέμεινε σταθερός στις απόψεις του ενώ κατέθετε με αφοπλιστική απλότητα και χωρίς υπερβολές όταν η άλλη πλευρά του υπέβαλλε τις θέσεις της. Οι επεξηγήσεις που έδιδε είχαν ειρμό και συνοχή ενώ στα πλαίσια της αντεξέτασης του η ειλικρίνεια και αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις της κας Παπαπέτρου είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της αξιοπιστίας του. Τα όσα κατέθεσε βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, με την μαρτυρία της ΜΕ2 αλλά και με την κοινή λογική.
  3. Χαρακτηριστικό απόσπασμα του ανεπιτήδευτου στοιχείου της μαρτυρίας του, αποτελούν και οι πιο κάτω απαντήσεις του, σε υποβολή της κας Παπαπέτρου ότι ο ΜΕ1 το ποσό που αξιώνει ως αύξηση είναι «αυθαίρετο», όπου, χωρίς ίχνος υπερβολής ή προσπάθειας να αποφύγει να παραχωρήσει μια ξεκάθαρη απάντηση και με πλήρη νηφαλιότητα αλλά, και, απλότητα, απάντησε ότι, «μπορεί να κάναμε κάποιο λάθος δεν είμαι λογιστής. Να το βρούμε ακριβώς με τον λογιστή αν νομίζετε ότι έχε λάθος». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, σε ερώτηση της συνηγόρου για το εάν έχει οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με το πώς υπολογίστηκε το ποσό των €27.198,21 απάντησε, με την ίδια ειλικρινή διάθεση ότι «όχι, αυτό το υπολόγισε εγώ και η γυναίκα μου στο σπίτι μας. Μπορεί να μην είναι και τόσο σωστό, δεν ξέρω. Είπα περίπου, θα είναι εκείνο το ποσό.»
  4. Αναφορικά με τη θέση που πρόβαλε ερωτώμενος κατά πόσο οι Ενάγοντες αξίωσαν την αύξηση «από την αρχή ή όταν έφυγε η Κόκα - Κόλα από το υποστατικό;», ότι: «όταν έφυγε με κάλεσαν να πάω στα γραφεία τους για να μου δώσουν την αποζημίωση και η αποζημίωση που θα μου έδιναν τελικά που είπαν να μου δώσουν το ψυγείο και €10.000 το οποίο δεν το δέχτηκα. Και εγώ τότε τους είπα τουλάχιστον δώστε μου €30.000 που δικαιούμαι και μου είπαν σε 1 εβδομάδα να το κανονίσουμε και παράλληλα μου ζήτησαν παράταση λίγες ημέρες για να τα μεταφέρουν αλλού για 6 ημέρες. Τους είπα δεν υπάρχει πρόβλημα. Εν τω μεταξύ μου είπαν ότι θα μου κανόνιζαν τα ποσά. Σημείωσε ότι μας είπαν ότι ήταν 300 κυβικά μέτρα το ψυγείο και καινούριο γύρω στις €50.000 όπως ήταν η αξία του. Την τρίτη ημέρα της παράτασης πέρασα από τις αποθήκες και ήταν όλα κλειστά. Την άλλη ημέρα η ώρα 8:10 έφυγα από το σπίτι μου να πάω Λεμεσό και είπα να περάσω να τους δω. Είδα το ψυγείο, το κατέβασαν το ψυγείο, διαλυμένο. Όταν ρώτησα τους υπαλλήλους και μου είπαν ότι κάνουμε κάτι που δεν θέλω να το κάνω. Ξήλωσαν το ψυγείο πόσα κυβικά. Και πήρα αμέσως τηλέφωνο την εταιρεία στη Λευκωσία, πήρα έναν υπεύθυνο που ήταν Ελλαδίτης, μου λέει δεν έχω ιδέα. Παίρνω τον υπεύθυνο κο Γ. Πιττιρή που ήταν υπεύθυνος στην αποθήκη εκεί και η απάντηση του ήταν ότι 'οι καλαμαράδες μας κοροϊδεύουν όλους' και φόρτωσαν τα πράγματα πάνω στο τρακ και τα μετέφεραν δεν ξέρω που τα πήραν. Σημείωσε ότι το ψυγείο ήταν καλής κατάστασης παρά το ότι ήταν 10 χρόνια μεταχειρισμένο και μπορούσαμε να δεχτούμε με αυτά και με άλλο ποσό και ας πήγαιναν στο καλό.» και ότι: «όταν 2-3 μήνες δεν μου έστειλαν την αύξηση ειδοποίησα τον άνθρωπο τον υπεύθυνο εκεί του είπα 'XXXXX τί πρέπει να κάμω; Εγώ δεν ξέρω που τούντα πράματα. Νομίζω πρέπει να στείλω επιστολή' λέω του, μου λέει 'XXXXX μην κάμεις τίποτε. Θα έρθω εγώ επαφή και θα σε ενημερώσω σε 2-3 ημέρες. 'Εντάξει'. Σε 2-3 μέρες, μπορεί και 4-5 μέρες, μου λέει 'XXXXX μου έχουν πει αυτά τα πράματα να σου πω από το γραφείο, δεν είναι δική μου η άποψη αλλά' και 'τί είναι', μου είπαν ότι 'εάν στείλω επιστολή θα σταματήσει με μελλοντικά να με πληρώνουν για την αύξηση γιατί αυτοί όπως κατάλαβα υπολόγιζαν να μου αφήσουν το ψυγείο γιατί πλέον το ψυγείο δεν τους έκαμνε τίποτε και παράλληλα μπορεί να σταματήσουμε να σου δίνουμε και το ενοίκιο και ξέρεις λέει μου μπορείς να πάεις Δικαστήριο και να κάνεις 4-5 χρόνια, όμως εγώ είχα τα δάνεια μου, δεν μπορούσα εγώ να σταματήσω να δίνω δόση έναντι των δανείων μου και νομίζω να μείνεις μια μεγάλη εταιρεία, δεν έφαε κανενού λεφτά ως τωρά, αλλά σημείωσε ότι την εταιρεία δεν ήταν ο Λανίτης αγόρασε την η θυγατρική εταιρεία και ήρθε και δημιούργησε το πρόβλημα τούτο.»
  5. Αποτέλεσε τη θέση της κας Παπαπέτρου ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 περί των συνομιλιών του με τον κο Πιττυρή, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη καθότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται και ότι αυτό που δικογραφείται είναι «ότι ανεξάρτητα αν το ποσό ζητείτο ή όχι οι Εναγόμενοι είχαν συμβατική υποχρέωση να καταβάλλουν το συμφωνημένο ενοίκιο μαζί με την αύξηση.»[4]
  6. Ανατρέχοντας στη δικογραφία, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι μέσω της παραγράφου 17 της Υπεράσπισης τους ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι «οι Εναγόμενοι κάθε μήνα κατέβαλλαν το συμφωνημένο ενοίκιο στους Ενάγοντες χωρίς να διαμαρτυρηθούν ποτέ οι Ενάγοντες ότι το ενοίκιο ήταν ελλιπές και/ή ότι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της Συμφωνίας». Με την παράγραφο 13 της Απάντησης τους οι Ενάγοντες, σχετικά με το θέμα αυτό, δεν αρνούνται ρητά την πιο πάνω θέση των Εναγόμενων αλλά, περιορίζονται στο να διατυπώσουν την πιο πάνω θέση τους, ότι δηλαδή, «ανεξάρτητα αν το ποσό ζητείτο ή όχι οι Εναγόμενοι είχαν συμβατική υποχρέωση να καταβάλλουν το συμφωνημένο ενοίκιο μαζί με την αύξηση». Επομένως, ουδόλως προκύπτει από τα δικόγραφα οποιοσδήποτε ισχυρισμός γεγονότος που να αφορά τις συνομιλίες ή τις διαβεβαιώσεις που ελάμβανε ο ΜΕ1 από τους υπαλλήλους των Εναγόμενων ή έστω προβολή ισχυρισμού ότι το ποσό ζητήθηκε προφορικά από τον ΜΕ1, και ως εκ τούτου οι σχετικές αναφορές του ΜΕ1 στην παρ. 53 πιο πάνω, δεν μπορούν να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψη (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24).
  1. Αναφορικά με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 δια το ότι το όνομα «XXXXX Τσίγγης Δ» είναι αναφορά στην Ενάγουσα 1 και όχι στον ίδιο περιορίζομαι στο να σημειώσω ότι η ερμηνεία της Συμφωνίας αποτελεί θέμα νομικό και αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου ζήτημα με το οποίο απασχολούμαι κατωτέρω. Για ό,τι ενδιαφέρει για σκοπούς της μαρτυρίας του ΜΕ1 οι σχετικές αναφορές του δεν θα πρέπει να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν είναι επιτρεπτό, με βάση την πάγια νομολογία, στο παρόν Δικαστήριο να επαναδιατυπώσει τα όσα ρητώς αναφέρονται σε μια γραπτή συμφωνία αποδεχόμενο οποιαδήποτε εξωγενή μαρτυρία (βλ. Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν. Καλογήρου κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/09, απόφαση ημερ. 28.9.2015) πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων που δεν εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη & Νικόλαου Γ. Σάντη, Β' Έκδοση (Hippasus Publishing), Λευκωσία 2016 σελ. 375: «ο κανόνας συνίσταται στο ότι ένα έγγραφο περικλείει αληθώς και επακριβώς ό,τι είναι που αναφέρεται εκεί διότι μόνο έτσι είναι που μπορεί από απόψεως δικαίου να προσδοθεί βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές».
  2. Ο ΜΕ1 απάντησε με ευθύτητα τις ερωτήσεις της συνηγόρου αναφορικά με το ζήτημα του μετριασμού της ζημιάς του παραμένοντας σταθερός στις αρχικές του θέσεις. Λόγος έγινε στα πλαίσια της αγόρευσης της κα Παπαπέτρου ότι οι Ενάγοντες δεν μετρίασαν την ζημιά τους εφόσον (α) τα μέτρα που έλαβαν ήταν με καθυστέρηση 4 μηνών από την ειδοποίηση τερματισμού και (β) δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο τοποθέτησαν και πότε πινακίδες στην πρόσοψη της ακινήτου όταν ήταν διαθέσιμο για ενοικίαση. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της δικασίμου κατά την οποία αντεξετάζετο ο ΜΕ1 προκύπτει ότι η μοναδική συζήτηση που έγινε για το θέμα αυτό είχε ως εξής: «Ε. Έχετε κάνει, τα μόνα μέτρα που λάβατε όταν έφυγε η εταιρεία από την αποθήκη να βρείτε νέο ενοικιαστή; Α. Μόλις μας είπαν ότι θα εγκαταλείψουν κατά κάποιο τρόπο και δεν θα σας πληρώνουν πλέον διότι ισχυρίζονται ότι σταματά τότε και μετά που λίγο καιρό πήγα στο δικηγόρο είπα 'τί πρέπει να κάμω'; Και ο δικηγόρος μου είπε 'το πρώτο πράμα πρέπει να βρεις να το ενοικιάσεις και αν δεν βρεις να το ενοικιάσεις τότε να δούμε τι θα κάνουμε' και δημοσίευσα στις εφημερίδες , σε διάφορα γραφεία της περιοχής εκεί. Ε. Έχετε αναρτήσει και πινακίδα ενοικίασης; Α. Βέβαια, πάνω στο κτήριο, έγραψα ότι ενοικιάζονται αποθήκες.»
  3. Δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι τα μέτρα που λήφθηκαν για σκοπούς μετριασμού της ζημιάς των Εναγόντων, στα οποία αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, λήφθηκαν είτε με «καθυστέρηση» ή ότι ήταν για οποιονδήποτε άλλο λόγο ανεπαρκή ή μη εύλογα, ώστε να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί αναλόγως (βλ. Frederickou Schools Co Ltd a.o. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057) και ως εκ τούτου η πιο πάνω θέση των Εναγόμενων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω, η θέση της κας Παπαπέτρου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία δια το ότι οι Ενάγοντες δεν ανάρτησαν πινακίδα είναι αντίθετη με την σαφή απάντηση του ΜΕ1 που έδωσε σε ερώτηση της ίδιας ο οποίος τίποτε περαιτέρω ερωτήθηκε περαιτέρω για το θέμα αυτό.
  1. Περαιτέρω, δεν του υποβλήθηκε οτιδήποτε σε ό,τι αφορά τη θέση του ότι η Αποθήκη παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή για την περίοδο που ανέφερε και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη θέση του ότι η Αποθήκη μέχρι και την 30.11.2013 δεν είχε ενοικιαστεί σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
  2. Ούτε ο μάρτυρας δυνατό να καταστεί αναξιόπιστος επειδή υπάρχει μια διάσταση μεταξύ της Απάντησης και των όσων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου[5] εφόσον ουδόλως του υποβλήθηκε η διάσταση αυτή για να του δοθεί η ευκαιρία να επεξηγήσει τους λόγους που υπάρχει διάσταση αυτή ή να τοποθετηθεί.
  3. Η δε θέση του ΜΕ1 ότι «με επιστολή ημερομηνίας 26.2.13, οι δικηγόροι μας ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι δεν αποδεχόμαστε τον τερματισμό και ότι θα διεκδικούσαμε τα ενοίκια μας για την χρονική περίοδο κατά την οποία η αποθήκη θα παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή» συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 6 παρατηρείται ότι η εν λόγω επιστολή φέρει ημερομηνία 26.2.2013 και απευθύνεται προς την Εταιρεία «Α/Φοι Λανίτη Λτδ» και συγκεκριμένα στη διεύθυνση «Λευκωσία XXXXX XXXXX 66». Με βάση το Τεκμήριο 13 προκύπτει ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγόμενων, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε η ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου επαρκούν για σκοπούς δημιουργίας του τεκμηρίου ταχυδρόμησης με βάση των όσων λέχθηκαν στις Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R., Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895 και Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(2007)3 ΑΑΔ 415). Ως εκ τούτου, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μεταφέρθηκε στους ώμους των Εναγόμενων. Όμως τίποτε δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στον ΜΕ1 αναφορικά με το Τεκμήριο
  1. Δεν του υποβλήθηκε, για παράδειγμα, ότι η εν λόγω επιστολή ουδέποτε αποστάλθηκε ή ότι επί του περιεχομένου της αναγράφεται λανθασμένη διεύθυνση των Εναγόμενων. Ούτε και, εν πάση περιτπώσει, η θέση της ΜΥ1 ήταν τέτοια - η οποία περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι «δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε στα αρχεία μας» το Τεκμήριο
  2. Με βάση τα πιο πάνω και κατ' εφαρμογή των όσων αναφέρθηκαν στην Θεμιστοκλέους, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 6 δεόντως αποστάλθηκε από τους Ενάγοντες στη διεύθυνση στην οποία εκεί αναφέρεται και ότι λήφθηκε από τους Εναγόμενους.
  3. Ως εκ των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ΜΕ1 ήρθε στο δικαστήριο να πει την αλήθεια, με τη μαρτυρία του ουδόλως να μολύνεται από το εξ αντικειμένου συμφέρον του στην έκβαση της υπόθεσης. Με βάση όλα τα πιο πάνω αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του, πλην (α) των όσων ανέφερε αναφορικά με τις συνομιλίες του με τους υπαλλήλους των Εναγόμενων καθότι οι αναφορές του αυτές δεν εμπίπτουν εντός της δικογραφίας και (β) των όσων ανέφερε σχετικά με τη θέση του ότι αναφορικά με το συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας «XXXXX Τσίγγης Δ» για τους λόγους που επεξήγησα στην παράγραφο 55 πιο πάνω. ii. Αξιολόγηση της ΜΕ2
  4. Εξίσου θετική εντύπωση άφησε η ΜΕ2 η οποία με την ίδια απλότητα και σαφήνεια παρείχε πλήρεις και λεπτομερέστατες επεξηγήσεις για τα ποσά που δεν καταβλήθηκαν από τους Εναγόμενους υπό τύπου αύξησης ενοικίου με παραπομπή στο Τεκμήριο
  5. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η ΜΕ2 είναι σύζυγος του ΜΕ1, η οποία ανέφερε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της ότι αναγκάστηκε να παραχωρήσει το πατρικό της σπίτι για εξόφληση δανείου που δεν εξυπηρετείτο ως αποτέλεσμα της παράβασης Σύμβασης από τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου προσεγγίζω τη μαρτυρία της με την ανάλογη περίσκεψη και προσοχή.
  6. Η μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν περιορισμένου εύρους. Κατέθεσε κυρίως για να παρέχει πλήρεις επεξηγήσεις ως προς τον υπολογισμό συνολικής συμφωνηθείσας αύξησης που δεν καταβλήθηκε. Ενώπιον του Δικαστηρίου επεξήγησε με τη δέουσα λεπτομέρεια τον τρόπο υπολογισμού του οφειλόμενο ποσού που προκύπτει από τις συμφωνηθείσες αυξήσεις που δεν καταβλήθηκαν από τους Εναγόμενους καταλήγοντας ότι το συνολικό αυτό ποσό ανέρχεται σε €27.716,
  7. Οι θέσεις της ΜΕ2 αναφορικά με τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης από τους Εναγόμενους, στηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και ειδικότερα το Τεκμήριο
  1. Παρεμβάλλω εδώ ότι ουδόλως πλήττεται η αξιοπιστία της από το γεγονός ότι επί της αξίωσης τους οι Ενάγοντες προωθούσαν μεγαλύτερο ποσό. Παρά το ότι δεν δόθηκε σχετική επεξήγηση προς τούτο, η ΜΕ2 παρουσίασε με λεπτομέρεια τους υπολογισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου με τρόπο ειλικρινή και ξεκάθαρο. Δεν της υποβλήθηκε ότι οι υπολογισμοί της είναι λανθασμένοι ούτε της υποβλήθηκε ότι προκύπτει άλλο ποσό με βάση το Τεκμήριο
  2. Ως εκ των ανωτέρω αποδέχομαι τη θέση της και τους υπολογισμούς της και ειδικότερα ότι το ποσό που αναλογεί στις μη καταβληθείσες και συμφωνηθείσες αυξήσεις ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €27.716,
  3. Δεδομένου δε του ότι η εκδοχή της αυτή βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια, και ιδίως το Τεκμήριο 12, αποτελεί την κρίση μου ότι το όποιο προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης δεν δύναται εύλογα να κριθεί ότι μόλυνε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα όσα εκεί ανέφερε.
  4. Όμως, δεν αποδέχομαι τις θέσεις της αναφορικά με τις επαφές που είχε ο ΜΕ1 με τους Εναγόμενους καθότι οι αναφορές αυτές είναι εκτός της δικογραφημένης θέσης των Εναγόντων. iii. Αξιολόγηση της ΜΥ1
  5. H ΜΥ1 δεν άφησε στο Δικαστήριο τις ίδιες θετικές εντυπώσεις καθότι η μαρτυρία της έβριθε από υπεκφυγές, ανεπαρκείς και γενικές αναφορών σχετικά με κρίσιμα για την υπόθεση σημεία και θέσεις και ισχυρισμούς που δεν ήταν λογικοφανείς. Καταρχάς, στη γραπτή της δήλωση ανέφερε ότι «ήμουν η διευθύντρια των Εργοστασίων των Εναγόμενων και από τον Απρίλιο του 2019 ανέλαβα την θέση της Διεύθυνσης των Αποθηκών της Κύπρου» και, αμέσως μετά, ότι, «αναφέρομαι σε γεγονότα που γνωρίζω λόγω της θέσης μου, λόγω της προσωπικής μου εμπλοκής με τα θέματα των αποθηκών και από μελέτη των εγγράφων που έχω στην κατοχή μου», χωρίς όμως να επεξηγεί στο Δικαστήριο ποια η συσχέτιση της προσωπικής της εμπλοκής σε «θέματα των αποθηκών» γενικά με τα υπό κρίση ζητήματα. Ούτε προσδιόρισε εάν αναφέρεται σε «αποθήκες» γενικά ή τις αποθήκες των Εναγόμενων. Απέφυγε να προσδιορίσει το χρόνο έναρξης της εργοδότησης της με τους Εναγόμενους αναφέροντας μόνο ότι «ήμουν η Διευθύντρια των Εργοστασίων των Εναγόμενων» και ουδεμία λεπτομέρεια έδωσε πώς «λόγω της θέσης» της, γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία καταθέτει. Αντεξεταζόμενη από την κα Παρασκευά αποδέχτηκε ότι από το 2006 είναι στους Εναγόμενους ως Διευθύντρια ενώ κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας δεν εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ερωτώμενη πώς γνωρίζει αυτά που είπε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον υπόβαθρο που οδήγησε στην χειρόγραφη προσθήκη «Τσίγγης Δ» επί της Συμφωνίας, ανέφερε «ρωτώντας τον κο τον κο Σπανό έγινε αυτή η αλλαγή για να γραφτεί το όνομα για να μπει όπως το είχε δηλώσει στην Τράπεζα». Όμως, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ουδόλως αναφέρθηκε στον κο Σπανό δίδοντας, ή επιχειρώντας να δώσει, έτσι, την, λανθασμένη, εντύπωση ότι για τα όσα κατέθεσε στην παρ. 6 της γραπτής της δήλωσης είχε πρωτογενή γνώση.
  6. Η παράλειψη της να αναφέρει με καθαρότητα και σαφήνεια την πηγή της πληροφόρησης της για τα θέματα που καταθέτει είναι διάχυτη σε όλη τη γραπτή της δήλωση. Για το κρίσιμο, για παράδειγμα, ζήτημα, ποιος ήταν ο λόγος που ενώ οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν κανονικά την συμφωνημένη αύξηση για τα πρώτα 5 περίπου χρόνια της ενοικίασης, εντούτοις, κατόπιν, ξαφνικά σταμάτησαν να το πράττουν, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι: «Προχώρησα σε έρευνα για να καταλάβω για ποιο λόγο δεν καταβάλλαμε την αύξηση από την 1/12/12008 και έπειτα. Από την έρευνα διαπίστωσα ότι, επειδή η συμφωνία ενοικίασης, τεκμήριο 4, δεν ανανεώθηκε γραπτώς από εμάς, δεν περάστηκε στο λογιστικό μας σύστημα, και δεν φαινόταν ότι θα έπρεπε να καταβάλλαμε και 4% αύξηση ετησίως. Οπόταν το λογιστικό τμήμα κατέβαλλε το ενοίκιο χωρίς την αύξηση. [.] Δεν υπήρχε λόγος να μην καταβάλουμε την αύξηση από την 1/12/2008 μέχρι και το
  7. Φαίνεται ότι έγινε λάθος από το λογιστικό τμήμα, για τον λόγο που αναφέρω πιο πάνω. Αν μας ενημέρωνε ο κος Τσίγγης ή ο Εναγόμενος αρ. 2 θα τους καταβάλλαμε την αύξηση. Δεν αποποιούμαστε των ευθυνών μας. Ουδέποτε μας ενημέρωσε σχετικά. Είναι η θέση μας ότι δεν μπορεί να αξιούν οι Ενάγοντες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την αύξηση του ενοικίου.»
  8. Η πιο πάνω επεξήγηση που προβάλλει για τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης δεν κρίνεται ικανοποιητική ή πειστική. Καταρχάς σημειώνεται ότι με την πιο πάνω απάντηση της απέφυγε να επεξηγήσει από τι ακριβώς αποτελείτο «η έρευνα» που διεξήγαγε. Δεν επεξήγησε, για παράδειγμα, εάν τα όσα ανακάλυψε από την πιο πάνω «έρευνα», της έχουν λεχθεί από άλλο πρόσωπο ή εάν η ίδια προέβη σε έλεγχο των αρχείων του λογιστικού τμήματος για να διαπιστώσει την διάπραξη και το λόγο της διάπραξης του «λάθους» αυτού. Ούτε και επεξήγησε ποια η συσχέτιση μεταξύ της προφορικής, αντί της έγγραφης, ανανέωσης της Συμφωνίας και του «λάθους» που έγινε στο «λογιστικό τμήμα» όπου «δεν φαινόταν» ότι οι Εναγόμενοι «θα έπρεπε» να κατέβαλλαν την συμφωνηθείσα αύξηση, δεδομένου του ότι η αύξηση καταβαλλόταν για 5 χρόνια από την έναρξη της ενοικίασης. Ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει ως ζήτημα κοινής λογικής. Εν ολίγοις, εφόσον η αύξηση, με δική της παραδοχή, καταβαλλόταν κανονικά από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και την 30.11.2008, για 5 περίπου χρόνια δηλαδή, η αναφορά της σε προφορική και όχι γραπτή ανανέωση της συμφωνίας δεν δύναται εύλογα να επεξηγήσει, ως ζήτημα κοινής λογικής, τους λόγους της ξαφνικής διάπραξης του «λάθους» αυτού.
  9. Περαιτέρω, ενώ με την πιο πάνω απάντηση της, επιρρίπτει ευθύνες στο λογιστικό τμήμα των Εναγόμενων, στους Εναγόμενους δηλαδή, και αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι δεν αποποιούνται των ευθυνών τους, καμία επεξήγηση προσέφερε για το λόγο που οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις ευθύνες τους για την καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης αμέσως μόλις ανακάλυψαν το «λάθος» τους από το έτος 2013 που έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων Εναγόντων (Τεκμήριο 6) ή, έστω, από το 2014 με την καταχώρηση της Αγωγής (ακόμα δηλαδή και εάν οι Ενάγοντες δεν απέστελλαν το Τεκμήριο 6). Καμία αναφορά έγινε στο ότι οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με τους Ενάγοντας για να λυθεί το «λάθος» αυτό. Καμία λογική επεξήγηση παρείχε γιατί «ένας πολύ σοβαρός οργανισμός» όπως οι Εναγόμενοι, ως η ίδια ανέφερε, οι οποίοι και «δεν αποποιούνται των ευθυνών» τους, θεώρησαν ότι δεν θα έπρεπε να πληρώσουν κάτι για το οποίο συμφώνησαν με γραπτή συμφωνία με δύο φυσικά πρόσωπα, δεδομένου του ότι η μη συμμόρφωση τους εναπόκειτο σε δικό τους λάθος και δεδομένης της επιμονής των αντισυμβαλλόμενων τους να απαιτούν το ποσό αυτό προσφεύγοντας μάλιστα στο Δικαστήριο. Καμία αναφορά έγινε στο ότι οι Εναγόμενοι ζημίωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ή αδικούνται από την, κατ' ισχυρισμό τους, καθυστέρηση στην προώθηση της αξίωσης των Εναγόντων για την καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης, με την ΜΥ1 να περιορίζεται, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση, σε αναφορά στο ότι «είναι η θέση μας ότι δεν μπορεί να αξιούν οι Ενάγοντες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την αύξηση του ενοικίου.»[6] Τα πιο πάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως ζήτημα κοινής λογικής, συνηγορούν υπέρ της θέσης των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι απλώς αποφάσισαν να σταματήσουν να καταβάλλουν τη συμφωνηθείσα αύξηση από επιλογή και όχι συνεπεία οποιουδήποτε «λάθους».
  10. Επιπλέον, η θέση της ΜΥ1 περί διάπραξης «λάθους» εξ αντικειμένου καταρρίπτεται από το εξής στοιχείο: η θέση της ΜΥ1 ήταν ότι καταβλήθηκε η αύξηση από την αρχή της ενοικίασης, δηλαδή από τις 1.12.2003 μέχρι τις 1.12.2008 και ότι «η καταβολή του ενοικίου χωρίς την αύξηση γινόταν από την 1.12.2008 μέχρι και την ημέρα που παραδώσαμε κατοχή της αποθήκης, δηλαδή μέχρι την 6.2.2013».[7] Η ημερ. 1.12.2008 συμπλέει με την λήξη της πρώτης περιόδου ενοικίασης και μετατροπής της Συμφωνίας σε προφορική συμφωνία με την θέση των Εναγόμενων να είναι ότι ακριβώς επειδή δεν υπήρχε γραπτή ανανέωση, η αύξηση «δεν περάστηκε» στο λογιστικό σύστημα των Εναγόμενων. Όμως, με βάση την παρ.9(α) της Γραπτής Δήλωσης της ΜΕ2, προκύπτει ότι είναι από πριν την μετατροπή της Συμφωνίας σε προφορική συμφωνία, πριν τη λήξη της αρχικής περιόδου ενοικίασης δηλαδή, που ξεκίνησε η μη καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης. Ειδικότερα, η θέση της ΜΕ2 ήταν ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν την συμφωνηθείσα αύξηση και για την περίοδο 1.1.2008 - 30.4.2008, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το Τεκμήριο 12, 2η σελίδα. Οι απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της για το θέμα αυτό δεν ήταν ικανοποιητικές με την ίδια να περιορίζεται στο να αναφέρει ότι εάν κάνει «μαθηματικές πράξεις» «σίγουρα υπάρχει μια αύξηση. Δεν ξέρω». Η απάντηση αυτή δεν κρίνεται ικανοποιητική ούτε και απαντά ή επιχειρεί να δώσει μια σαφή επεξήγηση στις σχετικές ερωτήσεις της κας Παρασκευά.
  11. Τα όσα ανέφερε περί των μέτρων για μετριασμό της ζημιάς των Εναγόμενων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατ' εφαρμογή των όσων έχω παραθέσει στην παράγραφο 57 πιο πάνω.
  12. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αποτελεί την κρίση μου ότι η ΜΥ1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της σε όλα τα ουσιώδη σημεία της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. VII. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  13. Πέραν των ευρημάτων του Δικαστηρίου τα οποία εξάγονται από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. ενότητα IV πιο πάνω) τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως αυτή έχει κριθεί ως αποδεκτή.
  14. Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν το συμφωνημένο ενοίκιο πλέον την συμφωνηθείσα αύξηση από την έναρξη της ενοικίασης της Αποθήκης, ήτοι από τις 1.12.2003 μέχρι τις 31.12.
  15. Για το έτος 2008 καταβλήθηκε το ενοίκιο κανονικά, όμως, η συμφωνηθείσα αύξηση καταβλήθηκε μόνο για τους μήνες Μάιο μέχρι και Νοέμβριο. Για τους υπόλοιπους μήνες του έτους 2008 αλλά και για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της ενοικίασης, ήτοι μέχρι την 31.1.13 δεν είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως αύξηση. Το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη αύξηση ανέρχεται σε ποσό ύψους €27.716,
  16. Ο Ενάγοντας 2 και ο ΜΕ1 διαμαρτυρήθηκαν και δεν αποδέχτηκαν τον τερματισμό των Εναγόμενων (Τεκμήριο 5), μέσω επιστολής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 26.2.2013 (Τεκμήριο 6) την οποία οι Εναγόμενοι παρέλαβαν στη διεύθυνση XXXXX 66, XXXXX, στη Λευκωσία. Με την εν λόγω επιστολή οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν ρητά και για την προτιθέμενη αξίωση καταβολής της συμφωνηθείσας αύξησης. VIII. ΕΠΙΛΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
  17. Στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου στρέφομαι τώρα στα υπό επίλυση επίδικα θέματα. (α) κατά πόσο συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία ήταν η Ενάγουσα 1 εταιρεία ή ο κος XXXXX Τσίγγης και οι συνέπειες της κατάληξης του Δικαστηρίου αναφορικά με την προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων.
  18. Δεν θα επαναλάβω τις εκατέρωθεν θέσεις αλλά θα περιοριστώ στο να αναφέρω ότι, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους (βλ. Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιος Ν. Μουτσή
(2000)). Όπως δε λέχθηκε στην Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527: «φυσικά η λεκτική διατύπωση οριοθετεί την ερμηνευτική προσπάθεια. Διαφορετικά ο ερμηνευτής θα υποκαθιστούσε με τη δική του υποκειμενική κρίση τη βούληση των μερών.» Στην υπό εξέταση περίπτωση ουδεμία ασάφεια προκύπτει αναφορικά με την ταυτότητα των συμβαλλόμενων μερών. Αποδοχή της εισήγησης του ΜΕ1 θα ισοδυναμούσε με κατάργηση του όρου σε σχέση με το ένα από τα συμβαλλόμενη μέρη και προσθήκη νέου συμβαλλόμενου μέρους, πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. παρ. 55 πιο πάνω). Συνεπώς, καταλήγω ότι η Συμφωνία συνήφθη μεταξύ του ΜΕ1, υπό την προσωπική του ιδιότητα, του αδελφού του, Ενάγοντα 2 και των Εναγόμενων, ως άλλωστε ήταν και η θέση που προωθήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων.
  1. Συνεπεία της κατάληξης μου αυτής, η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων επιτυγχάνει και απαίτηση της Ενάγουσας 1 δεν μπορεί να προωθηθεί και απορρίπτεται σε όλη της την έκταση.
  2. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων προς τον Ενάγοντα
  3. Παρεμβάλλω εδώ ότι παρά το ότι ο Ενάγοντας 2 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία, ο ΜΕ1 μέσω της γραπτής του δήλωσης ανέφερε ότι «είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβώ στην παρούσα δήλωση και εκ μέρους του αδελφού, ο οποίος είναι ο Ενάγων 2 στην παρούσα αγωγή και με το περιεχόμενο της οποίας συμφωνεί πλήρως», θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 αναφερόταν σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του σε «Ενάγοντες» και όχι μόνο στον ίδιο ή στην Ενάγουσα
  4. Τέλος, ουδέποτε η πλευρά των Εναγόμενων υπέβαλε είτε στον ΜΕ1 είτε στην ΜΕ2 ότι ο ΜΕ1 είτε ενεργούσε από μόνος του χωρίς γνώση ή εξουσιοδότηση του Ενάγοντα
  5. Αντίθετα, ήταν κοινώς αποδεκτό, για παράδειγμα, ότι η Συμφωνία υπογράφηκε και από τον Ενάγοντα 2, τα ενοίκια καταβάλλονταν σε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι και του Ενάγοντα 2 (Τεκμήριο 12), οι επιστολές των δικηγόρων των Εναγόντων αποστάλθηκαν και εκ μέρους του Ενάγοντα 2 (βλ. Τεκμήρια 6 και 11) και τα όσα μέτρα λήφθηκαν για σκοπούς μετριασμού της ζημιάς των Εναγόντων λήφθηκαν και από τον Ενάγοντα 2 (βλ. Τεκμήριο 7). Με βάση λοιπόν ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η απαίτηση εκ μέρους του Ενάγοντα 2 έχει δεόντως προωθηθεί, ζήτημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως απασχόλησε τη συνήγορο των Εναγόμενων στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την απαίτηση του Ενάγοντα 2 σημειώνοντας επίσης ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί κατ' έφεση ότι η προδικαστική ένσταση των Εναγόντων δεν θα έπρεπε να επιτύχει, τα όσα αναφέρονται πιο κάτω σε σχέση με τον Ενάγοντα 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για την Ενάγουσα 1 με δεδομένο το ότι η απαίτηση τους προωθήθηκε στη βάση κοινού (joint) αγώγιμου δικαιώματος και κοινής αξίωσης. (β) κατά πόσο ο τερματισμός που έλαβε χώρα στις 29.10.12 (Τεκμήριο 5) ήταν νόμιμος και έγκυρος
  6. Υπενθυμίζω ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η ανανέωση της Συμφωνίας έλαβε χώρα χωρίς την συμφωνηθείσα δυνάμει του όρου 4 της Συμφωνίας έγγραφη προειδοποίηση. Επίσης, οι Ενάγοντες μέσω της γραπτής αγόρευσης της κας Παρασκευά, αποδέχθηκαν τη θέση των Εναγόμενων ότι το πιο πάνω γεγονός καθιστά την μεταγενέστερη ενοικίαση της Αποθήκης, ενοικίαση από μήνα σε μήνα (βλ. παρ. 42 πιο πάνω). Παρά την αποδοχή της θέσης αυτής από τους Ενάγοντες, κρίνω σκόπιμο, να επεξηγήσω σε συντομία τη φύση της μιας ενοικίασης «από μήνα σε μήνα» καθότι (α) το κατά πόσο μια ενοικίαση δυνάμει έγγραφης συμφωνίας μετατράπηκε σε ενοικίαση «από μήνα σε μήνα» είναι ζήτημα νομικό και (β) η φύση μιας τέτοιας ενοικίασης συνδέεται άρρηκτα με το υπό εξέταση ζήτημα του κατά πόσο ο υπό κρίση τερματισμός δυνατό να κριθεί ως έγκυρος και νόμιμος.
  7. Ξεκινώντας, θα πρέπει πρωτίστως να αναφερθεί ότι η αναφορά των εδώ μερών σε ενοικίαση από «μήνα σε μήνα» αποτελεί αναφορά σε περιοδική ενοικίαση (periodic tenancy) με διάρκεια ενός μηνός. Οι περιοδικές ενοικιάσεις δυνατό να χωριστούν σε 2 κατηγορίες: περιοδική ενοικίαση δυνάμει ρητής συμφωνίας ή εξ υπαγωγής (by implication / presumption of the law) (βλ. Petrolina Ltd v. Athinadoros Vassiliades
(1975)1 CLR 298, L&A Tryfon Co. Ltd v. Black and Decker Co. Ltd
(1983)1 CLR 971 και Μιχαήλ κ.α. ν. Γιαννή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2052). Η τελευταία κατηγορία περιοδικών συμβάσεων ενοικίασης αναφύεται είτε από άκυρα ενοικιαστήρια έγγραφα είτε από προφορικές συμβατικές ενοικιάσεις όπου το ενοίκιο καταβάλλεται περιοδικά. Εάν το ενοίκιο δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου οφείλεται και καταβάλλεται επί μηνιαίας βάσεως, η σχέση μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή είναι σχέση ενοικίασης από μήνα σε μήνα (Tryfon, Γιαννή). Πρόκειται δε για συμβατική ενοικίαση (Georghiades and ors v. Lambi
(1976)8 JSC 1332). 85. Οι περιοδικές συμβάσεις δεν εκπνέουν στο τέλος κάθε περιόδου για τις οποίες ισχύουν αλλά συνεχίζουν μέχρι του τερματισμού με τους με τη δέουσα ειδοποίηση τερματισμού (Nico Christou Developments Ltd v. Τοφίνης
(1998)1 ΑΑΔ 1990). Όπως επίσης αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση (Επανέκδοση 2006), Τόμος 27
(1)"Landlord and Tenant", παράγραφος 230: "Once a valid notice to quit has been served, it automatically brings the tenancy to an end on the expiration of the notice."
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το μηνιαίο ενοίκιο καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο λογαριασμό επ' ονόματι του Ενάγοντα 2 και του ΜΕ1 κάθε 1η του μήνα. Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος ότι η Συμφωνία δεν ανανεώθηκε σύμφωνα με τον όρο 5 αυτής, εντούτοις, οι Εναγόμενοι παρέμειναν στο υποστατικό μέχρι τις 6.2.
  2. Τα στοιχεία αυτά επαρκούν για να καταδειχθεί η δημιουργία εξ υπαγωγής μιας περιοδικής ενοικίασης της Αποθήκης, από μήνα σε μήνα, η οποία θα συνεχιζόταν και συνεχιζόταν μέχρι την επίδοση μας έγκυρης ειδοποίησης τερματισμού της εν λόγω περιοδικής ενοικίασης από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
  3. Στρεφόμενη στο κατά πόσο η Ειδοποίηση Τερματισμού είναι νόμιμη και έγκυρη, από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν δια χειρός επιστολή με ημερ. 29.10.12 απευθυνόμενη στον Ενάγοντα 2 και στον ΜΕ1 με την οποία αναφέρεται ότι «σας δίδουμε από σήμερα 3 μήνες προειδοποιήσεις τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας, δηλαδή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2013.» Η μοναδική διαφορά των διαδίκων επί της νομικής διάστασης του ζητήματος έγκειται στο εξής: Οι μεν Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η πιο πάνω επιστολή δεν αποτελεί νόμιμο τερματισμό της Συμφωνίας καθότι «δόθηκε τρεις μήνες πριν τον επίδικο τερματισμό της Συμφωνίας, τεκμήριο 4, και όχι ένα μήνα πριν τον τερματισμό της όπως άλλωστε επιτάσσει η νομολογία». [8] Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πιο πάνω ειδοποίηση τερματισμού της Συμφωνίας είναι νόμιμη και έγκυρη. Σημειώνεται εδώ ότι δεν υπάρχει όρος για καθορισμό περιόδου τερματισμού εντός του κειμένου της Συμφωνίας.
  4. Η πιο πάνω θέση των Εναγόντων δεν είναι δικογραφημένη και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Είναι αντίθετη δε με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι η ενοικίαση δεν κατέστη ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Προχωρώ όμως να εξετάσω και την ουσία του ζητήματος, σε περίπτωση που ήθελε κατ' έφεση κριθεί ότι θα ήταν επιτρεπτό για τους Ενάγοντες να προωθήσουν την πιο πάνω θέση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, όπως και έγινε.
  5. Η πιο θέση των Εναγόντων δεν βρίσκει έρεισμα στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Είναι ορθή η ευρύτερη προσέγγιση της πλευράς των Εναγόντων, ότι, σε καθεστώς περιοδικών ενοικιάσεων θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις ώστε να κριθεί ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος και έγκυρος σε αντιδιαστολή με τον τερματισμό, που θα πρέπει να δίδεται εκεί όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένη σύμβαση, ο οποίος απλώς θα πρέπει να παρέχει εύλογη, υπό τις περιστάσεις, προειδοποίηση. Το απαύγασμα της νομολογίας όμως που αφορά σε περιοδικές ενοικιάσεις είναι ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι δύο: πρώτον, θα πρέπει να δίδεται ειδοποίηση τουλάχιστον ίση με την περίοδο ενοικίασης, στην υπό εξέταση περίπτωση, δηλαδή, ίση με ένα πλήρη μήνα. Δεύτερο, η ειδοποίηση τερματισμού θα πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα λήξης μιας περιόδου ενοικίασης (βλ. Sergiou Estates Ltd v. Μπεντέζη
(1995)1 Α.Α.Δ. 889 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ ν. Χρίστου Προδρόμου κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 241). Εντούτοις η νομολογία δεν έχει καταδείξει ότι τίθεται και 3η προϋπόθεση όπως εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Ενάγοντες, ότι δηλαδή, η έναρξη της ειδοποίησης τερματισμού θα πρέπει να είναι την 1η ημέρα της ίδιας περιόδου και όχι προγενέστερα.
  1. Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Georghiios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides, Πολιτική Έφεση Αρ. 4300 ήταν κοινώς αποδεκτό ότι η σύμβαση ενοικίασης είχε μετατραπεί σε περιοδική σύμβαση από μήνα σε μήνα, με έναρξη την 1η Ιανουαρίου του
  2. Το εκεί υπό κρίση ζήτημα ήταν κατά πόσο η ειδοποίηση τερματισμού που δόθηκε στις 25.5.1959 με την οποία οι ενοικιαστές ενημερώνονταν ότι η ενοικίαση λήγει την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα (Ιούνιο του 1959), αποτελούσε έγκυρο τερματισμό της εν λόγω ενοικίασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ειδοποίηση ήταν έγκυρη και η ενοικίαση τερματίστηκε την τελευταία ημέρα του Ιουνίου του έτους 1959,[9] παρά το ότι δηλαδή δόθηκε ειδοποίηση μεγαλύτερη του ενός μήνα.
  3. Η φιλοσοφία δε της προϋπόθεσης για ειδοποίηση ενός μήνα σε σχέση με περιοδικές συμβάσεις ενοικίασης, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Βαβέλ Μπουτίκ όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι επίσης απαραίτητο, όπως προκύπτει από σχετικές αυθεντίες (δέστε, μεταξύ άλλων, Glykys v. Ioannides, πιο πάνω), ότι η διδόμενη ειδοποίηση πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός, εάν η από μήνα σε μήνα ενοικίαση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ξεκινούσε την πρώτη κάθε μηνός. Ο όρος αυτός ικανοποιείται από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ειδοποίησε την εφεσείουσα ότι θα κρατούσε το υποστατικό και το μήνα Μάιο. Δεν απαιτείτο δε να καθορίσει και ημερομηνία παράδοσης. Ήταν σαφές ότι η ημερομηνία αυτή θα ήταν, το αργότερο η 1η Ιουνίου. Καταλήγουμε πως η προφορική πληροφόρηση συνιστούσε έγκυρη ειδοποίηση τερματισμού. Πέρα όμως απ΄όλα τα πιο πάνω, παρατηρούμε και τα ακόλουθα. Οι κανόνες και οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται αν μία ειδοποίηση τερματισμού είναι νόμιμη και έγκυρη, σκοπό έχουν κυρίως να πληροφορήσουν σαφώς και εγκαίρως το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση, είτε αυτό είναι ο ενοικιαστής ή ο ιδιοκτήτης, ώστε να μπορεί να προγραμματίζει τις επόμενες ενέργειές του. Άρα, οι αρχές αυτές ισχύουν προς όφελος του προσώπου προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση τερματισμού.»
  4. Συναφώς, ακόμα και εάν η πιο πάνω θέση των Εναγόντων αποτελούσε μέρος των δικογράφων δεν θα γινόταν αποδεκτή.
  5. Με βάση τα πιο πάνω αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η Ειδοποίηση Τερματισμού που δόθηκε από τους Εναγόμενους ήταν έγκυρη και νόμιμη και είχε σαν νομικό αποτέλεσμα τον τερματισμό της υπό κρίση περιοδικής μηνιαίας ενοικίασης στις 31.1.
  6. Στη βάση της κατάληξης μου αυτής και παρά την αποδοχή της εκδοχής του ΜΕ1 ότι απέστειλε στους Εναγόμενους την επιστολή Τεκμήριο 6, η αποστολή της επιστολής αυτής δεν ήταν αρκετή για να καταστήσει την Ειδοποίηση Τερματισμού άνευ νόμιμου αποτελέσματος ή μη έγκυρη ή άλλως ικανή για να αποστρέψει την ως άνω μεταβολή στη νομική τάξη πραγμάτων.
  7. Ως εκ των πιο πάνω δεν δύναται να επιδικασθούν οιεσδήποτε αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα 2 για απώλεια ενοικίων, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων δια οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά ως ενοίκια μέχρι και τον πιο πάνω τερματισμό της υπό κρίση ενοικίασης (δηλαδή, με βάση το Τεκμήριο 5, μέχρι τις 31.1.2013) και οι αξιώσεις του Ενάγοντα 2 υπό τις παραγράφους 11(Α) και 11(Β) της Έκθεσης Απαίτησης του απορρίπτονται. (γ) κατά πόσο τα μέτρα που λήφθηκαν από τους Ενάγοντες για μετριασμό της ζημιάς τους ήταν εύλογα υπό τις περιστάσεις
  8. Παρά την απόρριψη της αξιώσεων που αφορούν την αξίωση των Εναγόντων ως απώλεια ενοικίων, προχωρώ να εξετάσω το εύλογο των μέτρων που έλαβε ο Ενάγοντας 2 για μετριασμό της ζημιάς του, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί κατ' έφεση ότι η απαίτηση του υπό τις παραγράφους 11(Α) και 11(Β) της Έκθεσης Απαίτησης θα έπρεπε να επιτύχει.
  9. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(3)του Κεφ. 149, «κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts: "General Principles", 32η έκδοση, Sweet & Maxwell,
(2015), παρ. 26-081, σελ. 1850: "It is not strictly a 'duty' to mitigate, but rather a restriction on the damages recoverable, which will be calculated as if the claimant had acted reasonable to minimise his loss. The onus of proof is on the defendant, who must show that the claimant ought, as a reasonable man, to have taken certain steps to mitigate his loss, and that the claimant could thereby have avoided some part of his loss. Any loss which is directly caused by a failure to meet this standard is not recoverable from the defendant. Thus, an employee who has been wrongfully dismissed and unreasonably refuses to accept another equally remunerative post to date from the dismissal is only entitled to nominal damages. Where there is an available market in which the innocent party can obtain what has not been supplied to him, he is normally expected to go into that market to obtain it."
  1. Στα μέτρα αυτά αναφέρθηκε εκτενώς ο ΜΕ1 προσκομίζοντας προς τούτο τα Τεκμήρια 7 μέχρι
  2. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Ενάγοντας 2 και ο ΜΕ1 προώθησαν την ενοικίαση της Αποθήκης σε κτηματοσμειτικά γραφεία και μέσω δύο εφημερίδων («Φιλελεύθερος» και «Πολίτης»). Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του αναρτήθηκε και σχετική πινακίδα επί του Κτηρίου (βλ. παρ. 56 πιο πάνω). Η δε θέση που προβλήθηκε από την κα Παπαπέτρου ότι τα μέτρα δεν ήταν εύλογα επειδή λήφθηκαν με καθυστέρηση δεν μπορεί να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψη για τους λόγους που έχω αναφέρει στην παράγραφο 57 πιο πάνω.
  3. Από τα πιο πάνω αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τον Ενάγοντα 2 είναι εύλογα υπό τις περιστάσεις. Οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στην αγορά με ποικίλους τρόπους για να εξεύρουν ενοικιαστή. Λήφθηκαν πέραν του ενός μέτρου για ενοικίαση της Αποθήκης, με το περιεχόμενο των μέτρων αυτών να μην έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. (δ) Κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της παραίτησης (waiver) ή του εξ επιείκειας κωλύματος (promissory estoppel).
  4. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η αξίωση για αύξηση του ενοικίου προωθήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και επιχειρηματολόγησαν ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της παραίτησης (waiver) ή του εξ υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel).
  5. Αναφορικά με την υπεράσπιση της παραίτησης (waiver), στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Χρίστου Ιωαννίδη, Πολιτική Έφεση 8/09 αναφέρθηκαν τα εξής (η έμφαση είναι δική μου): «Προτού, όμως, εξεταστούν τα θέματα ουσίας, κρίνεται πρόσφορο να γίνουν κάποιες επισημάνσεις αναφορικά με τη σχετιζόμενη ορολογία. Συγκεκριμένα, στην ειδοποίηση έφεσης, η λέξη 'waiver' αποδίδεται με τη, μάλλον, αδόκιμη, ως εκ της σημασίας της, λέξη 'απεμπόληση', που έχει την έννοια της εγκατάλειψης κάποιου ιδανικού ή αξίας κ.λπ. Αντιθέτως, η σημασία της λέξης 'παραίτηση', η οποία θα χρησιμοποιείται από τούδε και στο εξής, είναι, οπωσδήποτε, πιο ακριβής. Ειδικά, στο Άγγλο - Ελληνικό, Ελληνό - Αγγλικό Λεξικό Νομικών Όρων, των Χ. Σταμέλου και Δ. Χατζημανώλη, 2η έκδοση, στη σελίδα 680, η λέξη 'waiver' ερμηνεύεται ως: 'παραίτηση (από δικαίωμα), (γραπτή, προφορική, ρητή, σιωπηρή) εκούσια εγκατάλειψη δικαιώματος, απαίτησης ή προνομίου'. Συμπίπτει δε η απόδοση αυτή με τη θεωρουμένη ως πρωτεύουσα νομική σημασία της λέξης 'waiver', δηλαδή 'the abandonment of a right in such a way that the other party is entitled to plead the abandonment by way of confession and avoidance if the right is thereafter asserted', (βλ. Banning v Right [1972] 2 All ER 987, HL, σελίδα 998). [.] Παίρνοντας, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή, η εφεσείουσα, με τη συγκεκριμένη υπεράσπισή της, υπέβαλε ότι υπήρξε παραίτηση (waiver) στην άσκηση, από τον εφεσίβλητο, του εν λόγω δικαιώματός του, συνεπεία καθυστέρησης στην υποβολή της γραπτής απαίτησης για επιστροφή του ανταλλάγματος, η οποία διάρκεσε πέντε χρόνια. Ως αποτέλεσμα, ισχυρίζεται, αυτός εμποδίζεται από του να το διεκδικήσει, περαιτέρω, με αγωγή. Πρόκειται για υπεράσπιση, η οποία αναγνωρίζεται ότι μπορεί να προβληθεί έναντι της διεκδίκησης δικαιώματος το οποίο παρέχεται σε κάποιο πρόσωπο είτε στο πλαίσιο συμφωνίας είτε με νομοθετική πρόνοια, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, εφόσον είναι η θέση ότι ο δικαιούχος του εν λόγω δικαιώματος έχει παραιτηθεί από αυτό. Η συγκεκριμένη περίπτωση παραίτηση (waiver) αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πέμπτη έκδοση, τόμος 47
(2014), στις σελίδες 224 έως 225, παράγραφος 250, ως εξής:- "A person who is entitled to rely on a stipulation, existing for his benefit alone, in a contract or of a statutory provision, may waive it, and allow the contract or transaction to proceed as though the stipulation or provision did not exist." Το πιο πάνω απόσπασμα, εμφανίζεται στην τρίτη έκδοση της πιο πάνω νομικής σειράς, στον τόμο 14, παράγραφο 637, και παρατίθεται επιδοκιμαστικά στην υπόθεση Banning v Wright, πιο πάνω, στη σελίδα 998. Συνεχίζει δε η παράγραφος 250, σε σχέση με το είδος, ανωτέρω, της παραίτησης, με τα εξής:- "Waiver of this kind depends upon consent, and the fact that the other party has acted on it is sufficient consideration. Where the waiver is not express, it may be implied from conduct which is inconsistent with the continuance of the right, ..." Επομένως, για την παραίτηση από δικαίωμα, όπως το υπό αναφορά, χρειάζεται η συγκατάθεση του δικαιούχου αυτού. Δυνατό δε αυτή, αν δε διατυπώνεται ρητώς, να διαπιστώνεται συνεπεία κάποιας συμπεριφοράς του, η οποία είναι αντίθετη προς τη συνέχιση του δικαιώματος. Για υποστήριξη της θέσης αυτής, γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα στην παλαιά υπόθεση Selwyn v. Garfit
(1888)38 Ch.D. 273, όπου, στη σελίδα 284, σε απάντηση του ερωτήματος: 'What is a waiver?' αναφέρονται, σχετικά, και τα εξής: 'Delay is not waiver. Inaction is not waiver, though it may be evidence of waiver. Waiver is consent to dispense with notice.' Στην περίπτωση εκείνη, το δικαίωμα συνίστατο σε ειδοποίηση για πληρωμή ενυπόθηκου δανείου, η οποία περιλαμβανόταν σε σχετική σύμβαση. Υποστήριξη στη θέση, ανωτέρω, παρέχει και η απόφαση στην υπόθεση Louis Tourist v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Αφορούσε περίπτωση στην οποία η εφεσίβλητη είχε υποβάλει την παραίτηση της από την υπηρεσία της εφεσείουσας. Αυτή δε, όταν, ακολούθως, αιτήθηκε, δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1967, (Ν. 24/1967), δικαστικώς αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, βρέθηκε αντιμέτωπη με την υπεράσπιση ότι, ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς της, είχε παραιτηθεί (waive) του εν λόγω δικαιώματος. Η πιο πάνω υπεράσπιση απορρίφθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατʼ έφεση, με την παρατήρηση, στο τελευταίο στάδιο, στη σελίδα 103, ότι: 'Απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου μόνο εφόσον αυτή υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος.' Από τη χρήση της λέξης «αναμφισβήτητα», στο απόσπασμα ανωτέρω, προκύπτει, σαφώς, ότι η βεβαιότητα, με την οποία πρέπει να διαπιστώνεται η παραίτηση δικαιώματος (waiver), δεν μπορεί να είναι ολιγότερη του επιπέδου της συγκατάθεσης.».
  2. Από τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, σε καμία περίπτωση προκύπτει (ή εν πάση περιπτώσει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) ότι ο Ενάγοντας 2 συναίνεσε στην παραίτηση των δικαιωμάτων με τρόπο αδιαμφησβήτητο και σαφή στο επίπεδο που θέτει η Investylia. Μάλιστα, από το ίδιο το Τεκμήριο 6, επιστολή ημερ. 26.2.13, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας 2 και ΜΕ1 ενημέρωσαν τους Εναγόμενους, για την πρόθεση τους να αξιώσουν την καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης.
  3. Συναφώς, οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Ενάγοντας 2 παραιτήθηκε από το δικαίωμα του σε καταβολή αύξησης ενοικίου ή τέτοια συμπεριφορά η οποία να είναι αντίθετη προς τη συνέχιση του δικαιώματος, ως ορίζει η (Ιnvestylia) ούτε και μπορεί να διαπιστωθεί εγκατάλειψη του δικαιώματος (Land Tourist). Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διεκδίκηση του δικαιώματος, από μόνη της, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί παραίτησης του δικαιώματος (Selwyn) και επομένως, ακόμα και εάν αποδεχόμουν τη θέση των Εναγόμενων ότι ενημερώθηκαν «για πρώτη φορά» ότι δεν κατέβαλαν την συμφωνημένη αύξηση με επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 20.12.13 (Τεκμήριο 11), δηλαδή 14 μήνες μετά την ειδοποίηση τερματισμού, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα ήταν ικανό να στοιχειοθετήσει παραίτηση δικαιώματος. Στην Πελεκάνου κ.ά. ν. Πελεκάνου
(2001)1 ΑΑΔ 1768, η οποία χαρακτηρίστηκε «ως μια κλασσική περίπτωση παραίτησης που εμποδίζει τους εφεσίβλητους να επικαλούνται» τα αρχικά τους δικαιώματα, λήφθηκε υπόψη ότι (η έμφαση δική μου): «Θα ήταν ανεπιεικές να επιτραπεί στον εφεσίβλητο να εμμείνει στους όρους της σύμβασης. Οι εφεσείοντες ενήργησαν στη βάση των παραστάσεων που εμπεριείχε η συμπεριφορά του εφεσιβλήτου και είχαν προσαρμόσει τη δική τους στάση αναλόγως. Είναι αυτονόητο πως προέβησαν σε διευθετήσεις για την εξασφάλιση των χιλιάδων λιρών που χρειάζονταν για την αποπληρωμή των δόσεων με βασικό κίνητρο την αποφυγή της πληρωμής των £5.000, για να αντιμετωπίσουν στο τέλος, εκδήλως έξω από τους προγραμματισμούς τους και αντίθετα προς όσα ο εφεσίβλητος τους άφησε να πιστεύουν, αξίωση γι' αυτό το επιπρόσθετο ποσό. Ουσιαστικά, ο εφεσίβλητος θέλησε να παγιδεύσει τους εφεσείοντες και η συμπεριφορά του υπολείπεται από το επίπεδο της καλής πίστης που απαιτείται να διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων.»
  1. Επομένως, η όποια καθυστέρηση από μόνη της δεν επαρκεί για τεκμηριώσει στον απαιτούμενο βαθμό την υπεράσπιση της παραίτησης. Το πρόσωπο που την επικαλείται έχει το ανάλογο βάρος να καταδείξει ότι «θα ήταν ανεπιεικές» να επιτραπεί στο αντισυμβαλλόμενο μέρος να εμμένει στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία θα μπορούσαν να εξαχθούν αντίστοιχα συμπεράσματα, εφόσον η ΜΥ1 να περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι «Είναι η θέση μας ότι δεν μπορεί να αξιούν οι Ενάγοντες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την αύξηση του ενοικίου»[10] χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση της θέσης της αυτής. Δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση της κας Παπαπέτρου ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας αποτελεί στοιχείο παραίτησης του δικαιώματος τους για αξίωση του ποσού της αύξησης εφόσον και πάλιν καμία «αδικία» φαίνεται να προκαλείται στους Εναγόμενους από τον εν λόγω περιορισμό της απαίτησης των Εναγόντων.
  2. Τα ίδια μπορούν να λεχθούν αναφορικά και με την υπεράσπιση του εξ επιείκειας κωλύματος, καθότι, σύμφωνα με την πάγια επί του θέματος νομολογία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα ήταν «άδικο για τον υποσχόμενο να επιμένει, ενόψει των παραστάσεων του με λέξεις ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων» (βλ. Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542) και ΑΗΚ ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 127). Καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους προς υποστήριξη της θέσης τους ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε «αδικία» από την όποια καθυστέρηση του Ενάγοντα 2 στην διεκδίκηση της συμφωνηθείσας αύξησης, όπως για παράδειγμα ήταν η περίπτωση στην Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ, όπου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη η οποία λάμβανε λανθασμένους λογαριασμούς της ΑΗΚ προσάρμοσε της τιμές της ανάλογα και επομένως θα ήταν άδικο για την ΑΗΚ να επιμένει πολλά χρόνια αργότερα στην διαφορά που πρόκυπτε. Ακόμα δηλαδή και εάν αποδεχόμουν τη θέση της ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν την κατοχή της Αποθήκης και κατόπιν για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα μη καταβολής της συμφωνηθείσας αύξησης, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα επαρκούσε, χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω, να στοιχειοθετήσει συμπέρασμα περί πρόκλησης οποιασδήποτε «αδικίας» σε βάρος τους, δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας.
  1. Υπό το φως των πιο πάνω οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων της παραίτησης και εξ επιείκειας κωλύματος δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται.
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αποτελεί την κρίση μου ότι ο Ενάγοντας 2 δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό της μη καταβληθείσας αύξησης από την αρχή της ενοικίασης της Αποθήκης μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία η ενοικίαση τερματίστηκε, ήτοι μέχρι και την 31.1.
  3. Σύμφωνα με το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου το ποσό αυτό ανέρχεται σε €27.716,
  4. Επειδή όμως με την έναρξη της διαδικασίας η απαίτηση των Εναγόντων περιορίζεται σε χαμηλότερο ποσό, και συγκεκριμένα στο ποσό των €27.198,21, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται περιορίζεται αναλόγως. Τέλος, σημειώνω ότι ενώ ο Ενάγοντας 2 μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου του αξιώνει νόμιμο τόκο εντούτοις τέτοια αξίωση δεν υπάρχει στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου δεν επιδικάζεται νόμιμος τόκος. ΙΧ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας 1 Συνεπώς, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η απαίτηση της Ενάγουσας 1 εναντίον των Εναγόμενων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση του Ενάγοντα 2 Η απαίτηση του Ενάγοντα 2 εναντίον των Εναγόμενων ως η αξίωση του στην παράγραφο 11(Γ) έχει διαμορφωθεί και περιοριστεί κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €27.198,
  5. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα 2 υπό τις παραγράφους 11(Α) και 11(Β) της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της απαίτησης του δεν βρίσκω λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα επιδίκασης εξόδων σε επιτυχόντα διάδικο και συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα 2 και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Έγγραφο Β, Γραπτή Δήλωση της ΜΕ2, παρ. 9(α) - (η). [2] Γραπτή Δήλωση παρ.
  6. [3] Βλ. γραπτή αγόρευση της κας Παρασκευά, σελ.11, παρ.
  7. [4] Βλ. γραπτή αγόρευση της κας Παπαπέτρου, σελ.
  8. [5] Βλ. αγόρευση της κας Παπαπετρου, σελ. 8, παρ.
  9. [6] βλ. Γραπτή Δήλωση της ΜΥ1, Έγγραφο 'Γ', παρ.
  10. [7] Γραπτή Δήλωση της ΜΥ1, Έγγραφο 'Γ', παρ.
  11. [8] Βλ. σελ. 13, παρ. 37.3 της αγόρευσης της συνηγόρου των Εναγόντων. [9] "As we said before the tenancy in question was one from month to month beginning from the 1st January, 1959, and consequently expiring on the last day of January and of each succeeding month; for such a tenancy to be determined a month's notice expiring on the last day of the month was necessary; such was exhibit No.1 because it was sent on the 25th May, 1959, terminating the tenancy on the last day of June,
  12. For the above reasons we find that exhibit No.1 was a valid notice to quit and that it did terminate the tenancy on the 30th June, 1959." [10] Βλ. Γραπτή Δήλωση MY1, Έγγραφο 'Γ', παρ.
  13. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.