Υφυπουργείο Τουρισμού δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 589/2018, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 589/2018 Μεταξύ: Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (ΚΟΤ) Εναγόντων v.
- I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD
- XXXXX XXXXX Ιωάννου
- XXXXX XXXXX Ζαννέτου Εναγομένων Και δια τροποποιήσεως Μεταξύ: Υφυπουργείο Τουρισμού δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόντων v.
- I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD
- XXXXX XXXXX Ιωάννου
- XXXXX XXXXX Ζαννέτου Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 9.11.20 για Προσθήκη Εναγομένου Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Μιτσίγγα για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Α. Παπαευσταθίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές αιτούνται την προσθήκη εναγομένου 4 και ανάλογη τροποποίηση του τίτλου και των αιτητικών του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Αιτητές. Η ΜΠ αναφέρει πως ζητείται η προσθήκη του ΧΖΠ (εφεξής «ο ΧΖΠ») ως Εναγομένου 4 στη βάση του ότι μετά την καταχώριση της Αγωγής οι Ενάγοντες εξασφάλισαν αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας η οποία συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 και διαπίστωσαν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΧΖΠ ήταν ο νόμιμα εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της Εναγομένης 1 ο οποίος και υπέγραψε τη συμφωνία ως πληρεξούσιος της και ήταν το συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή. Η ΜΠ ισχυρίζεται πως επιπρόσθετα ο ΧΖΠ ήταν ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης
- Η ΜΠ αποδίδει στον ΧΖΠ συνωμοσία με τους Εναγόμενους ως προς την παραποίηση των ελεγμένων λογαριασμών της Εναγομένης 1 για να πετύχουν συμμετοχή σε κρατική χρηματοδότηση και ισχυρίζεται πως κατ΄ επέκταση η συμπεριφορά του ΧΖΠ αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του για απάτη, δόλο, συνωμοσία προς διάπραξη απάτης και δόλιες και ή ψευδείς παραστάσεις οι οποίες προκάλεσαν ζημιά στους Ενάγοντες. Τέλος, η ΜΠ αναφέρει πως ο ΧΖΠ είναι αναγκαίος διάδικος εφόσον οι πράξεις του είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα επίδικα θέματα και επηρεάζουν άμεσα τα νομικά δικαιώματα και οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας εστιάζονται στο παράτυπο και αντικανονικό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων έγκρισης της Αίτησης και στην κακοπιστία και καταχρηστικότητα αυτής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 και διευθυντή της Εναγομένης 1, ο οποίος βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως οι Ενάγοντες δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αποδεικνύει ότι ο ΧΖΠ υπέγραψε την επίδικη συμφωνία και εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογούν γιατί δεν είχαν στην κατοχή τους τη συμφωνία και δεν επεξηγούν σε ποιες ενέργειες προέβησαν κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής για να εντοπίσουν τη συμφωνία. Ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει τον ισχυρισμό πως ο ΧΖΠ ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία και αναφέρει πως αυτός ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία υπό την προσωπική του ιδιότητα για να θεωρείται συμβαλλόμενο μέρος. Ισχυρίζεται πως κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, ο ΧΖΠ ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1, επομένως οι Ενάγοντες και οι δικηγόροι τους είχαν επιλέξει να μην τον συμπεριλάβουν ως διάδικο. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης η οποία είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια της Αίτησης το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο και αποδεκτό της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει καθότι, όπως εισηγείται η πλευρά των Καθ΄ ων, αυτή προέρχεται από δικηγόρο. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82, αναγνωρίστηκε ότι «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Όσον αφορά την αναγκαιότητα παροχής εξήγησης γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος, το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Η πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον συναφή λόγο ένστασης και την εισήγηση των Καθ΄ ων. Παρόλο που η ΜΠ δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για το ότι η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, εντούτοις με βάση το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς δυσκολία πως αυτή αφορά σε γεγονότα στα οποία εμπλέκονται οι δικηγόροι των Εναγόντων, ήτοι την εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας, και σε νομικό ζήτημα, ήτοι την ανάγκη προσθήκης διαδίκου, για τα οποία η ΜΠ είναι κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επίσης, η ΜΠ αναφέρει εξαρχής πως γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά από μελέτη του περιεχομένου του φακέλου και από πληροφορίες από τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση, καθώς επίσης και από διάφορα έγγραφα τα οποία τέθηκαν εις γνώση της σχετικά με την υπόθεση. Η Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει τη δυνατότητα σε ενόρκως δηλούντα να αναφέρεται σε δηλώσεις από πληροφορίες για τις οποίες ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η ενόρκως δηλούσα αποκαλύπτει τις πηγές της γνώσης και των πληροφοριών της. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η ένορκη δήλωση της ΜΠ συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 ως προς το ότι σε αυτή αποκαλύπτεται η ιδιότητα της, η εξουσιοδότηση της να προβεί στη δήλωση και η πηγή της γνώσης και πληροφόρησης της. Επίσης το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αίτηση δεν έπρεπε να είχε επιδοθεί στον προτεινόμενο Εναγόμενο 4 για να τοποθετηθεί επί αυτής. Αντιθέτως, η Αίτηση αποσκοπεί ακριβώς στην προσθήκη του και μόνο αν καταστεί διάδικος, τότε θα λάβει γνώση της Αγωγής εναντίον του και θα αποφασίσει και επιλέξει τον τρόπο χειρισμού της διαδικασίας. Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει του ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 18.10.18, εφαρμόζεται η νέα Δ.
- Ειδικότερα, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1
(3)η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1
(3): «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Το Δικαστήριο ασχολήθηκε ξανά με το θέμα της τροποποίησης με την προσθήκη διαδίκου όπου εφαρμόζεται η νέα Δ.25 στην απόφαση του ημ. 16.3.21 στην Αγωγή 137/20 ΕΔ Λευκωσίας, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «. η Δ.25 θα πρέπει να ιδωθεί και σε συνδυασμό με τη Δ.9 θ.10 η οποία διέπει ειδικά το θέμα της προσθήκης διαδίκου η οποία επιχειρείται μέσω της αιτούμενης τροποποίησης. Θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι η νέα Δ.25 παρέχει πλέον τη δυνατότητα ελεύθερης τροποποίησης στο αρχικό . στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της προσθήκης διαδίκου, πλην όμως οι μετέπειτα πρόνοιες της Δ.25 οι οποίες καθορίζουν τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογείται η τροποποίηση μετά το στάδιο της έκδοσης Κλήσης για Οδηγίες, ήτοι το καλόπιστο λάθος ή νέα γεγονότα, είναι διαφορετικές από αυτές που διέπουν το ζήτημα προσθήκης διαδίκου, βάσει της Δ.9 θ.10, ήτοι όπου αυτό κρίνεται δίκαιο ούτως ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Επομένως, συνάγεται το εύλογο συμπέρασμα ότι η Δ.25 φαίνεται να αφορά και περιορίζεται σε οποιαδήποτε τροποποίηση του κλητηρίου και των δικογράφων επί της ουσίας και του περιεχόμενου τους και όχι την τροποποίηση του τίτλου με την προσθήκη διαδίκου η οποία διέπεται από ξεχωριστή δικονομική πρόνοια. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα, στην περίπτωση προσθήκης διαδίκου πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, αυτό να επιτρέπεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ενώ όταν επιχειρείται προσθήκη διαδίκου μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες θα απαιτείτο άδεια του Δικαστηρίου το οποίο πλέον θα τίθετο ανάμεσα σε δύο ξεχωριστές δικονομικές πρόνοιες που θέτουν διαφορετικά κριτήρια για το κατά πόσο το Δικαστήριο θα χορηγήσει τέτοια άδεια. Σαφώς κάτι τέτοιο είναι οξύμωρο και δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων αλλά ούτε και στον σκοπό της Δ.25 ο οποίος προφανώς δεν ήταν να υπερφαλαγγίσει τη χρήση και εφαρμογή της Δ.9 θ.10 η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι σε ισχύ. Εξ ου και προφανώς οι Εναγόμενες 3, 5 και 11, επικαλούνται μόνο τη Δ.9 θ.10, αγνοώντας πλήρως τις πρόνοιες της Δ.
- Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η πιο πάνω προσέγγιση αφορά αποκλειστικά την προσθήκη διαδίκου (την οποία ούτως ή άλλως δύναται να διατάξει και αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση Αίτηση η οποία βασικά αποσκοπεί στην προσθήκη διαδίκου, και δη της ΡΜ ως Εναγομένης 12, θα πρέπει να εξεταστεί δυνάμει της Δ.
- θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Courtγ effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 345, για την αντίστοιχη Αγγλική Ο.16 r.11, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη εναγομένων. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372 τονίστηκε πως η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή βασικά ανήκει στον ενάγοντα και πως η απόφαση ως προς το κατά πόσο βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτώμενη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Η υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300 επίσης περιέχει χρήσιμη ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα προσθήκης εναγομένου, παρόλο που εκείνη αφορούσε περίπτωση αίτησης από συνεναγόμενο. Η βασική αρχή που πηγάζει από την εν λόγω απόφαση είναι ότι αν «η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το Δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα». Λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να διατάξει προσθήκη είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής και η δυνατότητα έγερσης από τον προτεινόμενο εναγόμενο θέματος παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd κ.ά.
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1818 και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66.» Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, είναι γεγονός πως η Αίτηση καταχωρίστηκε αφού έκλεισε η δικογραφία και εκδόθηκαν εκατέρωθεν Κλήσεις για Οδηγίες. Συγκεκριμένα, μετά την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 9.9.19, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων στις 21.2.20 και η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στις 30.7.
- Οι Εναγόμενοι - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες εξέδωσαν Κλήση για Οδηγίες στις 9.5.20 και οι Ενάγοντες - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι στις 11.8.20, αυτές ορίστηκαν στις 24.11.20 και 16.11.20 αντίστοιχα και εν τω μεταξύ στις 9.11.20 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Η ΜΠ ισχυρίζεται πως κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής οι δικηγόροι των Εναγόντων δεν είχαν στην κατοχή τους την επίδικη συμφωνία, αντικείμενο της Αγωγής, και γι΄ αυτό δεν γνώριζαν πως ο ΧΖΠ ήταν το συμβαλλόμενο σε αυτή πρόσωπο. Είναι όντως άξιον απορίας πώς οι δικηγόροι των Εναγόντων καταχώρισαν την Αγωγή χωρίς να είχαν στην κατοχή τους αντίγραφο ή έστω πληροφόρηση για τους υπογράφοντες την επίδικη συμφωνία. Μάλιστα, ενώ η ΜΠ αναφέρει πως «Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, οι Δικηγόροι των Αιτητών δεν είχαν στην κατοχή τους την επίδικη συμφωνία κατά το χρόνο έγερσης της εν λόγω αγωγής και δια αυτό το λόγο δεν γνώριζαν ότι ήταν το συμβαλλόμενο πρόσωπο στην επίδικη Συμφωνία», ακολούθως δεν προσφέρει οποιαδήποτε τέτοια εξήγηση, ούτε καν επαναφέρει αυτό το ζήτημα. Αρκείται μόνο να εξηγήσει γιατί η προσθήκη του προτεινόμενου ως διάδικου είναι αναγκαία. Επομένως, για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης υπάρχει μόνο η θέση πως οι δικηγόροι των Εναγόντων δεν είχαν εξαρχής την επίδικη συμφωνία και δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο υπογράφων αυτής για την Εναγομένη 1, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν την είχαν και υπό ποιες συνθήκες τελικώς κατέχουν αυτή. Αυτή η θέση απαντά και τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως ενώ ο ΧΖΠ ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην τον συμπεριλάβουν ως εναγόμενο. Και τούτο, καθότι διαφαίνεται πως οι Ενάγοντες επιζητούν να συμπεριλάβουν τον ΧΖΠ ως εμπλεκόμενο στη συμφωνία και συνακόλουθα γνώστη των γεγονότων και όχι αποκλειστικά και μόνο επειδή ήταν διευθυντής της Εναγομένης
- Παρά τη μη προβολή επαρκούς εξήγησης της θέσης για τη μη κατοχή εξαρχής της συμφωνίας, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αίτηση δεν υπόκειται δίχως άλλο σε απόρριψη, αν ήθελε φανεί πως η προσθήκη του ΧΖΠ είναι απαραίτητη. Και τούτο καθότι η Δ.9 θ.10 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο ακόμα και αυτεπάγγελτα να διατάξει την προσθήκη διαδίκου αν ικανοποιηθεί πως η προσθήκη είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ζητήματος, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη παράθεση του περιεχομένου της δικογραφίας. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή στη βάση συμφωνίας η οποία συνήφθη στις 6.10.10 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Εναγομένη 1 είναι η ιδιοκτήτρια ξενοδοχειακής μονάδας και οι Εναγόμενοι 2 και 3 οι διευθυντές της. Κατόπιν προκήρυξης από τους Ενάγοντες ενός σχεδίου χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, η Εναγομένη 1 υπέβαλε αίτηση για χρηματοδότηση και κατά την εξέταση της αίτησης της η Ομάδα Αξιολόγησης των αιτήσεων ζήτησε από την Εναγομένη 1 κάποιες διευκρινίσεις και οικονομικές καταστάσεις. Αφού προσκομίστηκαν οι οικονομικές καταστάσεις και υπεγράφη η συμφωνία δημόσιας χρηματοδότησης μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, οι Εναγόμενοι έλαβαν το συνολικό ποσό επιχορήγησης εκ €765.486,
- Ενώ η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Δημοκρατίας δέχθηκε ότι ορθά το σχέδιο της Εναγομένης 1 εντάχθηκε στο σχέδιο χορηγιών, εντούτοις κατόπιν διαφωνίας των Υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου προέβη σε νέο έλεγχο και διαπίστωσε ότι οι υποβληθείσες οικονομικές καταστάσεις ήταν παραποιημένες. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν ουσιώδεις όρους, υπέβαλαν ψευδή και ή παραπλανητικά στοιχεία και με πρόθεση να εξαπατήσουν και ή προσποριστούν οικονομικό όφελος συνωμότησαν με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες συνωμοσίας προς καταδολίευση και ή για πρόκληση ζημιάς και ή δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή αμέλειας. Εξ ου και οι Ενάγοντες αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας, αποζημιώσεις για δόλο και το ποσό των €765.486,33 λόγω παράβασης συμφωνίας. Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν, μεταξύ άλλων, προδικαστική ένσταση πως οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν ή προωθούν την παρούσα Αγωγή και πως δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 καθότι αυτοί δεν έχουν συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες και δεν ήταν διευθυντές της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης. Αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία και σε ενέργειες του διευθυντή της Εναγομένης 1 στα πλαίσια υποβολής των όσων είχαν ζητηθεί από την Ομάδα Αξιολόγησης. Στην ανταπαίτηση τους εγείρουν αξίωση για, μεταξύ άλλων, απόρριψη της Αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, απόφαση πως οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και αξίωση για το ποσό των €91.977,97 ως το υπόλοιπο της επιχορήγησης. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες εμμένουν στη θέση πως νομιμοποιούνται στην έγερση και προώθηση της Αγωγής, πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν ως σύμβουλοι της Εναγομένης 1 και ή λάμβαναν και ή κατηύθυναν τις πράξεις της Εναγομένης 1 και υπέχουν συνεχή ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ΜΠ παρουσιάζει τον ΧΖΠ ως συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία. Παρά ταύτα μια ανάγνωση ολόκληρης της ένορκης δήλωσης της ΜΠ καταδεικνύει πως ο ΧΖΠ φέρεται ως το συμβαλλόμενο μέρος υπό την έννοια ότι αυτός υπέγραψε τη συμφωνία για την Εναγομένη 1 ως ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται από τις φράσεις «. ο κος ΧΖΠ, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο νόμιμα εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της εταιρείας και το συμβαλλόμενο πρόσωπο στην επίδικη Συμφωνία.» (παρ. 5) και «Η βάση της αγωγής στηρίζεται στην σύναψη Συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η οποία Σύμβαση υπογράφτηκε από τον κ. ΧΖΠ ως πληρεξούσιος της Εναγόμενης 1» (παρ. 7). Επομένως συνάγεται πως η προσθήκη του ΧΖΠ δεν επιδιώκεται στη βάση της παράβασης συμφωνίας εκ μέρους του λόγω του ότι αυτός συνήψε την επίδικη συμφωνία με τους Ενάγοντες. Αντιθέτως, είναι προφανές πως η προσθήκη του επιδιώκεται στη βάση της συνωμοσίας για εξασφάλιση κρατικής χρηματοδότησης και της γνώσης του για την υποβολή παραποιημένων και ψευδών οικονομικών καταστάσεων, λόγω της ιδιότητας του ως διευθυντή της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και της εμπλοκής του στην υπογραφή της συμφωνίας. Τα ακόλουθα αποσπάσματα από τις παρ. 5 και 6 της ένορκης δήλωσης της ΜΠ είναι σχετικά: «
- i. Η Εταιρεία υποβάλλοντας την αίτηση για συμπερίληψή της στο Σχέδιο, όφειλε να πληροί όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις του Σχεδίου και να προβεί σε παράθεση αληθινών στοιχείων και πληροφοριών ούτως ώστε να μπορεί ο Οργανισμός να αξιολογήσει ορθά την αίτηση, κάτι το οποίο γνώριζε τόσο ο κος. ΧΖΠ, ως ο δεύτερος συμβαλλόμενος στην επίδικη Συμφωνία, όσο και οι Εναγόμενοι 2 και
- Εκ του αντιθέτου, οι Εναγόμενοι συμπεριλαμβανομένου και του κ. ΧΖΠ, παρέθεσαν μη πιστοποιημένους, παραποιημένους και ανυπόγραφους λογαριασμούς προς τον Οργανισμό, βάσει των οποίων η συμμετοχή τους κρίθηκε ότι θα μπορούσε να επιτύχει. ii. Η Εναγομένη 1 κατόπιν συνωμοσίας με τους Εναγόμενους 2, 3 και με τον ΧΖΠ με σκοπό να εξασφαλίσουν την κρατική χρηματοδότηση, παρουσίασαν ψευδή και παραπλανητική εικόνα της οικονομικής κατάστασης της Εναγόμενης 1 παραποιώντας τους ελεγμένους οικονομικούς λογαριασμούς.
- Κατ΄ επέκταση, η συμπεριφορά του κ. ΧΖΠ δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του καθότι διαζευκτικά με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ενήργησαν με τρόπο που συνιστά απάτη (fraudulent misrepresentation), δόλο και συνωμοσία προς διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) με ψευδείς και δόλιες ή/και αμελείς παραστάσεις οι οποίες προκάλεσαν στους Αιτητές ζημιά ύψους €765.486,
- .» Αυτά τα δεδομένα, σε συνάρτηση με την παραδοχή των Εναγομένων περί υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από τον ΧΖΠ εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, τον καθιστούν αναγκαίο διάδικο ούτως ώστε να εξεταστεί η δική του συμμετοχή και συνακόλουθα να διεκδικηθεί θεραπεία η οποία αποτελεί προϊόν αυτής της ισχυριζόμενης δόλιας συμπεριφοράς και απάτης. Επομένως, η προσθήκη του ΧΖΠ αφορά στην υφιστάμενη βάση αγωγής. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο ΧΖΠ είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα Αγωγή ούτως ώστε να συμπεριληφθούν όλα τα κατ΄ ισχυρισμό εμπλεκόμενα πρόσωπα και έτσι να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης και να αποφασιστεί ενδεχομένως ο ρόλος του καθενός και συναφώς η ευθύνη του. Επί τούτου το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκε πως «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης η οποία να την οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη. Αντιθέτως, με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, η Αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση, επομένως δεν παρατηρείται ούτε και θα προκληθεί τέτοια καθυστέρηση από τυχόν έγκριση της αιτούμενης προσθήκης και τροποποίησης που να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων και ή του προτεινόμενου διάδικου. Τέλος, δεν έχει διαφανεί πως η Αίτηση είναι καταχρηστική ή κακόπιστη. Αντιθέτως διαφαίνεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε σε μια γνήσια προσπάθεια των Εναγόντων να συμπεριλάβουν όλα τα κατ΄ ισχυρισμόν εμπλεκόμενα πρόσωπα και συνακόλουθα για την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική επίλυση όλων των επίδικων ζητημάτων στην επίδικη διαφορά. Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα με τα οποία επιτρέπεται:
- Η τροποποίηση του τίτλου του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την προσθήκη ως Εναγομένου 4 του ΧΖΠ.
- Η τροποποίηση των αιτητικών Α-Η του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ούτως ώστε να περιλαμβάνεται οι Εναγόμενος
- Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που σπαταλούνται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο