Pier Cyprian Estates Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1027/2015, 9/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1027/2015 Μεταξύ: Pier Cyprian Estates Limited, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------------- Ημερ.: 9.02.2022 Για την Ενάγουσα: κ. Α. Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ με κ. Μ. Δειλινό για Μιχάλης Δειλινός ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Ε. Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, αφορά την καταβολή αποζημιώσεων ύψους €17.000.000 για παράβαση γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 28.7.
- Η συμφωνία προέβλεπε την ανταλλαγή δύο υπό δημιουργία οικοπέδων, ιδιοκτησία της Ενάγουσας, με κρατική γη. Η Ενάγουσα αξίωνε αρχικά και διάταγμα για ειδική εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας. Στο στάδιο των αγορεύσεων όμως, ο δικηγόρος της Ενάγουσας περιόρισε την απαίτηση της στην καταβολή αποζημιώσεων. Περιόρισε επίσης και την αξίωση της Ενάγουσας στο ποσό των €5.781.
- Η Εναγόμενη, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, δεν έχει υλοποιήσει τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας και ως εκ τούτου η Eνάγουσα έχει υποστεί ζημιά που αντιστοιχεί με την εκτιμημένη αξία των υπό δημιουργία οικοπέδων που θα ανταλλάσσονταν με κρατική γη. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της παραδέχεται τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας, αρνείται όμως ότι ευθύνεται για τη μη υλοποίηση της. Ισχυρίζεται ότι η μη υλοποίηση της οφείλεται στους πιο κάτω λόγους:
- Η Ενάγουσα δεν εξασφάλισε άδεια διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου από τον Δήμο Παραλιμνίου. Η συμφωνία έγινε υπό την αίρεση της ολοκλήρωσης των απαιτούμενων διαδικασιών και εγκρίσεων του προτεινόμενου σχεδιασμού. Ο εν λόγω σχεδιασμός υπόκειτο και στον τελικό έλεγχο και στην έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η μη οικοπεδοποίηση των επιδίκων τεμαχίων επηρέασε την υλοποίηση της συμφωνίας.
- Η συμφωνία αφορούσε τα κτήματα της Ενάγουσας που είχαν απαλλοτριωθεί για την προστασία της λίμνης Παραλιμνίου. Η εν λόγω απαλλοτρίωση έχει ανακληθεί. Η Εναγόμενη απορρίπτει και τη θέση ότι η Ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Από τα δικόγραφα προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη που ασχολείται μεταξύ άλλων με τη διαχείριση και ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι, η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τεμαχίων 187, 188 και 432 που βρίσκονται στο Δήμο Παραλιμνίου. Το 2006 υπέβαλε τις αιτήσεις ΑΜΧ/0822/2006 και ΑΜΧ/0753/2006, με τις οποίες ζήτησε την έκδοση πολεοδομικής άδειας για τη διαίρεση των πιο πάνω τεμαχίων και τη δημιουργία μεγάλου αριθμού οικοπέδων. Η Πολεοδομική Αρχή εξέτασε τις πιο πάνω αιτήσεις και αποφάσισε να χορηγήσει τις σχετικές άδειες, υπέβαλε όμως συγκεκριμένους όρους. Ενώπιο του δικαστηρίου κατατέθηκε η Γνωστοποίηση Χορήγησης Πολεοδομικής Άδειας, ημερομηνίας 28.07.2010, Τεκμήριο
- Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι η Πολεοδομική Αρχή ενέκρινε την χορήγηση των αιτουμένων αδειών, έθεσε όμως ως προϋπόθεση την τήρηση μεγάλου αριθμού όρων. Μεταξύ των όρων που έθεσε ήταν και ο υπ΄αριθμό 507, που προέβλεπε τα πιο κάτω: "
(507)Τα δύο μεγάλου μεγέθους υπό δημιουργία οικόπεδα με αρ.265 και 266 κόκκινη και μπλε περιγράμμιση αντίστοιχα στο χωρομετρικό σχέδιο καθώς επίσης και το μέρος της γης που εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνη Δα1 και σημειώνεται με πράσινη διαγράμμιση στο εγκεριμένο χωρομετρικό σχέδιο να ανταλλαγούν με κρατική γη ίσης αξίας σύμφωνα με εκτίμηση που θα γίνει από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Προς το σκοπό αυτό σχετική είναι η Συμφωνία με βάση το άρθρο 43
(1)του Νόμου που έχει συναφθεί μεταξύ Πολεοδομικής Αρχής και Αιτητή η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα 1 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας άδειας.» Στην πρώτη σελίδα της άδειας καταγράφονται και διάφορες σημειώσεις. Μια εξ αυτών προνοούσε τα πιο κάτω: "
- Η άδεια αυτή δεν περιλαμβάνει χορήγηση άδειας με βάση τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο ή άλλο Νόμο. Είναι ευθύνη του αιτητή να αποταθεί ξεχωριστά για την εξασφάλιση των άλλων αδιεών που απαιτούνται.» Την ιδία ημέρα που εκδόθηκε η πιο πάνω άδεια, ήτοι τη 28.7.2010, υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία ενεργούσε μέσω του τότε αναπληρωτή διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Την 6.6.2011 η Ενάγουσα υπέβαλε την αίτηση για διάθεση κρατικής γης, με αριθμό ΑΔΧ137/2011, Τεκμήριο
- Ο σκοπός της αίτησης, έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα. Παραθέτω αυτούσια τη χειρόγραφη αναφορά, σημειώνοντας όμως ότι μέρος αυτής που αναφέρεται σε απαλλοτρίωση, έχει διαγραφεί: "Ανταλλαγή ιδιοκτησίας μας που βρίσκεται μέσα στη λίμνη Παραλιμνίου η οποία απαλλοτριώθηκε για την προστασία της Λίμνης με ισάξια κρατική γη στον ίδιο Δήμο». Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ουδέποτε προέβη σε εκτίμηση των δύο οικοπέδων που αναφέρονται στην άδεια της Πολεοδομικής Αρχής και αποτελούν αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας. Ο όρος της επίδικης συμφωνίας που προνοούσε τη διάθεση κρατικής γης, ίσης αξίας με τα δύο πιο πάνω οικόπεδα, δεν έχει εκτελεσθεί μέχρι σήμερα. Ενώπιο του δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της Ενάγουσας ο διευθυντής της, XXXXX Λόρδος, Μ.Ε.1 και ο εκτιμητής ακινήτων XXXXX Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.
- Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσαν ο XXXXX Στυλιανού, Μ.Υ.1, η XXXXX Παπαχριστοφόρου, Μ.Υ.2, ο XXXXX Σιημητρά Μ.Υ.3 και η XXXXX Χριστοφόρου, Μ.Υ.
- Ο XXXX Γ. Λόρδος, Μ.Ε.1, αναφέρθηκε στην πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε για διαχωρισμό των τεμαχίων, στην επίδικη συμφωνία για ανταλλαγή γης και στην αίτηση που υπέβαλε η Ενάγουσα, με αριθμό ΑΔΧ137/2011, για να υποβοηθηθεί η διαδικασία υλοποίησης των όσων προβλέπονταν στη συμφωνία. Κατέθεσε και την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και των αρμοδίων κυβερνητικών τμημάτων που αφορούσαν τη συμφωνία ανταλλαγής. Ο μαρτυρας, αντεξεταζόμενος, απέρριψε τη θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι η επίδικη συμφωνία αφορούσε τα κτήματα της Ενάγουσας που απαλλοτριώθηκαν για την προστασία της λίμνης Παραλιμνίου. Απέρριψε επίσης τη θέση ότι η οικοπεδοποίηση των επιδίκων τεμαχίων αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Αναγνώρισε ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε στο διαχωρισμό και την οικοπεδοποίηση των ακινήτων, αντικείμενο της πολεοδομικής άδειας, Τεκμήριο 1 και δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη άδεια οικοδομής που ήταν αναγκαία για την υλοποίηση του διαχωρισμού. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε με την ανάπτυξη των τεμαχίων λόγω της οικονομικής κρίσης του 2012 -
- Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία δεν τελούσε υπό την αίρεση της υλοποίησης της άδειας διαχωρισμού. Ο XXXX Αγαθαγγέλου Μ.Ε.2, εκτιμητής ακινήτων, κατέθεσε σε σχέση με την αξία των δύο οικοπέδων που θα ανταλλαζόταν με την κρατική γη. Με βάση την εκτίμηση που ετοίμασε, Τεκμήριο 10, η αξία των δύο επιδίκων ακινήτων, τη 30.09.2015, ήταν € 5.781.
- Ο XXXX Στυλιανού, Μ.Υ.1, είναι Κτηματολογικός Λειτουργός Β και εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου από το 2006 μέχρι σήμερα, ως υπεύθυνος / προϊστάμενος του Κλάδου Διαχείρισης Κρατικής Γης. Ο μάρτυρας περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την εξέταση αιτήσεων για διάθεση κρατικής γης και τους Κανονισμούς που διέπουν το θέμα. Κατέθεσε επίσης σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τις επιτόπιες έρευνες που διεξάχθηκαν διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε εξασφαλίσει την άδεια διαχωρισμού από την αρμόδια αρχή και δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε κατασκευαστικά έργα αναφορικά με την οικοπεδοποίηση των ακινήτων. Λόγω της πιο πάνω παράλειψης της Ενάγουσας, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν προχώρησε μέχρι σήμερα στην ετοιμασία εκτίμησης για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας των υπό ανταλλαγή κτημάτων. Για τον ίδιο λόγο δεν προέβη στην ετοιμασία αιτιολογημένης έκθεσης για υποβολή της στην αρμόδια υπουργική επιτροπή για μελέτη και λήψη σχετικής απόφασης. Στην παράγραφο 15 της γραπτής του δήλωσης αναφέρει τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια. «Συνοψίζοντας αναφέρω ότι, η Συμφωνία ημερομηνίας 28/07/2010, μεταξύ του Αν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και της εταιρείας Pier Cyprian Estates Ltd, η οποία συνάφθηκε με βάση το άρθρο 43
(1), του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, δεν μπορεί να δεσμεύει εκ των προτέρων το Υπουργικό Συμβούλιο για την διάθεση κρατικής γης. Επίσης, αναφέρεται ότι, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν ενίσταται στην εξέταση της οποιοσδήποτε αίτησης κατατεθεί, στην περίπτωση δε αυτή, στην αίτηση για εξέταση της αιτούμενης ανταλλαγής, παρά το γεγονός ότι αδόκιμα προωθήθηκε μέσω της πιο πάνω συμφωνίας». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα ακίνητα, αντικείμενο της Αίτησης, Τεκμήριο 2, για ανταλλαγή ιδιωτικής γης με κρατική, δεν ήταν υπό απαλλοτρίωση. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η Αίτηση, Τεκμήριο 2, είναι μέχρι σήμερα 'ενεργή΄, δεν λήφθηκε απόφαση από τα αρμόδια όργανα κατά πόσο θα γίνει δεκτή ή θα απορριφθεί. Η XXXX Παπαχριστοφόρου, Μ.Υ.2, αναφέρθηκε και εκείνη στην πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε και στην επίδικη συμφωνία. Σε σχέση με το πρώτο θέμα επισήμανε ότι η πολεοδομική άδεια, περιείχε όρο ότι τα δύο
(2)από τα 306 οικόπεδα που ήταν υπό διαχωρισμό, θα παραχωρούνταν στο κράτος και θα ανταλλάζονταν με κρατική γη. Τα υπόλοιπα τεμάχια θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, ήτοι να διαχωρισθούν σε οικόπεδα, με βάση την πολεοδομική άδεια. Κατέθεσε ότι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν όλα τα ακίνητα πλην των δύο που θα ανταλλάζονταν. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο λόγος που έγινε η επίδικη συμφωνία ήταν γιατί το κράτος δεν ήθελε όπως τα δύο συγκεριμένα οικόπεδα να αναπτυχθούν καθότι ' ... από εκεί περνούσαν τα νερά που κατέληγαν στη λίμνη Παραλιμνίου'. Η μάρτυρας συμφώνησε με την πιο πάνω θέση και πρόσθεσε τα πιο κάτω: " A. Ναι, τέθηκε επειδή οι Αιτητές απευθύνθηκαν στην Πολεοδομική Αρχή και ζήτησαν τη γη τους να την αναπτύξουν, να την κάνουν οικόπεδα και επειδή έπρεπε να προστατευτούν τα συγκεκριμένα τμήματα της ιδιοκτησίας τους λήφθηκε αυτή η απόφαση στα πλαίσια του διαχωρισμού. Δηλαδή ότι θα υλοποιείτο αυτός ο διαχωρισμός». Σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασης της διευκρίνισε ότι δεν ήταν στόχος της Πολεοδομικής Αρχής η ανταλλαγή των δύο υπό δημιουργία οικοπέδων με την κρατική γη, αλλά αυτό προέκυψε μέσα από το χειρισμό της αίτησης. Η πολεοδομική άδεια, με αριθμό ΑΜΧ/822/2006, ανανεώθηκε δύο φορές, με ημερομηνία λήξης ισχύος της τελευταίας ανανέωσης την 28.7.
- Καταθέτοντας δε σε σχέση με τους όρους της επίδικης συμφωνίας ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 43 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου δεν απαλλάσσει τον αιτητή από την υποχρέωση τήρησης των νενομισμένων διαδικασιών του καθ' ύλην αρμόδιου τμήματος για τη διαχείριση της κρατικής γης και των διαδικασιών που αφορούν την ανταλλαγή της με ιδιωτική. Τόνισε και αυτή η μάρτυρας ότι η τελική απόφαση για ανταλλαγή κρατικής γης με ιδιωτική, εναπόκειται στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ο XXXX Σιημητρά, Μ.Υ.3, είναι υπάλληλος του Δήμου Παραλιμνίου. Κατέχει τη θέση τεχνικού και ασχολείται με την εξέταση φακέλων οικοδομής, διαχωρισμού, οριζόντιου διαχωρισμού, πιστοποιητικών εγκρίσεως και άλλων θεμάτων. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με την αίτηση διαχωρισμού που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα και ανέφερε και αυτός ότι η πολεοδομική άδεια έληξε την 28.7.
- Ο Δήμος αρνήθηκε να χορηγήσει περαιτέρω παράταση της ισχύος της εν λόγω πολεοδομικής άδειας. Τελευταία κατάθεσε η XXXX Χριστοφόρου, Μ.Υ.4, κάτοχος BSc στον κλάδο του Estate Management και μεταπτυχιακού στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Το 2009 προσελήφθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως Κτηματολογικός Λειτουργός Β΄. Και αυτή η μάρτυρας κατέθεσε ότι ο λόγος που το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν προχώρησε μέχρι σήμερα στην εκτίμηση για υπολογισμό της αγοραίας αξίας των υπό ανταλλαγή κτημάτων, ήταν το γεγονός ότι δεν είχαν εξασφαλισθεί όλες οι αναγκαίες άδειες για διαχωρισμό των επιδίκων τεμαχίων και δεν εκτελέστηκαν τα κατασκευαστικά έργα για τη δημιουργία οικοπέδων. Η μάρτυρας σχολίασε και την έκθεση του ιδιώτη εκτιμητή Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.
- Οι παρατηρήσεις της καταγράφονται στη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο με Ένδειξη Ε. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία των XXXX Παπαχριστοφόρου, Μ.Υ.2 και του XXXX Σιημητρά, Μ.Υ.3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η μαρτυρία αμφοτέρων των πιο πάνω μαρτύρων ήταν θετική και εμπεριστατωμένη. Ένα από τα θέματα για τα οποία αναλώθηκε αρκετός χρόνος κατά την ακρόαση ήταν κατά πόσο η επίδικη συμφωνία αφορούσε τα κτήματα της Ενάγουσας που είχαν σε κάποιο στάδιο απαλλοτριωθεί. Υπενθυμίζω ότι με βάση την Υπεράσπιση, η επίδικη συμφωνία αφορούσε τα κτήματα της Ενάγουσας που είχαν απαλλοτριωθεί για την προστασία της λίμνης Παραλιμνίου. Η εν λόγω απαλλοτρίωση ανακλήθηκε και αυτός ήταν ένα από τους λόγους που, σύμφωνα πάντα με την Υπεράσπιση, η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε. Επί του σημείου αυτού δέχομαι τη μαρτυρία του XXXX Λόρδου, Μ.Ε. 1, ότι τα δύο επίδικα οικόπεδα, αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας ουδέποτε είχαν απαλλοτριωθεί. Με την πιο πάνω θέση συμφώνησε τελικά και ο κτηματολογικός λειτουργός, XXXX Στυλιανού, Μ.Υ.
- Ως έχω ήδη αναφέρει επανειλημμένα η παρούσα υπόθεση αφορά γραπτή συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Αν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο της εν λόγω συμφωνίας. «Η Συμφωνία αυτή έγινε στις 28 Ιουλίου 2010 του Αν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (εν τοις εφεξής καλούμενης «Πολεοδομικής Αρχής»), στην οποία έχει εκχωρηθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Εκχώρηση Εξουσιών) Διατάγματος του 2007 (Κ.ΔΠ 454/2007) εξουσία με βάση το άρθρο 43
(1)του Νόμου προς σύναψη συμφωνίας με οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία αναφορικώς προς την ανάπτυξη ή χρήση ακίνητης ιδιοκτησίας αφ' ενός και της εταιρείας «PIER CYPRIAN ESTATES LTD και πληρεξούσιων αντιπροσώπων», (Παράρτημα 1, τίτλοι και ειδικά πληρεξούσια) εν τοις εφεξής καλούμενους «αιτητές», ιδιοκτήτες των ακινήτων με αρ. τεμ. 188 και 432 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου Φ/Σχ. 2-288-379, Τμήμα 3, στο Δήμο Παραλιμνίου και του τεμαχίου με αρ. 187, του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου Φ/Σχ. 2- 288-380, Τμήμα 3, του ιδίου Δήμου, αφ' ετέρου.
- Επειδή οι «αιτητές», ιδιοκτήτες των πιο πάνω ακινήτων αποτάθηκαν στην «Πολεοδομική Αρχή» με την αίτηση με αρ. ΑΜΧ/0822/2006 για τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας για οικοπεδοποίηση μέρος των πιο πάνω τεμαχίων σε 304 οικόπεδα και με την αίτηση με αρ. ΑΜΧ/0753/2006 για τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας για οικοπεδοποίηση του υπόλοιπου μέρος των τεμαχίων σε 49 οικόπεδα.
- Επειδή η Πολεοδομική Αρχή αποφάσισε να χορηγήσει την άδεια διαίρεσης με κατάλληλους όρους περιλαμβανόμενου και όρου για σύναψη Συμφωνίας που να δεσμεύει τους αιτητές στην ανταλλαγή τμήματος της υπό ανάπτυξη ιδιοκτησίας της το οποίο εμπίπτει ταυτόχρονα στη ζώνη ειδικής προστασίας και σε οικιστική ζώνη Κα8, με εξαίρετη τμήμα της που καθορίζεται στην άδεια ως δημόσιος ανοιχτός χώρος και χώρος για κοινοτικό εξοπλισμό. Η ανταλλαγή της ιδιωτικής γης με κρατική γη να είναι ίσης αξίας (αξία γης των προς διαχωρισμό ιδιοκτησιών με βάση τις πρόνοιες της οικιστικής ζώνης Κα8), σύμφωνα με εκτίμηση που θα γίνει από τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
- Γι' αυτό και συμφωνούνται ανεπιφύλακτα μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 43
(1)ότι, οι «αιτητές» αποδέχονται την προώθηση ανταλλαγής των υπό δημιουργία οικοπέδων με αριθμούς 265 και 266 που δείχνονται με κόκκινο και μπλε περίγραμμα αντίστοιχα στο χωρομετρικό σχέδιο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα 2 καθώς και των λωρίδων γης που σημειώνονται με πράσινο διαγραμμισμένο χρώμα και εμπίπτουν σε ζώνη Δαί (ζώνη προστασίας καναλιού) στο ίδιο σχέδιο. 5. Νοείται ότι, οτιδήποτε περιλαμβάνεται στην παρούσα Συμφωνία, δεν ερμηνεύεται ότι περιορίζει την άσκηση οποιονδήποτε εξουσιών οι οποίες μπορούν να ασκηθούν από τον Υπουργό ή την Πολεοδομική Αρχή δυνάμει του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου σε σχέση προς την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσα Συμφωνίας (άρθρο 43
(2)του Νόμου).
- Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, οι συμβαλλόμενοι έχουν θέσει πιο κάτω και στο επισυνημμένο Παράρτημα 1 το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Συμφωνίας, τις υπογραφές τους κατά την ημέρα και χρόνο πού αναφέρεται στην αρχή του συμφωνητικού αυτού εγγράφου.
- Η παρούσα Συμφωνία υπογράφεται σε τέσσερα αντίγραφα από τα οποία το πρώτο θα παραμείνει στην Πολεοδομική Αρχή, το δεύτερο στους «αιτητές», το τρίτο στον Έπαρχο Αμμοχώστου και το τέταρτο στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών». Η διαφορά των δύο μερών έγκειται στην ερμηνία της εν λόγω συμφωνίας Εκ μέρους της Ενάγουσας προβάλλεται η θέση ότι η εν λόγω συμφωνία ήταν ανεξάρτητη από την πολεοδομική άδεια, Τεκμήριο 2, θέση με την οποία διαφωνεί κάθετα η Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυπριακή Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η ανταλλαγή της γης είναι αλληλένδητη με την υλοποίηση των όρων της άδειας διαχωρισμού. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα δεν προχώρησε με την υλοποίηση της πιο πάνω άδειας, οι όροι της επίδικης συμφωνίας καθίστανται ανεφάρμοστοι. Αποτελεί βασική αρχή ότι η ερμηνεία μιας συμφωνίας αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για την ερμηνεία της συμφωνίας είναι η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της συμφωνίας. Οι όροι δεν θα πρέπει να εξετάζονται απομονωμένα, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται το κείμενο της συμφωνίας, στο σύνολο του. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το Εφετείο στην υπόθεση Ανόρθωσις και Απόλλωνα,
(2002)1 Α Α.Α.Δ 518: «Το ζήτημα είναι νομικό εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.» Η ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί σε μια συμφωνία θα πρέπει να είναι λογική. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χατζησωτηρίου και Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ 1406, κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε μια συμφωνία είναι ' .. η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο». Η βασική προσέγγιση του κοινοδικαίου στο ερμηνευτικό εγχείρημα είναι αντικειμενική και όχι υποκειμενική. Το δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει το σκοπό της συμφωνίας και τις προθέσεις των συμβαλλομένων, όπως αυτές συνάγονται από το κείμενο, εξεταζόμενο ως ένα σύνολο και χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε λέξη και ή φράση. ( Βλέπετε σχετικά Λίλλης και Ξενή
(2009)1 Α Α.Α.Δ. 217). Αποτελεί βασική αρχή ότι δεν γίνεται δεκτή εξωγενής μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τροποποιήσει ή να αντικρούσει το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας. Εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα αποτελεί η μαρτυρία που ενδέχεται να ρίξει φως σε σχέση με την πραγματική φύση της συναλλαγής. Διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Στυλιανίδη στην απόφαση Xenopoulos v. Nelson
(1982)1 C.L.R 674: «The general rule is that when a transaction has been reduced to, or recorded in, writing either by requirement of the law, or agreement of the parties, extrinsic evidence is, in general, inadmissible to contradict, vary, add to or subtract from the terms of the document. Extrinsic evidence, however, is admissible to show the true nature of the transaction, although such evidence may vary or add to the written instrument. Where a contract, not required by law to be in writing, purports to be contained in a document which the Court infers was not intended to express the whole agreement between the parties, proof may be given of any omitted or supplemental oral term, expressly or impliedly agreed between them before or at the time of executing the document, if it be not inconsistent with the documentary terms. The inference that the writing was or was not intended to contain the full agreement may be drawn not only from the document itself, but from extrinsic circumstances. (Mercantile Bank of Sydney v. Taylor, [1893] A.C. 317, at 321). Cave, L.C., in Kelantan v. Duff Development Co., [1923] A.C. 395, at 412 said:- "No doubt surrounding circumstances may not be used for the purpose of adding to a deed a stipulation to which the parties did not intend by that deed to agree; but if a judge or an arbitrator, knowing the terms of a deed and the circumstances surrounding its execution is satisfied by those means that the parties intended by that instrument to agree to terms which, though not clearly expressed, are in his belief to be implied in it, there is no reason why he should not give effect to it". In view of the above we are of the opinion that the Court rightly took into consideration the surrounding circumstances in order to ascertain the true intention of the parties as expressed in the document, and gave effect to it.» Διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η πιο κάτω αναφορά του δικαστή Λιάτσου στην υπόθεση Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου Π.Ε. 304/2009, ημερομηνίας 28.09.2015: «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου «να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της» (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432, 1436).» Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές, επισημαίνω ότι το θέμα της ανταλλαγής γης προέκυψε στα πλαίσια εξέτασης των αιτήσεων ΑΜΧ/0822/2006 και ΑΜΧ/0753/2006 με τις οποίες η Ενάγουσα είχε ζητήσει την έκδοση πολεοδομικής άδειας για τη διαίρεση τεμαχίων, εντός της λίμνης Παραλιμνίου και τη δημιουργία μεγάλου αριθμού οικοπέδων. Η Πολεοδομική Αρχή χορήγησε τις αιτούμενες άδειες, υπέβαλε όμως συγκεκριμένους όρους. Μεταξύ των όρων που έθεσε ήταν και ο όρος 507, που προέβλεπε ότι τα δύο οικόπεδα που θα δημιουργόντουσαν μετά το διαχωρισμό, με αριθμούς 265 και 266, θα ανταλλάσονταν με κρατική γη ίσης αξίας, σύμφωνα με εκτίμηση που θα γινόταν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Την ιδίαν ημέρα που χορηγήθηκε η πολεοδομική άδεια, υπογράφηκε και η επίδικη συμφωνία. Στην εν λόγω συμφωνία όχι μόνο γίνεται αναφορά στην πιο πάνω πολεοδομική άδεια και στον όρο που τέθηκε για ανταλλαγή ιδιωτικής γης με κρατική, αλλά ρητά αναφέρεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι το αποτέλεσμα της χορήγησης άδειας διαχωρισμού και συμπερίληψης σε αυτήν του όρου περί ανταλλαγής γης. Σχετικές είναι οι πρώτες τέσσερις παραγράφοι της εν λόγω σύμβασης. Παραθέτω την συμφωνία αυτούσια λίγο πιο πάνω και ως εκ τούτου κρίνω αχρείαστο να επαναλάβω στο σημείο αυτό το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων, αυτούσιο. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι η παράγραφος 2 αρχίζει με την πρόταση 'Επειδή οι «αιτητές», ιδιοκτήτες ..... αποτάθηκαν στην «Πολεοδομική Αρχή» ... για την χορήγηση πολεοδομικής άδειας για οικοπεδοποίηση ...' και η παράγραφος 3 με την πρόταση, 'Επειδή η Πολεοδομική Αρχή αποφάσισε να χορηγήσει την άδεια διαίρεσης με κατάλληλους όρους περιλαμβανόμενου και όρου για σύναψη Συμφωνίας που να δεσμεύει τους αιτητές στην ανταλλαγή τμήματος της υπό ανάπτυξη ιδιοκτησίας της...' . Στην παράγραφο 4, που ακολουθεί αμέσως μετά, διαβάζουμε : «Γι' αυτό και συμφωνούνται ανεπιφύλακτα μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 43
(1)ότι, οι «αιτητές» αποδέχονται την προώθηση ανταλλαγής των υπό δημιουργία οικοπέδων με αριθμούς 265 και 266 ...». Το άρθρο 43
(1)του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω και στο οποίο αναφέρθηκαν και οι μάρτυρες, δίδει εξουσία στον αρμόδιο Υπουργό να συνάψει συμφωνία με οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία αναφορικά με τη χρήση ή την ανάπτυξη της ακινήτου ιδιοκτησίας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας και του διευθυντή αυτής, Μ.Ε.1, ότι η ανταλλαγή της ιδιωτικής γης με κρατική γη ήταν ανεξάρτητη από την πολεοδομική άδεια, δεν βρίσκει έρεισμα στα μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιο του Δικαστηρίου. Τουναντίον, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου, καταλήγω ότι η επίδικη συμφωνία για ανταλλαγή ιδιωτικής γης με κρατική, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολεοδομική άδεια, Τεκμήριο 1. Η ανταλλαγή της κρατικής γής με τα δύο υπό δημιουργία οικόπεδα τελούσε υπό την αίρεση της υλοποίησης του διαχωρσμού των τεμαχίων της Ενάγουσας. Σε περίπτωση που η Ενάγουσα προχωρούσε με την υλοποίηση του διαχωρισμού των τεμαχίων της σε οικόπεδα, θα έπρεπε να παραχωρήσει δύο εξ αυτών των οικοπέδων που θα δημιουργούνταν στο κράτος και ως αντάλλαγμα το κράτος θα της παραχωρούσε χαλίτικη γη, ίσης αξίας. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε με το διαχωρισμό των τεμαχίων της σε οικόπεδα, μέχρι και σήμερα, ούτε έχει εξασφαλίσει όλες τις αναγκαίες άδειες για υλοποίηση του συγκεκριμένου έργου. Ενόψει τούτου κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Τα τεμάχια, αντικείμενο της πολεοδομικής άδειας, δεν διαχωρίστηκαν και κατ΄ επέκταση τα οικόπεδα που θα δημιουργούνταν από το διαχωρισμό, 265 και 266, ουδέποτε δημιουργήθηκαν. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το δικαστήριο στην υπόθεση Κυριάκου ν Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ 1540, στην οποία μας περέπεμψε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Δημοκρατίας. Η σύμβαση στην πιο πάνω υπόθεση, για πώληση μέρος του ακινήτου στον εφεσείοντα, τελούσε υπό την αίρεση του διαχωρισμού του κτήματος, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου στο όνομα του. Ο διαχωρισμός δεν υλοποιήθηκε και το μερίδιο ουδέποτε μεταβιβάστηκε στον εφεσείοντα. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι με τη μη επίτευξη του διαχωρισμού ο τερματισμός ήταν νόμιμος καθότι η μεταβίβαση τελούσε υπό την αίρεση του διαχωρισμού. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα που είναι καθοδηγητικό σε σχέση με τη συμφωνία υπό αίρεση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς την κοινή πρόθεση των διαδίκων ότι θα προηγείτο ο διαχωρισμός και θα έπετο η μεταβίβαση του μεριδίου με την έκδοση χωριστού τίτλου, ήταν ορθή. Ορθή είναι επίσης και η κατάληξη ότι δεν υπήρξε μαρτυρία για συνομολόγηση πρόσθετης Συμφωνίας που να τροποποιεί την προηγούμενη, ώστε να είναι εφικτή η μεταβίβαση μόνο μεριδίου. Η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση ματαίωσης (frustration) σύμβασης είναι ορθή, αφού όπως εύστοχα υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά, αλλά και να υπήρχε οποιαδήποτε ασάφεια, αυτή θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να διευκρινιστεί. Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Κεφ. 149, μια σύμβαση είναι υπό αίρεση αν προβλέπει για την τέλεση πράξης ή για αποχή από πράξη «αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει». Μια τέτοια σύμβαση δεν είναι εκτελεστή, μέχρι την επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος που προβλέπεται στη σύμβαση (Άρθρο 32). Αν το υπό αίρεση γεγονός καταστεί αδύνατο όπως εδώ, η Συμφωνία καθίσταται άκυρη (βλ. Κανναουρίδης ν. Οικονομικής Εταιρείας Τ.Κ.Ε.Κ. «Μέριμνα» Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1390, Στυλιανού κ.ά. ν. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1924). Συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση ήταν υπό την αίρεση του διαχωρισμού του κτήματος, ώστε να μπορεί να μεταβιβαστεί με χωριστό τίτλο το μέρος που είχε πωληθεί στον Εφεσείοντα. Από τη στιγμή που ο ένας από τους συνιδιοκτήτες δεν συναίνεσε στο διαχωρισμό, η επίτευξη του γεγονότος ήταν αδύνατη με αποτέλεσμα η Σύμβαση υπό αίρεση να καταστεί άκυρη, όπως ορθά κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο. Συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο δικαστή, ότι τυχόν μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, ενδεχομένως να προσέκρουε στο Άρθρο 25 του Κεφ. 224 (βλ. Απαισιώτη κ.ά. ν. Ραγιά κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882). Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου και καθοδηγούμενη υπό τις πιο πάνω αρχές, καταλήγω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει παραβιάσει με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη συμφωνία. Ανεξαρτήτως τούτου όμως και αν ακόμη θεωρήσω ότι υπήρξε παραβίαση της επίδικης συμφωνίας, εγείρεται το θέμα κατά πόσο η Ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά στην υπό κρίση περίπτωση. Σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, στο σημείο που θα βρισκόταν εάν η συμφωνία εφαρμοζόταν. Στην Κύπρο το θέμα διέπεται από το άρθρο 73
(1)του ΚΕΦ. 149, το οποίο παραθέτω αυτούσιο αμέσως μετά για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση Saab and another v Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R 499, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «The right to damages for breach of contract, as well as the quantum of damages recoverable, are regulated by the provisions of s.73
(1)of the Contract Law, Cap. 149. It provides: ................................ The principle embodied in s.73
(1)is subject to the rule barring the recovery of damage that is remote. One may, however, validly argue that foreseeability and remoteness are the two sides of the same coin, in that damage that is not foreseeable as naturally likely to arise, is, by definition, remote. Section 73 aims to reproduce the common law rules on damages for breach of contract, as they crystallized and were fashioned in the case of Hadley v. Baxendale [1843—60] All E.R. Rep.
- (See Marcou v. Michael, 19 C.L.R. 282). A similar view was taken of the corresponding provisions of the Indian Contract Law, that is that they reproduced the rules of the common law on damages. (See Pollock and Mulla, 9th ed., p. 529 et seq.). The question of damages, its juridical and practical implications, were the subject of discussion in numerous English cases during the last decade. Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach. (See Heron II [1967] 3 All E.R 686 (H.L.); Soleada S.A. v. Hamoor Tanker Corporation Inc. [1981] 1 All E.R. 856 (C.A.)). Foreseeability in turn, depends on actual knowledge and reasonable forecast of what is likely to happen in a given eventuality. So, the plaintiff is normally entitled to recover damage that is objectively foreseeable, and in the face of special knowledge he may, in addition, recover what is thereby subjectively foreseeable.» Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις ίσες με την κατ΄ισχυρισμό αξία των δύο οικοπέδων που θα δημιουργούνταν από το διαχωρισμό, ήτοι των οικοπέδων με αριθμούς 265 και
- Ο εκτιμητής XXXXX Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.2, εκτίμησε την πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας σε €5.781.212, θέση με την οποία διαφώνησε η εκτιμήτρια XXXXX Χριστοφόρου Μ.Υ.
- Κρίνω αχρείαστο να εξετάσω τη μαρτυρία των δύο πιο πάνω εκτιμητών καθότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο, μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά που ισούται με την αξία των δύο οικοπέδων. Με βάση την ενώπιο μου μαρτυρία προκύπτει ότι υπογράφηκε μια συμφωνία για ανταλλαγή ιδωτικής γης με κρατική. Η εν λόγω συμφωνία δεν υλοποιήθηκε, η Ενάγουσα δεν προχώρησε με το διαχωρισμό των τεμαχίων της με βάση την πολεοδομική άδεια, Τεκμήριο 1 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναταλλαγή γης. Αδυνατώ να αντιληφθώ γιατί η Ενάγουσα αξιώνει να της καταβληθεί η αξία των επιδίκων οικοπέδων από τη στιγμή που η γη δεν παραχωρήθηκε στο κράτος και αυτή συνεχίζει να είναι η ιδιοκτήτρια της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων και των δύο οικοπέδων που θα δημιουργούνταν από το διαχωρισμό, οικοπέδων 265 και 266, τα οποία βέβαια ουδέποτε δημιουργήθηκαν. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε ζημιά από τη μη υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο