A.M.V. MOTO CENTER LIMITED κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 325/ 2020, 17/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 325/ 2020 Μεταξύ:
- A.M.V. MOTO CENTER LIMITED
- XXXXX Κυριακίδης
- XXXXX Κυριακίδη
- XXXXX Κυριακίδη
- XXXXX Κυριακίδης
- XXXXX Κυριακίδη
- XXXXX Κυριακίδης
- XXXXX Λουκά
- XXXXX Α. Λουκά Εναγόντων -και- Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόμενης Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 και 2/Αιτητές: Ο κ. Αλέξης Στυλιανού για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση : Ο κ. Γαβριήλ Πέτρου για Δρ Α. Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 3.11.2021 για έκδοση διατάγματος ακύρωσης της αρχόμενης διαδικασίας για πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου) Με την υπό κρίση διά κλήσεως αίτηση οι Ενάγοντες 1 και 2 (οι « Αιτητές»), αιτούνται αριθμό διαταγμάτων με τα οποία επί της ουσίας επιζητούν να ακυρωθεί και ή ανασταλεί η δρομολογηθείσα διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου ή να απαγορεύσει στην εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση («η Καθ' ης η αίτηση») να προχωρήσει ή/και συνεχίσει οποιεσδήποτε υφιστάμενες διαδικασίες εκποίησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου του οποίου παρέχονται τα πλήρη κτηματολογικά στοιχεία μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της αγωγής ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το ενυπόθηκο ακίνητο, όπως εξηγεί στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης ο κ. XXXXX Κυριακίδης (ΕΔ Κυριακίδη),ο οποίος είναι ο ενάγων 2 και ο Αιτητής 2 στην παρούσα, είναι ένα κατάστημα ευρισκόμενο σε Δήμο της Επαρχίας Αμμοχώστου, ιδιοκτησίας της εταιρείας Kyraikides Bros (Motors) Ltd η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και η οποία σημειώνεται δεν είναι μια από τους ενάγοντες ούτε και Αιτήτρια. Εξηγεί ότι ο ίδιος όπως και η ενάγουσα 3 είναι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας (Τεκμ. 3 Ε/Δ Κυριακίδη). Σε περίπτωση που επιτραπεί να πωληθεί το εν λόγω ακίνητο σε τρίτους οι Αιτητές διατείνονται στην Ε/Δ Κυριακίδη ότι όχι μόνο θα επηρεαστούν δυσμενώς αλλά θα υποστούν πραγματικά ανεπανόρθωτη ζημιά υπό τη μορφή οικονομικής καταστροφής. Εξηγείται επίσης ότι η Ενάγουσα 1 εταιρεία ασχολείτο και εξακολουθεί να ασχολείται με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών τετράτροχων και αυτοκινήτων και με εισαγωγές, πωλήσεις και επιδιορθώσεις των εν λόγω οχημάτων. Τα όσα προβάλλουν οι Αιτητές συνοψίζονται στο ότι η διαδικασία εκποίησης της επίδικης υποθήκης την οποία έχει εκκινήσει και προωθεί η Καθ' ης η αίτηση είναι παράνομη και αντισυνταγματική για τους λόγους που εξηγούν και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να επιτραπεί η προώθηση της. Η διαδικασία έχει εκκινήσει με την αποστολή προς τους Ενάγοντες/Αιτητές των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» με ημερομηνία έκδοσης 26.03.2021 (Τεκμ. 2) στην Ε/Δ Κυριακίδη όπου γίνεται παραδοχή ότι τους επιδόθηκαν την 7.04.2021 και ότι ακολούθως ήτοι την 27.09.2021 επιδόθηκαν στους Ενάγοντες 5 και 6 με ιδιωτική επίδοση Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν.9/65 σχετικά με τις εκτιμήσεις του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμ. 9) στην Ε/Δ Κυριακίδη. Η νομική βάση της αίτησης και ένστασης ταυτίζονται με την προσθήκη εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση στο τέλος της Δ.2 Θ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και βασίζονται σε πληθώρα νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, στο Σύνταγμα, σε νομολογιακές αρχές της Κύπρου και του Κοινοδικαίου όπως και του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο κ. Κυριακίδης στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του, πλην της ιδιότητας του, της δήλωσής του περί προσωπικής γνώσης που έχει των γεγονότων της υπόθεσης και της πηγής αυτής της γνώσης όπως και της νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει για τις νομικές έννοιες και νομικά θέματα στα οποία αναφέρεται και της εξουσιοδότησης που έχει από την Αιτήτρια 1, της οποίας είναι ένας εκ των Διοικητικών της Συμβούλων και από τους υπόλοιπους Αιτητές/ Ενάγοντες (σημειώνεται ότι υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιοι εν τέλει είναι οι Αιτητές στην παρούσα καθώς η αίτηση τιτλοφορείται ως προερχόμενη μόνο από τους ενάγοντες 1 και 2) για να προβεί αυτός στην ένορκη δήλωση, επί της ουσίας της αίτησης αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια με σκοπό τη διευκόλυνση της κατανόησης του σκεπτικού της απόφασης από τον αναγνώστη της) : «
- Αναφέρω επίσης ότι η παρούσα αίτηση αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD της οποίας είμαι εκ των Διοικητικών Αξιωματούχων (Διευθυντής) και η οποία εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Επισυνάπτω ως δέσμη Τεκμήριο 1 σχετικά έντυπα από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών όσον αφορά την ως άνω ιδιότητά μου στις εταιρείες A.M.V. MOTO CENTER LTD και KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD.
- Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της παρούσας αιτήσεως το οποίο υιοθετώ και επαναλαμβάνω ως ορθό και αληθή, για σκοπούς της παρούσας.
- Με την παρούσα αίτηση μας εξαιτούμεθα από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και του άρθρου 44(Β)
(3)του Νόμου 9/65 αλλά και του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ως αυτά αναφέρονται στην αίτηση μου.
- Η παρούσα αίτηση είναι επείγοντος χαρακτήρα διότι στις 07/04/2021 μου επιδόθηκαν με ιδιωτική επίδοση Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο Ι του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65). Οι εν λόγω Ειδοποιήσεις συνοδεύονταν από καλυπτικές συνοδευτικές επιστολές και κατάσταση λογαριασμού του ισχυριζόμενου κατά την Εναγόμενη ενυπόθηκου χρέους. Ειδικότερα, μου επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη τρεις συνολικά Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και καταστάσεις λογαριασμού που απευθύνονταν προς εμένα, προς την Ενάγουσα 3 και προς την εταιρεία KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD. Με τις εν λόγω ειδοποιήσεις οι Εναγόμενοι μας ενημέρωσαν ότι κατέστη απαιτητό το ποσό των €156.705,80 (λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται εις την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού), πλέον τόκους όπως αυτοί αναφέρονται στις εν λόγω Ειδοποιήσεις τις οποίες επισυνάπτω μαζί με τις καταστάσεις λογαριασμού και συνοδευτικές επιστολές ως δέσμη Τεκμήριο
- Να αναφέρω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 30/07/2020, δηλαδή πριν από την αποστολή προς εμάς των ως άνω αναφερομένων Ειδοποιήσεων Τύπου Ι. Τα σχετικά δικόγραφα, περιλαμβανομένου και τροποποιημένου κλητηρίου (σ.σ. σημειώνω ότι δεν διαπιστώνεται στο φάκελο οποιαδήποτε προηγηθείσα τροποποίηση κάτι που εξάλλου δεν διαφαίνεται ούτε και στον τίτλο της υπό κρίση αίτησης) αλλά και της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγόμενης (σ.σ. δεν γίνεται μνεία και της Ανταπαίτησης) βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
- Το θέμα είναι επείγον διότι όπως με ενημερώνει ο δικηγόρος μας, το επόμενο διάβημα στο οποίο θα προβεί η Καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που έχουν απαιτηθεί με τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι, είναι η αποστολή Ειδοποιήσεων πλειστηριασμού Τύπου ΙΑ. Ένας από τους λόγους παραμερισμού των Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ με βάση το άρθρο 44Γ
(3)(δ) είναι να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους καταχώρισης της παρούσας Αίτησης μας.
- Επιθυμώ στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι το ενυπόθηκο ακίνητο που επιχειρούν οι Εναγόμενοι να πωλήσουν στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης της Υποθήκης 3/Υ/XXXXX/1987, αποτελεί ιδιοκτησία της εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD, η οποία όπως έχω πει, τελεί υπό εκκαθάριση δυνάμει δικαστικού διατάγματος.
- Τόσο εγώ όσο και η Ενάγουσα 3 είμαστε μέτοχοι της εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD και προς τούτο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 σχετική έρευνα και έντυπο που εκτύπωσα από την Επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών.
- Σε περίπτωση που επιτραπεί να πωληθεί το εν λόγω ακίνητο σε τρίτους οι Αιτητές όχι μόνο θα επηρεαστούμε δυσμενώς αλλά θα υποστούμε πραγματικά ανεπανόρθωτη ζημιά υπό τη μορφή οικονομικής καταστροφής, όπως θα εξηγήσω λεπτομερώς κατωτέρω. Να αναφέρω επίσης ότι η Ενάγουσα 1 εταιρεία ασχολείτο και εξακολουθεί να ασχολείται με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών τετράτροχων και αυτοκινήτων, εισαγωγές, πωλήσεις και επιδιορθώσεις των εν λόγω οχημάτων.
- Είμαστε πεπεισμένοι όμως αλλά και με βάση τη συμβουλή των δικηγόρων μας Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ ότι η εν λόγω διαδικασία είναι παράνομη και αντισυνταγματική για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην Εναγόμενη να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης. ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
- Σε όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους οι Ενάγοντες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 ήμασταν πελάτες της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας (εφ' εξής ΝΣΠΕ Μακράσυκας) η οποία ήτο τραπεζικό ίδρυμα και/ή εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και ασχολείτο και/ή παρείχε τραπεζικές υπηρεσίες.
- Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 28/12/1987 ή και άλλης ημερομηνίας, η ΝΣΠΕ Μακράσυκας συμφώνησε όπως παραχωρήσει στους Ενάγοντες 2, 3, 4, 5, 6 και 7 δάνειο τρεχούμενου εκ ποσού ΛΚ30.000 και η εν λόγω συμφωνία θα εδιέπετο με βάση τους επιμέρους όρους της και για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου τρεχούμενου υπ' αρ. XXXXX3655 ή και XXXXX655-0 ή/και XXXXX
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας με τίτλο «Γραμμάτιον εις τρεχούμενον».
- Προς εξασφάλιση του ως άνω δανείου τρεχούμενου η εταιρεία KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD (H.E. 28132), της οποίας εγώ είμαι διοικητικός αξιωματούχος και μέτοχος, στις 28/12/1987 ή/και σε άλλη ημερομηνία παραχώρησε ή και ενέγραψε προς όφελος της ΝΣΠΕ Μακράσυκας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου την Υποθήκη υπ' αρ. 3/Υ/XXXXX/1987, η οποία υποθήκη βαρύνει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ 0/1-2905-3735, Περιγραφή ακινήτου: Κατάστημα αρ.3 στο ισόγειο και μεσοπάτωμα αρ. 4 στο μεσοπάτωμα, Τοποθεσία: Καταλύματα, Δήμος Αγίας Νάπας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο ΟΛΟ, υποθηκευμένο μερίδιο ΟΛΟ. Επισυνάπτω αντίγραφο της επίδικης υποθήκης, ως Τεκμήριο
- Κατά ή περί το έτος 1995 η ΝΣΠΕ Μακράσυκας καταχώρισε μέσω των δικηγόρων της την αγωγή υπ' αρ. 642/1995 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Στις 12/12/1995 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εδώ Εναγόντων 2, 3, 4, 5, 6 και 7 και εναντίον της εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD για το ποσό των ΛΚ30.000 (€51.258,40 το ισόποσο σε ευρώ) πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 28/12/1987 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΛΚ323,95 έξοδα με τόκο 6% ετησίως επί ποσού ΛΚ309,35 από 12/12/1995 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 8% ΦΠΑ. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο μίας δια κλήσεως αίτησης ημερ.11/09/2003 που είχε καταχωρίσει εναντίον μου η ΝΣΠΕ Μακράσυκας που αποδεικνύει την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Δυστυχώς, μετά από έλεγχο στα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου αλλά και στο γραφείο των δικηγόρων μου, δεν καταφέραμε να εξεύρουμε αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, ως επίσης, εξ όσων με ενημέρωσαν οι δικηγόροι μου, στο Δικαστήριο δεν υπάρχουν πλέον οι δικαστικοί φάκελοι για αγωγές και αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το έτος 1995 ή/και διότι έχουν καταστραφεί.
- Κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η ως άνω επίδικη συμφωνία δανείου τρεχούμενου ήταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/1977) οπόταν η επίδικη συμφωνία διέπεται από τον εν λόγω νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω νόμου, το μέγιστο ποσό το οποίο δύναται να ανακτηθεί δι' αγωγής ως καθυστερημένος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. Οπόταν στην προκειμένη περίπτωση ή και σε κάθε περίπτωση το μέγιστο ποσό που δικαιούντο ή και δικαιούνται να εισπράξουν οι Εναγόμενοι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ή και αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι δικαιούνται να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό από τους Ενάγοντες σχετικά με τον λογαριασμό υπ' αρ. XXXXX3655 ή και XXXXX655-0 ή/και XXXXX3655 είναι το ποσό των ΛΚ60.000 (ή το ισόποσο σε ευρώ €102.516,79).
- Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, στις 07/04/2021 μου επιδόθηκαν με ιδιωτική επίδοση Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο Ι του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65). Οι εν λόγω Ειδοποιήσεις συνοδεύονταν από καλυπτικές συνοδευτικές επιστολές και κατάσταση λογαριασμού του ισχυριζόμενου κατά την Εναγόμενη ενυπόθηκου χρέους. Ειδικότερα, μου επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη τρεις συνολικά Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και καταστάσεις λογαριασμού που απευθύνονταν προς εμένα, προς την Ενάγουσα 3 και προς την εταιρεία KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD. Με τις εν λόγω ειδοποιήσεις οι Εναγόμενοι μας ενημέρωσαν ότι κατέστη απαιτητό το ποσό των €156.705,80 (λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται εις την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού), πλέον τόκους όπως αυτοί αναφέρονται στις εν λόγω Ειδοποιήσεις τις οποίες έχω ήδη επισυνάψει ανωτέρω (βλ. Τεκμήριο 2). ΤΟ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΧΡΕΟΣ ΕΧΕΙ ΕΞΟΦΛΗΘΕΙ ΠΛΗΡΩΣ
- Στις 23/09/2021, και μετά την παραλαβή των ως άνω Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και καταστάσεων λογαριασμού, ανέθεσα στον οικονομικό μου σύμβουλο και Σύμβουλο Αφερεγγυότητας κ. XXXXX Ιερόπουλο όπως συντάξει έκθεση επαναυπολογισμού του επίδικου χρέους, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, κατ' αρχήν επιβεβαιώνεται η ως άνω θέση μας ότι το μέγιστο ποσό που δικαιούντο ή και δικαιούνται να εισπράξουν οι Εναγόμενοι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ή και αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι δικαιούνται να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό από τους Ενάγοντες σχετικά με τον επίδικο λογαριασμό είναι το ποσό των ΛΚ60.000 (ή το ισόποσο σε ευρώ €102.516,79). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του κ. Ιερόπουλου και λαμβανομένου υπόψη ότι έχουμε καταβάλει έναντι του εν λόγω δανείου ποσό ύψους €123.056,38, κάτι το οποίο φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουμε προσκομίσει στον κ. Ιερόπουλο, προκύπτει διαφορά ύψους €20.540,29, ποσό το οποίο αξιώνουμε με την παρούσα αγωγή ως αποζημιώσεις και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επισυνάπτω επίσης ως Τεκμήριο 8 τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού όπου φαίνονται οι καταθέσεις μας έναντι του επίδικου δανεισμού τρεχούμενου.
- Επιπρόσθετα με την αγωγή μας, οι Ενάγοντες αξιώνουμε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την ακύρωση ή και την εξάλειψη της ως άνω αναφερόμενης επίδικης υποθήκης ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την Εναγόμενη όπως ακυρώσει ή και εξαλείψει την ως άνω αναφερόμενη επίδικη υποθήκη διότι το χρέος το οποίο αυτή καλύπτει έχει εξοφληθεί πλήρως ή/και για όλους τους λόγους στους οποίους γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης αλλά και στην παρούσα Αίτηση.
- Ακολούθως, εξ όσων με ενημέρωσαν οι Ενάγοντες 5 και 6, στις 27/09/2021 επιδόθηκαν σε αυτούς με ιδιωτική επίδοση Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΒ του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν.9/65, τις οποίες εξασφάλισα από τους Ενάγοντες 5 και 6 για σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης και επισυνάπτω ως δέσμη Τεκμήριο
- Δέον να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι η ΝΣΠΕ Μακράσυκας σε κατοπινό στάδιο μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Μακράσυκας. Περαιτέρω, κατά ή περί το 2013 η ΣΠΕ Μακράσυκας μετατράπηκε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Λτδ) και ακολούθως κατά ή περί την 27/01/2014 συγχωνεύθηκε, μαζί με άλλα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα στην ΣΠΕ Μακράσυκας-Λάρνακας-Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ. Ακολούθως κατά ή περί τις 21/07/2017 διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, με έναρξη ισχύος της συγχώνευσης και μεταφοράς την 01/07/
- Περαιτέρω η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ στις 24/07/2017 με απόφαση της Γενικής της Συνέλευσης μετονομάστηκε σε «Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ» και ακολούθως κατά ή περί τις 03/09/2018 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ» η οποία είναι η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή και η οποία ισχυρίζεται ή και θα ισχυριστεί ότι έχει διαδεχθεί δυνάμει των προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου την ΣΠΕ Μακράσυκας-Λάρνακας-Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ σε όλα τα δικαιώματα που κατά καιρούς προέκυπταν δυνάμει συμφωνιών δανείου, εγγράφων εγγύησης και υποθηκών.
- Η Εναγόμενη δεν έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους διότι η σχετική επίδικη απόφαση ημερομηνίας 12/12/1995 στην Αγωγή XXXXX/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ ή/και ουδέποτε ανανεώθηκε η ισχύς αυτής ή/και διότι απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η σχετική αίτηση των Εναγομένων ή/και της ΝΣΠΕ Μακράσυκας για ανανέωση της εν λόγω απόφασης. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ
- Περαιτέρω η Εναγόμενη δεν έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης 3/Υ/701075/1987 ένεκα παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος με βάση τα άρθρα 5
(2)και 10 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Ειδικότερα, έχουν παρέλθει πέραν των 15 ετών από την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12/12/
- Το άρθρο 10 του Ν.66(Ι)/2012 αναφέρει ότι: Αγωγή επί, για ή σε σχέση με δικαστική απόφαση 10.- Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με δικαστική απόφαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών από της τελεσιδικίας της απόφασης.
- Και το άρθρο 5
(2)του ίδιου νόμου αναφέρει ότι (η υπογράμμιση δική μου): Υποθήκη-Ενέχυρο 5.-
(1)Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.
(2)Οποιαδήποτε διαδικασία εκποιήσεως ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας ή ενεχυριασμένου πράγματος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου θεωρείται αγωγή.
- Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω πρόνοιες της νομοθεσίας, και πάντοτε με βάση τη συμβουλή του δικηγόρου μας, η παρούσα και/ή τρέχουσα προσπάθεια εκποίησης της επίδικης υποθήκης θεωρείται «αγωγή» για σκοπούς του νόμου περί παραγραφής 66(Ι)/2012 και εφόσον έχουν παρέλθει πέραν των 15 ετών από την τελεσιδικία, ήτοι την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου η εν λόγω διαδικασία εκποίησης είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή δέον όπως ακυρωθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. Επιφυλάσσομαι όπως επεκταθεί λεπτομερώς ο δικηγόρος μου αναφορικά με τις ως άνω θέσεις και ισχυρισμούς μας κατά τη δικάσιμο. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 44ΙΑ
- Έτι περαιτέρω η διάταξη 44ΙΑ
(1)του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε σε συνδυασμό με την διάταξη 44(Α)
(1)είναι επίσης αντισυνταγματική διότι δίνει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να αγοράσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο μετά την παρέλευση 6 μηνών από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού σε περίπτωση που δεν πωληθεί το ακίνητο και ο λόγος είναι διότι η επίδικη Υποθήκη και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης και/ή τα Έγγραφα Υποθήκης της επίδικης υποθήκης τα οποία εμπεριέχουν τους όρους που διέπουν την επίδικη Σύμβαση Υποθήκης, δεν εμπεριέχουν οποιοδήποτε όρο ή αναφορά που να δίνει τέτοιο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή. Περαιτέρω η εν λόγω διάταξη 44ΙΑ
(1)είναι όχι μόνο αντισυνταγματική αλλά και παράνομη διότι και να υπήρχε τέτοιος όρος στην υποθήκη, που εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει, τέτοιος όρος θα ήταν παράνομος διότι θα προσέκρουε στην πάγια νομολογική αρχή "once a mortgage, always a mortgage" που διέπει Συμβάσεις Υποθήκης, και η οποία νομολογιακή αρχή προνοεί ότι μια Υποθήκη αποτελεί και πάντοτε θα αποτελεί και δεν δύναται να αποτελέσει τίποτε περισσότερο από απλή εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους και δεν δύναται να παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου αλλά μόνο δικαίωμα πώλησης αυτού για να εισπράξει το λαβείν του. Επίσης δέον να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία ως προς την ερμηνεία ενός όρου σε σύμβαση, τότε έχει εφαρμογή ο ερμηνευτικός κανόνας contra proferentem σύμφωνα με τον οποίο η ερμηνεία ενός ασαφούς όρου γίνεται σε βάρος του προσώπου υπέρ του οποίου ο όρος έχει τεθεί.
- Δεν προνοείται σε κανένα σημείο της Σύμβασης Υποθήκης ή και των Εγγράφων Υποθήκης ότι ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να αγοράσει ο ίδιος τα ενυπόθηκα ακίνητα. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω διάταξη είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Είναι ξεκάθαρο ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης υποθήκης εμείς δεν είχαμε συμφωνήσει να παρέχουμε τέτοιο δικαίωμα στους Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία μεταβάλλει την κατάσταση έτσι ώστε να παρέχεται δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή το οποίο δεν υφίστατο και δεν υφίσταται με βάση τη σύμβαση υποθήκης, αποτελεί ξεκάθαρη επέμβαση στο περιεχόμενο της Σύμβασης και/ή στη διαμόρφωση αυτού.
- Το ΜΕΡΟΣ VIA του 9/1965 καθορίζει μία καινούρια διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία διαδικασία αποτελείται από διάφορα στάδια ως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς ανωτέρω. Η τελική κατάληξη αυτής της διαδικασίας είναι ότι σε περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, τότε δίδεται με βάση την πιο πάνω διάταξη το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να αγοράσει ο ίδιος το ακίνητο και μάλιστα στην αγοραία αξία του ακινήτου. ΑΜΕΣΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, επειδή η αντισυνταγματικότητα ενός νομοθετήματος δεν δύναται να ελέγχεται επί θεωρητικής βάσης (in abstracto) είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην παρούσα υπόθεση το ότι η αντισυνταγματικότητα των πιο πάνω διατάξεων του Ν.9/1965 ως αυτή έχει αναλυθεί ανωτέρω, επηρεάζει εν προκειμένω δυσμενώς και άμεσα τα δικαιώματα μας ως ενυπόθηκοι οφειλέτες καθ' ότι υπάρχει σοβαρός και ορατός κίνδυνος, μετά την παρέλευση 6 μηνών από την διεξαγωγή του πρώτου πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων, οι Εναγόμενοι να αρχίσουν και/ή προωθήσουν και/ή ολοκληρώσουν τη διαδικασία ανάκτησης και/ή αγοράς των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τη διάταξη 44ΙΑ
(1)του Ν.9/65. Τέτοια πρόνοια, η οποία με βάση το άρθρο 44Α
(1)έχει αναδρομική ισχύ, δεν προβλέπεται στους όρους της επίδικης υποθήκης και είναι συνεπώς αντισυνταγματική. Ως αποτέλεσμα και με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ήδη έχουν επηρεαστεί ως επίσης ενδέχεται να επηρεαστούν στο εγγύς μέλλον ακόμα περισσότερο δυσμενώς και άμεσα τα δικαιώματα μας από τις εν λόγω τροποποιήσεις του Νόμου και καταλυτική παρέμβαση του νομοθέτη στη σύμβαση κατά παράβαση του «δόγματος της συμβατικής σχέσης» (Privity of Contract) των συμβαλλομένων μερών. Ο λόγος είναι διότι ενώ εμείς ως ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε συμφωνήσαμε ότι οι Εναγόμενοι ως ενυπόθηκοι δανειστές θα είχαν το δικαίωμα να αγοράσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, εκ των υστέρων παρενέβη ο νομοθέτης και έδωσε το δικαίωμα αυτό στον ενυπόθηκο δανειστή, δικαίωμα το οποίο δεν υφίστατο στη σύμβαση υποθήκης, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» το οποίο διασφαλίζεται από το Συντάγματος. 29. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προβούν οι ίδιοι στην αγορά και/ή ανάκτηση και/ή μετεγγραφή επ' ονόματι τους των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 44ΙΑ
(1)και 44ΙΒ του Ν.9/65 διότι η διάταξη 44ΙΑ
(1)είναι αντισυνταγματική ως ανωτέρω αναφέρεται ή/και διότι η ως άνω αναφερόμενη επίδικη διαδικασία εκποίησης της επίδικης υποθήκης είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη ως ανωτέρω αναφέρεται ή/και διότι ως εκ της παρανομίας της επίδικης διαδικασίας εκποίησης και/ή λόγω της μη τήρησης της νομοθεσίας ως ανωτέρω αναφέρεται, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 44ΙΒ του Ν.9/65 ή/και διότι θα είναι αδύνατο για τους Εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο. ΚΑΚΟΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας, αλλά και εξ όσο ειλικρινά πιστεύω, οι ενέργειες των Εναγομένων είναι άκρως κακόπιστες και γίνονται με δόλο για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω και συνοψίζω στο γεγονός ότι το επίδικο ενυπόθηκο χρέος έχει εξοφληθεί πλήρως, η επίδικη δικαστική απόφαση δεν έχει ανανεωθεί και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα έγερσης και προώθησης της οποιασδήποτε διαδικασίας εκποίησης της επίδικης υποθήκης, επιπρόσθετα και για το λόγο ότι το εν λόγω δικαίωμα των Εναγομένων έχει παραγραφεί με βάση το άρθρο 10 του περί παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων νόμου 66(Ι)/
- Παρά την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον τους, οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να εκκινούν και/ή προωθούν διαδικασίες εκποίησης της επίδικης υποθήκης και/ή να αποστέλλουν Ειδοποιήσεις, προσπαθώντας ουσιαστικά να παρακάμψουν την παρούσα αγωγή, εκμεταλλευόμενοι τις σχετικά πρόσφατες αλλαγές και/ή τροποποιήσεις του 2014 και 2018 στην περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νομοθεσία. Αυτό αποδεικνύει έμπρακτα ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούν τις ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ ως μοχλό πίεσης εναντίον μας καταχρηστικά και κακόπιστα, ενώ υπάρχει εκκρεμοδικία μεταξύ μας, προωθούν παν ένδικο μέσο έχουν στη διάθεσή τους, προσπαθώντας αφενός να παρακάμψουν την αγωγή που έχουμε καταχωρίσει εναντίον τους και εναντίον της διαδικασίας που προωθούν και αφετέρου, ασκώντας μας πίεση και εξαναγκάζοντας μας σε έξοδα και ταλαιπωρία αλλά και δικηγορικά έξοδα τα οποία επωμιζόμαστε για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας και την ακίνητη ιδιοκτησία μας.
- Έτι περαιτέρω, και εξ' όσων με πληροφορούν και οι δικηγόροι μας, τα επίδικα θέματα τα οποία εγείρονται με την παρούσα Αγωγή μας, άπτονται της ουσίας και της ρίζας των δοσοληψιών μας αλλά και των όσων έλαβαν χώρα πριν και κατά την κατάρτιση των επίδικων δανειακών συμβάσεων και των επίδικων Υποθηκών, με αποτέλεσμα αυτά τα επίδικα εγειρόμενα θέματα να μπορούν να εκδικαστούν μόνο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στο Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης αυτών, και όχι στα πλαίσια οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας.
- Πέραν όμως των ως άνω λόγων, είναι η θέση μας, πάντα σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου μας ότι οι διαδικασίες εκποίησης που προωθούν οι Εναγόμενοι θα πρέπει να διακοπούν ή και να ανασταλούν ή και ακυρωθούν λόγω του ότι έχουν και/ή είναι σίγουρο ότι τα νομικά και συνταγματικά μας δικαιώματα, ως έχω αναφέρει ανωτέρω θα παραβιαστούν κατάφωρα σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιαστεί σημαντικά συνταγματικά μας δικαιώματα ως έχουμε αναφέρει ανωτέρω. ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ - ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, με βάση το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το Δικαστήριο δύναται ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
- Είναι ξεκάθαρο ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα τόσο εγώ όσο και η Ενάγουσα 1 αλλά και η σύζυγος μου Ενάγουσα 3 όχι μόνο θα επηρεαστούμε δυσμενώς αλλά θα υποστούμε ανεπανόρθωτη ζημιά για τους ακόλουθους λόγους: Α. Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ της διαδικασίας που προωθούν οι Εναγόμενοι, με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω αλλά και με βάση τη συμβουλή του δικηγόρου μας, ΕΙΝΑΙ ΕΚΔΗΛΗ. Β. Η Εναγόμενη δεν είναι αυτή τη στιγμή φερέγγυος οργανισμός και/ή ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι θα είναι φερέγγυα στο μέλλον και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση και/ή δεν θα είναι σε θέση στο μέλλον να μας αποζημιώσει σε περίπτωση που πετύχουμε στις αξιώσεις μας στην παρούσα αγωγή. Καταρχάς, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ως οντότητα, η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση, είναι μόνον ιδιοκτήτες των μη εξυπηρετούμενων δανείων του πρώην Συνεργατισμού. Ωστόσο, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου σύμφωνα με την Έκθεση Διαχείρισης Προόδου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ΚΕΔΙΠΕΣ για τα έτη Σεπτέμβρης του 2018 μέχρι και Ιούνης του 2020 που εκδόθηκε τον Σεπτέμβρη του 2020, οι Εναγόμενοι - Καθ' ης η αίτηση δεν εισπράττουν οποιαδήποτε χρήματα, και αντίθετα τις εισπράξεις της διενεργεί η θυγατρική της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, εφεξής «ΚΕΔΙΠΕΣ». Η ΚΕΔΙΠΕΣ εργοδοτεί τους υπαλλήλους του Συνεργατισμού, αποπληρώνει την κρατική βοήθεια προς το Κράτος, αποπληρώνει τυχόν ζημιές υποστεί η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τα δάνεια του Συνεργατισμού που έχουν μεταφερθεί σε αυτή, μέχρι και τις εκτιμήσεις των ακινήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, τις διενεργεί η ίδια η ΚΕΔΙΠΕΣ και όχι η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10 στην παρούσα, αντίγραφο της Έκθεσης Προόδου Διαχείρισης της ΚΕΔΙΠΕΣ από Σεπτέμβριο του 2018 - Ιούνιο του 2020, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, και την οποία εντόπισε και εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή ο εκ των δικηγόρων μας, XXXXX Κασιανής. Από μόνο του, αυτό το γεγονός καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυοι και σε καμία περίπτωση δεν έχουν την δυνατότητα να μας αποζημιώσουν. Γ. Είναι επίσης γεγονός ότι οι μέτοχοι της Εναγόμενης σύμφωνα με το άρθρο 5 των Ειδικών Κανονισμών που εξέδωσε η ίδια είναι η Κυπριακή Δημοκρατία με ποσοστό συμμετοχής 77,34%, το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης με ποσοστό συμμετοχής 21,88% και οι 18 Συνεργατικές Εταιρείες Συμμετοχών και η Συνεργατική Εταιρεία Συμμετοχών Λτδ με ποσοστό συμμετοχής 0,78%. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο των σχετικών Ειδικών Κανονισμών της Εναγόμενης το οποίο εξασφάλισα από την επίσημη ιστοσελίδα της θυγατρικής της Εναγόμενης ΚΕΔΙΠΕΣ. Θεωρώ σκόπιμο να τονίσω στο σημείο αυτό πρώτον, ότι εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και με βάση τη συμβουλή του δικηγόρου μου, οι μέτοχοι μιας εταιρείας δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση ή και καθήκον να αποπληρώνουν τις οφειλές της εταιρείας στους πιστωτές της και δεύτερον, ο δικηγόρος μου με έχει παραπέμψει σε μια πρόσφατη απόφαση του εφετείου στην υπόθεση Χ''Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 273/2019 , 8/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:A298 όπου αναφέρεται ότι το βάρος απόδειξης της φερεγγυότητας ενός προσώπου τη στιγμή που υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου, εναποτίθεται στο πρόσωπο του οποίου η φερεγγυότητα προσβάλλεται διότι μόνο το εν λόγω πρόσωπο είναι σε θέση να γνωρίζει αν είναι φερέγγυο ή όχι. Επισυνάπτω την εν λόγω απόφαση του εφετείου ως Τεκμήριο
- Δ. Η Ενάγουσα 1-Αιτήτρια ενοικιάζει το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο από την εταιρεία KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD, οπόταν, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο ακίνητο επιτραπεί να πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα ή να αγορασθεί από την ίδια την Εναγόμενη, ενδεχομένως η Ενάγουσα 1 να κληθεί και/ή διαταχθεί να εγκαταλείψει το ακίνητο. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχουν άλλα καταστήματα προς ενοικίαση στην Αγία Νάπα, όπου έχει τη βάση της η Ενάγουσα
- Ε. Η Ενάγουσα 1-Αιτήτρια είναι επίσης πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD και προς τούτο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 13 σχετική έκθεση κατάστασης ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας που καταχωρήθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη και όπου φαίνεται στον ΚΑΤΑΛΟΓΟ Α αυτής ότι η Ενάγουσα 1 είναι πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα 1 έχει συμφέρον στο να μην πωληθεί το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο σε τρίτα πρόσωπα και/ή να ανακτηθεί από την Εναγόμενη για την αποπληρωμή ενός παράνομου και/ή μη υπαρκτού και/ή μη υφιστάμενου χρέους. Η Εναγόμενη δεν είναι φερέγγυα εταιρεία όπως θα αναλύσω κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν είναι και ούτε στο μέλλον θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, εάν πωληθεί το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο σε τρίτους και/ή ανακτηθεί από την Εναγόμενη, αυτό σημαίνει ότι λιγοστεύουν οι πιθανότητες για την Ενάγουσα 1 να μπορεί να εισπράξει και αυτή το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος από την υπό εκκαθάριση εταιρεία. Στ. Η Ενάγουσα 1, ως πιστωτής, ενίσταται στην συνέχιση της διαδικασίας που έχουν εκκινήσει οι Εναγόμενοι ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι έχουν απωλέσει το δικαίωμα τους ένεκα παραγραφής αυτού και/ή ένεκα της μη ανανέωσης της δικαστικής απόφασης και/ή ένεκα της πλήρους εξόφλησης αυτού, οπόταν έχει πάρει σειρά η Ενάγουσα 1 για αποπληρωμή και εξόφληση του οφειλόμενου προς αυτή χρέους από την υπό εκκαθάριση εταιρεία. Ζ. Εγώ και η Ενάγουσα 3 είμαστε πρωτοφειλέτες του επίδικου ενυπόθηκου χρέους αλλά και μέτοχοι της υπό εκκαθάριση εταιρείας KYRIAKIDES BROS (MOTORS) LTD, εγώ κατά 75% και η Ενάγουσα 3 κατά 25% (βλ. ανωτέρω το πιστοποιητικό μετόχων Τεκμήριο 3). Συνεπώς έχω συμφέρον στη μη πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου διότι τέτοια πώληση θα επηρεάσει δυσμενώς αλλά το σημαντικότερο, παράνομα, την οικονομική κατάσταση της υπό εκκαθάριση εταιρείας και/ή την αξία των περιουσιακών μου στοιχείων, ήτοι των μετοχών της εταιρείας. Και θα είναι διπλή η ζημιά που θα υποστώ, διότι όπως έχω αναφέρει ανωτέρω, το επίδικο ενυπόθηκο χρέος έχει εξοφληθεί πλήρως και μάλιστα με περίσσευμα υπέρ μου ποσού ύψους €20.540,
- Η τρίτη πτυχή της ζημιάς μου είναι ότι η Εναγόμενη δεν είναι φερέγγυα εταιρεία όπως θα αναλύσω κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν είναι και ούτε στο μέλλον θα είναι σε θέση να μας αποζημιώσει αν πετύχουμε στις αξιώσεις μας στην παρούσα αγωγή, κάτι το οποίο θεωρώ, και με βάση τη συμβουλή του δικηγόρου μου ότι έχουμε πάρα πολύ καλές πιθανότητες να το πετύχουμε. Η. Είναι περαιτέρω προφανές ότι εάν δεν ανασταλούν όλες οι διαδικασίες εκποίησης της επίδικης υποθήκης, τότε πραγματικά και ουσιαστικά η παρούσα αγωγή καθώς και οι θέσεις μας περί της αντισυνταγματικότητας και παρανομίας της διαδικασίας και των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, όπως επίσης και οι θέσεις μας αναφορικά με την εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων Υποθηκών θα καταστούν μάταιες και άνευ αντικειμένου, αφού με την εκποίηση των Υποθηκών και την πώληση και αγορά των επίδικων ακινήτων, δεν θα υφίσταται πλέον αντικείμενο προς εκδίκαση. Θ. Περιπλέον, καθίσταται πρόδηλο ότι εάν προχωρήσει και τελεσφορήσει η διαδικασία πώλησης των επίδικων ακινήτων ή και αγοράς αυτών από τους ίδιους τους Εναγόμενους, τότε πραγματικά η παρούσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν θα εξεταστούν οι θέσεις και ισχυρισμοί μας που πιστεύω αληθώς και στην πραγματικότητα αλλά και όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας, κ. Μαθηκολώνης, είναι θέσεις και ισχυρισμοί που έχουν πολύ καλές πιθανότητες να πετύχουν. Δηλαδή, πέραν της απώλειας του ακινήτου της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις που αυτό θα επιφέρει σε μας, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω και της μη αναστρέψιμης αυτής κατάστασης σε μεταγενέστερο στάδιο, τίθεται επίσης ως ένα πραγματικό και μείζον ζήτημα ότι, ουσιαστικά με την άνευ αντικειμένου κατάληξη των θέσεων μας όπως εκτίθενται στην παρούσα αγωγή θα επηρεαστούν όχι μόνον τα περιουσιακά, ιδιοκτησιακά και οικονομικά δικαιώματα και συμφέροντα μας αλλά και τα συνταγματικά δικαιώματα μας για δίκαιη δίκη, εφόσον ουδέποτε οι θέσεις και ισχυρισμοί μας θα εξεταστούν και θα αποφασιστούν τελεσίδικα από το Δικαστήριο με την έκβαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
- Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, τα δικαιώματα των Εναγομένων είναι πλήρως εξασφαλισμένα μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην παρούσα Αγωγή όπου εάν εν τέλει αποτύχει η παρούσα αγωγή, η υποθήκη εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να υφίσταται και θα νομιμοποιούνται πλέον να προωθούν την εκποίηση αυτής.
- Αντίθετα δε, αυτό που αιτούμαστε είναι μια προσωρινή αναστολή της επίδικης διαδικασίας μέχρις ότου εξεταστούν τελεσίδικα οι θέσεις και οι ισχυρισμοί μας από το Σεβαστό Δικαστήριο με την εκδίκαση ή και την πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και προς αποκατάσταση του δικαίου.
- Η πλευρά της Εναγόμενης δεν πρόκειται να υποστεί καμία ανεπανόρθωτη ζημιά από την προσωρινή αυτή αναστολή, και η όποια ζημιά τυχόν υποστεί δεν θα είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποκατασταθεί. Τούτο διότι σε περίπτωση που αποτύχει η παρούσα αγωγή μας, η Εναγόμενη μπορεί πολύ εύκολα όπως εκκινήσει εκ νέου ή να συνεχίσει την διαδικασία προς πώληση των επίδικων ακινήτων βάσει των διατάξεων που διέπουν την διαδικασία που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA. Από την άλλη, όπως ήδη έχω αναφέρει ανωτέρω, εμείς δεν θα έχουμε οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα να επαναφέρουμε την κατάσταση που θα δημιουργηθεί εάν συνεχιστεί η έκδηλα παράνομη διαδικασία που προωθεί η Εναγόμενη και προς τούτο δεν θα έχουμε και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία σε περίπτωση που οι θέσεις και οι ισχυρισμοί μας είναι βάσιμοι και που πραγματικά πιστεύω όπως με συμβουλεύει και ο δικηγόρος μας, ότι έχουμε πολύ καλές πιθανότητες να επιτύχουμε στην παρούσα αγωγή.
- Πέραν των πιο πάνω, οι διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων που προωθεί η Εναγόμενη είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν διότι είναι ξεκάθαρα καταχρηστικές και κακόπιστες αφού η Εναγόμενη με τις ενέργειες της αυτές προφανώς επιδιώκει να παρακάμψει ή και να εξουδετερώσει ή και να καταστήσει ολοκληρωτικά άχρηστη και αδύνατη την συνέχιση και την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών που διεξάγονται για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και να καταστήσει την παρούσα αγωγή και απαιτήσεις μας ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά όχι απλώς κατάχρηση δικαιώματος αλλά και ακραίας μορφής κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προσβολή και καταφρόνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης των ουσιαστικών ζητημάτων που εγείρονται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Στην βάση όλων των ως άνω αναφερθέντων, πραγματικά πιστεύω ότι έχουμε βάσιμους και ουσιαστικούς λόγους που κλίνουν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων που θα προσφέρουν ουσιαστικά την δυνατότητα προώθησης των θέσεων μας χωρίς τη δημιουργία τετελεσμένων που πραγματικά και ουσιαστικά εάν προχωρήσει η διαδικασία όπως τροχιοδρομείται και προωθείται θα καταστούν τελικά οι θέσεις και ισχυρισμοί μας όπως εκτίθενται ανωτέρω αλλά και στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής μας άνευ αντικειμένου και μάταιες. Προς τούτο, εξαιτούμεθα τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα ως η Αίτηση μας». Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στηριζόμενη επί της ίδιας νομικής βάσης ως η αίτηση, στην οποία προβάλλει διάφορους λόγους. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κ. XXXXX Γεωργίου εργαζόμενη στην Καθ' ης η αίτηση με την οποία αιτιολογεί τους λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η Καθ' ης η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό εκδίκαση αίτηση διότι το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο δεν αποτελεί ιδιοκτησία τους αλλά ιδιοκτησία εταιρείας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω εταιρείας βρίσκονται υπό την προστασία του επίσημου παραλήπτη και οι Αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτά.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν στηρίζεται επί της ορθής νομικής βάσης.
- Η Αίτηση αποτελεί συγκεκαλυμμένη, καταχρηστική προσπάθεια αναστολής εκτέλεσης απόφασης.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και προωθείται για αλλότριους σκοπούς.
- Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αίτηση αφού δεν είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου.
- Η Αίτηση και η αγωγή δεν επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
- Έχει εκδοθεί διάταγμα εκποίησης του επίδικου ακινήτου στις 12.12.1995 στα πλαίσια της Αγωγής 642/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Δόθηκε άδεια για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης μέχρι τις 28.04.2025 με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.04.
- Εν πάση περιπτώσει η διαδικασία εκποίησης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης.
- Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναστείλει ή να ακυρώσει διάταγμα εκποίησης που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής άλλης από αυτής που έχει ενώπιον του ή και να αναστείλει ή να ακυρώσει διαδικασία εκποίησης που δεν συνδέεται με την ενώπιον του αγωγή.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή. Αυτό έχει ήδη αποφασιστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια άλλης ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με απόφαση ημερομηνίας 27.10.
- Η αγωγή δεν έχει καμιά προοπτική επιτυχίας αφού δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα προς εκδίκαση. Αυτό έχει επίσης αποφασιστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια άλλης ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με απόφαση ημερομηνίας 27.10.
- Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή και εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι το εξ' αποφάσεως χρέος έχει αποπληρωθεί δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αφού αποτελούν ζητήματα ουσίας.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι το εξ' αποφάσεως χρέος έχει αποπληρωθεί δεν μπορούν να εξεταστούν ούτε καν στα πλαίσια της αγωγής, αφού αφορούν εξ' αποφάσεως χρέος άλλης αγωγής.
- Οι γενικοί, αόριστοι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν στοιχειοθετούν δόλο και δεν παρατίθενται καν λεπτομέρειες δόλου.
- Η μελέτη που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην Αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού το πρόσωπο που τη δημιούργησε δεν ορκίζεται για να την παρουσιάσει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αντεξεταστεί για να διαφανεί κατά πόσο είναι ορθή.
- Τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι Αιτητές δεν δικαιολογούν την αίτηση που υποβάλλουν, δεδομένου του ότι υπάρχει απόφαση και διάταγμα και θα έπρεπε να υποβάλλεται σαν αίτηση για αναστολή εκτέλεσης ή μαζί με αίτηση για αναστολή εκτέλεσης.
- Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την ορθότητα της διαδικασίας εκποίησης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ή αγωγής.
- Ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη είναι παράνομη δεν ευσταθεί. Ήδη το αρμόδιο Δικαστήριο αποφάσισε και υπάρχει δεδικασμένο με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.
- Η οικονομική κατάσταση της Καθ'ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε σημασία.
- Εν πάση περιπτώσει,η Καθ' ης η αίτηση αποτελεί φερέγγυο οργανισμό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό τυχόν αποφασιστεί ότι δεν δικαιούνταν να εισπράξουν.
- Όλοι οι ισχυρισμοί των Αιτητών για δήθεν ανεπανόρθωτη ζημιά αφορούν, με δική τους παραδοχή, χρηματική ζημιά την οποία μάλιστα υπολογίζουν σε ακριβές ποσό. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά.
- Αντιθέτως, η Καθ' ης η αίτηση συνεχίζει να υφίσταται τεράστιες ζημιές από την παράλειψη των Αιτητών να αποπληρώσουν το εξ' αποφάσεως χρέος τους εδώ και 25 σχεδόν χρόνια». Η κ. Γεωργίου στην ένορκη δήλωση της υποστηρίζει τα ακόλουθα επί της ουσίας της ένστασης: «Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβώ στη παρούσα δήλωση. Από την 14.10.2019 εργάζομαι ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους Ενάγοντες. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό των Εναγόντων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Είμαι ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd να προβώ εις την παρούσα δήλωση. Στα πλαίσια των καθηκόντων μου έχω στη κατοχή μου τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες καταλήγουν σε αγωγή εναντίον των οφειλετών - πελατών των εναγόντων. Γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα προαναφερόμενα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου ενώ όπου αναφέρομαι σε νομικά θέματα έχω λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και συγκεκριμένα τον Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή (σ.σ. όπου αναφέρεται σε ενάγοντες είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να διαβάζεται ως εναγόμενη).
- Επαναλαμβάνω και υιοθετώ τους λόγους ένστασης που παρατίθενται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης.
- Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση του κ. Βίκτωρα Κυριακίδη που συνοδεύει την αίτησή ημερομηνίας 03/11/2021 και διαφωνώ με το περιεχόμενό της, το οποίο αρνούμαι και απορρίπτω.
- Αγνοώ και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην παράγραφο 1 της ένορκης τους δήλωσης, πλην του ότι η ιδιοκτήτρια του ενυπόθηκου ακινήτου, την εκποίηση του οποίου επιθυμούν να αναστείλουν, τελεί υπό εκκαθάριση. Με την πιο πάνω παραδοχή τους, οι Αιτητές δείχνουν από μόνοι τους ότι δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
- Αναφορικά με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών, καθίσταται προφανές από τους δικούς τους ισχυρισμούς ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επείγον, ενόψει του ότι, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι, γνώριζαν για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης από τις 07.04.21 και καταχώρησαν την παρούσα 7 μήνες αργότερα. Αποδέχομαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς στην παράγραφο 4, που αφορούν την διαδικασία αποστολής των εν λόγω ειδοποιήσεων.
- Αρνούμαι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 6 της ένορκης τους δήλωσης. Σε περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης, οι Αιτητές θα έχουν όλες τις θεραπείες που τους προσφέρει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων νόμος, αν καταφέρουν να αποδείξουν ότι νομιμοποιούνται να ζητούν οποιαδήποτε θεραπεία αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Προφανώς ο μοναδικός - καταχρηστικός - λόγος για τον οποίο προωθείται η εντελώς αβάσιμη αίτησή τους είναι γιατί οποιαδήποτε διαδικασία στη βάση της ως άνω νομοθεσίας θα ήταν πρόωρη σε αυτό το στάδιο.
- Παραδέχομαι τις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών.
- Αρνούμαι τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην παράγραφο 9 της ένορκης τους δήλωσης. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου - το οποίο δεν τους ανήκει - θα οδηγούσε τους Αιτητές σε «οικονομική καταστροφή».
- Αρνούμαι τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην παράγραφο 10 της ένορκης τους δήλωσης. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθόλα νόμιμη και σύμφωνη προς τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Εν πάση περιπτώσει όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τη νομιμότητα της εν λόγω διαδικασίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ή αγωγής.
- Παραδέχομαι τις παραγράφους 11, 12, 13 και 14 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Αντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ύψος του ποσού στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, ο περί Τόκου Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής.
- Παραδέχομαι την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών.
- Αρνούμαι την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών και το περιεχόμενο της μελέτης που παρουσιάζουν ως Τεκμήριο. Ι. Τα ποσά που φαίνονται στις ειδοποιήσεις είναι ορθά. Οι Αιτητές δεν προσέφεραν μαρτυρία του κυρίου XXXXX Ιερόπουλου ενόρκως. Θα έπρεπε η μελέτη του κ. Ιερόπουλου να καταχωρηθεί με δική του ένορκη δήλωση έτσι ώστε να μπορεί να αντεξεταστεί. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν γεγονότα στα οποία να μπορεί να βασιστούν οι Αιτητές. ΙΙ. Το ύψος του σημερινού ποσού οφείλεται στην διαφορά των χρονικών περιόδων στις οποίες αναφέρονται. ΙΙΙ. Οι ειδοποιήσεις καλώς επιδόθηκαν. ΙV. Η Καθ' ης η αίτηση ενήργησε ορθά δεδομένου ότι σε κανένα στάδιο δεν ακυρώθηκε η ειδοποίηση τύπου Ι ή οποιοδήποτε μέρος της διαδικασίας εκποίησης V. Η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε με τον ορθό τρόπο τις σωστές ειδοποιήσεις. VI. Οι ειδοποιήσεις είναι έγκυρες.
- Παραδέχομαι τις παραγράφους 18, 19 και 20 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών.
- Αρνούμαι την παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Επισυνάπτω διάταγμα ημερομηνίας 28.04.2015 το οποίο δίδει άδεια για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης μέχρι τις 23.07.2025 ως Τεκμήριο
- Εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία εκποίησης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 22, 23 και 24 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Οι εν λόγω νομοθετικές πρόνοιες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 25, 26, 27, 28 και 29 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών και παραπέμπω στην απόφαση ημερομηνίας 27.10.20 του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, στην οποία εξετάστηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί με βάση τα ίδια γεγονότα και κρίθηκαν ανυπόστατοι.
- Αρνούμαι τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην παράγραφο 30 της ένορκης τους δήλωσης και επαναλαμβάνω τα όσα έχω ήδη αναφέρει αναφορικά με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθεσιών.
- Αρνούμαι την παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Οι μόνοι που ενεργούν καταχρηστικά και με κακοπιστία είναι οι Αιτητές, οι οποίοι προωθούν την παρούσα ως δήθεν ενδιαφερόμενα μέρη σε διαδικασία εκποίησης που αφορά ακίνητο που δεν τους ανήκει, ακίνητο μάλιστα το οποίο τελεί υπό την προστασία του επίσημου παραλήπτη, ένεκα της εκκαθάρισης της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Δεν αποτελεί κατάχρηση να προωθεί κάποιος τα δικαιώματα που του παρέχει μια νομοθεσία και στην απουσία οποιουδήποτε διατάγματος που να της απαγορεύει να προχωρήσει με την επίδικη εκποίηση, η Καθ' ης η αίτηση δικαιωματικά προχωρά με την πώληση του ακινήτου. Η «εκκρεμοδικία» που ισχυρίζονται οι Αιτητές δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας και δεν μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία εκποίησης, όπως αναφέρει και το Δικαστήριο στην απόφασή του ημερομηνίας 27.10.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 32 και 33 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Τα όσα αναφέρουν μπορούν να προωθηθούν μόνο στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/1995 και όχι στην παρούσα, πόσο μάλλον στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα.
- Αρνούμαι την παράγραφο 35 Α-Θ της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα και θα είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι εισπράχτηκε λανθασμένα. Εν πάση περιπτώσει, οι οικονομικές δυνατότητες της Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει ανεξάρτητο λόγο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 35 Δ της ένορκης τους δήλωσης στερούνται λογικής. Δεν είναι δυνατό σε ολόκληρη την περιοχή της Αγίας Νάπας να μην υπάρχει οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο ακίνητο για στέγαση μιας επιχείρησης που ενοικιάζει οχήματα. Εν πάση περιπτώσει, η πώληση του ακινήτου δεν σημαίνει και αυτόματη έξωση των ενοικιαστών που βρίσκονται σε αυτό.
- Τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 35 Ε και Στ της ένορκης τους δήλωσης επίσης στερούνται λογικής. Αν όντως οι Αιτητές είναι πιστωτές της ιδιοκτήτριας του ενυπόθηκου ακινήτου τότε είναι προς το συμφέρον τους να πωληθεί το ακίνητο.
- Τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 35 Ζ δεν είναι αρκετά για να νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
- Αναφορικά με τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 35 Η και Θ παραπέμπω ξανά στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27.10.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 36, 37 και 38 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει καν ότι νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα, πόσο μάλλον ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο.
- Αρνούμαι την παράγραφο 39 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Επαναλαμβάνω τα όσα έχω ήδη αναφέρει για τη νομιμότητα της επίδικης διαδικασίας εκποίησης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να την εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας.
- Αρνούμαι και απορρίπτω τις παραγράφους 40 και 41 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών και ζητώ όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και να μου αποστείλουν και σε ηλεκτρονική μορφή. Σε αυτές με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 30.07.2020 με την οποία αξιώνουν εναντίον της Καθ' ης η αίτηση την έκδοση αποφάσεων με τις οποίες ολόκληρη η διαδικασία εκποίησης δύο ακινήτων (το ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο), τα οποία βαρύνονται με υποθήκες, κηρυχθούν ως παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και ως γενόμενες κατά παράβαση των όρων και προνοιών του Ν. 9/65 ή /και διότι οι σχετικές πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Μέρους VIA παραβιάζουν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη τα οποία προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από ην ΕΣΔΑ ή και διότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί και καλύπτουν οι υποθήκες έχουν εξοφληθεί πλήρως ή και ειδικότερα η επίδικη απόφαση της 12.12.1995 στην Αγωγή 642/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου δεν βρίσκεται σε ισχύ ή/και ουδέποτε ανανεώθηκε η ισχύς αυτής ή/και διότι η εναγόμενη δεν έχει πλέον δικαίωμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης ένεκα παραγραφής κ.τ.λ. Αξιώνονται επίσης διαφόρων μορφών δηλωτικές αποφάσεις και αποζημιώσεις. Οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ως προς το ζήτημα της παροχής προσωρινής θεραπείας καθορίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), το οποίο παρέχει διακριτική ευχέρεια και ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει, εκκρεμούσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου έχουν αναλυθεί σε σημαντικό αριθμό αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557) και συνοψίζονται στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται ο Ενάγων σε θεραπεία. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας οι Αιτητές να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους Αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.,
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η νομική αντίκριση του ζητήματος μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό των Αιτητών. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν οι Αιτητές είναι σε θέση να δείξουν κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στην εκδίκαση της ουσίας μίας υπόθεσης, θεωρείται ότι έχουν επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα καθ' ότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούνται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά των αιτητών σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθούν λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω δεν μου διαφεύγουν και όσα λέχθηκαν στην υπόθεση HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει, όπως είναι η περίπτωση μας, ή διατηρήσει τα διατάγματα (Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Τimberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Koukkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Όπως επανειλημμένα λέχθηκε τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων αν υπάρχει. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να προκύπτει μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι Αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.». Προσωρινό διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης σε συνάρτηση με όσα προβάλλουν οι Αιτητές χωρίς κατ' ανάγκη να ακολουθηθεί η σειρά με την οποία αυτοί προβάλλονται και όπου αυτοί μπορούν να εξεταστούν μαζί αυτό θα επιχειρηθεί. ΟΙ προδικαστικές ενστάσεις ως εκ της σημασίας τους εξετάζονται αμέσως στη συνέχεια. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ: Είναι κοινά παραδεκτό ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί ιδιοκτησία οποιουδήποτε από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή ούτε και στους εδώ Αιτητές 1 και 2 αλλά αυτό ανήκει στην εταιρεία Kyriakides Bros (Motors) Ltd η οποία δεν είναι καν διάδικος στην παρούσα και η οποία μάλιστα τελεί υπό εκκαθάριση. Τα ως άνω έδωσαν έρεισμα στην Καθ' ης η αίτηση να προβάλει δύο προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες εξετάζω αμέσως στη συνέχεια: 1η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ: Με τον πρώτο λόγο ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό εκδίκαση αίτηση διότι αυτοί δεν έχει locus standi να επιζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον δεν έχουν έννομο συμφέρον να το πράττουν και τούτο καθώς δεν είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία αποτελεί νομικό πρόσωπο, ήτοι ξεχωριστή νομική οντότητα και αν η ίδια διαφωνούσε με τη διαδικασία εκποίησης θα μπορούσε να είχε αμφισβητήσει τη διαδικασία μέσω άλλων διαδικασιών. Εντούτοις, η παρούσα διαδικασία, ως ενδιάμεση αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, μέσα στο πλαίσιο αγωγής που αφορά άλλα θέματα, δεν μπορεί να τύχει θετικής σύγκλησης. Συνεπεία αυτών κρίνω ότι υπάρχει κώλυμα από πλευράς των Αιτητών να διεκδικούν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων καθώς δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν την έκδοση τους μέσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καθότι οι ίδιοι δεν είναι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες αλλά ενυπόθηκος οφειλέτης είναι μια τρίτη εταιρεία που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επομένως η 1η προδικαστική ένσταση της Καθ' ης η αίτηση πετυχαίνει και συνεπεία αυτής θα απέρριπτα την αίτηση. 2η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ: Προβλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση ότι λόγω του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία εταιρείας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και μαζί με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της βρίσκονται υπό την προστασία του επίσημου παραλήπτη οι Αιτητές δεν μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να προωθούν την παρούσα. Στο πλαίσιο της υπό εξέταση 2ης προδικαστικής ένστασης, η οποία άπτεται της νομικής υπόστασης της ενυπόθηκης οφειλέτιδας εταιρείας προβάλλεται ότι ακόμα και να υπήρχε το απαραίτητο έννομο συμφέρον από πλευράς των Αιτητών και πάλι δεν θα ήταν σε θέση να διεκδικούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αυτό γιατί, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, η εταιρεία στην οποία ανήκει το ενυπόθηκο ακίνητο τελεί υπό εκκαθάριση. Το μοναδικό πρόσωπο το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να προωθήσει την παρούσα διαδικασία είναι ο επίσημος παραλήπτης, αφού η ενυπόθηκη περιουσία, μετά την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου για εκκαθάριση της ενυπόθηκης οφειλέτιδας, περιήλθε στα χέρια του και τελεί υπό την προστασία του με σκοπό την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης. Ούτε η ίδια η ιδιοκτήτρια δεν θα μπορούσε να υποβάλει την παρούσα αίτηση, αφού τελεί υπό εκκαθάριση. Σύμφωνα με τον Νόμο από τον διορισμό ενός εκκαθαριστή περιέρχεται σε αυτόν ο έλεγχος και η φύλαξη της περιουσίας της εταιρείας (Άρθρο 231 του Κεφ. 113) προκειμένου να την διαχειριστεί, ως ο Νόμος ορίζει, προς όφελος όλων των πιστωτών και όλων των συνεισφορέων της (Άρθρο 221 του Κεφ. 113). Αυτός, ως εκ των πιο πάνω εξουσιών και καθηκόντων του, ουσιαστικά, υποκαθιστά το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο, ως αποτέλεσμα, καθίσταται Fanctus officio (βλ. Re Union Accident Insurance Co Ltd [1972] 1 All E.R. 1105, στη σελ. 1113, Αναφορικά με την Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Α/φοί Γ. Χ. Λύτρα Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 112/2018 ημερ. 29.03.2021), ECLI:CY:AD:2021:D
- Στην δε υπόθεση Μιχαήλ κ.α. v. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1033 στη σελ. 1037 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μετά το διορισμό του Εκκαθαριστή, αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας και των υποθέσεων της έχει ο ίδιος». Στη βάση των πιο πάνω κατά την κρίση μου πετυχαίνει και η 2η προδικαστική ένσταση και έτσι η αίτηση θα απορριπτόταν και συνεπεία αυτής. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις εντούτοις θα προχωρήσω να εξετάσω για σκοπούς πληρότητας κατά πόσο θα μπορούσαν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στη βάση των άλλων λόγων που προβάλλονται σε συνάρτηση ασφαλώς των λόγων ένστασης: Με τους λόγους ένστασης 2, 3, 4 και 14, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό εκδίκαση αίτηση είναι παράτυπη και προωθείται καταχρηστικά για αλλότριους σκοπούς, μεταξύ άλλων γιατί το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ή δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η Καθ' ης η αίτηση προωθεί τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με ιδιωτική πώληση δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση επέδωσε στην ενυπόθηκη οφειλέτιδα και στα ενδιαφερόμενα μέρη την Ειδοποίηση Τύπος «Ι». Από την ως άνω νομοθεσία προκύπτει ότι, ο μοναδικός τρόπος αμφισβήτησης διαδικασίας πώλησης η οποία προωθείται στη βάση του Μέρους VIA είναι με την καταχώριση Αίτησης - Έφεσης και αυτό μόνο μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Η παρούσα καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της εκκρεμούσας από την 30.07.2020 αγωγής για την οποία από την 23.09.2020 που καταχωρίστηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν έχει προχωρήσει ως προς την δικογραφία της καθότι δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Με όλο το σεβασμό προς την αντίθετη άποψη των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση ότι το ορθό στην προκείμενη περίπτωση δικονομικό μέτρο, όπως αυτό προνοείται στο Νόμο, θα ήταν η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης όπως προνοείται στο Άρθρο 44 (Γ)
(3)όπου: «Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο για τους ακόλουθους λόγους:...». Η παρούσα αίτηση σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω νομοθετική διάταξη κρίνω ότι αντιστρατεύεται και/ή καταστρατηγεί το Μέρος VIA του Νόμου καθώς η διαδικασία εκποίησης δεν δύναται να ανασταλεί και/ή απαγορευθεί με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Προς τούτο συντρέχει και το κώλυμα ως προς τη νομιμοποίηση (locus Standi) των εδώ Αιτητών, όπως εξήγησα και πιο πάνω κατά την απόφανση μου σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης γίνεται αποδεκτός και η αίτηση θα απορριπτόταν ούτως ή άλλως και γι' αυτόν. Και όλα αυτά πριν καν επιδοθεί η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ». Το τι επιδιώκουν στην πραγματικότητα οι Αιτητές όπως αντιλαμβάνομαι το δικονομικό αυτό διάβημα τους είναι ο παραμερισμός ή η αναστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι», κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο και καταχρηστικό. Σχετική με τα ως άνω είναι η απόφαση της Δικαστού κ. Πανταζή, Ε.Δ. στην Αγωγή 3299/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ
- M & S MARANGOU (DÉCOR) LTD -v- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, απόφαση ημερομηνίας 26.05.
- Στην εν λόγω υπόθεση, οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να αναστέλλεται η διαδικασία πλειστηριασμού, με την παραλαβή των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι», όπως ακριβώς έγινε και στην παρούσα. Απορρίπτοντας την αίτηση η κα Πανταζή ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η αίτηση κρίνω ότι υπόκειται σε απόρριψη και θ' απορριφθεί και για έναν ακόμη λόγο. Ότι, στο βαθμό που κινήθηκε με βάση τη λήψη της Ειδοποίησης «Ι» και μόνον αυτής, κρίνεται ως πρόωρη και αβάσιμη για τους λόγους που εύστοχα επεσήμανε ο κ. Ανδρέου στην Ε/Δ του. Επεξηγώ περαιτέρω πιο κάτω. Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (βλ. ιδίως το Μέρος VIA αυτής), οι Εναγόμενοι δύνανται να αμφισβητήσουν δικαστικά τυχόν Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ήθελε εκδοθεί εναντίον τους από την τράπεζα (εδώ Εναγόμενους). Το δικαίωμα που εδώ ζητούσαν οι Ενάγοντες να διαφυλάξουν μέσω του αιτητικού «Ε» της παρούσας αίτησης, στην πράξη παρέχεται και διαφυλάσσεται από το ίδιο το άρθρο 44Γ της προμνησθείσας νομοθεσίας, όταν και εφόσον εκδοθεί Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Η απόρριψη της παρούσας αίτησης, κρίνω πως δεν μπορεί να αναιρέσει το εκ του νόμου χορηγούμενο σε αυτούς δικαίωμα, εφόσον ασκηθεί στον κατάλληλο χρόνο. [.] Επομένως, το δικαίωμα των Εναγόντων να ασκήσουν αίτηση-έφεση που είναι το κατάλληλο διάβημα δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), όταν και εφόσον παραλάβουν Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ», δεν αφαιρείται από αυτούς, παρά το ότι στο παρόν στάδιο απορρίπτεται ως πρόωρη και αβάσιμη η αγωγή 3299/20 που καταχώρησαν. Απεναντίας, το ότι στόχευσαν σε αναστολή εφαρμογής της Ειδοποίησης τύπου «Ι», ήταν πρόωρο και αβάσιμο, εφόσον κατά την κρίση μου το άρθρο 44Γ
(1), όπως ήταν διατυπωμένο βάσει του Ν.87(Ι)18, αλλά και όπως τροποποιήθηκε έκτοτε δυνάμειΝ.61(Ι)/20, το οποίο αφορά στην έκδοση και εφαρμογή της Ειδοποίησης τύπου «Ι», δεν της προσδίδει χαρακτήρα προσβλητής πράξης με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Κρίνω ότι αν ο Νομοθέτης είχε πρόθεση να της δώσει τέτοιο χαρακτήρα ή/και δείξει ότι αυτή καθ'εαυτή μπορούσε να παράξει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα προσβλητό ενώπιον Δικαστηρίου, θα το καθόριζε ρητά, όπως άλλωστε απαιτείται βάσει των γενικών αρχών δικαίου. Αντί τούτου, ο Νομοθέτης προδιέγραψε μια διαφορετική διαδικασία στο άρθρο 44Γ. Καθιέρωσε με το εδάφιο
(1)αυτού ως απλή προπαρασκευαστική ενέργεια την αποστολή της Ειδοποίησης τύπου «Ι» και καθόρισε με το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου ως μόνη προσβλητή πράξη την εν συνεχεία έκδοση από τον ενυπόθηκο δανειστή της Ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Αυτή η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» είναι η «μόνη» προσβλητή (στο πλαίσιο πάντοτε του Ν.9/65). Ενδεικτική τούτου είναι, κατά την κρίση μου, η χρήση του κόμματος αμέσως μετά τη λέξη «μόνο» στο προμνησθέν εδάφιο
(3).» Τα ως άνω υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Καταλήγω στη βάση των πιο πάνω ως προς αυτή τη πτυχή της υπόθεσης αλλά και από το ίδιο το λεκτικό της νομοθεσίας ότι οι Αιτητές μπορούσαν να ακολουθήσουν άλλες διαδικασίες για διαφύλαξη των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους. Η ίδια η περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσία παρέχει σε ενυπόθηκο οφειλέτη αλλά και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος τη δυνατότητα να προσβάλει την Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» εφόσον αυτή επιδοθεί. Η χρήση της παρούσας διαδικασίας από τους Αιτητές, σε αυτό το στάδιο, κατά την άποψη μου δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά έμμεση και καταχρηστική προσπάθεια παράκαμψης της νομοθεσίας για να εξασφαλίσουν διατάγματα τα οποία δεν δικαιούνται. Ας μη λησμονείται ότι εδώ έχουμε δικαστική απόφαση σε ισχύ η οποία περιλαμβάνει διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Στο σημείο αυτό θα με απασχολήσει το ζήτημα που έθεσε η πλευρά των Αιτητών και αφορά την παραγραφή δικαιώματος εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης ένεκα παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος με βάση τα άρθρα
(5)και 10 του περί Παραγραφής Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Ειδικότερα κατά το ότι έχουν παρέλθει πέραν των 15 ετών από την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης ημερ. 12.12.
- Το Άρθρο 10 του Ν. 66(Ι)/2012 προνοεί τα ακόλουθα: «καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με δικαστική απόφαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών από της τελεσιδικίας της απόφασης». Το δε Άρθρο 5 του ίδιου Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
- Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.
- Οποιαδήποτε διαδικασία εκποιήσεως ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας ή ενεχυριασμένου πράγματος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου θεωρείται αγωγή». Το ζήτημα αυτό απασχόλησε την κα Λ.Α. Δημητριάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Αίτηση/Έφεση 27/2019 Σιαπαχτά κ.ά. v. Gordian Holdings Limited Ε.Δ. Αμμοχώστου, ημερ. 09.07.
- Τα όσα ανέφερε επί του ζητήματος αυτού παρατίθενται στην συνέχεια και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου με κατάληξη ότι δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης ο λόγος αυτός που προβάλλεται από πλευράς των Αιτητών και απορρίπτεται: «Το ζήτημα αυτό θεωρώ πως απαντάται από μια σύντομη αναδρομή στη νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής ως εξής: Η βασική νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής ήταν ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ.15 (Limitation of Actions Cap. 15 1951), ο οποίος αποτελούσε το βασικό νόμο που ρύθμιζε το θέμα της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων μέχρι της κατάργησης του από τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66
(1)/
(12). Οι πρόνοιες του Κεφ. 15 εφαρμοστήκαν για μικρό χρόνο αφού μετά τα γεγονότα του 1963 ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος του 1964, (Ν.57/64) με τον οποίο, ουσιαστικά αναστάληκαν όλοι οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική Διάταξη και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο Ν.57/64 τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από τις 30/10/
- Στη συνέχεια ο Ν.57/64 καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος, Ν.110(Ι)/2002, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/6/
- Κατά συνέπεια από 1/6/2005 που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 11(Ι)/2002 τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος εκτός αυτών που ο εν λόγω Νόμος ρητά περιέσωσε. Ακολούθως θεσπίστηκαν οι Τροποποιητικοί Νόμοι, Ν.60(Ι)/2007, Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010 και Ν.41
(1)/2011, οι οποίοι προέβλεπαν την αναστολή της εφαρμογής του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15. Ακολούθησε μετέπειτα κατάργηση του Νόμου 110(Ι)/2002 με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), ενώ με το Άρθρο 26 του Ν.66
(1)/2012 παρατάθηκε ο χρόνος παραγραφής για ένα χρόνο από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου, ήτοι την 1/7/
- Εν συνεχεία με τη ψήφιση των τροποποιητικών Νόμων, Ν.41(Ι)/2013, Ν.159(Ι)/2013 και Ν.190(Ι)/2014 παρατείνετο διαδοχικά ο χρόνος παραγραφής μέχρι και την κατάργηση του Άρθρου 26 από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.207(Ι)/2015 (το οποίο καταργήθηκε από την 1/1/2016). Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το επιχείρημα των Αιτητών ότι στην προκειμένη περίπτωση η βάση Αγωγής σε σχέση με την επίδικη υποθήκη συμπληρώθηκε στις 23/2/2005, δεν έχει παρέλθει ο χρόνος των 12 ετών που προβλέπει το Άρθρο 5 του Νόμου 66(Ι)/2012 και, συνεπώς, δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα της Καθ΄ ης η Αίτηση για να προχωρήσει με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι από 6/6/2008 που τέθηκε σε ισχύ ο Τροποποιητικός Νόμος 28(Ι)/2008, ο οποίος προέβλεπε την αναστολή του χρόνου παραγραφής, μέχρι και την 1/1/2016, μεσολάβησαν οι διαδοχικές αναστολές και παρατάσεις του χρόνου παραγραφής με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα ο χρόνος παραγραφής να μην υπολογίζετο. Στη βάση όλων των πιο πάνω που προσπάθησα να εξηγήσω ο πιο πάνω Λόγος Έφεσης είναι αβάσιμος και απορρίπτεται». ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960) Έχοντας υπόψη τα ως άνω προχωρώ στην εξέταση και σχολιασμό των προϋποθέσεων του ως άνω Άρθρου 32, το οποίο αποτελεί τη βάση της Αίτησης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις από κοινού, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το βάσιμο της αγωγής έχουν ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο άλλης αίτησης των ίδιων Αιτητών για άλλο ενυπόθηκο8 τους ακίνητο. Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση ημερομηνίας 27.10.2020 την οποία εξέδωσε ο αδελφός Δικαστής κ. Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στις σελίδες 24 - 29 αυτής στις οποίες το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτενή σχολιασμό κάθε θεραπείας και αγώγιμου δικαιώματος ως αυτά προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, κατέληξε ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα και καμία θεραπεία δεν αποκαλύπτουν οι Αιτητές ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και τις αρχές που έχουν καθιερωθεί σε σχέση με τις ως άνω προϋποθέσεις η κατάληξη μου δεν μπορεί να είναι διαφορετική. Έχω μελετήσει το σκεπτικό της απόφασης αυτής και με βρίσκει σύμφωνο και έτσι υιοθετείται και εδώ έχοντας το ίδιο αποτέλεσμα. Εξετάζοντας γενικά τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι η ύπαρξη της παρούσας Αγωγής αποτελεί λόγο για να εμποδιστεί η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή περί ύπαρξης εκκρεμών ζητημάτων προς εκδίκαση τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων το ζήτημα του ύψους της οφειλής και/ή του χρέους και τα περί παράνομης σύμβασης υποθήκευσης και ότι αυτά αποκαλύπτουν καλή υπόθεση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση κρίνω ότι πρόκειται για ατεκμηρίωτες θέσεις που δεν παρουσιάζουν καμιά πιθανότητα επιτυχίας της Υπεράσπισης των Αιτητών. Ακόμα και η μελέτη του κ. Ιερόπουλου δεν μπορεί να εξεταστεί καθότι αυτή δεν περιβλήθηκε τη μορφή όρκου στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης για να παρείχε τη δυνατότητα να αντεξεταστεί επί της εργασίας και συμπερασμάτων του σύμφωνα με τον λόγοι ένστασης
- Κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση προχωρεί με τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τη δικαστική απόφαση όπου κρίθηκε το συμβατικό της δικαίωμα. Επομένως η επανεξέταση που ζητείται με την παρούσα όσων ήδη αποφασίστηκαν στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής XXXXX/1995 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 12.12.1995 και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης απόφαση που είναι εν ζωή οτιδήποτε λεχθεί περαιτέρω θα είναι εκ περισσού και κρίνω ότι δεν πρέπει να με απασχολήσουν περαιτέρω. Η Καθ' ης η αίτηση δικαιωματικά και/ή καθόλα νόμιμα και/ή ορθά και/ή σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης και του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, ενεργοποίησε το συγκεκριμένο δικαίωμα της εκποίησης της επίδικης υποθήκης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Ειδικότερα, παρά το ότι οι Αιτητές αμφισβητούν το ύψος των οφειλόμενων τους ποσών, δεν παραθέτουν συγκεκριμένη μαρτυρία (η Έκθεση Ιερόπουλου δεν περιβλήθηκε μορφή όρκου) και οι Αιτητές αρκούνται στη γενική διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις απορρίπτονται. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση αλλά ούτε και πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής των Αιτητών καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι Αιτητές κωλύονται (estopped) να αμφισβητούν τους όρους των επίδικων συμφωνιών ενόψει του ότι είχαν με ελεύθερη βούληση τους υπογράψει και αποδεχτεί το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και ενόψει του ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί τους έρχονται σε αντίθεση με τους ρητά συμφωνηθέντες όρους (estoppel by deed) και ακόμα γιατί έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με ό,τι ρητά και κατηγορηματικά έχουν εγγράφως αποδεχτεί. Η γενική λεκτική διατύπωση σε καμιά περίπτωση δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και σίγουρα δεν αποδεικνύεται τυχόν πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης των Αιτητών. Επομένως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 κρίνω ότι δεν πληρούνται, Εξετάζοντας την 3η προϋπόθεση, το κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ισχυριζόμενοι ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν «οικονομική καταστροφή». Στην παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι φερέγγυος οργανισμός και ως εκ τούτου σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν ζημιές που ενδεχομένως να υποστούν, παραπέμπουν δε προς επίρρωση του ισχυρισμού τους στην απόφαση Χ'' Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, Πολιτική Έφεση 273/2019 ημερ. 8.09.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
- Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό κρίνω ότι δεν ευσταθεί καθότι πρόκειται για γενικό ισχυρισμό καθώς ούτε τα τεκμήρια που επισυνάπτουν προς υποστήριξη του δεν αποδεικνύουν κατά την κρίση μου ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι φερέγγυος Οργανισμός. Η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένσταση αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό αυτό και δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού του ισχυρισμού της. Είναι δε οι Αιτητές που φέρουν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους και δεν πέτυχαν να ανατρέψουν όσα η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε περί της φερεγγυότητας της. Έχω μελετήσει την ως άνω απόφαση στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών και κρίνω ότι διαφοροποιείται από την παρούσα καθώς εκείνη η περίπτωση αφορούσε διαδικασία αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, όταν προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που αφορούν πραγματική ανησυχία όσο αφορά την φερεγγυότητα του εξ' αποφάσεως δανειστή, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του να αποδείξει ότι θα έχει την ικανότητα να ανταπεξέλθει και να συμμορφωθεί με τυχόν απόφαση εναντίον του. Η παρούσα όμως δεν αφορά αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ούτε και προβλήθηκε συγκεκριμένος ισχυρισμός που καταδεικνύει την αφερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτησης και ως εκ τούτου η πιο πάνω αρχή κατά την αντίληψη μου δεν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν βρίσκω ότι το βάρος απόδειξης εν προκειμένω μετατοπίστηκε στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση. Οι Αιτητές ισχυρίζονται επίσης ότι λόγω του ότι η Αιτήτρια 1ενοικιάζει το επίδικο ακίνητο από την ιδιοκτήτρια, διατρέχει κίνδυνο να διαταχτεί να εγκαταλείψει το ακίνητο. Σε τέτοια περίπτωση, ισχυρίζονται οι Αιτητές, «δεν υπάρχουν άλλα καταστήματα προς ενοικίαση στην Αγία Νάπα, όπου έχει τη βάση της η πρώτη Αιτήτρια». Αυτό το οποίο ισχυρίζονται οι Αιτητές για να αποδείξουν ανεπανόρθωτη ζημιά που ενδεχομένως θα υποστούν δεν μπορεί να σταθεί στη πραγματικότητα καθώς δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι σε ολόκληρη την Αγία Νάπα δεν υπάρχουν κενά καταστήματα όπου θα μπορούσαν, αν επιθυμούσαν, να στεγάσουν την επιχείρηση τους. Εξάλλου η πώληση του συγκεκριμένου επίδικου ακινήτου δεν θα συνεπάγεται την αυτόματη έξωση τους ή θα είναι αποτρεπτική από του να συνεχίσουν να το ενοικιάζουν όπως η εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση. Στην παράγραφο 35 (Ε) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι «η Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια είναι επίσης πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας [.] ως εκ τούτου έχει συμφέρον να μην πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο» αφού έτσι «λιγοστεύουν οι πιθανότητες για την Ενάγουσα 1 να μπορεί να εισπράξει και αυτή το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος από την υπό εκκαθάριση εταιρεία». Δεν μπορώ να αντιληφθώ την λογική αυτού του ισχυρισμού τους να είναι δηλαδή πιστωτής μιας εταιρείας και να ενίσταται στην πώληση της ακίνητής της περιουσίας και μάλιστα προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αν αυτή πωληθεί δεν θα εισπράξει τα οφειλόμενα. Ο μοναδικός λόγος που προωθείται ο πλειστηριασμός είναι για να καταφέρει η ενυπόθηκη οφειλέτιδα να εξοφλήσει τα χρέη της. Οι Αιτητές, αν είναι όντως πιστωτές της ενυπόθηκης οφειλέτιδας, μόνο να κερδίσουν, όπως αντιλαμβάνομαι το ζήτημα, έχουν από τον πλειστηριασμό, αφού με τα ποσά που θα εισπραχτούν θα εξοφληθούν κατά σειρά προτεραιότητας όλοι οι πιστωτές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν προκύπτει από τη μαρτυρία των Αιτητών. Όλοι οι ισχυρισμοί των Αιτητών - πέραν του ότι είναι εντελώς ανυπόστατοι - αφορούν ισχυρισμούς για χρηματική ζημιά, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, ακόμα και στην περίπτωση που η απόφαση μου ήταν ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα. Επομένως κρίνω ότι καμιά από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 δεν εκπληρώνεται σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι Αιτητές προσβάλλουν τη σχετική νομοθεσία ως αντισυνταγματική. Το ζήτημα απασχόλησε και στην προηγούμενη ενδιάμεση αίτηση που αφορούσε το άλλο ενυπόθηκο ακίνητο των Αιτητών και έτυχε εκτενούς ανάλυσης στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου της 27.10.
- Τα όσα καταγράφηκαν στην απόφαση αυτή στις σελ. 11 - 24 υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας και δεν χρειάζονται να επαναληφθούν. Θα εξετάσω όμως ακροθιγώς κάποια από αυτά. Προβλήθηκε ότι ο Νόμος 9/1965 είναι αντισυνταγματικός και ισχυρίζονται ότι έχουν παραβιασθεί τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα τους, και συγκεκριμένα αυτά που απορρέουν από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας δεν είναι απαραίτητος για την διεκπεραίωση της εκδίκασης της προκείμενης αίτησης, καθώς ο Νόμος 9/1965 παρέχει επαρκείς πρόνοιες για την επίλυση των ενώπιον του Δικαστηρίου ζητημάτων και εχέγγυα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων. Έχει επανειλημμένα τονιστεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι τα Δικαστήρια δεν καταπιάνονται με αφηρημένα ζητήματα ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας, τα οποία δεν άπτονται άμεσα της ουσίας της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς». Σε απόφασή της η κα Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην Αίτηση/Έφεση 195/2016 Ε.Δ. Πάφου, Κούνουνα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 07.11.2016, ανέφερε τα ακόλουθα διαφωτιστικά επί του θέματος: «Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως». Παρόλα αυτά προχωρώ για να εκθέσω την άποψη μου και επί της συγκεκριμένης αυτής πτυχής της αίτησης. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών στις παραγράφους 25 - 27 της Ε/Δ Κυριακίδη, αναφέρονται στο δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή μετά από αποτυχημένο πλειστηριασμό και στο προ της ψήφισης του Νόμου καθεστώς. Φαίνεται ότι παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αφορά διαδικασία για διενέργεια πρώτου πλειστηριασμού και η εξέταση αυτού του ισχυρισμού μαζί με την οποιανδήποτε σύγκριση μεταξύ των δύο νομοθετικών καθεστώτων παρέλκει. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι στην προκείμενη περίπτωση εναντίον της πρωτοφειλέτιδας έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης με οποιονδήποτε τρόπο. Στην απόφαση στην Αίτηση/Έφεση 36/2019 Ε.Δ. Λεμεσού Vameana Estates Limited κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με ημερ. 4.06.2019 η κα Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. ασχολήθηκε με τα ζητήματα συνταγματικότητας διατάξεων του Ν. 9/65 και με βρίσκει σύμφωνο το σκεπτικό της το οποίο υιοθετείται για όλες τις σχετικές αιτιάσεις που οι Αιτητές προβάλλουν και στην παρούσα αίτησή τους. Ειδικότερα αποφάνθηκε σε σχέση με το άρθρο 44 Α
(3)του Νόμου όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Ν. 87(Ι)/18 ότι δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας και δεν αφαιρείται οποιοδήποτε δικαίωμα των Αιτητών ούτε και αποστερείται από αυτούς ή περιορίζεται το δικαίωμα τους για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη με τη δρομολόγηση της διαδικασίας στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου κατά παράβαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, ως ισχυρίζονται και ούτε η εισαγωγή συγκεκριμένων προνοιών στο Μέρος VIΑ του Νόμου αντίκειται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την θεμελιακή αυθεντία Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640) για κάθε νομοθέτημα ισχύει το τεκμήριο της συνταγματικότητας το οποίο ανατρέπεται μόνο σε απόλυτα ξεκάθαρες περιπτώσεις, με το βάρος απόδειξης της αντισυνταγματικότητας να βαραίνει τον διάδικο που το επικαλείται και ο οποίος πρέπει να αποδείξει την αντισυνταγματικότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί για την εξέταση της συνταγματικότητας μιας νομοθετικής πρόνοιας συνοψίσθηκαν στην Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335, όπου αναφέρθηκαν επί λέξει τα εξής: «.
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62) .» Και πιο κάτω «.Οι παραπονούμενοι επενδυτές έχουν συμβληθεί ελεύθερα και οικειοθελώς με τους εφεσείοντες. Η Κυπριακή έννομη τάξη περιέχει πρόνοιες προστατευτικές των δικαιωμάτων των επενδυτών. Για την τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων τους, που πηγάζουν από τη σχέση που έχουν δημιουργήσει με τους εφεσείοντες, μπορούν να προστρέξουν στις θεραπείες που προσφέρονται από το Αστικό Δίκαιο.». Άρθρο 26 του Συντάγματος Πέραν των όσων ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με την ακαδημαϊκή φύση των ισχυρισμών των Αιτητών υπό τις παραγράφους 25 έως 29 της Ε/Δ Κυριακίδη, καθώς η υπό κρίση υπόθεση ασφαλώς και δεν αφορά στο δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή μετά από αποτυχημένο πλειστηριασμό. Εξάλλου, η δυνατότητα εκποίησης, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην Ε/Δ Κυριακίδη, υπήρχε ανέκαθεν με βάση την ίδια την Σύμβαση Υποθήκης και δεν δημιουργήθηκε μεταγενέστερα. Με την αδιαμφισβήτητη υποθήκευση της περιουσίας του, την οποία όταν υποθήκευε ασκούσε τα δικαιώματά του στην ελεύθερη απόλαυση της περιουσίας και στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι, η εδώ ενυπόθηκη οφειλέτης είχε πάντοτε τον κίνδυνο να απωλέσει την κατοχή και χρήση της ιδιοκτησίας της αφού υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ο κίνδυνος πώλησης αυτής προς εξόφληση των οφειλών της προς την Καθ' ης η αίτηση. Ούτε και συντρέχει ζήτημα παραγραφής σε μια εν ισχύει δικαστική απόφαση όπου προνοούνται διατάγματα εκποίησης. Συνεπώς, κανένα δικαίωμά των Αιτητών δεν βρίσκω ότι παραβιάστηκε, ούτε με την νέα νομοθεσία προέκυψαν οποιοιδήποτε νέοι κίνδυνοι και παραβιάσεις δικαιωμάτων τους όπως λανθασμένα ισχυρίζονται. Οι Αιτητές φαίνεται να προωθούν τον ισχυρισμό ότι ο Νόμος 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί αλλοιώνει ανεπίτρεπτα την Συμφωνία που υπέγραψαν με την τότε Σ.Π.Ε.. Κάτι τέτοιο όμως δεν ευσταθεί. Το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να πωλήσει την ενυπόθηκη ιδιοκτησία δυνάμει της επίδικης υποθήκης υπήρχε πάντοτε, εξ ου και ενεγράφη και η υποθήκη, και ως εκ τούτου ο κίνδυνος η ενυπόθηκος ιδιοκτήτρια να απωλέσουν την ακίνητη ιδιοκτησία της και να μην είναι σε θέση να την διαθέσει υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Εξάλλου εν προκειμένω υπάρχει και σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο απόφασης που εκδόθηκε όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω και η οποία ευρίσκεται σε ισχύ. Η ενυπόθηκος οφειλέτης συμβλήθηκε ελεύθερα με την Σ.Π.Ε. και η ίδια με την ελεύθερη βούληση της έδωσε το δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει το ακίνητο της ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που της δόθηκαν και ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι Αιτητές εδώ ακόμα και ως ενδιαφερόμενο μέρος - εάν ήθελαν εκληφθεί ως τέτοιοι- δεν δικαιούνται να εγείρουν θέματα αντισυνταγματικότητας όταν το δικαίωμα των ενυπόθηκων δανειστών να πωλήσουν το ακίνητο υπήρχε πάντοτε και το είχε δώσει η ενυπόθηκος οφειλέτης σε αυτούς. Κρίνω ότι με την νέα νομοθεσία δεν δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους δανειστές, ήτοι ο νέος Νόμος δεν δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα γι' αυτούς να πωλούν την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία το οποίο δεν είχαν προηγουμένως είτε δυνάμει των εγγράφων υποθήκης είτε δυνάμει του άρθρου 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Νόμου (Ν. 9/1965), παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος που είχε να πωλεί την ακίνητη ιδιοκτησία που η ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελος της για την εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει. Στο πλαίσιο της Αίτησης/ Έφεσης Κυριάκος Πάρπας ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ 285/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας η κα Σ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. στην απόφαση της με ημερ. 25.07.2019 ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Ο Εφεσείοντας προέβαλε ως λόγον Έφεσης, ότι τα άρθρα 44Α
(1)και 44ΙΑ
(1)του Ν.9/65, προσκρούουν στο Συντάγματος. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης KYRIACOS PARPAS (HOLDINGS) LTD, ήδη με τη Σύμβαση της Υποθήκης, έδωσε στους Εφεσίβλητους, ως ενυπόθηκο δανειστή, την πληρεξουσιότητα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα του σε οποιοδήποτε πρόσωπο και για οποιοδήποτε ποσό, με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η Υποθήκη (βλ. όρο 11(γ) τεκμήριο 1). Μάλιστα, ο ενυπόθηκος οφειλέτης όχι μόνο διέθεσε τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα του με τη συνομολόγηση της Σύμβασης Υποθήκης, αλλά συγκατατέθηκε στη δυνατότητα των Εφεσίβλητων να προβούν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων αν το επιθυμούσαν και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς αυτόν (βλ. όρο 5 του τεκμηρίου 1). Θεωρώ ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες του Μέρους VIA, ουδόλως μεταβάλλουν την πιο πάνω προηγούμενη κατάσταση με βάση τη Σύμβαση Υποθήκης και απλά ρυθμίζουν τον τρόπο υλοποίησης και εφαρμογής των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή, που η ίδια η Σύμβαση Υποθήκης προσδίδει. Η ενσωμάτωση στον Νόμο μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης διαδικασίας για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού, ουδόλως διαφοροποιεί ή επηρεάζει ή αναιρεί τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή εκ μέρους του, της παραχώρησης των ακινήτων του, ως ενυπόθηκη εξασφάλιση. Πολύ περισσότερο δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του Εφεσείοντα, ο οποίος δεν είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Συνεπώς, ούτε και αυτός ο λόγος γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται». Η εδώ ενυπόθηκος οφειλέτης ασκώντας το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, όπως προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, παρέδωσε τα δικαιώματα επί της περιουσίας της προς εξασφάλιση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε. Πρόκειται για το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι το οποίο δεν παρέχει περιθώρια αμφισβήτησης. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις από πλευράς των Αιτητών απορρίπτονται εφόσον δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε στη νομική πτυχή που τις διέπει. Επομένως στη βάσει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Νόμος δεν έχει τροποποιήσει ή επέμβει στην ιδιωτική συμφωνία μεταξύ της πρωτοφειλέτιδας και της Καθ' ης η αίτηση, καθώς έχει απλώς διαδικαστικά αλλάξει τα προϋπάρχοντα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση τα οποία είναι σε απόλυτη εναρμόνιση με το Σύνταγμα. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί καμία παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, πόσον μάλλον πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι σχετικές αιτιάσεις που άπτονται της συνταγματικότητας προνοιών του Ν. 9/1965 δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Η Καθ' ης η αίτηση στον 6ο λόγο ένστασής της προβάλλει ότι η αίτηση δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι Αιτητές επιχειρούν με την υπό εκδίκαση αίτηση να εκδώσουν διατάγματα για ακίνητο το οποίο δεν τους ανήκει. Συμφωνώ με την ως άνω επισήμανση ότι δηλαδή η όλη διαδικασία της Αίτησης πάσχει ένεκα του ότι η ενυπόθηκη οφειλέτης ουδέποτε έλαβε γνώση είτε της αγωγής είτε της υπό εκδίκαση αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, ούτε η αγωγή αλλά ούτε και η αίτηση επιδόθηκαν στον επίσημο παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της. Η ίδια η εταιρεία δηλαδή - το πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα να ενστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία αφορά το δικό της ακίνητο - δεν είχε καν την ευκαιρία να τοποθετηθεί, παραβιάζοντας έτσι κάθε κανόνα φυσικής δικαιοσύνης. Στους λόγους 7 και 8 της ένστασης προβάλλεται ότι υπάρχει διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάζει την εκποίηση. Όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, με παραπομπή στα τεκμήρια που επισυνάπτει η ενόρκως δηλούσα (Τεκμ. 1 και 2), έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα εκποίησης του επίδικου ακινήτου εδώ και 25 και πλέον χρόνια. Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια άλλης αγωγής. Δόθηκε άδεια για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης μέχρι τις 28.04.2025 με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.04.2015 (Τεκμ. 2) στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Το τι ζητούν στην ουσία οι Αιτητές με την παρούσα, είναι η αναστολή εκτέλεσης του εν λόγω διατάγματος. Ζητούν δηλαδή από το παρόν Δικαστήριο να αναστείλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από άλλο Δικαστήριο στα πλαίσια άλλης αγωγής, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο. Οι Καθ' ης η αίτηση στους λόγους ένστασης 15, 16, 20 και 21 προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι η υποθήκη είναι παράνομη και ότι το χρέος έχει εξοφληθεί. Πρόκειται για ανυπόστατους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και απορρίπτονται για τους ακόλουθους λόγους: 1. Το ποσό στο οποίο αναφέρονται οι Αιτητές είναι εξ' αποφάσεως. Το μοναδικό Δικαστήριο το οποίο θα μπορούσε να αποφασίσει επί των ως άνω ισχυρισμών είναι το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση, στα πλαίσια της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο μια απόφαση που εξέδωσε άλλο Δικαστήριο, στα πλαίσια άλλης αγωγής έχει εξοφληθεί. Ο ρόλος ενός Δικαστηρίου δεν περιορίζεται στην έκδοση απόφασης. Το κάθε Δικαστήριο, μετά την έκδοση μιας απόφασης έχει την ευθύνη να εποπτεύει τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνονται και να αποφασίζει για τυχόν καταχρήσεις. Αν οι Αιτητές έχουν παράπονο αναφορικά με το σημερινό υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους, μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο που εξέδωσε την επίδικη απόφαση. 2. Ακόμα και να μπορούσε να εξεταστεί το ύψος του εξ' αποφάσεως χρέους, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο, στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης αίτησης, να αξιολογήσει έρευνες λογιστών, επιτόκια και διάφορα άλλα ζητήματα τα οποία άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και απαιτούν πλήρη αξιολόγηση μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται να γίνει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης αίτησης όπως η υπό κρίση. 3. Τέλος, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη. Και αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται. Τα έγγραφα υποθήκης ήταν επίδικα στην Αγωγή XXXXX/1995, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης. Η εγκυρότητα και νομιμότητα των εγγράφων εξετάστηκε και αποφασίστηκε κατά την έκδοση εκείνης της απόφασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Στη βάση των όσων έχω καταγράψει πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο