Συμβούλιο Αποχετεύσεως Παραλιμνίου ν. Χρίστου, Αγωγή αρ.324/18, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.324/18 Μεταξύ: Συμβούλιο Αποχετεύσεως Παραλιμνίου Ενάγοντες και XXXXX Χρίστου Εναγόμενη Ημερομηνία: 31.3.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Α. Βορκά για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Θ. Χριστάκης για Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,6), που οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 26.04.18, αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €1.339.81, ως οφειλόμενα αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2013, 2014 και 2015. Ο εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν κάτοχος και/ή ιδιοκτήτης των ακινήτων με: (α) αρ. Εγγ.XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Σχ.2-291-379, Τμ.09 και (β) αρ. Εγγ. XXXXX, Τεμάχιο XXXXX,Σχ.2-291-380, Τμ.06, ακίνητα τα οποία εμπίπτουν μέσα στα όρια των εναγόντων και εξυπηρετούνται από το Σύστημα Αποχετεύσεων Λυμάτων του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου. Με δεδομένο ότι οι ενάγοντες έχουν εξουσία από τον Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο και Κανονισμούς όπως επιβάλουν και εισπράττουν τέλη σε σχέση με την διαχείριση και/ή επεξεργασία και/ή διάθεση των λυμάτων, επέβαλαν στον εναγόμενο αποχετευτικά τέλη, στην εξόφληση των οποίων δεν ανταποκρίθηκε, παρά τις προφορικές και γραπτές οχλήσεις τους. Πέραν του αξιούμενου ποσού, οι ενάγοντες διεκδικούν την υπέρ τους επιδίκαση νόμιμου τόκου, δικηγορικών εξόδων, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Ο Εναγόμενος αρνείται μέσω της δικογραφίας του την αξίωση των Εναγόντων και την υποχρέωση του στην καταβολή τελών αποχέτευσης, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία δεν του ανήκε κατά τους ανωτέρω επίδικους χρόνους. Είναι η δικογραφημένη θέση του ότι πολύ πριν τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ανήγειρε επί των συγκεκριμένων τεμαχίων γης, επτά
(7)διαμερίσματα, έξι
(6)εκ των οποίων πώλησε σε τρίτα πρόσωπα. Με την αγορά των εν λόγω διαμερισμάτων τα πρόσωπα αυτά έγιναν, νόμιμοι ιδιοκτήτες των, εν τη εννοία του Νόμου (Καν. 2 της ΚΔΠ 261/92). Ως νόμιμοι κάτοχοι των συγκεκριμένων υποστατικών, καθώς και του αναλογούντος τμήματος γης, οι εν λόγω αγοραστές είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την εξόφληση της εν λόγω οφειλής. Πέραν των ως άνω, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οχλήθηκε από τους ενάγοντες σε σχέση με το επίδικο ζήτημα, έλαβε όμως σχετική επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 11.1.18, με την οποία καλείτο όπως προβεί σε εξόφληση του χρέους. Τέλος, αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της παρούσας αφού γνωρίζουν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο ίδιος δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο πραγματικός ιδιοκτήτης των ακινήτων. Παρά την γενική άρνηση που εντοπίζεται στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, καταγράφεται και η θέση των εναγόντων ότι, σε σχέση με την εν λόγω οφειλή είχαν γνωστοποιηθεί οι επιβληθείσες οφειλόμενες φορολογίες στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με αυτές να μην προσβάλλονται με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, οι οφειλές είναι δεδομένες και/ή εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει καμία υπεράσπιση δια αυτές. Ακροαματική Διαδικασία / Μαρτυρία Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν αντιστοίχως τα μέρη προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, ενώ κανένα αίτημα για αντεξέταση δεν έλαβε χώρα. Για τους ενάγοντες κατέθεσε τη γραπτή μαρτυρία του ο κ. XXXXX Κοιτάζος Ανώτερος Γενικός Διευθυντής των Εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην εν λόγω δήλωση εκ μέρους των. Ως αναφέρει, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας και τις λεπτομέρειες της υπόθεσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής του σε αυτήν, καθώς και από έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή και φύλαξη του. Οι ενάγοντες είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το οποίο αποτελεί την αρμόδια αρχή για την εγκαθίδρυση, κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος Παραλιμνίου και έχουν την εξουσία από τον Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο και Κανονισμούς, μέσα στα όρια της περιοχής τους, ήτοι στην περιοχή Παραλιμνίου, να επιβάλλουν και να εισπράττουν τέλη και ή δικαιώματα επί των ιδιοκτητών ακίνητης ιδιοκτησίας, οι οποίοι εξυπηρετούνται από το σύστημα αποχετεύσεων και λυμάτων των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος κατά τον επίδικο προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτων στο Παραλίμνι, ήτοι των ακινήτων, α) με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Σχ. 2-291-379, Τμήμα 09 στο Παραλίμνι και β) με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Σχ. 2-291-380, Τμήμα 06, στο Παραλίμνι, τα οποία βρίσκονται μέσα στα όρια της κηρυχθείσας περιοχής των Εναγόντων και εξυπηρετούνται από το σύστημα αποχετεύσεων και λυμάτων τους. Σύμφωνα με Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 1.12.16, το οποίο απεκάλυψε ο εναγόμενος στα πλαίσια της παρούσας Δικαστικής διαδικασίας, ο ίδιος ακόμη και μετά τον επίδικο χρόνο αποτελεί τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη των ακινήτων. Οι Ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία όπως καθορίζονται από την σχετική Νομοθεσία και Κανονισμούς αναφορικά με την επιβολή των αποχετευτικών τελών, φόρων αποχέτευσης, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων από τους Ενάγοντες, επέβαλαν στον Εναγόμενο αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2013, 2014 και 2015. Προς αυτή την κατεύθυνση, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε δημοσίευση των αποφάσεων τους για επιβολή των ανωτέρω αποχετευτικών τελών στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, την 06/12/2013 για το έτος 2013, την 12/12/2014 για το έτος 2014 και την 11/12/2015 για το έτος 2015, Τεκμήρια 1- 3 αντίστοιχα. Σημειώνει ο κ. Κοιτάζος ότι ουδεμία ένσταση υποβλήθηκε, ούτε και προσφυγή καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο για τα οφειλόμενα τέλη, επισυνάπτοντας προς επίρρωση των ισχυρισμών του περί της οφειλής, κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων επί του προκείμενου, ο εναγόμενος δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον, με τους ενάγοντες να αποστέλλουν επιστολή μέσω δικηγόρου την 11.1.8, την οποία ο εναγόμενος παρέλαβε την 19.1.18, Τεκμήριο 5. Οι θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος στην δική του μαρτυρία συνοπτικά έχουν ως ακολούθως. Κατά ή περί το έτος 1991 ανήγειρε επί του τεμαχίου γης με αρ. XXXXX, Σχ: 2-291-379, Τμήμα 09, Αρ. Εγγραφής XXXXX, οικοδομή έξι
(6)διαμερισμάτα, εκ των οποίων τα πέντε
(5)τα πώλησε σε τρίτα πρόσωπα, ενώ το έκτο διαμέρισμα παραχώρησε, δυνάμει δωρεάς, στον υιό του. Οι εν λόγω πωλήσεις, έχουν ως εξής: (α) Διαμέρισμα αρ. 1- Πώληση την 11/06/10 στους XXXXX και XXXXX Καλλίδη (β) Διαμέρισμα αρ. 2- Πώληση την 17/04/00 στον XXXXX Γιαννακκά (γ) Διαμέρισμα αρ. 3-Πώληση την 19/04/96 στον XXXXX Γεωργίου (δ) Διαμέρισμα αρ. 4- Πώληση την 31/08/92 στον Erskine XXXXX (ε) Διαμέρισμα αρ. 5 - Πώληση την 15/03/2000 στον XXXXX Χριστοδούλου Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ημερομηνίας 01/12/2016 στο οποίο φαίνονται όλες οι πωλήσεις διαμερισμάτων. Τα πιο πάνω πρόσωπα, με την αγορά των διαμερισμάτων κατέστησαν, κατά τον εναγόμενο, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι των, εν τη εννοία του Καν. 2 της Κ.Δ.Π. 261/92, με αυτούς να ευθύνονται αποκλειστικά για την αποπληρωμή των, δυνάμει των Καν. 32 και 36(α) της Κ.Δ.Π. 261/92, Ο ίδιος, έκτοτε, καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την εν λόγω οικοδομή, γεγονός το οποίο ήταν πάντοτε ή όφειλε όπως ήταν σε γνώση των εναγόντων, ως επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του Κτηματολογίου. Αυτή η πεποίθηση του είναι ο λόγος που δεν προσέβαλε με προσφυγή τις αναφερόμενες στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Κοιτάζου Γνωστοποιήσεις με τις οποίες καθορίζονταν και επιβάλλονταν τα ετήσια αποχετευτικά τέλη καθότι αυτές μπορούσαν να προσβληθούν μόνον από τους πιο πάνω αγοραστές, οι οποίοι ήταν οι έχοντες το έννομο συμφέρον να τις προσβάλουν. Θα ήταν κατά την άποψη του εσφαλμένο και αντιφατικό, όπως προσβάλει αυτές από την στιγμή που αυτές δεν αναφέρονται ονομαστικά στο πρόσωπο του. Τέτοια επιχειρηματολογία θα οδηγούσε, κατά την άποψη του, στην απόρριψη της προσφυγής του λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Τέλος, σημειώνει ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν του έχει σταλεί οποιαδήποτε επιστολή με την οποία να του γνωστοποιείται οιαδήποτε απόφαση των εναγόντων για επιβολή σε βάρος του αποχετευτικών τελών, όπως ούτε του κοινοποιήθηκε ποτέ σε ποια από τις πέντε
(5)κατηγορίες ακίνητης ιδιοκτησίας που προβλέπονται στους κανονισμούς ενέταξαν τα εν λόγω ακίνητα. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες με την μαρτυρία που προσκόμισαν δεν απέδειξαν τις αξιώσεις τους. Τούτο γιατί με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν απέδειξαν ότι οι Γνωστοποιήσεις που παρουσίασαν τον αφορούν, ούτε κατέδειξαν σε ποια κατηγορία ενέταξαν τα επίδικα ακίνητα και γιατί ούτε εξήγησαν την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν ως Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Κοιτάζου. Περαιτέρω, στην κατάσταση του Τεκμηρίου 4 παρουσιάζονται οι αξίες των ακινήτων προφανώς κατά την 09/01/2013, ενώ ο Νόμος προνοεί όπως τα αποχετευτικά τέλη υπολογίζονται με βάση την αξία του ακινήτου κατά την 01/01/
- Δυνάμει των πιο πάνω, καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα, με έξοδα που να βαραίνουν τους ενάγοντες. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης ή σε υποθέσεις όπου οι διάδικοι συνηγορούν όπως εκδικαστούν ως τέτοιες, ακολουθούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται κάτω από την ομπρέλα της νέας Διαταγής
- Το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές, αφού: «O επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιiκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του» (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία οφείλει να εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού ελλείπει από την διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα της, αλλά και την πειστικότητα της, (βλ.Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι προσεκτική ανάγνωση των δικογραφήμενων θέσεων των διαδίκων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία φανερώνει ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη απόκλιση ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα αγωγή. Δυνάμει των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ως η αρμόδια αρχή για την επιβολή και είσπραξη τελών, επέβαλαν στον εναγόμενο τέλη σε σχέση με τα πιο πάνω ακίνητα ύψους €1.339,81. Αναντίλεκτη, παρέμεινε και η μαρτυρία του εναγόμενου ότι προ της επιβολής των επίδικων τελών, ο ίδιος ανήγειρε και πώλησε τα 6 ανεγερθέντα διαμερίσματα σε τρίτα πρόσωπα, θέση την οποία επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται. Το μόνο που παραμένει ουσιαστικά να αποφασιστεί, είναι κατά πόσον, η υπεράσπιση του εναγόμενου, αμιγώς νομική, μπορεί να επιτύχει, με τους ενάγοντες να μην έχουν αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την ορθότητα της απαίτησης τους, εναντίον του. Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς απόφασης τα σχετικά άρθρα και πρόνοιες του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 (1/1971), καθώς και των Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμών του 1992 (Κ.Δ.Π. 261/92), με το επίδικο ζήτημα, ήτοι το κατά πόσον οφείλεται το αξιούμενο στην παρούσα ποσό, να πρέπει να αποφασιστεί βάση της νομικής ερμηνείας που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο στις εν λόγω Διατάξεις, σε συνάρτηση πάντοτε, με τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα αγωγή. Με βάση το άρθρο 12 του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 (1/1971), το Συμβούλιο μεριμνά για την κατασκευή, συντήρηση, βελτίωση, επέκταση, τροποποίηση και λειτουργία κατάλληλων και επαρκών συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων ή όμβριων υδάτων, ενώ δυνάμει του άρθρου 30 του Νομοθετήματος, το Συμβούλιο «. κέκτηται εξoυσίαv όπως, εντός των ορίων της περιοχής του επιβάλλη και εισπράττη διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov και κατά τoιoύτov τρόπov, ως ήθελεv εκάστοτε καθoρισθή» Όσον αφορά τους Ενάγοντες, ήτοι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, τα τέλη καθορίζονται στους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμών του 1992 (Κ.Δ.Π. 261/92). Τα ακριβή τέλη καθορίζονται κατά την κρίση των εναγόντων: «δια γνωστοποιήσεως δημοσιευμένης εν τη Επισήμω Εφημερίδι της Δημοκρατίας» (Κανονισμός 34). Συνάγεται επομένως δυνάμει των πιο πάνω προνοιών ότι οι ενάγοντες είχαν και έχουν εξουσία, με βάση την νομοθεσία όπως επιβάλλουν και εισπράττουν τα εντός των ορίων τους αποχετευτικά τέλη. Η υπερασπιστική γραμμή του εναγόμενου, είναι μία και ξεκάθαρη. Η πώληση των διαμερισμάτων σε τρίτα πρόσωπα, έχει απαλλάξει τον ίδιο από την όποια υποχρέωση του για καταβολή τελών, με τους αγοραστές αυτών να έχουν καταστεί δυνάμει του Κανονισμού 2 της Κ.Δ.Π.261/92, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες και ή κάτοχοι τους και κατά προέκταση οι υπόχρεοι, για την καταβολή των αποχετευτικών τελών. Για να μπορέσει συνεπώς το Δικαστήριο να καταλήξει αν ο εναγόμενος οφείλει το επίδικο ποσό, πρέπει πρώτα να εξετάσει και να αποφασίσει ποιος μπορεί να θεωρηθεί ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας εν τη εννοία του Νόμου. Στον Κανονισμό 2, του Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμών του 1992, που δημοσιεύτηκε με την Κ.Δ.Π.261/92, αναφέρεται ότι: «Ιδιοκτήτης σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας ανεξάρτητα από το αν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ή όχι». Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου συνάδουν με την αντίστοιχη πρόνοια του άρθρου 30 του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1/1971), ως καταγράφηκε ανωτέρω, δυνάμει της οποίας παρέχεται στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων η εξουσία να επιβάλλει και να εισπράττει, μεταξύ άλλων, τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης ιδιοκτησίας που επωφελούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχέτευσης λυμάτων (Άρθρο 30
(1)(β)). Συνεπώς η γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω Κανονισμού, αλλά και του άρθρου 30 του Νόμου 1/1971, υποδηλεί ότι όντως, ο ορισμός του ιδιοκτήτη, είναι κάτι ευρύτερο από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Οι πιο πάνω πρόνοιες όμως, δεν μπορούν να διαβάζονται αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Κανονισμού 36(α), ο οποίος αναφέρει ότι: «Όπου προβλέπεται σ' αυτούς τους Κανονισμούς ότι τέλος είναι πληρωτέο από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο κάποιου υποστατικού, το τέλος αυτό θα επιβάλλεται ως ακολούθως: (α) Για την περίπτωση του Κανονισμού 32 θα επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη, εκτός αν δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης, οπότε και θα επιβάλλεται στον κάτοχο» [ ]... Στην παρούσα υπόθεση, είναι αδιαμφισβήτητο από την ίδια την μαρτυρία που ο εναγόμενος παρουσίασε, και δη το Τεκμήριο 1 ( Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου), ότι ο εναγόμενος παραμένει, ακόμη και μετά την ανέγερση και πώληση των διαμερισμάτων, ο ιδιοκτήτης του υπό συζήτηση ακινήτου, και συνεπώς ο υπεύθυνος για την πληρωμή των τελών. Εφόσον ο εναγόμενος εντοπίστηκε, και παραμένει ιδιοκτήτης αυτών, ορθά και δικαιωματικά προχώρησαν δυνάμει των προνοιών των Κανονισμών οι ενάγοντες στην απαίτηση πληρωμής των τελών που επιβλήθηκαν επί του ακινήτου από μέρους του. Ορθή κρίνεται επί του σημείου, η εύστοχή παραπομπή της συνηγόρου των εναγόντων στην απόφαση SH Hadjiyiannis Investments Ltd v Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας, Πολ. Εφ. 1123/2010, ημερομηνίας 31.8.2012, η οποία αν και αφορά Απόφαση σε Προσφυγή, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αναλύει με σαφήνεια τα σχετικά με το επίδικο ως ακολούθως: «Όσον αφορά τα τέλη λυμάτων και τα τέλη ομβρίων υδάτων για τα δύο επίδικα τεμάχια, για το έτος 2010 - πρώτη δόση - και πάλι θεωρώ ότι οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν δίκαιο. Επέβαλαν τα τέλη αυτά σύμφωνα με την εκτιμημένη αξία των ακινήτων και τους σχετικούς συντελεστές, στους αδιαμφισβήτητους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες των δύο τεμαχίων. Αυτό δικαιούνταν να το πράξουν δυνάμει του κανονισμού 2 και των κανονισμών 32, 33, 33Α, 34 και 37 των προαναφερόμενων κανονισμών. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς τα τέλη που επιβάλλονται δυνάμει των κανονισμών 32, 33, 33Α και 34, όπως είναι αυτά που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη και μόνον αν αυτός δεν μπορεί να βρεθεί επιβάλλονται στον κάτοχο. Στον όρο «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνεται ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Στην προκείμενη περίπτωση επιβλήθηκαν στον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη και συμφωνώ με τους καθ΄ ων η αίτηση ότι η δέουσα έρευνα, στην οποίαν αυτοί είχαν υποχρέωση να προβούν, δεν μπορεί να περιλαμβάνει και νομικήν έρευνα ως προς το ποίο ή ποία άλλα πρόσωπα έχουν νόμιμο δικαίωμα να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη «δικαιούχος» είναι το πρόσωπο που έχει νόμιμο δικαίωμα για κάτι. Η ύπαρξη πωλητηρίου εγγράφου, έστω και κατατεθειμένου στο Κτηματολόγιο, από μόνη της, δεν δημιουργεί αυτόματο νόμιμο δικαίωμα στον αγοραστή, να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που συμφώνησε να αγοράσει. Για να έχει νόμιμο δικαίωμα, ο αγοραστής, να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης θα πρέπει να εκπληρώσει όλους τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου περιλαμβανομένου και του όρου για εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως. Αυτά τα στοιχεία, αν υπάρχουν, είναι υποχρέωση του πωλητή, κατά την κρίση μου, να τα θέσει ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου Αποχετεύσεων ώστε να πείσει το Συμβούλιο ότι κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, εκτός του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποίαν επιβάλλονται τα τέλη. Στην προκείμενη περίπτωση οι πωλητές, δηλαδή οι αιτητές, δεν έθεσαν ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου Αποχετεύσεων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ούτε και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν τρίτα πρόσωπα ως δικαιούμενα, σύμφωνα με το Νόμο, να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες. Η όποια υποχρέωση για δέουσα έρευνα δεν επέβαλλε στους καθ΄ ων η αίτηση το καθήκον να ανακαλύψουν τους κατόχους των επιδίκων υποστατικών και τούτο επειδή, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανονισμό 37, πρωταρχικός υπεύθυνος για την πληρωμή των τελών που επιβάλλονται δυνάμει των κανονισμών 32, 33, 33Α και 34 είναι ο ιδιοκτήτης, και μόνον αν αυτός δεν μπορεί να εξευρεθεί, η ευθύνη βαρύνει τον κάτοχο.» Συνάγεται από τον πιο πάνω Δικαστικό λόγο ότι, ακόμη και αν ο ιδιοκτήτης προέβη σε πώληση των ακινήτων, αλλά όχι σε μεταβίβαση των, με αποτέλεσμα η ιδιότητα του ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης να συνεχίζει να υφίσταται επί χάρτου, αυτός, είναι ή παραμένει, λόγω αυτής της παράλειψης του, (για μεταβίβαση δηλαδή), υπόχρεος στην καταβολή των όποιων τυχόν επιβληθέντων αποχετευτικών τελών. Η θέση του κ. Χριστάκη ότι οι αγοραστές των διαμερισμάτων, αντλούν τέτοιο δικαίωμα εγγραφής, ώστε να κριθεί ότι δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες δεν μπορεί να επιτύχει, ούτε ορθή είναι η εισήγηση του ότι οι εν λόγω Γνωστοποιήσεις αφορούν τους αγοραστές και όχι τον εναγόμενο. Ως προς την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στα γεγονότα της παρούσας οφείλουν να εφαρμοστούν τα όσα κατ΄αναλογία εφαρμόζονται σε περιπτώσεις επιβολής τελών σε κοινόκτητες οικοδομές, υιοθετώ πλήρως τα όσα εύστοχα επισήμανε ο Αδελφός Δικαστής Λουκά, στην απόφαση του στην Αγωγή 1578/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, τα οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως, ήτοι ότι: «Εκεί ρυθμίζεται η κατοχή του ακινήτου και η καθημερινή χρήση του και όχι η εξυπηρέτηση του ακινήτου, αναλόγως με τα εγγεγραμμένα τετραγωνικά του μέτρα από το σύστημα αποχετεύσεως. Είναι δηλαδή εκείνες οι διατάξεις άρρηκτα συνδεδεμένες με την καθημερινή χρήση του ακινήτου και δεν μπορεί αυτή να παραλληλιστεί με τον υπολογισμό τελών, στην βάση στοιχείων που το Κτηματολόγιο προσφέρει. Ούτε η αναλογία με διατάξεις διεκδίκησης εγγραφής ακινήτων αποβιωσάσης βοηθά την υπόθεση των Εναγομένων, αφού εκεί δεν υπάρχει εγγεγραμμένο υπαρκτό πρόσωπο και η ουσία των εκεί διαδικασιών είναι αυτή κάθε αυτή η διεκδίκηση του ακινήτου. Έχω την άποψη ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης παραμένει ιδιοκτήτης, ως ο Κανονισμός ορίζει, μέχρι να επέλθουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, πέραν της λήψης κατοχής από τρίτο πρόσωπο. Θα πρέπει δηλαδή να επέλθουν οι συνέπειες που το πωλητήριο ορίζει. Θα πρέπει το ακίνητο να είναι ελεύθερο από βάρη για να μπορεί να μεταβιβαστεί, να είναι δηλαδή και το ακίνητο δικαιούμενο σε εγγραφή. Θα πρέπει εκείνο που να απομένει να είναι η αλλαγή ιδιοκτησίας και η έκδοση ανάλογου τίτλου από το Κτηματολόγιο, να έχει απαλλαγεί το ακίνητο από την όποια σκόπελο που να αποτρέπει την εγγραφή του στον αγοραστή ..Θα ήταν πρακτικά αδύνατο, δε, το ότι εισηγούνται οι Εναγόμενοι, αφού προϋποθέτει έλεγχο μιας προς μία κάθε οικοδομής εντός του Δήμου ξεχωριστά, πέραν των στοιχείων του Κτηματολογίου. Ακόμα και αν προέβαιναν όμως σε αυτό τον έλεγχο οι Ενάγοντες, πάλι δεν θα ήταν εφικτό να ανεύρουν αν έχει αλλάξει κάποιο ακίνητο κάτοχο». Σε απάντηση της θέσης του εναγόμενου ότι καμία επιστολή δεν του έχει σταλεί με την οποία να του γνωστοποιείται η απόφαση των εναγόντων για επιβολή σε βάρος του αποχετευτικών τελών, το Δικαστήριο παραπέμπει στη μόνη διάταξη η οποία φαίνεται να ρυθμίζει το θέμα καθορισμού και γνωστοποίησης των ετήσιων τελών αποχέτευσης προς τους εκάστοτε οφειλέτες, ήτοι στον Κανονισμό 34 (ΚΔΠ 261/92), ο οποίος αναφέρει ότι꞉ «Τα τέλη που επιβάλλονται δυνάμει του Κανονισμού 32 είναι πληρωτέα κάθε χρόνο κατά το χρόνο ή χρόνους και στον τόπο ή τόπους τους οποίους εκάστοτε θα καθορίζει το Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του, η οποία θα δημοσιεύεται στην Επίσης Εφημερίδα της Δημοκρατίας». Περαιτέρω, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311, η οποία αναφέρει ότι: «απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Παρότι δεν κατ' ονομάζει οποιονδήποτε, καθορίζει την πραγματική βάση που εξ αντικειμένου εξατομικεύει το περιεχόμενο της. Το μόνο που απομένει είναι η μηχανική εργασία αντιστοίχισης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε. Έτσι, εφόσον η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται η αγωγή είναι το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ' ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της, η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη (βλ. Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589 και Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026).» Επομένως, με βάση τα πιο πάνω, η γνωστοποίηση είναι ο νόμιμος τρόπος κοινοποίησης των τελών προς τους υπόχρεους και ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες δεν ήταν υποχρεωμένοι να αποστείλουν οποιεσδήποτε επιστολές για επιβολή των αποχετευτικών τελών. Περαιτέρω με βάση τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι γνωστοποιήσεις τις οποίες δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κάθε έτος το Συμβούλιο Αποχετεύσεων αποτελούν και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος μόνο με Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Το Διοικητικό Δικαστήριο, είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα των γνωστοποιήσεων αυτών στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας και κανένα Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει παρόμοια εξουσία (βλ. Kanika Hotels Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169 και Ε.Ο.Ε Tourist Enterprises Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)3 ΑΑΔ 441). Ευθυγραμμισμένη είναι η Νομολογία επί του σημείου, με την πρόσφατη Απόφαση στην L.P. Loukaides Ltd ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας Π.Ε. 211/2014 ημερομηνίας 22.2.22 να επιβεβαιώνει την πιο πάνω νομολογιακή γραμμή. Στην Loukaides, (ante) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδική έκδοση συνοπτικής απόφασης για τέλη αποχετεύσεων αναφέροντας τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω, η Αγωγή αφορά στην επιβολή από τους Εφεσίβλητους αποχετευτικών τελών στους Εφεσείοντες για ακίνητη ιδιοκτησία των τελευταίων. Η οφειλή βασίζεται επί διοικητικής φύσεως αποφάσεις των Εφεσίβλητων οι οποίοι έχουν εξουσία έκδοσης τέτοιων αποφάσεων υπό την ιδιότητα τους ως οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Τα σχετικά διατάγματα για επιβολή των τελών (σε όλους τους ιδιοκτήτες ή και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας στην περιοχή του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας) είχαν δημοσιευθεί προσηκόντως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τα επίμαχα έτη, χωρίς να καταχωρισθεί (από τους Εφεσείοντες) προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά των διοικητικών αυτών πράξεων. Κατά παρόμοιο τρόπο, στην Κυριάκου και Άλλων ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, 592, υποδείχθηκε πως αν η χρηματική απαίτηση σε αγωγή πηγάζει από διοικητική απόφαση (για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί), η οφειλή θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη από τη στιγμή που δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της απόφασης.Στην περίπτωση που ενεστώτως αφορά, και παρόλο που οι Εφεσίβλητοι προέταξαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ότι «. οι διοικητικές πράξεις επιβολής των αποχετευτικών τελών δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την Εναγόμενη . με οποιαδήποτε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο .», οι Εφεσείοντες, εκτός από την έκφραση μιας γενικής και οριζόντιας διαφωνίας με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν αντέταξαν κάτι το διαφορετικό μήτε και - παρεμπιπτόντως - ανέδειξαν ομοίως ανάλογο ζήτημα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση». Το Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από την Νομολογία που έχει πιο πάνω παραθέσει, φρονεί ότι η παρούσα οφειλή, για την οποία δεν καταχωρήθηκε Προσφυγή, ως η παραδοχή και γνώση του εναγόμενου περί της δυνατότητας του επί τούτου, είναι αδιαμφησβήτητη, και ορθώς διεκδικείται από τους Ενάγοντες, ως η μόνη αρμόδια με βάση το Νόμο Αρχή για επιβολή και είσπραξή τους Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους στον απαιτούμενο από την Νομολογία βαθμό. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως η παράγραφος 9(Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος όπως το Δικαστήριο αποκλίνει από τον γενικό κανόνα, με τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο