← Κύπρος

Ανδρέας Κουφού & Υιός Λτδ ν. Φλουρέντζου, Αρ. Αγωγής:101/20, 7/1/2022

Ανδρέας Κουφού & Υιός Λτδ ν. Φλουρέντζου, Αρ. Αγωγής:101/20, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:101/20 Μεταξύ: Ανδρέας Κουφού & Υιός Λτδ Εναγόντων -και- XXXXX Φλουρέντζου Εναγόμενου Ημερομηνία: 7/1/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Νικολάου Για Εναγόμενο: κα. Ζίκκου ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Τα δικόγραφα Οι Ενάγοντες με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου καταβολή του ποσού των €2100,56, ως υπολοίπου λογαριασμού ή ως τίμημα που δεν πληρώθηκε ενώ παραδόθηκαν συγκεκριμένα αγαθά. Αποτελούν εταιρεία που ασχολείται με την πώληση ειδών υγιεινής, κεραμικών και άλλων συναφών ειδών. Ο Εναγόμενος είναι κάτοικος Ορμήδειας και μεταξύ 2010 μέχρι 2014 επισκέφτηκε σε διάφορες ημερομηνίες τους Ενάγοντες και τους ζήτησε να του πωλήσουν διάφορα προϊόντα. Οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν, ο Εναγόμενος παρέλαβε συγκεκριμένα προϊόντα της ειδικότητας τους και οι πρώτοι εξέδωσαν τιμολόγια και χρέωσαν τον σχετικό λογαριασμό. Αν τα τιμολόγια δεν πληρώνονταν εντός 30 ημερών θα επιβαρύνονταν με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο. Κατά την 1/1/2018 ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπόλοιπο €2100,56, αφού μέχρι τότε είχε καταβάλει ποσά έναντι του χρέους του. Οχλήθηκε και με επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων την 3/12/2019 και δεν εξόφλησε το εν λόγω ποσό. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αρνείται συλλήβδην τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αντιτείνει ότι ως οικοδόμος πρότεινε σε εκάστοτε πελάτες του να προμηθεύονται προϊόντα από τους Ενάγοντες επ' ονόματι τους. Προς τούτο θα λάμβανε προμήθεια 10% επί του συνολικού ποσού των τιμολογίων που θα εκδίδονταν επ' ονόματι των πελατών του. Αναφέρει στην Υπεράσπιση του ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε υπερχρεώσεις στον λογαριασμό του και καταχρηστικά αξιώνουν χρήματα που δεν τους οφείλονται. Αξιώνει, δε, ανταπαιτητικώς ποσό ύψους €1624,33 δυνάμει προφορικής συμφωνίας προμήθειας. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Ότι νέο τίθεται με αυτό το δικόγραφο είναι η επιμονή των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος προσωπικά αγόραζε διάφορα είδη της ειδικότητας τους, εκδίδονταν τιμολόγια επ' ονόματι του τηρείτο σχετικός λογαριασμός και ουδέποτε τέθηκε θέμα προμήθειας. Η δε ισχυριζόμενη συμφωνία ως την ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ενέχει παρανομία.
  2. Η μαρτυρία Η ακρόαση της υπόθεσης, λόγω του ύψους των ποσών που αξιούνται, έχει διεξαχθεί ως ταχείας εκδίκασης, ως η Διάταξη 30 Θεσμός 5 επόμενοι ορίζει, με την κατάθεση γραπτών δηλώσεων και αγορεύσεων. Με την σύμφωνη γνώμη των μερών, δε, αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος για συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δηλώσεως του. Για τους Ενάγοντες γραπτή δήλωση μαρτυρίας κατέθεσε ο κ. XXXXX Φλουρέντζου (Κουφού), εκ των διευθυντών των Εναγόντων. Αναφέρθηκε στις δραστηριότητες των Εναγόντων, ότι αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση την οποία δημιούργησε ο ίδιος και έχει εμπλακεί στις δραστηριότητες της και ο υιός του. Ο ίδιος διαχειρίζεται τα οικονομικά της εταιρείας, την τήρηση των λογιστικών της βιβλίων, τα σχετικά με τιμολόγια, αποδείξεις, πωλήσεις και εισπράξεις. Αναφέρθηκε και στην διαφορά στο όνομα των Εναγόντων, ως είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών, από την σχετική αναφορά επί των τιμολογίων της. Γνωρίζει προσωπικά τον Εναγόμενο. Είναι πελάτης τους και ζήτησε από τον ίδιο να του προμηθεύσει υλικά της ειδικότητας τους. Είχε τονίσει στον Εναγόμενο ότι θα εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια και θα τηρείτο σχετικός λογαριασμός. Θα χρεωνόταν σε αυτόν το νόμιμο αντάλλαγμα για τα πωληθέντα προϊόντα και θα πιστώνονταν οι πληρωμές. Ανοίχθηκε τότε σχετικός λογαριασμός, ο Εναγόμενος από το 2008 μέχρι το 2013 επισκεπτόταν τον εκθεσιακό χώρο των Εναγόντων παράγγελνε προϊόντα και του τα παρέδιδαν. Για κάθε αγορά εκδιδόταν σχετικό τιμολόγιο επί πιστώσει στο οποίο καταγράφονταν αναλυτικά τα προϊόντα που του πωλούσαν. Χρεώνετο αναλόγως και ο λογαριασμός που διατηρείτο από τους Ενάγοντες στο όνομα του Εναγόμενου. Μέχρι το 2013 η συνεργασία τους κυλούσε ομαλά. Η τελευταία κίνηση λογαριασμού έλαβε χώρα την 5/12/2017 όταν και πληρώθηκε ποσό €200 από τον Εναγόμενο και παρέμεινε το αξιούμενο υπόλοιπο. Επισυνάφθηκε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Β) και τιμολόγια (Τεκμήρια Γ και Δ). Παρατίθεται το ιστορικό της συνεργασίας των μερών και συγκεκριμένα το πότε έγιναν αγορές και πως διαμορφώθηκε το υπόλοιπο. Γίνεται αναφορά στην προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 3/12/
  3. Κατηγορηματικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί συμφωνίας προμήθειας, μεταξύ άλλων, αντιτείνοντας ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες πώλησαν προϊόντα με όποιο ποσοστό προμήθειας και κάτι τέτοιο αποτελεί άγνωστη πρακτική για αυτούς. Αναφέρει, δε, ότι ήταν τόσο λίγες οι αγορές στις οποίες προέβαινε ο Εναγόμενος και για ιδιαίτερα μικρά ποσά, γεγονός που δεικνύει ότι δεν υπήρχε καμία τέτοια συμφωνία. Ουδέποτε, άλλωστε, ζήτησαν εξηγήσεις για τον σκοπό της αγοράς από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος με την αποκάλυψη εγγράφων στην οποία προέβη ανάφερε ότι κατέχει την κατάσταση λογαριασμού, συνεπώς δεν θα μπορούσε να ισχύει η άρνηση του ως προς την έκδοση της. Ο Εναγόμενος πέραν της αρνήσεως των ισχυρισμών των Εναγόντων, περιορίζει την επιχειρηματολογία του στο να επισυνάψει συγκεκριμένα τιμολόγια των Εναγόντων από πελάτες του. Σε αυτούς είχε, όπως υποστηρίζει, προτείνει να συμβληθούν με τους Ενάγοντες και θα λάμβανε 10% προμήθεια. Πιθανολογεί ότι εφόσον απέτυχαν οι Ενάγοντες να εισπράξουν από τους πελάτες του, τότε στράφηκαν εναντίον του και δεν οφείλει ο ίδιος τα εν λόγω ποσά, ενώ κάνει λόγο για κατασκευασμένη μαρτυρία σε ότι αφορά την απόδειξη πληρωμής €200 εκ μέρους του. Επιμένει στην ανταπαίτηση του, ότι δηλαδή του οφείλεται ποσό €1624,33 δυνάμει προφορικής συμφωνίας προμήθειας. Κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου, προέκυψε ότι τα τιμολόγια που επισύναψε, ως αγορές από πελάτες του στους οποίους πρότεινε τους Ενάγοντες, αφορούν δύο αδέρφια της πρώην γυναίκας του. Τους έχτισε το σπίτι, όπως ανάφερε και τους έστειλε ο ίδιος να αγοράσουν προϊόντα από τους Ενάγοντες. Δεν είχε δει τα τιμολόγια που επεσύναψε στην ένορκη του δήλωση ο κ. Κουφού. Δεν θυμάται άλλα άτομα που είχε στείλει για να αγοράσουν από τους Ενάγοντες, δεν σημείωνε τα ονόματα τους και μόνο τους συγγενείς του είχε βρει. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τα επιχειρήματα τους. Θα γίνεται σχετική αναφορά στις θέσεις τους κατά την κατωτέρω ανάλυση.
  4. Ανάλυση Μαρτυρίας Εκ της ως άνω αναφερόμενης μαρτυρίας προκύπτει ότι το επίδικο ζήτημα που εγείρεται είναι ως προς την φύση της συνεργασίας των μερών. Αν δηλαδή ο Εναγόμενος προσωπικά αγόραζε προϊόντα από τους Ενάγοντες ή αν έστελνε πελάτες του να αγοράζουν, στην βάση συμφωνίας προμήθειας με τους τελευταίους. Τούτο είναι το κύριο επίδικο που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει και συνακόλουθα θα κριθούν τα επιχειρήματα των μερών προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, όπως οι επισυνημμένες στην ένορκη δήλωση Κουφού καταστάσεις λογαριασμού και τιμολόγια και τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση Φλουρέντζου τιμολόγια πελατών του.
  5. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινούμε από την μαρτυρία του Εναγόμενου, ο οποίος υπήρξε ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον μου. Ο Εναγόμενος υπέπεσε σε μια σειρά αντιφάσεων. Ενώ αναφέρεται σε συμφωνία προμήθειας η μόνη μαρτυρία που παρουσίασε αφορά τιμολόγια συγγενών του για αγορές τους από τους Ενάγοντες. Σε αυτά τίποτα δεν αναφέρεται για προμήθεια του Εναγόμενου. Επιπλέον το σύνολο των ποσών των εν λόγω τιμολογίων δεν δικαιολογεί το ποσό της ανταπαίτησης του. Τα όσα τιμολόγια κατέθεσε συμποσούνται σε ποσό ύψους €10059,
  6. Ακόμα και αν προστεθεί το ποσό αποδείξεων και καταστάσεων λογαριασμών που επισυνάπτει ο Εναγόμενος, τα οποία πιθανόν να υπερκαλύπτονται ή να συνδέονται με τα τιμολόγια, αυτό το ποσό φτάνει τα €15221,
  7. Ακόμα και αν γίνει δεκτός δηλαδή ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ως προς την συμφωνία προμήθειας υπάρχει σαφής αναντιστοιχεία των τεκμηρίων που επισυνάπτει με το απαιτούμενο ποσό των €1624,
  8. Αναντιστοιχεία υπάρχει όμως και ως προς τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ουδέποτε κατέγραφε τους πελάτες που έστειλε, είπε. Δεν γνώριζε ποιοι είναι αυτοί πέραν κάποιων συγγενών της γυναίκας του. Είναι παράλογο το πως ένα πρόσωπο εξαρτιόταν αποκλειστικά στον αντισυμβαλλόμενο του χωρίς να γνωρίζει καν ποιους απέστειλε σε αυτόν χωρίς να κρατάει κανένα αρχείο, για την παροχή προμήθειας. Συνεπώς δεν μπορώ να δεχτώ τα όσα ανάφερε ο Εναγόμενος και ειδικά τα όσα ανάφερε προς υποστήριξη της θέσης του περί ύπαρξης συμφωνίας προμήθειας με τους Ενάγοντες. Από την άλλη η μαρτυρία των Εναγόντων ήταν δομημένη. Με επάρκεια επεξήγησαν τον τρόπο έκδοσης τιμολογίων, το τι αυτά αφορούν και το πως κρατείται η κατάσταση λογαριασμών. Ο ίδιος ο κ. Κουφού, περιέγραψε επ΄ ακριβώς την εμπορική σχέση με τον Εναγόμενο και αυτή δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας από τον τελευταίο. Πέραν δηλαδή της γενικής του άρνησης, τίποτε δεν τέθηκε ενώπιον μου που να πλήττει την μεταξύ των μερών συμβατική σχέση, όπως λεπτομερώς την περιέγραψε ο κ. Κουφού στην γραπτή του δήλωση.
  9. Νομική Βάση Η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται ουσιαστικά σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω οι θέσεις των μερών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Δεν υπήρξε η όποια αντεξέταση ενόρκως δηλούντα των Εναγόντων. Εκείνο όμως που παρατηρείται είναι ότι οι θέσεις των Εναγόντων αναλύθηκαν διεξοδικά. Αποδέχομαι, λοιπόν, την θέση των Εναγόντων ότι υπήρξε μακροχρόνια συνεργασία όπως προκύπτει τόσο από τις καταστάσεις λογαριασμού όσο και από απόδειξη πληρωμής Τεκμήριο Ε που κατατέθηκε. Το Τεκμήριο Ε φαίνεται να αφορά πληρωμή €200 από τον Εναγόμενο. Όπως και ο τελευταίος ανάφερε με μετρητά συναλλασσόταν, όπως αναφέρεται στην απόδειξη. Η μη υπογραφή της απόδειξης δεν επενεργά με τρόπο που να καθιστά αυτή άχρηστη, ειδικά από την στιγμή που επεξηγήθηκε το ιστορικό και τα γεγονότα που περιβάλλουν το εν λόγω τεκμήριο (βλ. και Κωνσταντίνου Ανδρούλλα και Άλλος ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.

(2006)1 ΑΑΔ 781). Επεξηγήθηκε, περαιτέρω, με επάρκεια και λεπτομερώς η μέθοδος συνεργασίας των μερών και κατατέθηκαν σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Σε αυτές προκύπτει ότι υπήρξε μακροχρόνια συνεργασία τους, με τον τρόπο που περιγράφουν οι Ενάγοντες. Αυτό προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού και τα τιμολόγια Τεκμήρια Β έως Ε. Μια κατάσταση λογαριασμού, όμως δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christie Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728). Εκεί όμως που η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών, εναπόκειται πλέον στους Εναγόμενους να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ειδικότερα στην Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, κρίθηκε ότι: «οι δύο καταστάσεις λογαριασμών δεν ήταν περίπλοκα έγγραφα και με τις εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Ε. 1, επεξηγείται το υπόλοιπο του λογαριασμού. Βασικά οι ίδιοι οι λογαριασμοί παρέχουν ικανοποιητική πληροφόρηση και από την στιγμή που οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν ήταν γενικής φύσεως, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά στηρίχθηκε στη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 και στα τεκμήρια που κατάθεσε.» Αναλόγως και στην παρούσα ο κ. Κουφού αναφέρθηκε διεξοδικά για την διαδικασία που οδηγούσε στις καταγραφές επί της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο Β. Συγκεκριμένα από τα όσα αναφέρει ο ίδιος αλλά και το σώμα του εν λόγω Τεκμηρίου προκύπτει ότι ο Εναγόμενος παράγγελνε προϊόντα, οι Ενάγοντες του τα παρέδιδα και εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήρια Γ και Δ). Αυτά τα τιμολόγια καταγράφονταν στην κατάσταση λογαριασμού και το σχετικό ποσό έκαστου φαινόταν ως χρέωση, ενώ η κάθε πληρωμή από τον Εναγόμενο φαινόταν ως πίστωση και καταγραφόταν αναλόγως. Στην τελευταία στήλη του Τεκμηρίου Β φαίνεται το υπόλοιπο του λογαριασμού (balance). Στην βάση των ως άνω οι Ενάγοντες με τα στοιχεία που έχουν παρουσιάσει και τις εξηγήσεις που έδωσαν, έχουν ικανοποιήσει επαρκώς και έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους για οφειλόμενα δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. Ο Εναγόμενος από την άλλη αρκέστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς, χωρίς να αντιτείνει τίποτα ουσιαστικό, με αποτέλεσμα να μην αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσει το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί συμφωνίας προμήθειας που ήγειρε ο Εναγόμενος, πέραν της μη αποδοχής του κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας θα πρέπει να προστεθούν και τα ακόλουθα. Θα ανέμενε κάποιος όταν υπάρχει τέτοια συμφωνία προμήθειας να κρατείται ένα αρχείο, μια έστω πρόχειρη καταγραφή του ιστορικού των πελατών που έστελνε ο Εναγόμενος. Τίποτα τέτοιο δεν καταδείχθηκε, πέραν κάποιων τιμολογίων τρίτων και δη συγγενών του. Ούτε σε αυτά ούτε στα όποια άλλα έγγραφα δεν φαίνεται να καταγράφεται το οτιδήποτε ως προς την προμήθεια του Εναγόμενου. Επιπλέον οι αγορές αυτές, στην βάση των τιμολογίων που επισύναψε ο Εναγόμενος, φαίνεται να λάμβαναν χώρα από το 2011, παρά ταύτα ουδέν τέθηκε ενώπιον μου που να δεικνύει ότι ο τελευταίος απαίτησε την όποια προμήθεια δικαιούτο στα δέκα έτη που διέρρευσαν. Επιπλέον στην υπόθεση Χριστοφίδη ν. Σαββίδη
(1992)1 ΑΑΔ 733 έγινε ανάλυση της νομολογίας σχετικά με συμβάσεις προμήθειας, ως εξής: «Στην υπόθεση Stelios P. Orphanides v. Vyron Κ. Michaelides
(1967)1 C.L.R. 309, αναφέρεται στη σελίδα 317 το εξής απόσπασμα από την απόφασητου Lord Atkinson στην υπόθεση James Τ. Burchell v. Gowrie and Blockhouse Collieries Ltd
(1910)A.C. 614 Privy Council: "It was admitted that, in the words of Erie C.J. in Green v. Bartlett, "if the relation of buyer and seller is really brought about by the act of the agent, he is entitled to commission although the actual sale has not been effected by him". Or in the words of the later authorities, the plaintiff must show that some act of his was the causa causans of the sale (Tribe v. Taylor) or was an efficient cause of the sale (Millar v. Radford)". Εξάλλου στην υπόθεση J.F. Aho et Fils and another v. Photos Photiades & Co
(1968)1 C.L.R. 477 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Orphanides v. Michaelides (ανωτέρω) και παρατίθεται στη σελίδα 494 το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla's Indian Contract and Specific Relief Acts, 8η έκδοση σελίς 679: "But in order to establish a claim for commission the agent must show that the transaction in respect of which the claim is made was a direct result of his agency. It is not sufficient to show that the transaction would not have been entered into but for his introduction. He must go further and show that the introduction was the direct cause of the transaction."» Αναλόγως και στην προγενέστερη Χατζήκυριακος ν. Σεβέρη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 92, όπου αναφέρθηκε ότι για να τεκμηριωθεί απαίτηση για την πληρωμή μεσολαβητικής προμήθειας πρέπει να αποδειχθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της μεσολάβησης και της πώλησης. Για να θεμελειωθεί η απαίτηση πρέπει η μεσολάβηση να είναι ο αποφασιστικός παράγοντας (efficient cause) για την διενέργεια της πώλησης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της μεσολάβησης και της πώλησης πρέπει να είναι άμεσος και καθοριστικός. Σχετική είναι και η Κωνσταντινίδης ν. AMF Christofides Ltd
(1996)1(A) Α.Α.Δ 571. Στρεφόμενοι στην παρούσα, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η παράθεση τιμολογίων τρίτων μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία που να δεικνύει ότι είναι η σύσταση του Εναγόμενου που οδήγησε αυτούς τους τρίτους να συναλλαχθούν με τους Ενάγοντες. Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ελευθερίας Ζαπίτη κ.ά.
(2003)1Β ΑΑΔ 749 και Δήμος Πάφου ν. C & N Kyriakoy Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 228/2009, 23/3/2017), ECLI:CY:AD:2017:A
  1. Χρειάζεται σαφής, αξιόπιστη, θετική μαρτυρία ότι η μεσολάβηση του Εναγόμενου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγοντας για την διενέργεια της πώλησης από τους Ενάγοντες. Δεν αρκεί απλώς η παράθεση κάποιων τιμολογίων τρίτων και η γενικόλογη αναφορά ότι τους έστειλε στους Ενάγοντες, ειδικά από την στιγμή που οι τελευταίοι κατηγορηματικά απορρίπτουν ότι ακολουθούσαν τέτοια πρακτική διενέργειας συμφωνιών προμήθειας. Είναι, επομένως, τούτο το πραγματικό θέμα που απέτυχε να αποδείξει ο Εναγόμενος και ακόμα και αν αποδείκνυε συμφωνία προμήθειας η ανταπαίτηση του θα αποτύγχανε.
  2. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, για ποσό των €2100,56, πλέον νόμιμο τόκο από 3/3/2020 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής και ανταπαίτησης, ένα σετ αφού συνεκδικάστηκαν, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.