Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αμμοχώστου κ.α., Γενική Αίτηση αρ: 62/2017, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ: 62/2017 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Ν.139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτριας- Εφεσείουσας Και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αμμοχώστου,
- EAST COAST CENTRAL DEVELOPMENTS LTD,
- XXXXX Κοντόφριος. Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Ιανουαρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κ. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 1- Εφεσίβλητο 1: κα. Κουμή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Καθ΄ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη 2 : κα. Θεοχάρη για Αντώνης Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητο 3: κ. Στ. Σταυρινίδης για Σταύρος Σταυρινίδης & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια - Εφεσείουσα αιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να αναστέλλεται η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 24/11/
- Επιπρόσθετα ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή/και να αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή Κτηματολογίου Αμμοχώστου ημερομηνίας 03/07/2017 ενώ παράλληλα αιτείται όπως κηρυχθεί αντισυνταγματική και άκυρη ή και χωρίς νομική ισχύ η διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις- αποφάσεις ημερομηνίας 24/11/2016 και 03/07/
- Ζητά επίσης διατάγματα με τα οποία να κηρύσσονται αντισυνταγματικές οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ ή και άκυρες λόγω του ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23, το Άρθρο 25, το Άρθρο 26 και το Άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Αίτηση - Έφεση βασίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48 θ.θ. 1-9, Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 12Α, 16-19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB και άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς 2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, στους Κ. 3-12 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στα Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή προτίθενται οι ακόλουθοι: Ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή Κτηματολογίου, ημερομηνίας 24/11/2016 και 03/07/2017, είναι εσφαλμένες ή και αυθαίρετες ή και στηρίζονται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, ότι έρχεται σε αντίθεση ή και παραβιάζει ή και επηρεάζει την εγκυρότητα ή και την ισχύ ή και την εκτελεσιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 02/04/2012 προς όφελος της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, ότι παραβιάζουν τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας, ότι λήφθηκαν στη βάση των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ - 44 ΚΖ με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το συνταγματικά καταχωρημένο δικαίωμα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος λόγω του ότι περιορίζονται τα περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας όπως αυτά απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης ή και τα αποστερείται χωρίς να της παρέχεται οποιαδήποτε ή και εύλογη αποζημίωση, ότι παραβιάζεται το συνταγματικά καταχωρημένο δικαιώματα της Αιτήτριας βάσει του Άρθρου 26 του Συντάγματος αφού η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου παρεμβαίνει στο δικαίωμα των συμβαλλόμενων να επιλέξουν ή και να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο ή και τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και αποτρέπουν την εκτέλεση των συμβάσεων με τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλόμενων χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση, ότι η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος γιατί παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, απασχόληση και εμπόριο, να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως η ίδια θεωρεί ορθό μέσα στα πλαίσια του Νόμου και με σκοπό την κερδοφορία, ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας δυνάμει του Άρθρου 30 του Συντάγματος και συγκεκριμένα περιορίζεται ή και αποστερείται ή και καταργείται το δικαίωμα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας για να διεκδικήσει τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά, τα οποία εξασφαλίζονται με την υποθήκη XXXXX/1994, ότι είναι αντίθετες και ή ασύμφωνες με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, ότι η δικαιοδοσία του Διευθυντή Κτηματολογίου δεν εκτείνεται στην επίλυση διαφορών που αφορούν στην ιδιοκτησία του ακινήτου ή και παράβαση της σύμβασης αλλά αυτό αποτελεί αρμοδιότητα των Δικαστηρίων, ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη ή και νομικά άκυρη ή και αντισυνταγματική γιατί υποβοηθά την Καθ' ης η Αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές της και εξ΄ αποφάσεως υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια - Εφεσείουσα και παραβιάζει τις πρόνοιες της υποθήκης, ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά και ότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Αίτησης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Αζά, λειτουργού στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, στις 21/09/2007 ενεγράφη η υποθήκη XXXXX/2007 από την Καθ' ης Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας - Εφεσείουσας για το ποσό των £95.150 πλέον τόκους, η οποία υποθήκη εξασφάλιζε και εξακολουθεί να εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης 2 - Καθ΄ης η αίτηση προς την Αιτήτρια - Εφεσείουσα. Η Εφεσίβλητη 2 - Καθ' ης η Αίτηση οφείλει προς την Αιτήτρια - Εφεσείουσα ποσό ύψους €360.894,08 πλέον τόκους σύμφωνα με δικαστική απόφαση ημερομηνίας 02/04/
- Από έρευνα στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου διαφάνηκε ότι η συγκεκριμένη υποθήκη προηγείται της κατάθεσης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου του Εφεσίβλητου 3 - Καθ' ου η αίτηση. Στις 24/11/2016 παραλήφθηκε από την Αιτήτρια - Εφεσείουσα επιστολή του Κτηματολογίου Αμμοχώστου στον «Τύπο ΙΕ» με την οποία πληροφορείτο ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/2007 στο όνομα του αγοραστή ήτοι του Εφεσίβλητου 3 - Καθ' ου η Αίτηση δυνάμει του ΠΩΕ XXXXX/2008 και κατ΄ επέκταση με την εξάλειψη των εμπράγματων βαρών. Η Αιτήτρια - Εφεσείουσα, στις 23/01/2017, υπέβαλε ένσταση και ο Διευθυντής Κτηματολογίου απάντησε, με επιστολή 03/07/2017, απορρίπτοντας την ένσταση. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι σύμφωνα με εκτίμηση του γραφείου Αντώνης Λοΐζου και Συνεργάτες η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, στις 31/08/2007, ήταν £300.000, ενώ το Κτηματολόγιο είχε εκτιμήσει το ακίνητο, το 2013, στις €196.
- Κατά τη δική του άποψη η προτιθέμενη μεταβίβαση αντιβαίνει και στρατηγεί τη σύμβαση υποθήκης και παρεμποδίζει την εκτέλεση αυτής με αποτέλεσμα να πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας τα οποία καταχωρήθηκαν με την υποθήκη XXXXX/
- Ισχυρίζεται ότι αν ολοκληρωθεί η επικείμενη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 26439 στο όνομα του Εφεσίβλητου 3 - Καθ' ου η Αίτηση, η Αιτήτρια - Εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον οι οφειλές της Εφεσίβλητης 2 εταιρείας - Καθ' ης η Αίτηση θα παραμείνουν ανεξασφάλιστες λόγω του ότι δεν υπάρχει άλλη ελεύθερη περιουσία της Εφεσίβλητης 2 - Καθ' ης η Αίτηση την οποία να δύναται η Αιτήτρια - Εφεσείουσα να μεταφέρει την υποθήκη της και θα υποβοηθηθεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Όπως διαφαίνεται η υποθήκη της Αιτήτριας - Εφεσείουσας προηγείται του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου και η Αιτήτρια δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό είτε κατά, είτε πριν, είτε μετά την κατάθεση του επίδικου πωλητήριου εγγράφου στο Κτηματολόγιο. Για το συγκεκριμένο ακίνητο είχε συναφθεί άλλο πωλητήριο έγγραφο το 2000, με άλλους αγοραστές, το οποίο είχε εκχωρηθεί στην Αιτήτρια - Εφεσείουσα προς εξασφάλιση των δικών του υποχρεώσεων πλην όμως ακυρώθηκε από την Εφεσίβλητη 2 - Καθ΄ης η αίτηση στις 02/03/2000 και συνήψε νέα σύμβαση πώλησης με τον Εφεσίβλητο 3 - Καθ' ου η αίτηση χωρίς να ενημερωθεί η Αιτήτρια - Εφεσείουσα. Υποστηρίζει ο Ομνύοντας ότι στην περίπτωση που επιτραπεί να προχωρήσει η επικείμενη μεταβίβαση, η Αιτήτρια - Εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον οι εξ΄ αποφάσεως υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 θα παραμείνουν ανεξασφάλιστες ενώ δεν θα μπορεί να εκτελέσει την απόφαση ημερομηνίας 02/04/
- Επιπρόσθετα θα απολέσει το συνταγματικό της δικαίωμα, δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος, του ελέγχου και της απόλαυσης της επίδικης ιδιοκτησίας, η οποία από το 2007 είναι υποθηκευμένη προς όφελος της σε αντάλλαγμα πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους πρωτοφειλέτες. Περαιτέρω προωθεί τη θέση ότι η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 44ΙΗ - 44 ΚΖ παραγνωρίζει τη σειρά προτεραιότητας εγγραφής των εμπράγματων βαρών και είναι σε αντίθεση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, αφού η υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 σύμφωνα με τη σύμβαση υποθήκης ακυρώνεται αυτόματα ενώ τα δικαιώματα της Αιτήτριας εξαλείφονται. Περεταίρω ισχυρίζεται ότι με τη σκοπούμενη μεταβίβαση εμποδίζεται η εκτέλεση της σύμβασης, την οποία τα μέρη συνομολόγησαν με ελεύθερη βούληση και με κάποιο αντάλλαγμα. Η επικείμενη μεταβίβαση, είναι η θέση του, καταστρατηγεί τους όρους της σύμβασης υποθήκης, τους οποίους οι ενυπόθηκοι οφειλέτες συμφώνησαν να τηρήσουν ενώ καταργεί τα δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς λόγο και αιτία και χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους εκμετάλλευση από πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Οπόταν, είναι η εισήγηση του Ομνύοντα, η συγκεκριμένη διαδικασία όχι μόνο προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια αλλά βοήθα την Καθ' ης η Αίτηση 2 να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διευθυντή Κτηματολογίου, ημερομηνίας 24/11/2016 και 03/07/2017, παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών αφού πέραν του ότι ο Διευθυντής ασκεί δικαστικό έργο, ασκεί επιπρόσθετα έργο δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας γιατί ανατρέπει ή και ακυρώνει ή και τροποποιεί τα προς όφελος της Αιτήτριας δικαιώματα που προκύπτουν από την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 02/04/
- Καταστρατηγείται παράλληλα το δικαίωμα σε περιουσία, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, λόγω του ότι αποξενώνεται περιουσία του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς εύλογη αποζημίωση αλλά και χωρίς η συγκεκριμένη αποξένωση να γίνεται προς το συμφέρον της δημόσιας ωφέλειας, της δημόσιας υγείας ή προς προστασία των δημόσιων ηθών. Λόγω του ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιανδήποτε άλλη ελεύθερη περιουσία η οποία να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της Αιτήτριας τα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ προσκρούουν στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Ειδοποίηση «Τύπος IE» και η προτεινόμενη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 3, είναι άκυρη ως νομικά αβάσιμη λόγω του ότι έχει αποσταλεί δυνάμει αντισυνταγματικού Νόμου, ο οποίος προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Αιτήτριας και παραβιάζει τα συνταγματικά της δικαιώματα. Καταλήγει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία της Καθ' ης η αίτηση 2, χωρίς να παρασχεθεί στην Αιτήτρια οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα ή και εύλογη αποζημίωση για τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο βαρύνεται με υποθήκη με αποτέλεσμα να πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντά της. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από όλους τους Καθ΄ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους. Εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 ‑ Εφεσίβλητου παρατέθηκαν 19 λόγοι ενστάσεως οι οποίοι σε συντομία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η Αίτηση - Έφεση είναι εκπρόθεσμη και καταχωρήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται ή και κωλύεται να προσβάλει την απόφαση ημερομηνίας 24/11/2016 γιατί είναι προκατασκευαστική ή και δεν έχει νομική ισχύ, ότι η ειδοποίηση «Τύπος ΙΕ», ημερομηνίας 24/11/2016 και η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 03/07/2017 είναι ορθές και νόμιμες, ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ είναι σύμφωνες με τα Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, ότι η Αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη, ότι προβάλλονται αόριστες ή και γενικές εισηγήσεις περί της αντισυνταγματικότητας ή και δεν εξειδικεύεται επαρκώς πως ο Ν.9/1965 αντίκειται του Συντάγματος, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διευθυντή δεν παραβιάζουν, ούτε περιορίζουν ούτε και στερούν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος, ότι ο υπό εξέταση Νόμος προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό, ότι η απουσία νομοθετικής ρύθμισης σε σχέση με την καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν καθιστά τις πρόνοιες του Νόμου αντισυνταγματικές ότι δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος με την οποία να προκαλείται ζημιά στην Αιτήτρια, ότι δεν περιορίζεται το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διευθυντή δεν παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ, ότι η υποθήκη XXXXX/07 συνάφθηκε για το ποσό £95.150 πλέον τόκους και ότι η Αιτήτρια εξασφαλίζεται μέχρι του συγκεκριμένου ποσού, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει ή/και δεν έρχεται σε αντίθεση ή/και δεν καθιστά άνευ αντικειμένου την απόφαση στην Αγ. Αρ. XXXXX/2009, ότι δεν παραβιάζει την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών ή και δεν δίδεται δικαστική εξουσία στο Διευθυντή Κτηματολογίου ή και η εξουσία που δίνεται στον Διευθυντή Κτηματολογίου είναι συνταγματικά επιτρεπτή, ότι το άρθρο 44Κ του Ν.9/1965 δεν παρέχει στον Διευθυντή Κτηματολογίου διακριτική εξουσία να απορρίψει την Αίτηση που καταχωρείται δυνάμει των Άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 12Α, 16 -19, 21-36, 44ΙΗ-44ΚΖ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς 2015, στα άρθρα 3 - 12 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στο άρθρο 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη Δ.48 θ.θ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που αφορούν την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 παρατίθενται σε ένορκη δήλωση της Κατερίνας Διάκου, Κτηματολογικού Γραφέα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου η οποία είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την Ομνύουσα γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την απόφαση και ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 3 ‑ Εφεσίβλητος, αγοραστής του επίδικου ακινήτου, υπέβαλε στις 29/07/2016 την Αίτηση Αρ.988/16 με την οποία ζητούσε όπως εγγραφεί επ' ονόματί του η κατοικία στο τεμάχιο XXXXX, ΚΤ/ ΣΧ. 2‑294‑378 και αριθμό εγγραφής XXXXX, στο Παραλίμνι, δυνάμει της σύμβασης πώλησης αριθμός ΠΩΕ 1153/
- Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο είχε κατατεθεί στις 03/07/2008, δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.139(Ι)/
- Είχε συνομολογηθεί την 01/07/2008 μεταξύ της Καθ' ης η Αίτησης 2 - Εφεσίβλητης και του Καθ' ου Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου. Με την καταχώρηση της αίτησης για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομά του ο Καθ΄ου η αίτηση 3 - Εφεσίβλητου είχε προσκομίσει απόδειξη πληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου καθώς επίσης και βεβαίωση καταβολής του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας και των τελών αποχέτευσης. Αφού εξετάστηκε η αίτηση κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Ν.9/1965 για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου και στις 09/12/2016 αποστάληκε η ειδοποίηση «Τύπου ΙΕ» προς την Αιτήτρια - Εφεσείουσα για υποβολή ένστασης ή για αίτηση μεταφοράς της υπόθεσης XXXXX/
- Υποβλήθηκε, στις 24/01/2017, ένσταση η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε και η απόρριψη γνωστοποιήθηκε προς την Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 03/07/
- Όμως εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστάληκε η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Σύμφωνα με την Ομνύουσα για το επίδικο διαμέρισμα είχε αρχικά κατατεθεί στο Κτηματολόγιο το ΠΩΕ 54/2000, το οποίο κατά το έτος 2008 ακυρώθηκε και στη συνέχεια κατατέθηκε το νέο πωλητήριο το οποίο συνάφθηκε μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του Καθ΄ου η αίτηση
- Είναι ο ισχυρισμός της ότι το μόνο δικαίωμα της Αιτήτριας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Καθ΄ου η αίτηση 3 είναι αυτό που πηγάζει από την υποθήκη XXXXX/
- Σε σχέση με την αξία του ακινήτου υποστηρίζει ότι η σωστή αξία είναι αυτή που καθορίζεται στο Πιστοποιητικό του Κτηματολογίου. Παραδέχεται ότι η συγκεκριμένη υποθήκη κατατέθηκε πριν το επίδικο πωλητήριο έγγραφο όμως προωθεί τη θέση ότι η χρονική προτεραιότητα των εμπράγματων βαρών δεν τίθεται ως προϋπόθεση μεταβίβασης του ακινήτου σε εγκλωβισμένο αγοραστή. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα ουδέποτε αιτήθηκε τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης Αίτησης 2 - Εφεσίβλητης και προωθεί τη θέση ότι οι πρόνοιες του Ν.9/1965 και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα και τα Συντάγματος καθώς και τη συνταγματική αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για μείωση της οικονομικής αξίας της περιουσίας της Αιτήτριας - Εφεσείουσας είναι η δική της θέση ότι δεν τεκμηριώνεται και ότι η σύμβαση υποθήκης, μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση 2, δεν καταργείται από την απόφαση του Διευθυντή αλλά συνεχίζει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη. Καταλήγει, ότι με την εφαρμογή των προνοιών του Νόμου δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας αλλά παρέχεται προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τον αγοραστή Καθ' ου η αίτηση 3, ο οποίος τήρησε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε από τη σύμβαση πώλησης. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εφεσίβλητη εταιρεία καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας πέντε
(5)λόγους Ενστάσεως. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και δεν πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, ότι ο Ν.9/1965 είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να υποστηρίξει την ένσταση που υπέβαλλε στο Διευθυντή Κτηματολογίου με τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ή και παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να μπορεί να ασκήσει την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση και ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.40, Δ.42, Δ.48 και Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 14, 22, 23, 25, 26, 32, 34 και 96 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 44ΚΒ και 44ΚΓ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε, στις συμφυείς εξουσίες και τη πρακτική του Δικαστηρίου και στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού Δικαστικών αποφάσεων. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης της Καθ΄ης η αίτηση 2 τέθηκαν από τον κ. Κάρουλα, υπάλληλο της Καθ΄ης η αίτηση 2 και πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτήν. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα δεν δικαιούται να ζητά τα συγκεκριμένα διατάγματα γιατί ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί να ενστεί μόνο στην περίπτωση που δεν εκπληρώθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή ή όταν η σύμβαση είναι άκυρη ή και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Προωθεί τη θέση ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις του Καθ΄ ου η αίτηση 3 έναντι της Καθ΄ ης η αίτηση 2 έχουν εκπληρωθεί στο ακέραιο. Προωθεί τη θέση ο Ομνύοντας ότι η σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχική συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου υπογράφτηκε μεταξύ των αρχικών αγοραστών και της Αιτήτριας, οπόταν είναι οι αρχικοί αγοραστές που όφειλαν να ενημερώσουν την Αιτήτρια. Οι ίδιοι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια όφειλε να υποστηρίξει την αίτηση της με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, κάτι που δεν έπραξε. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι η Αίτηση - Έφεση περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς αφού η Αιτήτρια από τη μια ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία είναι αντισυνταγματική και αφετέρου επικαλείται τις διατάξεις της συγκεκριμένης νομοθεσίας γι΄ ακύρωση της διαδικασίας εγγραφής του τίτλου ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι του Καθ΄ ου η αίτηση 3. Κατά τη δική του άποψη η νομοθεσία είναι συνταγματική και ο νομοθέτης προσπάθησε να προστατεύσει τους πωλητές ή και τους αγοραστές. Καταλήγει ότι η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση από το 2012 με την οποία διατάσσεται η εκποίηση του ακινήτου πλην όμως δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της συγκεκριμένης απόφασης. Εισηγείται ότι με βάση τις αρχές της καλής πίστης και της επιείκειας το Δικαστήριο θα πρέπει να προστατεύσει τον Καθ΄ ου η αίτηση 3 έτσι ώστε να μην επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματά του. Ένσταση καταχωρήθηκε και από τον Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητο, ο οποίος παρέθεσε δεκαεννέα
(19)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι είναι ταυτόσημοι με τους λόγους ενστάσεως που προτάθηκαν από τον Καθ΄ου η αίτηση - Εφεσίβλητο 1 και το ίδιο ισχύει και για τη νομική βάση της. Υποστηρίζεται, η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 3, από ένορκη δήλωση του κ. Χατζηπέτρου, δικηγόρου και γνώστη των γεγονότων λόγω του ότι χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση για τον Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητο και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτόν. Υιοθετεί τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Διάκου και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στις 19/01/2018 καταχωρήθηκε η Αγωγή Αρ. 65/18 από τον Καθ΄ου η αίτηση 3 εναντίον της Αιτήτριας, στην οποία καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης στις 10/05/
- Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 3 ενεργούσε πάντοτε καλόπιστα και αγόρασε την επίδικη κατοικία ως καλόπιστος τρίτος. Προωθεί τη θέση ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 3 έπεσε θύμα απάτης ή/και συνωμοσίας ή/και ψευδών παραστάσεων από διάφορα πρόσωπα, όμως σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται για το γεγονός ότι ο προηγούμενος αγοραστής της επίδικης κατοικίας δεν έχει εξοφλήσει το δάνειο το οποίο έλαβε από την Αιτήτρια. Ζητά την απόρριψη της αιτήσεως. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων και υποβοηθητικών γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών, αναφορά στις οποίες γίνεται όπου κρίνεται απαραίτητο. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι παρά την απουσία οποιασδήποτε απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των συνταγματικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα οι αγορεύσεις όλων των συνηγόρων ήταν άκρως βοηθητικές για το Δικαστήριο. Προκύπτει ότι οι θέσεις των μερών αφορούν περισσότερο στη νομική παρά στην πραγματική πτυχή της υπόθεσης και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε, η πλειοψηφία των γεγονότων, ως αυτά δύναται να εξαχθούν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των μερών, είτε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε δεν αμφισβητούνται. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα όπως μπορούν να εξαχθούν από τις ένορκες δηλώσεις είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Κατά ή περί την 21/09/2007 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου η Υποθήκη με αριθμό XXXXX/07 από την Καθ' ης η Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Υποθήκη ενεγράφη για ποσό £95.150 πλέον τόκους. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 όφειλε κατά ή περί την 30/06/2017 στην Αιτήτρια συνολικό ποσόν ύψους €360.894,08 δυνάμει των πιστωτικών διευκολύνσεων που της είχαν παραχωρηθεί. Για το οφειλόμενο χρέος είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ. XXXXX/09 και είχε διαταχθεί η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Κατά την 03/07/2008 ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητος κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου την σύμβαση πώλησης μεταξύ της Καθ΄ης η Αίτηση 2 και του ίδιου, ως αγοραστή του ακινήτου που είχε ανεγερθεί στο Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.2-294-378, Τμήμα 15, Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, στο Παραλίμνι, ΠΩΕ 1153/
- Στις 29/07/2016, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητος, κατέθεσε στο Γραφείο του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου, σύμφωνα με τον Ν.9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015 Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ 988/
- Μαζί με την αίτησή του ο Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητος προσκόμισε Βεβαίωση από τον πωλητή για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης καθώς και διάφορες άλλες βεβαιώσεις που είχαν ζητηθεί, από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητο 1, από το Δήμο Παραλιμνίου, το Συμβούλιο Αποχετεύσεων και από το Τμήμα Φορολογίας. Η Αιτήτρια κατά/ή περί την 24/11/2016 παρέλαβε επιστολή από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, στον «ΤΥΠΟ ΙΕ», με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Αμμοχώστου προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου που βαρύνεται με την προς όφελος της Αιτήτριας - Εφεσείουσας εγγεγραμμένη Υποθήκη XXXXX/07, στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 1153/2008 και κατ' επέκταση με την εξάλειψη και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή της συγκεκριμένης υποθήκης. Ενημερωνόταν η Αιτήτρια - Εφεσείουσα ότι εάν επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή ή αίτηση για μεταφορά των Υποθηκών σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητης, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Την 24/01/2017 λήφθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου επιστολή της Αιτήτριας - Εφεσείουσας ημερ. 23/010/2017, με την οποία η Αιτήτρια -Εφεσείουσα υπέβαλλε την Ένσταση της για την μεταβίβαση του ακινήτου. Η Ένσταση εξετάστηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απόφαση του οποίου, ημερομηνίας 03/07/2017, απορρίφθηκε. Η απόρριψη της Ένστασης κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή του Διευθυντή Κτηματολογίου η οποία αποστάλθηκε στην Αιτήτρια με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για καλύτερη κατανόηση των υπό εξέταση θεμάτων θα πρέπει να γίνει ιστορική αναδρομή στο πως προέκυψαν οι συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου, οι οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας είναι αντισυνταγματικές. Με τον Ν.142(Ι)/14 εισήχθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, το Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών». Ακολούθησε ο Τροποποιητικός Νόμος, Ν.139(Ι)/2015, ο οποίος επεξέτεινε την προστασία αγοραστών με τα επίμαχα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, τα οποία πρόσθεσε στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου. Ακολούθησε η θέσπιση, από το Υπουργικό Συμβούλιο, των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π.298/15). Η ουσία των νέων αυτών άρθρων είναι πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία προβαίνει «σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή», άρθρο 44ΚΒ. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 44ΙΗ οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31/12/2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, επ' ονόματι του αγοραστή. Με την εισαγωγή των συγκεκριμένων άρθρων η διαδικασία καθορίστηκε ως ακολούθως: Με βάση το άρθρο 44ΙΘ η μεταβίβαση από τον Διευθυντή ενός ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σε αυτόν αίτησης, μεταξύ άλλων, από τον αγοραστή ή τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, άρθρο 44ΙΘ
(1). Οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65 αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις Ν.9/65 όταν: (α) έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης, είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό, άρθρο 44ΙΘ
(2)(α) ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, άρθρο 44ΙΘ
(2)(β). Ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Πρώτον, αν έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και δεύτερον, αν υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας, άρθρο 44Κ
(1). Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΕ την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης ενημερώνοντάς τον ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης, άρθρο 44ΚΒ
(1),
(2). Ο αγοραστής, πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη είτε έχει τερματισθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, άρθρο 44ΚΒ
(3), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, επίσης, να αιτηθεί όπως η Υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, άρθρο 44ΚΒ
(4). Καμία μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με φόρους ή τέλη, άρθρο 44ΚΓ. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί, επειδή έχει καταγραφεί ως λόγος Ένστασης από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 - Εφεσείοντες 2 και 3, ότι η παρούσα συνιστά ιδιωτική διαφορά αστικής φύσης, όπου η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προκύπτει από το άρθρο 80 του Κεφ.224 και αφορά καθαρά στην αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, βλ. μεταξύ άλλων Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 1143, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Κραμβιάς κ.α. ν. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. Στα πλαίσια αυτής του της δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ουσιαστική αναψηλάφηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ακολουθώντας τη διαδικασία που ακολουθεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία στον τομέα του διοικητικού δικαίου και εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, βλ. Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100. Κατά την εξέταση έφεσης στη βάση του άρθρου 80, το Επαρχιακό Δικαστήριο ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και η εξουσία του Δικαστηρίου, αντίθετα με το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, εκτείνεται όχι μόνο στην ακύρωση αλλά και στην εξουσία και ευχέρεια να υποκαταστήσει με την απόφαση του, την απόφαση του Διευθυντή, ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια στη βάση των επίδικων γεγονότων βλ. Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου κ.α. ν. Φίλιππου Αθανάση Φιλίππου, Πολ. Εφ. 366/11 ημερ. 06/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A388 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες Αθανάση ν. Χατζημάμα
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Δ.Δ.
- Μελετώντας τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων προκύπτει ότι και οι τρείς έχουν επικεντρωθεί στις εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/
- Το ερώτημα κατά πόσο τα προαναφερθέντα άρθρα είναι συνταγματικά ή όχι έχει απαντηθεί σε σωρεία πρωτόδικων αποφάσεων αλλά δεν έχει ακόμη αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Με βάση τη πάγια νομολογία οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 ως ακολούθως: «- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. - Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. - Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. -Η Δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315 στη σελίδα 339, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.». Αποτέλεσε λόγο έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση, η οποία λήφθηκε στη βάση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/65, παραβιάζει εν γένει το Άρθρο 23 του Συντάγματος, και όχι μόνο, γιατί επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμούς στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδει σ΄αυτή οποιανδήποτε δίκαια αποζημίωση. Ότι η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτή χρέος και/ή να εφαρμόσει τα συμβατικά της δικαιώματα, όπως προκύπτουν από το Έγγραφο της Υποθήκης, που συνιστά ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις και περιορισμοί γίνονται χωρίς οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολόγηση. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως ««εμπράγματο βάρος»» σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύει νόμου» το οποίο κατά την άποψη του Δικαστηρίου περιλαμβάνει και την υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.». Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω αναφερθείσας απόφασης προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του Άρθρου 23, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου στη παράγραφο 26 της γραπτής της αγόρευσης. Η θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας - Εφεσείουσας που πηγάζει από την επίδικη σύμβαση Υποθήκης καθότι η Αιτήτρια «δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία και ότι η αναφορά σε περιοριστικούς όρους στη χρήση ιδιοκτησίας οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση αλλά περιορισμό», παράγραφος 29 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου για τον Καθ΄ου η αίτηση - Εφεσίβλητο δεν με βρίσκει σύμφωνη για τους λόγους που θα εξηγήσω. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από την επίδικη υποθήκη και να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους συνιστά, κατά την κρίση μου, ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης η οποία, συνεπώς, απολήγει σε στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από την εν λόγω υποθήκη. Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και χωρίς την καταβολή σε αυτή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, ως θα έπρεπε να είχε γίνει, σε περίπτωση που η θέση του Διευθυντή ήταν ότι η απόφασή του επιτρέπεται δυνάμει του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος. Με την διαγραφή της επίδικης υποθήκης επί του υπό κρίση ακινήτου η Αιτήτρια αποστερείται της εξασφάλισης που είχε επί αυτού προς είσπραξη του λαβείν της. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η στέρηση αυτή γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων που θέτει το Άρθρο 23.3. Όπως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 23.3, τέτοιος περιορισμός δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που καθορίζονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημοσίων ηθών ή θέματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως προς προαγωγή της δημοσίας ωφέλειας. Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη του αγοραστή, ήτοι του Καθ΄ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παράκαμψε την σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Στην υπό κρίση περίπτωση ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητος με μια απλή έρευνα θα μπορούσε να ανακαλύψει την συγκεκριμένη επιβάρυνση επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238, εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν.139
(1)/15 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή, στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας, ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή, η οποία είναι μεταγενέστερη και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή, που είναι προγενέστερη της αγοράς. Το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, ανάγεται στο έτος 2007 ενώ του αγοραστή, του Καθ΄ου η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητου, στο έτος 2008. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας - Εφεσείουσας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων αφού αυτά είναι μεταγενέστερα. Όσον αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο Άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας στην Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημερ. 07/10/2014, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στις επίμαχες διατάξεις του Ν.139
(1)/2015 αλλά ούτε και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση και/ή προσδιορισμός λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Αντίθετα, εκείνο το οποίο προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου είναι ότι αυτός κατ' ουσίαν εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, αυτή των λεγομένων «εγκλωβισμένων αγοραστών» και όχι το σύνολο των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7,«το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών», όπως έγινε με τον Νόμο 139(Ι)/2015. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Νο. 8793/1979, ημερ. 21/02/1986, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα η δικηγόρος του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου, σελ. 15 της αγόρευσής της και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός, αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στο πλαίσιο του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Η συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου υποστήριξε ότι ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά τον Ν.139
(1)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές, σελ. 17 κ. ε. της αγόρευσης της, προσθέτοντας ότι η αποζημίωση οφείλεται «τότε μόνο αφού πρώτα αυτή καθοριστεί από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η αιτούσα/εφεσείουσα αποδείξει ότι υπέστη ουσιώδη οικονομική ζημιά», παράγραφος 23 της αγόρευσής της. Σε σχέση με το τελευταίο σχετικές είναι οι αποφάσεις Kirzis and others v. The Rep ublic of Cyprus
(1965)3 CLR 46 καθώς και η Lanitis Estates Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252, στις οποίες παρέπεμψε και η δικηγόρος της Δημοκρατίας στη παράγραφο 42 της αγόρευσής της. Παρατίθεται το ακόλουθο σχετικό, με τα υπό συζήτηση θέματα, απόσπασμα από την υπόθεση Lanitis (ανωτέρω): «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).». Η πιο πάνω θέση παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα χάνει την εξασφάλισή της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα επί περιουσίας η οποία μεταβιβάσθηκε σε τρίτο χωρίς αυτή να αντικατασταθεί. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη, σε τέτοια περίπτωση, οικονομικής ζημιάς. Στην Αιτήτρια - Εφεσείουσα οφείλεται σήμερα ένα ποσό της τάξεως των €360.894,08 πλέον τόκοι από την Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εφεσίβλητη και παρά το γεγονός αυτό ένα μέρος της εξασφάλισης του συγκεκριμένου χρέους θα αποδεσμευτεί χωρίς οποιοδήποτε αντιστάθμισμα αφού δεν υπάρχει άλλη περιουσία για να δεσμευτεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς η ανάγκη η οποία να δικαιολογεί παραβίαση και/ή παρέμβαση επί των περιουσιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας - Εφεσείουσας. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξή μου ότι οι επίμαχες διατάξεις στον Νόμο συνιστούν αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη επέμβαση σε περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και, ως τέτοιες, προσκρούουν στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραβίαση του Άρθρου 26 σε σχέση με το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως Αποτέλεσε λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Το Άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς (ή δεσμεύσεις), τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Η πλευρά της Αιτήτριας - Εφεσείουσας πρόβαλε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος για τους ακόλουθους λόγους: Παρεμβαίνει και στρεβλώνει τη βούληση της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη - Εφεσίβλητη 2 ως προς τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα καθώς και τη σύμβαση υποθήκης Υ2435/
- Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Εφεσίβλητης 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.
- Εκ των υστέρων τροποποιεί και/ή καταργεί συμβάσεις κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και/ή εξαλείφοντας και/ή ακυρώνοντας δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές.
- Κατεδαφίζει τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.
- Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Αποτέλεσε εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητο ότι η προστασία που προσφέρει το Άρθρο 26 του Συντάγματος αφορά μόνο στο δικαίωμα σύναψης μίας νόμιμης σύμβασης και δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα που δημιουργούνται από τη σύμβαση και ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος ο περιορισμός αυτός είναι νόμιμος καθότι γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Υποστήριξε την εισήγησή της με αναφορά στις αποφάσεις Πανεπιστήμιο Frederic κ. α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Υπ. Αρ. 1226/2010 ημερ. 20/12/2012, Harvest Capital Management Ltd v. Γεωργίου Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 και Χαραλάμπους κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω). Η πιο πάνω εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Με βάση τη σχετική με το θέμα Νομολογία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος περικλείει, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων και πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν με το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α, του Πολυβίου Γ. Πολυβίου, στη σελίδα 34, αναφέρεται ότι η κλασσική ανάλυση, με βάση κυρίως μελέτη πολλών σύγχρονων Συνταγμάτων και ακαδημαϊκών συγγραμμάτων, όσον αφορά το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει: την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου, την απόφαση προσχώρησης ή μη σε σύμβαση, την διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης. Στις αποφάσεις στις Αναφορές 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31/10/14, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)1 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από το Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.». Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί και στην Αναφορά 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26/1/2017 όπου αποφασίστηκε, από την πλήρη Ολομέλεια, ότι η στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, που επέρχεται με τη μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης παρέμβαση της Βουλής δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Κατά παρόμοιο τρόπο στην απόφαση στην Αναφορά 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 16/03/17, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι περιορισμός των συμβατικών δικαιωμάτων πιστωτικού ιδρύματος έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).». Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι προφανές ότι ο τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015 έχει επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων της σύμβασης υποθήκης, η οποία συνήφθηκε μεταξύ της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητης. Είναι δεδομένο ότι κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης υποθήκης ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επιλέξει τους όρους της Συμφωνίας τους και γνώριζαν με ακρίβεια τη φύση και τους όρους αυτής συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους όπως πήγαζαν από αυτή. Η Αιτήτρια - Εφεσείουσα, έχοντας, προφανώς, υπόψη ότι θα υπήρχε εξασφάλιση μέσω της υποθήκης προχώρησε στην παραχώρηση, προς την Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη, πιστωτικών διευκολύνσεων. Με τον τροποποιητικό Ν.139(Ι)/2015 ξεκάθαρα διαπιστώνεται παρέμβαση σε υφιστάμενη σύμβαση κατά τρόπο αντίθετο με τη βούληση των συμβαλλομένων, όπως αυτή εκφράστηκε κατά το στάδιο σύναψης της επίδικης σύμβασης, ήτοι το
- Κάποια παραδείγματα που ακολουθούν θεωρώ ότι είναι ενδεικτικά. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, παρέμβαση στους όρους 9 και 10 του Εγγράφου Υποθήκης που επισυνάπτεται αναφορικά με την υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητης να μην πωλήσει ή μεταβιβάσει ή επιβαρύνει το ακίνητο ή οποιοδήποτε μέρος αυτού χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας ενόσω εκκρεμούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Αζά που συνοδεύει την Αίτηση. Επιπλέον, εξαλείφεται το δικαίωμα της Αιτήτριας, το οποίο απορρέει από τον όρο 11 της Υποθήκης, να πωλήσει ολόκληρο και αυτούσιο το ενυπόθηκο ακίνητο προς ικανοποίηση των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση 2- Εφεσίβλητης. Εν ολίγοις, καταργούνται τα δικαιώματα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση να διατηρεί την επίδικη υποθήκη ως ασφάλεια και ή εξασφάλιση για τα χρέη και ή οφειλές της Καθ' ης η Αίτηση 2 Εφεσίβλητης. Ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις της σύμβασης που συνήψε με την Αιτήτρια, χωρίς να έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς αυτήν. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη μίας εκ των υστέρων παρέμβασης αλλά και στρέβλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων μέσω της εξάλειψης και ή αφαίρεσης από την Αιτήτρια των δικαιωμάτων της όπως αυτά απορρέουν από την επίδικη Σύμβαση και, συνακόλουθα, διαφοροποίηση της πορείας της συμβατικής της σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο, την Καθ΄ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη. Στο Άρθρο 26 δεν προβλέπεται περιορισμός στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατά δεύτερο, η υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Tamasiou (ανωτέρω) στην οποία έγινε αναφορά διαφοροποιείται εφόσον το Άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα ισχύ. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου ουδεμία αναφορά γίνεται σε δημόσιο συμφέρον ή σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ παρά μόνο γίνεται αναφορά σε αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών. Ούτε, βεβαίως, μπορεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις ουσιαστικά εκθεμελιώνουν την σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητης παραβιάζοντας το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Παραβίαση του Άρθρου 25 για την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος κ.τ.λ Το Άρθρο 25 του Συντάγματος αναφέρεται στο δικαίωμα που κάθε πρόσωπο έχει να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία αλλά και στους όρους και περιορισμούς του δικαιώματος αυτού. Από πλευράς Αιτήτριας - Εφεσείουσας προβλήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση παραβιάζεται, μεταξύ άλλων, και το Άρθρο 25 του Συντάγματος, ήτοι το δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, όπως αυτή θεωρεί σωστή μέσα στο πλαίσιο του Νόμου και με σκοπό την κερδοφορία και καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλομένων στην Αιτήτρια ποσών στη βάση των υποθηκών καθότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις του Νόμου επιβάλλουν, όπως υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, αδικαιολόγητα, περιορισμούς στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Αιτήτριας χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 25.2 του Συντάγματος. Δεν έχω διαπιστώσει τα επίδικα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ να εμποδίζουν την Αιτήτρια να οργανώνει ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα ή να ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα ή να ακυρώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επαγγελματική της ελευθερία. Ειδικότερα, κανένα εμπόδιο δεν προκαλείται στις αποφάσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τις δανειοδοτήσεις ή τη λήψη εξασφαλίσεων σε σχέση με δάνεια που παραχωρεί ή γενικότερα την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με βάση τη συνήθη τραπεζική πρακτική. Εν ολίγοις δεν καταδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος ή επικερδούς επιχείρησης από τα εν λόγω άρθρα, ενώ η όποια πιθανή επίδραση δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, άμεση. Άρθρο 30 του Συντάγματος - Προσφυγή στο Δικαστήριο - Παράβαση Αρχής Διάκρισης Εξουσιών Ως γνωστό η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Κυπριακό Σύνταγμα και αποκλείει την ανάληψη και άσκηση εξουσίας έξω από τη σφαίρα αρμοδιοτήτων της καθεμιάς από τις τρεις εξουσίες. Το δε Άρθρο 30 του Συντάγματος του οποίου τις πρόνοιες επικαλείται η Αιτήτρια - Εφεσείουσα προνοεί ότι «Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος.». Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Καλλένου ότι η απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου επεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο και ανατρέπει τη δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ.XXXXX/09 Ε. Δ. Αμμοχώστου που εκδόθηκε στις 02/04/2012, με την οποία διατάζετο η εκποίηση της υποθήκης που αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Υποστήριξε ότι αποκλειστική αρμοδιότητα για αποφάσεις περί περιουσιακών και ή συμβατικών και ή αστικών διαφορών έχει το Δικαστήριο και όχι οποιαδήποτε μη δικαστική αρχή, όπως ο Διευθυντής Κτηματολογίου του οποίου η απόφαση δεν μπορεί να ανατρέπει, τροποποιεί ή καθιστά ανεφάρμοστη ή μη εκτελέσιμη προγενέστερη και υφιστάμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Προωθεί τη θέση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ εκχωρεί κατά παράβαση του Συντάγματος δικαστική εξουσία στον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εφεσίβλητο. Χωρίς να το αποφασίζω τελεσίδικα ενόψει του ότι οι προηγούμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου έχουν ήδη καθορίσει και προδιαγράψει την έκβαση της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους Λόγους Έφεσης στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, δεν θεωρώ ότι έχει, με βάση τις επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες, εκχωρηθεί στον Διευθυντή δικαστική εξουσία. Εν πάση περιπτώσει και, διευκρινίζω, χωρίς να αποφασίζεται το εν λόγω ζήτημα θα επεσήμανα απλώς υπό μορφή προβληματισμού ότι η απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση εμπράγματου βάρους όπως υποθήκης είναι γενικότερα εξουσίες που παραχωρούνται και ή αρμόζουν στη θέση του Διευθυντή Κτηματολογίου. Με άλλα λόγια, φαίνεται αυτές οι ενέργειες να αφορούν σε ενέργειες διοικητικής φύσεως και ουχί άσκηση δικαστικής εξουσίας ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παρέμβαση στο έργο της δικαστικής εξουσίας. Όμως στη περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση αδιαμφισβήτητα δεν μπορεί να παραγνωρίζεται από τον Διευθυντή Κτηματολογίου. Καταγράφονται ως λόγοι ένστασης, από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, ότι η Αίτηση - Έφεση είχε καταχωριστεί εκπρόθεσμα, εκτός των 30 ημερών που προβλέπει το άρθρο 51 του Ν.9/
- Οι συγκεκριμένοι λόγοι έχουν προβληθεί με γενικότητα. Όσο αφορά την ταχθείσα από το άρθρο 51 προθεσμία δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση αλλά αντίθετα φαίνεται να υπάρχει συμμόρφωση αφού η απορριπτική απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου είχε σταλεί την 03/07/2017 και η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση είχε καταχωριστεί στις 28/07/2017, δηλαδή 25 μέρες μετά. Κατάληξη Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίμαχα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.139(Ι)/2015 επί των οποίων βασίζεται η Ειδοποίηση του Διευθυντή ημερ.24/11/2016 και η απόρριψη της Ένστασης ημερ. 03/07/2017 οι οποίες επιτρέπουν τη διαγραφή και ή εξάλειψη και ή ακύρωση τα ης υποθήκης XXXXX/07 επί του επίδικου ακίνητου Τεμάχιο XXXXX, Φ./Σχ.2-294-378, Τμήμα 15, Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, στο Παραλίμνι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, η σχετική Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου θα πρέπει να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο η Ειδοποίηση και/ή Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητου 1 ημερ. 24/11/2016 ακυρώνεται ως η παράγραφος (Α) της Αιτήσεως. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια - Εφεσείουσα δικαιούται στα έξοδα της. Οι Καθ΄ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο