← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΣΕΥΩΝ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ με Διαχειριστή τον Φιλίππου), Αρ. Αγωγής: 151/21, 19/4/2022

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΣΕΥΩΝ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ με Διαχειριστή τον Φιλίππου), Αρ. Αγωγής: 151/21, 19/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 151/21 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΣΕΥΩΝ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ Ενάγοντες και AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ με Διαχειριστή τον XXXXX Φιλίππου) Εναγομένη ------ Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2022 Eμφανίσεις: Για την Ενάγοντες/αιτητές: κα Παπαευσταθίου για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ε. Σάββα, για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 29/6/2021) Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές» αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, στο εξής καλούμενων «οι καθ' ων η αίτηση». Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηχρίστου η οποία ως αναφέρει κατέχει τη θέση του Λογιστή έχοντας την ευθύνη μεταξύ άλλων για την οργάνωση διοίκηση και αποτελεσματική λειτουργία του λογιστηρίου για την εφαρμογή της Νομοθεσίας, για την είσπραξη των φόρων, τελών και δικαιωμάτων για λογαριασμό των αιτητών καθώς και για όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την είσπραξη των εν λόγω φόρων και τελών, για την έκδοση αποδείξεων καθώς και για την άμεση και ορθή καταχώρηση τους στα αντίστοιχα λογιστικά βιβλία. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ενώ επίσης αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι σε θέση λόγω και της ιδιότητας της στους αιτητές να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Καθ' όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης αναφέρει ότι έχει λάβει τη συμβουλή των δικηγόρων των αιτητών. Ως η ομνύουσα αναφέρει η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, αλλά όπως υποστηρίζει δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο διότι τα θέματα που αφορούν την εγκυρότητα ή και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης με την οποία οι αιτητές επέβαλαν τα αποχετευτικά τέλη, αποτελούν θέματα τα οποία το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει και να αποφασίσει. Υποστηρίζει δε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης είναι για καθυστέρηση της διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα γεγονότα είναι ως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης των αιτητών και περαιτέρω αναφέρει ότι:

  1. Οι αιτητές είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και η ίδρυση, η λειτουργία και η εξουσία τους διέπεται από τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 και τους Περί Αποχετεύσεως Αγίας Νάπας Κανονισμούς.
  2. Οι αιτητές είναι υπεύθυνοι για την εγκατάσταση, συντήρηση και λειτουργία του κεντρικού αποχετευτικού συστήματος επεξεργασίας λυμάτων της Αγ. Νάπας και έχουν εξουσία με βάση το Νόμο να επιβάλλουν στους ιδιοκτήτες και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στα όρια της περιοχής του, οι οποίοι εξυπηρετούνται από τα συστήματα αποχετεύσεων λυμάτων ή επωφελούνται από τα έργα αυτά, τέλη και δικαιώματα καθώς και επιβαρύνσεις λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης τους.
  3. Οι καθ' ων η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία τελεί υπό διαχείριση δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης που συστάθηκε επί της περιουσίας της με διαχειριστή τον XXXXX Φιλίππου.
  4. Οι καθ΄ων η αίτηση οφείλουν να καταβάλουν στους αιτητές αποχετευτικά τέλη περιλαμβανομένης και της πρόσθετης επιβάρυνσης, η οποία επιβάλλεται βάσει του Νόμου Περί Αποχετεύσεως Συστημάτων και Κανονισμών λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης, για την ακίνητη ιδιοκτησία που αναφέρεται στην παρ. 11 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση και η οποία βρίσκεται μέσα στην κηρυχθείσα περιοχή του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας και επωφελείται και εξυπηρετείται από το Κεντρικό Αποχετευτικό Σύστημα Επεξεργασίας Λυμάτων του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Αγίας Νάπας.
  5. Βάσει του αρχείου που τηρείται στο Λογιστήριο, οι καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τον καθορισμό και την επιβολή των τελών αποχέτευσης, οφείλουν να καταβάλουν στους αιτητές το συνολικό ποσό των €382,660.70 για τα έτη 2010-2020 για τα οποία οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν τις συγκεκριμένες οφειλές ως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και στα συνημμένα τεκμήρια και δημοσιεύθηκαν δεόντως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κατά τα ως άνω αναφερόμενα έτη και παραπέμπει στις σχετικές ΚΔΠ (βλ. Τεκμήριο 3).
  6. Οι Διοικητικές αποφάσεις των αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών δεν έχουν αμφισβητηθεί και προσβληθεί δικαστικά από τους καθ' ων η αίτηση και συνεπώς περιβάλλονται από το αμάχητο τεκμήριο της νομιμότητας, λόγω της παρόδου της προβλεπόμενης εκ του Συντάγματος προθεσμίας για άσκηση προσφυγής με αποτέλεσμα η εγκυρότητα και ορθότητα τους να μην μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί και να αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο δεν είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να προχωρήσει σε αυτό τον έλεγχο.
  7. Οι αιτητές απέστελλαν κάθε χρόνο στους καθ' ων η αίτηση σχετικές καταστάσεις λογαριασμού και οι τελευταίοι όφειλαν να προβαίνουν στην εξόφληση τους εντός καθορισμένης προθεσμίας.
  8. Οι αιτητές στις 7/8/2020 απέστειλαν στους καθ' ων η αίτηση επιστολή (βλ. Τεκμήριο 4) με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 10 ημερών εξοφλήσουν το ποσό που αφορούσε τα τέλη αποχέτευσης για τα έτη 2010-2012 και 2014-
  9. Οι καθ' ων η αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με αποτέλεσμα οι αιτητές να αποστείλουν την επιστολή ημερ. 12/1/21 με την οποία καλούσαν τους καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν το συνολικό ποσό των €327.518,55 για την περίοδο 1/1/2010 μέχρι 31/12/2012 και για την περίοδο από 1/1/2014 μέχρι 31/12/20 καθώς και το ποσό των €43.690,83 ως πρόσθετη επιβάρυνση, και η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των καθ' ων η αίτηση στις 29/1/21 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6).
  10. Ακολούθως οι καθ' ων η αίτηση μέσω των δικηγόρων τους ζήτησαν την αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού και οι αιτητές μέσω των δικηγόρων τους τις απέστειλαν εκ νέου, με την επιστολή τους ημερ. 10/2/2021 (βλ. Τεκμήριο 7), χωρίς όμως να υπάρχει αναπόκριση προς εξόφληση.
  11. Οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν το ποσό των €371.209,38 που αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 12/1/2021 και συνεπώς σήμερα οφείλουν το ποσό των €382.660,70 συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης επιβάρυνσης που επιβάλλεται δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης εξ ου και το ποσό που αξιώνεται είναι διαφορετικό από το ποσό που απαιτήθηκε με την επιστολή 12/1/
  12. Η απόφαση των αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο ούτε ανακλήθηκε ή αναστάληκε και έτσι η απόφαση των αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών βρίσκεται σε ισχύ. Στη βάση όλων των ανωτέρω αξιώνει την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση με έξοδα σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία κινείται γύρω από 3 άξονες, αφού ως φαίνεται η εισήγηση περί έλλειψης κατά τόπον αρμοδιότητας δεν προωθήθηκε τελικώς. Ο πρώτος αφορά τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη (βλ. λόγους ένστασης 6,7 και 10). Ο δεύτερος άξονας γύρω από τον οποίο κινείται η ένσταση αφορά το ζήτημα της υπεράσπισης όπου ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση και αποκαλύπτουν θέματα ή γεγονότα που δύνανται να διαπιστωθούν αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή μαρτυρίας ή και διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας και τα οποία είναι αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι αμφισβητούν το ύψος της απαίτησης και υποστηρίζουν ότι παράνομα οι αιτητές προέβησαν σε υπερχρέωση στα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα τέλη. (βλ. λόγοι ένστασης 2-5) Ο τρίτος άξονας γύρω από τον οποίο κινείται η ένσταση αφορά ζήτημα κακοπιστίας και κατάχρησης καθώς και ζήτημα παραβίασης του Συντάγματος (βλ. λόγο ένστασης 8- 9) Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Φιλίππου εγγεγραμμένου λογιστή/ελεγκτή ο οποίος προβαίνει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη Διαχειριστή των καθ' ων η αίτηση και δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Περαιτέρω αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται ενόψει της ιδιότητας του. Ο ομνύσας στην ουσία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης, και αρνείται τους ισχυρισμούς της ομνύουσας για τους αιτητές. Υποστηρίζει ότι η ομνύουσα για τους αιτητές δεν είναι πρόσωπο κατάλληλο και ικανό για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και να ορκισθεί θετικά για το ποσό της επίδικης οφειλής και πως η ένορκη δήλωση της δεν περιέχει τα απαραίτητα γεγονότα για θεμελίωση της αξίωσης. Όπως υποστηρίζει η ένορκη δήλωση μπορεί μεν να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, αλλά πρέπει να περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Όπως υποστηρίζει από την ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που επισυνάπτει η ομνύουσα για τους αιτητές και πιο συγκεκριμένα το Τεκμήριο 2 που αφορά την κατάσταση λογαριασμού των καθ' ων η αίτηση, πηγή των πληροφοριών της για το θέμα αυτό αποτελεί το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο έχει ετοιμαστεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν προσυπογράφεται από κανένα λειτουργό των αιτητών ούτε και συνοδεύεται από σφραγίδα των αιτητών ως απαιτείται από τον Νόμο. Είναι ως υποστηρίζει ξεκάθαρο ότι η οποιαδήποτε γνώση της ενόρκως δηλούσας βασίζεται σε πληροφορίες που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν αποτελεί γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά, αλλά αντιθέτως γνώση που βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που δόθηκαν από άλλους. Επίσης αναλύει τις θέσεις του όσον αφορά την υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση στην αγωγή που αφορούν το ύψος του ποσού που επιβλήθηκε ως τέλη, τον τρόπο του υπολογισμού του, το ότι περιλαμβάνει αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις τόκους, επιπρόσθετες επιβαρύνσεις, και έξοδα τα οποία, ως η θέση του παράνομα επιβαρύνουν το υπόλοιπο σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω ζητεί την απόρριψη τη αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών επικαλούμενος παράλληλα κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς αιτητών και παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση αν εκδοθεί απόφαση χωρίς να ακουστούν επί της ουσίας των θέσεων τους. Η Νομική Πτυχή Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι οι εξής:
  13. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  14. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  15. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides (ανωτέρω)). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με απλά λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ στην εξέταση της αίτησης. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω πως στην προκειμένη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση με τους λόγους ένστασης που εγείρουν, στην ουσία αμφισβητούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης και η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη (βλ. λόγους ένστασης 6,7 και 10) και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έχουν καλές υπερασπίσεις στην αγωγή (βλ. λόγους ένστασης 2 -5) ενώ με τους λόγους ένστασης 8 και 9 εγείρουν ζήτημα κακοπιστίας και κατάχρησης καθώς και ζήτημα παραβίασης του Συντάγματος. Αρχίζοντας από το ζήτημα του παράτυπου της αίτησης σημειώνω ότι η αίτηση βασίζεται στη Δ.18, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και τεκμήρια δεόντως πιστοποιημένα και επομένως κρίνω τους σχετικούς λόγους ένστασης ανεδαφικούς. Προχωρώντας τώρα στο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω ότι το κλητήριο είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Επομένως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω, πληρούνται. Εξ άλλου τούτο δεν αμφισβητείται. Ό,τι αμφισβητείται είναι τρίτη προϋπόθεση που αφορά το ζήτημα του εάν η ομνύουσα μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται. Αρχίζω την εξέταση του ζητήματος αυτού σημειώνοντας κατ' αρχάς ότι η ομνύουσα για τους αιτητές σαφέστατα ανέφερε στην ένορκη της δήλωση, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, θέση η οποία θεωρώ ότι παρέμεινε αλώβητη μετά την καταχώρηση της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, αφού με αυτήν οι καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη η ομνύουσα για τους αιτητές, αλλά ισχυρίζονται πως δεν είναι πρόσωπο κατάλληλο και ικανό για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και να ορκισθεί θετικά για το ποσό της επίδικης οφειλής. Όπως υποστηρίζει ο ομνυσας για τους αιτητές η ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει αλλά πρέπει να περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Όπως υποστηρίζει από την ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που επισυνάπτει η ομνύουσα για τους αιτητές και πιο συγκεκριμένα το Τεκμήριο 2 που αφορά την κατάσταση λογαριασμού των καθ' ων η αίτηση, η πηγή των πληροφοριών της για το θέμα αυτό αποτελεί το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο έχει ετοιμαστεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν προσυπογράφεται από κανένα λειτουργό των αιτητών ούτε και συνοδεύεται από σφραγίδα των αιτητών ως απαιτείται από τον Νόμο. Είναι ως υποστηρίζει ξεκάθαρο ότι η οποιαδήποτε γνώση της ενόρκως δηλούσας βασίζεται σε πληροφορίες που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν αποτελεί γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά αλλά αντιθέτως γνώση που βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που δόθηκαν από άλλους. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω το ζήτημα αυτό, εν τη εννοία πάντα της Δ.
  2. Θ. 1, σημειώνω τα εξής. Η κα XXXXX Χατζηχρίστου δηλώνει ότι είναι υπάλληλος του αιτητή κατέχοντας τη θέση του Λογιστή και έχοντας την ευθύνη μεταξύ άλλων για την οργάνωση, διοίκηση και αποτελεσματική λειτουργία του λογιστηρίου, την εφαρμογή του Νόμου, την είσπραξη φόρων, τελών και δικαιωμάτων καθώς και για την έκδοση σχετικών αποδείξεων και καταχώρηση τους στα σχετικά βιβλία. Γνωρίζει δε ως αναφέρει προσωπικά τα γεγονότα λόγω αυτής ακριβώς της θέσης και ιδιότητας της στους αιτητές. Στη Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1113 στη σελίδα 1119, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αναφορά στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 K.B. 1253[1] στην οποία κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση συμμορφούτο προς τις απαιτήσεις του κανόνα, υπό περιστάσεις όπου η ένορκη δήλωση είχε ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της αιτήτριας εταιρείας, ο οποίος περιέγραφε τον εαυτό του σαν υπάλληλό της και έλεγε ότι είναι γνώστης των γεγονότων. (Βλ. και Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελδία 1055, όπου επίσης γίνεται αναφορά στην αγγλική Pathe Freres Cinema Ltd). Βέβαια δεν μου διαφεύγει ότι η ομνύουσα δεν φαίνεται να συμμετείχε στην απόφαση επιβολής των τελών. Όμως δεν θεωρώ ότι αυτό είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο μοιραίο για την υπό κρίση αίτηση. Και τούτο διότι ως είναι καλά νομολογημένο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782) το ζήτημα του εάν ένα πρόσωπο μπορεί να ορκισθεί θετικά και να επαληθεύσει την αξίωση, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ στα πλαίσια αυτά πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στην πιο πάνω υπόθεση η φύση της αξίωσης αφορούσε οφειλή που πήγαζε από τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στον πρωτοφειλέτη με την εγγύηση της εφεσείουσας. Η ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης δεν ανέφερε κατά πόσο ο ομνύσας είχε σχέση με την διακίνηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη ή με την κατάσταση του λογαριασμού του ή με την ετοιμασία του, προσυπογράφετο δε από άλλους λειτουργούς. Κρίθηκε εκεί πως ο ενόρκως δηλών δεν ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά. Στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η αξίωση αφορά σε οφειλή που πηγάζει από την επιβολή αποχετευτικών τελών που επεβλήθη από τους αιτητές οι οποίοι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Το ότι οι αιτητές αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν αμφισβητήθηκε και είναι σαφές και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η επιβολή αποχετευτικών τελών από τους αιτητές αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που υπόκειται σε έλεγχο στη βάση του Συντάγματος (βλ. Kanika Hotels Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού
(1996)3 Α.Α.Δ. 169 και ΕΟΕ Tourist Enterprises Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2000)3 Α.Α.Δ 441). Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς μιας τέτοιας απόφασης, μπορεί να γίνει μόνο με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου. Επομένως για τους σκοπούς της παρούσας πολιτικής διαδικασίας δεν μπορεί να συζητηθεί ο,τιδήποτε πέραν του εάν επιβλήθηκαν τα σχετικά τέλη, και του εάν η επιβολή τους έχει ακυρωθεί ή εξοφληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η επιβολή των τελών δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία, αφού οι προβαλλόμενες, από τους καθ' ων η αίτηση, θέσεις αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του αξιούμενου ποσού και εν γένει το ύψος και τις κατά τις θέσεις τους παράνομες χρεώσεις ή και τόκους που περιλαμβάνει. Ούτε όμως και προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση ότι η επιβολή των σχετικών τελών ακυρώθηκε ή εξοφλήθηκε ή αναστάληκε. Επομένως η θέση ότι η ομνύουσα για τους αιτητές δεν ήταν πρόσωπο κατάλληλο για να ορκισθεί θετικά για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εξ άλλου στην Κυριάκου v. Αναστασίου στην οποία παρέπεμψα και πιο πάνω λέχθηκε ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Στην προκειμένη περίπτωση η ομνύουσα αναφέρεται σε κατάσταση λογαριασμού και την επισυνάπτει σε πλήρη συμμόρφωση με την επιταγή της ως άνω νομολογίας, επιβεβαιώνοντας χωρίς αμφιβολία την αξίωση των αιτητών. Στη δε υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd και άλλοι v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795 λέχθηκαν τα εξής: Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη είχε αποσείσει το δικό της βάρος απόδειξης αναφορικά με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1 συνάδει με τη νομολογία που έχουμε αναφέρει αφού (α) η αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, (β) οι εφεσείοντες καταχώρισαν εμφάνιση και (γ) η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από υπάλληλο της εφεσίβλητης ο οποίος, λόγω της θέσης του, ήταν σε θέση να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του έκδηλα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της τρίτης προϋπόθεσης της Δ.18 θ.
  1. Η επί του προκειμένου, επομένως, απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθόλα σωστή και ως απάντηση στην επιχειρηματολογία των εφεσειόντων αναφορικά με τη μη επισύναψη στην αίτηση της κατάστασης για το δάνειο τακτής προθεσμίας - θέμα το οποίο αποτελεί και τον έκτο λόγο έφεσης - παραπέμπουμε στην επισήμανση που έγινε από το Δικαστή (τότε) Αρτεμίδη στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω), ότι η επισύναψη οποιωνδήποτε εγγράφων στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν είναι αναγκαία. Τέλος, σ' ότι αφορά την υπόλοιπη επιχειρηματολογία των εφεσειόντων για τον πρώτο λόγο έφεσης, απλώς να παρατηρήσουμε ότι είναι εκτός πλαισίου των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη Δ.18 θ. 1 και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με αυτή, αλλά περιορίστηκε να εξετάσει κατά πόσο όντως η εφεσίβλητη ικανοποίησε τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  2. Εν ολίγοις και με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη θετικής γνώσης από πλευράς της ομνύουσας για τους αιτητές, η οποία έχει προσφέρει επίσης θετική μαρτυρία ως προς το ότι όντως επιβλήθηκαν τα σχετικά τέλη, δημοσιεύθηκαν και κοινοποιήθηκαν στους καθ' ων η αίτηση. Εξ άλλου αυτή καθ' αυτή η επιβολή των τελών δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό και συγκεκριμένο τρόπο, αλλά ως ήδη είπα ό,τι αμφισβητείται είναι ο τρόπος υπολογισμού και το ύψος του αξιούμενου ποσού και οι χρεώσεις/τόκοι/επιβαρύνσεις που κατ' ισχυρισμόν περιλαμβάνει. Έχοντας καταλήξει ότι η αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι έχουν πλέον και το σχετικό βάρος απόδειξης στους ώμους τους (βλ. Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελ. 1056), έχουν καταδείξει ότι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σημειώνω πως μέσα από τους λόγους ένστασης προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν το ύψος του ποσού που επιβλήθηκε ως τέλη, τον τρόπο υπολογισμού του, το ότι περιλαμβάνει αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις τόκους, επιπρόσθετες επιβαρύνσεις και έξοδα τα οποία, ως η θέση τους παράνομα επιβαρύνουν το υπόλοιπο σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Οι αιτητές διατείνονται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τέτοια ζητήματα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εφόσον οι αιτητές αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οι αποφάσεις του αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις που υπόκεινται σε προσφυγή με αποτέλεσμα να αποκλείεται το Επαρχιακό Δικαστήριο από την εξέταση ζητημάτων που αφορούν την ορθότητα ή και τη νομιμότητα της απόφασης των αιτητών και έχουν δίκαιο (βλ. Kanika Hotels Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού
(1996)3 Α.Α.Δ. 169 και ΕΟΕ Tourist Enterprises Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2000)3 Α.Α.Δ 441). Με δεδομένο λοιπόν ότι οι επιβολή των τελών που απαιτούνται συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη με βάση και την ανωτέρω νομολογία στην οποία παρέπεμψα, η οποία δεν φαίνεται να προσβλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα της, ούτε και έχει τεθεί ισχυρισμός ότι έχει ακυρωθεί, ή ανακληθεί, ή ανασταλεί δεν απομένει ο,τιδήποτε προς εξέταση από το Επαρχιακό Δικαστήριο, πλην της υπεράσπισης της εξόφλησης, την οποία εν πάση περιπτώσει οι καθ' ων η αίτηση δεν επικαλούνται. Το ότι η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» προκύπτει με ευκρίνεια μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155). Σχετική παραπομπή μπορεί να γίνει και στην Takis Ρ. Markides Ltd. ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431-1432, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 231, "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη (ρύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο."» Στην υπόθεση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ v. Δήμου Στροβόλου Πολ. Εφ. 348/2010 ημερ. 11/7/2014, ECLI:CY:AD:2014:A520 λέχθηκαν τα εξής: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9). Η πιο πάνω νομική προσέγγιση απλοποιεί και την κατάληξή μας σε σχέση με τους υπό αναφορά λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίων είναι αναπόφευκτη. Οι Εφεσείοντες στόχευαν, μέσω του διαγραφέντος δικογράφου τους, στην αμφισβήτηση, ουσιαστικά, της απόφασης των Εφεσιβλήτων για επιβολή τέλους θεάματος και ανάλογης επιβάρυνσης. Επιχείρησαν ένδικη ανατροπή διοικητικής πράξης, υπερφαλαγγίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατ΄ακολουθία του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης. Μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι ακύρωσης ή ανάκλησής της. Η υπό εξέταση ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Ως απόρροια, συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα και παρείχε, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των οφειλόμενων τελών. Αξίωση χρηματικής μεν μορφής, η οποία όμως στηριζόταν σε προηγηθείσα διοικητική πράξη.» Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταφέρει να αποσείσουν το σχετικό βάρος που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μετατέθηκε στους δικούς τους ώμους, για να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση ή γεγονότα τέτοια που να μπορούν να τους δώσουν δικαίωμα να υπερασπιστούν. Ως προς τους ισχυρισμούς τους περί κατάχρησης και κακοπιστίας κρίνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί στερούνται υποβάθρου και ερείσματος και συνεπώς κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι. Ως προς την εισήγηση περί παραβίασης του Συντάγματος σημειώνω ότι με δεδομένο ότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί τόσο για την απόδειξη της αξίωσης των αιτητών και των προϋποθέσεων της Δ.18 όσο και για τη μη ύπαρξη υπεράσπισης που θα μπορούσε να προωθηθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, αν αυτή αφηνόταν να προχωρήσει, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Συντάγματος. Κατάληξη Συνακόλουθα κρίνω πως η παρούσα είναι περίπτωση ξεκάθαρη, όπου οι καθ' ων η αίτηση αδιαμφισβήτητα δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή, και συνεπώς καταλήγω πως η παρούσα είναι περίπτωση κατάλληλη και πρέπουσα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €382,660.70 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής ήτοι από 27/4/2021 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της υπό κρίση αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ)........... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] (η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.