← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Αρέστη, Αγωγή αρ. 107/2021, 20/4/2022

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Αρέστη, Αγωγή αρ. 107/2021, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 107/2021 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόντων και XXXXX XXXXX Αρέστη Εναγόμενου Και Μεταξύ XXXXX XXXXX Αρέστη Δι' ανταπαιτήσεως Ενάγοντα Και

  1. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
  2. Κolokasides Developers-Constructions Ltd ---------------- Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο/αιτητής: κ. Αντώνης Γεωργίου, για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: κα Ραφαλέλα Ανδρέου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 2/12/21 διαγραφή) Με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής/εναγόμενος στην αγωγή αιτείται τη διαγραφή μέρους της παραγράφου 18(α) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και συγκεκριμένα του ακόλουθου μέρους αυτής: «. και δεν μπορεί ένα δάνειο να διαγραφεί γιατί ο πατέρας του εναγόμενου εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα Ενάγοντα κ. XXXXX Αρέστη, προήδρευε της Επιτροπής η οποία διερεύνησε τις συνθήκες κατάρρευσης του Συνεργατισμού και εξέδωσε και σχετικό πόρισμα αποδίδοντας ευθύνες.» Ο λόγος για τον οποίο ζητείται η διαγραφή εδράζεται στο ότι σύμφωνα πάντα με τον αιτητή αυτή είναι προσβλητική ή και απρεπής ή και μη αναγκαία ή και είναι ενοχλητική ή και σκανδαλώδης ή και τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής ή και να επισκιάσει την υπόθεση του εναγόμενου προκαλώντας του βλάβη ή και δεν αποτελεί καμία απάντηση ή υπεράσπιση σε ισχυρισμό στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση ή και δεν αποτελεί καν ισχυρισμό, αλλά αντίθετα δυσφημιστικό ουσιαστικά υπονοούμενο ή και επιχειρηματολογία ή και θέση παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα της αγωγής και ως τέτοια δεν μπορεί να παραμείνει, αφού στερείται νομικού ή και πραγματικού ερείσματος ή και διότι προκαλεί αμηχανία ή και δυσμενείς εντυπώσεις ή και προκατάληψη σε βάρος του αιτητή. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.
  3. Θ. 26 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του XXXXX Αρέστη εναγόμενου/αιτητή ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους για τους οποίους ζητεί τη διαγραφή της πιο πάνω παραγράφου, θεωρώντας ότι είναι δυσφημιστική και υποστηρίζοντας ότι αφορμή για τη συμπερίληψη της στην απάντηση στην υπεράσπιση αποτελεί το γεγονός ότι ο πατέρας του εναγόμενου XXXXX Αρέστη, πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προήδρευε της επιτροπής που ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατάρρευσης του Συνεργατισμού αποδίδοντας ευθύνες στους υπαίτιους για αυτή την κατάρρευση σύμφωνα με το σχετικό πόρισμα που εκδόθηκε. Ως αναφέρει η αναφορά της οποίας ζητείται η διαγραφή αποτελεί δήθεν απάντηση στον ισχυρισμό του στην παρ. 21 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, όπου ισχυρίζεται τα εξής:
  4. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου - εξ ανταπαιτήσεως εναγόντος ότι ο μοναδικός λόγος πού ανακίνησαν το Θέμα οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγομένοι 1 με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εν έτει 2021 είναι διότι, ο πατέρας του Εναγομένου - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντος κ. XXXXX Αρέστη, προέδρευσε της επιτροπής η οποία διερεύνησε τις συνθήκες κατάρρεύσης του Συνεργατισμού και εξέδωσε και σχετικό πόρισμα αποδίδοντας ευθύνες. Οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι επί τη βάσει αλλότριων σκοπών ή και εκδικητικά στη βάση συμπερασμάτων εκ του εν λόγω πορίσματος ή και συνεπεία των αναφορών αυτού ανακίνησαν το παρόν ζήτημα. Για τα θέματα αυτά ο Εναγόμενος - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντας Θα ισχυριστεί ότι κίνησε την αγωγή αρ. 931/21 του E.Δ. Λευκωσίας στο περιεχόμενο της οποίας επιφυλάσσεται να αναφερθεί εκτενώς κατά τη δικάσιμο. Ως περαιτέρω ισχυρίζεται ο εναγόμενος με μια απλή αντιπαραβολή της παραγράφου 21 του δικού του δικογράφου με την πιο πάνω επίμαχη αναφορά από πλευράς Καθ' ων η αίτηση, καταδεικνύεται ότι αυτή καμία σχέση έχει ούτε αποτελεί σε καμία περίπτωση απάντηση ή υπεράσπιση στον εκ μέρους του ανταπαιτητικώς προωθούμενο ισχυρισμό. Είναι δε η θέση του ότι η επίμαχη αναφορά από πλευράς Καθ' ων η αίτηση: i. Αποτελεί αναφορά που είναι περιττή, σκανδαλώδης και που τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. ii. Αποτελεί αναφορά που τείνει να προκαλέσει βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. iii. Δεν αποτελεί καν ισχυρισμό παρά μόνον δυσφημιστικό υπονοούμενο εις βάρος του υποφαινομένου αλλά και του πατέρα μου ότι δηλαδή τάχα επιθυμώ, μέσω του πατέρα μου, διαγραφή ισχυριζόμενων δανειακών υποχρεώσεων μου απλά και μόνο επειδή ο πατέρας μου προέδρευσε της επιτροπής για το θέμα κατάρρευσης συνεργατισμού. iv. Δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ουσιώδες γεγονός σχετικό με τα επίδικα θέματα. Δεν μπορεί να έχει σχέση αυτό το δυσφημιστικό υπονοούμενο με το κατά πόσο εγώ οφείλω δυνάμει ενός δανείου ή κατά πόσο αυτό ανελήφθη από άλλο πρόσωπο - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 και δυνάμει τούτου εγώ Θα πρέπει να απαλλαχθώ ή αποζημιωθώ ή θα πρέπει να μου απονεμηθούν θεραπείες ως η ανταπαίτηση μου. Όπως με ενημερώνει ο δικηγόρος μου αυτά, σε συντομία, είναι τα επίδικα θέματα και καμία σχέση με αυτά δεν έχει η πράγματι εις βάρος εμού και του πατρός μου ως άνω δυσφημιστική αναφορά. v. Αποτελεί αναφορά που σαφώς προκαλεί βλάβη αφού, επαναλαμβάνω, πρόκειται για ξεκάθαρα δυσφημιστικό, κακεντρεχές και κακόβουλο υπονοούμενο. vi. Αποτελεί αναφορά που αποσκοπεί καθαρά στο να επισκιάσει την υπόθεση μου αποδίδοντας, αβάσιμα και κακόβουλα, αλλότρια κίνητρα ότι τάχα μου επιδιώκω εύνοια γιατί προέδρευσε της αναφερόμενης επιτροπής ο πατέρας μου και μοναδικό σκοπό έχει την βλάβη των συμφερόντων μου. vii. Αποτελεί αναφορά που είναι άσχετη παντελώς με τα επίδικα θέματα και ασφαλώς είναι δυνατόν, βεβαιότατα ισχυρίζομαι, Θα προκαλέσει έξοδα και καθυστέρηση η μη διαγραφή της. viii. Αποτελεί αναφορά ουσιαστικά κατηγορίας εις βάρος εμού και του πατρός μου περί ανεντιμότητας, ανηθικότητας ή ανεπαίσχυντης συμπεριφοράς που πέραν από ψευδής, είναι και παντελώς αχρείαστη ή και άσχετη με όλα τα επίδικα της παρούσας διαδικασίας ζητήματα και άρα ξεκάθαρα σύμφωνα με τη νομολογία, κατά τη συμβουλή του δικηγόρου μου, είναι σκανδαλώδης. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση η εν λόγω αναφορά να κριθεί ότι έχει την όποια σχέση με τα επίδικα Θέματα ή και η απόφανση επί του αληθούς ή όχι αυτής, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επηρεάσει το αποτέλεσμα της αγωγής και ανταπαίτησης οι οποίες, αμφότερες επαναλαμβάνω, είναι παντελώς άσχετες με την επίμαχη αναφορά. Αυτό κατά τη συμβουλή του δικηγόρου μου. ix. Αποτελεί αναφορά που αν δεν διαγραφεί και επιχειρηθεί να παρουσιαστεί/προσκομιστεί μαρτυρία επ αυτής κατά τη δική, δεν Θα ήταν αποδεχτή μαρτυρία αφού επαναλαμβάνω όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, δεν αποσκοπεί στην απόδειξη ούτε σχετίζεται με κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό βάσει πάντα των επίδικων εν τη παρούσα αγωγή θεμάτων. x. Με βάση τη φύση της αγωγής και τα εν αυτή επίδικα Θέματα, όπως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου, η αναφορά αυτή ούσα ανήθικη ή υποβιβαστική και προωθούμενη καθαρά και μόνον και με στόχο να με επηρεάσει δυσμενώς, είναι σκανδαλώδης και ως τέτοια θα πρέπει να διαγραφεί. H πραγματικότητα ως ισχυρίζεται είναι ότι επειδή καταχώρησε την αγωγή αρ. 931/21 του E.Δ. Λευκωσίας κατά και των Καθ' ων η αίτηση, εκδικητικά τέθηκε η επίμαχη αναφορά με μοναδικό σκοπό να βλάψει την υπόληψη του ίδιου και του πατέρα του. Είναι δε φανερό, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, ότι ενώ η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης εγείρει σαφείς και ξεκάθαρους ισχυρισμούς στη βάση των οποίων τεκμηριώνεται η θέση περί μη ύπαρξης οιασδήποτε οφειλής από πλευράς του, οι καθ' ων η αίτηση προσπαθούν να αποδώσουν στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση νόημα άλλο και που καμία σχέση έχει με τα όσα αυτή παραθέτει. Είναι όπως περαιτέρω διατείνεται, μια κακεντρεχής προσπάθεια διαστρέβλωσης των όσων θέτει η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που σε καμία απολύτως περίπτωση δεν δίνει, ούτε κατ' ελάχιστο, βάση για τον επίμαχο πράγματι σκανδαλώδη ισχυρισμό από πλευράς καθ' ων η αίτηση. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση με την οποία εγείρουν σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά υποστηρίζουν ότι τυχόν έγκριση της αίτησης επηρεάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με το Συντάγματος για να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Εν πάση δε περιπτώσει ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού οι καθ' ων η αίτηση το μόνο που έπραξαν ήταν να απαντήσουν και να προβάλουν τις δικές τους θέσεις σε σχέση με τις θέσεις του αιτητή, ως αυτές περιέχονται στην Υπεράσπιση και ανταπαίτηση και συγκεκριμένα στην παρ.
  5. Επίσης ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή αντινομική και/ή αχρείαστη και/ή άνευ ουσίας και/ή καταχρηστική και/ή διακατέχεται από αλλότριους σκοπούς καθ' ότι αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης της διαδικασίας και/ή καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την αποφυγή έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, η οποία ως αναφέρει είναι υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των εναγόντων και της Altamira, η τελευταία διενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτής, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων - εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Η ομνύουσα στην ουσία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι σκανδαλώδη και ενοχλητικά θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός αν είναι εμφανώς άσχετος, πράγμα το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συμβαίνει, αφού τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του οποίου ζητεί την διαγραφή του ο Εναγόμενος /Αιτητής, ο ίδιος τον έχει καταστήσει επίδικο θέμα, με αποτέλεσμα η αίτηση του με την οποία ζητεί τη διαγραφή του ισχυρισμού των εναγόντων στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει το όλο θέμα σχετικά με τον πατέρα του, πρώτος το έθιξε ο ίδιος ο εναγόμενος / Αιτητής με την παράγραφο 21 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως του και οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση σε απάντηση του εν λόγω ισχυρισμού του προέβαλαν τους ισχυρισμούς της παρ. 18 και συνεπώς δεν νομιμοποιείται ο αιτητής να ζητά τη διαγραφή του αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19, ενώ τυχόν έγκριση του αιτήματος θα παραβιάσει το δικαίωμα των εναγόντων να απαντήσουν στους ισχυρισμούς του εναγόμενου συμφώνως της Δ.21 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επισημαίνει δε ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/7/2021, ενώ η Έκθεση Απαιτήσεως στην αγωγή 931/2021 σε μεταγενέστερο στάδιο, και συγκεκριμένα στις 24/9/2021 και θα ήταν αδύνατο για τους ενάγοντες/ καθ' ων η αίτηση να προβλέψουν εκ των προτέρων το τι θα επικαλείτο ο εναγόμενος / αιτητής στην Έκθεση Απαιτήσεως του στην αγωγή 931/2021 για να το αναφέρει στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. Επίσης υποστηρίζει ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει την αιτήτρια από το δικαίωμα της να προβάλει την θέση της και την ευκαιρία να έχει μια δίκαιη δίκη, και συναφώς μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε τόσο τη Δ.21 των Θεσμών καθώς και το Συνταγματικό Δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλουν τις θέσεις τους. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξέταστηκε. Τα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους χωρίς να κρίνεται αναγκαία η παράθεση του συνόλου των θέσεων των δύο πλευρών στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 Θ. 26[1]. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης

(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852[2], η Δ.19 Θ.26 διαφέρει από την Δ.27 Θ.3, αφού όπως επεξηγείται στην ίδια απόφαση η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή μέρους δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.
  1. Θ.
  2. Με βάση τα πιο πάνω και δεδομένου του ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διαγραφή μόνο μέρους του δικογράφου για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν, θεωρώ ότι ορθώς η αίτηση στηρίχθηκε στη Δ.
  3. Θ.
  4. Σημειώνω επίσης ότι η αίτηση στηρίζεται και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, με βάση τις οποίες επίσης παρέχεται η ευχέρεια διαγραφής ισχυρισμών από δικόγραφο (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart Davis 26 Ch. D. 470) Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της ουσίας της αιτήσεως σημειώνω ότι από τη σχετική με το θέμα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852) η διαγραφή δικογράφου είτε με βάση τη Δ.19 Θ.26 είτε με βάση τη Δ.27 Θ. 3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ, διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. και In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Ειδικότερα όσον αφορά τώρα τη Δ.19 Θ.26 και τη σχετική με αυτή νομολογία (βλ. Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852) είναι σημαντικό να τονιστεί και πάλιν ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει διαγραφή δικογράφων, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, αφού τα δικόγραφα αποτελούν το κύριο δικονομικό μέσο που χρησιμοποιείται από τους διαδίκους για την έγγραφη προβολή των θέσεων τους. Ο τρόπος έκφρασης και διατύπωσης ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες των δικογράφων και νοουμένου ότι δεν παραβιάζονται οι κανόνες ορθής δικογράφησης, θα πρέπει να γίνεται σεβαστός. (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein AliNasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13) Ανάλογη είναι και η αγγλική προσέγγιση η οποία εκφράζεται πολύ περιεκτικά μέσα από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Knowles v Roberts 38 Ch. D.P. 270 όπου ο Δικαστής Bowen L.J. έθεσε το θέμα ως εξής: «The rule that the court is not to dictate to the parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But this rule is of course, subject to this modification and limitation that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law. If a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond right. » Σε γενικές γραμμές δηλαδή, ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πως θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν όμως κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι σκανδαλώδες ή αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή και να προκαταβάλει ή και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό θεωρείται ότι εκφεύγει των δικαιωμάτων του διαδίκου και δίδει την ευχέρεια στον αντίδικο του να ενεργοποιήσει τη Δ.19 Θ.26. Ιδιαίτερα σε σχέση με τους σκοπούς που εξυπηρετεί η σχετική διαταγή στο σύγγραμμα Bullen & Leaκe & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, (σελ.146) επεξηγείται σε σχέση με την αντίστοιχη αγγλική διάταξη ότι η εξουσία που παρέχεται προορίζεται στο να εμποδίζει την ύπαρξη δικογράφων τα οποία είναι ασαφή ή διφορούμενα ή και τα οποία αποκρύπτουν την πραγματική διαφορά μεταξύ των μερών και να διασφαλίζει, σε σχέση τουλάχιστον με τα δικόγραφα, μια δίκαιη δίκη. Εν ολίγοις δηλαδή έχει ως σκοπό την επίτευξη της συμμόρφωσης των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 από την οποία ξεχωρίζει ο Θ. 4, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιαστικά-ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιαστικά (material) συσχετίζεται στα πλαίσια αυτά με ό,τι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τί υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Παρόλο δε που η διατύπωση της Δ.19 Θ. 26 είναι αρκετά ευρεία, έχουν νομολογιακά τεθεί όρια που καθιστούν την εφαρμογή της περιορισμένη (βλ. Lavar Shipping Co Ltd v Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C.416[3]). Στο The Annual Practice 1958, στις σελίδες 477 - 479, αναλύεται η αντίστοιχη αγγλική διάταξη ως ίσχυε τότε (Ο.
  1. r. 27 - ανωτέρω) με αναφορά στους παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν στην έγκριση ή απόρριψη μιας αίτησης και επεξηγείται με ευκρίνεια ότι δεν διαγράφεται κάθε δικόγραφο που δεν συμμορφώνεται με τους θεσμούς, αφού ο διάδικος που αιτείται τη διαγραφή οφείλει να καταδείξει ότι επηρεάζεται αρνητικά με κάποιο τρόπο από την παράλειψη ή παρατυπία του αντιδίκου του. Επίσης επεξηγείται και η έννοια των λέξεων «unnecessary, scandalous, tend to prejudice embarrass or delay the fair trial of the action». Αναφορικά με το πότε μπορεί κάποιοι ισχυρισμοί να θεωρηθούν αχρείαστοι αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 477-478: "Unnecessary". - The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless. . Thus if material facts are pleaded at an unnecessary length or with unnecessary detail, the pleading will not be struck out; such prolixity will be left for the taxing master to deal with as a question of costs. . It is no part of the defendant's duty to reform the plaintiff's pleading; but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it, and so raise issue which may involve expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action. . Again, if the unnecessary matter contains any imputation on the opponent, or makes any charge of misconduct or bad faith against him or anyone else, it will be struck out, for it then becomes scandalous ." Ως προς πότε ισχυρισμοί μπορεί να θεωρηθούν ως σκανδαλώδεις αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 478: "Scandalous". - . Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc, are not scandalous, if relevant to the issue (Everett v. Prythergch, 12 Sim. 363; Rubert v. Grant L.R.13 Eq. 443) "The mere fact that these paragraphs state a scandalous fact does not make them scandalous" (per Brett, L.J. in Millinghton v. Loring, 6 Q.B.D. p.196) But if degrading charges be made which are irrelevant, or if, though the charge be relevant unnecessary details are given, then the pleading becomes scandalous (Blake v. Albion Assurance Society, 45 L.R. C. P. 663). . " Αναφορικά με την ερμηνεία της λέξης σκανδαλώδης ("scandalous") στα πλαίσια αυτά σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.144: «. For this purpose allegations in a pleading are scandalous if they state matters which are indecent or offensive or are made for the mere purpose of abusing or prejudicing the opposite party. Moreover, any "unnecessary" or "immaterial" allegations will be struck out as being scandalous if they contain any imputation on the opposite party or make any charge of misconduct or bad faith against him or anyone else. . On the other hand, a pleading or allegation which is scandalous, as for example, by making charges of dishonesty, immorality or outrageous conduct, cannot be struck out, if it be necessary or relevant to any issue in the action. As Lord Selborne in Christie v. Christie said: "The sole question . is whether the matter alleged to be scandalous . would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed" Thus however grave the imputations they involve, whether of immorality or otherwise, if they are material to the issue, that is, will affect the result of the action if proved to be true, they are not scandalous within the meaning of the rule. ...» Ως προς το πότε ισχυρισμοί μπορεί να θεωρηθούν ως ενοχλητικοί ή ως ισχυρισμοί που τείνουν να προκαταλάβουν ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης αναφέρονται τα εξής στο Αnnual Practice 1958 στις σελίδες 478-479 : "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action". - The court is disposed to give liberal interpretation to these words (Berdan v. Greenwood, 3 Ex. D. p. 256) At the same time parties must not be too ready to find themselves embarrassed. . But mere prolixity is not of itself embarrassing. Nor will a statement be struck out as embarrassing merely because the other party declares that it is untrue (per Bramwell, L.J. in Turquand v. Fearon, 40 L.T. p. 544). The mere fact that a statement of claim embraces several causes of action is not embarrassing, if they are distinctly pleaded (O.
  2. r. 7). A claim for the alternative relief is not embarrassing. ." Επίσης στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.147 αναφέρoνται τα εξής υπό τον τίτλο "Pleadings tending to prejudice embarrass or delay fair trial": « Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations. . On the other hand, the mere fact that an allegation is unnecessary is no ground for striking it out nor is a pleading embarrassing because it contains allegations which are inconsistent or stated in the alternative provided they are pleaded clearly and distinctly and in separate paragraphs. Moreover, the mere fact that statements in a pleading may be difficult to deal with does not render them "prejudicial" or "embarrassing" if they are material facts and are otherwise properly pleaded, and mere prolixity i.e stating material facts at unnecessary length or with unnecessary detail is not sufficient ground for striking out. A pleading is not embarrassing merely because it is probable that the allegations made may ultimately turn out to be untrue in fact or because points of law are stated or alleged which may then turn out to be bad or because it states facts which the party who pleads them is entitled to prove» Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό («embarrassing»), σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v Horner
(1914)111 L.T.: « I take " embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Οι πιο πάνω αρχές έχουν ενσωματωθεί πλέον και στη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, λέχθηκε με αναφορά στο Annual Practice 1960, σελ. 478-479 ότι «... οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ΄ εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» (Βλ. επίσης και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ.685 όπου υιοθετήθηκε το απόσπασμα από τη σελίδα 147 του συγγράμματος Bullen and Leake and Jacobs (ανωτέρω)). Ακόμα πιο πρόσφατα στην Esquire Holding Ltd v Tsentas Developers Ltd και Άλλων, ΠΕ Ε191/15, ημ. 23.3.16 λέχθηκαν τα εξής: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited». (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). Δεν συμφωνούμε με τον κ. Παπαθεοδώρου ότι η υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. που ασχολείται ειδικά με παραβίαση κανόνα Δ.19.θ.4 λέει κάτι διαφορετικό από τα μέχρι τώρα νομολογηθέντα. Στην κρινόμενη περίπτωση η δοθείσα αιτιολογία δεν καλύπτει με επαρκή ή και καθόλου τρόπο το θέμα της πρόκλησης ζημιάς στον αντίδικο. Αλλά ούτε και εξηγείται με ποιο τρόπο και γιατί τα διαγραφέντα σημεία αποτελούν μαρτυρία, επιχειρήματα και ή άλλως πως όπως αόριστα τίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση. Όπως αναφέρθηκε στη FASILI a.o. v. M.V. "SUN BOAT" HER SHIPOWNERS AND/OR CHARTERERS a.o.
(1984)1 C.L.R. 679 η εξουσία διαγραφής ενεργοποιείται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις. Όμως ούτε αυτό προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση». (βλ. επίσης Carl Zeiss Stiftung v Rayner & Another
(1969)3 All E.R. 697 Fasili v Sun Boat
(1984)1 CLR 679 και Λοίζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316). Τέλος θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι και στα πλαίσια εφαρμογής της Δ.19 Θ.26 το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψιν τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των, προς διαγραφή ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα αυτής (βλ. και The Annual Practice 1958 σελ. 478[4] και Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 145[5]). Δεν τίθεται δε θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω το αίτημα του αιτητή. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω ότι ως ορθά διατείνονται οι καθ' ων η αίτηση το ζήτημα του πατέρα του εναγόμενου/αιτητή είναι ο ίδιος ο εναγόμενος αιτητής αυτός που πρώτος το έθεσε και μάλιστα με τρόπο που φέρεται να αποδίδει στους καθ' ων η αίτηση κακοβουλία και αλλότρια κίνητρα, σχετικά με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Και τούτο διότι αποτελεί ξεκάθαρη θέση του εναγόμενου στην παρ. 21 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι ότι «ο μοναδικός λόγος πού ανακίνησαν το Θέμα οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγομένοι 1 με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εν έτει 2021 είναι διότι, ο πατέρας του Εναγομένου - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντος κ. XXXXX Αρέστη, προέδρευσε της επιτροπής η οποία διερεύνησε τις συνθήκες κατάρρεύσης του Συνεργατισμού και εξέδωσε και σχετικό πόρισμα αποδίδοντας ευθύνες. Οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι επί τη βάσει αλλότριων σκοπών ή και εκδικητικά στη βάση συμπερασμάτων εκ του εν λόγω πορίσματος ή και συνεπεία των αναφορών αυτού ανακίνησαν το παρόν ζήτημα. ...» Επί τούτου οι ενάγοντες στην παράγραφο 18 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, αναφέρουν ότι αρνούνται κατηγορηματικά τους εν λόγω ισχυρισμούς και ισχυρίζονται ότι τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται είναι εντελώς άσχετα και ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους και περιπλέον αναφέρουν και την επίμαχη θέση ότι « δεν μπορεί ένα δάνειο να διαγραφεί γιατί ο πατέρας του εναγόμενου/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα κ. XXXXX Αρέστη, προέδρευε της επιτροπής η οποία διερεύνησε τις συνθήκες κατάρρευσης του Συνεργατισμού και εξέδωσε και σχετικό πόρισμα αποδίδοντας ευθύνες.» Ως προκύπτει και από την ανωτέρω νομολογία το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πως θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Ούτε βέβαια μπορεί να διαγραφεί κάποιος ισχυρισμός επειδή η αντίδικη πλευρά δεν τον αποδέχεται ως ορθό ή αληθή. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση όπου με την επίμαχη παράγραφο οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση δεν επιζητούν την προώθηση θέσεων ή ισχυρισμών αντιφατικών με προηγούμενες θέσεις τους, αλλά να απαντήσουν με τον τρόπο με τον οποίο κρίνουν οι ίδιοι ορθό στους προβαλλόμενους από τον ίδιο τον αιτητή ισχυρισμούς με τους οποίους ο ίδιος ενέπλεξε τον πατέρα του αποδίδοντας μάλιστα κακοβουλία και αλλότρια κίνητρα στους καθ' ων η αίτηση, δεν βλέπω πως μπορεί να λεχθεί ότι προκαλείται ζημιά στον εναγόμενο με την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διαγραφής της επίμαχης παραγράφου. Ιδιαίτερα αφού με την επίμαχη αναφορά δεν εισάγεται κάποιο νέο θέμα που θα περιπλέξει ή θα καθυστερήσει τη διαδικασία, ούτε και είναι βέβαια λόγος διαγραφής σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία το γεγονός ότι ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση είναι αναληθείς ή και άσχετοι. Ούτε βέβαια είναι αντιληπτό πώς η επίμαχη παράγραφος τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής τη στιγμή κατά την οποία ως ήδη λέχθηκε το ζήτημα αυτό είναι η ίδια η πλευρά του αιτητή που το εισήγαγε στην παρούσα διαδικασία και μάλιστα κατά τρόπο αποδίδοντα στον ενάγοντα κακοπιστία και αλλότρια κίνητρα. Εν κατακλείδι δεν θεωρώ ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος στη βάση της Δ.19 Θ. 26 που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή ενεργοποίηση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου προς το σκοπό αυτό. Ως προς τη θέση του αιτητή ως αυτή εντοπίζεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, ότι ο λόγος για τον οποίο περιλήφθηκε η σχετική αναφορά είναι επειδή ο ίδιος καταχώρησε την αγωγή αρ. 931/21 του E.Δ. Λευκωσίας κατά και των Καθ' ων η αίτηση, και συνεπεία τούτου εκδικητικά τέθηκε η επίμαχη αναφορά με μοναδικό σκοπό να βλάψει την υπόληψη του ίδιου και του πατέρα του, σημειώνω απλώς ότι ως ορθώς αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή η οποία περιλαμβάνει την επίμαχη αναφορά καταχωρήθηκε στις 19/7/2021, ενώ η Έκθεση Απαιτήσεως στην αγωγή 931/2021 την οποία ο ίδιος ο αιτητής επισυνάπτει φέρει μεταγενέστερη ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 24/9/2021, διαπίστωση η οποία με βάση τουλάχιστον τα ενώπιον μου δεδομένα, αφήνει την θέση του αιτητή μετέωρη και συνεπώς απορριπτέα. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω και για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων και εναντίον του αιτητή/καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» [2] Βλ . επίσης Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990 [3] όπου λέχθηκε: «.though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited» [4] «When considering whether a particular passage in a pleading is embarrassing regard must be had to the form of the action. .» [5] «Accordingly when considering whether particular passages in a pleading are scandalous, regard must be had to the nature of the action, and whether they are in any way relevant to any of the issues in the action, and for this purpose affidavit evidence may be admissible, but the court will not go into the question of their truth or falsehood.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.