← Κύπρος

Bibbs ν. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 232/2008, 6/4/2022

Bibbs ν. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 232/2008, 6/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 232/2008 Μεταξύ: XXXXX Bibbs Ενάγουσας v. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 13.5.11 Μεταξύ: XXXXX Bibbs Ενάγουσας v. 1. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd 2. XXXXX Παναγή Εναγομένων Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Κυριακίδης για Μάριος Ι. Κυριακίδης με κ. Μ. Ποσκώτη για Δρ Καίτη Αλεξάνδρου Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές τις οποίες υπέστη κατόπιν ατυχήματος επί σκάφους λόγω αμέλειας και ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων των Εναγομένων καθώς επίσης και αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους της Εναγομένης 1 σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς και ή περιήγησης με σκάφος επ΄ αμοιβή. Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων, αποτελεί κοινό έδαφος πως στις 9.5.06 η Ενάγουσα, μαζί με μέλη της οικογένειας της, επιβιβάστηκε επί του σκάφους Shark της Εναγομένης 1 για περιήγηση στον κόλπο της Αμμοχώστου. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό πως κατά τον ουσιώδη χρόνο το σκάφος κυβερνάτο από τον Εναγόμενο 2, διευθυντή και αντιπρόσωπο της Εναγομένης 1. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις τόσο αντιπροσώπου της Εναγομένης 1 όσο και του Εναγομένου 2 για την ασφάλεια των επιβατών κατά την περιήγηση με αποτέλεσμα να αποφασίσει να συμμετέχει σε αυτή. Προστίθεται ότι σε κάποιο στάδιο της περιήγησης, το σκάφος ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και προσέκρουε βίαια στη θάλασσα και εκτινάσσετο βίαια προς τα πάνω, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να εκτινάσσετο βίαια προς τα πάνω και να καθόταν βίαια στο ξύλινο κάθισμα, προκαλώντας της σοβαρές σωματικές βλάβες και πόνο, μόνιμη ανικανότητα και οικονομική απώλεια. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η Ενάγουσα αποδίδει στους Εναγόμενους αμέλεια και παράβαση νόμιμων καθηκόντων και επιπρόσθετα στην Εναγομένη 1 παράβαση συμφωνίας θαλάσσιας περιήγησης. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις για παραγραφή της αξίωσης εναντίον του Εναγομένου 2, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και για κώλυμα της Ενάγουσας να διεκδικεί αποζημιώσεις καθότι πριν την επιβίβαση στο σκάφος υπέγραψε δήλωση αποποίησης ευθύνης. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι προέβησαν σε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στην Ενάγουσα η οποία είχε αγοράσει τα εισιτήρια στο ξενοδοχείο όπου διέμενε και ισχυρίζονται ότι πριν την επιβίβαση υπέγραψε τη δήλωση αποποίησης ευθύνης. Αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί ταχύτητας και πρόκλησης οποιουδήποτε ατυχήματος και ισχυρίζονται ότι τήρησαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας και ότι η Ενάγουσα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την περιήγηση για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς ως προς τους τραυματισμούς και τις ζημιές της. Στην απάντηση στην υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται τις προδικαστικές ενστάσεις, ισχυρίζεται ότι η ρήτρα στη δήλωση αποποίησης ευθύνης είναι καταχρηστική και μη δεσμευτική προς την Ενάγουσα καθότι η ευθύνη εξ αμελείας δεν δύναται να αποκλειστεί με συμφωνία και επαναλαμβάνει βασικά τους ισχυρισμούς της όπως περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αγωγής κατέθεσαν συνολικά οκτώ μάρτυρες, έξι για την Ενάγουσα και δύο για τους Εναγόμενους. Ο πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. ΚΚ ο οποίος εργάζεται στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα σχετικά έγγραφα που αφορούν το επίδικο σκάφος και την άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους του Εναγομένου 2. Ο ΜΕ1 έδωσε κάποιες εξηγήσεις ως προς τα έγγραφα και κυρίως την περιγραφή του σκάφους και ανέφερε πως για το επίδικο σκάφος δεν υπάρχει στο μητρώο του Υφυπουργείου οποιαδήποτε καταχώριση για ατύχημα κατά το 2006. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 κλήθηκε να δώσει κάποιες περαιτέρω εξηγήσεις ως προς την περιγραφή του σκάφους και κυρίως αν πρόκειται για επίπεδο σκάφος ή σκάφος με τριγωνική γάστρα. Ο δεύτερος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο Δρ ΧΓ, ψυχίατρος. Ο ΜΕ2 κατέθεσε το Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 9.3.09 που ετοίμασε κατόπιν εξέτασης της Ενάγουσας στις 4.3.09, Τεκμήριο 12, και περιέγραψε την κατάσταση της. Ήταν η θέση του πως η Ενάγουσα υποφέρει από μετατραυματική αγχώδη διαταραχή συνέπεια του ατυχήματος το οποίο υπέστη στο επίδικο σκάφος. Η αντεξέταση του εστιάστηκε στην πηγή της άντλησης των πληροφοριών του αναφορικά με το ισχυριζόμενο ατύχημα, το οποίο εξέλαβε ως δεδομένο, και την κατάσταση της Ενάγουσας τόσο πριν όσο και μετά το ατύχημα. Ο Δρ ΝΚ, νευροχειρουργός, ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα. Ο ΜΕ3 εξέτασε την Ενάγουσα όταν αυτή εισήχθη σε κλινική στην Αγία Νάπα στις 9.5.06 και ξανά στις 23.4.08 και 1.11.10 και κατέθεσε δύο Ιατρικά Πιστοποιητικά. Ο ΜΕ3 κλήθηκε να περιγράψει και επεξηγήσει τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα του ως προς την κατάσταση της Ενάγουσας. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ3 αναφέρθηκε στη σημασία του ακτινολογικού ελέγχου και της κλινικής εικόνας ενός ασθενούς και στις αιτίες, συνέπειες και εξέλιξη της κατάστασης της Ενάγουσας. Ο τέταρτος μάρτυρας ήταν ο Υπαστ. ΚΠ, υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου. Ο ΜΕ4 κατέθεσε την Έκθεση την οποία ετοίμασε αναφορικά με το υπό κρίση ατύχημα βάσει των στοιχείων του φακέλου της Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση ταξινομήθηκε ως μη αστυνομικής φύσης. Η αντεξέταση του ΜΕ4 περιορίστηκε στο κατά πόσο έγινε διερεύνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ήταν η επόμενη μάρτυρας. Αναφέρθηκε στα γεγονότα και ειδικότερα στο ισχυριζόμενο ατύχημα, τις συνέπειες αυτού και την εξέλιξη της κατάστασης της έκτοτε μέχρι και σήμερα. Στην αντεξέταση της ρωτήθηκε για όλα αυτά τα ζητήματα, επιμένοντας στη θέση της πως επεσυνέβη το ατύχημα το οποίο της προκάλεσε μόνιμες και επώδυνες βλάβες. Ο σύζυγος της Ενάγουσας, κ. DL, ήταν ο έκτος μάρτυρας για την πλευρά της. Και αυτός με τη σειρά του εξιστόρησε τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη περιήγηση και το ατύχημα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ6 ρωτήθηκε για το είδος του σκάφους, τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος και γενικά την κατάσταση της Ενάγουσας. Για τους Εναγόμενους, ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. ΠΑ, διευθυντής εταιρείας η οποία κατασκευάζει, επισκευάζει και συντηρεί θαλάσσια σκάφη. Ο ΜΥ1 κατέθεσε διαφημιστικές φωτογραφίες του επίδικου σκάφους και έδωσε την περιγραφή του. Ο ΜΥ1 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του αναφορικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του σκάφους, εμμένοντας στη δική του περιγραφή. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο τελευταίος μάρτυρας. Αυτός με τη σειρά του περιέγραψε τα γεγονότα, αρνούμενος πως επεσυνέβη οποιοδήποτε ατύχημα. Η αντεξέταση του αφορούσε την περιγραφή, τον τύπο και τις ιδιότητες του επίδικου σκάφους, τις συνθήκες αγοράς των εισιτηρίων για τη θαλάσσια περιήγηση και γενικά την όλη εξέλιξη των γεγονότων. Η βασική θέση του Εναγομένου 2 είναι πως δεν επεσυνέβη ατύχημα και πως η Ενάγουσα εξήλθε του σκάφους κανονικά και χωρίς να είχε τραυματιστεί από την περιήγηση, απορρίπτοντας τις θέσεις της Ενάγουσας ως ψευδείς και υπερβολικές. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι αυτή έχει αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως δικαιούται σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πέραν του συνολικού ποσού των €750.000. Ήταν η τελική του θέση πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία, τότε θα πρέπει να παραπέμψει την Αγωγή στο Ναυτοδικείο. Ο δικηγόρος των Εναγομένων εξέφρασε αντίθετη άποψη. Κατ΄ αρχάς ανέφερε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και πως δεν έχει εξουσία να την παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου. Ανέφερε επίσης πως το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 2 έχει παραγραφεί. Εξέφρασε τη θέση πως η μαρτυρία της Ενάγουσας είναι αντιφατική και δεν θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη και επομένως η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των δικογράφων και το σύνολο της μαρτυρίας, είναι παραδεκτό πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγομένη 1 ήταν εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και πρόσφερε, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες θαλάσσιας περιήγησης με σκάφος και ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως η Εναγομένη 1 ήταν η ιδιοκτήτρια του περιηγητικού επιβατικού σκάφους με το όνομα Shark και αρ. XXXXX41. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ΜΕ1, κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους διάφορα έγγραφα αναφορικά με το σκάφος καθώς και η άδεια χειριστή σκάφους του Εναγομένου 2, ως ακολούθως: (
  2. i)Πιστοποιητικό εγγραφής μικρού σκάφους για το σκάφος Shark, ημ. 13.5.03, Τεκμήριο 2. (
  3. ii)Πιστοποιητικά ασφάλειας για το εν λόγω σκάφος για τη χρονική περίοδο 29.4.05-18.7.07 και 7.5.08-15.4.10, Τεκμήριο 3. (iii) Απόδειξη πληρωμής τελών επιθεώρησης σκάφους ημ. 17.4.06, Τεκμήριο 4. (
  4. iv)Βεβαίωση ανανέωσης ασφάλειας για το εν λόγω σκάφος ημ. 31.5.06 για ένα έτος, Τεκμήριο 5. (
  5. v)Βιβλίο ευστάθειας του εν λόγω σκάφους ημ. 10.5.04 από τον κατασκευαστή, Τεκμήριο 6. (
  6. vi)Σχέδιο του εν λόγω σκάφους σε σχέση με πυροσβεστικά και διασωστικά μέσα, Τεκμήριο 7. (vii) Πιστοποιητικό ασφαλούς επάνδρωσης τουριστικού επαγγελματικού σκάφους για το εν λόγω σκάφος ημ. 5.5.05, Τεκμήριο 8. (viii) Πιστοποιητικό συμμόρφωσης από τον κατασκευαστή σε σχέση με το εν λόγω σκάφος, Τεκμήριο 9. (
  7. ix)Άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους του Εναγομένου 2 ημ. 14.6.01 με ισχύ μέχρι τις 26.3.37, Τεκμήριο 10. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, κατ΄ αρχάς γίνεται δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1. Αυτός ο μάρτυρας κατέθεσε λόγω της ιδιότητας του και με βάση το περιεχόμενο του φακέλου για το επίδικο σκάφος ο οποίος τηρείται στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας. Γενικά ο ΜΕ1 κατέθεσε με ευθύτητα και σαφήνεια, μη διστάζοντας να αποκαλύψει αδυναμία να αναφερθεί σε θέματα για τα οποία δεν είχε γνώση ή δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Οι απαντήσεις του μάρτυρος καταδείκνυαν την επιθυμία του να καταθέσει με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δέχεται την κοινώς αποδεκτή θέση του ΜΕ1 πως στον φάκελο που τηρείται στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για ατύχημα επί του εν λόγω σκάφους το 2006. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση του και γίνεται δεκτό, η ΚΔΠ 342/2002 θέτει υποχρέωση ενημέρωσης των Αρχών, ήτοι του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, για οποιοδήποτε ατύχημα σε ακτοπλοϊκό σκάφος, και η ενημέρωση δύναται να γίνει από τον κυβερνήτη ή ιδιοκτήτη του σκάφους ή, όπως γίνεται συνήθως, από τη Λιμενική Αστυνομία. Με βάση τα Τεκμήρια 2-10, το περιεχόμενο των οποίων γίνεται δεκτό και από τις δύο πλευρές, προκύπτει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο το επίδικο σκάφος ήταν δεόντως εγγεγραμμένο, κατείχε το απαραίτητο πιστοποιητικό επιθεώρησης και ο Εναγόμενος 2 κατείχε άδεια χειριστή σκάφους. Όσον αφορά το προσόν του Εναγομένου 2 ως κυβερνήτη σκάφους, γίνεται δεκτή και πάλι η αναντίλεκτη αναφορά του ΜΕ1 πως ο Εναγόμενος 2 κατείχε άδεια κυβερνήτη σκάφους από τις 28.1.08 μέχρι και τις 4.2.12 και πως για τη χρονική περίοδο πριν το 2008, και ειδικότερα κατά το 2006, το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας αναγνώριζε την κατοχή αυτού του προσόντος παρά την ύπαρξη κάποιου κενού στους σχετικούς Κανονισμούς. Γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη αναφορά του ΜΕ1 πως το επίδικο σκάφος δύναται να αναπτύξει ταχύτητα μέχρι και 35 ναυτικούς κόμβους που ισοδυναμεί με 64,820 χιλιόμετρα. Γίνεται επίσης δεκτή η μαρτυρία του πως σύμφωνα με την πινακίδα κατασκευαστή του σκάφους, Τεκμήριο 11, σε αυτό δικαιούντο να επιβαίνουν συνολικά 14 άτομα, συμπεριλαμβανομένων του κυβερνήτη και ενός μέλους πληρώματος. Όπως ορθώς ανέφερε ο ΜΕ1, το σκάφος περιγράφεται στο Τεκμήριο 9 ως τύπου «rigid hull inflatable» κατηγορίας Β, πληροί τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σκάφη αναψυχής ενώ η θέση του πως πρόκειται για ημιφουσκωτό σκάφος με θαλάμους και στερεή γάστρα από κάτω επίσης δεν αμφισβητείται. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε πως το Τεκμήριο 7 δεν δείχνει τις τομές του σκάφους για να διαφανεί κατά πόσο αυτό είναι επιπέδων υφάλων, ούτε και υπάρχει κάποια περιγραφή στο Τεκμήριο 6 επί τούτου, όμως με βάση τις γνώσεις του και λόγω του ότι πρόκειται για σκάφος κατηγορίας Β, συνάγεται πως το σκάφος μπορεί να πηγαίνει στις απέναντι ακτές, Καστελόριζο, Ρόδο, Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο και πρέπει να είναι τύπου με τριγωνική γάστρα. Ο ΜΕ1 έδωσε περαιτέρω επεξήγηση για αυτή του την άποψη, ήτοι πως για να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει κύματα ύψους μέχρι 4 μέτρων, τότε σημαίνει ότι το σκάφος έχει τριγωνική γάστρα. Η αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια του μάρτυρος διεφάνη από την αναφορά του πως εκφράζει τη δική του άποψη, χωρίς να έχει δει το σκάφος ή κάποιο άλλο έγγραφο που να δίνει αυτή την περιγραφή. Στο σημείο αυτό σημειώνεται πως η περιγραφή του σκάφους και η συμμόρφωση του με τις απαιτούμενες προδιαγραφές συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΥ1, στον οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Επί της περιγραφής του σκάφους, η Ενάγουσα περιορίστηκε σε μια αναφορά πως το σκάφος ήταν με επίπεδο πάτο, αναφορά η οποία παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη καθότι δεν έχει διαφανεί με ποιον τρόπο η Ενάγουσα διαπίστωσε κάτι τέτοιο. Και ο ΜΕ6 αναφέρθηκε σε αυτό το ζήτημα και δήλωσε πως τα ύφαλα του σκάφους ήταν επίπεδα. Ενόψει του ότι ο ΜΕ6 δεν είναι ειδικός επί τούτου και προέβη σε αυτή τη διαπίστωση, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, μόνο κατά την κατάδυση του για 15-20 λεπτά, αυτή η θέση του δεν γίνεται δεκτή. Εδώ αξίζει να παρεμβληθεί η θέση του Εναγομένου 2 πως κάποιος που κολυμπά με μάσκα, θα μπορούσε να δει τα ύφαλα του σκάφους αν καταλάβαινε, θέση η οποία δεικνύει την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του επί τούτου. Εκτός από τη μαρτυρία των ΜΕ1, της Ενάγουσας και του ΜΕ6, υπάρχει και η μαρτυρία του ΜΥ1 και του Εναγομένου 2 οι οποίοι σαφώς θεωρούνται πρόσωπα με πολυετή γνώση και εμπειρία σε σκάφη και τους τύπους αυτών και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 σπούδασε μηχανικός και ασχολείται με την κατασκευή, επισκευή και συντήρηση θαλάσσιων σκαφών και μηχανών θαλάσσης από το 1992. Μάλιστα ο ΜΥ1 διατηρεί μια από τις λίγες εταιρείες στην Κύπρο κατασκευής σκαφών θαλάσσης, είτε μεταλλικών είτε από fiberglass, τα οποία ξεπερνούν τα 20μ. και γίνονται δεκτά για εγγραφή ως νεότευκτα σκάφη από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο 2 από το 1994-1995, όταν ο τελευταίος διατηρούσε επιχείρηση θαλάσσιων αθλημάτων στη Λάρνακα και είναι πελάτης του ΜΥ1 και φίλοι. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως η όποια σχέση του ΜΥ1 με τον Εναγόμενο 2, την οποία δεν δίστασε να αναγνωρίσει, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του αναφορικά με την περιγραφή του επίδικου σκάφους για την οποία κλήθηκε να καταθέσει. Ήταν εμφανές καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του πως ο ΜΥ1 γνώριζε πολύ καλά το επίδικο σκάφος εφόσον ο ίδιος το συντηρούσε για χρόνια, και έδωσε ευθείς, σαφείς και ολοκληρωμένες απαντήσεις, με αυθορμητισμό και αντέκρουε με επάρκεια τις τοποθετήσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας, όπως π.χ. το ότι το σκάφος ήταν Αγγλικής κατασκευής, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο 9, σε υποβολή πως ήταν κατασκευασμένο από Γαλλική εταιρεία. Και ο Εναγόμενος 2 διαθέτει πολυετή πείρα στην κυβέρνηση και στον χειρισμό σκαφών και παρέμεινε σαφής και σταθερός σε όλη τη μαρτυρία του ως προς την περιγραφή και τις ιδιότητες του σκάφους, σε πλήρη συνέπεια με τον ΜΥ1. Μάλιστα διεφάνη πως ο Εναγόμενος 2 έδωσε μια λιτή περιγραφή, περιοριζόμενος σε όσα ερωτάτο, χωρίς να προσπαθήσει να διογκώσει ή επεκτείνει τη μαρτυρία του ή να πείσει ή εντυπωσιάσει για τον τρόπο συμπεριφοράς του σκάφους. Και πάλι, δεν παραγνωρίζω την επαγγελματική και φιλική του σχέση με τον ΜΥ1, πλην όμως δεν έχει διαφανεί αφενός πως αυτοί οι δύο κατασκεύασαν τη μαρτυρία τους και αφετέρου πως τα όσα ανέφεραν δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κατ΄ αρχάς γίνεται δεκτό πως ο ΜΥ1 συντηρούσε, μετά από τη λήξη κάθε τουριστικής περιόδου, το επίδικο σκάφος και κατέθεσε φωτογραφίες του τις οποίες έλαβε κατά τα έτη 2013-2014 για διαφημιστικούς σκοπούς, Τεκμήριο 37. Παρά την αμφισβήτηση περί του ότι πρόκειται για το επίδικο σκάφος, επειδή φέρει το όνομα «Shark II», εντούτοις τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο Εναγόμενος 2 επέμεναν ότι πρόκειται για το επίδικο. Μάλιστα ο Εναγόμενος 2 εξήγησε πως η εγγραφή γίνεται με το όνομα και δεν έχει σημασία αν πρόκειται για άλλο αριθμό ο οποίος τοποθετήθηκε από τον Εναγόμενο 2 για να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σκάφη με το ίδιο όνομα. Ήταν κάθετος ότι πρόκειται για το επίδικο και όπως χαρακτηριστικά και πειστικά δήλωσε ο ίδιος κατείχε αυτό και ακόμα ένα σκάφος μόνο, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικού τύπου από το επίδικο. Έτσι το Δικαστήριο δέχεται πως οι φωτογραφίες, Τεκμήριο 37, απεικονίζουν το επίδικο σκάφος. Ο ΜΥ1, σε συνέπεια και συνοχή με τη μαρτυρία του ΜΕ1, ανέφερε ότι το σκάφος ήταν κατηγορίας Β, δηλαδή ότι, για επαγγελματικούς σκοπούς μεταφοράς επιβατών, πληροί τις απαιτήσεις αναφορικά με την κατασκευή, ευστάθεια, υποδιαίρεση, στεγανότητα, μέσα πυρόσβεσης, μηχανές πρόωσης, ηλεκτρική εγκατάσταση, σωστικά μέσα, τηλεπικοινωνίες και μέσα ασφαλούς επιβίβασης και αποβίβασης. Γίνεται επίσης δεκτή η περιγραφή του ΜΥ1 πως το επίδικο σκάφος είναι μήκους 10μ. και πλάτους 2,62μ, όπως αναφέρεται και στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 6. Για σκοπούς ευστάθειας και επειδή πρόκειται για φουσκωτό, έχει ενισχυμένη βαθιά τριγωνική καρίνα, λεγόμενη ως «Deep V», για να μπορεί να διασχίζει τα κύματα. Όπως επεξήγησε ο ΜΥ1, μέρος του σκάφους, δηλαδή η περιφέρεια του, είναι από φουσκωτά μπαλόνια εξαιρετικής αντοχής και τα ύφαλα του τριγωνικά για να μπορεί, με τη λιγότερη τριβή και αντίσταση, να κινείται μέσα στο νερό και να μην καταπονούνται οι μηχανές. Εξ ου και δήλωσε πως λόγω ακριβώς της ασφάλειας και αξιοπλοΐας τους, τέτοια σκάφη χρησιμοποιούνται από τη Λιμενική Αστυνομία και τους ναυαγοσώστες και γενικά οποιοδήποτε σώμα που ασχολείται με θαλάσσιες διασώσεις και ανελκύσεις και είναι σκάφη για ανοικτή θάλασσα. Σκάφη όπως το επίδικο μπορούν να ταξιδέψουν μέχρι τον Λίβανο. Αντίθετα, τα επίπεδα σκάφη είναι πιο μικρά και χρησιμοποιούνται για απλή περιήγηση σε λίμνη και ακτές. Προς υποστήριξη των θέσεων του κατέθεσε σχέδια που δείχνουν σκάφος με τριγωνική γάστρα και επίπεδο σκάφος, Τεκμήρια 38Α και 38Β, τα οποία και επεξήγησε και καταδεικνύουν πράγματι πως το επίδικο σκάφος, το οποίο απεικονίζεται στο Τεκμήριο 38A, έχει τριγωνική γάστρα και δεν είναι επίπεδο. Αξιοσημείωτο τόσο για την εμπειρία του ΜΥ1 όσο και για την περιγραφή του επίδικου σκάφους είναι το γεγονός ότι ο ίδιος επέμενε σταθερά πως ήταν σε θέση να διακρίνει τον τύπο του σκάφους και από το Τεκμήριο 9. Περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις γραμμές στην καρίνα δίδοντας μάλιστα και τις διαστάσεις, σε συσχετισμό με ένα άτομο που απεικονίζεται σε μια εκ των φωτογραφιών να στέκεται στο μπροστινό πλαϊνό μέρος του σκάφους, μη αφήνοντας αμφιβολία πως πρόκειται για σκάφος με καρίνα σχήματος V και όχι επίπεδο. Η περιγραφή του σκάφους και οι ιδιότητες του αναφέρθηκαν με την ίδια συνέπεια και από τον Εναγόμενο 2. Και οι δύο αναγνωρίζουν πως αυτά τα σκάφη είναι αβύθιστα και ταξιδεύουν σε κύμα μέχρι και 4μ. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το σκάφος μπορεί να ταξιδέψει με άνεμο μέχρι και 8 μποφόρ. Η τριγωνική γάστρα προσφέρει ένα άνετο ταξίδι, χωρίς αναταράξεις. Μάλιστα, ο Εναγόμενος 2 διέκρινε μεταξύ ενός επίπεδου σκάφους που κτυπά στο νερό και ενός σκάφους με τριγωνική γάστρα που διασχίζει το νερό και δεν ανεβοκατεβαίνει. Δεν δίστασε να δεχθεί πως σκάφος όπως το επίδικο μπορεί να ταξιδέψει με κύμα μέχρι και 4 μέτρα και με άνεμο 4 με 5 μποφόρ, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως η Λιμενική απαγορεύει τη θαλάσσια περιήγηση αν υπάρχει κύμα ενός ή δύο μέτρων ή πολύς άνεμος. Εδώ κρίνεται κατάλληλο να αναφερθεί πως είναι άστοχη η εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι στα πλαίσια αξιολόγησης της θέσης της Υπεράσπισης για το είδος του σκάφους, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν η αρχική δικογράφηση πριν την τροποποίηση της υπεράσπισης (η οποία επιτράπηκε κατόπιν εκδίκασης αίτησης τροποποίησης και μετά την έναρξη της ακρόασης). Και τούτο, καθότι από τη στιγμή που το δικόγραφο έχει τροποποιηθεί, τότε είναι το τροποποιημένο που ισχύει και προσδιορίζει τις θέσεις της πλευράς που το καταχώρισε και βάσει αυτού εξετάζεται η προσαχθείσα μαρτυρία. Περαιτέρω η ερμηνεία του δικηγόρου της φράσης «rigid hull inflatable» ως άκαμπτο φουσκωτό δεν οδηγεί δίχως άλλο στο ότι το σκάφος ήταν επίπεδο και δεν μπορούσε να έχει τριγωνική γάστρα. Ο ΜΕ4 με τη σειρά του έδωσε την εικόνα ανεξάρτητου και αντικειμενικού μάρτυρος. Κατέθεσε την Έκθεση του ημ. 4.3.08, Τεκμήριο 16, την οποία ετοίμασε με βάση τα αρχεία του Σταθμού, καθότι ο ίδιος δεν υπηρετούσε στον Σταθμό Αγίας Νάπας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην Έκθεση αναφέρεται πως στις 12.5.06 λήφθηκε πληροφορία ότι στην κλινική Napa Olympic στην Αγία Νάπα βρισκόταν μια αλλοδαπή (η Ενάγουσα) η οποία τραυματίστηκε σοβαρά σε θαλάσσιο ατύχημα και πως μέλη του Σταθμού την επισκέφθηκαν. Αυτή τους είπε ότι ενώ επέβαινε σε θαλάσσιο σκάφος για σκοπούς αναψυχής, σε κάποια στιγμή και ενώ το σκάφος αναπήδησε από κάποιο κύμα αυτή μετακινήθηκε απότομα από τη θέση της με αποτέλεσμα να νιώσει ενόχληση στην πλάτη. Στο τέλος της κρουαζιέρας μετέβη στην κλινική και κατά την εισαγωγή της εξετάστηκε από γιατρό ο οποίος, κατόπιν κλινικού και ακτινολογικού ελέγχου, διαπίστωσε ότι έφερε συμπιεστικό κάταγμα του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η αναφορά στην Έκθεση από την Ενάγουσα για τις συνθήκες του ισχυριζόμενου ατυχήματος, η οποία έγινε μόλις λίγες μέρες αργότερα, παρουσιάζει κάποια διαφοροποίηση από τα όσα η Ενάγουσα είπε στη μαρτυρία της κατά την οποία μιλούσε για μια συνεχή ανατάραξη του σκάφους για 20 λεπτά και για ανεβοκατέβασμα της ίδιας πάνω - κάτω στον ξύλινο πάγκο όπου καθόταν. Διαφορά επίσης παρατηρείται και αναφορικά με τις συνέπειες του ισχυριζόμενου ατυχήματος, καθότι κατά τη μαρτυρία της η Ενάγουσα είπε ουσιαστικά πως αμέσως κατάλαβε ότι έσπασε η πλάτη της και το ανέφερε στον ΜΕ6. Περαιτέρω στην Έκθεση αναφέρεται πως από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το σκάφος ήταν το Shark ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 και πως η υπόθεση ταξινομήθηκε ως μη αστυνομικής φύσης. Ο ΜΕ4 ήταν σαφής πως για να γίνει φάκελος σημαίνει ότι έγινε κάποια διερεύνηση, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να πει περισσότερα και πως για να ταξινομηθεί ως τέτοια σημαίνει ότι από τη μαρτυρία που είχε περισυλλεγεί, δεν προέκυπτε ποινικό αδίκημα. Αυτή η θέση συνάδει με την τοποθέτηση του Εναγομένου 2 στην οποία επέμενε πως ουδέποτε κλήθηκε από την Αστυνομία ή οποιονδήποτε άλλο για κατάθεση. Στην αντεξέταση του μάλιστα πρόσθεσε πως ο γιατρός της κλινικής, δρ ΑT, του τηλεφώνησε και του ζήτησε να πήγαινε για να δει αν η κοπέλα ήταν στο σκάφος του. Ο Εναγόμενος 2 την επισκέφθηκε και ο δρ Τ του είπε ότι η κοπέλα έλεγε πως πονούσε τη μέση της αλλά ο Εναγόμενος 2 του απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Η Ενάγουσα ανέφερε πως στις 10.5.06 ο Εναγόμενος 2 της πήρε σάντουιτς και λουλούδια και ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε ότι μπορεί να της πήρε μόνο λουλούδια ως ένδειξη σεβασμού. Η Ενάγουσα είπε επίσης πως εκεί ήταν και η μητέρα της στην οποία απολογήθηκε, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος αρνήθηκε επανειλημμένα και επίμονα, δηλώνοντας ότι η εκδοχή της Ενάγουσας είναι ψευδής και υπερβολική. Επί του θέματος της καταγγελίας στην Αστυνομία, ακόμα και η μαρτυρία της Ενάγουσας, η οποία ήταν ομολογουμένως κάπως ασυνάρτητη, συνάδει με τα όσα ανέφεραν ο ΜΕ4 και ο Εναγόμενος 2. Ενώ η Ενάγουσα αρχικά ανέφερε πως υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία όταν την επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο, αμέσως μετά διευκρίνισε ότι τους είχε πει πως εννοούσε ότι ήθελε να πάει Δικαστήριο γι΄ αυτό που της συνέβη, για να συνεχίσει πως οι δικηγόροι της παραπονέθηκαν στην Αστυνομία στη χώρα της και δεν γνώριζε για τον νόμο που ίσχυε στην Κύπρο. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι η Αστυνομία επισκέφθηκε την Ενάγουσα στην κλινική Napa Olympic, δημιουργήθηκε φάκελος στην Αστυνομία και έγινε κάποια διερεύνηση, χωρίς να είχε κληθεί και ληφθεί κατάθεση από τον Εναγόμενο 2, και τελικώς η υπόθεση ταξινομήθηκε ως μη αστυνομικής φύσης καθότι δεν προέκυπτε η διάπραξη ποινικού αδικήματος. Γίνεται επίσης δεκτό πως ο ΜΕ4 ετοίμασε την Έκθεση, Τεκμήριο 16, με βάση τα αρχεία του Σταθμού. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η θέση του Εναγομένου 2 πως το ζήτημα επανήλθε στην επιφάνεια τον Σεπτέμβριο του 2007 όταν έλαβε επιστολή ημ. 15.9.07 από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στην οποία απάντησαν οι δικηγόροι του με επιστολή ημ. 25.9.07, Τεκμήρια 39Α και 39Β αντίστοιχα. Πριν την ενασχόληση με τις συνθήκες της υπό κρίση περιήγησης, κρίνεται σκόπιμη η αξιολόγηση των δύο γιατρών που έδωσαν μαρτυρία για την Ενάγουσα. Σημειώνεται όμως πως και οι δύο κατέθεσαν αναφορικά με την ιατρική εικόνα της Ενάγουσας εκλαμβάνοντας ως δεδομένο το ατύχημα. Εννοείται λοιπόν ότι η μαρτυρία τους θα πρέπει να ιδωθεί και αξιολογηθεί υπό την επιφύλαξη του κατά πόσο πράγματι επεσυνέβη ατύχημα, το οποίο είναι και το καίριο ερώτημα στην παρούσα Αγωγή καθότι οι δύο πλευρές εκφράζουν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη επί τούτου. Η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι επεσυνέβη ατύχημα αποδίδοντας το στον τρόπο χειρισμού του σκάφους για κάποιο μέρος της περιήγησης, ενώ οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι προκλήθηκε οποιοδήποτε ατύχημα ή ότι το σκάφος οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα. Ο ΜΕ3 εξέτασε την Ενάγουσα όταν αυτή ήταν στο ιδιωτικό νοσοκομείο Napa Olympic στην Αγία Νάπα. Τα προσόντα, η ειδικότητα και η εμπειρία του ΜΕ3 δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Έτσι γίνεται δεκτό πως ο ΜΕ3 είναι νευροχειρουργός, σπούδασε στην Ιταλία, είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Ιατρών Κύπρου, ασκεί το επάγγελμα του εδώ και πολλά χρόνια και έχει χειρουργήσει χιλιάδες ασθενείς, καθώς επίσης και είναι πρόεδρος του Ιατροσυμβουλίου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας. Ο ΜΕ3 ανέφερε πως εξέτασε την Ενάγουσα είτε την ίδια είτε την επομένη του ισχυριζόμενου ατυχήματος. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3, αυτός εργαζόταν τόσο στο ιδιωτικό νοσοκομείο στην Αγία Νάπα όσο και στην Ευαγγελίστρια στη Λευκωσία όπου και διέμενε. Σύμφωνα με το Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 10.9.08, Τεκμήριο 14, φαίνεται ότι αυτή η εξέταση έγινε στις 10.5.06 όταν ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε «πιεστικό κάταγμα του Θ12 σπονδυλικού σώματος (πρόσθια κολόνα) χωρίς πιεστικά φαινόμενα επί του νωτιαίου σωλήνα». Στο Πιστοποιητικό αναφέρεται επίσης πως κατά την πρώτη εξέταση η κλινική εικόνα έδειχνε «ραχιαλγία και υπαισθησία από το Θ12 επίπεδο και κάτω. Αδυναμία αριστερού άκρου (ισχύς -1), αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά των κάτω άκρων και αδυναμία ελέγχου των σφιγκτήρων». Κληθείς να επεξηγήσει αυτά τα ευρήματα, ο ΜΕ3 περιέγραψε την ανατομία του νωτιαίου μυελού και ανέφερε πως η Ενάγουσα είχε υπερευαισθησία και πόνο γιατί υπέστη σοβαρή βλάβη, δηλαδή οι εξωτερικές στοιβάδες του νωτιαίου είχαν καταστραφεί και οι στοιβάδες που βρίσκονταν πιο μέσα είχαν ερεθιστεί. Η ισχύς -1 δείχνει τον βαθμό αδυναμίας, ήτοι ότι το πόδι είναι εντελώς αδύναμο να περπατήσει και μπορεί να στηριχθεί στο ελάχιστο αλλά όχι να περπατήσει. Επίσης παρουσιάστηκε κατάργηση της κίνησης, της αισθητικότητας και του ελέγχου όλων των οργάνων, όπως των σφιγκτήρων. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, λόγω της κατάστασης της, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο Ευαγγελίστρια στη Λευκωσία όπου της χορηγήθηκε συντηρητική αγωγή και οσφυϊκός κηδεμόνας ο οποίος κρατά σε ακινησία τη σπονδυλική στήλη ούτως ώστε να ελαττώνει την πίεση στη θέση του κατάγματος. Παρέμεινε εκεί μέχρι και τις 24.5.06. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα υπήρξε σταδιακή βελτίωση, η ισχύς πήγε στο -4 και η Ενάγουσα κατόρθωσε να βαδίζει με τη χρήση βοηθήματος τύπου Π καθώς επίσης και παρουσιάστηκε μερική βελτίωση στον έλεγχο των σφιγκτήρων. Ο ΜΕ3 επεξήγησε πως η σταδιακή βελτίωση στο νευρικό σύστημα επέρχεται με αποιδηματική αγωγή και στους πρώτους έξι μήνες υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης περί το 60%, στα επόμενα δύο έτη ακόμα 30% και στα υπόλοιπα δέκα έτη 10%. Ο ΜΕ3 ανέφερε πως σε εκείνο το στάδιο η Ενάγουσα μπορούσε να σηκώσει το πόδι λίγο πιο ψηλά. Ανέφερε επίσης πως συνέστησε στην Ενάγουσα χειρουργική επέμβαση η οποία θα επέφερε μια ήπια βελτίωση, δηλαδή σταθεροποίηση της σπονδυλικής της στήλης. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, αυτός εξέτασε ξανά την Ενάγουσα στις 23.4.08 όταν εισήχθη στην Ευαγγελίστρια. Ο ακτινολογικός έλεγχος κατέδειξε πως δεν υπήρχε εμφανές κάταγμα του Θ12, αλλά μικρή πρόπτωση του ινώδους δακτυλίου στο επίπεδο Ο4-Ο5. Η κλινική της εικόνα παρουσίαζε βαριά παραπάρεση, βάδιση με βακτηρίες και απώλεια ελέγχου των σφιγκτήρων. Όπως αναφέρεται στο Ιατρικό Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 14, και επανέλαβε και προφορικά ο ΜΕ3, μετά τα δύο έτη υπήρξε σταδιακή επιδείνωση με εγκατάσταση μόνιμης βαριάς παραπάρεσης και καθόλου έλεγχο των σφιγκτήρων. Σύμφωνα με το Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 22.11.20, Τεκμήριο 15, ο ΜΕ3 επανεξέτασε την Ενάγουσα την 1.11.10. Ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε «μετατραυματική συριγγομυελία εις την θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου εις το επίπεδο Α5-Α6 και ήπια στένωση νωτιαίου σωλήνα εις τα επίπεδα Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5. Επίσης υπάρχει αδυναμία κάτω άκρων κεντρικής αιτιολογίας». Σύμφωνα με τον ΜΕ3 η μετατραυματική συριγγομυελία προκαλεί πολύ πόνο σε όλες τις κινήσεις και η προβολή του δίσκου είναι επακόλουθο της κακής στάσης του σώματος κατά την κίνηση. Ο ΜΕ3 εξήγησε πως ουσιαστικά η Ενάγουσα πρέπει να ήταν σε κλίση όταν κτύπησε και υπέστη απότομη συμπίεση του νωτιαίου μυελού ο οποίος καταστράφηκε. Στο Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 15, σε σχέση με την κλινική εικόνα της ασθενούς καταγράφεται πως «βαδίζει με βακτηρίες και παρουσιάζει ραχιαλγία ωμαλγία και ισχιαλγία αμφοτεροπλεύρως (ιδίως αριστερά). Laseque αριστερά 20Ο και δεξιά 40Ο. Θερμο-ευαισθησία μειωμένη εις το αριστερό κάτω άκρο. Επίσης υπάρχει υπαισθησία από το Θ12 επίπεδο και κάτω. Αδυναμία αριστερού κάτω άκρου (ισχύς -4) και αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά επιγονατίδος αριστερά, ακράτεια ούρων και έντονη δυσκοιλιότητα». Τα συμπεράσματα του ΜΕ3 είναι πως η Ενάγουσα υπέστη βαριά παραπάρεση και δυσλειτουργία σφιγκτήρων και πως αυτή η νευρολογική εικόνα θεωρείται μόνιμη. Πρόσθεσε προφορικά ότι η Ενάγουσα υπέστη και αρκετό πόνο ο οποίος μετά την πάροδο έξι μηνών μειώνετο σταδιακά. Επίσης ανέφερε πως το πρόβλημα δεν ήταν το κάταγμα αλλά το ότι δυνάμεις πολύ μεγάλης βλάβης εκτονώθηκαν κατά την κάκωση στον νωτιαίο μυελό. Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι ο ΜΕ3 εξέλαβε ως δεδομένο το ισχυριζόμενο ατύχημα όπως το περιέγραψε η Ενάγουσα. Επομένως, κατά την κυρίως εξέταση του περιορίστηκε στη διασύνδεση του ατυχήματος με την κατάσταση της Ενάγουσας. Παρά ταύτα και ο ίδιος εξέφρασε αβεβαιότητα για τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «εκτινάχθηκε η γυναίκα στον αέρα και κτύπησε στο πίσω της κάθισμα ή παρά πίσω, δεν ξέρω» και συνεχίζει «. αυτή ακόμα χειρότερα, αν όπως το περιέγραψε εκτινάχθηκε και χτύπησε σε ξύλο, έτσι μου ανέφερε και το θυμάμαι πολύ καλά γιατί αυτή η γυναίκα ήταν κρίμα, ήταν πολύ νεαρή. Υπάρχει περίπτωση να έγινε έτσι το συμβάν». Απέδωσε δε την υπαισθησία στην κάκωση που υπέστη κατά το ατύχημα στο επίπεδο Θ12 του νωτιαίου μυελού. Η αβεβαιότητα και στην πραγματικότητα άγνοια του για τυχόν ατύχημα είναι αναμενόμενη. Είναι προφανές πως αυτό το μέρος της μαρτυρίας του δεν σχετίζεται με την ιδιότητα του γιατρού και σίγουρα ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση για το τι προηγήθηκε της εξέτασης ή πότε. Για να γίνει δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ3 στο σύνολο της, τότε θα πρέπει το Δικαστήριο να δεχθεί πως πράγματι επεσυνέβη το ατύχημα και υπό τις αναφερόμενες από την Ενάγουσα συνθήκες, θέμα το οποίο θα απασχολήσει κατωτέρω. Σε αυτό το στάδιο, και παρόλο που δεν έχουν προσκομιστεί οι ακτινολογικοί έλεγχοι της Ενάγουσας, το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του ΜΕ3 αναφορικά με τον ακτινολογικό έλεγχο και τα ευρήματα του περί κατάγματος του Θ12 στις 10.5.06, το οποίο όμως, με δική του σαφή παραδοχή και κατά την αντεξέταση του, δεν υπήρχε πλέον στον ακτινολογικό έλεγχο στις 23.4.08. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη τη θέση του δικηγόρου των Εναγομένων πως η μικρή πρόπτωση του ινώδους δακτυλίου στο επίπεδο 4-5 είναι η δισκοπάθεια η οποία μπορεί να φανεί σε οποιονδήποτε αφότου είχε ήδη αναφέρει και στην κυρίως εξέταση του πως αυτό το έχουν όλοι οι άνθρωποι και είναι άσχετο στην προκειμένη περίπτωση. Η εξήγηση που ο ΜΕ3 έδωσε στην προσπάθεια του να συνδέσει την κατάσταση της Ενάγουσας με το ισχυριζόμενο από την ίδια ατύχημα, ήτοι πως το κάταγμα πλέον δεν ενδιαφέρει αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι η μεγάλης βλάβης κάκωση του νωτιαίου μυελού, δημιούργησε προς το Δικαστήριο μια κάπως ασαφή και αόριστη εικόνα της όλης κατάστασης της Ενάγουσας. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από το γεγονός πως ο πρώτος ακτινολογικός έλεγχος δεν κατέδειξε πιεστικά φαινόμενα του νωτιαίου μυελού και μέχρι τις 24.5.06 που εξήλθε του νοσοκομείου, η κατάσταση της παρουσίαζε σημαντική βελτίωση, σε βαθμό που λογικά δεν συνάδει με τη μετέπειτα κατ΄ ισχυρισμόν εξέλιξη της κατάστασης της. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην αναφορά του ΜΕ3 πως δεν γνώριζε τι έκανε η Ενάγουσα μεταξύ των εξετάσεων της από τον ίδιο, και πως ούτε καν την είχε ρωτήσει γι΄ αυτό. Προκαλεί έκπληξη αυτή η παράλειψη του ΜΕ3 για να μπορεί να συνδέσει με βεβαιότητα το ισχυριζόμενο ατύχημα με την όλη εξέλιξη της κατάστασης της Ενάγουσας, ενώ παραμένει παντελώς άγνωστο για τον ίδιο το τι γινόταν ενόσω αυτή βρισκόταν στη χώρα της. Έτσι, η άποψη του ΜΕ3 πως μετά τις 24.5.06 η Ενάγουσα έπρεπε να λαμβάνει συντηρητική αγωγή και μετά πάροδο δύο μηνών ή και ενωρίτερα να έκανε επιθετική αγωγή με κορτιζόνη, εντατική φυσιοθεραπεία και εργοθεραπεία, δηλώνοντας σαφώς πως δεν γνώριζε τι έκανε η Ενάγουσα από τότε μέχρι και τις 10.9.08 που την εξέτασε ξανά, δημιουργεί στο Δικαστήριο αμφιβολίες για το κατά πόσο αυτή η θέση του ΜΕ3 είναι ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Δεν νοείται γιατρός να εξετάζει κάθε δύο έτη από το 2006 την ίδια ασθενή και να μην ρωτά τι μεσολάβησε για να είναι σε θέση να αναφέρει, βασιζόμενος σε συγκεκριμένα στοιχεία, την εξέλιξη της κατάστασης της και κυρίως τα αίτια αυτής. Αντιθέτως παραμένει ένα μεγάλο κενό για το τι έκανε η Ενάγουσα γι΄ αυτά τα δύο έτη και κατά πόσο η εξέλιξη της κατάστασης της οφείλεται αποκλειστικά στα ίδια αίτια ή μεσολάβησε κάτι άλλο. Επομένως, ακόμα και η άποψη του ΜΕ3 πως αν η Ενάγουσα έκανε αυτά που έπρεπε, θα υπήρχε βελτίωση κατά 10-15%, όχι όμως πλήρης αποκατάσταση, παραμένει και αυτή στη σφαίρα της γενικολογίας και εικασίας. Μάλιστα, ο ΜΕ3 δήλωσε πως η Ενάγουσα ουσιαστικά φάνηκε να είχε επηρεαστεί ψυχολογικά και να είχε αφεθεί, να έβαλε αρκετό βάρος το οποίο δεν βοηθούσε την κατάσταση της, για να καταλήξει πως ο ίδιος της είχε συστήσει να της κάνει χειρουργική επέμβαση, προειδοποιώντας την πως δεν ήταν βέβαιο κατά πόσο θα υπήρχε οποιαδήποτε βελτίωση, και η Ενάγουσα αρνήθηκε λέγοντας πως προτιμούσε να χειρουργείτο στην Αγγλία αν θα αποφάσιζε κάτι τέτοιο, την οποία τελικώς δεν έκανε. Αυτή η θέση του ΜΕ3 ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπήρχε μια ολοκληρωμένη και συνεχής πληροφόρηση και παρουσίαση της εικόνας και των ενεργειών της Ενάγουσας για να μπορούσε ο ΜΕ3 να συνδέσει απόλυτα και με βεβαιότητα την εξέλιξη της κατάστασης της με το ισχυριζόμενο ατύχημα. Εξ ου και ο ΜΕ3 δήλωσε πως δεν μπορούσε να ξέρει κατά πόσο η δισκοπάθεια προϋπήρχε ή όχι, λέγοντας ότι κλινικά δεν είχε σημασία, ενώ όπως θα φανεί αμέσως κατωτέρω αποδίδει ιδιαίτερη, αν όχι αποκλειστικά, βαρύτητα στην κλινική εικόνα του ασθενούς και έτσι απομονώνει ή παραγνωρίζει κάποια δεδομένα τα οποία καθιστούν την όλη του άποψη τρωτή και μη επιστημονικά τεκμηριωμένη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη και αφήνει μεγάλα ερωτηματικά και κενά η παράλειψη της ίδιας της Ενάγουσας να προσκομίσει έστω και ένα ιατρικό πιστοποιητικό, μια εξέταση της ή ακόμα και μια απόδειξη ή βεβαίωση για την όποια ενέργεια της ή θεραπεία που έλαβε στη χώρα της, πλην των Τεκμηρίων 20 και 21. Αυτό θα απασχολήσει το Δικαστήριο εκτενέστερα πιο κάτω. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, και άλλες αναφορές του ΜΕ3 προκάλεσαν εντύπωση προς το Δικαστήριο και δημιούργησαν αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία του γενικότερα. Και τούτο καθότι κατά την αντεξέταση του διαφώνησε κάθετα πως καθοριστικός για την εξαγωγή ιατρικών συμπερασμάτων είναι ο ακτινολογικός έλεγχος για να εκφράσει την άποψη πως αυτό είναι μέγιστο λάθος, η ακτινολογική εξέταση δεν μετρά και όπως χαρακτηριστικά είπε «μετρά η εικόνα η κλινική εικόνα του ασθενούς και η ακτινολογική εξέταση αν ζευγαρώνει έχει καλώς, αν δεν ζευγαρώνει δεν μας ενδιαφέρει». Παρόλο που επιχείρησε να δώσει έμφαση στην κλινική εικόνα του ασθενούς, κάτι το οποίο κρίνεται λογικό, εντούτοις ήταν τόσο έντονη και απόλυτη η τοποθέτηση του επί τούτου που δημιούργησε μια αρνητική εικόνα και αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο πράγματι απέδωσε την πραγματική εικόνα της κατάστασης της Ενάγουσας αναφορικά με το τι ακριβώς αυτή παρουσίαζε και κυρίως πότε και πώς προκλήθηκε. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του (βλ. πρακτικά ημ. 29.10.21, σελ. 11-12): «Δεν με καταλάβατε, είπα εκείνο που μετράει στον ασθενή είναι η κλινική εικόνα. Εγώ είμαι νευροχειρούργος εδώ και 40 χρόνια, πριν 40 χρόνια δεν υπήρχε ούτε αξονική ούτε μαγνητική, εξετάζαμε τον άρρωστο κλινικά και ξέραμε ακριβώς τι έχει και είπα προηγουμένως ότι η κλινική εικόνα είναι απόλυτη για τον ασθενή. Ο παρακλινικός έλεγχος που είναι ακτινογραφίες, μαγνητική, αξονική, ηλεκτρομυογραφήματα είναι υποβοηθητικά. Δεν μπορεί κάποιος να κάμει, γιατί γίνεται σήμερα, να κάμνει μια μαγνητική και βλέπει ο άρρωστος θέλει χειρουργείο, είναι η ανωμαλία του. Αυτοί δεν είναι γιατροί πλέον. Έχουν καταντήσει κομπιούτερ δεν είναι έτσι η ιατρική. Η ιατρική είναι η κλινική εικόνα του ασθενούς. Μιλώ νευρικά γιατί είναι ηλίθιοι. Άλλα τους λες και άλλα καταλάβουν. Τι να δεις; Εξέτασε τον άρρωστο σου. Δεν ακουμπούν τον άρρωστο σήμερα. Δεν είναι έτσι η ιατρική και ειδικά η νευροχειρουργική. Εφόσον η γυναίκα εξετάστηκε και είχε υπαισθησία, διαταραχές που τον Θ12 και κάτω ένας νευροχειρούργος που ξέρει τι έπαθε δεν θέλει καν ακτινογραφία.» Τονίζεται πως δεν έχουν αμφισβητηθεί τα πορίσματα του ΜΕ3 αναφορικά με τους ακτινολογικούς ελέγχους της Ενάγουσας και είναι δεκτές οι διαπιστώσεις βάσει αυτών, όπως περιγράφονται ανωτέρω. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχεται ότι κατά τον ακτινολογικό έλεγχο στις 10.5.06 η Ενάγουσα είχε πιεστικό κάταγμα του Θ12 σπονδυλικού σώματος (πρόσθια κολόνα) χωρίς πιεστικά φαινόμενα επί του νωτιαίου σωλήνα, κατά τον ακτινολογικό έλεγχο στις 23.4.08 δεν υπήρχε εμφανές κάταγμα του Θ12 αλλά μικρή πρόπτωση του ινώδους δακτυλίου στο επίπεδο Ο4-Ο5 και κατά τον ακτινολογικό έλεγχο την 1.11.10 η Ενάγουσα είχε μετατραυματική συριγγομυελία στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου στο επίπεδο Α5-Α6 και ήπια στένωση νωτιαίου σωλήνα στα επίπεδα Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5, καθώς επίσης και αδυναμία κάτω άκρων κεντρικής αιτιολογίας. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης πως η Ενάγουσα κινείται με πατερίτσες, όπως άλλωστε διαπιστώθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του. Ενόψει της συνολικής εικόνας του ΜΕ3 δεν μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί στον ίδιο για οτιδήποτε άλλο αφορά την κλινική εικόνα της. Γίνεται δεκτό πως ο ΜΕ2 είναι ψυχίατρος από το 1986. Ο ΜΕ2 εξέτασε την Ενάγουσα μόνο μια φορά, στις 9.3.09. Και εδώ σημειώνεται η μεγάλη χρονική περίοδος που μεσολάβησε μεταξύ του ισχυριζόμενου ατυχήματος και της εξέτασης της Ενάγουσας από τον ΜΕ2 καθώς επίσης και το γεγονός πως ο ΜΕ2 θεωρεί και πάλι ως δεδομένο το ατύχημα. Με άλλα λόγια, τα συμπεράσματα του συνδέονται άρρηκτα με το ατύχημα. Η διαπίστωση του πως πριν το ατύχημα η Ενάγουσα δεν έπασχε από οποιοδήποτε ψυχιατρικό πρόβλημα και πως δεν υπήρχε οικογενειακό ιστορικό ψυχικής διαταραχής τελικώς διεφάνη μέσα από την αντεξέταση του ότι προκύπτει μόνο με βάση τα λεγόμενα της ίδιας και όχι κάποιας δικής του επιστημονικής εξέτασης. Επομένως, οι όποιες διαπιστώσεις του ως προς την κατάσταση της Ενάγουσας κατά την εξέταση του αφορούν σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο της κρίσιμης ημερομηνίας του ισχυριζόμενου ατυχήματος και οι όποιες διαπιστώσεις του για την κατάσταση της αφετέρου είτε πριν είτε μετά την επίδικη ημερομηνία δεν είναι αποτέλεσμα των δικών του επιστημονικών ελέγχων αλλά της απλής δικής της αναφοράς. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, το μόνο έγγραφο το οποίο συμβουλεύτηκε ήταν ένα Ιατρικό Πιστοποιητικό του ΜΕ3. Ως εκ τούτου είναι καθόλα εύλογο ο ΜΕ2 να καταλήξει πως η Ενάγουσα έπασχε από μετατραυματική αγχώδη διαταραχή με μοναδική βάση τη δική της αναφορά πως είχε πάρα πολύ ανήσυχο ύπνο με έντονους εφιάλτες για το ατύχημα, κατάθλιψη, υπερευαισθησία, δηλαδή έκλαιγε εύκολα και ένιωθε έντονη ανασφάλεια. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως αυτό την έκανε να περιορίσει τις κοινωνικές της επαφές, να μένει για πολλή ώρα στο σπίτι μόνη και συνεχώς να σκέφτεται τις τη συνέβη και τα επακόλουθα του. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, κυρίως την ανησυχούσε το γεγονός ότι τα προβλήματα θα ήταν μόνιμα και θα είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα της ζωής της καθότι προηγουμένως η Ενάγουσα ήταν ένα πολύ δραστήριο άτομο που της άρεσαν τα ψώνια, το κολύμπι, οι κοινωνικές επαφές. Τέλος, ο ΜΕ2 είπε πως η Ενάγουσα είχε μειωμένη κινητικότητα, ακράτεια ούρων και έντονη δυσκοιλιότητα, είχε επίσης επηρεαστεί η σεξουαλική της δραστηριότητα και έπαιρνε διάφορα αντικαταθλιπτικά χάπια τα οποία στην πορεία άλλαξαν. Όλα αυτά προφανώς αποτελούν αναφορές της Ενάγουσας προς τον μάρτυρα, χωρίς ο ίδιος να αναφέρει κατά πόσο ήλεγξε ότι πράγματι ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ακόμα και το έγγραφο το οποίο ο ΜΕ2 παρουσίασε για να καταδείξει ότι η Ενάγουσα εξακολουθεί να λαμβάνει αντικαταθλιπτικά μέχρι σήμερα, είναι ένα απλό ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 20.10.21 της ίδιας, Τεκμήριο 13, προς τους δικηγόρους της οι οποίοι αποτάθηκαν σε αυτή κατόπιν παράκλησης του ΜΕ2. Επομένως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ΜΕ2 περιορίστηκε σε μια επιφανειακή εξέταση βασιζόμενος αποκλειστικά στα λεγόμενα της Ενάγουσας, χωρίς να προβεί σε εξέταση για να διαπιστώσει ο ίδιος επιστημονικά την κατάσταση της και κυρίως για τα αίτια αυτής. Το Δικαστήριο δέχεται μόνο ότι η Ενάγουσα λαμβάνει τα αντικαταθλιπτικό Fluoxetine, όπως φαίνεται στο συνημμένο έγγραφο στο ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 13, ενώ αδυνατεί να δεχθεί πως πάσχει από μετατραυματική αγχώδη διαταραχή και δη συνεπεία του ισχυριζόμενου ατυχήματος. Ερχόμενη τώρα στις συνθήκες της υπό κρίση περιήγησης, επισημαίνεται εξαρχής πως αρκετά των γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτά πλην δύο βασικά επίμαχων ζητημάτων. Πρόκειται για τις όποιες διαβεβαιώσεις περί του ασφαλούς της περιήγησης και του τρόπου χειρισμού του σκάφους από τον Εναγόμενο 2 κατά τη διαδρομή επιστροφής προς την Αγία Νάπα. Κατ΄ αρχάς δεν αμφισβητείται η μαρτυρία της Ενάγουσας και του ΜΕ6, πως στις 5.5.06 αυτοί με τα τρία παιδιά της, τον J, τη M και την E, τότε 12, 10 και 6 ετών αντίστοιχα, κατάγονται από την Ιρλανδία και ήρθαν στην Κύπρο για διακοπές για να παρευρεθούν στον γάμο του αδελφού της Ενάγουσας. Διέμεναν σε ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα. Στο ξενοδοχείο αγόρασαν εισιτήρια για συμμετοχή όλων σε θαλάσσια περιήγηση για να δουν δελφίνια στις 10.5.06. Παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητο πως λόγω πληρότητας του σκάφους για τις 10.5.06, η Ενάγουσα ενημερώθηκε πως η κράτηση τους μεταφέρθηκε για τις 9.5.06. Επί τούτου ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε πως στις 9.5.06 εμφανίστηκαν στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας αφού είχαν προκρατήσει θέσεις μέσω του ξενοδοχείου τους, δηλαδή από τον αντιπρόσωπο της εταιρείας με την οποία οι Εναγόμενοι συνεργάζονταν για να πωλούν εισιτήρια για τις ξεναγήσεις έναντι προμήθειας. Ήταν η θέση τόσο της Ενάγουσας όσο και του ΜΕ6 πως για την περιήγηση αποτάθηκαν στον υπεύθυνο των διακοπών τους, κ. OC, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι αυτή η δραστηριότητα ήταν κατάλληλη για παιδιά και ότι το σκάφος ήταν απολύτως ασφαλές και δεν έτρεχε πολύ γρήγορα. Μάλιστα η Ενάγουσα πρόσθεσε πως ο C τους είπε ότι «είναι μια ήρεμη βόλτα γύρω από την ακτή». Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, στην κυρίως εξέταση τους, αναφέρουν ότι όταν έφθασαν στο λιμάνι της Αγίας Νάπας, ένα άτομο τους έδωσε ένα έγγραφο να συμπληρώσουν. Ενώ η Ενάγουσα μίλησε για φόρμα στην οποία έπρεπε να γράψουν τα ονόματα τους, την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής τους, ο ΜΕ6 αναφέρθηκε σε ένα έντυπο σε μπλοκ με διπλότυπα, προφανώς αναφερόμενος στο Τεκμήριο 36 το οποίο κατατέθηκε προγενέστερα κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα αναγνώρισε το μπλοκ, Τεκμήριο 36, ως αυτό που υπέγραψε την επίδικη μέρα. Πρόκειται για ένα βιβλιάριο με σελίδες άσπρες και κίτρινες (διπλότυπες) και στη σελίδα της 9.5.06 και ώρα 10:30 αναγράφονται τα ονόματα της Ενάγουσας, του ΜΕ6 και των παιδιών της, η εθνικότητα και ο τόπος διαμονής τους στην Κύπρο. Σημειώνεται ότι τόσο στην άσπρη πρωτότυπη όσο και στην κίτρινη διπλότυπη της 9.5.06 βρίσκεται στο πάνω μέρος της σελίδας ετικέτα με μια δήλωση. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα και ο ΜΕ6 παραλείπουν οποιαδήποτε αναφορά περί προφορικών διαβεβαιώσεων από τον Εναγόμενο 2 για το ασφαλές της περιήγησης, και μόνο κατά την αντεξέταση της η Ενάγουσα ανέφερε πως η ίδια ρώτησε τον Εναγόμενο 2 κατά πόσο η περιήγηση ήταν ασφαλής για τα παιδιά της και πως ο Εναγόμενος 2 τη διαβεβαίωσε ότι θα ήταν μια ήσυχη περιήγηση στον κόλπο της θάλασσας. Αυτή η στάση και ανακολουθία των δύο αυτών μαρτύρων δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ειλικρίνεια τους. Αυτές οι αμφιβολίες επεκτείνονται και στη θέση της Ενάγουσας πως το βιβλιάριο ήταν διπλωμένο πάνω σε πίνακα και δεν είδε τη μπλε επιπρόσθετη ετικέτα η οποία είναι κολλημένη στο πάνω μέρος της συγκεκριμένης σελίδας του βιβλιαρίου. Στην ετικέτα αναγράφονται τα εξής «DISCLAIMER, PARTICIPATION IN THIS EXCURSION IS TAKEN AT YOUR OWN RISK, PASSENGERS LIST». Είναι θέμα κοινής λογικής πως το βιβλιάριο, με τον αριθμό σελίδων του και ένα σχετικά χοντρό τμήμα που κρατά το βιβλίο δεμένο, δεν θα μπορούσε να ήταν διπλωμένο και μάλιστα σε πίνακα για υπογραφή, χωρίς να φαίνεται το πάνω μέρος της σελίδας που είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής. Στην επανεξέταση της έδωσε μια διαφοροποιημένη θέση, ήτοι πως η κόλλα ήταν στον πίνακα χωρίς αναφορά στο βιβλίο, πλην όμως διαφαίνεται πως η συγκεκριμένη σελίδα είναι συνδεδεμένη στο βιβλίο και δεν θα μπορούσε να είχε αφαιρεθεί και μετά επανατοποθετηθεί άθικτη στο βιβλίο. Αυτή η αναφορά δεν ανταποκρίνεται στη λογική και πλήττει την αξιοπιστία της Ενάγουσας η οποία προφανώς προσπαθούσε, μάταια, να αποφύγει την παραδοχή πως υπέγραψε τη συγκεκριμένη σελίδα που περιείχε αυτή τη δήλωση. Μάταια, καθότι η μαρτυρία της επί τούτου δεν συνάδει με την απάντηση στην υπεράσπιση όπου γίνεται ρητώς παραδεκτή η υπογραφή αυτής της δήλωσης και προβάλλεται ισχυρισμός πως η δήλωση δεν εφαρμόζεται για σκοπούς απαλλαγής της ευθύνης των Εναγομένων. Πέραν των πιο πάνω, δεν χωρεί στη λογική των πραγμάτων από τη μια ο Εναγόμενος 2 να διαβεβαίωνε την Ενάγουσα για το ασφαλές της περιήγησης και από την άλλη να έβαζε τους επιβαίνοντες να υπογράφουν δήλωση αποποίησης ευθύνης. Η αναφορά τόσο της Ενάγουσας όσο και του ΜΕ6 πως ρώτησαν πολλές φορές τον αντιπρόσωπο για την ασφάλεια της περιήγησης και πως η Ενάγουσα ήταν υπερπροστατευτική για τα παιδιά της λογικά δεν συνάδουν με την αποδοχή της Ενάγουσας να υπογράψει δήλωση αποποίησης ευθύνης πριν επιβιβαστούν στο σκάφος. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία της Ενάγουσας και του ΜΕ6 περί διαβεβαιώσεων είτε από τον C είτε από τον Εναγόμενο 2 για το ασφαλές της περιήγησης. Αντιθέτως, το Δικαστήριο βρίσκει πως η Ενάγουσα αγόρασε τα εισιτήρια για την περιήγηση από τον αντιπρόσωπο και πως με την άφιξη της Ενάγουσας, του ΜΕ6 και των τριών παιδιών της στο λιμάνι της Αγίας Νάπας, τους ζητήθηκε και η Ενάγουσα συμπλήρωσε την άσπρη πρωτότυπη σελίδα στο Τεκμήριο 36, η οποία κατά τον χρόνο υπογραφής στο πάνω μέρος περιείχε τη δήλωση αποποίησης ευθύνης, όπως αυτή έχει καταγραφεί ανωτέρω. Ενώ η Ενάγουσα ανέφερε πως στο σκάφος επιβιβάστηκαν περί τα 14 άτομα, ο ΜΕ6 έκανε αναφορά για 22 άτομα με βάση προφανώς (και πάλι) το περιεχόμενο του βιβλίου, Τεκμήριο 36. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την επίδικη ημερομηνία μέχρι και τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρος στο Δικαστήριο, και είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη η αδυναμία μνήμης με ακρίβεια διαφόρων γεγονότων, εντούτοις θεωρώ ότι από τη στιγμή που τόσο η Ενάγουσα όσο και ο ΜΕ6 αναφέρονται σε γεγονότα χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη αδυναμίας μνήμης, τότε εύλογα το Δικαστήριο δύναται να εξαγάγει τα συμπεράσματα του ως προς την αξιολόγηση των σχετικών ισχυρισμών τους. Έτσι, θα ήταν αναμενόμενο ο ΜΕ6 να μην ήταν σε θέση να θυμηθεί τον ακριβή αριθμό των ατόμων που επιβιβάστηκαν στο σκάφος κατά την επίδικη μέρα παρά να προβάλει ένα σαφή ισχυρισμό, αποδεχόμενος βασικά το περιεχόμενο της σελίδας του Τεκμηρίου 36. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 36, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως κατά την επίδικη μέρα στο σκάφος επέβαιναν 22 επιβάτες, συν ο Εναγόμενος 2 ως κυβερνήτη και ακόμα ένα μέλος πληρώματος. Η Ενάγουσα και ο ΜΕ6 έδωσαν κάπως διαφοροποιημένες εκδοχές και ως προς τα σωσίβια. Η Ενάγουσα ανέφερε πως το μέλος του πληρώματος έδωσε σωσίβια στα παιδιά και όταν η Ενάγουσα ζήτησε ένα αυτός της απάντησε γελώντας πως δεν θα το χρειαζόταν, ενώ ο ΜΕ6 περιορίστηκε στην παράδοση σωσιβίων στα παιδιά χωρίς αναφορά στο αίτημα της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 2 με τη σειρά του επέμενε σταθερά πως είχε εφοδιάσει όλους τους επιβάτες με σωσίβια ως προβλέπουν οι κανονισμοί ασφάλειας. Επιπλέον η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν υπήρχαν ζώνες πρόσδεσης στο σκάφος, κάτι το οποίο ο ΜΥ1 παραδέχθηκε δίδοντας την καθόλα πειστική και λογική εξήγηση πως κάτι τέτοιο δεν απαιτείτο από τους κανονισμούς ούτε και για σκοπούς επιθεώρησης και μάλιστα μπορεί να είναι και επικίνδυνο, και πως απαιτείτο δια νόμου μόνο για ριψοκίνδυνες διαδρομές. Οι δύο πλευρές εξέφρασαν και διαφορετικές απόψεις ως προς τον τύπο των καθισμάτων, καθότι η Ενάγουσα και ο ΜΕ6 επέμεναν ότι ήταν ξύλινοι πάγκοι ενώ ο ΜΥ1 και ο Εναγόμενος 2 επέμεναν πως υπήρχε σφουγγάρι. Θεωρώ αξιόπιστη τη θέση του ΜΥ1 την οποία και τεκμηρίωσε λέγοντας πως σε τέτοια σκάφη πάντοτε υπάρχει σφουγγάρι πάχους επτά εκ. για να είναι μαλακά τα καθίσματα και να εξυπηρετούν ένα άνετο ταξίδι, για το οποίο αυτά τα σκάφη προορίζονται. Και ο Εναγόμενος κινήθηκε στα ίδια πλαίσια, λέγοντας με τη σειρά του πως σε όλα τα σκάφη αυτού του τύπου τα καθίσματα έχουν σφουγγάρι πάχους περίπου 10 εκ. συμπιεσμένο, δηλαδή πιο βαρετού τύπου από αυτά που τοποθετούνται στις καρέκλες, για να προσφέρουν ένα άνετο ταξίδι. Ο Εναγόμενος 2 επέμενε σε αυτό χαρακτηριστικά και με απόλυτο τρόπο στις επανειλημμένες υποβολές περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ότι πριν την επιβίβαση όλοι οι επιβάτες, συμπεριλαμβανομένων της Ενάγουσας και του ΜΕ6, προμηθεύτηκαν με σωσίβια, δεν υπήρχαν ζώνες ασφαλείας και οι πάγκοι στο σκάφος όπου κάθονταν οι επιβάτες είχαν σφουγγάρι για να προσφέρουν ένα άνετο ταξίδι. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οδηγός του σκάφους ήταν ο Εναγόμενος 2 ο οποίος σύμφωνα με την Ενάγουσα τους συστήθηκε ως T και συγκυβερνήτης ήταν ο κ. S ο οποίος, σύμφωνα και πάλι με την Ενάγουσα τους συστήθηκε ως S. Είναι κοινό έδαφος επίσης πως όταν επιβιβάστηκαν όλοι, ο Εναγόμενος 2 κάθισε στο πίσω μέρος του σκάφους και τους εξήγησαν τη διαδρομή και ότι υπήρχε ενδεχόμενο να βραχούν οι επιβάτες στις πίσω θέσεις που ήταν κοντά στην τιμονιέρα, λόγω κυματισμού. Έτσι, έγιναν κάποιες αλλαγές στις θέσεις των επιβατών, συμπεριλαμβανομένων της Ενάγουσας και του ΜΕ6 οι οποίοι μεταφέρθηκαν με τα παιδιά στο μπροστινό μέρος. Αφότου όλοι τακτοποιήθηκαν, είναι κοινώς παραδεκτό πως το σκάφος κατευθύνθηκε προς το Κάβο Γκρέκο όπου έγινε ένας σύντομος σταθμός στην περιοχή σπηλιές και μετά διέσχισε την περιοχή Πρωταρά προς τον κόλπο της Αμμοχώστου. Και πάλι ο δύο πλευρές συμφωνούν πως όταν έφθασαν σε σημείο ελεγχόμενο από την Κυπριακή Δημοκρατία, σταμάτησαν, τους πρόσφεραν ποτό, αναψυκτικό και νερό, και σάντουιτς και μετά τους ενημέρωσαν πως μπορούσαν να βουτήξουν εκεί. Ο ΜΕ6 βούτηξε στη θάλασσα. Επί τούτου ο ΜΕ6 ανέφερε πως πήγε για κατάδυση για περίπου 15-20 λεπτά, χωρίς να διευκρινίσει με ποιον τρόπο και επομένως γίνεται δεκτή η κοινή αναφορά της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2 πως ο ΜΕ6 βούτηξε με τη μάσκα. Σύμφωνα με την Ενάγουσα και τον ΜΕ6, μετά το σκάφος οδηγήθηκε πιο μέσα στη θάλασσα μήπως έβλεπαν δελφίνια και επειδή δεν υπήρχαν, τους ρώτησαν κατά πόσο ήθελαν να πάνε για κολύμπι ή να πήγαιναν στον κόλπο Nissi Beach και οι επιβάτες που κάθονταν πίσω προτίμησαν το δεύτερο. Ο Εναγόμενος 2 είπε πως μετά οι επιβάτες ενημερώθηκαν για την επιστροφή προς το Κάβο Γκρέκο και κάποιοι ζήτησαν να πάνε μέχρι το Nissi Beach για ένα επιπρόσθετο σταθμό. Επομένως, αποτελεί κοινό έδαφος πως πριν την έναρξη της επιστροφής και κατόπιν παράκλησης κάποιων επιβατών, το σκάφος θα πήγαινε στον κόλπο Nissi Beach για ένα επιπρόσθετο σταθμό ο οποίος σημειώνεται πως δεν ήταν εντός της καθορισμένης πορείας του σκάφους. Είναι κατά τη διαδρομή επιστροφής προς το Nissi Beach που η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι επεσυνέβη το ατύχημα. Κατ΄ αρχάς η Ενάγουσα και ο ΜΕ6 δέχονται ότι το ισχυριζόμενο ατύχημα επεσυνέβη όταν το σκάφος βρισκόταν σε απόσταση πέραν των 2 χιλιομέτρων από την ακτή. Ισχυρίζονται ότι επειδή η Ενάγουσα μούδιασε που κρατούσε την E που κοιμόταν, άλλαξαν θέσεις ούτως ώστε η Ενάγουσα πήγε στον πίσω πάγκο και ο ΜΕ6 στον μπροστά με τις πλάτες τους γυρισμένες. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ανέφερε τα εξής (παρ. 8-10 Γραπτής της Δήλωσης, Έγγραφο 1Β): «Το σκάφος ξεκίνησε να κινείται ξανά με προορισμό το Νίσσι. Σε αυτό το σημείο το σκάφος ξεκίνησε να πηγαίνει πιο γρήγορα. Αρχικά ήταν μερικά ανεβοκατεβάσματα τα οποία στη συνέχεια ξεκίνησαν να γίνονται πιο έντονα καθώς το σκάφος ανέπτυσσε ταχύτητα. Το σκάφος ξεκίνησε να πηγαίνει πιο γρήγορα και δεν είχα τίποτα για να κρατηθώ και να κρατήσω τον εαυτό μου σταθερό στο κάθισμα. Καθώς το πλοίο κτύπησε απότομα σε κύμα και ανέβηκε απότομα ψηλά κατεβαίνοντας πάλι απότομα, βρέθηκα ψηλά στον αέρα και μετά πέφτοντας κάτω, κάθισα με δύναμη κτυπώντας στον ξύλινο πάγκο που καθόμουν. Φοβήθηκα για τη δική μου ασφάλεια και των παιδιών μου. Πριν βρεθώ στον αέρα φώναξα στη M να κρατηθεί από το μεταλλικό κοντάρι μπροστά της. Βρεθόμουν [sic] στον αέρα κάθε φορά που το πλοίο κτυπούσε με δύναμη στα κύματα και μου ήταν αδύνατο να σταματήσω να πετάγομαι στον αέρα και να κάθομαι απότομα και με δύναμη στον ξύλινο πάγκο αφού δεν είχα κάτι για να κρατηθώ. Κάθισα αρκετές φορές απότομα αλλά μια μεγάλη εκτίναξη στον αέρα με κατέρριψε δυνατά πάνω στον πάγκο όπου προσγειώθηκα σκυφτή. Εκείνο ήταν το σημείο που αισθάνθηκα μια δυνατή θραύση στην πλάτη μου και ένιωσα μεγάλο πόνο. Κατάλαβα αμέσως ότι έσπασε η πλάτη μου, ωστόσο συνέχισα να πετάγομαι στον αέρα ανεξέλεγκτα από τον τρόπο με τον οποίο το σκάφος κτυπούσε στα κύματα, και κάθε φορά που ερχόμουν κάτω ένοιωθα ότι κτυπούσα σε τσιμεντένιο πεζοδρόμιο. Ήμουν εντελώς τρομοκρατημένη. Νόμιζα ότι θα σκοτωνόμουν. Δυσκολευόμουν να αναπνεύσω αφού ένιωθα μεγάλο πόνο στην πλάτη μου από το κτύπημα στο κάθισμα και προσπαθούσα να φωνάξω με την ελπίδα ότι κάποιος θα με άκουγε. Κανένας δεν μπορούσε να με ακούσει από τον θόρυβο που έκαναν οι μηχανές και διότι εκείνοι που κάθονταν στα πίσω καθίσματα φώναζαν διότι βρέχονταν. Κοίταξα τη M η οποία με παρακολουθούσε ξέροντας ότι κτύπησα. Η M άφησε το χέρι της από το μεταλλικό κοντάρι και προσπάθησε να φωνάξει στον T για να σταματήσει αλλά δεν την έβλεπε. To σκάφος συνέχισε να πηγαίνει πολύ γρήγορα και φώναξα στη M απλά να κρατηθεί. Όποτε ένιωθα το σκάφος να σηκώνεται προς το πάνω προσπαθούσα να σταθώ για να πάει το κτύπημα στα πόδια μου και να προστατεύσω την πλάτη μου αλλά συνέχισα να πέφτω με δύναμη πάνω στον πάγκο. Η M μου φώναξε να προσπαθήσω να βρω κάτι να κρατηθώ, φοβόμουν για την ασφάλεια της επειδή δεν μπορούσα να τη φτάσω. Μετά από περίπου 20 λεπτά το σκάφος άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα αφού πλησιάζαμε στο Νίσσι. Η M είπε στον D ότι είχα κτυπήσει και με ρώτησε τι έπαθα, τότε του είπα συγνώμη D έσπασα την πλάτη μου. Ήξερα ότι ήμουν σοβαρά τραυματισμένη.» Και κατά την αντεξέταση της η Ενάγουσα επανέλαβε βασικά την ίδια εκδοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, προσθέτοντας πως οι επιβάτες στα πίσω καθίσματα ανεβοκατέβαιναν με μικρές ανυψώσεις πάνω - κάτω και γελούσαν λόγω του ότι βρέχονταν. Ανέφερε επίσης πως η M κρατούσε με το ένα χέρι τη ράβδο και με το άλλο προσπαθούσε να γνέψει στον ΜΕ6 ή στον Εναγόμενο 2, όμως δεν την έβλεπαν και η Ενάγουσα της είπε να κρατηθεί στη ράβδο. Αναγνώρισε πως ο Εναγόμενος 2 είχε καθαρό οπτικό πεδίο από τη θέση του προς την Ενάγουσα και δήλωσε πως δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 αντιλήφθηκε την κατάσταση της. Η όλη περιγραφή αυτού του επίμαχου μέρους της διαδρομής της επιστροφής και γενικά η όλη συμπεριφορά της Ενάγουσας στο εδώλιο του μάρτυρος δεν έπεισαν το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται ότι δεν γίνεται δεκτή η αναφορά της πως δεν είχαν δοθεί σωσίβια στην ίδια και στον ΜΕ6 και πως οι πάγκοι του σκάφους ήταν ξύλινοι. Εκείνο όμως που προκάλεσε τη μεγαλύτερη εντύπωση στο Δικαστήριο είναι ότι αυτή η περιγραφή δεν χωρεί στη λογική των πραγμάτων. Ειδικότερα, είναι αξιοσημείωτο το ότι η ισχυριζόμενη οδήγηση του σκάφους προκάλεσε μόνο στην ίδια αυτές τις ιδιαίτερα μεγάλες και βίαιες αναπηδήσεις στον αέρα και μετά στο κάθισμα. Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια την Ενάγουσα, μόνο η ίδια αισθάνθηκε τέτοιες αναταράξεις, εφόσον η ίδια παρουσιάζει τους υπόλοιπους επιβάτες να φωνάζουν και κάποιοι να γελούν λόγω του ότι βρέχονταν και όχι διότι αισθάνονταν οτιδήποτε από το ταξίδι. Ακόμα και να ήθελε θεωρηθεί πως οι επιβάτες στα μπροστινά καθίσματα νιώθουν πιο έντονα τις αναταράξεις του σκάφους, παρόλο που δεν υπάρχει μαρτυρία προς τούτο, εντούτοις δεν έχει διαφανεί πως οι κόρες της Ενάγουσας και ειδικότερα η M που καθόταν δίπλα της αντιμετώπισε τέτοιο κίνδυνο με ψηλές και βίαιες αναταράξεις. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά της Ενάγουσας πως η M κρατιόταν από τη ράβδο που ήταν μπροστά της, αλλά είναι άξιον απορίας πώς η μικρή 10 ετών μπορούσε να κρατηθεί ασφαλής με το να κρατά ακόμα και με το ένα χέρι τη ράβδο ενώ η μητέρα της να πετιέται τόσο ψηλά. Ως θέμα κοινής λογικής είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να φανταστεί κάποιος την Ενάγουσα να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που η ίδια περιγράφει και μάλιστα για μια σχετικά μεγάλη και παρατεταμένη χρονική διάρκεια των 20 λεπτών, χωρίς ουδείς να αντιληφθεί τους πιθανούς κινδύνους αλλά κυρίως την κατάσταση της. Η ίδια κάνει λόγο για ανεβοκατεβάσματα, να βρίσκεται ψηλά στον αέρα, να πετάγεται στον αέρα, να κάθεται απότομα και με δύναμη στον ξύλινο πάγκο. Είναι δε ακόμα πιο απίθανο, ο Εναγόμενος 2 ο οποίος είχε απρόσκοπτη ορατότητα προς την Ενάγουσα και ακόμα και ο συγκυβερνήτης, για 20 ολόκληρα λεπτά, να μην μπόρεσαν να αντιληφθούν τις αναταράξεις της Ενάγουσας και τη βίαιη επιστροφή της στο κάθισμα στον πάγκο. Εξίσου απίθανο είναι επίσης ότι κανείς ανεξαιρέτως των επιβατών άκουσε τις φωνές της Ενάγουσας ή αντιλήφθηκε τον ισχυριζόμενο πόνο και δυσφορία της ή τις κινήσεις της κόρης της είτε προς τον Εναγόμενο 2 είτε προς τον ΜΕ6. Ακόμα και ο ΜΕ6 ο οποίος στην κυρίως εξέταση του δήλωσε πως όντως άκουσε τις φωνές της και είδε την Ενάγουσα να τραντάζεται πάνω κάτω στο κάθισμα δεν αντέδρασε ούτε και φώναζε για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση και το σκάφος ελαττώσει ταχύτητα. Υπενθυμίζεται πως πρόκειται για ένα σκάφος με 20 επιβάτες, ουδείς εκ των οποίων για 20 λεπτά αντιλήφθηκε οτιδήποτε για να δώσει σήμα στον Εναγόμενο 2 να ελαττώσει ταχύτητα. Ο ΜΕ6 ανέφερε πως κατά τη διαδρομή για το Nissi Beach το σκάφος άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα και να ανεβοκατεβαίνει. Πρόσεξε πως στο μπροστινό μέρος δεν υπήρχε τίποτα για να κρατηθεί κανείς από τα ανεβοκατεβάσματα του σκάφους μερικά από τα οποία ανέβαζαν το μπροστινό μέρος του απότομα ψηλά και απότομα έπεφτε κάτω και ξανά το ίδιο. Άκουσε φωνές της M και ενώ κρατούσε την E, γύρισε πίσω να δει τι συνέβαινε και είδε την Ενάγουσα να τραντάζεται πάνω κάτω στο κάθισμα χωρίς να μπορεί να κρατηθεί από κάπου και να κάθεται με δύναμη, δηλαδή να πετάγεται χωρίς να μπορεί να κρατηθεί από κάπου. Παρόλη την άσχημη της κατάσταση, η Ενάγουσα φώναξε στη M να κρατηθεί από ένα μεταλλικό κοντάρι που ήταν μπροστά της. Και ο ΜΕ6 είπε πως το ταξίδι διήρκησε περί τα 15-20 λεπτά και πως όταν το σκάφος ελάττωσε ταχύτητα και άρχισε να κινείται σταθερά, η M του είπε πως η μητέρα της κτύπησε και αυτός την είδε να κλαίει και να λέει ότι πονά, και όταν τη ρώτησε τι συνέβη, αυτή του είπε ότι έσπασε την πλάτη της. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκδοχή της Ενάγουσας ισχύουν και για τον ΜΕ6. Επιπλέον, η μαρτυρία του παρουσιάζει και μια σοβαρή αντίφαση μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του καθότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως άκουσε τις φωνές της Ενάγουσας και την είδε που ανεβοκατέβαινε, στην αντεξέταση του έδωσε εντελώς διαφορετική εκδοχή, ήτοι πως δεν είχε ακούσει τη σύζυγο του και δεν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε παρά μόνο μόλις το σκάφος ελάττωσε ταχύτητα την είδε που έκλαιγε. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του σχετικού αποσπάσματος από τα πρακτικά (βλ. πρακτικά ημ. 30.11.21, σελ. 7-8): «Ε. Κύριε μάρτυς, ήσασταν σχεδόν κολλημένος με τη σύζυγο σας και δεν πήρατε είδηση ότι κτύπησε; Α. Ήταν παρά πολύ θορυβώδης στο σκάφος λόγω του ότι ο κόσμος στο πίσω μέρος της βάρκας ούρλιαζε. Εγώ κρατούσα τη νεότερη μου κόρη σαν έτσι. . Και το κεφάλι μου ήταν πάνω από αυτήν. .Το άλλο μου χέρι, το αριστερό, κρατούσε πάνω στην πλευρά της βάρκας. Ήμουν τρομαγμένος, δεν άκουσα τη σύζυγό μου, αυτά. Δεν άκουσα ποτέ τη σύζυγό μου να ουρλιάζει από τον πόνο, δεν γνώριζα. Ε. Υπήρχε περίπτωση να μην φώναζε η σύζυγος σας; A. Δεν ξέρω. Ε. Αφού νιώσατε -- Α. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι έκλαιγε. Όταν το σκάφος ελάττωσε την είχα δει να το κάνει αυτό, να κλαίει. Ε. Νιώσατε από το σημείο που ήσασταν, μπορεί να μην το είδατε, αλλά νιώσατε τη σύζυγό σας να πετάγεται από το κάθισμά της, πέστε μας; Α. Όχι.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αυτές οι διαφορές αφορούν το πιο ουσιώδες ζήτημα της Αγωγής, ήτοι τις συνθήκες του ισχυριζόμενου ατυχήματος. Επαναλαμβάνεται πως δεν αναμένεται ο κάθε μάρτυρας να θυμάται με επαρκή λεπτομέρεια τα γεγονότα μετά την πάροδο τόσων ετών, πλην όμως εδώ ο ΜΕ6 περιγράφει τα γεγονότα, στον βαθμό που τα θυμάται βεβαίως, και λίγο αργότερα, στην αντεξέταση του, τα αναιρεί και δίδει μιαν εντελώς διαφορετική εκδοχή. Αυτό πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου τόσο η Ενάγουσα όσο και ο ΜΕ6 δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι κατέθεσαν με ειλικρίνεια για τις συνθήκες του ισχυριζόμενου ατυχήματος. Εδώ σημειώνεται ότι η αξιόπιστη και αποδεκτή ιατρική μαρτυρία δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, αυτή εκλαμβάνει ως δεδομένο το ισχυριζόμενο ατύχημα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η περιγραφείσα από τους ΜΕ2 και ΜΕ3 κατάσταση της Ενάγουσας, ιατρική και ψυχολογική, είναι επιστημονικά ορθή και κυρίως ότι αυτή εξελίχθηκε με την πάροδο των ετών αποκλειστικά και μόνο συνεπεία των όσων επεσυνέβησαν κατά την επίδικη μέρα. Ο Εναγόμενος 2 έδωσε μια καθόλα ολοκληρωμένη και συνεπή εκδοχή αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Κατ΄ αρχάς ο Εναγόμενος 2 κατέθεσε με ευθύτητα και συνέπεια πως πάντοτε στην περιοχή υπάρχει λίγο κύμα μεταξύ 30-50 εκ., ότι η θάλασσα είναι εντελώς ήρεμη όταν φυσά βόρειος άνεμος και ότι ο μόνος τόπος όπου πάντοτε υπάρχει λίγη θάλασσα είναι εκεί όπου σμίγουν δύο θάλασσες, όπως στο Κάβο Γκρέκο. Επομένως, διεφάνη ότι ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα την κατάσταση, χωρίς να προσπαθήσει να καταδείξει ότι στην θαλάσσια περιοχή της επίδικης περιήγησης η θάλασσα είναι πάντοτε ήρεμη. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι πάντα υπάρχει λίγη θάλασσα, περιέγραψε πότε έχει κύμα και ανέφερε πειστικά πως όταν υπάρχει αρκετό κύμα, τότε η Λιμενική απαγορεύει την περιήγηση και τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Ήταν κατηγορηματικός πως εκείνη τη μέρα δεν υπήρχε κύμα πάνω από 50εκ. Η αντικειμενικότητα του Εναγομένου 2 ενισχύεται και από την αναφορά του περί γενικότερα της συμπεριφοράς του επίδικου σκάφους, ως σκάφος που δεν βυθίζεται, μπορεί να ταξιδέψει σε κύμα μέχρι και 4μ., και ότι το σχήμα V του δίνει ευστάθεια ανεξαρτήτως ταχύτητας. Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε επίμονα ότι κατά την επιστροφή προς το Nissi Beach ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα και πως λόγω των κυμάτων το σκάφος και η πλώρη ανεβοκατέβαιναν επικίνδυνα. Ο Εναγόμενος 2 ήταν σαφής πως δεν πήγαινε με ταχύτητα, επισημαίνοντας πως υπήρχαν και παιδιά στο σκάφος και μάλιστα κοιμόντουσαν κατά τη διαδρομή και επέμενε πως θα έβλεπε οποιονδήποτε επιβάτη αν εκτινασσόταν και θα σταματούσε. Αυτή η αναφορά του, στην οποία παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, κρίνεται καθόλα λογική και πειστική καθότι αφενός είχε ορατότητα προς όλους τους επιβάτες του σκάφους και αφετέρου θα ήταν παντελώς παράλογο αν έβλεπε κάποιον επιβάτη να εκτινάσσεται βίαια, ως η Ενάγουσα, ή να πονά ή κλαίει, να μην ελάττωνε ταχύτητα ή σταματούσε ή ακόμα κάποιος άλλος να του έλεγε να το πράξει. Όπως δήλωσε και ο ίδιος, θα ήταν πράγματι αδύνατο να μην αντιληφθεί την κατάσταση της Ενάγουσας σε απόσταση οκτώ μέτρων, θέση η οποία εύλογα οδηγεί το Δικαστήριο στο ότι όχι μόνο ο Εναγόμενος 2 αλλά και ο συγκυβερνήτης ή κάποιος άλλος επιβάτης του σκάφους θα την έβλεπαν αν πράγματι συμπεριφερόταν όπως η ίδια περιέγραψε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία της Ενάγουσας και του ΜΕ6 αναφορικά με το ισχυριζόμενο ατύχημα την οποία και απορρίπτει ως μη αξιόπιστη. Αντιθέτως το Δικαστήριο δέχεται τη μαρτυρία του Εναγομένου 2 και επομένως καταλήγει ότι κατά την επιστροφή προς το Nissi Beach δεν υπήρχε κύμα που να ξεπερνά τα 50εκ., ακόμα και στην περιοχή Κάβο Γκρέκο, και ο Εναγόμενος 2 δεν ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε εύρημα πως η Ενάγουσα εκτινασσόταν βίαια και επανειλημμένα και καθόταν βίαια στον πάγκο για περίπου 20 λεπτά. Είναι κοινώς αποδεκτό πως όταν το σκάφος προσέγγιζε το Nissi Beach η Ενάγουσα μεταφέρθηκε με τη βοήθεια του S στο πίσω μέρος του σκάφους. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η M είπε στον ΜΕ6 πως η Ενάγουσα είχε κτυπήσει και όταν ο ΜΕ6 τη ρώτησε τι έπαθε, αυτή του ζήτησε συγνώμη και του είπε ότι έσπασε την πλάτη της, πονούσε και έκλαιγε. Τότε ο ΜΕ6 φώναξε στον S και του είπε ότι η Ενάγουσα είχε κτυπήσει στην πλάτη και ο S την πήρε από τα χέρια και τη μετέφερε στο πίσω μέρος του σκάφους, λέγοντας στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει προσεκτικά πίσω στο λιμάνι. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι με την άφιξη του σκάφους στο λιμάνι της Αγίας Νάπας, αποβιβάστηκαν όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες και η Ενάγουσα με τον ΜΕ6 τελευταίοι. Η Ενάγουσα ανέφερε πως με τη βοήθεια του ΜΕ6 έπρεπε να περάσει αργά από το πλάι του σκάφους και πάνω στην αποβάθρα, στριμώχτηκε στο έδαφος και ο Εναγόμενος 2 της είπε όταν νιώσει καλύτερα να πάει να την κεράσει ένα ποτό. Προσπάθησε να καθίσει σε μια καρέκλα και δεν μπορούσε, ξέσπασε υστερικά λόγω του πόνου και ο ΜΕ6 κάλεσε ταξί. Κάθισε μπροστά και όταν την είδε ο οδηγός του ταξί, της είπε ότι θα την έπαιρνε στο Νοσοκομείο Αγίας Νάπας. Και στην αντεξέταση της η Ενάγουσα επανέλαβε αυτή τη θέση, λέγοντας όμως ότι ο οδηγός ταξί την πήρε στην Κλινική Napa Olympic. Εκείνη ανέφερε επίσης πως όταν κατέβηκε από το σκάφος, ο οδηγός ταξί κατάφερε να φθάσει μέχρι το λιμανάκι αφού μετακίνησε τις μπάρες που εμπόδιζαν την πρόσβαση. Εδώ παρατηρείται μια αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της Ενάγουσας και του ΜΕ6. Ενώ η Ενάγουσα αναφέρει πως πριν την αποβίβαση τους από το σκάφος είπε στον ΜΕ6 ότι έσπασε την πλάτη της, ο ΜΕ6 δηλώνει πως μέχρι την αποβίβαση τους από το σκάφος δεν γνώριζε πόσο σοβαρά τραυματισμένη ήταν η Ενάγουσα, όπως καταγράφεται στο απόσπασμα των πρακτικών ημ. 29.10.21 ανωτέρω. Αυτή η αντίφαση αφορά καίριο για την υπόθεση ζήτημα και επομένως πλήττει την αξιοπιστία των δύο αυτών μαρτύρων. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αν πράγματι είχαν έτσι τα πράγματα, το πρώτο μέλημα λογικά θα ήταν η αποβίβαση πρώτα της Ενάγουσας και η μεταφορά της σε γιατρό και όχι να αναμένει να αποβιβαστεί τελευταία. Επιπλέον, προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη η Ενάγουσα να αισθάνεται ότι υπέστη σοβαρό τραυματισμό και να υποφέρει από τους πόνους αλλά να μην ζήτησε ούτε η ίδια ούτε και ο ΜΕ6 να την πάνε νοσοκομείο ή κλινική. Δεν χωρά στη λογική των πραγμάτων η θέση τόσο της Ενάγουσας όσο και του ΜΕ6 πως είναι ο οδηγός του ταξί που τους πρότεινε να τους πάει στην κλινική. Επιπλέον η Ενάγουσα δεν αναφέρει ότι ήθελε να πάει στο διαμέρισμα της για να ξαπλώσει, παρά μόνο αυτό λέχθηκε από τον ΜΕ6. Αυτή η αναφορά δεν συνάδει με την περιγραφή από την ίδια την Ενάγουσα αλλά και τον ΜΕ6 της κατάστασης της, ούτως ώστε να θεωρείτο φυσιολογικό και αναμενόμενο αυτή να ζητούσε να πάει να ξαπλώσει και όχι να πήγαινε απ΄ ευθείας σε ένα γιατρό. Ο Εναγόμενος 2 είπε ότι όταν έφθασαν στο Nissi Beach, ο S είπε πως κάποια κυρία είχε πονέσει τη μέση της και αφού εισήλθαν εντός του κόλπου, τη μετέφεραν στο πίσω μέρος και την έβαλαν να καθίσει πολύ κοντά στο τιμόνι. Η Ενάγουσα ζήτησε να επιστρέψει στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας και όταν έφθασαν εκεί η Ενάγουσα κατέβηκε και διένυσε πεζή περί τα 700μ. στο σημείο των ταξί και επιβιβάστηκε σε ένα. Ο Εναγόμενος 2 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και κατά την αντεξέταση του. Επέμενε πως η Ενάγουσα είχε επιβιβαστεί κανονικά επί του σκάφους. Μάλιστα, δεν δίστασε να υπενθυμίσει, ουδέτερα και αντικειμενικά, πως δεν είναι γιατρός για να απαντήσει κατά πόσο την ώρα που έμπαινε στο σκάφος η Ενάγουσα ήταν καθόλα εντάξει, δηλαδή ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και δη με τη μέση της. Αρνήθηκε επίμονα τις υποβολές ότι η Ενάγουσα ούρλιαζε από τους πόνους και δεν μπορούσε καν να περπατήσει. Δέχθηκε μόνο πως όταν περπατούσε προς το σημείο των ταξί, είχε το χέρι της στη δεξιά πλευρά στη μέση της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα για την κατάσταση της Ενάγουσας όταν εισήλθε του σκάφους και δέχεται πως κατά την επιστροφή προς το Nissi Beach η Ενάγουσα προφανώς αισθάνθηκε κάποια δυσφορία ή πόνο, εξ ου και μεταφέρθηκε με τη βοήθεια του S στο πίσω μέρος του σκάφους. Δέχεται επίσης πως όταν επέστρεψαν στο λιμάνι της Αγίας Νάπας, μετά την αποβίβαση της η Ενάγουσα περπάτησε περί τα 700μ. μαζί με τον ΜΕ6 και μπήκαν σε ταξί το οποίο τους οδήγησε στο ιδιωτικό νοσοκομείο Napa Olympic. Έχει ήδη λεχθεί πως η Ενάγουσα παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες ή θεραπεία της στην Ιρλανδία. Στην κυρίως εξέταση της η ίδια περιορίστηκε σε μια ιδιαίτερα λακωνική περιγραφή της όποιας θεραπείας της αφότου επέστρεψε στη χώρα της. Αναφέρθηκε στη δυσκολία του ταξιδιού της επιστροφής, αφού έφυγε με μια σπονδυλική σανίδα με τη συνοδεία γιατρού, μέσω διαφόρων χωρών, και στην Ιρλανδία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Craigon Area Hospital. Είπε μόνο πως παρέμεινε στο νοσοκομείο στο Δουβλίνο για μεγάλο διάστημα όπου έλαβε φυσιοθεραπεία και υπεβλήθη σε απάλυνση πόνου, δίδοντας βαρύτητα στις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν πήγε στο σπίτι, στις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν σε αυτό και κυρίως στον έντονο πόνο και τα ψυχολογικά κατάλοιπα που ένιωθε. Στην αντεξέταση της και πάλι ανέφερε μόνο ότι όταν πήγε στο σπίτι, ερχόταν κάποιος για φυσιοθεραπεία καθημερινά και έκανε και υδροθεραπεία στο νοσοκομείο όπως και θεραπεία για την κοιλιά. Έπαιρνε επίσης μορφίνη για τον πόνο. Αυτές όμως οι αναφορές της ήταν πολύ λακωνικές και κυρίως δεν συνοδεύονταν από οποιοδήποτε έγγραφο που να δείχνει την κατάσταση της. Για να δικαιολογήσει αυτή την παράλειψη, η Ενάγουσα έδωσε διαφορετικές και αντιφατικές εκδοχές. Αρχικά δήλωσε ότι το 2010 που ταξίδεψε στην Κύπρο μετέφερε όλα τα έγγραφα στη βαλίτσα της η οποία χάθηκε και επομένως δεν έχει πλέον οτιδήποτε στην κατοχή της. Αυτή όμως η αναφορά της καταρρίπτεται από την ίδια καθότι σε αυτή τη βαλίτσα η ίδια συμπεριέλαβε και μεταγενέστερα του 2010 έγγραφα! Όταν της υποδείχθηκε αυτό, τότε η ίδια έδωσε την απάντηση πως δεν γνωρίζει, δεν ήταν καλά τότε και μπορεί να τα έχασε και στο σπίτι. Ούτε και η μετέπειτα δικαιολογία πως δεν έχει πρόσβαση στα αρχεία του νοσοκομείου στη Βρετανία κρίνεται πειστική. Μπορεί να μην έχει πρόσβαση, αλλά είναι αδύνατο να μην υπάρχει η δυνατότητα να λάβει κάποια αντίγραφα ή κάποια έγγραφα που να δείχνουν την ιατρική της κατάσταση, ειδικότερα αν ο λόγος για τον οποίο αυτά ζητούνται είναι η παρουσίαση τους σε δικαστική διαδικασία και δη στο εξωτερικό. Αργότερα δε η ίδια από μόνη της αναγνώρισε τέτοια δυνατότητα, καθότι είπε ότι και το 2011 χάθηκαν τα έγγραφα στο νοσοκομείο στη Βόρεια Ιρλανδία και ότι θα μπορούσε να αποταθεί στο νοσοκομείο, να πληρώσει και λάβει τις ακτινολογικές εξετάσεις MRI. Η σύμπτωση απώλειας των εγγράφων, η μη προβολή ικανοποιητικής δικαιολογίας και γενικά η παράλειψη παρουσίασης αυτών δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία προς το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να αποκαλύψει την αληθή και ακριβή εικόνα των γεγονότων. Τα μοναδικά έγγραφα που αφορούν την κατάσταση της Ενάγουσας είναι οι αποδείξεις που παρουσίασε για εξετάσεις οστεοπόρωσης και αρθρίτιδας το 2010, Τεκμήρια 20 και 21, τα οποία δεν δύνανται να αποτελέσουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα από το Δικαστήριο και φυσικά να συνδεθούν με οποιαδήποτε συμπεριφορά των Εναγομένων. Σημειώνεται ακόμα πως η Ενάγουσα παρουσίασε ένα τιμολόγιο και μια απόδειξη πληρωμής ημ. 2.11.10 για εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, Τεκμήρια 29 και 30 αντίστοιχα, χωρίς όμως να παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να συνδέει ενδεχομένως αυτή την εξέταση με τον ακτινολογικό έλεγχο ημ. 1.11.10 στον οποίο έκανε αναφορά ο ΜΕ3 ή να επεξηγεί το αποτέλεσμα αυτών των εξετάσεων. Όλα τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία παρουσίασε, Τεκμήρια 17-19, 22-28 και 31-35, αφορούν σε βεβαίωση για το εισόδημα της Ενάγουσας για το 2006 και πληρωμές για ιατρικά έξοδα στην Κύπρο, για εργασίες ή αγορές αναφορικά με το σπίτι στην Ιρλανδία, για αεροπορικά εισιτήρια, για εισιτήρια τρένων, για ταξί, για ενοικίαση αυτοκινήτου, για τους Άγγλους δικηγόρους και για τα έξοδα διακοπών τους κατά την επίδικη περίοδο. Και για το θέμα της χειρουργικής επέμβασης, η Ενάγουσα έδωσε ασυνάρτητες και μη πειστικές απαντήσεις. Αρχικά εξέφρασε τη θέση πως δεν υπεβλήθη σε επέμβαση γιατί το νεύρο αφέθηκε για πολύ καιρό και έπαθε ζημιά, αποδίδοντας αυτή την κατάσταση στην άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας να πληρώσει γι΄ αυτή. Ακολούθως αναγνώρισε πως ενώ ο ΜΕ3 της συνέστησε να υποβληθεί σε επέμβαση, μετά από δύο έτη, ήτοι το 2008, ο ΜΕ3 την ενημέρωσε πως η ασφαλιστική δεν πλήρωνε γι΄ αυτό. Μάλιστα η ίδια ανέφερε πως δεν ενδιαφέρθηκε στο μεσοδιάστημα να μάθει τι έγινε, κάτι το οποίο προκαλεί έκπληξη και δεν κρίνεται λογικό. Η ίδια δε δήλωσε επανειλημμένα πως δεν είχε ενημερωθεί από τους Άγγλους δικηγόρους της ότι υπέβαλαν απαίτηση στην ασφαλιστική. Ακολούθως ανέφερε πως ο γιατρός στην Αγγλία διαφωνούσε ότι έπρεπε να υποβληθεί σε επέμβαση λόγω της πολυπλοκότητας της. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Ενάγουσας και του ΜΕ6 και επομένως αδυνατεί να καταλήξει σε εύρημα πως επεσύνεβη ατύχημα με το επίδικο σκάφος, και μάλιστα όπως το περιέγραψαν αυτοί οι δύο μάρτυρες. Αυτή η κατάληξη καθιστά ακόμα πιο τρωτή και τη μαρτυρία των γιατρών, ΜΕ2 και 3, στον βαθμό που αυτοί συνέδεσαν την κατάσταση της Ενάγουσας με το επίδικο ατύχημα. Σημειώνεται ειδικά πως το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει ότι η κατάσταση της Ενάγουσας συνδέεται με ατύχημα σε σκάφος και ειδικότερα με κτύπημα σε ξύλινο κάθισμα στο σκάφος, εφόσον το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι τα καθίσματα ήταν ξύλινα αλλά ότι ήταν επενδυμένα με σφουγγάρι. Ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω και της γενικής αρνητικής εντύπωσης που προκάλεσαν η Ενάγουσα και ο ΜΕ6, το Δικαστήριο δεν δύναται να δεχθεί ούτε και τη μαρτυρία τους αναφορικά με την κατάσταση της Ενάγουσας όπως αυτή εξελίχθηκε στην Ιρλανδία, ειδικότερα τις αλλαγές στη ζωή της με την ανικανότητα της για εργασία και φροντίδα των παιδιών της και την καταβολή εξόδων για αλλαγές στο σπίτι λόγω της κατάστασης της. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με τις προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με την παραγραφή και τη δικαιοδοσία. Αναφορικά με το ζήτημα της παραγραφής, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων ήγειρε το ζήτημα μόνο με μιαν απλή αναφορά στο ιστορικό της Αγωγής, το οποίο θα παρατεθεί πιο κάτω, και επομένως θεωρώ ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν προωθείται και έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, η Αγωγή είχε αρχικά καταχωριστεί εναντίον μόνο της Εναγομένης 1 στη βάση αμέλειας και ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος και ακολούθως στις 26.11.10 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για την προσθήκη του Εναγομένου 2, την τροποποίηση της αξίωσης της για να συμπεριλαμβάνει και τον Εναγόμενο 2 και την προσθήκη νέας βάσης αγωγής εναντίον του στηριζόμενη σε παράβαση συμφωνίας θαλάσσιας μεταφοράς. Η αίτηση εκδικάστηκε και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 13.5.11 αποφάσισε ότι το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας είχε ήδη παραγραφεί και επέτρεψε την προσθήκη του Εναγομένου 2 και την τροποποίηση της απαίτησης εναντίον του στη βάση της παράβασης θέσμιου καθήκοντος και συμφωνίας θαλάσσιας μεταφοράς. Σημειώνεται ότι το ιστορικό της Αγωγής αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός όπως καταγράφεται σε σχετικό κείμενο και κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 21.11.11 και συμπεριλαμβάνει ισχυρισμούς και αξίωση εναντίον του Εναγομένου 2 στη βάση αμέλειας και ή παράβασης νόμιμου καθήκοντος, για την οποία παρατίθενται και λεπτομέρειες, και ή συμφωνίας θαλάσσιας μεταφοράς. Παρόλο που δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκ μέρους των Εναγομένων ως προς το μέρος της έκθεσης απαίτησης που αφορά ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγομένου 2, εντούτοις θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί και η αξίωση στη βάση αμέλειας δεν είναι επιτρεπτή με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψιν. Το παρόν Δικαστήριο θεωρεί πως δεν είναι δυνατή η παράκαμψη και μη συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου με αυτόν τον τρόπο, από τη στιγμή που το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπάρχει παραγραφή και δεν επέτρεψε την προσθήκη της. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν το παρόν Δικαστήριο μπορούσε να λάβει υπόψιν τους ισχυρισμούς για αμέλεια, τότε δεν θα μπορούσε να εξετάσει το ζήτημα παραγραφής καθότι αυτό έχει ήδη αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής με την προαναφερόμενη απόφαση. Αναφορικά με τις βάσεις αγωγής για παράβαση θέσμιου καθήκοντος και συμφωνίας θαλάσσιας περιήγησης, εκ του περισσού κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως με βάση το άρθρο 5 του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, αυτές δεν έχουν παραγραφεί καθότι η Αγωγή ηγέρθη εντός έξι ετών από την γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την ημερομηνία του ισχυριζόμενου ατυχήματος 9.5.06. Εδώ σημειώνεται ότι η ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής θεωρείται η αρχική ημερομηνία καταχώρισης και όχι η ημερομηνία τροποποίησης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Νεοφύτου v. Malak κ.ά., Πολ. Έφ. 118/12, ημ. 21.6.18 και Αντωνίου v. Πεζίκη κ.ά., Πολ. Έφ. Ε146.20, ημ. 14.7.21. Αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, και πάλι με βάση τον φάκελο, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως στις 16.10.13 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, και κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 27.2.14 αποφάσισε όπως αυτές ακουστούν προδικαστικά. Με την απόφαση του ημ. 11.4.14 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αξίωση της Ενάγουσας εμπίπτει στην αποκλειστική πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 και απέρριψε την Αγωγή. Κατόπιν έφεσης, στην Πολ. Έφ. 111/14, ημ. 2.6.21, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε τα εν λόγω ζητήματα προδικαστικά και παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η Αγωγή αναβίωσε και επιστράφηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκδίκαση, επισημαίνοντας πως το ζήτημα της δικαιοδοσίας παραμένει ανοικτό. Η πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Αρχής Λιμένων Κύπρου κ.ά., Πολ. Έφ. 9/19, ημ. 3.3.22, περιέχει μια διαφωτιστική αναφορά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την εκδίκαση υποθέσεων Ναυτοδικείου σε πρώτο βαθμό στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το Ανώτατο Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης υποθέσεων Ναυτοδικείου σε πρώτο βαθμό με βάση το Άρθρο 19(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 29

(2)(α) του ιδίου Νόμου το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το αγγλικό δίκαιο, ως αυτό ίσχυε προ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως θα τροποποιείτο με νόμο της Δημοκρατίας. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι, εν προκειμένω, αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο η υπόθεση καλύπτεται από το Άρθρο 1
(1)(f) του Administration of Justice Act του 1956 (ο «Νόμος»), το οποίο προνοεί ως ακολούθως: ««1.-
(1)The Admiralty jurisdiction of the High Court shall be as follows, that is to say, jurisdiction to hear and determine any of the following questions or claims - . . . . . . . . . . . (f) any claim for loss of life or personal injury sustained in consequence of any defect in a ship or in her apparel or equipment, or of the master or crew thereof or of any other person for whose wrongful acts, neglects or defaults the owners, charterers or persons in possession or control of a ship are responsible, being an act, neglect or default in the navigation or management of the ship, in the loading, carriage or discharge of goods on, in or from the ship or in the embarkation, carriage or disembarkation of persons on, in or from the ship; Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, η απαίτηση θα πρέπει να ικανοποιεί τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται, ήτοι:
(1)Η απαίτηση είναι για απώλεια ζωής ή προσωπική βλάβη,
(2)Η απώλεια ζωής ή προσωπική βλάβη θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα είτε (α) οποιουδήποτε ελαττώματος του πλοίου ή του εξοπλισμού του ή (β) αδικοπραξίας ή παράλειψης των ιδιοκτητών του πλοίου, των ναυλωτών ή προσώπων που έχουν την κατοχή ή τον έλεγχο του πλοίου,
(3)Η αδικοπραξία, αμέλεια ή παράλειψη να σχετίζεται με την πλοήγηση, ή τη διαχείριση του πλοίου κατά τη φόρτωση, τη μεταφορά αγαθών από ή σε αυτό, ή την επέμβαση, μεταφορά ή αποβίβαση ατόμων στο ή από το πλοίο.» Βασικό αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των μερών είναι το κατά πόσο το επίδικο σκάφος αποτελεί πλοίο εντός της εννοίας του Νόμου. Επί αυτού του ζητήματος χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Πέτρου κ.ά. v. Του Πλεούμενου Submet (Αρ. 1)
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 609, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο νομοθετικός μας ορισμός είναι ευρύς. "Πλοίον" περιλαμβάνει "παν είδος σκάφους χρησιμοποιούμενον εν τη ναυσιπλοΐα, εφ' όσον δεν είναι κωπήλατον". Την ίδια ακριβώς έννοια αποδίδει στη λέξη "ship" το άρθρο 742 του "Merchant Shipping Act 1894". ""Ship" includes every description of vessel used in navigation not propelled by oars". Η έμφαση είναι του γράφοντος. Η φράση "used in navigation" συνεπάγεται κατά τον Meeson: " ... ... ... the consideration of two matters: the vessel herself, and the waters on which she is used. Thus the vessel must be capable of being used in navigation and the waters upon which she is actually used must be navigable waters." Ο δικαστής Sheen στην Steedman ν. Scofield, ανωτέρω, ερμηνεύει τον όρο "navigation" (ναυσιπλοΐα) ως εξής (σελ. 166): "Navigation is the nautical art or science of conducting a ship from one place to another. The navigator must be able
(1)to determine the ship's position and
(2)to determine the future course or courses to be steered to reach the intended destination ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... "Navigation" is not synonymous with movement on water. Navigation is planned or ordered movement from one place to another." Έχω την άποψη ότι η λέξη "πλοίο" στο νομοθετικό μας ορισμό εισάγει την έννοια του κοίλου σώματος, χωρίς να προσδιορίζεται το σχήμα. Έτσι δεν μπορεί να θεωρείται πλοίο ό,τι επιπλέει. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι πλοίο η σανίδα ή σχεδία από κορμούς δένδρων. Έτσι στη Steedman v. Scofield, ανωτέρω, το Jet-ski (βενζινοκίνητη λέμβος στην οποία μπορεί να επιβιβασθεί έναμόνο άτομο), κρίθηκε, ότι δεν ανταποκρίνεται στο νομοθετικό ορισμό του άρθρ. 742. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την παράγραφο 2 από τη σύνοψη: "
(2)to come within the definition of "ship" as used in the Merchant Shipping Acts the jet ski had to be a vessel used in navigation; a vessel was usually a hollow receptacle for carrying people and the word "vessel" was used to refer to craft larger than rowing boats and it included every description of watercraft used or capable of being used as a means of transportation on water; a jet ski was not a vessel." Η παράγραφος 3 της σύνοψης διευκρινίζει τη φράση "used in navigation" (χρησιμοποιούμενο στη ναυσιπλοΐα): "
(3)the phrase "used in navigation" conveyed the concept of transporting persons or property to an intended destination; navigation was not synonymous with movement on water but was planned or ordered movement from one place to another; a jet ski was capable of movement on water at very high speed but its purpose was not to go from one place to another; it might be possible to navigate a jet ski but it was not a vessel used in navigation." Θα επιστρέψω τώρα στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα αρ. 1. Στην παράγραφο 2 έχουμε κάποια περιγραφή του σκάφους. Είναι μήκους 12 μέτρων και πλάτους 7 μέτρων. Συμπληρώνει δε την περιγραφή του ο ομνύσας αναφέροντας ότι τούτο είναι "ειδικής κατασκευής για να μεταφέρει επιπλέον και ρυμουλκούμενο μεγάλου βάρους φορτίο ...". Το μόνο στοιχείο που αφορά την ταυτότητα του είναι το όνομα SUBMET που αναγράφεται σ' αυτό. Με αυτά τα δεδομένα αποκλίνω υπέρ της απόψεως ότι το επίδικο σκάφος μπορεί να θεωρηθεί "πλοίο" κατά την έννοια του νόμου και, συνεπώς, το ναυτοδικείο έχει δικαιοδοσία. Το σκάφος αυτό δε φαίνεται να διαθέτει αυτοδύναμη κίνηση. Όμως η αυτοδύναμη πλοϊμότητα δεν προκύπτει από τον ορισμό να τίθεται ως προϋπόθεση sine qua non. To σημείο αυτό υποστηρίξει η Καναδική υπόθεση R. ν. St. John Shipbuilding & Dry Dock [1981] 126 D.L.R.
(3d)353, που αναφέρει και σχολιάζει ο Meeson στη σελ. 21 του πιο πάνω συγγράμματος του "Admiralty Jurisdiction and Practice": "In a Canadian case a floating crane consisting of a heavy crane on a barge which is capable of carrying cargo but is primarily used to discharge cargo from ships and which is not self-propelled but moved by tugboats was held to be a ship on the ground that it was built to do something on water, requiring movement from place to place." Αναφορά επί του ιδίου θέματος γίνεται και στις υποθέσεις The "Mac" [1882] 6 P.O. 126 (C.A.), The "Mudlark" [1911] P. 116, The "Harlow" [1922] P. 175 και The "Champion" [1934]P.1, στις οποίες αποφασίστηκε ότι φορτηγίδες χωρίς αυτοδύναμη κίνηση, που τις ρυμουλκούσαν από τόπο σε τόπο, είναι πλοία κατά τη νομοθετική έννοια. Όπως πάλιν αναφέρει ο Meeson στη σελ. 19, η λέξη "includes" ("περιλαμβάνει" στον κυπριακό ορισμό): "predicates an "extensive", rather than an "exclusive" or "exhaustive" definiaition.." Όμοιο ορισμό παρέχουν οι ερμηνευτικές διατάξεις του Καν. 1 του περί Κυπριακού Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1893, όπως τροποποιήθηκε: "Ship" shall include every description of vessel used in navigation not propelled by oars only".» Ο δικηγόρος της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η λέξη «πλοίο» εισάγει την έννοια του κοίλου σώματος χωρίς να προσδιορίζεται το σχήμα, έτσι, κατά την άποψη του, το επίδικο σκάφος δεν είναι πλοίο επειδή είναι επίπεδων υφάλων. Αυτή η θέση καταρρίπτεται από το εύρημα του Δικαστηρίου πως το επίδικο σκάφος δεν ήταν επίπεδο αλλά σκάφος με τριγωνική καρίνα σχήματος V. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας θεωρεί επίσης πως το επίδικο σκάφος δεν ήταν σε ναυσιπλοΐα καθότι εκτελούσε περιήγηση από το λιμάνι της Αγίας Νάπας με επιστροφή σε αυτή. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή την προσέγγιση ως την ορθή ερμηνεία του όρου «ναυσιπλοΐα» ή «πλοήγηση». Το κριτήριο δεν είναι το συγκεκριμένο ταξίδι αλλά γενικά η δυνατότητα του σκάφους να περιηγείται από ένα τόπο σε άλλο, κάτι το οποίο σαφώς χαρακτηρίζει το επίδικο σκάφος, τόσο λόγω του τύπου του όσο και λόγω των ιδιοτήτων του σε σχέση με ταξίδια. Το γεγονός ότι η υπό κρίση περιήγηση αφορά την εκκίνηση από ένα σημείο και την επιστροφή στο ίδιο σημείο δεν σημαίνει πως το σκάφος δεν βρίσκεται σε ναυσιπλοΐα. Τέτοια προσέγγιση θα οδηγούσε σε παράλογα και παράδοξα αποτελέσματα. Το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση που καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 11.4.14, στη σελ. 9, πως «το κατά πόσο ένα θαλάσσιο σκάφος είναι «πλοίο» εν τη εννοία του νόμου, δεν έχει σχέση με το κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ταξιδεύει από ένα καθορισμένο μέρος σε άλλο, ούτε καν αν ταξιδεύει. Εάν ακολουθείτο η λογική που προτάσσει η πλευρά της Ενάγουσας τότε το ίδιο και αυτό σκάφος θα ήταν «πλοίο» κατά τη διάρκεια ταξιδιού του από το λιμανάκι της Αγίας Νάπας προς τη Μαρίνα Λάρνακας, αλλά δεν θα ήταν «πλοίο» κατά τους χρόνους που θα βρισκόταν αγκυροβολημένο στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας.» Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται πως το επίδικο σκάφος, λόγω του τύπου, των προδιαγραφών και των ιδιοτήτων του, αποτελεί «πλοίο» ικανό να χρησιμοποιείται σε ναυσιπλοΐα στην έννοια του Νόμου και εμπίπτει εντός των προνοιών του Administration of Justice Act 1968, άρθρο 1
(1)(f), το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρου. Συνακόλουθα, η αξίωση της Ενάγουσας εμπίπτει στην αποκλειστική πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του Ν.14/
  1. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αγωγή, τότε θα πρέπει να την παραπέμψει για εκδίκαση στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 64Α του Ν.14/
  2. Ο δικηγόρος των Εναγομένων εξέφρασε τη θέση πως μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξουσία να παραπέμψει τη διαφορά στο αρμόδιο Δικαστήριο και όχι αντίστροφα. Το άρθρο 64Α του Ν.14/60 προνοεί τα εξής: «64Α.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 22, 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εµπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρµόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέµπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρµόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(3)Σε περίπτωση παραποµπής, δυνάµει του παρόντος άρθρου, αγωγής ή αίτησης ή υπόθεσης σε καθ' ύλην αρµόδιο δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό σε διάστηµα τριάντα ηµερών από την παραποµπή εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαµβάνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.» Αυτό το ζήτημα έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο τόσο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας του δικαιοδοσίας όσο και της δευτεροβάθμιας κατ΄ εφέση. Ενώ στην πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του ως Ναυτοδικείου, υιοθετείται μια διασταλτική ερμηνεία του όρου αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, για να συμπεριλαμβάνει και το Ανώτατο Δικαστήριο ως Ναυτοδικείο (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Αρχής Λιμένων Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω), Αγαθοκλέους v. Louis Shipmanagement Ltd κ.ά.
(2015)1(A) A.A.Δ. 649 και Γρηγορίου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2448), κατ΄ έφεση δεν υιοθετήθηκαν οι εν λόγω υποθέσεις και αποφασίστηκε το αντίθετο και ως εκ τούτου η απόφαση του Εφετείου τυγχάνει εφαρμογής και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Σάββα v. Salamis Tours Limited, Πολ. Έφ. 184/17, ημ. 5.6.18, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: « Η πρόθεση του Νομοθέτη διακριβώνεται μέσα από το ίδιο το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου. Βασικός κανόνας ερμηνείας επιτάσσει όπως στις λέξεις, μέσω των οποίων συντελείται η μεταβίβαση της σκέψης του Νομοθέτη, θα πρέπει να δίδεται η απλή γραμματική έννοιά τους. Θα πρέπει, δηλαδή, να διαβάζονται με τη συνήθη, φυσική και γραμματική τους σημασία. Αν αυτή είναι καθαρή και δεν καταλήγει σε άτοπα αποτελέσματα ή μεγάλες δυσχέρειες δεν εγείρεται περαιτέρω ζήτημα ερμηνείας. Υπό το φως του πιο πάνω, χρυσού, όπως χαρακτηρίζεται, κανόνα ερμηνείας, προσεγγίσαμε το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 64Α
(4). Προκύπτει αβίαστα η αυστηρή παράθεση των συγκεκριμένων δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας που ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, εξειδίκευσε και σε σχέση με τα οποία και μόνο προέβλεψε δυνατότητα παραπομπής. Το ρήμα «περιλαμβάνει» που χρησιμοποιείται στο εν λόγω άρθρο, έχει κατά τον Μπαμπινιώτη: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β΄ έκδοση, σελίδα 1380-1381, την έννοια του περικλείω, εμπεριέχω, ενσωματώνω, εντάσσω. Η σημασία αυτή εκφράζεται είτε δυναμικά (περιλαμβάνω, περικλείω) είτε στατικά (περιέχω). Βασική σημασία όλων των ρημάτων αυτών είναι η δήλωση του «περιεχομένου», του ότι «κάτι τοποθετείται μέσα σε ορισμένα όρια». Έχει επίσης σημασία το γεγονός ότι τα μνημονευόμενα στο άρθρο 64Α
(4)δικαστήρια είναι όλα ειδικής δικαιοδοσίας, κατώτερα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, γεγονός όχι τυχαίο. Το Ναυτοδικείο ανήκε πάντοτε στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητας της θεματολογίας του και μόνο αργότερα, για ήσσονος σημασίας υποθέσεις, έγινε πρόνοια για ανάληψη δικαιοδοσίας από Επαρχιακά Δικαστήρια. Συνεπώς, δεν είναι τυχαία η αναφορά στην εξεταζόμενη πρόνοια του Νόμου στα συγκεκριμένα ειδικά δικαστήρια και μόνο. Υπό το πρίσμα αυτό δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε έρεισμα παρέμβασής μας υπό τη μορφή διασταλτικής ερμηνείας της ενώπιόν μας ξεκάθαρης νομοθετικής διάταξης. Τυχόν τέτοια επέμβασή μας θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη άσκηση νομοθετικής εξουσίας, διά της εισαγωγής, νέας, επιπρόσθετης πρόνοιας, που δεν ηθέλησε ο Νομοθέτης, στο σαφές, άλλωστε, νομοθετικό κείμενο. (Dias United Publ. Co. Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 550, 557-558.) Υπό το πρίσμα των όσων αναφέραμε, οι πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες βασίστηκε η επιχειρηματολογία της πλευράς της Εφεσείουσας, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Με βάση τα πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, σημειώνουμε ότι ορθά δεν εκδόθηκε διαταγή πρωτοδίκως, δεδομένης της προηγηθείσας συγκατάθεσης των Εφεσιβλήτων προς παραπομπή της υπόθεσης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Ναυτοδικείο. Δεν εντοπίζουμε όμως πλέον οποιοδήποτε λόγο να αποστούμε από τον γενικό κανόνα επιδίκασης εξόδων εις βάρος του αποτυχόντος διαδίκου. Συνεπώς, τα έξοδα της έφεσης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσιβλήτων και εις βάρος της Εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Πέραν της πιο πάνω κατάληξης πως δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία παραπομπής της παρούσας στο Ναυτοδικείο, σημειώνεται πως ακόμα και αν υπήρχε τέτοια δυνατότητα και πάλι αυτό στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ήταν εφικτό καθότι το άρθρο 64Α του Ν.14/60 προστέθηκε στον Ν.14/60 το 2009 και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Επομένως αυτό δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση καθότι η Αγωγή είχε εγερθεί πριν την προσθήκη του εν λόγω άρθρου, ήτοι το 2006. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις υποθέσεις Ορφανού v. Ονησιφόρου, Πολ. Έφ 27/13, ημ. 21.2.17 και Κούρου v. Κόνου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία απόφαση: «Περαιτέρω, το Άρθρο 64Α εισήχθηκε στις διατάξεις του Νόμου αρ. 14/60 στις 18.12.
  2. Μετά δηλαδή την έκδοση της πρωτόδικης απόφαση στις 20.10.
  3. Το λεκτικό της τροποποίησης δεν περιέχει αναδρομικότητα και αφορά βεβαίως υποθέσεις που καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο μετά την ημερομηνία έναρξης του νέου Άρθρου 64Α, ώστε να δίδεται η δυνατότητα παραπομπής υπόθεσης σε Δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εκεί όπου αυτή εμπίπτει στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του τελευταίου. Είναι γι' αυτό που το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε στη νομολογία περί συντρέχουσας δικαιοδοσίας για να αποφασίσει κατά πόσο ήταν εφικτή η διαβίβαση της υπόθεσης ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, (Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 87). Εφόσον δεν παρείχετο τέτοια ευχέρεια, η υπόθεση έπρεπε να απορριφθεί, (Βασιλειάδης ν. Βασιλειάδης
(1995)1 Α.Α.Δ. 328 και Efthymiades v. Zoudros
(1986)1 C.L.R. 341 και Toumain v. Χριστοδουλίδου
(2009)1 Α.Α.Δ. 881). Η απόφαση στη Λεφτής ν. Γεωργίου - ανωτέρω - δεν εφαρμόζεται εδώ. Εκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία ελλείψει δικαιοδοσίας. Δεν απέρριψε την αγωγή, όπως εδώ, ώστε αυτή να μην υφίσταται πλέον. Το Άρθρο 64Α εισήχθηκε στη νομοθεσία, όπως και η τροποποίηση του Άρθρου 21 του Νόμου αρ. 14/60 που επιτεύχθηκε με το Νόμο αρ. 118(Ι)/08 για να επιλύσει προβλήματα που ανεφύησαν στην πορεία του χρόνου από τις διατάξεις του Άρθρου 61, αλλά και της Δ.33 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδίδει διαταγή παραπομπής εκτός σε συντρέχουσες δικαιοδοσίες, (δέστε Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Τ & Μ Οικονόμου & Υιός Λτδ για Certiorari
(2011)1 Α.Α.Δ. 140. Δεν τυγχάνει όμως εφαρμογής σε προγενέστερες της τροποποίησης περιπτώσεις.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή η οποία εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Ναυτοδικείου. Ενόψει αυτής της κατάληξης και των όσων αναφέρονται ανωτέρω για τη μη δυνατότητα παραπομπής σε άλλο αρμόδιο Δικαστήριο, η Αγωγή απορρίπτεται. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, με βάση την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να καταδείξει την πρόκληση ατυχήματος και την όποια διασύνδεση του με την κατάσταση της. Ως εκ τούτου και πάλι επί της ουσίας η Αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.