ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Karousos & Chacholis Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 687/2013, 13/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A44 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 687/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- Karousos & Chacholis Constructions Ltd
- XXXXX Χαχολή Εναγόμενων Ημερομηνία: 13 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Η κα Ρ. Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1: Ο κ. Μ.Α. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2:. Ο κ. Γ.Φ. Πιττάτζης για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, σύμφωνα με τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, όταν ηγέρθη η αγωγή ήταν η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας η οποία ήταν δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τις διαδοχικές συγχωνεύσεις που ακολούθησαν με την πάροδο των χρόνων, αφού αρχικά μετονομάστηκε και ακολούθως συγχωνεύτηκε διαδοχικά ή την διαδέχθηκαν εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οι αποδεχόμενες Εταιρείες κατέληξε σήμερα να είναι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης κάθε φορά που υπήρχε αλλαγή καταχωρούνταν στο φάκελο του Δικαστηρίου οι προβλεπόμενες από τους Θεσμούς ειδοποιήσεις. Οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή της το υπόλοιπο δανείου που χορήγησαν στην εναγόμενη 1 την 01.09.
- Ενώ αρχικά το δάνειο είχε εξασφαλιστεί με υποθήκευση ακινήτου της εναγόμενης 1 στη συνέχεια, στις 31.10.2006, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να ακυρώσουν την υποθήκη νοουμένου ότι ο διευθυντής της εναγόμενης 1, εναγόμενος 2, θα εγγυόταν προσωπικά την εξόφληση του υπόλοιπου του δανείου όπως και έγινε με τη σύναψη σχετικής συμφωνίας εγγύησης. Αργότερα, λόγω της καθυστέρησης της πληρωμής του υπόλοιπου του λογαριασμού δανείου από την εναγόμενη 1, οι ενάγοντες ζήτησαν επιπλέον εξασφάλιση που συνίστατο στην ενεχυρίαση ή/και δέσμευση επιπρόσθετης κατάθεσης του εναγόμενου 2 την οποία διέθετε στους ενάγοντες η οποία ανερχόταν την 27.01.2010 στο ποσό των €602.563,96σ. πλέον 4,25% τόκους ετησίως. Επειδή ο λογαριασμός του δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις και αφού οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους, στις 27.01.2010 με επιστολή τους τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και κάλεσαν την εναγόμενη 1 να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου το οποίο κατέστη απαιτητό και ανερχόταν στο ποσό των €773.473,46σ. πλέον τόκους 7,5% ετησίως από 01.01.2010 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Οι ενάγοντες στις 02.05.2013 προχώρησαν σε κατάσχεση της ανωτέρω προθεσμιακής κατάθεσης του εναγόμενου 2 η οποία ανερχόταν στο ποσό των €647.513,34σ., ποσό το οποίο πίστωσαν στον λογαριασμό του δανείου της εναγόμενης
- Οι ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους το ποσό των €396.461,43σ. ως χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου και τόκους προς 7,5% ετήσια επί του ως άνω ποσού από 02.05.
- Οι εναγόμενοι στις ξεχωριστές υπερασπίσεις τους δεν αμφισβητούν και/ή ρητά παραδέχονται τα ακόλουθα:
- Την ιδιότητα των εναγόντων η οποία είναι αποδεκτή (παρ. 2 της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 γεγονός το οποίο στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 δεν αμφισβητείται.
- Τη σύναψη της συμφωνίας (Τεκμ. 2), ημερ. 01.09.1993 μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία είναι παραδεκτή. Σχετική είναι η παρ. 2 της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 και δεν υπάρχει ρητή άρνηση αυτής στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγόμενου
- Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν δικόγραφο είναι σιωπηρό ως προς ουσιώδη ισχυρισμό, τότε εξυπακούεται παραδοχή του ισχυρισμού (βλ. Δ.19 Θ. 11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, Precedents of Pleadings των Bullen and Leake and Jacob´s, 12η έκδοση, σελ. 77, Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874, Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Αθηνά Βαριάνου ν Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541).
- Η σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμ. 4) ημερ. 31.10.2006 μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου
- Σχετικές ως προς τούτο είναι η παρ. 2 της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 και η παρ. 1 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου 2, δια της οποίας δεν αρνείται τη σύναψη του Τεκμ.4 αλλά το οφειλόμενο υπόλοιπο του χρέους.
- Δεν υπάρχει ρητή άρνηση στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 και στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2, του γεγονότος της σύναψης της δέσμευσης κατάθεσης προθεσμίας (Τεκμ. 5), ημερ. 27.01.2010, μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 2 και μάλιστα ο τελευταίος παραδέχεται την σύναψη της με διαφοροποίηση ότι αφορά δέσμευση και όχι ενέχυρο.
- Οι ενάγοντες διεκδικούν μικρότερο ποσό από όσο με την αγωγή τους καθότι αυτό περιορίστηκε σε αυτό που προκύπτει στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7). Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση δεν αμφισβήτησαν τις χρεώσεις τόκου ή άλλως πως, αλλά αμφισβήτησαν ότι υπάρχει οφειλή καθότι, ως είναι η θέση τους, το υπόλοιπο εξοφλήθηκε εφόσον έγιναν καταθέσεις προς το διπλάσιο της αρχικής διευκόλυνσης.
- Οι εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν την παραβίαση των όρων της συμφωνίας και μάλιστα ότι δεν καταβάλλονταν οι συμφωνηθείσες δόσεις. Προώθησαν τη θέση ότι το χρέος έχει αποπληρωθεί εφόσον κατέβαλαν συνολικές πιστώσεις (συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης του γραμματίου του εναγόμενου 2) για ποσό διπλάσιο της αρχικής διευκόλυνσης. Ουσιαστικά όμως δεν αρνήθηκαν ότι δεν παραβιάστηκαν οι όροι με την μη καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων.
- Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν με το δικόγραφο της Υπεράσπισής τους την λήψη της επιστολής τερματισμού. Εντούτοις η μαρτυρία που προσκομίσθηκε για τον τερματισμό παρέμεινε αναντίλεκτη και το Τεκμ. 8 κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Ως εκ τούτου ως επίδικα θέματα που δεν αποτελούν το αποτέλεσμα ξεκάθαρης παραδοχής, είναι η απόδειξη του χρεωστικού υπόλοιπου και η απαίτηση πληρωμής. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Εκ μέρους των εναγόντων κατάθεσε ως μάρτυρας η κ. XXXXX Βασιλείου (Μ.Ε.1), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατά την παράθεση της μαρτυρίας της κατατέθηκαν όλα τα τεκμήρια (Τεκμ. 1 έως 10). Η μάρτυρας αντεξετάστηκε επί ορισμένων πτυχών της μαρτυρίας της. Μου προκάλεσε εν γένει καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της εφόσον απαντούσε ευθέως και σύμφωνα με τις δικές της γνώσεις επί των γεγονότων τα οποία γνώριζε προσωπικά η ίδια ή προέρχονταν από τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια. Η μάρτυρας ακόμα και με παραδοχές της κατέδειξε ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο αποσκοπούσε στο να εκθέσει τις απόψεις των εναγόντων προς απόδειξη όλων των ζητημάτων που απασχόλησαν και για τα οποία ερωτήθηκε είτε αυτά δεν αμφισβητήθηκαν είτε αμφισβητήθηκαν υπό την έννοια ότι η πλευρά των εναγόμενων της υπέβαλε τη διαφορετική θεώρηση που έχουν για κάθε επί μέρους ζήτημα το οποίο ενέταξαν στη σφαίρα της αμφισβήτησης τους. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και κρίνεται ως αξιόπιστη εφόσον βασιζόταν εκτός από την προσωπική γνώση των γεγονότων που είχε και στα έγγραφα που παρουσίασε και έτσι παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέτασή της με το σύνολο της μαρτυρίας της να παρέμεινε αναντίλεκτο. Κατά την αντεξέτασή της παρέμεινε σταθερή και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία της είχε λογική και συνέπεια και καθόλου δεν διαφάνηκε η οποιαδήποτε προσπάθεια καταφυγής της στο ψεύδος. Δεν παρατηρήθηκαν καν μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία της που και αν υπήρχαν δεν θα ήταν ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της (βλ. Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383 και Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ.1481). Από τη μαρτυρία της και τα τεκμήρια που κατάθεσε κρίνω ότι μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα σε συνδυασμό ασφαλώς με τη νομική πτυχή που διέπει αυτά. Οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες προκύπτουν οι πιο κάτω παραδοχές και/ή έχουν παραμείνει αναντίλεκτα (λόγω μη αντεξέτασης), τα πιο κάτω ουσιαστικά γεγονότα αλλά και έγγραφα:
- Ότι οι επίδικες συμφωνίες υπεγράφησαν μεταξύ των εναγόμενων και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας. Οι ενάγοντες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και ασχολούνταν μεταξύ άλλων με δάνεια, καταθέσεις και άλλες χρηματοπιστωτικές εργασίες και διευκολύνσεις μέχρι την 02.09.
- Από τις 03.09.2018 οι ενάγοντες μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ και έπαψαν να είναι Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, παρέμειναν όμως ως Συνεργατική Εταιρεία η λειτουργία της οποίας διέπεται, μεταξύ άλλων, από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 ως έχει τροποποιηθεί.
- Σύμφωνα με αναμφισβήτητη μαρτυρία κατά την 01.09.1993 στο χωριό Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν το επίδικο δάνειο για το ποσό των ΛΚ £200.000 (ήτοι €341.720,29.-) στην εναγόμενη
- Κατά την 01.09.1993 προς επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας η εναγόμενη 1 υπέγραψε σχετική συμφωνία με τους ενάγοντες (Τεκμ. 2). Οι εναγόμενοι 1, προέβηκαν σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού των ΛΚ £200.000.- του δανείου και ανοίχθηκε προς τούτο λογαριασμός.
- Η επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, με έγγραφη συμφωνία εγγραφής υποθήκης σε ακίνητο τους δεν θα με απασχολήσει εφόσον αυτή όπως προανέφερα ακυρώθηκε και το δάνειο εγγυήθηκε γραπτώς και υπό τύπο συνεχούς εγγυήσεως ο εναγόμενος 2 (Τεκμ. 3 και 4).
- Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 2 κατά την 27.01.2010 υπέγραψε συμφωνία με τους ενάγοντες αναφορικά με την εμπρόθεσμη κατάθεση που διέθετε στους ενάγοντες με όλους τους αναλογούντες τόκους αυτής, για σκοπούς εξασφάλισης όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου, προς τους ενάγοντες, δίδοντας στους ενάγοντες το δικαίωμα να κρατούν το ποσό αυτής και τους αναλογούντες τόκους δεσμευμένο και παρέχοντας τους το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσουν σύμφωνα με την απόλυτη κρίση τους και χωρίς να δίδουν ειδοποίηση στον εναγόμενο 2, να χρησιμοποιούν το ποσό που δεσμεύτηκε για εξόφληση ολόκληρου ή μέρους οποιασδήποτε υποχρέωσης εξασφαλίζει. Ο δε εναγόμενος 2 εξουσιοδότησε ανέκκλητα τους ενάγοντες όπως διενεργήσουν την οποιαδήποτε μεταφορά προς τον εν λόγω σκοπό (Τεκμ. 5).
- Δυνάμει των όρων της ως άνω συμφωνίας δανείου η οποία έφερε τον τίτλο «ΓΡΑΜΜΑΤΙΟΝ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΝ» κατά καιρούς, υπήρξε διαφοροποίηση στο επιτόκιο. Το επιτόκιο του δανείου διακυμάνθηκε από της παροχής του σε διάφορα ποσοστά όπως με λεπτομέρεια αναφέρθηκε η Μ.Ε.1 ξεκινώντας από το 9% που ήταν το επιτόκιο κατά την παροχή του δανείου μέχρι και που μηδενίστηκε από 01.01.2016 μέχρι σήμερα.
- Δεν αμφισβητήθηκε επίσης καθ' οιονδήποτε τρόπο η αναφορά της Μ.Ε.1 (παρ. 18 και 18.1 του Εγγράφου Α) ότι ως η πάγια πρακτική και πολιτική των εναγόντων σε σχέση με όλες τις πληρωμές, το ποσό που κατασχέθηκε από την εμπρόθεσμη κατάθεση του εναγόμενου 2, λογίστηκε πρώτα έναντι των οφειλόμενων τόκων και οποιοδήποτε υπόλοιπο λογίστηκε έναντι του κεφαλαίου. Το ίδιο ίσχυε και σε σχέση με όλες τις προηγούμενες πληρωμές. Ούτε και αμφισβητήθηκε η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 6), όπως και οι χρεώσεις και πιστώσεις σε αυτή. Ούτε αμφισβητήθηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7) και οι χρεώσεις και πιστώσεις σε αυτή. Ούτε και αμφισβητήθηκε ότι οι καταχωρίσεις τόσο στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 6), όσο και στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7), είναι από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων, οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων, βρίσκονται υπό τη φύλαξη και έλεγχο των εναγόντων και ότι το αντίγραφο συγκρίθηκε με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Δεν αμφισβητήθηκε η ορθή αποστολή (και κατ' επέκταση λήψη) των επιστολών (Τεκμ. 9 και 10). Οι επιστολές στο Τεκμ. 10 υπογράφονται από την Μ.Ε.1 η οποία και τις απέστειλε η ίδια, όπως ανέφερε. Ούτε αμφισβητήθηκε η ορθή αποστολή (και κατ' επέκταση λήψη) της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 27.01.2010 (Τεκμ. 8).
- Οι εναγόμενοι λάμβαναν κατάσταση λογαριασμού σε τακτικά διαστήματα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν τις χρεώσεις στον λογαριασμό. Από την άλλη, σύμφωνα με τη Μ.Ε.1 (παρ. 21.3 του Εγγράφου Α), οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία ότι σε οποιοδήποτε στάδιο διαμαρτυρήθηκαν για τις εγγραφές στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(2015)1(Β) Α.Α.Δ. σελ.953 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Ρεϊνποου Πλητσ. & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 610). 8. Πέραν των πιο πάνω που προέκυψαν από τη μαρτυρία θα πρέπει να σημειωθούν και οι παραδοχές των εναγόμενων ως η Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 όπως καταγράφηκαν ήδη πιο πάνω στις σελ. 2 και 3, η σημασία των οποίων θα αναλυθεί και στη συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Πριν προχωρήσω με την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, με την αναγωγή της μαρτυρίας την οποία αποδέχθηκα στην νομική πτυχή που διέπει το κάθε επί μέρους ζήτημα, θα πρέπει να πω ότι με την συμπλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τόσο της πλευράς της ενάγουσας όσο και των εναγόμενων στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους εξέθεσαν τη δική τους οπτική επί των διαφόρων πτυχών της υπόθεσης και με παρέπεμψαν σε διάφορες αποφάσεις είτε πρωτόδικες είτε του Εφετείου, σε αυθεντίες και στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα διάφορα επίδικα ζητήματα όπως τα προσδιόρισαν προς στοιχειοθέτηση των θέσεων τους. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις και εισηγήσεις τους οι οποίες ομολογουμένως μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές τόσο για να αντιληφθώ τη θέση τους όσο και για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα όπως θα εκτεθούν στην συνέχεια. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Να αναφέρω επίσης ότι όπου παρατίθενται αποσπάσματα κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει από πρωτόδικες αποφάσεις, είναι αυτονόητο ότι πέραν της καθοδήγησης που λαμβάνω, έστω και αν δεν γίνεται κάθε φορά ρητή αναφορά σ' αυτό, ότι το σκεπτικό τους με βρίσκει σύμφωνο και υιοθετείται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΕ ΣΥΝΔΙΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Κατά τη μαρτυρία της η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε μεταξύ άλλων σε όλα τα πιο πάνω περιγραφόμενα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων μόνο σημείων της μαρτυρίας της. Εξετάζοντας περαιτέρω όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων αναφέρουν στις εισηγήσεις τους, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στις πιο κάτω αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία μας και οι οποίες λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η Δ.38 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει: «Objections to the reception of evidence shall be made at the time the evidence is offered, and shall be argued and decided at the time». Σε μετάφραση: «Ενστάσεις στην αποδοχή μαρτυρίας θα εγείρονται κατά το χρόνο που προσάγεται η μαρτυρία και θα συζητούνται και αποφασίζονται κατά το χρόνο εκείνο». Η σημασία και οι προεκτάσεις του κανόνα που περιέχεται στην προαναφερθείσα θεσμική διάταξη, εξετάστηκαν στη Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 512. Πρόκειται, όπως προκύπτει από την απόφαση, για θεμελιακό κανόνα, παρέκκλιση από τον οποίο δημιουργεί ρήγμα στη στοιχειοθέτηση της μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την ως άνω απόφαση διαφωτίζει ως προς τις συνέπειες που ενέχει η αποδοχή μαρτυρίας υπό όρους: «... Η Δ.38 θ.4 θεσμοθετεί κανόνα μείζονος σημασίας για τη διεξαγωγή της δίκης ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το χρόνο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση το παραδεκτό προσαγόμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο της προσαγωγής της. Μόνο παραδεκτή μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αντεξέτασης προς το σκοπό διαπίστωσης της βαρύτητας που ενέχει η μαρτυρία και σχολιασμού κατά τις τελικές αγορεύσεις ως προς τις επιπτώσεις της. Η αβεβαιότητα ως προς την παραδεκτή μαρτυρία που άπτεται των επίδικων θεμάτων αφήνει αγεφύρωτο κενό στη διαδικασία και δημιουργεί ρήγμα στη στοιχειοθέτηση του αποδεικτικού υλικού. Οι διάδικοι αφέθηκαν στο σκότος μέχρι και το πέρας της δίκης ως προς την παραδεκτή μαρτυρία στην υπόθεση. Δικαιολογημένα παραπονείται ο εφεσείων ότι αποστερήθηκε της ευχέρειας να αντιμετωπίσει το κενό το οποίο θα προέκυπτε από την απόρριψη της κατάθεσης του στις αστυνομικές αρχές ως μαρτυρίας....». Στην Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τέλος, ως προς την πτυχή της έφεσης που αφορά την κατάθεση αντιγράφων τεκμηρίων από πλευράς του εφεσίβλητου κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, χωρίς να είχε δοθεί εξήγηση ή επαρκής αιτιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου, πρέπει να λεχθεί ότι λανθασμένα εγείρεται τέτοιο ζήτημα εφόσον ουδέποτε είχε εγερθεί τελικώς ένσταση από πλευράς του εφεσείοντα στην κατάθεση τέτοιων αντιγράφων. Το Άρθρο 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο ο κ. Χριστοφή επικαλείται ως επιτακτικό της ανάγκης να δίνεται επαρκής δικαιολογία για την μη προσαγωγή του πρωτοτύπου, όταν κατατίθεται αντίγραφο, δεν αλλοιώνει τον ευρύτερο κανόνα ότι μια δίκη μπορεί να διεξάγεται και στη βάση παραδεκτών ή συναινετικών γεγονότων ή επιμέρους ζητημάτων τα οποία δεν αποτελούν το προϊόν ένστασης από πλευράς οποιουδήποτε διαδίκου. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάζει στο τέλος της ημέρας τη δεκτότητα ή μη των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων που προσφέρονται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε αντίθεση με τη νομολογιακή επιταγή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει επί ενστάσεων τη στιγμή που αυτές εγείρονται ώστε να μην αφήνεται η δίκη να παραπαίει επί ασαφών και απροσδιόριστων δεδομένων. Και αυτό είναι διάφορο βεβαίως από τη βαρύτητα που το Δικαστήριο θα αποδώσει σε συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο είναι ενώπιον του κατατεθειμένο ως τεκμήριο, ως αποτέλεσμα αποδεκτής μαρτυρίας που προσάγεται είτε κατόπιν ενστάσεως, είτε όχι». Στην Βίκτωρος v. Χριστοδούλου (πιο πάνω) αποφασίστηκε επίσης ότι δεν είναι παραδεκτό να αφήνονται ζητήματα δεκτότητας μαρτυρίας κατά την τελική απόφαση, εφόσον εγείρονται κατά την προσπάθεια κατάθεσης μαρτυρικού υλικού, ενστάσεις. Λέχθηκε δε ότι: « Η Δ.38, θ.4 «ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το στάδιο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση, το παραδεκτό προηγούμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο προσαγωγής της.». Η ίδια θεώρηση ως προς την ορθή δικονομική πορεία, που ενσωματώθηκε στη Δ.38, θ.θ. 4 και 5, επιδοκιμάσθηκε και στη Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ. 826, 831-832, όπου ο συνήγορος του εφεσείοντα επίσης δεν είχε φέρει ένσταση στην προσαγωγή και κατάθεση εγγράφου και ήταν επομένως ανεπίτρεπτο να τίθετο θέμα εξέτασης της πτυχής αυτής κατ' έφεση. Στην υπόθεση Teklima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 317, το Εφετείο έκρινε ότι λανθασμένα παραγνωρίστηκε ως μηδαμινής αξίας, κατάθεση αποβιώσαντος μάρτυρα επειδή δεν είχε τεθεί σε αντεξέταση, εφόσον το περιεχόμενο της είχε κατατεθεί εκ συμφώνου κατά τη διάρκεια της δίκης». Στην Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ.223 λέχθηκε ότι είναι ανεπίτρεπτο με την αγόρευση να επεκτείνονται ισχυρισμοί ή να παρατίθεται μαρτυρία η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως. Επομένως, δεν χωρεί σε αυτό το στάδιο εξέταση αποδοχής ή μη αποδοχής οποιασδήποτε δήλωσης ή Τεκμηρίου κατά διαφορετικό τρόπο από αυτόν που παρουσιάστηκε. Ό,τι παραμένει είναι η αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας αυτής. Προχωρώ με την εξέταση των επί μέρους ζητημάτων που απασχόλησαν: ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΚΩΝ: Σε σχέση με τις χρεώσεις των τόκων η Μ.Ε.1 παρέπεμψε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7), όπου φαίνεται ότι ο τόκος υπολογίστηκε ως η παρ. 13 του Εγγράφου Α όπου αναφέρεται ότι από 01.01.2016 δεν χρεώνεται οποιοσδήποτε τόκος. Η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η μη χρέωση τόκου αποτελεί απόφαση της Διεύθυνσης των εναγόντων για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Η μάρτυρας παραδέχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε καταθέσεις στον λογαριασμό, τόνισε όμως ότι κάποιες εξ' αυτών ήταν καταθέσεις επιταγών οι οποίες επιστράφηκαν, και ως εκ τούτου τα ποσά αυτών θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον υπολογισμό των συνολικών πιστώσεων στο τέλος εκάστου έτους. Επίσης ανέφερε ότι υπήρξε και πίστωση για διόρθωση τόκου η οποία δεν αποτελεί κατάθεση από τους εναγόμενους. Η Μ.Ε.1 αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου της εναγόμενης 1 ότι έχει εισπραχθεί περίπου ίσο με το διπλάσιο της αρχικής διευκόλυνσης και άρα ουδέν ποσό οφείλεται. Η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αποστολής των Τεκμ. 8 - 10 η ίδια εργαζόταν στην ΣΠΕ Αγίας Νάπας και το δικό της τμήμα ήταν υπεύθυνο για την αποστολή και παρακολούθηση των επιστολών. Εξάλλου οι επιστολές Τεκμ. 10 υπογράφονται από την ίδια, όπως ανέφερε. Σε σχέση με το Έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης προθεσμίας (Τεκμ. 5), η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δόθηκε χρόνος στον εναγόμενο 2 να το διαβάσει πριν υπογράψει αυτή τη δέσμευση. Η μάρτυρας όταν ρωτήθηκε έδωσε εξήγηση σε σχέση με τη διαφορά στα υπόλοιπα που αναφέρονται στις επιστολές (Τεκμ. 8 και 9) και με την απαίτηση στην αγωγή. Εξήγησε δε ότι η απαίτηση μειώθηκε από τον τερματισμό, ένεκα της κατάσχεσης του ποσού της κατάθεσης που δεσμεύθηκε από τον εναγόμενο
- Η διαφορά στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.7), προκύπτει από την διαφοροποίηση στους τόκους, όπως η ίδια εξήγησε και περιγράφεται στη παρ. 13 της Δήλωσης της (Έγγραφο Α). Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι υπήρχε ανατοκισμός υπό την έννοια της κεφαλαιοποίησης του τόκου 1 φορά ετησίως και ότι από την 01.01.2016 δεν υπήρχε κεφαλαιοποίηση εφόσον δεν χρεώνεται τόκος. Διαφώνησε με τις υποβολές του συνηγόρου του εναγόμενου 2 ότι το χρέος εξοφλήθηκε προ πολλού, ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσης και ότι οι ενάγοντες οφείλουν να επιστρέψουν στον εναγόμενο 2 το ποσό του γραμματίου που κατασχέθηκε, πλέον τόκο. Θα εξετάσω κατά πόσο η προσκομισθείσα μαρτυρία από μέρους των εναγόντων απέδειξε την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι ενάγοντες προς επιτυχία των αξιώσεων τους θα πρέπει να αποδείξουν τα ακόλουθα:
- Την σύναψη της συμφωνίας ημερ. 01.09.1993 (Τεκμ. 2), μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 εταιρείας.
- Την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 31.10.2006 (Τεκμ. 4), μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου
- Την σύναψη του εγγράφου δέσμευσης κατάθεσης προθεσμίας ημερ. 27.01.20010 (Τεκμ. 5), μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου
- Το ύψος του ποσού που απαιτείται από αυτούς.
- Την παράβαση της συμφωνίας.
- Την απαίτηση εξόφλησης. Από τα πιο πάνω τα υπ' αριθμό 1 - 3 από όσα ανέφερα ήδη κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί στον κατάλληλο βαθμό. Προχωρώ με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε με σκοπό την απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Η Υπεράσπιση των εναγόμενων δεν αμφισβήτησε τις χρεώσεις και πιστώσεις στον λογαριασμό. Η μοναδική γραμμή που προωθήθηκε είναι ότι ο λογαριασμός εξοφλήθηκε στη βάση των προνοιών του περί Τόκου Νόμου του
- Τα Τεκμ. 6 και 7 κατατέθηκαν από την Μ.Ε.1 ομού με πιστοποιητικό από την ίδια δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Περαιτέρω στις παραγράφους 11 και 14 του Εγγράφου Α, η Μ.Ε.1 αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9, οι οποίες και τηρήθηκαν. Το περιεχόμενο των Τεκμ. 6 και 7 γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ειδικότερα ενόψει και της μη αμφισβήτησης οποιασδήποτε εγγραφής ή καταχώρισης σε αυτά και την παράλειψη των εναγόμενων να αντεξετάσουν την Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου αυτών (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου,
(2014)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2287). Εξετάζοντας το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, προκύπτει ότι η εναγόμενη 1, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας γραμματίου (Τεκμ. 2), δεν κατέβαλε τις δόσεις της με αποτέλεσμα να τερματιστεί ο λογαριασμός της με την επιστολή (Τεκμ. 8). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην επιστολή τερματισμού, ο λογαριασμός τερματίστηκε λόγω καθυστερήσεων στην καταβολή των δόσεων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τις Υπερασπίσεις των εναγόμενων. Περαιτέρω από τα Τεκμ. 9 και 10, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι κλήθηκαν πολλάκις να εξοφλήσουν τις οφειλές τους και οι ίδιοι αρνήθηκαν να το πράξουν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο 2 του Τεκμ. 2, η εναγόμενη 1 θα προέβαινε σε καταβολή ετήσιων δόσεων για το ποσό των Λ.Κ.51.419,00 (ισόποσο σε €87.854,57σ.) κάθε 31/12 εκάστου έτους για 5 έτη, αρχής γενομένης την 31.12.
- Ως εμφαίνεται από το Τεκμ. 6, η εναγόμενη 1 προέβη στην πρώτη κατάθεση έναντι, την 21.07.1995, δηλαδή 7 μήνες μετά που έπρεπε να είχε καταθέσει την 1η δόση, και συνέχισε να καθυστερεί τις δόσεις της, μέχρι και τον τερματισμό. Για το έτος 1995, οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.13.161,10σ. μόνο, ενώ ήδη παρέμενε η οφειλή τους για το έτος
- Το έτος 1996 οι εναγόμενοι και πάλι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.12.000.00 μόνο, αντί το ποσό των Λ.Κ.51.419.
- Οι οφειλές τους για τα έτη 1994 και 1995 παρέμεναν. Για τα έτη από 01.01.1997 - 29.12.2002 οι εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν. Για το έτος 2002 οι εναγόμενοι κατέβαλαν μόνο το ποσό των Λ.Κ.5.300.
- Για το έτος 2004 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.46.313,91σ. μόνο, δηλαδή πάλι μικρότερο ποσό από την ετήσια συμφωνηθείσα δόση και πάλι χωρίς να έχουν εξοφλήσει τις προγενέστερες οφειλές τους. Για το έτος 2006 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.60.000.00 (θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η μια πίστωση για το ποσό των ΛΚ12.000.00 αφορά επιταγή που επιστράφηκε) ποσό που ναι μεν κάλυπτε την ετήσια δόση αλλά δεν κάλυπτε και τις οφειλές των εναγόμενων γενικότερα ένεκα της μη καταβολής κατά τα προηγούμενα έτη. Για το έτος 2007 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.30.000.00 (θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μια πίστωση για το ποσό των ΛΚ10.000.00 αφορά επιταγή που επιστράφηκε) τα οποία για ακόμα μια φορά δεν κάλυπταν το ποσό της ετήσιας δόσης. Για το έτος 2008 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €42.715,04σ. (σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 κατά την επανεξέταση, όλα τα ποσά στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 6 μέχρι 31.12.2007 είναι σε Λίρες Κύπρου, και από 01.01.2008 - δηλαδή από την σελ. 5 του Τεκμ. 6 και εντεύθεν - είναι σε Ευρώ). Και πάλι το ποσό αυτό δεν αρκούσε για την κάλυψη της συμφωνηθείσας ετήσιας δόσης. Για τα έτη 01.01.2009 - 31.12.2010, όταν και πλέον τερματίστηκε ο λογαριασμός, οι εναγόμενοι και πάλι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλών τους. Οι καθυστερήσεις είναι εμφανείς και για τούτο κατά την Μ.Ε.1 αποστέλλονταν οι επιστολές όπως για παράδειγμα στις 31.07.2007, 16.10.2007, 14.02.2008, 09.07.2008, 15.01.2009, 09.04.2009 αλλά και πολλές άλλες, όπως ανέφερε. Οι επιστολές ως το Τεκμ. 10 είναι μέρος αυτών ένεκα της καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων (οι χρεώσεις γι' αυτές αφαιρέθηκαν από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7). Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εναγόμενοι λάμβαναν κατάσταση λογαριασμού σε τακτικά χρονικά διαστήματα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν τις χρεώσεις στον λογαριασμό. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό βάση της νομολογίας. Σχετική είναι η υπόθεση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά στο κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο πρωτόδικο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε τις καταστάσεις λογαριασμών που της αποστέλλονταν μηνιαίως (τεκ. 5 και 6) και ότι ουσιαστικά αυτή, η μη αμφισβήτηση, συνιστούσε παραδοχή εκ μέρους της, του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού. Το πρωτόδικο συμπέρασμα είναι ορθό. Ούτε η εφεσείουσα, ούτε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου με την οποία να αντικρούουν τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν μηνιαίως στην εφεσείουσα και ότι αυτή ουδέποτε τους αμφισβήτησε. Αντίθετα οι μάρτυρες των εναγόντων-εφεσιβλήτων, οι οποίοι κρίθηκαν ως αξιόπιστοι, ανέφεραν ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστάλησαν στην εφεσείουσα, αυτή ουδέποτε αντέδρασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού, ήταν Λ.Κ.11.530,91 ήτοι €19.704,
- Το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε από την απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Ρεϊνποου Πλητσ. & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 610. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε βέβαια παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό τον οποίον οι εφεσείοντες είχαν αποδεχθεί, εφόσον ουδέποτε τον αμφισβήτησαν. Το Εφετείο έκρινε ότι ο προαναφερόμενος λογαριασμός ορθά αποτέλεσε αιτία αγωγής των εφεσιβλήτων και ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε πως οι εφεσίβλητοι είχαν αποδείξει τη δικογραφημένη αιτία αγωγής τους εναντίον των εφεσειόντων». Πέραν όμως των πιο πάνω οι ενάγοντες προσκόμισαν αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με αποτέλεσμα η απαίτηση τους να περιοριστεί στο αναφερόμενο στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7) ποσό. Η προσκόμιση αναδομημένων καταστάσεων και ο οποιοσδήποτε περιορισμός της απαίτησης στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών υπόλοιπα και τόκους, είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). Πρόσθετα, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Alireza Sharafi κ.ά. Αρ. αγωγής 510/2011 Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 09.11.2015 ο κ. Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) ανέφερε ότι: «Οι αναδομημένες καταστάσεις είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων». Στη βάση ακριβώς της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το χρεωστικό υπόλοιπο στον απαιτούμενο βαθμό. Σημειώνεται ότι η ουσιαστική μείωση/διαφοροποίηση του χρεωστικού υπολοίπου που προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγκειται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες έλαβαν υπόψη μόνο τις μειώσεις στο επιτόκιο (σχετική είναι η παρ. 13 του Εγγράφου Α). Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ: Τέθηκε και πρέπει να απασχολήσει το ζήτημα του τερματισμού της σύμβασης. Σύμφωνα με τη Μ.Ε.1 οι επιστολές τερματισμού Τεκμ. 8, ταχυδρομήθηκαν δεόντως στους εναγόμενους 1 και 2 και δεν επιστράφηκαν. Περαιτέρω το Τεκμ. 9 επίσης επιστολή προς τους εναγόμενους, κατατέθηκε με πρωτοβουλία του εναγόμενου 2 και με την σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 κατατέθηκε και δέσμη επιστολών Τεκμ. 10. Όλες οι πιο πάνω επιστολές Τεκμ. 8 - 10 αποστάληκαν δεόντως με την Μ.Ε.1 να αναφέρει ότι η ίδια ήταν η υπεύθυνη για την παρακολούθηση αποστολής επιστολών και ότι περαιτέρω οι επιστολές στο Τεκμ. 10 υπογράφονται από την ίδια. Οι διευθύνσεις δε των εναγόμενων παραμένουν οι ίδιες σε όλα τα τεκμήρια. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντεξέταση της Μ.Ε.1 υπήρξε γενική και οι απαντήσεις της δεν προκάλεσαν καμιά αμφισβήτηση των όσων αυτή υποστήριξε αναφορικά με την αποστολή των επιστολών τερματισμού και τη μη επιστροφή τους. Σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού στην υπόθεση Lombart Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.1465 αναφέρθηκε ότι: «..το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους». Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R.9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...» Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν (βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ (βλ. Παναγιώτου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1518 και Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1491). Σύμφωνα δε με την απόφαση στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013, 3.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503, η ίδια η καταχώριση της αγωγής συνιστά τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εναγόμενων. Η ορθότητα της διεύθυνσης του εναγόμενου 2 ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Το Τεκμ. 9 κατατέθηκε μετά από αίτημα του εναγόμενου 2, με παραδοχή ότι παραλήφθηκε από τον ίδιο. Η ταχυδρομική θυρίδα ήτοι ταχυδρομικό κιβώτιο του εναγόμενου 2, φέρει τον ίδιο αριθμό τόσο στην συμφωνία εγγύησης Τεκμ. 4, όσο και στην δέσμευση κατάθεσης Τεκμ. 5. Η παραβίαση των όρων αποπληρωμής δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Επομένως στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνω ότι αποδείχθηκε από τους ενάγοντες ότι απαιτήθηκε η πληρωμή των οφειλών των εναγόμενων και ακολούθως τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση. Εξετάζοντας τώρα την Υπεράσπιση των εναγόμενων και την Ανταπαίτηση του εναγόμενου διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι προώθησαν την κοινή γραμμή Υπεράσπισης ότι ο λογαριασμός εξοφλήθηκε εφόσον έχουν γίνει καταθέσεις για το διπλάσιο της αρχικής διευκόλυνσης. Επίσης ο εναγόμενος 2 εγείρει υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο στην κατάσχεση του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσης, και με την ανταπαίτησή του αξιώνει την επιστροφή της. Η απόδειξη της απαίτησης σε περίπτωση εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου 1977: Κατά την σύναψη της συμφωνίας Τεκμ. 2, είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές ότι βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/1977). Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)αυτού ως ίσχυε κατά την σύναψη της συμφωνίας: «Το ποσόν το οποίο δύναται να ανακτηθεί δι' αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ό τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». Ο Νόμος 2/1977 έχει καταργηθεί, με την έναρξη ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(I)/1999), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι σε περίπτωση εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου 1977, η απαίτηση των εναγόντων ως έχει περιοριστεί με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7), εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 6 του Νόμου εφόσον η οποιαδήποτε πληρωμή πριν την έγερση της αγωγής, δεν λογίζεται, και τέτοια πληρωμή θα πρέπει επίσης να εξεταστεί υπό το πρίσμα του Clayton's Rule και αυτό καθώς: (α) Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι, βάσει σχετικής νομολογίας, ο χρόνος τερματισμού του λογαριασμού επηρεάζει το κατά πόσο εφαρμόζεται ή όχι ο περί Τόκου Νόμος 1977, λαμβανομένου υπόψη ότι ο τερματισμός έλαβε χώρα με την επιστολή τερματισμού ημερ. 27.01.2010 (Τεκμ. 8), ήτοι μετά την κατάργηση του περί Τόκου Νόμου 1977 και σε χρόνο που εφαρμοζόταν ο Νόμος Ν.160(Ι)/1999, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περί Τόκου Νόμος
- (β) Πρόσθετα στο κατά πόσο εφαρμόζεται ή όχι ο περί Τόκου Νόμος 1977 θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης και έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης, συνήφθησαν όταν ήταν σε ισχύ ο Νόμος Ν.160(Ι)/
- Είναι η θέση των εναγομένων ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται ο περί Τόκου Νόμος 1977, τότε οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα γενικότερα εις την είσπραξη ως οφειλόμενου τόκου, ποσό διπλάσιο από το αρχικό κεφάλαιο. Είναι αποδεκτό ότι οι καταθέσεις που έγιναν προ της έγερσης της αγωγής, με την τελευταία να είναι η κατάσχεση του εμπρόθεσμου γραμματίου του εναγόμενου 2 στις 02.05.2013, όντως αν συνυπολογιστούν καταλήγουν να είναι για ποσόν πέραν του διπλάσιου του αρχικού κεφαλαίου. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που εφαρμόζεται ο περί Τόκου Νόμος 1977, τότε η απαίτηση των εναγόντων, ως περιορίστηκε δυνάμει της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 7), είναι σύμφωνη με τις επιταγές του αρ. 6
(1)του Νόμου του 1977. Και τούτο λαμβάνοντας υπόψη όσα ακολουθούν. Το άρθρο 6
(1)αναφέρεται ρητά στην ανάκτηση δια αγωγής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(2)το οποίο συμπεριλαμβάνει στην ερμηνεία της «αγωγής» τη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Προκύπτει ότι ο Νομοθέτης ρητά περιόρισε το περί είσπραξης διπλάσιου σε αγωγή και διαδικασία αναγκαστικής πώλησης και μόνο. Στην υπόθεση Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Αpak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Μarfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2009, 27.04.2016, ECLI:CY:AD:2016:A226 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε με την επιβαλλόμενη προσοχή τα παράπονα των εφεσειόντων και επί των τριών ζητημάτων υπό το πρίσμα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία βρήκε πλήρη υποστήριξη ως προς την ορθότητα της από το συνήγορο της εφεσίβλητης 1. Καταλήξαμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε σχολαστική ανάλυση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και επί των τριών ζητημάτων είναι σύμφωνα με το νόμο και τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές. Συγκεκριμένα, σ΄ ότι αφορά το πρώτο ζήτημα, ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977 και τα όσα λέχθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Koudounaris (ανωτέρω) δεν μπορεί να ανακτηθεί με αγωγή τόκος που υπερβαίνει το αρχικό κεφάλαιο αλλά στην παρούσα περίπτωση οι πληρωθέντες τόκοι ύψους £23.310,19 για το πρώτο δάνειο πληρώθηκαν πριν την έγερση της αγωγής και κατά συνέπεια εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 59-61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 οι οποίες ουσιαστικά εισάγουν στην κυπριακή έννομη τάξη την αρχή που έγινε γνωστή ως Clayton Rule. Δηλαδή όπου ο οφειλέτης - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - δεν ορίζει το χρέος για το οποίο γίνεται μια πληρωμή ούτε μπορεί να συναχθεί από άλλες περιστάσεις η βούληση του, τότε ο πιστωτής δικαιούται να αποπληρώσει κατά βούληση τα διάφορα χρέη του (βλ. Archbold Investment v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Εξάλλου, όπως επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η δυνατότητα της Τράπεζας να καταλογίζει πληρωμές πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου έχει αναγνωριστεί και νομολογιακώς (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εμπορικής Εταιρείας Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ. 38) και αυτό έπραξε η εφεσίβλητη 1 στην παρούσα περίπτωση και για τα δύο δάνεια, κάτι που δεν ήταν νομικά επιλήψιμο με βάση και τον τότε ισχύοντα Νόμο περί Τόκου». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι: 1. Το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου 1977 δημιουργεί ένα περιορισμό ως προς το ποσό που μπορεί να ανακτηθεί δι' αγωγής, και κατ' επέκταση περιορίζει το ποσό που μπορεί να επιδικαστεί ως τόκος σε απόφαση σε αγωγή, σε ποσό ίσο με την αρχική διευκόλυνση. Ο περιορισμός ισχύει μόνο σε σχέση με πληρωμές που γίνονται μετά την έναρξη της αγωγής.
- Πληρωμές που έγιναν πριν την έγερση της αγωγής, δεν καταλογίζονται στο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί ως τόκος στην αγωγή, στην βάση του Clayton's Rule και των άρθρων 59-61 του Κεφ.
- Σε συνάρτηση με τα αναφερόμενα στην Apak Agro (ανωτέρω), στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2010, 15.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:A522 κρίθηκε ότι ο Ν.160(Ι)/1999 δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά σε εκείνη την περίπτωση οι λογαριασμοί δεν είχαν σταθερό κεφάλαιο και επίσης ο όρος των συμφωνιών που αφορούσε τροποποίηση των επιτοκίων, επέτρεπε στην τράπεζα την μεταβολή των επιτοκίων. Τα γεγονότα δεν προσομοιάζουν με την παρούσα, αλλά αναπτύχθηκε στην υπόθεση αυτή η εφαρμογή του Clayton's Rule, αναφέροντας: «Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 έδειξε περαιτέρω ότι αρχικά πράγματι προέκυπτε από τους λογαριασμούς ανατοκισμός, αλλά με χρήση συγκεκριμένου τραπεζικού προγράμματος ετοιμάστηκαν αναθεωρημένες καταθέσεις και λογαριασμοί χωρίς ανατοκισμούς. Στη βάση της αρχής του Clayton's Rule (υπόθεση Devynes and others v. Noble and others, Baring and others v. Noble and others, Clayton's case
(1814)-1824 All E.R. Rep.1), η οποία υιοθετήθηκε πλειστάκις από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ο οφειλέτης ο οποίος δεν καθορίζει έναντι ποίου συγκεκριμένου χρέους θα πρέπει να λογίζεται συγκεκριμένη πληρωμή, δέχεται στην ουσία ότι οι πληρωμές καταλογίζονται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά αρχαιότητας ή συμμετρικά αν τα χρέη έχουν την ίδια σειρά προτεραιότητας. Επίσης οι πληρωμές λογίζονται πρώτα έναντι των δεδουλευμένων τόκων κατά προτεραιότητα και τυχόν υπόλοιπο του ποσού της πληρωμής λογίζεται έναντι του κεφαλαίου, (δέστε Bahaduriar v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322 και Επίσημος Παραλήπτης και Άλλοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(2005)1 Α.Α.Δ. 38)». Σχετικές αναφορές έγιναν από το Εφετείο και στην Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 όπου αναφέρθηκε ότι: «Ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος έφεσης αναφέρονται στο δικαίωμα της Τράπεζας για καταλογισμό των πληρωμών, περιλαμβανομένης της εξόφλησης πρώτα των τόκων και μετά του κεφαλαίου. Η θέση των εφεσειόντων είναι ότι το δικαστήριο εξέτασε το θέμα του καταλογισμού των πληρωμών (appropriation of payments) με βάση τον κανόνα της υπόθεσης Clayton* αναφορικά με τρεχούμενους λογαριασμούς χωρίς να υπάρχει η αναγκαία προς τούτο κάλυψη και στις γραπτές προτάσεις της Τράπεζας με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούν (οι εφεσείοντες) ένεκα της παράλειψης. Τα Άρθρα 59-61* του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ενσωματώνουν το αγγλικό κοινοδίκαιο που αφορά στον καταλογισμό των πληρωμών (appropriation of payments) περιλαμβανομένου και του κανόνα Clayton. Η αρχή, είναι ότι ένας χρεώστης ο οποίος οφείλει διάφορα χρέη στον ίδιο πιστωτή έχει δικαίωμα να καθορίσει κατά το χρόνο που πληρώνει για ποιο από τα χρέη του θέλει να πιστωθεί η πληρωμή. Και εφόσον συμφωνεί και ο πιστωτής, η πληρωμή καταλογίζεται έναντι ή προς εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους. Αν όμως ο χρεώστης δεν καθορίσει το χρέος έναντι του οποίου επιθυμεί να πιστωθεί το ποσό των πληρωμής τότε ο πιστωτής δύναται να χρησιμοποιήσει την πληρωμή έναντι ή διά την εξόφληση οποιασδήποτε προς αυτόν οφειλής του ιδίου χρεώστη. Όταν όμως κανένας από αυτούς δεν προβεί σε καταλογισμό της συγκεκριμένης πληρωμής τότε εφαρμόζεται ο κανόνας της υπόθεσης Clayton σύμφωνα με τον οποίο τεκμαίρεται από το νόμο ότι, (α) το πρώτο ποσό που έχει πληρωθεί είναι το πρώτο που θα αποσυρθεί (first in, first out) ή (β) η πληρωμή προορίζεται στο πρώτο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ούτως ώστε αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο εξοφλείται είτε πλήρως είτε μερικώς. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν τίθεται θέμα διαφόρων συγκεκριμένων χρεών των εφεσειόντων προς την Τράπεζα έτσι ώστε να προκύπτει ζήτημα καταλογισμού πληρωμών για το ένα ή το άλλο χρέος. Εδώ το θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσο η Τράπεζα είχε δικαίωμα να καταλογίζει πληρωμές των εφεσειόντων που αφορούσαν ένα συγκεκριμένο δάνειο, πρώτα έναντι των τόκων του δανείου και αν υπήρχε υπόλοιπο, να καταλογίζει τούτο έναντι του κεφαλαίου. Το δικαστήριο, αντλώντας καθοδήγηση από νομικά συγγράμματα* και τη νομολογία**, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας μεταξύ αυτής και των εφεσειόντων, είχε δικαίωμα να υπολογίζει τους τόκους μέχρι την ημερομηνία που γινόταν μια πληρωμή έναντι συγκεκριμένου χρέους και να εξοφλεί πρώτα τους τόκους και μετά το κεφάλαιο. Το εν λόγω συμπέρασμα, ερείδεται στη μαρτυρία του υπαλλήλου της Τράπεζας κ. Λ.Χ"Σάββα η οποία δεν έχει αντικρουστεί. Ο κ. Λ. Παπαλλής χωρίς να είχε λάβει υπόψη τις συμφωνίες των διαδίκων πάνω στις οποίες λειτουργούσαν οι λογαριασμοί, θεώρησε όλες τις πληρωμές ως γενόμενες έναντι του κεφαλαίου. Προφανώς δεν είχε υπόψη ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας περί του αντιθέτου, διατηρούσε νόμιμο δικαίωμα καταλογισμού των πληρωμών με τον τρόπο που αυτή καταλόγιζε τις συγκεκριμένες πληρωμές. Ως αβάσιμο θεωρούμε και τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να εκθέσει στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ότι ο καταλογισμός των συγκεκριμένων πληρωμών γινόταν κατ' επίκληση του κανόνα της υπόθεσης Clayton και ότι λόγω αυτής της παράλειψης υπέστησαν αιφνιδιασμό. Το σημείο είναι νομικό και ως τέτοιο δεν έπρεπε να είχε δικογραφηθεί». Από την αμέσως πιο πάνω απόφαση, εξάγεται ότι δεν χρειάζεται μαρτυρία ή δικογράφηση για εφαρμογή του Clayton's Rule. Μόνο όταν υπάρχει περί του αντιθέτου συμφωνία, είναι επιτακτική ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας προς τούτο. Στην απουσία τέτοιας συμφωνίας, εφαρμόζονται τα άρθρα 59-61 του Κεφ. 149 και το Clayton's Rule. Δηλαδή όταν δεν υπάρχει ρητή συμφωνία για τον καταλογισμό των πληρωμών, τότε εφαρμόζεται αυτόματα το Clayton's Rule και τα άρθρα 59-61 του Κεφ. 149, χωρίς ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας ή δικογράφησης. Παρά ταύτα στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να προσκομίσουν μαρτυρία για να μπορούν να επικαλεστούν το Clayton's Rule και τα άρθρα 59-61 του Κεφ. 149, έπραξαν τούτο, και συγκεκριμένα: (α) Υπάρχει μαρτυρία από την Μ.Ε.1 ότι οι πληρωμές καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. (β) Σύμφωνα με τη μαρτυρία η επίδικη συμφωνία (Τεκ. 2) δεν έχει πρόνοια περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης για περί του αντιθέτου συμφωνία, μετατοπίζεται στους ώμους των εναγόμενων, οι οποίοι εν προκειμένω δεν απέσεισαν. Σημειώνεται ότι η Αρχή του Clayton's Rule, τυγχάνει εφαρμογής ακόμα και στην περίπτωση εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λτδ ν. Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2014)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2534 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι παραδεκτό αλλά και εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη καταλόγιζε τις πληρωμές της εφεσείουσας πρώτα έναντι των δεδουλευμένων τόκων και παν υπόλοιπο, εάν υπήρχε, έναντι του κεφαλαίου. Επίσης είναι παραδεκτό, ότι η εφεσείουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι κατά τις υπ' αυτές γενόμενες πληρωμές προέβαινε σε καταλογισμό τους ήτοι κατά πόσο αυτές γίνονταν έναντι του κεφαλαίου ή των δεδουλευμένων τόκων. Με βάση τα πιο πάνω σταθερά δεδομένα δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εφεσίβλητη είχε το δικαίωμα να προβεί σε καταλογισμό των πληρωμών με τον τρόπο που αυτή επιθυμούσε ήτοι πρώτα έναντι των δεδουλευμένων τόκων. Η διάκριση που προέβη ο συνήγορος της εφεσείουσας σε χρέος δυνάμει Δικαστικής απόφασης και σε χρέος δυνάμει συμφωνίας δεν παρέχει οιανδήποτε προστασία στην εφεσείουσα καθ' ότι δεν μπορεί να τεθεί κανόνας ότι επειδή πρόκειται περί «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος» θα πρέπει άνευ ετέρου να γίνεται καταλογισμός πληρωμών κατά τον τρόπο που εισηγείται ο συνήγορος. Η επιδίκαση ενός ποσού με Δικαστική απόφαση δεν μεταβάλλει αυτό σε οτιδήποτε άλλο από χρέος. Αναπόφευκτα και στην περίπτωση αυτού του είδους χρέους ισχύουν τα όσα είχαν αναφερθεί την υπόθεση Λούκος (άνω) και συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ορθό στην κρίση του ότι ο γενόμενος καταλογισμός πληρωμών όπως αυτός έγινε από την εφεσίβλητη ήταν ορθός και νόμιμος. Αναπόφευκτο αυτού είναι ότι και οι χρεωθέντες τόκοι, είναι ορθοί». Στην παρούσα περίπτωση, όλες οι πληρωμές στον επίδικο λογαριασμό λογίστηκαν πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. Ρητή αναφορά γίνεται στην παράγραφο 18.1 του Εγγράφου Α΄ ήτοι της γραπτής δήλωσης της Μ.Ε.1: «Αναφορικά με την κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης του Εναγομένου 2, να αναφέρω ότι ως η πάγια πρακτική και πολιτική των Εναγόντων σε σχέση με όλες τις πληρωμές, το ποσό που κατασχέθηκε λογίστηκε πρώτα έναντι των οφειλόμενων τόκων και οποιοδήποτε υπόλοιπο λογίστηκε έναντι του κεφαλαίου. Το ίδιο ίσχυε και σε σχέση με όλες τις προηγούμενες πληρωμές». Η Μ.Ε. 1 δεν αντεξετάστηκε επί του πιο πάνω σημείου και η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2326: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και είμαστε της γνώμης ότι όσο ελκυστικά και αν ηχεί η πιο πάνω εισήγηση, άλλο τόσο είναι λανθασμένη. Με όλο το σεβασμό, διαφεύγει της προσοχής του συνηγόρου όπως διέφυγε και του Μ.Υ.2 ότι οι πληρωμές εγένοντο σε διάφορα διαστήματα και πριν ακόμη ο τόκος κεφαλαιοποιηθεί και επομένως ήταν επιτρεπτό για την εφεσίβλητη να πιστώνει αυτές έναντι των τόκων. Όσοι τόκοι δεν εξοφλούντο μέχρι τον χρόνο που συνεφωνήθηκε, κεφαλαιοποιούντο. Η εισήγηση τόσο του Μ.Υ.2 και κατά προέκταση του συνηγόρου των εφεσειόντων, ότι όλες οι πληρωμές θα έπρεπε να καταλογίζονται έναντι του κεφαλαίου μόνο, με αποτέλεσμα στο τέλος να παραμείνει οφειλόμενο μόνο το ποσό των Λ.Κ. 21496,79 τόκοι είναι αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών. Συμφωνούμε πλήρως με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. . Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως φαίνεται στην απόφαση σελ. 13, προέβη στον περιορισμό της ανάκτησης του τόκου με το σκεπτικό ότι «κατά το χρόνο του τερματισμού» που ήταν η 22/8/97, ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν. 2/77). Η απόφαση δόθηκε στις 24/9/10 που ίσχυε ο Ν. 160
(1)/99. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την εφεσίβλητη μας παρέπεμψε στην υπόθεση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 253, με εισήγηση όπως κατ' αναλογία τύχει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση ώστε να εκδοθεί απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης για ποσό €522.337,23 πλέον τόκο προς 9% από 6/2/2006 μέχρι εξόφλησης. Με όλο το σεβασμό προς τη συνήγορο η άνω υπόθεση κρίθηκε στα δικά της γεγονότα και ουδεμία αρχή δικαίου έθεσε. Συνεπώς ουδεμία εφαρμογή έχει στην υπό εξέταση υπόθεση. Είμαστε της γνώμης ότι ο Ν. 160
(1)/99 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η ισχύς του, αρχίζει από 1/1/2001 και συνεπώς δεν καλύπτει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης που αφορά διαφορά του
- Υπενθυμίζεται ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία τερματίστηκε στις 22/8/
- Πρόκειται περί νόμου ουσίας και όχι διαδικαστικού και συνεπώς δεν έχει αναδρομική ισχύ (βλ. Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Παρ' όλα ταύτα η αντέφεση θα πρέπει να επιτύχει. Στην Αrchbold Inv. Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2006)1 A.A.Δ. 1084, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα όπως το αντικείμενο της αντέφεσης και αποφασίστηκε ότι το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 τυγχάνει εφαρμογής όταν το κεφάλαιο είναι σταθερό. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Εγένοντο συνεχείς χρεοπιστώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων στους συμφωνηθέντες χρόνους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Συνεπώς το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 επί του οποίου στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής». Προκύπτει από την πιο πάνω μαρτυρία ότι: (α) Όλες ανεξαιρέτως οι πληρωμές έχουν λογιστεί έναντι των τόκων και μετά του κεφαλαίου (β) Κατ' επέκταση της προαναφερόμενης αναφοράς, οι πληρωμές που έγιναν πριν την έγερση της αγωγής λογίστηκαν πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. (γ) Οι πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977 αφορούν ανάκτηση τόκου με αγωγή και κατ' επέκταση το ποσό που μπορεί να ανακτηθεί με την δικαστική απόφαση. (δ) Συνεπώς, οι πληρωμές που έγιναν πριν την έγερση της αγωγής, και λαμβάνοντας υπόψη και τις πρόνοιες του Clayton' s Rule, ως αναλύονται ανωτέρω, δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς του άρθρου 6
(1)του περί Τόκου Νόμου. (ε) Στην παρούσα το ποσό που αξιώνεται πλέον ως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 7, δεν υπερβαίνει το ποσό της αρχικής διευκόλυνσης. Η μη εφαρμογή του περί Τόκου Νόμου 1977 Θα συμφωνήσω όμως με τη θέση των εναγόντων ότι κατά τη μαρτυρία που προσφέρθηκε είτε εφαρμοστεί είτε όχι ο περί τόκου Νόμος 1977, η απαίτησή τους ως έχει περιοριστεί με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 7, έχει αποδειχθεί και δικαιούνται εις την έκδοση απόφασης υπέρ τους. Ζήτημα προκύπτει με το κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα ο περί Τόκου Νόμος
- Και τούτο καθώς: (α) Η εγγύηση Τεκμ. 4 συνάφθηκε την 31.10.2006 δηλαδή μετά που ζητήθηκε ακύρωση της υποθήκης και ουσιαστικά «ανταλλαγή» της εξασφάλισης του επίδικου λογαριασμού με γραπτή εγγύηση του εναγόμενου
- (β) Το έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης συνάφθηκε την 27.01.2010 (γ) Ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(I)/1999) τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2001 και ο τερματισμός της επίδικης διευκόλυνσης έγινε ως το Τεκμ. 8 στις 27.01.
- (δ) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε στις 06.06.
- Η υπόθεση Apak Agro (ανωτέρω), αφορούσε τερματισμό και έγερση αγωγής πριν την έναρξη ισχύος του Ν.160(Ι)/
- Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου (ανωτέρω), ο τερματισμός έγινε την 22.08.1997 και το Εφετείο αναφέρει: «.Είμαστε της γνώμης ότι ο Ν. 160
(1)/99 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η ισχύς του, αρχίζει από 1/1/2001 και συνεπώς δεν καλύπτει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης που αφορά διαφορά του
- Υπενθυμίζεται ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία τερματίστηκε στις 22/8/97». Σχετική είναι και η απόφαση στην Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευριπίδη Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4507/09 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 29.07.2015 του κ. Δ. Κίτσιου Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), όπου ανέφερε τα ακόλουθα: «Οι Ενάγοντες ετοίμασαν το Τεκμήριο 12 - κατάσταση λογαριασμού - στην οποία δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις δαπανών ή άλλων εξόδων ή επιβαρύνσεων αλλά μόνο ο τόκος 9% ή και μικρότερο ποσοστό όταν αυτό ίσχυε. Το αξιούμενο ποσό περιορίζεται πλέον, στη βάση του Τεκμηρίου 12, και είναι το ποσό των €108.835,
- Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το Τεκμήριο 12 διαχωρίζεται σε €45.273,29 ως τοκοφόρο κεφάλαιο και €63.562,17 ως εισπρακτέοι τόκοι. Αν και το τελευταίο ποσό φαίνεται να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους, ήτοι ΛΚ32.500,00 (€55.529,55), κρίνεται ότι το άρθρο 6 του Ν.2/1977 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ο λόγος που δεν εφαρμόζεται ο Ν.2/1977 και ειδικότερα το άρθρο 6, είναι επειδή ο εν λόγω νόμος έχει καταργηθεί το 2001 ρητά από το Ν.160(i)/
- Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2009, όταν δεν ήταν σε ισχύ ο Ν.2/1977, ο δε Ν.160(i)/1999, που τον κατάργησε, δεν προνοεί οτιδήποτε, υπό τύπο μεταβατικών διατάξεων, που να επιτρέπουν την εφαρμογή του Ν.2/1977 και ειδικότερα του άρθρου 6, αν και το έχει κάνει για άλλες νομοθεσίες (βλέπε άρθρο 6 του Ν.160(i)/1999)». Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα ο περί Τόκου Νόμος 1977 εφόσον ο τερματισμός έγινε το 2010 και δόθηκε και περαιτέρω εξασφάλιση το έτος 2006, δηλαδή μετά την έναρξη του Ν.160(Ι)/
- Όπως και να έχει όμως, όπως εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων, με όποια οπτική γωνιά ήθελε εξεταστεί η απαίτηση των εναγόντων ως περιορίστηκε με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκ. 7 κρίνω ότι η κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης 1 συνάδει με τις πρόνοιες τόσο του περί Τόκου Νόμου 1977 όσο και με τις πρόνοιες του Ν.160(Ι)/
- Η κεφαλαιοποίηση του τόκου: Κατά την αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου 2 υποβλήθηκε ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομο ανατοκισμό. Παρόλο ότι δεν δικογραφείται ένας τέτοιος ισχυρισμός από οποιοδήποτε εκ των εναγόμενων και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση επί τούτου, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με τον όρο 3 του Γραμματίου (Τεκμ. 2), οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου μια φορά ετησίως ήτοι την 31/12 έκαστου έτους. Ως εμφαίνεται από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7), οι ενάγοντες προέβαιναν πράγματι σε κεφαλαιοποίηση 1 φορά ετησίως μόνο. Η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε περί «ανατοκισμού» βασίζεται στο ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου 1977, δεν επιτρεπόταν χρέωση τόκου πέραν του 9% ετησίως. Η κεφαλαιοποίηση του τόκου γίνεται στις 31/
- Με το νέο έτος όμως ο κεφαλαιοποιημένος τόκος αποτελεί πλέον μέρος του κεφαλαίου. Εφόσον η κεφαλαιοποίηση γίνεται στις 31/12 τότε δεν εφαρμόζεται τόκος στο ποσό της κεφαλαιοποίησης κατ' εκείνο το έτος. Δηλαδή ο συσσωρευμένος τόκος του έτους, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτο ότι δεν υπέρβαινε το 9% ετησίως, κεφαλαιοποιείται και κατ' εκείνο το συγκεκριμένο έτος δεν επιβάλλεται περαιτέρω τόκος. Όταν πλέον αποτελεί μέρος του κεφαλαίου, με το νέο έτος όλο το χρεωστικό υπόλοιπο τοκίζεται. Ο τόκος που χρεωνόταν επί της κεφαλαιοποίησης, ξεκινούσε με το νέο έτος εφόσον αυτή γινόταν στις 31/12 όπως είχε συμφωνηθεί. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι δεν επιβλήθηκε τόκος πέραν του επιτρεπόμενου. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 13 του Εγγράφου Α', ο τόκος διαφοροποιήθηκε και μειώθηκε σταδιακά και από 01.01.2016 δεν χρεώνεται τόκος. Παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία έχουν προσκομίσει οι εναγόμενοι, και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2, η Υπεράσπιση του οποίου ήγειρε το ζήτημα, ως προς το ότι με την κεφαλαιοποίηση των οφειλόμενων τόκων, απέληγε σε εφαρμογή επιτοκίου πέραν του 9%. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 κρίθηκε ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου δεν αποτελούσε παράνομο ανατοκισμό, ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι γίνονταν καταθέσεις στον λογαριασμό. Στην πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικροτήθηκε κατ' έφεση από το Εφετείο στην απόφαση
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 168, Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ., Αρ. Αγωγής: 140/04 Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερ. 30.01.2009 η κα Τ. Καρακάννα Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), αποφάσισε τα ακόλουθα επί του ζητήματος του ανατοκισμού τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η κατάσταση αυτή και οι υπόλοιπες που αφορούν τα υπόλοιπα ποσά, δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει ποιο ήταν το ποσό του ανατοκισμού, δηλαδή ποιο ήταν το ποσό του τόκου που χρεώθηκε επί του κεφαλαιοποιημένου τόκου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι ούτε καν στην Έκθεση Απαίτησης διευκρινίζεται το θέμα αυτό. Στην Έκθεση Απαίτησης απλώς αναγράφεται ότι οι ενάγοντες αξιώνουν επί των διαφόρων χρεώσεων τους «παρανόμως χρεωθέντες ή και κεφαλαιοποιηθέντες τόκους επί του εν λόγω ποσού». Ο υπολογισμός του ποσού αυτού δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου αλλά προσώπου με λογιστικές γνώσεις. Ο μάρτυρας Σοφοκλής Σοφοκλέους δεν εξετάσθηκε σε σχέση με το θέμα αυτό και κανένα περαιτέρω στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του συγκεκριμένου θέματος. Η απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των πιο πάνω τόκων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή». Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά των εναγόντων προκύπτει ότι δεν υπάρχει παρανομία στις χρεώσεις η οποία βασίζεται στο ότι: (α) Δεν δικογραφείται παρανομία σε σχέση με τον ανατοκισμό. (β) Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με παρανομία σε σχέση με τον ανατοκισμό. (γ) Η κεφαλαιοποίηση του τόκου (στην έκταση που για την περίοδο από την προηγούμενη μέχρι την επόμενη κεφαλαιοποίηση δεν εξοφλείτο) μια φορά ετησίως και ήτοι στις 31/12 έκαστου έτους, είναι αποδεκτή. (δ) Ο περί Τόκου Νόμος 1977 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα όπως εξήγησα πιο πάνω. Ακόμα και να εφαρμόζεται, η κεφαλαιοποίηση του τόκου δεν ήταν παράνομη εφόσον: (
- i)Η κεφαλαιοποίηση του τόκου 1 φορά ετησίως είναι επιτρεπτή ειδικότερα εφόσον γινόταν στο τέλος του έτους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χρέωση τόκου πέραν από τον μέγιστο επιτρεπόμενο. (
- ii)Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την Υπεράσπιση αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Όπως και στην Μουλαζίμης (ανωτέρω), η κεφαλαιοποίηση του τόκου είναι αποδεκτή αλλά η έλλειψη μαρτυρίας ως προς την κατ' ισχυρισμό παρανομία έχει ως αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 να παραμένουν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. (iii) Το επιτόκιο έχει μεταβληθεί ως αναφέρεται στην παρ. 13 του Εγγράφου Α. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι η κεφαλαιοποίηση είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή τόκου πέραν του 9%. (
- iv)Οι εναγόμενοι προέβαιναν σε καταθέσεις στον λογαριασμό αποδεχόμενοι με αυτό τον τρόπο τις χρεώσεις σε αυτόν. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ουδεμία παρανομία υπάρχει στις χρεώσεις τόκων. Επανέρχομαι όμως στο ζήτημα της παράλειψη δικογράφησης για να απαντηθούν διάφορα ζητήματα που τέθηκαν στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων. Αποτελεί πάγια αρχή δικαίου ότι τα δικόγραφα αποτελούν τις ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης και δεν επιτρέπεται κατά την αντεξέταση μαρτύρων να εγείρονται νέες Υπερασπιστικές γραμμές χωρίς να έχουν δικογραφηθεί, και το Δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει μη δικογραφημένους ισχυρισμούς, ακόμα και αν αυτοί προβλήθηκαν χωρίς ένσταση. (βλ. Courtis and others v. Iassonides
(1970)1 C.L.R. 180). Στην Μαυρουδής ν. Global Consolidated Resources Ltd,
(2015)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 1252 αναφέρθηκε ότι: «Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε και να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά ότι τα δικόγραφα αποτελούν το δικογραφικό θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση και αναδεικνύεται ο καθορισμός των επιδίκων θεμάτων. Μαρτυρία η οποία εκφεύγει του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη και η δίκη περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα.(βλ. Χ" Μάρκου ν. Widehorizon (Cap. Market) Ltd.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 25). Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δεν θεραπεύεται με ερωτήσεις κατά το στάδιο της ακρόασης. (Βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422». Έχει επίσης νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Η υποχρέωση διαδίκου στη δικογράφηση των θέσεων, ισχυρισμών και της Υπερασπιστικής του γραμμής, γίνεται ακόμα πιο επιτακτική και αυστηρή όταν πρόκειται περί ισχυρισμού παραβίασης θέσμιου καθήκοντος. Στην παρούσα περίπτωση κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 από τον συνήγορο του εναγόμενου 2, η Μ.Ε.1 ερωτήθηκε για «ανατοκισμό». Η γραμμή αυτή αντεξέτασης αποσκοπούσε στο να σχολιάσει η μάρτυρας τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Τόκου Νόμου 1977. Η θέση όμως αυτή δεν δικογραφείται ως αυστηρά απαιτείται από τις νομολογιακές αρχές. Στην υπόθεση Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 το Εφετείο αναφέρει: «Δεν ήταν συνεπώς ορθή η χρήση διαφόρων νομοθετικών προνοιών, ως βάση για δικαίωση του εφεσείοντος, οι οποίες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μόνο κατά το σχέδιο αγόρευσης του εφεσείοντος, που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά το καταληκτικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στη βάση εγγράφου που είχε ετοιμάσει ο τότε δικηγόρος του, ο οποίος διαφωνώντας με τον εφεσείοντα ως προς τα όσα πρόσθετα ήθελε να συμπεριλάβει, ζήτησε και έλαβε άδεια να αποχωρήσει. Δεν υπήρχε καμιά σαφής επίκληση των Άρθρων 26
(1)και 47 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 ή του Άρθρου 49 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία και συζήτησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, για να καταλήξει ότι η επ' ονόματι της Ελπινίκης εγγραφή ήταν τελικώς λανθασμένη. Αυτή η νομοθετική βάση έπρεπε όμως να τίθετο με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που απαιτούν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19, θ.13), ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου 5 και των αντιπροσώπων αυτού. (Δέστε The Annual Practice, 1958, O.19, r.15, σελ. 468-9 και Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 14η Έκδ., Τόμος 1, σελ. 19, παρ. 1-29 και για παράδειγμα προτύπου, Τόμος 2, σελ. 1153-54, παρ. 71-S.19). Η ορθή δικογράφηση θα έδινε και το στίγμα της ανάλογης τοποθέτησης της υπεράσπισης στη δική της δικογραφία». Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται και στην Λέντζας ν Laos Bros Ltd, Πολιτική Έφεση 140/11, 22.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:A577, εις την οποία το Εφετείο αναφέρει: «Το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό ή θεωρητικό διότι στην πρακτική του διάσταση, η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγωγίμων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60. Περαιτέρω, απαιτείται σύμφωνα με τη Δ.19 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παραβίαση νομίμων καθηκόντων, (δέστε και Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 και Annual Practice 1958, Order 19 Rule 15, στις σελ. 468-169). Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης». Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι η δικογράφηση στη παρούσα περίπτωση είναι ελλιπής και ως εκ τούτου οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή γραμμή Υπεράσπισης που στηρίζεται επί μη δικογραφημένων ισχυρισμών, είναι μετέωρη και ανεπίτρεπτη ένεκα της έλλειψης ορθής δικογράφησης και το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια και να εξετάσει τους ισχυρισμούς αυτούς. Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟΥ: Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ζήτημα της κατάσχεσης του γραμματίου. Είναι αποδεκτό ότι την 27.01.2010 ο εναγόμενος 2 προέβη στην σύναψη Δέσμευσης Κατάθεσης Προθεσμίας ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ίδιας της εναγόμενης 1 έναντι των εναγόντων. Η Δέσμευση μαζί με το πιστοποιητικό κατάθεσης της δεσμευμένης κατάθεσης, κατατέθηκαν ως Τεκμ.
- Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται με την Υπεράσπισή του ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα κατάσχεσης της δεσμευμένης κατάθεσης και έπρεπε πρώτα να επιτύχουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του και μετά να μπορούν να λάβουν μέτρα για την κατάσχεση. Ο όρος 5 της συμφωνίας δέσμευσης, αναφέρει: «
- Η Συνεργατική θα δικαιούται οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς να δίδει οποιαδήποτε προειδοποίηση προς εμένα, να χρησιμοποιεί το ποσό που δεσμεύεται με την παρούσα και τους τόκους που του αναλογούν ή οποιοδήποτε μέρος τούτου, για την εξόφληση ολόκληρου ή μέρους οποιασδήποτε και/ή οποιονδήποτε υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η πιο πάνω εμπρόθεσμη κατάθεση και εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Συνεργατική να διενεργεί τη μεταφορά αυτή». Σχετικοί είναι και οι όροι Σύμβασης Εγγύησης (Τεκ. 4), συγκεκριμένα ο όρος 4 για τον καταλογισμό πληρωμών, ο όρος 5 δια το οποίου ο εναγόμενος 2 έδωσε Γενικό Δικαίωμα Επίσχεσης στους ενάγοντες επί όλων των ποσών εις πίστη του, και ο όρος 8 ότι ο εναγόμενος δεσμεύεται για το τελικό υπόλοιπο (ultimate balance). Όπως δε είναι αποδεκτό από όλους του διάδικους, μετά τον τερματισμό (Τεκμ. 8), και μετά από την αποστολή επιστολών απαίτησης πληρωμής (Τεκμ. 10), οι ενάγοντες εξάσκησαν τα δικαιώματά τους ως ο όρος 5 της συμφωνίας δέσμευσης και την 02.05.2013 προέβηκαν σε μεταφορά του ποσού που ήταν δεσμευμένο, στον επίδικο λογαριασμό, με αποτέλεσμα να μειωθεί σε πολύ σημαντικό βαθμό το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Στην υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1(B) A.A.Δ. 941, αναφέρθηκε ότι: «Τελικά όμως, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το εάν και κατά πόσο οι εφεσίβλητοι ορθά είχαν δεσμεύσει ή αποδεσμεύσει το λογαριασμό του εφεσείοντα σε μια δεδομένη στιγμή. Ουσιώδη και αποφασιστική σημασία είχε στην όλη δικαστική διαδικασία η απάντηση στο ερώτημα εάν και κατά πόσο οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να αποσύρουν από το λογαριασμό του εφεσείοντα το ποσό των £15.000 και να το χρησιμοποιήσουν προς κάλυψη μέρους των συσσωρευθεισών υποχρεώσεων του ενοικιαγοραστή Ματσεντίδη. Καίριας σημασίας έγγραφο σχετικό με αυτό το θέμα ήταν το Τεκμήριο 3 - "Γενικό Δικαίωμα Επισχέσεως", το οποίο υπέγραψε ο εφεσείων στις 26.4.
- Με εκείνο το έγγραφο, όπως το κείμενο του αποκαλύπτει, ο εφεσείων παρακαλούσε τους εφεσίβλητους (τότε Lombard Natwest Bank Ltd) όπως συνεχίσουν να παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον κ. Θ. Ματσεντίδη και έδιδε το δικαίωμα προς την Τράπεζα να κατακρατεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε ευρεθεί προς πίστιν του σε οποιονδήποτε λογαριασμό του ως εξασφάλιση και αποδεχόταν να επιβαρύνει τέτοια ποσά για την αποπληρωμή οποιουδήποτε χρέους ή υποχρέωσης του Ματσεντίδη. Περαιτέρω, ο εφεσείων έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα όπως "καθ' οιανδήποτε στιγμήν και άνευ νεωτέρας εντολής υπ' εμού/υφ' ημών ή ειδοποιήσεως προς εμέ/ημάς να χρησιμοποιήσητε τοιούτον ποσόν ... προς ή δια την αποπληρωμήν τοιαύτης χρεώσεως τοιούτων υποχρεώσεων .." . Ο συνήγορος του εφεσείοντα παρέπεμψε σε αριθμό αυθεντιών Κυπριακών και Αγγλικών ως προς το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και τις νομικές του προεκτάσεις για να εισηγηθεί ότι αυτό αναφέρεται στις περιπτώσεις κατακράτησης αντικειμένων από την τράπεζα ή για συμψηφισμό μεταξύ λογαριασμών του ίδιου πελάτη και όχι τρίτου προσώπου και, επομένως, δεν τυγχάνει εδώ ισχύος και εφαρμογής δικαίωμα επίσχεσης. Σε σχέση με αυτή την εισήγηση θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ακαδημαϊκή πτυχή του θέματος δεν πρέπει καθόλου εδώ να απασχολήσει ούτε και ο τίτλος ή χαρακτηρισμός του εγγράφου - Τεκμηρίου 3 ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Εκείνο που έχει καταλυτική σημασία είναι οι όροι του εγγράφου το οποίο υπέγραψε ο εφεσείων, όροι οι οποίοι ομιλούν από μόνοι τους με σαφήνεια και κάθε άλλη συζήτηση δεν θα ήταν χρήσιμη. Εξάλλου, τα υπονοούμενα περί υπογραφής "προχείρου" ή "τυπικού" εγγράφου με ασυμπλήρωτα κενά που είχαν παρατεθεί στην Έκθεση Απαίτησης και στη μαρτυρία του ενάγοντα, δεν προωθήθηκαν ως νομικός λόγος που στόχευε στην εξουδετέρωση του Τεκμηρίου
- Αντίθετα, στην Έκθεση Απαίτησης όχι μόνο δεν διεκδικείτο θεραπεία αμφισβήτησης του περιεχομένου εκείνου του εγγράφου, αλλά εζητείτο θεραπεία στη βάση παράβασης των συμφωνηθέντων από πλευράς των εφεσιβλήτων». Σχετική είναι και η υπόθεση Νικόλαος Αντωνίου δια της πληρεξουσίου αυτού αντιπροσώπου Γιαννούλλας Παπαδοπούλου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 720, στην οποία αναφέρθηκε ότι· «Ανεξάρτητα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, στην υπό κρίση υπόθεση δεν εγείρεται θέμα συνήθους επίσχεσης, γιατί υπήρξε ρητή συμφωνία με την οποία ο εφεσείων έδωσε στην εφεσίβλητη το δικαίωμα τραπεζιτικής επίσχεσης και συμψηφισμού και ακόμα υπήρξε και ειδική προς τούτο εντολή του εφεσείοντα. Η εφεσίβλητη ενεργώντας όπως ενήργησε, εφάρμοσε συμβατικές πρόνοιες και την εντολή που πήρε από τον εφεσείοντα. Συνεπώς όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία που να αποκλείει τον συμψηφισμό, αλλά τουναντίον υπήρξε συμφωνία που να τον επιτρέπει και ο συμψηφισμός που έγινε δεν ισοδυναμεί με συμψηφισμό ανεξάρτητων αμοιβαίων υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων, έτσι που να αποκλείεται η ενέργεια της εφεσίβλητης τράπεζας από την κυπριακή νομοθεσία». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συμβατικά ο εναγόμενος 2 έδωσε δικαίωμα στους ενάγοντες να προβούν σε κατάσχεση του ποσού στον λογαριασμό προθεσμίας, και ουδεμία υποχρέωση είχαν οι ενάγοντες όπως εξασφαλίσουν πρώτα δικαστική απόφαση εναντίον του. Τα όσα επικαλείται ο εναγόμενος 2 δεν βρίσκουν έρεισμα στους γραπτούς όρους που τέθηκαν και συμφωνήθηκαν από τους συμβαλλόμενους. Ακόμα και να προσκομιζόταν μαρτυρία περί της θέσης του εναγόμενου 2 ότι πριν την κατάσχεση έπρεπε να εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση εναντίον του, αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη εξωγενή μαρτυρία, εφόσον σύμφωνα με τις πάγιες αρχές ο γενικός κανόνας είναι ότι ένα έγγραφο αποτελεί αποκλειστική και πλήρη απόδειξη των όρων του. Έτσι, εξωγενής μαρτυρία (EXTRINSIC EVIDENCE) είναι κατά κανόνα ανεπίτρεπτη
(1)για ν' αποδείξει το περιεχόμενο του εγγράφου,
(2)για να προσθέσει, αλλοιώσει ή αντικρούσει τους όρους του εγγράφου, και
(3), για ν' αποδείξει την ερμηνεία που είχε υπόψη του ο συγγραφέας του εγγράφου (βλ. «Η Απόδειξη,» του κ. Γ. Κακογιάννη, έκδοση 1983 παρ. 29.01 - 29.03, Chitty on Contracts General Principles 25th edition, Vol.I σελ. 801, Polycarpou
(1982)1 C.L.R.182, Μελίνα Αλκιβιάδη v. The Philips College Ltd Εμπορευομένης διά της Εμπορικής Επωνυμίας Ευρωπαϊκή Ελληνική Σχολή Φίλιπς, Π.Ε. Αρ. 310/2011, 21/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A92, Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2 ότι αποτελεί ενέχυρο και οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα κατάσχεσης πριν εξασφαλίσουν δικαστική απόφαση παρατηρώ ότι ένα έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται στην ολότητά του και όχι αποσπασματικά. Ρητά στο Τεκμ. 5 γίνεται αναφορά στους όρους 3, 5 και 6 σε ενεχυρίαση και/ή κατάθεση η οποία «δεσμεύεται». Τα δε δικαιώματα των εναγόντων απορρέουν από τον όρο 5 ο οποίος δίδει δικαίωμα χρήσης του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσης. Οι θέσεις του εναγόμενου 2 περί εφαρμογής των άρθρων που αφορούν ενεχυρίαση του Κεφ. 149 κρίνω ότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμες, σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες των άρθρων 130 - 139 του Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 130 του Κεφ. 149, ενεχυριάζεται αγαθό και το χρηματικό ποσό δεν αποτελεί αγαθό. Περαιτέρω αναφέρει ότι το αγαθό παραδίδεται. Το άρθρο 131 αναφέρεται σε κατακράτηση των αγαθών, σύμφωνα δε με το άρθρο 134 το οποίο επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου 2, με εύλογη προειδοποίηση, το ενεχυριασμένο αγαθό μπορεί να πωληθεί. Προκύπτει ότι εμπρόθεσμη κατάθεση δεν μπορεί να αποτελέσει ενέχυρο εν τη εννοία του άρθρου 130 του Κεφ. 149 και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 είναι αβάσιμοι αλλά και ατεκμηρίωτοι. Σύμφωνα επομένως με τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι ορθά έγινε η κατάσχεση της κατάθεσης προθεσμίας του εναγόμενου 2, εφόσον:
- Ο εναγόμενος 2 ρητά αποδέχθηκε και εξουσιοδότησε τους ενάγοντες όπως πράξουν τούτο με την συμφωνία δέσμευσης (Τεκμ. 5).
- Με την σύμβαση εγγύησης (Τεκμ. 4) ο εναγόμενος παρείχε και γενικό δικαίωμα επίσχεσης στους ενάγοντες.
- Πριν την κατάσχεση, ο λογαριασμός τερματίστηκε και στάληκαν σωρεία επιστολών στους εναγόμενους για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού (Τεκμ. 8 - 10).
- Ουδείς όρος των Τεκμ. 4 και 5 επέβαλλε την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης πριν την κατάσχεση. Προβλήθηκε εισήγηση περί ύπαρξης Καταχρηστικών Ρητρών και τούτο παρόλη τη μη δικογράφηση τους. Παρατηρώ ως προς τούτο ότι κατά την σύναψη της συμφωνίας (Τεκμ. 2), δεν ήταν σε ισχύ ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(I)/1996). Εν πάση περιπτώσει, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του ως άνω νόμου καθότι οι ενάγοντες δεν αποτελούν «καταναλωτές» και/ή οι επίδικες συμφωνίες δεν είναι «καταναλωτικές» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, εφόσον: (α) Η συμφωνία Τεκμ.28 έχει ως πρωτοφειλέτη την εναγόμενη 1 εταιρεία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Ν. 93(Ι)/1996, μόνο φυσικά πρόσωπα θεωρούνται καταναλωτές. (β) Ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας. Ούτε και τίθεται ζήτημα «έξυπνης απάντησης» της Μ.Ε.1, όπως τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου
- Ο νόμος είναι ξεκάθαρος και δεν εφαρμόζεται αν ο πρωτοφειλέτης δεν είναι καταναλωτής. Ως εκ τούτου η περί τούτου επιχειρηματολογία δεν λαμβάνεται υπόψιν και απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 Με την ανταπαίτησή του ο εναγόμενος 2 αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα κατάσχεσης της εμπρόθεσμης κατάθεσής του, και αξιώνει επιστροφή του ποσού αυτής πλέον τόκο από 27.01.2010 δηλαδή από την ημέρα δέσμευσης. Καμιά όμως μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς του εναγόμενου 2 προς απόδειξη της ανταπαίτησής του. Τουναντίον, κατατέθηκαν τα Τεκμ. 4 και 5 χωρίς ένσταση με αποδοχή των όσων καταγράφονται σε αυτά. Με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 2 πρόβαλε την αξίωση τόκου προς 4,25% «ως ήτο η συμφωνία τους». Ουδεμία συμφωνία έχει παρουσιαστεί. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε προς απόδειξη δικαιώματος επιδίκασης τόκου. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία των εναγόντων την οποία αποδέχθηκα, κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5, ήτοι της δέσμευσης, ο εναγόμενος 2 ήδη γνώριζε για τις καθυστερήσεις στον λογαριασμό. Δηλαδή ενώ γνώριζε για τις καθυστερήσεις, συμφώνησε όπως δεσμεύσει την εμπρόθεσμη κατάθεσή του, έχοντας πλήρη γνώση του κινδύνου κατάσχεσης και χρήσης του ποσού αυτής. Αυτό βασίζεται στο ότι: (α) Είχε ήδη λάβει τις προειδοποιητικές επιστολές Τεκμ.
- (β) Σαν διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας είχε γνώση των οικονομικών της. Στη βάση των πιο πάνω η ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 δεν έχει προωθηθεί καθώς ο εναγόμενος 2 δεν έχει προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία ή τεκμήριο προς υποστήριξή της. Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 δεν έχει καθόλου στοιχειοθετηθεί, πόσο μάλλον στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως η ανταπαίτηση απορρίπτεται καθώς δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Τα πιο πάνω θα τερμάτιζαν την οποιανδήποτε περαιτέρω συζήτηση με την απαίτηση να πετυχαίνει στο βαθμό που αξιώνεται τώρα και την ανταπαίτηση να απορρίπτεται. Όμως υπάρχουν και κάποια άλλα επί μέρους ζητήματα τα οποία για σκοπούς πληρότητας κρίνω πρέπων να με απασχολήσουν. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 6). Σημειώνεται ότι τα Τεκμ. 6 και 7 κατατέθηκαν από την Μ.Ε.1 συνοδευόμενα από πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
- Περαιτέρω στις παραγράφους 11 και 14 της δήλωσής της (Έγγραφο Α΄), η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 οι οποίες και τηρήθηκαν. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Dennis Audie Alexander κ.α., Αρ. Αγωγής: 770/2012 Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 31.08.2017 ο κ. Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά: «Όταν αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο συνιστά αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο αυτό γίνεται δεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό (άρθρο 22
(1)). Όταν ένα έγγραφο καταδειχθεί ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης μπορεί να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (άρθρο 35
(2)). Στην προκειμένη περίπτωση η διαφορά δεν θα ήταν σημαντική ενόψει του γεγονότος ότι η υπεράσπιση δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι προϋποθέσεις ώστε αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνει δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του άρθρου 22 εμπεριέχονται στα εδάφια
(2)και
(3). Αυτές είναι: - Το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, - Η καταχώρηση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία που να ικανοποιεί το σύνολο των προϋποθέσεων σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμ.17 έχει δοθεί από την Γεωργιάδη (βλ. παρ.5 της γραπτής της δήλωσης - Τεκμ.22). Οι αναδομημένες καταστάσεις που παρουσίασε είναι οι ίδιες με τις καταστάσεις Τεκμ.17 με τη διαφορά ως προς τον χρεωστικό τόκο και την αφαίρεση κάποιων άλλων χρεώσεων. Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης εφόσον προσάγεται πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της επιχείρησης με την οποία να βεβαιούται ότι το έγγραφο είναι μέρος του αρχείου επιχείρησης (άρθρο 35
(3)). Εφόσον η Γεωργιάδη παρουσιάστηκε ως μάρτυρας και επιβεβαίωσε την εκ μέρους της υπογραφή του Πιστοποιητικού (Τεκμ.27) το γεγονός ότι δεν έχει σφραγίδα της υπογραφής της δεν έχει σημασία. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε σχέση με τα Τεκμ.17 και 23 ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις τόσο του άρθρου 22
(1)όσο και του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου. Επομένως συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο, αλλά και εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν». Για το ίδιο ζήτημα σχετική είναι επίσης η υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Μαθηκολώνης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2570/2013 Ε/Δ. Λάρνακας, 23.03.2020 της κας Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε). Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου (πιο πάνω) το Εφετείο αναφέρει και τα ακόλουθα σχετικά: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέρει στην απόφασή του ότι έχει ικανοποιηθεί για την τήρηση όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 22, του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, και αποδέχθηκε την κατάθεση του Τεκμηρίου 21, ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου. Αναφέρεται περαιτέρω στην απόφαση ότι: «Η αποδοχή του Τεκμήριου 21 ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της ενάγουσας και θα αποδεικνύει τούτη εκτός στην έκταση που ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων.» Παρά τη διαπίστωσή του όμως αυτή, και παρά το ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη αντίθετη μαρτυρία, προχώρησε και αντιπαρέβαλε το Τεκμήριο 21 με τα Τεκμήρια 22 και 23, που αποτελούσαν αναλυτική κατάσταση των πράξεων (transactions analytical report) και κατέληξε πως η χρέωση των ΛΚ6.376,88 δεν έχει κανένα δικαιολογητικό. Η κατάληξη αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνουμε ότι είναι εσφαλμένη. Με τα στοιχεία που τέθηκαν από την ΜΕ1, η αποδοχή από το Δικαστήριο του Τεκμηρίου 21 ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου και η διαπίστωσή του ότι «τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της ενάγουσας και θα αποδεικνύει τούτη εκτός στην έκταση που ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων» είναι ορθή. Αυτό προκύπτει ευθέως από το άρθρο 22 του Κεφ. 9. Το Τεκμήριο 21 καλύπτεται επίσης από το Bankers´ Books Evidence Act 1879, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο, με βάση το άρθρο 3 του Κεφ. 9. (Attorney General of the Republic v. Theocharides and others
(1973)2 CLR 75, Williams & Clyn´s Bank v. Ship Maria
(1992)1A ΑΑΔ 309 και Σιάτης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2000)1Γ ΑΑΔ 1598). Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου. Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν». Πιο περιεκτικά τίθεται εκ νέου το ζήτημα στην υπόθεση Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Π.Ε. Αρ. 398/2011 ημερ. 12.02.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:: «Περαιτέρω, η αποδοχή του Τεκμηρίου 3 υπό της πρωτόδικου Δικαστού, ως αντίγραφο Τραπεζικού Βιβλίου, θα έπρεπε να οδηγήσει και στην αντιμετώπιση την οποία ο ίδιος ο Νόμος περί τούτου προβλέπει. Ο Περί Αποδείξεως Νόμος ΚΕΦ. 9, Άρθρο 22 προβλέπει: "Τραπεζικά βιβλία 22.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό." Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή αποδεικνύει την υπόθεση της Ενάγουσας εκτός εάν ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων. Εδώ, ουδεμία άλλη μαρτυρία προσεφέρθη. Ο Εναγόμενος επέλεξε, όπως ήταν δικαίωμα του, να μην καταθέσει και να μην καλέσει μάρτυρα για υπεράσπιση του. (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε. 335/2009 ημερ. 17.10.2014), ECLI:CY:AD:2014:A786». Στην υπόθεση Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζαλούμη κ.ά., Π.Ε.149/13, ημερ. 14.04.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το τεκμήριο του άρθρου 22: «Με δεδομένο, επομένως, ότι το δάνειο των ΛΚ35.000 είχε δοθεί στον πρωτοφειλέτη και οι εφεσίβλητοι είχαν ρητώς εγγυηθεί την εξόφληση του δανείου αυτού, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Λανθασμένα το Δικαστήριο, συνεπώς, απέρριψε ολόκληρη την αγωγή (εξουδετερώνοντας ουσιαστικά την καθ΄ αυτή ύπαρξη του δανείου και της οφειλής), επειδή ο μάρτυρας της τράπεζας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια ορισμένες χρεοπιστώσεις και τον τρόπο με τον οποίο χρεώνονταν οι τόκοι και οι διάφορες άλλες χρεώσεις διότι δεν είχε μαζί του τα υποστηρικτικά έντυπα για κάθε εγγραφή. Η αμφισβήτηση αυτών των ζητημάτων όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 που έδειχνε εκ πρώτης όψεως την ορθότητα των καταχωρήσεων και των σχετικών δοσοληψιών. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 1491, οι καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και δεν απεδείχθη με σαφή μαρτυρία το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού από την πλευρά των εγγυητών. Ακόμη και η αναγνώριση και ο εντοπισμός από την τράπεζα κάποιου λάθους και η διόρθωση του, δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο αλλά, αντίθετα, ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών. Οι εφεσίβλητοι, με δεδομένη στην ουσία τη μετατόπιση του βάρους επί των ώμων των, δεν προσκόμισαν σαφή μαρτυρία περί του τελικού οφειλόμενου ποσού προβάλλοντας προς το Δικαστήριο τη δική τους εκδοχή που θα παρέμενε βεβαίως προς αξιολόγηση, ως προς την ορθότητα των χρεώσεων, την εκάστοτε επιβολή τόκων και το τυχόν λανθασμένο των όποιων ποσών καταγράφηκαν ή εμφαίνονταν στους λογαριασμούς. Οι γενικές και αόριστες υποβολές δεν ήταν επαρκείς. Η υποβολή, για παράδειγμα, προς το μάρτυρα από το συνήγορο του εφεσίβλητου 1 ότι «το υπόλοιπο είναι λανθασμένο κατά £10.000», χωρίς ουσιαστική επεξήγηση και χωρίς μαρτυρία από πλευράς του εφεσίβλητου 1, δεν ήταν παρά μια άσφαιρη υποβολή. Επομένως, στη βάση και της νομολογίας, όπως την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, υπήρχε μαρτυρία από τον xxx Άδωνη ότι η εφεσείουσα τράπεζα διατηρούσε με την τυπικότητα και ορθότητα που αναφέρεται στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, τα σχετικά βιβλία τα οποία και παρουσιάστηκαν υπό μορφή ηλεκτρονικών λογαριασμών που είχαν συγκριθεί με τα πρωτότυπα. Οι θέσεις του Δικαστηρίου ότι ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο στη βάση και της αναξιοπιστίας, καθώς έκρινε, του μάρτυρα της τράπεζας δεν ήταν βάσιμες. Από τη στιγμή που κατατέθηκαν οι λογαριασμοί στη βάση του άρθρου 22, δεν καθίστατο αναξιόπιστος ο μάρτυρας επειδή κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι έλαβε γνώση για τους λογαριασμούς του πρωτοφειλέτη μετά που αυτοί μεταφέρθηκαν στις καθυστερήσεις. Οι λογαριασμοί, τόσο του χρεωστικού, όσο και του δανείου, αποτύπωναν όλη την πορεία αυτών και φανέρωναν την εκ πρώτης όψεως ορθότητα τους έγιναν δεκτοί δε στη βάση του ότι ο μάρτυρας, ως υπάλληλος της τράπεζας, τους είχε στην κατοχή του και τους παρουσίασε. Ούτε ήταν δείγμα αναξιοπιστίας το ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για καθυστερήσεις στο δάνειο ή ότι δεν φαίνονταν τελικά να γίνονταν μεταφορές από τον τρεχούμενο στο λογαριασμό δανείου. Περαιτέρω, πολλές από τις θέσεις του Δικαστηρίου για να απορρίψει παντελώς τη μαρτυρία του xxx Άδωνη συνδέονταν και με την εκτενή ανάλυση που κατέγραψε για τη σχέση του λογαριασμού δανείου και των υποχρεώσεων των εγγυητών με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Λανθασμένα αναμείχθηκαν τα δύο ως επηρεάζοντα εν τέλει την αξιοπιστία του μάρτυρα ώστε να αναιρείται αυτή τούτη η παροχή του δανείου που αποδεδειγμένα υπήρξε, και που σαφώς εγγυήθηκαν οι εφεσίβλητοι.¨ Η μάρτυρας ρωτήθηκε από τη συνήγορο των εναγομένων, με γενικότητα οφείλω να πω, επί κάποιων όρων της σύμβασης τεκ.2 που έχουν σχέση με τα έξοδα που χρεώνονται στο λογαριασμό. Δεν υπήρξε όμως αντιστοιχία του συγκεκριμένου όρου με συγκεκριμένη χρέωση στο λογαριασμό. Ρωτήθηκε επί παραδείγματι σε ποιο όρο της σύμβασης φαίνεται το ύψος του ποσού των εξόδων που χρεώνονταν. Η ΜΕ1 επικαλέστηκε τον όρο 4 της σύμβασης χωρίς όμως να γνωρίζει το ύψος του ποσού. Δεν γνώριζε επίσης να αναφέρει τον τρόπο που υπολογίζεται ο τόκος πάνω στα χρεωστικά υπόλοιπα με διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ούτε και τι λήφθηκε υπόψιν για τη μεταβολή του επιτοκίου. Εξήγησε όμως ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο παραθέτοντας και το ύψος που χρεωνόταν κατά συγκεκριμένες περιόδους, με το τελευταίο να είναι 7.25% από 1/10/18 και ότι οι μεταβολές ήταν κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό όμως που θα πρέπει να επισημανθεί είναι η δήλωση της μάρτυρος ότι όλα τα έξοδα έχουν αφαιρεθεί δήλωση που εκφράστηκε με την κατάθεση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού τεκ.10. Να λεχθεί εδώ ότι η ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού είναι καθόλα επιτρεπτή όταν το τραπεζικό ίδρυμα κρίνει ότι θα πρέπει να μειώσει την απαίτηση του με την αφαίρεση δικαιωμάτων, εξόδων και επιβαρύνσεων ή ακόμα και υπολογισμού του τόκου επί χαμηλότερου ποσοστού (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Παπαχριστοφόρου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολ.Έφεση 331/2010, ημερομηνίας 11/11/2015), ECLI:CY:AD:2015:A
- Στο τεκ.10 φαίνεται η διαφοροποίηση του αξιούμενου ποσού από αυτό που καταγράφεται στο τεκ.
- Συνεπώς και βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να καταρρίψουν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9». Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία που προσφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα Τεκμ. 6 και 7 έχουν κατατεθεί χωρίς ένσταση συμφώνως των προνοιών των άρθρων 22 και 35 του Κεφ. 9 και αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών των εναγόμενων αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Ένεκα δε της παντελούς έλλειψης προσκόμισης μαρτυρίας περί του αντιθέτου, δεν έχει καταρριφθεί το τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί και το περιεχόμενο των Τεκμ. 6 και 7 γίνεται αποδεκτό και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Πρόσθετα, και ανεξάρτητα, τόσο από το άρθρο 22 όσο και το άρθρο 35 του Κεφ 9, όπως αποδέχθηκα τη σχετική μαρτυρία των εναγόντων, παρέμεινε αναμφισβήτητο γεγονός ότι λάμβαναν οι εναγόμενοι κατάσταση λογαριασμού σε τακτικά διαστήματα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν τις χρεώσεις στον λογαριασμό. Τέλος, σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 7), αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας η προσκόμιση αναδομημένων καταστάσεων και ο οποιοσδήποτε περιορισμός της απαίτησης στα της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού υπόλοιπα και τόκους, είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). Επομένως σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το χρεωστικό υπόλοιπο στον απαιτούμενο βαθμό. Η δε ουσιαστική μείωση/διαφοροποίηση του χρεωστικού υπολοίπου που προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγκειται στο γεγονός όπως εξήγησε η Μ.Ε.1 ότι οι ενάγοντες έλαβαν υπόψη μόνο τις μειώσεις στο επιτόκιο και αφαίρεσαν όλες τις επιπρόσθετες χρεώσεις και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με περιορισμό απαίτησης λόγω του άρθρου 6
(1)του περί Τόκου Νόμου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Στη βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου δικαιολογείται η έκδοση απόφασης όπως έχει μειωθεί η απαίτηση των εναγόντων. Σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829), η απόδειξη υποθέσεων παροχής διευκολύνσεων, βασίζεται σε απόδειξη:
- Της σύναψης της συμφωνίας δανείου, διευκόλυνσης και οι όροι της.
- Η παράβαση όρου της συμφωνίας (βλ. μη κανονική αποπληρωμή ως αναφέρεται ανωτέρω).
- Ο τερματισμός και απαίτηση εξόφλησης, και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Δεν έχει αμφισβητηθεί και είναι παραδεκτή η υπογραφή της συμφωνίας δανείου, της συμφωνίας εγγύησης, και της δέσμευσης κατάθεσης προθεσμίας. Έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό το χρεωστικό υπόλοιπο τόσο της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 6), όσο και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 7). Η Υπεράσπιση και των δύο εναγόμενων δεν κατάφερε να κλονίσει την υπόθεση των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 ουδεμία μαρτυρία προσέφερε προς απόδειξη της ανταπαίτησής του η οποία θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €40.581,97σ. πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και επομένως δεν δικαιολογείται χωριστή διαταγή ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων ομού/και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο σε ένα σέτ εξόδων και στην ανάλογη κλίμακα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο