← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. AESTAS TRADING LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 899/2014, 6/6/2022

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. AESTAS TRADING LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 899/2014, 6/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 899/2014 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας Και 1. AESTAS TRADING LTD 2. [ ] Λύρας 3. [ ] Λύρας 4. [ ] Λύρα, δια του Επίσημου Παραλήπτη 5. [ ] Λύρα Εναγομένων ---------------------------- ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: 1. AESTAS TRADING LTD 2. [ ] Λύρας 3. [ ] Λύρας 4. [ ] Λύρα Εναγόντων δι' Ανταπαιτήσεως -Και- 1. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ 2. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων δι' Ανταπαιτήσεως ------------------------------------ Ημερ.: 6.06.2022 Για Ενάγοντες - εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1: κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 - εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: κ. Μ. Ιωάννου για Μιχάλης Β. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους τα ποσά των €174.533,02 και €1.263.241,87, πλέον τόκους προς 11.50% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών, από τη 01.01.2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο. Το πρώτο ποσό αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και το δεύτερο χρεωστικό υπόλοιπο δανείου. Οι πιο πάνω απαιτήσεις εδράζονται σε δύο συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Αμφότερες οι συμφωνίες φέρουν ημερομηνία 11.12.2000. Το πρώτο ποσό αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος και το δεύτερο χρεωστικό υπόλοιπο δανείου. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Το δικόγραφο τους δεν είναι διατυπωμένο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γεγονός που σε κάποιες περιπτώσεις δυσκόλεψε την ομαλή διεξαγωγή της ακρόασης. Οι θέσεις των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 δεν καταγράφονται με τον τρόπο που προβλέπουν οι θεσμοί και η νομολογία ενώ το δικόγραφο περιλαμβάνει μαρτυρία και αχρείαστες λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει θα προσπαθήσω με τρόπο συνοπτικό να παραθέσω τις θέσεις που προβλήθηκαν. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη των πιο πάνω συμφωνιών, αρνούνται όμως τα υπόλοιπα γεγονότα που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες μετέβαλαν παράνομα τους όρους των επιδίκων συμφωνιών και επιβάρυναν τους λογαριασμούς με παράνομες χρεώσεις και τόκους. Οι τόκοι θα έπρεπε να είχαν υπολογισθεί με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου του 1977. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι επίδικοι λογαριασμοί υφίσταντο πριν τη σύναψη των δύο συμφωνιών του 2000 και αποτελούν 'συνέχεια' δύο άλλων συμφωνιών που είχαν καταρτισθεί το 1995 μεταξύ των Εναγόντων και της Μαρίας Λύρα, Εναγόμενης 4. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν το 1995. Προβάλλουν τη θέση ότι κατά τη χρονική περίοδο 1995 - 20.12.2020 οι δύο λογαριασμοί χρεώθηκαν παράνομα με έξοδα μελέτης και «ανατοκιζόμενους τόκους». Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν δοθεί στην Εναγομένη 4 το 1995, παραχωρήθηκε η υποθήκη Υ [ ] /95. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στην Εναγομένη 4 έχουν εξοφληθεί και ως εκ τούτου η Υ [ ] /95 θα πρέπει να εξαλειφθεί και η αίτηση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, θα πρέπει να αποσυρθεί. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 αιτούνται επίσης, για τους ιδίους λόγους που αναφέρω πιο πάνω και την εξάλειψη της υποθήκης Υ [ ] /2000. Στο δικόγραφο τους προβάλλουν επίσης τη θέση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες λόγου δόλου, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων. Η πιο πάνω θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ επί του συγκεκριμένου θέματος. Ως αναφέρω και πιο πάνω οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 καταχώρισαν Ανταπαίτηση με την οποία αιτούνται διάφορες θεραπείες, τις οποίες συνοψίζω πιο κάτω. Εναντίον των Εναγόντων, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 αιτούνται τις ακόλουθες θεραπείες: · Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ειδοποιήσεις που απέστειλαν οι εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 με τις οποίες ζητούσαν την εκτέλεση των υποθηκών Υ [ ] /95 και Υ [ ] /2000 είναι παράνομες, αυθαίρετες, αποτελούν εκβιασμό και εκφοβισμό προς τους Εναγόμενους αφού οι τελευταίοι εξόφλησαν το εν λόγω ποσό. · Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της κατάσταση λογαριασμού της υποθήκης Υ [ ] /95, ημερομηνίας 13.11.2007 και της [ ]/2000 ημερομηνίας 24.09.2013 είναι αναληθή και ανυπόστατα. · Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται άκυρες οι ισχυριζόμενες εις την Έκθεση Απαίτησης γραπτές συμφωνίες ημερομηνίας 11.12.2000, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 2 και 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, λόγω δολίων παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πιέσεως των Εναγόντων και/ή λόγω παραβάσεως όρων της συμφωνίας. · Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω δολίων παραστάσεων και/ή παράβασης διαβεβαιώσεων (warranties) που δόθηκαν από τους Ενάγοντες και εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 προς τους Εναγόμενους σαν αποτέλεσμα των οποίων οι τελευταίοι υποκινήθηκαν να υπογράψουν συμφωνίες με τους Ενάγοντες και/ή να προβούν σε πληρωμές. · Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττονται οι Ενάγοντες οι εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 να αποδώσουν λογαριασμό στους Εναγόμενους για όλα τα ποσά που εισέπραξαν από τους Εναγόμενους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι οι δύο τελευταίες θεραπείες δεν έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση. Εναντίον και των δύο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων ζητούν διάταγμα διατάττον αυτούς όπως ακυρώσουν, αποσύρουν και εξαλείψουν τις υποθήκες του Κτηματολογίου Αμμοχώστου υπ' αριθμό Υ [ ] /95 και Υ [ ] /00. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν παραχωρηθεί στην Εναγομένη 4 είναι άσχετες με την παρούσα διαδικασία. Το δάνειο της Εναγόμενης 4 έχει εξοφληθεί από την Εναγομένη 1, το 2000 και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις αφορούν ''νέο δανεισμό'' που παραχωρήθηκε προς την Εναγομένη 1. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι δύο υποθήκες, Υ [ ] /95 και Υ [ ] /2000, εξασφαλίζουν και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στην Εναγομένη 1 το 2000, δυνάμει των επιδίκων συμφωνιών. Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχώρισε και ο Γενικός Εισαγγελέας, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2. Ο Γενικός Εισαγγελέας απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 στο δικόγραφο τους και παραθέτει τις δικές του θέσεις. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, Εναγόμενος 2, εξ Ανταπαιτήσεως, εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία δεν προσκόμισε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν αντεξέτασε τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5, προφανώς επειδή τα θέματα που ηγέρθηκαν δεν τον αφορούσαν. Επισημαίνω επίσης ότι εναντίον της Εναγομένης 4 εκδόθηκε απόφαση λόγω της παράλειψης της να καταχωρίσει εμφάνιση. Η Εναγόμενη καταχώρισε στη συνέχεια αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της, επικαλούμενη το γεγονός ότι το Κλητήριο Ένταλμα ουδέποτε τής είχε επιδοθεί. Το Κλητήριο είχε επιδοθεί στον Επίσημο Παραλήπτη. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ίδια δεν ήταν πτωχεύσασα και κατ' επέκταση ο Επίσημος Παραλήπτης δεν ήταν παραλήπτης της περιουσίας της, αλλά απλώς διαχειριστής της. Οι Ενάγοντες, Καθ' ων η Αίτηση στη διαδικασία, συγκατατέθηκαν στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Την 21.04.2015 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο παραμερίστηκε η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης 4, «δικαιωματικά», ως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Έκτοτε η αγωγή δεν προωθήθηκε εναντίον της Εναγομένης 4, ενώ στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν βρίσκεται καταχωρημένη Ένορκη Δήλωση επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγομένη 4. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Την 11.12.2012, οι Ενάγοντες, μετά από αίτηση της Εναγομένης 1, συνήψαν συμφωνία με την τελευταία για την παραχώρηση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους, ΛΚ40.000. Οι πιο πάνω διευκολύνσεις θα χρεώνονταν με τόκο 8% ετησίως. Ο τόκος θα κατεβάλλετο δύο φορές το έτος, τη 15 Ιουνίου και τη 15 Δεκεμβρίου. Οι Εναγόμενοι 2 - 5 υπόγραψαν 'έγγραφον εγγυήσεως και αποζημιώσεως', με το οποίο εγγυήθηκαν την υποχρέωση της Εναγομένης 1 να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα. Η συμφωνία παραχώρησης πίστωσης και το έγγραφον εγγυήσεως και αποζημιώσεως αποτελούν μέρος του ιδίου εγγράφου, πρόκειται για το Τεκμήριο 4. Στη συμφωνία, Τεκμήριο 4, γίνεται πρόνοια για τον τόκο με τον οποίο θα επιβαρύνετο ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πρόκειται για τους όρους 3 και 6, στους οποίους θα κάνω αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 11.12.2000, οι Ενάγοντες συνήψαν δεύτερη συμφωνία με την Εναγομένη 1 που προνοούσε την παραχώρηση δανείου. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγομένη 1, όριο σε δάνειο ύψους Λ.Κ.390.000. Οι πιο πάνω διευκολύνσεις θα χρεώνονταν με τόκο 8% ετησίως. Ο τόκος θα κατεβάλλετο δύο φορές το έτος, την 15 Ιουνίου και τη 15 Δεκεμβρίου. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, μέχρι ποσού Λ.Κ.390.000, πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα και υπόγραψαν για το σκοπό αυτό έγγραφο εγγυήσεως και αποζημιώσεως. Η συμφωνία δανείου και το έγγραφο εγγυήσεως και υποχρεώσεως, αποτελούν μέρος του ιδίου εγγράφου, πρόκειται για το Τεκμήριο 5. Στη συμφωνία, Τεκμήριο 5, γίνεται πρόνοια για τον τόκο με τον οποίο θα επιβαρύνετο ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πρόκειται για τον όρο 4, στον οποίο θα κάνω αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Οι Ενάγοντες είχαν επίσης δικαίωμα να τερματίσουν τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις και να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα και τους τόκους. Στα πλαίσια των προνοιών του σχεδίου διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε την 20.12.2018, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τα εξ αποφάσεως χρέη και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που βρισκόντουσαν στις οριστικές καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, περιλαμβανομένων και των επιδίκων, μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία CAC Coral Ltd. Η CAC Coral Ltd έχει υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Σχετική ειδοποίηση έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε εκ μέρους των Εναγόντων, ο [ ] Καφάς, Μ.Ε.1 και εκ μέρους των Εναγομένων οι κτηματολογικοί λειτουργοί, Ειρήνη Ποσπορίδου, Μ.Υ.1 και Στέλιος Ευτυχίου, Μ.Υ.2 και ο οικονομολόγος, Ευτύχιος Παπαευτυχίου, Μ.Υ.3 εκ μέρους των Εναγομένων. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο [ ] Καφάς, Μ.Ε.1, εργοδοτείται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου Λτδ) στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση εκ μέρους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου Λτδ) και συνεχίζει να την χειρίζεται για λογαριασμό της CAC Coral Ltd. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο πιο πάνω Τμήμα μετατέθηκε το 2006 και ήταν τότε που ενεπλάκη προσωπικά στη συγκεκριμένη υπόθεση. Πριν από το 2006 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή με την υπόθεση. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που αφορούν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταξύ των οποίων τις δύο συμφωνίες ημερομηνίας 11.12.2000, τις συμφωνίες εγγυήσεως και την αλληλογραφία που αποστάληκε από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους. Κατέθεσε επίσης τις επιστολές οι οποίες είχαν σταλεί στην Εναγομένη 1 για την τροποποίηση του επιτοκίου και τις ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο που αφορούσαν το ίδιο θέμα. Με βάση τα έγγραφα που κατέθεσε προκύπτει ότι υπήρξε ενημέρωση για την τροποποίηση του επιτοκίου σε πέντε περιπτώσεις. Κατέθεσε επίσης κατάσταση, Τεκμήριο 9, στην οποία καταγράφονται οι αλλαγές του επιτοκίου στους επιδίκους λογαριασμούς. Από το Τεκμήριο 9 προκύπτει ότι οι αλλαγές του επιτοκίου δεν ήταν μόνο πέντε αλλά πολύ περισσότερες. Εκτενής αναφορά στο πιο πάνω θέμα θα γίνει αργότερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του επί του συγκεκριμένου θέματος. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 6.10.2005, Τεκμήριο 10, πληροφόρησαν την Εναγομένη 1 ότι παρέλειψε να εξοφλήσει τις δόσεις της, με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις και την κάλεσαν να το πράξει εντός 15 ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μετέφεραν τους λογαριασμούς της στις οριστικές καθυστερήσεις και θα ελάμβαναν δικαστικά μέτρα για είσπραξη των οφειλόμενων. Η πιο πάνω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής. Με δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 16.11.2005, Τεκμήριο 11, οι Ενάγοντες πληροφόρησαν την Εναγομένη 1 ότι ανακαλούσαν τις χορηγήσεις που της είχαν παραχωρήσει και έκλειναν τους λογαριασμούς τους μεταφέροντας τους στις οριστικές καθυστερήσεις. Την πληροφόρησαν επίσης ότι με τη μεταφορά των λογαριασμών της στις οριστικές καθυστερήσεις το επιτόκιο θα αυξάνετο σε 11,5%. Κάλεσαν την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το υπόλοιπο εντός 7 ημερών. Η πιο πάνω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής. Έκτοτε οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν έναντι των χρεών τους οποιοδήποτε ποσό. Την 7.10.2013 το ποσό που οφειλόταν για τον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν €176.364,02 και για το δάνειο €1.263.241.81. Και τα δύο ποσά φέρουν τόκο προς 11,4% ετησίως από την 1.1.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατ' έτος. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν, καθ' όλη την επίδικη περίοδο, βιβλίο τήρησης λογαριασμών για τον κάθε πελάτη τους, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους («Τραπεζικό Βιβλίο»). Στον κάθε λογαριασμό γινόταν και συνεχίζει να γίνεται ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που γίνεται και τον αφορά. Η κατάσταση λογαριασμού κάθε πελάτη αποτυπώνεται εγγράφως με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω του εκτυπωτή του. Το εν λόγω Τραπεζικό Βιβλίο είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων στο οποίο οι καταχωρίσεις γίνονται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους και το οποίο φυλασσόταν και συνεχίζει να φυλάσσεται στις κτιριακές εγκαταστάσεις τους, βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και σε αυτό έχουν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας έχει εκτυπώσει τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς, πρόκειται για το Τεκμήριο 12, και τις έχει συγκρίνει με τις καταχωρίσεις του Τραπεζικού Βιβλίου που τηρούν οι Ενάγοντες και διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν ορθή αναπαραγωγή του Τραπεζικού Βιβλίου. Παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου πιστοποιητικό / βεβαίωση, Τεκμήριο 13, το οποίο εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 35, παρ.3, του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9. Κατά τη δεύτερη δικάσιμο ο μάρτυρας παρουσίασε τρία σετ «αναδομημένων» καταστάσεων των πιο πάνω λογαριασμών. Ο μάρτυρας τα αποκαλούσε «σενάρια». Με βάση αυτά τα τρία «σενάρια» έγιναν αφαιρέσεις από τις καταστάσεις λογαριασμών, διαφόρων χρεώσεων. Σε εκείνο που διαφέρουν μεταξύ τους είναι το επιτόκιο. Στην πρώτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το επιτόκιο είναι μεταβαλλόμενο, παρουσιάζει διάφορες αυξομειώσεις, που σύμφωνα με τους Ενάγοντες τις έχουν κοινοποιήσει στους Εναγόμενους. Στη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας. Στη δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το επιτόκιο είναι μεταβαλλόμενο όπως και στην πρώτη, υπολογίζεται όμως τόκος υπερημερίας 2%, μέχρι τον τερματισμό. Στην τρίτη κατάσταση λογαριασμού, το επιτόκιο είναι το βασικό πλέον 2.75%. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι εξασφαλισμένες με δύο υποθήκες, την [ ]/95 και την [ ]/2000. Σήμερα εκκρεμεί στο Κτηματολόγιο διαδικασία εκποίησης των δύο πιο πάνω υποθηκών. Επισήμανε ότι με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν οποιοδήποτε διάταγμα που αφορά τις πιο πάνω υποθήκες, αναγνώρισε όμως ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ καταχώρισε αιτήσεις στο Κτηματολόγιο με τις οποίες αιτήθηκε την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι «στόχος» των πιο πάνω αιτήσεων είναι να εισπραχθούν τα επίδικα χρέη. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι οι πιο πάνω υποθήκες δεν καλύπτουν τα συγκεκριμένα χρέη, θέση με την οποία αυτός διαφώνησε. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και σε σχέση για τους τόκους που έχουν χρεωθεί στον επίδικο λογαριασμό δανείου, για τη χρονική περίοδο 11.12.2000 μέχρι 16.11.2005. Τού υποβλήθηκε ότι οι τόκοι με τους οποίους χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν παράνομοι και αντισυμβατικοί, θέση την οποία απόρριψε ο μάρτυρας. Ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την αύξηση του επιτοκίου με την επιστολή ημερομηνίας 19.02.2001, Τεκμήριο 7 και με ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 7. Η επιστολή απευθύνεται προς την Εναγόμενη 1 και έχει ημερομηνία 19.02.2001. «Αναφερόμενοι στα Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις που έχετε με την Τράπεζα μας, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται κατωτέρω, σας πληροφορούμε ότι με την εφαρμογή του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεωθούν αναδρομικά από 1.1.2001 ως εξής: Α. ΤΟΚΟΣ (
  2. i)Με βασικό επιτόκιο προς 7% (επτά τοις εκατό) το χρόνο. (
  3. ii)Με πρόσθετο επιτόκιο προς 2,75% (δύο και 0,75 τοις εκατό) το χρόνο (iii)Σύνολο επιτοκίου 9,75% (εννέα και 0,75 τοις εκατό) το χρόνο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της Τράπεζας και καταλογιζόμενο σε εσάς ή καταβαλλόμενο από εσάς την 30ήν Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως σας γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα. Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της προς εσάς ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως δια του ημερήσιου τύπου ή της προς εσάς ειδοποιήσεως. Στην περίπτωση που θα υπάρχει οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του επιτοκίου που καθορίζεται πιο πάνω με το επιτόκιο οποιουδήποτε Συμβολαίου σας με την Τράπεζα, θα υπερισχύει το επιτόκιο που προβλέπεται στην επιστολή αυτή εκτός εάν η Τράπεζα αποφασίσει διαφορετικά οπότε και θα σας το γνωστοποιεί γραπτώς. Για υπολογισμό οποιουδήποτε τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσες ημέρες έχει ο καθένας αλλά για την εξεύρεση του τόκου θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος με 360 ημέρες. B. ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ/ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (α) Με προμήθεια προς 0,25% (0,25 τοις εκατό) το χρόνο υπολογιζόμενη επί του Μέσου Όρου των Δανείων και/ή Τραπεζικών διευκολύνσεων κατά τη σχετική περίοδο. (β) Με επιβάρυνση υπέρβασης προς 1,75% (ένα και εβδομήντα πέντε τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού κάθε υπέρβασης ορίου. (γ) Με επιβάρυνση καθυστέρησης προς 1,75% (ένα και εβδομήντα πέντε τοις εκατό) το χρόνο επί τυχόν καθυστερημένου ποσού. (δ) Με επιβάρυνση πρόωρης πληρωμής προς 1% (ένα τοις εκατό) το χρόνο επί τυχόν προώρως πληρωθέντος ποσού Δανείου. (ε) Με επιβάρυνση αχρησιμοποίητου ορίου προς 0% (μηδέν τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού του ορίου που δεν έχει χρησιμοποιηθεί. (στ) Με Τραπεζικά δικαιώματα όπως κατά καιρούς θ' αποφασίζει η Τράπεζα με ενημέρωση σας. (ζ) Με οποιαδήποτε άλλα έξοδα, δικαιώματα, φόρους και επιβαρύνσεις θα αποφασίζει η Τράπεζα κατά καιρούς με ενημέρωση σας. ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΔΑΝΕΙΑ/ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ: Όριο Τρεχούμενου Λογαριασμού Λ.Κ.40000- Αρ. Λογαριασμού [ ] Εφάπαξ Δάνειο Αρχικού Ποσού Λ.Κ.390000- Αρ. Λογαριασμού [ ] Σημερινό Υπόλοιπο Λ.Κ.391821- Νοείται βέβαια ότι οι σχέσεις σας με την Τράπεζα θα διέπονται και/ή συνεχίζουν να διέπονται από τους όρους των διαφόρων υφιστάμενων μεταξύ σας και της Τράπεζας συμβολαίων και/ή των συμβολαίων που θα υπογραφούν στο μέλλον από εσάς και την Τράπεζα.» Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αριθμός επιστολών συμπεριλαμβανομένων και της πιο πάνω επιστολής, Τεκμήριο 7 και της επιστολής ημερομηνίας 6.10.2005, δεν παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Ο μάρτυρας απάντησε ότι όλες οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν στους Εναγόμενους, στις διευθύνσεις που οι ίδιοι έδωσαν στην Τράπεζα. Οι επιστολές δεν επιστράφηκαν. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι οι τροποποιήσεις του επιτοκίου έγιναν «κατά την κρίση της Τράπεζας, βάσει και των οικονομικών δεδομένων και του πελάτη και της οικονομίας». Στη συνέχεια δήλωσε τα πιο κάτω σε σχέση με τον υπολογισμό του βασικού και του επιπρόσθετου επιτοκίου τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Το ύψος του πρόσθετου επιτοκίου και του βασικού επιτοκίου της τράπεζας καθορίζεται με άξονα κάποιους παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και έχουν σχέση με την εξασφάλιση η οποία υπάρχει με θετικά και εύκολα ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού του οφειλέτη, το κόστος ευκαιρίας των επενδυόμενων κεφαλαίων, καθώς επίσης και τις προβλέψεις τις οποίες λαμβάνει η τράπεζα για όλες τις πιστοδοτήσεις.» Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και σε σχέση με το δάνειο που είχε παραχωρηθεί στην [ ] Λύρα, Εναγόμενη 4. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός έχει ήδη εξοφληθεί και είναι άσχετος με τους επίδικους λογαριασμούς. Αναγνώρισε όμως ότι μέρος του δανείου που χορηγήθηκε και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.382.969,88 διατέθηκε για την εξόφληση των υποχρεώσεων της [ ] Λύρα, Εναγομένης 4. Τέλος υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αν δεν ληφθούν υπόψη οι υπερχρεώσεις που έγιναν στο λογαριασμό της [ ] Λύρα, Εναγομένης 4, το ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι προς τους Ενάγοντες ήταν €679.535, την 31.12.2019. Αυτός απόρριψε τη συγκεκριμένη θέση. Η Ειρήνη Ποσπορίδου, Μ.Υ.1, είναι Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός και εργάζεται στον τομέα Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Η μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τις υποθήκες Υ [ ] /95 και Υ [ ] /2000. Για την πρώτη υποθήκη εκκρεμεί διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία άρχισε την 16.09.2008. Παρόμοια διαδικασία εκκρεμεί και για τη δεύτερη υποθήκη, ήτοι την Υ [ ] /2000, η οποία άρχισε την 23.12.2013. Οι πιο πάνω διαδικασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα. Την 7.12.2000 η [ ] Λύρα, Εναγόμενη 4, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και προσκόμισε δήλωση μεταβίβασης δυνάμει δωρεάς του ενυπόθηκου ακινήτου, στον γιο της, [ ] [ ] Λύρα. Το Κτηματολόγιο την αποδέχτηκε, παρά το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, καθότι είχε προσκομιστεί η συγκατάθεση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, η οποία δεν έφερε ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 7.12.2000, ο Ιωάννης Γεωργίου Λύρα συνήψε δεύτερη υποθήκη σε βάρος του εν λόγω ακινήτου, προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, πρόκειται για την υποθήκη [ ] /2000. Ο Στέλιος Ευτυχίου, Μ.Υ.2, εργάζεται στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Ο μάρτυρας παρουσίασε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της [ ] Λύρας, Εναγόμενης 4, που εκδόθηκε την 29.11.2010, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ έχει υποβάλει αίτηση για επαλήθευση του χρέους την 29.08.2011, για το ποσό των €1.231.015,17, πλέον τόκους από την 23.08.2011. Επισημαίνω, ότι η μαρτυρία των δύο πιο πάνω μαρτύρων, ήτοι της Ειρήνης Ποσπορίδου, Μ.Υ.1 και του Στέλιου Ευτυχίου, Μ.Υ.2 δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο κατά την αντεξέταση. Ο Ευτύχιος Παπαευτυχίου, Μ.Υ.3, είναι οικονομολόγος, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Manchester και κάτοχος του επαγγελματικού πτυχίου του Ινστιτούτου Τραπεζιτών του Λονδίνου. Έχει δεκαεπτάχρονη εμπειρία στον τραπεζικό κλάδο, εργάστηκε στους τομείς των δανειοδοτήσεων και αξιολόγησης/παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων. Από το 2013 μέχρι σήμερα, διατηρεί γραφείο το οποίο εξειδικεύεται στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για χειρισμό τραπεζικών θεμάτων. Οι Εναγόμενοι τού ανέθεσαν να αναλύσει τα στοιχεία των δύο επιδίκων τραπεζικών λογαριασμών και ετοίμασε για τον σκοπό αυτό σχετική έκθεση, Τεκμήριο 42. Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 43, 44 και 45. Για την ετοιμασία της Έκθεσης του, Τεκμήριο 42, ο μάρτυρας έλαβε υπόψη τις καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασαν οι Ενάγοντες, από την ημερομηνία χορήγησης των επιδίκων πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι και την 30.6.2020 και προέβη σε «ανάλυση και συμφιλίωση τους». Έλεγξε όλες τις χρεώσεις και τις πιστώσεις ανά μήνα. Η έκθεση του, Τεκμήριο 42, περιλαμβάνει τρεις λογαριασμούς. Από τη μαρτυρία του όμως προέκυψε ότι οι δύο πρώτοι λογαριασμοί αφορούν τις ίδιες πιστωτικές διευκολύνσεις, ήτοι το δάνειο που παραχωρήθηκε την 11.12.2000. Ο λογαριασμός του δανείου από την 11.12.2000 μέχρι και την 16.11.2005 έφερε τον αριθμό [ ] και από την 16.11.2005 τον αριθμό [ ]. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το ποσό που χρεώθηκε από την Τράπεζα για τόκους, για την περίοδο 11.12.2000 μέχρι 16.11.2005, ήταν υπερβολικό και ή παράνομο και/ή καταχρηστικό. Η τράπεζα χρέωσε τον λογαριασμό με το ποσό των €264.553,62 χρησιμοποιώντας επιτόκιο κατά μέσο όρο 8%. Κατά την αντεξέταση το διαφοροποίησε και το καθόρισε σε 8.5%. Το ποσό με βάση, τους δικού του υπολογισμούς δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα €156.000. Υπολόγισε το πιο πάνω ποσό χρησιμοποιώντας επιτόκιο 6% που κατά την άποψη του ήταν ένα εύλογο επιτόκιο. Κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του και δήλωσε ότι το ποσοστό του επιτοκίου που χρησιμοποιήθηκε ήταν 5%. Υπερβολική ήταν κατά την άποψη του και η χρέωση του πιο πάνω λογαριασμού με το ποσό των €2.039.339,85, για τη χρονική περίοδο 16.11.2005 μέχρι 30.06.2020. Υπολόγισε ότι το «μεσοσταθμικό κόστος δανεισμού» για το λογαριασμό αυτό ήταν 25%. Για το δεύτερο λογαριασμό, χορήγησης ορίου, η Τράπεζα χρέωσε το ποσό των €283.361,67. Και αυτό το ποσό είναι, κατά την άποψη του, υπερβολικό και ή παράνομο και ή καταχρηστικό και το συνολικό ποσό θα έπρεπε να ήταν κατά 'πολύ χαμηλότερο'. Με βάση τα στοιχεία που τού παρουσίασε η Τράπεζα υπολόγισε ότι το «μεσοσταθμικό κόστος» για το τρεχούμενο λογαριασμό χορήγησης ορίου, ήταν 20,4% ετησίως. Πρόβαλε τη θέση ότι με βάση τις καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, το σημερινό υπόλοιπο όλων των δανειακών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των €700.000. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου. Αμφότερα τα μέρη κατέθεσαν τεκμήρια, όλα τα τεκμήρια εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά σε κάθε ένα από αυτά ξεχωριστά. Αξιολόγηση και ευρήματα Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Η μαρτυρία της Ειρήνης Ποσπορίδου, Μ.Υ.1 και του Στέλιου Ευτυχίου, Μ.Υ.2 ήταν εντελώς τυπική, δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Στρέφομαι στη συνέχεια στη μαρτυρία του [ ] Καφά, Μ.Ε.1, η οποία εδράζεται κυρίως σε έγγραφα, τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Το πρώτο θέμα που θα εξετάσω από τη μαρτυρία του είναι κατά πόσο οι επίδικοι λογαριασμοί αποτελούν συνέχεια των λογαριασμών που είχε η [ ] Λύρα Εναγόμενη 4. Υπενθυμίζω ότι η θέση του μάρτυρα ήταν ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν ανεξάρτητοι από τους λογαριασμούς της [ ] Λύρας, Εναγόμενης 4, θέση που με βρίσκει σύμφωνη. Επισημαίνω ότι πρωτοφειλέτιδα στις υπό κρίση συμφωνίες είναι νομικό πρόσωπο, η Εναγομένη 1 και όχι η [ ] Λύρα, Εναγομένη 4. Υπενθυμίζω ότι η τελευταία ενάγεται, στην παρούσα υπόθεση, υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 και όχι ως πρωτοφειλέτιδα. Το γεγονός ότι μέρος των χρημάτων που δόθηκαν ως δάνειο χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των υποχρεώσεων της [ ] Λύρας, Εναγομένης 4, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό ή ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 νομιμοποιούνται να αξιώνουν επιστροφή των πιο πάνω ποσών που χρεώθηκαν σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ενώπιο του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και τα πρακτικά της συνεδρίας της Εναγομένης 1 που αφορούν τη σύναψη των επιδίκων συμφωνιών. Στα πρακτικά καμιά αναφορά γίνεται που να υποστηρίζει τις θέσεις που προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση. Παραθέτω αυτούσια την απόφαση που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 1, τη 5.12.2000: "Αποφασίζεται ομοφώνως όπως η εταιρεία Aestas Trading Ltd, A.E. 97007, προς καλυτέρα διεξαγωγή των εργασιών της δανειοδοτηθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, κατάστημα Αμμοχώστου

(530)τα πιο κάτω ποσά: Λ.Κ. 40 χιλ. ως όριο τρεχούμενου λογαριασμού Λ.Κ. 390 χιλ. ως εφ 'άπαξ δάνειο ...." Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και εάν ακόμη ήθελε φανεί ότι οι επίδικοι λογαριασμοί αποτελούν συνέχεια των λογαριασμών της [ ] Λύρας, Εναγομένης 4, διαπιστώνω ότι καμιά θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς, ήτοι τους λογαριασμούς της Μαρίας Λύρας, Εναγομένης
  1. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε και για τις δύο υποθήκες, [ ]/95 και [ ]/2000, τού υποβλήθηκε ότι αυτές δεν εξασφαλίζουν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, θέση που αυτός απόρριψε. Υποστήριξε ότι αμφότερες υποθήκες είχαν δοθεί για εξασφάλιση των επιδίκων διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν την 11.12.2000 και παρέπεμψε στα Τεκμήρια 29 και 30 και συγκεκριμένα στο συμπληρωματικό έγγραφο που σημειώνεται με το γράμμα «Α», παραγράφους 5 και
  2. Το Τεκμήριο 29 φέρει ημερομηνία 28.03.1995, πρόκειται για το έγγραφο υποθήκης [ ]/95, με το οποίο η [ ] Λύρα υποθήκευσε το μερίδιο της, 4/10, στο ακίνητο της, τεμάχιο
  3. Το Τεκμήριο 30 φέρει ημερομηνία 7.12.2000, πρόκειται για το έγγραφο υποθήκης [ ]/2000, με το οποίο ο [ ] Γεωργίου Λύρας υποθήκευσε το μερίδιο του, 4/10, στο ακίνητο του, τεμάχιο 153, προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Οι πρόνοιες των παραγράφων 5 και 6 που επικαλέστηκε ο μάρτυρας είναι πανομοιότυπες στα δύο έγγραφα, Τεκμήρια 29 και 30, τις παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «
  4. Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετον και περαιτέρω εξασφάλισιν και εγγύησιν πάσης υποχρεώσεως μου προς «την Τράπεζαν» είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, άμεσος, ή έμμεσος, είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστή απαιτητή και είτε προσωπική ή κοινή μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων. 6 Η παρούσα υποθήκη είναι εξασφάλισις επιπρόσθετος προς οιασδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τας οποίας «η Τράπεζα» έχει σήμερον ή δυνατόν να έχη εις το μέλλον παρ' εμού ή οιουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων εν σχέσει με τας υποχρεώσεις τας οποίας αύτη εξασφαλίζει, η δε «Τράπεζα» δύναται να συναλλάπηται, ανταλλάσση, ακυροί, τροποποιή ή απέχη από του να τελειοποιή ή να θέτη εις εφαρμογήν οιασδήποτε άλλας εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις άνευ επηρεασμού οιουδήποτε δικαιώματος της βάσει της παρούσης.» Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι οι υποθήκες τυγχάνουν ευρείας εφαρμογής και καλύπτουν και τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις. Πέραν τούτου ενώπιο του Δικαστηρίου κατατέθηκε και το Τεκμήριο 32 που αποτελεί την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε για τον σκοπό αυτό. Η πρώτη επιστολή, ημερομηνίας 5.12.2000, είναι επιστολή των Εναγόντων προς το Κτηματολόγιο με την οποία τού κοινοποιούν ότι δεν φέρουν ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του [ ] Γ. Λύρα, εφόσον δεν επηρεάζεται 'το κύρος της υφιστάμενης υποθήκης' και οι νέοι τίτλοι που θα εκδίδονταν θα ήταν βεβαρημένοι με την υφιστάμενη υποθήκη. Στο εν λόγω Τεκμήριο περιλαμβάνεται και η επιστολή του [ ] Γ. Λύρα, ημερομηνίας 7.12.2000, προς τους Ενάγοντες, με την οποία τούς ενημερώνει, μεταξύ άλλων, ότι αποδέχεται όπως μεταφερθούν στο όνομα του όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω υποθήκη και βαραίνουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Οι άλλες δύο επιστολές φέρουν αμφότερες ημερομηνία 7.12.2000 και απευθύνονται προς τους Ενάγοντες. Οι επιστολές υπογράφονται από την Εναγόμενη 4 και τον [ ] Γ. Λύρα και με αυτές οι συντάκτες των επιστολών δηλώνουν ότι όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 4 προς την Τράπεζα τις αναλάμβανε ο [ ] Γ. Λύρα. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι οι δύο υποθήκες εξασφαλίζουν τα επίδικα χρέη γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, αφορούσε το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός. Καταθέτοντας σε σχέση με το θέμα αυτό δήλωσε ότι το επιτόκιο άλλαξε πέντε φορές. Η πιο πάνω θέση του, ως προανέφερα, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που ο ίδιος έχει παρουσιάσει και συγκεκριμένα από το Τεκμήριο 9, που είναι η κατάσταση αλλαγής των επιτοκίων. Σύμφωνα με την πιο πάνω κατάσταση το βασικό επιτόκιο τροποποιήθηκε έντεκα
(11)φορές, το πρόσθετο επιτόκιο πέντε
(5)φορές και το ποσοστό επιβάρυνσης ακόμη πέντε
(5)φορές. Απορρίπτω και τη θέση του ότι για όλες τις αυξομειώσεις του επιτοκίου δημοσιεύτηκαν σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο και ή ότι η Εναγομένη 1 ενημερώθηκε σχετικά. Με βάση το Τεκμήριο 9, που περιλαμβάνει όλες τις ανακοινώσεις που έγιναν για αλλαγή του επιτοκίου, προκύπτει ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις αφορούν μόνο την αλλαγή του βασικού επιτοκίου. Για τις υπόλοιπες αλλαγές, του πρόσθετου επιτοκίου και του ποσοστού επιβάρυνσης, πλην μιας περίπτωσης, (Τεκμήριο 7) δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιο του Δικαστηρίου που να δεικνύουν ότι οι Ενάγοντες ενημέρωσαν την Εναγομένη 1 για τις πιο πάνω τροποποιήσεις. Ο Α. Καφάς, Μ.Ε.1 κατέθεσε επίσης ότι αμφότερες οι συμφωνίες προέβλεπαν για το δικαίωμα των Εναγόντων να προβούν σε αυξομείωση του επιτοκίου, σχετικές είναι οι αναφορές που γίνονται στην πρώτη Γραπτή του Δήλωση, Ένδειξη Α1, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στις παραγράφους 11 και 13 παραθέτει τους όρους των δύο επιδίκων συμφωνιών συμπεριλαμβανομένου και του όρου για κατ' ισχυρισμό δικαίωμα αυξομείωσης του επιτοκίου. Το κείμενο είναι ταυτόσημο και στις δύο παραγράφους και ως εκ τούτου θα το παραθέσω αμέσως πιο κάτω, μόνο μια φορά: "Η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό του επιτοκίου μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που θα ίσχυε κάθε φορά, με ειδοποίηση προς τον χρεώστη". Διαπιστώνω ότι η πιο πάνω δήλωση του δεν υποστηρίζεται από το κείμενο των επιδίκων συμφωνιών, τεκμήρια 4 και 5 και να μου επιτραπεί να την χαρακτηρίσω, "παραπλανητική" . Στη συμφωνία, Τεκμήριο 4, που αφορούσε την παραχώρηση ορίου παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό, προβλέπονται τα πιο κάτω σε σχέση με την επιβολή τόκων: «
  1. Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του «Λογαριασμού» θα αποφέρη τόκον εις όφελος «της Τραπέζης» προς 8% οκτώ τοις εκατόν ετησίως, καταλογιζόμενον εις τον «οφειλέτη» ή καταβαλλόμενο υπ' αυτού εκάστην 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ' ην το ως άνω επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε διά νόμου ή δι' αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είτε άλλως πως τότε το ανώτατον επιτόκιο ως θα έχει τροποποιηθή θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενον επιτόκιον εκτός αν η «Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιή προς τούτο εγγράφως τον "οφειλέτην". .................................
  2. Η «Τράπεζα» θα έχη το δικαίωμα όπως καθ' οιονδήποτε χρόνο και κατά την απόλυτον κρίσιν αυτής περιορίζει το ποσόν της πιστώσεως και αυξομειώνει το ποσοστό του τόκου προμηθείας και εξόδων ειδοποιούσα προς τούτο δι' επιστολής της τον «οφειλέτην». Εις την περίπτωσιν της μη απαντήσεως του «οφειλέτου» εντός 3 ημερών από της λήψεως της ειδοποιήσεως ότι αποδέχεται την ρηθείσαν τροποποίησιν της πιστώσεως και των όρων ταύτης, τότε η «Τράπεζα» θα δικαιούται να κλείσει τον λογαριασμόν ειδοποιούσα δι' επιστολής της τον «οφειλέτην» περί του κλεισίματος του λογαριασμού του οπότε ο «οφειλέτης» θα υποχρεούται όπως αμέσως καταβάλει εις την «Τράπεζα» παν χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του κατά κεφάλαιον, τόκους, προμήθειας και έξοδα προς εξασφάλιση. Στη συμφωνία, Τεκμήριο 5, γίνεται η πιο κάτω πρόνοια σε σχέση με τον τόκο με τον οποίο θα επιβαρύνετο ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πρόκειται για τον όρο 4: «
  3. Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του ρηθέντος δανείου θα αποφέρη τόκον εις όφελος «της Τραπέζης» προς 8% οκτώ τοις εκατόν ετησίως, καταλογιζόμενον εις τον «οφειλέτη» ή καταβαλλόμενο υπ' αυτού εκάστην 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ' ην το ως άνω επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε διά νόμου ή δι' αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή άλλως πως, τότε το ανώτατον επιτόκιο ως θα έχει τροποποιηθή θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενο επιτόκιο εκτός εάν η «Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιεί προς τούτο εγγράφως τον «οφειλέτην». Επισημαίνω ότι το περιεχόμενο του όρου 3, του Τεκμηρίου 4, είναι σχεδόν ταυτόσημο με το περιεχόμενο του όρου 4, του Τεκμηρίου
  4. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο ένα έγγραφο γίνεται αναφορά σε "λογαριασμό" και το άλλο σε "δάνειο". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5, πουθενά δεν γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, ενώ στη συμφωνία, Τεκμήριο 4, γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του λογαριασμού, νοουμένου όμως ότι λάβει τη συγκατάθεση του οφειλέτη. Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνω ότι η τροποποίηση των επίδικων συμφωνιών έγινε μονομερώς, σχετική είναι η επιστολή που απέστειλαν οι Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 19.02.
  5. Τεκμήριο 7, την οποία παραθέτω αυτούσια πιο πάνω. Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι οι Ενάγοντες εξέλαβαν ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν. 160(I)/1999, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο Νόμος 160(I)/1999», τούς έδιδε το δικαίωμα να τροποποιούν το επιτόκιο κατά το δοκούν. Το θέμα αυτό θα τύχει εξέτασης σε κατοπινό στάδιο. Προκύπτει επίσης ότι θεώρησαν ότι είχαν δικαίωμα να επιβαρύνουν το λογαριασμό με διάφορα ποσά τα οποία δεν προβλέπονταν από τις επίδικες συμφωνίες και να χρεώνουν τόκο αναδρομικά. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι τροποποιήσεις στο επιτόκιο έγιναν βάσει των οικονομικών δεδομένων του πελάτη και της οικονομίας. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη δήλωση. Έχοντας δε υπόψη ότι οι αυξομειώσεις του επιτοκίου αφορούσαν όλους τους πελάτες της Τράπεζας, αυτό προκύπτει από τις δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, εύλογα διερωτάται κανείς πως ελάμβαναν υπόψη τα «οικονομικά δεδομένα του πελάτη». Στρέφομαι στη συνέχεια στη μαρτυρία του Ε. Παπαευτυχίου, Μ.Υ.
  6. Ο Μ.Υ.3 υπολόγισε τους τόκους με τους οποίους θα έπρεπε να χρεωθούν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί, παίρνοντας ως βάση το 'μεσοσταθμικό' επιτόκιο, 5.8% και κατέληξε ότι οι τόκοι του δανείου για την περίοδο 11.12.2005 μέχρι 16.11.2005 θα έπρεπε να ήταν €156.000, ενώ για το λογαριασμό παρατραβήγματος, 'πολύ χαμηλότερο'. Υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας, ελλείψει κάποιων στοιχείων δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει τους τόκους του λογαριασμού παρατραβήγματος. Από τη πιο πάνω μαρτυρία αποδέχομαι ότι αν ο λογαριασμό του δανείου χρεωνόταν με επιτόκιο 5.8%, οι συνολικές χρεώσεις που αφορούν το τόκο για την περίοδο 11.12.2005 μέχρι 16.11.2005 θα έπρεπε να ήταν €156.000, δήλωση η οποία δεν αμφισβητήθηκε, χωρίς όμως να αποδέχομαι ότι ορθώς χρησιμοποίησε κατά τους υπολογισμούς του το ποσοστό των 5.8%. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, τη 16.11.2005, ήταν €562.595 και τα ποσά που πληρώθηκαν έναντι του κεφαλαίου και των τόκων καπό την ημέρα χορήγησης του δανείου μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας, ήταν €903.908,
  7. Για τον υπολογισμό των πιο πάνω στοιχείων, ο μάρτυρας στηρίχθηκε στις καταστάσεις λογαριασμού που τού είχαν δοθεί από την Τράπεζα. Διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω θέσεις δεν συνάδουν με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου. Με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι ίδιοι οι Ενάγοντες, επί των οποίων βασίστηκε ο μάρτυρας και την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, Τεκμήριο 11, προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ήταν €329.272 και όχι €562.595 που δήλωσε ο μάρτυρας. Απορρίπτω επίσης τη θέση του ότι κατά την πιο πάνω περίοδο ο λογαριασμός δανείου πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των €930.
  8. Όλες οι πληρωμές που έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό, με βάση τις καταστάσεις που παρουσιάστηκαν, που είναι επί αυτών που στηρίχθηκε ο μάρτυρας, συμποσούνται στο ποσό των €215.563 και όχι στο ποσό των €903.908 που αυτός ανέφερε. Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο τί ποσά έλαβε υπόψη του ο μάρτυρας για να καταλήξει στο ποσό των €930.
  9. Σε σχέση με το λογαριασμό παρατραβήγματος, ο μάρτυρας ανέφερε γενικά και αόριστα, ότι οι τόκοι που χρεώθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό και ανέρχονταν σε € 283.361 ήταν υπερβολικοί, χωρίς όμως να καθορίσει ποιο ήταν το ορθό ποσό με το οποίο θα έπρεπε να χρεωθεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός, στοιχείο που θα ήταν βοηθητικό για το Δικαστήριο. Κατέληξε ότι το συνολικό ποσό που οφείλει η Εναγομένη 1 στους Ενάγοντες δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των €700.
  10. Κρίνω ότι το πιο πάνω συμπέρασμα του είναι κάπως αυθαίρετο. Ο μάρτυρας δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο από μόνο του να μπορεί να ελέγξει και να επιβεβαιώσει το τελικό συμπέρασμα του. Επισημαίνω ότι δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει επακριβώς τα ποσά με τα οποία θα έπρεπε να είχε χρεωθεί ο λογαριασμός δανείου από το 2000 μέχρι το 2005, ενώ το μόνο που μπορούσε να αναφέρει σε σχέση με το δεύτερο λογαριασμό, ήταν ότι το ποσό με το οποίο χρεώθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, ευρώ 283.371, ήταν 'υπερβολικό', παραλείποντας όμως να καθορίσει ποια θα ήταν η ορθή, υπό τις περιστάσεις χρέωση. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι το πιο πάνω ποσό υπολογίσθηκε με βάση κάποια στοιχεία τα οποία περιέχονται σε έγγραφο που ετοίμασε, το έγγραφο αυτό όμως δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (βλέπετε Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, και Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναγκαίες πληροφορίες δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου η πιο πάνω κατάληξη του δεν γίνεται αποδεκτή. Διαπιστώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε τη θέση του σε σχέση με το επιτόκιο, με το οποίο χρέωσε η Τράπεζα το λογαριασμό δανείου, κατά τη χρονική περίοδο 2000 -
  1. Παραθέτω τις διαφοροποιήσεις αναλυτικά πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε για τις συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις και ως εκ τούτου δεν τού δόθηκε η ευκαιρία να δώσει κάποια εξήγηση για το θέμα αυτό. Από την εν λόγω μαρτυρία, δέχομαι την πρώτη του δήλωση, την οποία πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι το επιτόκιο που χρέωνε η Τράπεζα τον επίδικο λογαριασμό δανείου, κατά την εν λόγω περίοδο, ήταν, κατά μέσο όρο, 8%. Όλη η μαρτυρία που έγινε δεκτή, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή και κατάληξη Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο η Τράπεζα είχε δικαίωμα στα πλαίσια του Νόμου 160(I)/1999, να προβεί σε μονομερή τροποποίηση των επιδίκων συμφωνιών και να προβαίνει σε αυξομειώσεις του επιτοκίου των δύο λογαριασμών, όποτε εκείνη αποφάσιζε. Ο Νόμος 160(Ι)/1999 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας τη 31.12.1999 και τέθηκε σε ισχύ , την 1.1.
  2. Με τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου, ο περί Τόκου Νόμος Αρ. 2/77, καταργήθηκε. Ο Νόμος 160(Ι)/1999 τροποποιήθηκε δύο φορές τη 9.9.2014, με το Νόμο, Ν.141(Ι)/2014 και τη 7.5.2015, με το Νόμο, Ν. 66(Ι)/
  3. Ο βασικός νόμος, Ν. 160(Ι)/1999 δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος του σε υφιστάμενες συμβάσεις, ήτοι σε συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την εφαρμογή του Νόμου. Επισημαίνω ότι οι υπό κρίση συμφωνίες καταρτίσθηκαν πριν να τεθεί σε εφαρμογή ο Νόμος 160(Ι)/1999 και η εφαρμογή τους κατά τον χρόνο καταρτισμού τους διέπετο από τον περί Τόκου Νόμου του
  4. Τα άρθρα 4 και 5 του Νόμου 160(Ι)/1999 είναι τα μόνα που περιέχουν μεταβατικές διατάξεις, το άρθρο 4 αφορά συμφωνίες δανείων ή πιστωτικών διευκολύνσεων για την εξασφάλιση των οποίων έχει εγγραφεί υποθήκη, ενώ το άρθρο 5 αφορά υφιστάμενα οικιστικά δάνεια. Το άρθρο 5 καμιά εφαρμογή έχει στην υπό κρίση υπόθεση καθότι το επίδικο δάνειο δεν δόθηκε για οικιστικούς σκοπούς. Το άρθρο 4 τυγχάνει εφαρμογής, στο βαθμό που αυτό προβλέπει ότι το ποσό που ο ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να εισπράξει για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου. Υπενθυμίζω ότι τα επίδικα χρέη είναι, με βάση την κατάληξη μου, εξασφαλισμένα με δύο υποθήκες. Το άρθρο 10
(2)(γ) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, ρητά προβλέπει ότι όταν ένας Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό. Αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται, ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Βλέπετε σχετικά Venaria Estates v Markidou
(1985)Α.Α.Δ. 523, Datamedia AE v KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας
(2002)3 Α.Α.Δ. 296. Έχοντας υπόψη ότι ο συγκεκριμένος Νόμος αφορά θέματα ουσίας και όχι δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245) καταλήγω ότι οι πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/1999 δεν επηρεάζουν δικαιώματα και ή προνόμια που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του περί Τόκου Νόμου 2/
  1. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Ξιούρουππας και Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Π.Ε.386/2012, ημερομηνίας 15.11.
  2. Βλέπετε επίσης Evelthon Developments Ltd και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου ) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επισημαίνω, ως αναφέρω και πιο πάνω, ότι στη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5, πουθενά δεν γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, ενώ στην συμφωνία για παροχή ορίου παρατραβήγματος, Τεκμήριο 4, γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, νοουμένου όμως ότι η Τράπεζα λάβει 'τη συγκατάθεση του οφειλέτη'. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου ότι έχει ληφθεί η συγκατάθεση του οφειλέτη για αυξομειώσεις στο επιτόκιο. Καταλήγω ότι το επιτόκιο με το οποίο θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το συμβατικό, ήτοι το 8%. Οι Ενάγοντες κατέθεσαν στο Δικαστήριο καταστάσεις λογαριασμών, εφαρμόζοντας διάφορα 'σενάρια', διαπιστώνω όμως ότι με βάση όλα τα 'σενάρια' οι υπολογισμοί του υπολοίπου έγιναν με επιτόκιο πέραν του συμβατικού και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ο Μ.Υ.3 υπολόγισε τους τόκους και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιώντας το 'μεσοσταθμικό' επιτόκιο, το οποίο όμως ήταν μικρότερο του συμφωνηθέντος και ως εκ τούτου ούτε οι δικοί του υπολογισμοί μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αρχίζοντας από το λογαριασμό του δανείου, διαπιστώνω ότι ο υπολογισμός του οφειλόμενου ποσού, με βάση το συμβατικό επιτόκιο, 8%, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία καθότι με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Υ.3, οι τόκοι που χρεώθηκαν στο συγκεκριμένο λογαριασμό από την ημερομηνία έναρξης του μέχρι και τον τερματισμό του ήταν κατά μέσο όρο, 8%, όσο είναι και το συμβατικό επιτόκιο. Αποτελεί επίσης κοινή θέση των δύο μερών ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι του χρέους τους. Καταλήγω ότι το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό των €329.277, που είναι το χρεωστικό υπόλοιπο την 16.11.2005, συμπεριλαμβανομένων τόκων υπολογιζόμενων με επιτόκιο 8% ετησίως, αφαιρουμένων όμως οποιωνδήποτε άλλων χρεώσεων. Στο σημείο αυτό κρίνω αναγκαίο να τονίσω ότι εφόσον εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο λογαριασμό οι πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου του 1977, το ποσό που θα ανακτηθεί ως τόκοι δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως, εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος. Σχετικό είναι το άρθρο 6 του Νόμου. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, με όριο παρατραβήγματος, παρατηρώ ότι και σε αυτή την περίπτωση, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή μετά την ημερομηνία τερματισμού. Παρατηρώ επίσης, με βάση τις καταστάσεις που έχουν προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το βασικό επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο συγκεκριμένος λογαριασμός από την ημερομηνία έναρξης του μέχρι και τον τερματισμό του κυμαινόταν μεταξύ 7% - 10%, για τη μεγαλύτερη όμως χρονική περίοδο ήταν μεταξύ 7% - 8.25%. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν παρουσιασθεί, ως προανάφερα, αναδομημένοι λογαριασμοί με βάση διάφορα σενάρια. Το Τεκμήριο 17 αποτελεί αναδομημένους λογαριασμούς από τους οποίους έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και το επιτόκιο υπερημερίας ήταν 0%. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το γεγονός ότι για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο ο λογαριασμός χρεωνόταν με επιτόκιο που ήταν κάτω του συμφωνηθέντος, καταλήγω ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο που καταγράφεται στο εν λόγω Τεκμήριο κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, ήτοι το ποσό των €37.288, είναι πολύ πλησίον του πραγματικού και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έκδοση απόφασης. Διευκρινίζω όμως ότι στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, εφόσον το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό δεν είναι σταθερό δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι πρόνοιες του άρθρου 6, του περί Τόκου Νόμου του
  2. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Archbold Investments Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 και Ευγενία Παπαχριστοφόρου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ 11.11.2015, Π.Ε. 333/
  1. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση, απορρίπτω για τους λόγους που αναλύω πιο πάνω, ότι οι επίδικες υποθήκες δεν εξασφαλίζουν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, απορρίπτω επίσης τη θέση ότι αυτές έχουν εξοφληθεί. Έχοντας όμως υπόψη ότι πρόκειται για υποθήκες που δόθηκαν για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν πριν την θέσπιση του Ν160(Ι)/1999, καταλήγω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 4 του πιο πάνω Νόμου. Το άρθρο 4 προβλέπει ότι το ποσό που ο ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να εισπράξει για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 , αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €329.277, πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από τη 16.11.2005, μέχρι εξοφλήσεως καταβαλλόμενο τη 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το συνολικό ποσό που θα ανακτηθεί ως τόκοι δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους, που ήταν ΛΚ370.000 (€666.354.56). Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 , αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €37.288, πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από τη 16.11.2005, μέχρι εξοφλήσεως καταβαλλόμενο τη 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση, υπέρ των Εναγομένων 1,2,3 και 5 και εναντίον των Εναγόντων, στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, σε σχέση με τις δύο υποθήκες, [ ]/95 και [ ]/
  2. Το ποσό που οι Ενάγοντες δικαιούνται να εισπράξουν για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Ανταπαίτησης απορρίπτονται. Η Ανταπαίτηση εναντίον του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, των Εναγόντων, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 και των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων, έχοντας υπόψη ότι τα ποσά που καλούνται να καταβάλουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 είναι κατά πολύ μικρότερα από τα ποσά που απαιτούσαν οι Ενάγοντες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ανταπαίτηση τους έχει μερικώς πετύχει, κρίνω ορθό όπως ο καθένας επιβαρυνθεί με τα έξοδα του. Επιδικάζονται όμως έξοδα υπέρ του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.