← Κύπρος

Σ. Σ. Κ. κ.α. ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ, ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ:4/2016, 1/7/2022

Σ. Σ. Κ. κ.α. ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ, ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ:4/2016, 1/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A55 EΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ AMMOXΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ. ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ:4/2016 Μεταξύ:-

  1. Σ. Σ. Κ.
  2. Β. Σ. Μ.
  3. Κ. Χ., ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Κ. Α. Αιτητριων -και- ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ Αποζημιούσας Αρχής Αίτηση ημ 21/1/22 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 1/7/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κ. Κότροφος Για Αποζημιούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτήτριες ιδιοκτήτριες δύο χωραφιών, ως αναφέρονται λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης τους, επιζητούν αποζημιώσεις για την απαλλοτρίωση των χωραφιών. Στην αίτηση τους επισυνάπτετο έκθεση υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης, από εγκεκριμένο εκτιμητή. Σχετική εκτίμηση επισυνάπτει και η Αποζημιούσα Αρχή, υπογεγραμμένη επίσης από εγκεκριμένο εκτιμητή, με υπολογισμού χαμηλότερου ποσού από την εκτίμηση που επισυνάπτεται στην Έκθεση Απαίτησης. Με την υπό εξέταση αίτηση οι Αιτήτριες επιδιώκουν την αντικατάσταση της έκθεσης εκτιμητή όπως επισυνάπτεται στην Έκθεση Απαίτησης, με άλλη εκτίμηση από άλλους εκτιμητές. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας. Κατερίνας Κονναρή. Η τελευταία, υπάλληλος στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τις Αιτήτριες, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Άντλησε πληροφορίες από το φάκελο της υπόθεσης, τις Αιτήτριες αλλά και από τον δικηγόρο Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Αναφέρει ότι λόγω διαφωνίας με τον αρχικό εκτιμητή, απευθύνθηκαν σε άλλο ο οποίος προσφάτως τις εφοδίασε με έκθεση. Αυτή η Έκθεση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α και είναι ημερομηνίας 9/11/
  4. Αφορά λοιπόν η αιτούμενη τροποποίηση δεδομένα που δεν υπήρχαν κατά την έγερση της υπόθεσης και είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αίτηση, ώστε να τεθεί η υπόθεση στα ορθά πλαίσια. Η Αποζημιούσα Αρχή ενίσταται στην υπό εξέταση αίτηση. Εγείρει μια σειρά λόγων ένστασης. Ότι υποστηρίχθηκε και κατά την αγόρευση της Αποζημιουσας Αρχής είναι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, 6 έτη μετά την καταχώρηση της αίτησης παραπομπής. Ότι παρέμεινε ανεπαρκής και ατεκμηρίωτη η αναγκαιότητα διενέργειας νέας εκτίμησης. Υποστηρίζεται τέλος ότι η ομνύουσα στην αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Με ένορκη του δήλωση ο κ. Στέλιος Κωνσταντίνου, γραμματειακός λειτουργός της Αποζημιούσας Αρχής, επιχειρεί να υποστηρίξει τους λόγους ένστασης. Τονίζει ότι δεν τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα δημιουργίας νέας εκτίμησης και δεν εμφαίνεται το τι καινούργιο προκύπτει σε σχέση με τη μέθοδο εκτίμησης. Η αίτηση είναι καταχρηστική και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αιφνιδιασμό και αδικία αναφέρει. Τέλος επαναλαμβάνει το επιχείρημα περί υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Οι δικηγόροι των μερών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Σχετική αναφορά σε αυτής θα γίνει όπου κριθεί χρήσιμο. Αξίζει εν πρώτοις να αναφερθεί, ότι αντικείμενο της παραπομπής είναι ένα: ο καθορισμός της καταβλητέας από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. Η διαδικασία είναι ιδιόμορφη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του αντικείμενου της διαδικασίας. Επιβάλλεται όχι μόνο η έκθεση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και η παροχή όλων των λεπτομερειών που τις υποστηρίζουν, που στην πράξη συντίθενται από τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η εκτίμηση των ειδικών (Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα

(1993)1 ΑΑΔ 352). Στη βάση των ως άνω προκύπτει ότι η πεμπτουσία των παραπομπών έγκειται σε αυτές κάθε αυτές τις εκθέσεις εκτίμησης που επισυνάπτονται. Αυτές αποτελούν την αιχμή του δόρατος κάθε πλευράς και ουσιαστικά αυτές υποστηρίζονται με μαρτυρία και την σχετική της αξιολόγηση, ώστε να διαφανεί η αρμόζουσα αποζημίωση σε έκαστη περίσταση. Οι αρχές σχετικά με την τροποποίηση τέτοιων αιτήσεων, τέθηκαν διεξοδικά στην Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 1608. Είναι σαφές ότι η εκεί αίτηση αφορούσε την διόρθωση ονόματος διαδίκου, αλλά οι αρχές τέθηκαν εναργώς και ακολουθήθηκαν από μεταγενέστερη νομολογία σχετική με αιτήσεις τροποποίησης. Διαβάζουμε λοιπόν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707 ). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). Όπως έχει τεθεί από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33: «
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)).» Εκ των ως άνω προκύπτουν τέσσερεις αρχές: α) Επιτρέπεται τροποποίηση που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς με εξαίρεση όπου δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. β) Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγων αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. γ) Η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η σχετική τάση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα (βλ. Λαμπη ν. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση ΑΡ.: 372/2012, 26/3/2019). δ) Κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνεται ότι: Η τροποποίηση που αιτούνται οι Αιτήτριες κρίνεται για αυτές κρίσιμη σε ότι αφορά την ουσία της διαφοράς. Συγκεκριμένα διαφωνία τους με τον προηγούμενο τους εκτιμητή τις ώθησε στην πραγματοποίηση της προτεινόμενης να εισαχθεί εκτίμησης. Αυτή διαφέρει ως προς το υπολογιζόμενο ποσό αποζημιώσεων περί τις €150.000. Η διαφορά αυτή δεν είναι ευκαταφρόνητη και εν πάση περιπτώσει αποτελεί την θέση την εισήγηση που οι ίδιες οι Αιτήτριες επιθυμούν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Επ' αυτής της εκτίμησης τους επιθυμούν να αποφασίσει τελικώς το Δικαστήριο και όχι επί της αρχικής. Δεν μπορεί δηλαδή να τους αποστερηθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπόθεση τους όπως αυτές θέλουν. Δεν δύναται το Δικαστήριο να τις εξαναγκάσει να αρκεστούν σε μια εκτίμηση που, έστω με καθυστέρηση, διαφωνούν. Τούτο θα ήταν σαφώς δυσανάλογο και θα τους περιόριζε ανεπίτρεπτα τολμώ να πω τα δικαιώματα τους σε δίκαιη δίκη. Εν προκειμένω η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, έστω και αν πρόκειται για μια παλιά υπόθεση. Δεν έχει καταδειχθεί αδικία, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα στους Καθ' ων η Αίτηση. Επομένως δεν θεωρώ την, ομολογουμένως μεγάλη, καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης μοιραία. Ακόμα και αν κριθεί ότι οι Αιτήτριες αμέλησαν, αυτό το δεδομένο από μόνο του δεν οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Σε κάθε όμως περίπτωση οι Αιτήτριες εκείνο που αναφέρουν, μέσω της κας. Κονναρή, είναι ότι διαφώνησαν με τον εκτιμητή που ετοίμασε την αρχική εκτίμηση. Δεν πρόκειται λοιπόν για την όποια από μέρους τους αμέλεια ή ολιγωρία αλλά για μια διαφωνία με το κύριο μάρτυρα που θα παρουσίαζαν στο Δικαστήριο. Ειρήσθω εν παρόδω σε ότι αφορά το ζήτημα της κας. Κονναρή ως ομνύουσας, δεν φαίνεται να προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό. Η ίδια αναφέρει και παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι άντλησε πληροφορίες από το φάκελο της υπόθεσης, τις Αιτήτριες αλλά και από τον δικηγόρο Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Αναφέρει λοιπόν την πηγή της πληροφόρησης της, όπως απαιτούν οι θεσμοί και η νομολογία (βλ. Fashion Box SRL ν. Ferro Fashion Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858). Στην βάση των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης στην Αποζημιούσα Αρχή. Σε ότι αφορά τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Αποζημιούσας Αρχής και εναντίον των Αιτητριών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της όλης διαδικασίας (Παπακόκκινου κ.α. v. Μakaza Construction Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 27/14, 22/7/2021), ECLI:CY:AD:2021:A351. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.