← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ν. Ε. Π. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1827/14, 11/10/2022

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ν. Ε. Π. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1827/14, 11/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1827/14 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Ενάγουσας και

  1. Ε. Π.
  2. Ι. Π.
  3. Χ. Π. Εναγόμενων Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Παπαγεωργίου με κα Συναπίδου, για Δ. Σύζυνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 : κα Λάμπρου, για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, με την αγωγή τους, αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των €181.333,46 πλέoν τόκους προς 6,75% ετησίως από 01/11/2014 επί του ποσού των €177.815,08 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Ζητούν, επίσης, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ460/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, την 01/02/2008, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η Ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο ή/και τραπεζικές διευκολύνσεις ή/και πίστωση ύψους €164.000,00 στην Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
  4. Η Ενάγουσα πίστωσε το συγκεκριμένο ποσό, με υποδείξεις της Εναγόμενης 1, σε άλλους λογαριασμούς και ανοίχτηκε ο λογαριασμός δανείου ή/και πιστώσεων ΧΧΧ
  5. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας, ήταν ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 480 μηνιαίες δόσεις, οι πρώτες 60 δόσεις εκ €792,94 και ακολούθως εκ €843,26 οι υπόλοιπες. Το δάνειο θα χρεωνόταν με σταθερό επιτόκιο ύψους 5% τα πρώτα 5 χρόνια και ακολούθως με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας προσαυξημένο κατά 1,50% με κεφαλαιοποίηση κάθε 6 μήνες. Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε από τις δόσεις, με τους τόκους και τα δικαιώματα της Ενάγουσας, καθιστούσε το εν λόγω δάνειο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Παράλειψη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού, κατά τον χρόνο που αυτό θα καθίστατο απαιτητό συμπεριλαμβανομένου του τόκου και των άλλων χρεώσεων, επέφερε τη χρέωση των συγκεκριμένων ποσών με τόκο υπερημερίας. Η Εναγόμενη 1, προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου, εκχώρησε το ασφαλιστήριο έγγραφο ημερομηνίας 14/04/2003 της ασφαλιστικής εταιρείας EUROLIFE LTD. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, στις 01/02/2008 και 11/02/2008, εγγυήθηκαν γραπτώς με συνεχή εγγύηση όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις, έξοδα και δαπάνες. Ως πρόσθετη εξασφάλιση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων, η Εναγόμενη 4 εταιρεία παραχώρησε, στις 05/03/2008, στην Ενάγουσα την υποθήκη με αριθμό Υ460/08, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις, στις 08/04/2014 και στις 31/10/2014, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς όλους τους Εναγόμενους με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία και τους κάλεσε όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Στις 12/12/2014, ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €181.333,46 πλέον τόκους προς 6,75% ετησίως από 01/11/2014 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €177.815,08 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν γι΄ αυτό και το αξιώνει ενώ, επιπρόσθετα, αξιώνει και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ460/
  6. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, στην Υπεράσπισή τους, παραδέχονται ότι είχε καταρτιστεί συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων αλλά αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς. Προωθούν τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει τον συγκεκριμένο λογαριασμό και να ζητήσει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού γιατί το έγγραφο συμφωνίας αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο συμφωνίας με όρους προκαθορισμένους, από την Ενάγουσα, τους οποίους οι Εναγόμενοι δεν μπόρεσαν να διαπραγματευτούν. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της Ενάγουσας και οι όροι της είναι καταχρηστικοί, παράνομοι ή και άκυροι ή και αυθαίρετοι ή και καταπιεστικοί και δημιουργούν ιδιαίτερη ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών ενώ, παράλληλα, παραβιάζουν τις διατάξεις του Νόμου 93(Ι)/1996 ο οποίος εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με ορισμένες καταχρηστικές ρήτρες. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται ότι εγγυήθηκαν την οφειλή της Εναγόμενης 1, όμως, προωθούν την υπεράσπιση ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη εκτελεστή αφού η Ενάγουσα παρέλειψε να παραδώσει σε αυτούς επιστολή σύμφωνη με το περιεχόμενο του άρθρου 5 του Ν.197

(1)/2003 και περαιτέρω παρέλειψε να τους ενημερώσει, όπως προνοείται στο άρθρο 12
(1)της συγκεκριμένης Νομοθεσίας ή και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που περιγράφονται στο άρθρο 12
(2)του Ν.197(Ι)/
  1. Οι συγκεκριμένες παραλείψεις της Ενάγουσας συνιστούν παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης, με αποτέλεσμα να δίδεται το δικαίωμα στους Εναγόμενους 2 και 3 να τερματίσουν ή/και να ακυρώσουν τη συγκεκριμένη σύμβαση εγγύησης και να αξιώσουν την απαλλαγή τους. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα ουδέποτε απέστειλε τις επιστολές τερματισμού και διαζευτικά ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι εσφαλμένο ή και διογκωμένο ή και αποτέλεσμα παράνομων ή και αντισυμβατικών ή και καταχρηστικών ενεργειών ή και προϊόν παράνομων ή και αντισυμβατικών ή και καταχρηστικών χρεωπιστώσεων. Ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις τους είναι άκυρες ή και ότι απαλλάχθηκαν από αυτές, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και παράνομη ή και ανεφάρμοστη. Η Ενάγουσα, προς υποστήριξη των θέσεών της, κάλεσε δύο λειτουργούς της οι οποίοι υπηρετούν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Π.Π., Μ.Ε.1, ο οποίος κατέγραψε τα γεγονότα που γνώριζε στο Έγγραφο
  2. Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε, η Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών είναι αρμόδια για την παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών και δανείων. Η Εναγόμενη 1 είναι η πρωτοφειλέτης στο συγκεκριμένο δάνειο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 οι εγγυητές της. Το επίδικο δάνειο της Εναγόμενης 1 κατέστη μη εξυπηρετούμενο λόγω του ότι οι συμφωνηθείσες δόσεις δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές κατέστησαν πληρωτέες γι΄ αυτό και ο φάκελος μεταφέρθηκε στο Τμήμα που υπηρετεί, στον ίδιο. Σε σχέση με τα γεγονότα, υποστήριξε ότι την 01/02/2008, μετά από αίτηση της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα συμφώνησε, στις 25/01/2008, όπως της παραχωρήσει δάνειο ύψους €164.000,00 για την αγορά διαμερίσματος και υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία δανείου την 01/02/
  3. Τροποποιήθηκε, η συγκεκριμένη συμφωνία, στις 23/09/2009 αναφορικά με τον τόκο. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 480 μηνιαίες δόσεις εκ €792,94 οι πρώτες 60 δόσεις και ακολούθως εκ €843,26 οι υπόλοιπες. Το δάνειο θα χρεωνόταν με σταθερό επιτόκιο ύψους 5% τα πρώτα 5 χρόνια, ήτοι το βασικό επιτόκιο στεγαστικού δανείου 3,5% πλέον 1,5% προσαύξηση, με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο. Σύμφωνα με τους Γενικούς Όρους της Συμφωνίας Δανείου, οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο αν δεν πληρώνετο κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τότε θα χρεώνετο τόκος υπερημερίας από την ημέρα που αυτό καθίστατο πληρωτέο. Προς εξασφάλιση του δανείου, η Εναγόμενη 1 εκχώρησε τα δικαιώματά της από την ασφάλεια ζωής της στη «EUROLIFE LTD» προς όφελος της Εναγόμενης. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, παρούσες και μέλλουσες και υπέγραψαν, την 01/02/2008, τα σχετικά έγγραφα εγγυήσεως για παροχή εγγύησης μέχρι το ποσό των €196.800,00 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα. Οι όροι εγγύησης και οι συνέπειες της υπογραφής τους επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 3, ως η πάγια πρακτική της Τράπεζας. Η Εναγόμενη 4 υπέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας σύμβαση υποθήκης, την Υ460/08, η οποία αφορούσε το αγορασθέν διαμέρισμα. Λόγω του ότι η Eναγόμενη 1 παράβηκε τους όρους αποπληρωμής, η Ενάγουσα απέστειλε την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 08/04/2014 προς όλους τους Εναγόμενους παραχωρώντας τους 21 ημέρες για να διευθετήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Λόγω μη ανταπόκρισης των Εναγομένων 1 - 4, η Ενάγουσα, με επιστολή ημερομηνίας 31/10/2014, τερμάτισε τη συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται από την Ενάγουσα, οι επιστολές, αφού ετοιμαστούν από το αρμόδιο Τμήμα, αποστέλλονται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που ο κάθε Εναγόμενος έχει δηλώσει στην Τράπεζα. Ο ίδιος έλεγξε τον φάκελο και δεν υπήρχε αλλαγή διεύθυνσης για οποιονδήποτε εκ των Εναγόμενων 1 μέχρι 3 αλλά ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε επιστραφείσα επιστολή. Κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αγωγής, οι Εναγόμενοι 1 - 3 όφειλαν στην Ενάγουσα το ποσό των €177.815,08 πλέον τόκο 6,75% επί του ίδιου ποσού από 01/07/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις €282.637,46 πλέον τόκος 6,75% από 2/12/2021 επί του ποσού των €274.761,59 με κεφαλαιοποίηση στις 31/12 και 30/06 έκαστου έτους. Το επιτόκιο αναλύεται σε βασικό 3,25% πλέον περιθώριο 1,50% πλέον τόκος υπερημερίας 2,00%. Το στεγαστικό επιτόκιο είχε καθορισθεί στο συγκεκριμένο ποσοστό με ανακοίνωση της Ενάγουσας στον Τύπο, ημερομηνίας 03/08/
  4. Εξήγησε ότι ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία έλεγξε προσωπικά και βεβαιώθηκε ότι είναι ορθή. Την εκτύπωσε ο ίδιος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και τη σύγκρινε τόσο με την αρχική που υπάρχει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή καθώς και τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Υποστηρίζει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθές και αληθινές και ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης των τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται από την Ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή. Από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και τα έξοδα, το επιτόκιο έχει περιοριστεί σε βασικό 3,25% πλέον περιθώριο 1,50% πλέον τόκος υπερημερίας 2%. Επιπρόσθετα, από την αξίωση του ποσού η Ενάγουσα αξιώνει διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ460/
  5. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, το πρωτότυπο έγγραφο της συμφωνίας στεγαστικού δανείου, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 25/01/
  6. Ως Τεκμήριο 2, την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 23/09/2008, ως Τεκμήριο 3 τη σύμβαση εγγύησης και ως Τεκμήριο 4, την εκχώρηση της ασφάλειας ζωής της Εναγόμενης
  7. Ως Τεκμήριο 5, κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ως Τεκμήριο 6, τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 08/04/2014 και ως Τεκμήριο 7, τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 31/10/
  8. Ως Τεκμήριο 8, την κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 9, το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 , ως Τεκμήριο 10, την ανακοίνωση της αλλαγής των επιτοκίων ημερομηνίας 31/07/2014 στον Τύπο, ως Τεκμήριο 10(Α), την ανακοίνωση της αλλαγής των επιτοκίων ημερομηνίας 20/04/2014 στον Τύπο, ως Τεκμήριο 11, την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 12, το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 και ως Τεκμήριο 13, δύο επιστολές ημερομηνίας 25/01/2008 προς τους Εναγόμενους 2 και
  9. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι από το 1999 εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και από το 2020 στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Το 2021 ανέλαβε ως Δικαστικός Λειτουργός στο Τμήμα. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Μ.Σ., Υπεύθυνο της Υπηρεσίας. Υποστήριξε ότι δεν είχε σχέση με τις υπογραφές και τη σύνταξη της επίδικης σύμβασης δανείου αλλά ο ίδιος ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από τη γέννεση του δανείου μέχρι τον τερματισμό του. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι συνιστά πάγια πρακτική της Τράπεζας να εξετάζει την οικονομική κατάσταση των πελατών πριν την παραχώριση δανείου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα έγγραφα ήταν τυποποιημένα ή ότι δεν είχαν τύχει διαπραγμάτευσης από τους Εναγόμενους. Εξήγησε ότι ο πελάτης είχε 45 για να αποδεχθεί τη συμφωνία δανείου ή να την απορρίψει. Από τη στιγμή, όμως, που η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τους όρους, αυτό σημαίνει ότι τους αποδέχθηκε. Όσον αφορά την επεξήγηση των όρων, υποστήριξε ότι είναι η πρακτική της Τράπεζας να εξηγά στους εγγυητές και στον πρωτοφειλέτη τους όρους πριν την υπογραφή τους. Αναφέρθηκε στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου
  10. Εξήγησε ότι το 3.5% συνιστούσε το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 1, στην παράγραφο 2 των Γενικών Όρων, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας. Εξήγησε ότι στην αναδομημένη κατάσταση δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέωση και ο τόκος έχει περιοριστεί. Η μόνη χρέωση αφορά τον τόκο ανά εξάμηνο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν ενημερώνονταν. Επέμενε στη θέση του ότι οι όροι του Τεκμηρίου 3 ήταν σαφείς και οι συμφωνίες δανείου και εγγυήσεως έγκυρες. Όσον αφορά τη διεύθυνση στην οποία αποστάλθηκαν οι επιστολές, ισχυρίστηκε ότι αποστάλθηκαν στην τελευταία διεύθυνση που είχε δηλωθεί στον φάκελο της Τράπεζας. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Ν.Ν., Μ.Ε.2, ο οποίος επίσης υπηρετεί στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία περιέχει τους ισχυρισμούς του και αυτή σημειώθηκε ως Έγγραφο
  11. Σύμφωνα με τη δήλωσή του, λόγω των καθηκόντων του, που αφορούν στη διαχείριση και εποπτεία προβληματικών λογαριασμών, γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Εξήγησε ότι η πρακτική που ακολουθεί η Τράπεζα σε σχέση με την αποστολή επιστολών τερματισμού, είναι οι επιστολές να ετοιμάζονται από το αρμόδιο Τμήμα και να αποστέλλονται με συνηθισμένο ταχυδρομείο, σε κάθε Εναγόμενο ξεχωριστά, στη διεύθυνση που αναγράφεται σε κάθε επιστολή, η οποία διεύθυνση είναι η διεύθυνση που είχε δοθεί από τους Εναγόμενους στην Ενάγουσα. Η διεύθυνση της πρωτοφειλέτιδας ήταν η ίδια με αυτή που είχε παραχωρήσει στη σύμβαση δανείου, ενώ η διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3, από έρευνα στα αρχεία της Ενάγουσας, δεν ήταν η ίδια με αυτή που καταγράφεται στη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 01/02/
  12. Ο ίδιος έλεγξε το φάκελο της υπόθεσης και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε επιστροφή επιστολής. Κατέγραψε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 διατηρούν με την Ενάγουσα και άλλους λογαριασμούς για τους οποίους έχουν καταχωριστεί αγωγές. Σε όλες τις συμφωνίες, οι Εναγόμενοι 2 και 3, είχαν υπογράψει είτε ως πρωτοφειλέτες είτε ως εγγυητές. Η δηλωθείσα διεύθυνση των Εναγόμενων 2 και 3, σε όλες τις τραπεζικές διευκολύνσεις που ήταν μεταγενέστερες της επίδικης, είναι η διεύθυνση αλληλογραφίας στην οποία αποστάλθηκαν οι ειδοποιήσεις και όχι αυτή που καταγράφεται στη σύμβαση εγγύησης. Στο Σύστημα της Τράπεζας, η διεύθυνση που είναι καταχωρημένη είναι αυτή στην οποία αποστάλθηκαν οι επιστολές, η οποία διεύθυνση είναι η ίδια με αυτή στην οποία τους επιδόθηκε η αγωγή δύο μήνες μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, άλλη σύμβαση δανείου, η οποία αφορά την Αγωγή αριθμός 1828/2014, από την οποία προέκυψε η συγκεκριμένη διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 καθώς και δύο συμφωνίες εγγύησης ημερομηνίας 28/03/2011 και 11/04/2011, ως Τεκμήρια 15 και 16, στις οποίες καταγράφετο ως διεύθυνση αλληλογραφίας η συγκεκριμένη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι υπηρέτησε ως υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας από 1992 μέχρι το 2013 και έκτοτε εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Εξήγησε ότι όταν καταχωριστεί αγωγή οι φάκελοι μεταφέρονται στο Τμήμα τους, το οποίο έχει την ευθύνη τους μέχρι και την έκδοση απόφασης. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι υπάρχει εντεταλμένος αρμόδιος λειτουργός επιφορτισμένος με την εξεύρεση λύσης στην περίπτωση που αυτή είναι η επιθυμία του πελάτη. Ο ίδιος είχε μιλήσει με τη συγκεκριμένη λειτουργό σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση και ενημερώθηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Εξήγησε ότι οι επιστολές ετοιμάζονται από το αρμόδιο Τμήμα Αλληλογραφίας και αποστέλλονται από αυτό με απλό ταχυδρομείο. Σε έρευνα του φακέλου, δεν είχε εντοπίσει να είχε επιστραφεί οποιαδήποτε επιστολή. Ήταν η θέση του ότι στην περίπτωση που επιστραφεί οποιαδήποτε σπιστολή αρχειοθετείται στο φάκελο των πελατών. Υποστήριξε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στην επιστολή τερματισμού είναι η τελευταία διεύθυνση που παραχωρείται από τους πελάτες στην Τράπεζα και καταχωρείται στο Σύστημά της. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν δώσει τη συγκεκριμένη διεύθυνση που καταγράφεται στη σύμβαση εγγύησης και ακολούθως, σε μεταγενέστερη διευκόλυνση του 2011, είχαν δώσει τη διεύθυνση στην οποία αποστάληκαν οι επιστολές τερματισμού. Η διεύθυνση η οποία είχε παραχωρηθεί το 2011 είχε ενταχθεί στο Σύστημα και σ΄ αυτήν αποστέλλετο όλη η αλληλογραφία, έκτοτε. Υποστήριξε ότι καμιά επιστολή που τους είχε αποσταλεί δεν είχε επιστραφεί οπόταν, κατά τη γνώμη του, οι επιστολές παραλήφθηκαν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Στην αγόρευσή της, η δικηγόρος της Ενάγουσας αναφέρθηκε και σχολίασε τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δηλώνοντας ότι αυτή, ουσιαστικά, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και προώθησε τη θέση ότι είναι αξιόπιστη, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκε η παραχώρηση του δανείου καθώς και οι υπογραφές της σύμβασης και των εγγράφων εγγύησης. Το περιεχόμενο των υπογραφέντων εγγράφων και οι όροι που τα συνοδεύουν είναι, κατά την άποψή της, δεσμευτικά. Η δικηγόρος των Εναγόμενων 1, 2 και 3, στη δική της αγόρευση, ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με νομικά ζητήματα. Εισηγήθηκε ότι οι συμβάσεις είναι άκυρες αφού εμπεριέχουν καταχρηστικές ρήτρες λόγω του ότι δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Προώθησε τη θέση ότι οι εγγυητές δεν ενημερώθηκαν, ως η υποχρέωση της Τράπεζας δυνάμει του άρθρου 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, για τις οποιεσδήποτε καθυστερήσεις της Εναγόμενης
  13. Παράλληλα, εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε αξιόπιστη και θετική μαρτυρία προς απόδειξη κάθε μέρους της απαίτησής της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Οι απαντήσεις του Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του ως προς τα θέματα που ερωτήθηκε πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου και τις καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 βασίστηκε και παρέπεμψε στη συμφωνία δανείου και στη συμφωνία εγγύησης αλλά και στους Γενικούς Όρους για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της σύμβασης δανείου για να γνωρίζει τις συνθήκες υπογραφής της. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή καθ΄ όλη την αντεξέτασή του. Επομένως, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού συνοδευόμενη από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως Τεκμήριο
  2. Στο Πιστοποιητικό, ο Μ.Ε.1 αναφέρει την ιδιότητά του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 και βεβαιώνει ότι τα όσα αναφέρει είναι ορθά και αληθή. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση, καθώς επίσης και την πιστοποίηση, ότι η συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας αφορά την Εναγομένη 1 και αποτελεί μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον λογαριασμό της Εναγόμενης
  3. Η κατάσταση λογαριασμού παρήχθηκε και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ.Ε.1 αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθή. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης, πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι την κατάσταση λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε ο Μ.Ε.1, Τεκμήριο 11, στην οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 01/11/2014, τόκος προς 4,75% ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία, συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο, ήτοι σύνολο 6,75% και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση της Ενάγουσας. Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Από τη στιγμή που η αναδομημένη καταστάση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 274/09, ημερ. 27/04/
  4. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι, υπό την εν λόγω ιδιότητά του ως Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου, παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή και φύλαξή του. Προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με τη διεύθυνση στην οποία είχαν σταλεί οι επιστολές που αφορούσαν τους Εναγόμενους 2 και 3 και εξήγησε τους λόγους που είχαν σταλεί σ΄εκείνη τη διεύθυνση. Έπεισε με τη μαρτυρία του η οποία υποστηρίχθηκε και από Τεκμήρια που αφορούσαν μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι το 2011, από την οποία ευκρινώς προέκυπτε η διεύθυνση στην οποία είχαν σταλεί οι επιστολές τερματισμού που αφορούσαν τους Εναγόμενους 2 και
  5. Δέον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαϊδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1060, «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε». Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1 στις 25/01/2008, η Ενάγουσα συνήψε γραπτή συμφωνία με την Εναγόμενη 1 για την παραχώρηση δανείου ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο 1, ύψους €164.000,
  1. Η συγκεκριμένη συμφωνία τροποποιήθηκε, στις 23/09/2009, αναφορικά με το επιτόκιο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού κεφαλαίου ύψους €198.800,00 πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Λόγω του ότι η Εναγομένη 1 καθυστέρησε στην πληρωμή των οφειλόμενων, δυνάμει του επίδικου λογαριασμού δανείου, η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 08/04/2014, ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και υπερβάσεων αλλιώς θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, Τεκμήριο
  2. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 31/10/2014 προς την Εναγομένη 1 καθώς και τους Εναγόμενους 2 και 3, τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου, Τεκμήριο
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξιδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου», βλ., μεταξύ άλλων, Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, αναφορικά τόσο με την υπογραφή όσο και με τις συνθήκες σύναψης της επίδκης συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, είναι αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει η σύναψη της συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτή και από τους Εναγόμενους στην Υπεράσπισή τους, παράγραφος
  1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνήφθηκε κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, η οποία και την αποδέχθηκε οικειοθελώς και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρήθηκε όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας της. Πρόκειται για συμφωνία παροχής δανείου ύψους €164.000,00, Τεκμήριο
  2. Δεν έχει, επίσης, αμφισβητηθεί πως η συμφωνία στεγαστικού δανείου περιλαμβάνει τους όρους και τις εξασφαλίσεις, τους οποίους οι Εναγομένοι 1, 2 και 3 αποδέχθηκαν με την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 3 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι με την υπογραφή της συμφωνίας στεγαστικού δανείου, στην οποία ήταν ενσωματωμένοι οι όροι, η Εναγομένη 1 αποδέχθηκε τη λήψη της εκεί αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης με την παροχή των εκεί αναφερόμενων εξασφαλίσεων και ότι η συμφωνία περιέχει τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των δύο μερών. Ακολούθως, η δέσμευση μετουσιώθηκε σε σύμβαση παραχώρησης δανείου, το Τεκμήριο
  3. Εξετάζοντας το κατά πόσο οι όροι των συμφωνιών είναι αποδεκτοί, θα πρέπει να γίνει αναφορά στη νομολογία που έχει καθορίσει ότι οι πλευρές δεσμεύονται με τα έγγραφα που υπογράφουν. Βλ., μεταξύ άλλων, Γεωργίου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 293/12 ημερ. 07/02/2018, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 και Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC
  1. Με δεδομένο ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να μπορέσει να αποφύγει κάποιος την υπογραφή του και έχοντας ως γεγονός ότι δεν υπήρξε άρνηση της υπογραφής της δανειακής σύμβασης και της σύμβασης εγγύησης, η μόνη κατάληξη είναι ότι οι όροι των συμφωνιών ήταν αποδεκτοί από τους συμβαλλόμενους. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Μ.Ε.1 πως οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις δόθηκαν ως εγγύηση για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, ήτοι οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 και 3 για το περιορισμένο ποσό των €196.800,00 πλέον τόκους και έξοδα, η εκχώρηση της ασφάλεια ζωής της ίδιας της Εναγόμενης 1 καθώς και η υποθήκη Υ460/08 από την Εναγόμενη 4, ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 1, 3 και
  2. Όπως άλλωστε αναφέρεται σε αυτές, πρόκειται για συνεχείς εγγυήσεις αναφορικά με τις υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις τις οποίες η πρωτοφειλέτιδα, Εναγόμενη 1, θα λάμβανε από την Τράπεζα. Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή της εγγύησης τόσο ο Εναγόμενος 2 καθώς και η Εναγόμενη 3 ενημερώθηκαν για τους όρους και τις συνέπειες αυτής, αφού με μαύρα γράμματα και με τίτλο «ΠΡΟΣΟΧΗ» στην αρχή του εγγράφου εγγύησης, Τεκμήριο 3, καταγράφονται οι συνέπειες της υπογραφής του. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης από τους Εναγόμενους 2 και 3 και οι όροι που περιέχει δεν τους επεξηγήθηκαν, ούτε τους δόθηκε το δικαίωμα διαπραγμάτευσης. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπεράσπιση σε σχέση με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Όμως, όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1149, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, η πρόθεση των διαδίκων ως προς τη δημιουργία έννομων σχέσεων συνάγεται μέσα από το περιεχόμενό τους. Δεν επιτρέπεται έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία, κατά κανόνα, για διαπραγματεύσεις των μερών για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους, αφού αυτές είναι καταγραμμένες στο γραπτό κείμενο. Δεν επιτρέπεται, επίσης, μαρτυρία η οποία να τροποποιεί ή διαφοροποιεί γραπτούς όρους συμφωνίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που έχει καταγραφεί στη Saunders v. Anglia Building Society (ανωτέρω), όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος, υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει, δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειές του, ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος στα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Εν κατακλείδι, από όποια σκοπιά και αν εξεταστεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, είναι καταδικασμένος σε απόρριψη. Η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων περιγράφει την πιστωτική διευκόλυνση που θα εδίδετο στην Εναγόμενη 1, το ύψος αυτής, παράγραφος 1 του Τεκμηρίου 1, τους όρους αποπληρωμής, παράγραφος 2 του Τεκμηρίου 1, ενώ περιλαμβάνει και τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων, όρος 5 του Τεκμηρίου 1. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων όρων στην επίδικη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Το μόνο ερώτημα που υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορούσε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης καταχρηστικού όρου είναι το κατά πόσο, ενώ υπήρχε όρος για τη χρέωση του τόκου ως η τακτική της Τράπεζας και για τη μεταβολή αυτού, η Τράπεζα ενημέρωνε τους Εναγόμενους. Επί τούτου, ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε στους σχετικούς όρους της συμφωνίας για τη δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου δηλώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο η Εναγομένη 1 έτυχε της σχετικής ενημέρωσης από την Τράπεζα. Εν πάση περιπτώσει, στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, στην παράγραφο 5(στ), οι εγγυητές δίδουν το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τροποποιεί τους όρους κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική τους συγκατάθεση. Γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13, ημερ. 03/12/
  1. Οι εισηγήσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 3 δεν βρίσκουν έρεισμα, αφού στη συμφωνία δανείου περιέχεται όρος περί χρέωσης του τόκου. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της κεφαλαιοποίησης. Και πάλι, στη συμφωνία Τεκμήριο 1, περιέχεται ο όρος πως η κεφαλαιοποίηση θα γίνεται κάθε έξι μήνες από την Τράπεζα, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου και περιέχεται ο όρος πως, σε περίπτωση μη πληρωμής, ο τόκος θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και η Τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συναφείς όροι στη συμφωνία δανείου δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1, και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 8, η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους της συμφωνίας, με αποτέλεσμα, στις 08/04/2014, η Τράπεζα να απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την Εναγομένη 1 και ενημερωτική αυτής στους Εναγόμενους 2 και 3, ζητώντας άμεση εξόφληση, Τεκμήριο
  2. Λόγω μη συμμόρφωσης με αυτές, η Τράπεζα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 31/10/2014 και ενημερωτικές αυτής στους Εναγόμενους 2 και 3, Τεκμήριο
  3. Το ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν, τεκμαίρεται από τη μη επιστροφή τους. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, στη σελίδα 18 και Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, στις σελίδες 1906 με 1907, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφεση 84/2009 ημερ. 02/10/2015 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμος 17, παρά. 210-
  1. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στις συγκεκριμένες αποφάσεις, κρίθηκε ότι η μαρτυρία του λειτουργού της Τράπεζας περί ετοιμασίας των σχετικών επιστολών, παράδοσής τους στον αρμόδιο υπάλληλο με οδηγίες για αποστολή τους μέσω ταχυδρομείου και η μη επιστροφή τους, σε συνδυασμό με τη χωρίς ένσταση κατάθεση των επιστολών, δεν άφηναν περιθώριο για εξαγωγή συμπεράσματος άλλου από την κανονική ταχυδρόμηση των επιστολών και τον τερματισμό των συμφωνιών. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ιδιαίτερα του Μ.Ε.2, οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού είχαν σταλεί σε όλους τους Εναγόμενους, στην τελευταία διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν παραχωρήσει και βρισκόταν στο σύστημα της Τράπεζας, Τεκμήρια 14 και
  2. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο, εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων, όπως προνοείτο στη συμφωνία, Τεκμήριο
  3. Όπως προκύπτει, στην επίδικη συμφωνία δανείου προβλέπεται ότι παράλειψη του πελάτη να προβεί σε εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως, όρος 6 του Τεκμηρίου
  4. Ως εκ τούτου, εφόσον η Τράπεζα είχε, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή, έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της σύμβασης δανείου, που στην υπό εξέταση υπόθεση υπήρχε παράβαση αφού υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις ύψους €16.654,39, στις 08/04/2014, Τεκμήριο
  5. Οπόταν, ανυπόστατοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης. Κατ΄ ακολουθίαν, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Έχει προβληθεί, μέσω της Υπεράσπισης, ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί και /ή παράνομοι γιατί δημιουργούν σημαντικές ανισότητες σε βάρος των Εναγόμενων και υπέρ της Ενάγουσας. Εν πρώτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης ήσαν γενικές και αόριστες και δεν συνοδεύτηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη και στοιχειοθέτησή τους. Εν πάση δε περιπτώσει, με βάση τις υποβολές που έγιναν από τη συνήγορο των Εναγομένων κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, οι πιο πάνω θέσεις φαίνεται να περιορίζονται στη μη επεξήγηση των όρων της επίδικης συμφωνίας και της συμφωνίας εγγύησης. Είναι φανερό ότι και οι δύο εγγυητές υπέγραψαν τα έγγραφα στα οποία απερίφραστα δήλωναν ότι αποδέχονταν, παρέχοντας στην Ενάγουσα τα όποια προνόμοια δικαιούντο, όρος 19 στο Τεκμήριο
  6. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό, άρθρο 3
(1)και
(3). Αναμφίβολα, ο Νόμος έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση όπου η σύμβαση του επίδικου δανείου υπογράφηκε επί του συνήθους τύπου που η Τράπεζα χρησιμοποιούσε. Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση, άρθρο 5
(1). Σε Παράρτημα του Νόμου, περιέχεται ενδεικτικός μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Ρήτρες που μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές είναι αυτές που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα: «(ε) να επιβάλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση» και «(ι) να επιτρέπουν στον πωλητή ή στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση». Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η Εναγόμενη 1 που αιτήθηκε την παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, δήλωσε ότι αποδέχεται όλους τους όρους της συμφωνίας ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3, πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγυήσεως, ενημερώθηκαν για το δικαίωμά τους να λάβουν νομική συμβουλή, Τεκμήριο
  1. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν προέκυψε, οι Εναγόμενοι 2 και 3, να ήταν αποδέκτες οποιωνδήποτε παροτρύνσεων για να συμφωνήσουν στους συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας. Εν κατακλείδι, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι οι συμφωνημένοι όροι είναι καταχρηστικοί ή ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου Ν.197(Ι)/
  2. Όσον αφορά το ύψος της οφειλής, η συμφωνία δανείου περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Ενώ γίνεται χρέωση του προβλεπόμενου τόκου, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο και τόσο στις προειδοποιητικές επιστολές όσο και στις επιστολές τερματισμού αναφέρεται χρέωση τόκου προς 5% πλέον τόκος υπερημερίας, εντούτοις, η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 3,25% συν το προβλεπόμενο περιθώριο 1,5% πλέον τόκος υπερημερίας χωρίς χρέωση των άλλων εξόδων. Επομένως, με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με αυτόν αφού ο τόκος υπερημερίας που απαιτείται είναι μόνο 2%. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και ότι συνάδει με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, η κατάσταση παραμένει ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφσση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 11, περιέχει τον ορθό υπολογισμό των ποσών μέχρι τις 02/12/2021 καθότι από την ημερομηνία τερματισμού υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο προς 3,25%, ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία, συν το προβλεπόμενο στη συμφωνία περιθώριο. Οι εγγυήσεις έχουν δοθεί για περιορισμένα ποσά πλέον τόκους και έξοδα, και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι για τα εν λόγω ποσά όπως προνοείται στη σχετική συμφωνία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν κατάφεραν να αποδείξουν την Ανταπαίτησή τους αφού δεν προσκόμισαν ίχνος μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €282.637,46 πλέον τόκο προς 6,75% ετησίως από τις 02/12/2021, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που αφορά την υποθήκη Υ460/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και όπως το προϊόν των πωλήσεων καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγόμενης 1. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.) ...................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.