← Κύπρος

THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT LTD ν. Κ. Θ. και Γ. Θ., ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Φ. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1688/14, 26/10/2022

THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT LTD ν. Κ. Θ. και Γ. Θ., ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Φ. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1688/14, 26/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1688/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ενάγουσας -και-

  1. Φ. Μ.
  2. Χ. Χ.
  3. AQUAGLOBAL HOLDINGS LTD Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου στις 13/11/2017 και 16/09/2019 Μεταξύ: THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT LTD Ενάγουσας -και-
  4. Κ. Θ. και Γ. Θ., ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Φ. Μ.
  5. Χ. Χ
  6. AQUAGLOBAL HOLDINGS LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου,
  7. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα : κ. Α. Κοζάκος, για Γεώργιος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1 : κ. Μελάς για Μαρκίδη, Μαρκίδη & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα επιζητεί από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €250.111,14 ως οφειλόμενο, δυνάμει δανείου, με τόκο 12% ετησίως, από 01/04/
  8. Επιπρόσθετα, ζητά την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 06/11/2005, η οποία υπογράφτηκε μεταξύ του Φ.Μ. και της Εναγόμενης 3 και ακολούθως εκχωρήθηκε από τον Φ.Μ., στις 27/04/2006, στην Ενάγουσα. Τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή, ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε με τη Λαϊκή Τράπεζα, ως ήταν τότε, όπως του παραχωρηθούν τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και υπογράφτηκε προς τούτο σχετική συμφωνία ημερομηνίας 23/02/
  9. Στις 06/04/2012, ο συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €15.553,22 και με επιστολή της, η Ενάγουσα, ζήτησε την εξόφλησή του εντός 21 ημερών διαφορετικά θα τερματιζόταν η λειτουργία του λογαριασμού και θα χρεωνόταν με επιτόκιο 14%, με κεφαλαιοποίηση την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Στις 14/05/2006, τερματίστηκε η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού και ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε όπως εξοφλήσει το ποσό των €16.243,30 πλέον τόκους 12% ετησίως από 14/05/2012 μέχρι εξόφλησης. Στις 27/04/2006 είχε επίσης παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.125.000,00 (€213.575,18) με τον όρο ότι θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις ύψους €1.318,31 από 30/04/2006 και από 31/03/2008 από €1.503,26 μέχρι εξοφλήσεως. Το δάνειο θα έφερε επιτόκιο 4,25% για τις πρώτες 23 δόσεις και ακολούθως θα χρεώνετο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, πλέον περιθώριο, δηλαδή 6% για τις υπόλοιπες 216 δόσεις. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή συνεπάγετο την πρόσθετη χρέωση τόκου ύψους 5%. Στις 06/04/2012, το συγκεκριμένο δάνειο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €179.927,54 πλέον τόκους με καθυστερημένες δόσεις ύψους €6.101,
  10. Με επιστολή της, η Ενάγουσα, ζήτησε την εξόφλησή του εντός 21 ημερών διαφορετικά θα τερματιζόταν η λειτουργία του λογαριασμού και θα χρεωνόταν με επιτόκιο 14% με κεφαλαιοποίηση την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Στις 14/05/2012, τερματίστηκε η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού δανείου και ο Εναγόμενος 1, με επιστολή ημερομηνίας 14/05/2012, κλήθηκε όπως εξοφλήσει το ποσό των €180.994,45 πλέον τόκους 12% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Ως εξασφάλιση των δανείων ή και των πιστωτικών διευκολύνσεων, ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με αριθμό 217700, ημερομηνίας 18/04/2006, της Cypria Life Ltd, για το ποσό των €247.747,21 καθώς και τα δικαιώματα του αγοραπωλητήριου συμβολαίου μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της εταιρείας SAKYRCO DEVELOPMENTS LTD ημερομηνίας 16/11/2003, τα οποία δικαιώματα είχαν εκχωρηθεί στον Εναγόμενο
  11. Στις 31/04/2014, οι λογαριασμοί του Εναγόμενου 1 παρουσίαζαν υπόλοιπα, το δάνειο ύψους €223.670,25 πλέον 12% τόκο από 01/04/2014 και ο τρεχούμενος €26.440,79 πλέον 12% τόκο, ποσά τα οποία αξιώνονται. Οι Διαχειριστές της περιουσίας του Εναγόμενου 1, στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του λόγω του ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1, αφού η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Αρνείται το γεγονός ότι υπογράφτηκαν οι συγκεκριμένες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και επιπρόσθετα προωθείται ως υπεράσπιση ότι η συμφωνία είναι εικονική ή και άκυρη, ότι ουδέποτε δόθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ή νόμιμη αντιπαροχή για την υπογραφή των συμφωνιών, ότι η οποιαδήποτε συμφωνία υπογράφτηκε μετά από ψευδείς παραστάσεις και ψυχικές πιέσεις, εξαναγκασμό και απάτη, ότι η συμφωνία περιέχει ετεροβαρείς όρους και/ή καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες δημιουργούν ανισότητα σε βάρος των Εναγόμενων, αφού δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας επιβαλλόταν αντισυμβατικά και αντινομικά, ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν γραπτώς οι Εναγόμενοι για την αλλαγή του βασικού επιτοκίου και ότι η συμφωνία δανείου είναι εξ υπαρχής άκυρη. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες ουδέποτε τερματίστηκαν νομότυπα. Οι πιο πάνω παρατεθέντες ισχυρισμοί προβάλλονται και σε σχέση με την εγκυρότητα της σύμβασης για την παραχώρηση του δανείου και περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εκχώρηση του οποιουδήποτε ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι παράνομη και άκυρη. Αναφορικά με τη Συμφωνία Εκχώρησης ημερομηνίας 16/11/2005, του αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της Εναγομένης 3 και της εταιρείας SAKYRCO DEVELOPMENT LTD στον αποβιώσαντα, προωθείται ο ισχυρισμός ότι είναι νομικά ανυπόστατη και ότι υπογράφτηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων. Προβάλλεται, παράλληλα, ο ισχυρισμός ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό καθώς και ότι δεν είχε εξεταστεί επαρκώς ή/και ικανοποιητικά η πιστοληπτική ικανότητα του αποβιώσαντα από την Τράπεζα. Ανταπαιτεί, ο Εναγόμενος 1 μέσω των Διαχειριστών της περιουσίας του, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζονται ως άκυρες οι επίδικες συμφωνίες, διάταγμα που να απαλλάσσει τους Εναγόμενους και/ή τη διαχείριση του Εναγόμενου 1 από του να αποπληρώσουν οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ως παράνομη η επιβολή τόκου πέραν του συμβατικού καθώς και των υπόλοιπων χρεώσεων καθώς και διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ως άκυρη η κατ΄ ισχυρισμόν εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αρ.[ ]. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η Ενάγουσα κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε Λειτουργός της Ενάγουσας εταιρείας και πρώην Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών στην Τράπεζα Κύπρου, ο Μ.Σ., Μ.Ε.1, ο οποίος παρέθεσε τα γεγονότα γραπτώς και η δήλωσή του σημειώθηκε ως Έγγραφο
  12. Κατέγραψε το ιστορικό της μεταβίβασης των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου και τελικά στην Ενάγουσα εταιρεία και εξήγησε ότι έχει στην κατοχή του τον φάκελο που αφορά τα θέματα της αγωγής. Προκύπτει από τον φάκελο ότι ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε το 2016 και διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του οι Κ.Θ. και Γ.Θ. Στις 23/02/2006, συμφωνήθηκε μεταξύ της Τράπεζας και του αποβιώσαντα Εναγόμενου 1 όπως του παραχωρηθεί τραπεζική διευκόλυνση υπό τον τύπο του τρεχούμενου λογαριασμού και ανοίχθηκε ο λογαριασμός [ ], ο οποίος έλαβε νέο αριθμό [ ] με τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου. Μεταξύ των όρων ήταν ότι το ποσό και ο τύπος της πίστωσης θα υπόκειτο στην απόλυτη κρίση της Ενάγουσας, ότι θα πιστώνετο με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, ότι πέραν του συμφωνημένου τόκου, όταν το υπόλοιπο καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, θα έφερε τόκο υπερημερίας και ότι η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσει την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού οποτεδήποτε. Στις 06/04/2012, ο τρεχούμενος λογαριασμός έφερε χρεωστικό υπόλοιπο €15.553,22 και με επιστολή της η Τράπεζα ζήτησε την εξόφλησή του εντός 21 ημερών. Λόγω μη ανταπόκρισης του Εναγόμενου 1, η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού τερματίστηκε στις 14/05/2012, με οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό €16.243,
  13. Στις 27/04/2006 παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 τραπεζική διευκόλυνση υπό μορφή δανείου ύψους Λ.Κ.125.000,00 (€213.575,18) και ανοίχθηκε λογαριασμός ο οποίος στη μεταφορά του είχε λάβει τον αριθμό [ ]. Μεταξύ των συμφωνηθέντων όρων ήταν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 23 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.771,57 από 30/04/2006 και ακολούθως με 216 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.879,82 από 31/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης καθιστούσε το δάνειο και οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο 4,25% για τις πρώτες 23 μηνιαίες δόσεις και για τις υπόλοιπες 216 μηνιαίες δόσεις θα χρεωνόταν με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, 4,25%, πλέον περιθώριο 1,75% ήτοι, συνολικό επιτόκιο 6%. Οποιοδήποτε καθυστερημένο ποσό θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο ύψους 5% πέραν του συμφωνηθέντος, πλέον τόκος υπερημερίας. Στις 06/04/2012 ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε υπόλοιπο €179.927,54 πλέον τόκοι με καθυστερημένες δόσεις ύψους €6.101,
  14. Με επιστολή ημερομηνίας 06/04/20012, ζητήθηκε η εξόφληση εντός 21 ημερών διαφορετικά θα τερματιζόταν η λειτουργία του λογαριασμού με επιτόκιο 14% και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Στις 14/05/2012 τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού δανείου με την ίδια επιστολή που τερματίστηκε η λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και κλήθηκε ο Εναγόμενος 1 να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €180.994,45 πλέον τόκο 12%. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, παραχωρήθηκε προσωπική εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3 για το ποσό των €213.575,18 πλέον τόκος σύμφωνα με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Όμως, η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 εγκαταλείφθηκε λόγω μη επίδοσής της. Είχε προηγηθεί, στις 16/11/2005, γραπτή συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 3, που απέρρεαν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16/12/2003 που είχε υπογραφτεί μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της εταιρείας SAKYRCO DEVELOPMENT LTD και τα οποία δικαιώματα είχαν εκχωρηθεί στον Εναγόμενο
  15. Ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε τα συγκεκριμένα δικαιώματα προς όφελος της Ενάγουσας στις 27/04/
  16. Όμως, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο Εναγόμενος 1 δεν έχει εξοφλήσει τις οφειλές του. Ο ίδιος εκτύπωσε προσωπικά από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο έχει πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση λόγω των καθηκόντων του, τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η Τράπεζα, στην οποία είχαν μεταφερθεί οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή από το οποίο παρήχθησαν οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες εμφαίνονται όλες οι κινήσεις και πράξεις των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ελέγχθηκαν από τον ίδιο οι συγκεκριμένες καταστάσεις και διαπιστώθηκε ότι ήταν ορθές. Ο ίδιος ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αφαιρώντας τις χρεώσεις εξόδων και δικαιωμάτων για τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών, ενώ περιορίστηκε και το επιτόκιο στο εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο, πλέον τόκος υπερημερίας 2% από την ημερομηνία τερματισμού και για τους δύο λογαριασμούς. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων που αφορούσε την αλλαγή του ονόματος της Λαϊκής Τράπεζας σε Marfin Popular Bank Co Ltd και ακολούθως σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ως Τεκμήριο 2, κατατέθηκε βεβαίωση του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών που αφορούσε την πυρκαγιά στις αποθήκες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο της συμφωνίας ανοίγματος Τρεχούμενου Λογαριασμού ημερομηνίας 23/02/2006, ως Τεκμήριο 4, προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 06/04/2012 που αποστάλθηκε στον Εναγόμενο 1 και αφορούσε τις καθυστερήσεις και στους δύο λογαριασμούς. Ως Τεκμήριο 5, κατατέθηκε η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 14/05/2012 η οποία αφορούσε και τις δυο τραπεζικές διευκολύνσεις. Ως Τεκμήριο 6, κατατέθηκε η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 27/04/
  17. Ως Τεκμήριο 7Α, κατατέθηκε η σύμβαση εγγύησης της εταιρείας και ως Τεκμήριο 7Β, η σύμβαση παραχώρησης προσωπικής εγγύησης που αφορά τον Εναγόμενο
  18. Ως Τεκμήριο 8, κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που αφορούσε τις προειδοποιητικές επιστολές που απεστάλησαν, ημερομηνίας 06/04/
  19. Ως Τεκμήριο 9, δέσμη επιστολών ημερομηνίας 14/05/2012 που αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 3 και αφορούσαν τον τερματισμό της λειτουργίας των διευκολύνσεων. Η συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 16/11/2005 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. Ως Τεκμήριο 11, κατατέθηκε η συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 27/04/2006 και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 και το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου ως Τεκμήριο 12Α. Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το δάνειο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 και το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου ως Τεκμήριο 13Α. Ως Τεκμήριο 14 κατατέθηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού και ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του δανείου. Αντεξετασθείς, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει αναφορά στις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν στο Τεκμήριο 6 και ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσον η Τράπεζα ήταν δικαιούχος σε όλες τις εξασφαλίσεις. Όμως, διαβάζοντας τα έγγραφα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι σε σχέση με τις εξασφαλίσεις των Εναγόμενων 2 και 3 δικαιούχος είναι η Τράπεζα. Παραδέχθηκε ότι υπήρχε ασφάλεια ζωής ύψους €257.000,00 λόγω του ότι το δάνειο είχε παραχωρηθεί στη βάση του ασφαλιστικού σχεδίου, πλην όμως δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά τον τερματισμό των συμβάσεων γιατί υπήρχαν καθυστερήσεις στις δόσεις. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε λεπτομέρειες σε σχέση με το κατά πόσον εισπράχθηκε η ασφάλεια ζωής. Όσον αφορά τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τις είχε ελέγξει και ήταν απόλυτα ορθές. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις έχουν γίνει χωρίς οποιεσδήποτε επιπρόσθετες χρεώσεις και έχει χρεωθεί μόνον ο νενομισμένος τόκος. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Κτηματολογικό Λειτουργό του Κτηματολογίου Αμμοχώστου Γ. Σ., Μ.Ε.2, ο οποίος υπηρετεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Αναγνώρισε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 και ανέφερε ότι το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο στην εταιρεία SAKYRCO DEVELOPERS LTD και εξήγησε ότι υπάρχουν εννέα ξεχωριστοί τίτλοι κατοικιών σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο και ο τίτλος 5202 είναι ένας εκ των εννέα τίτλων. Εξήγησε ότι υπάρχει το αρχικό πωλητήριο 1496/05 ημερομηνίας 16/11/2005 το οποίο αφορούσε την κατοικία 5, το οποίο μεταφέρθηκε στον τίτλο
  21. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10Α το αντίγραφο του Τεκμηρίου 10 που τηρείτο στο Κτηματολόγιο. Ήταν η θέση του ότι η Σύμβαση Δανείου αποτελεί μέρος της εγγραφής του ακινήτου
  22. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11Α τη Σημείωση της καταχώρισης της Σύμβασης Δανείου. Εξήγησε ότι η κατοικία αριθμός 5 είναι εγγεγραμμένη στην εταιρεία SAKΥRCO DEVELOPERS LTD και τα πωλητήρια έγγραφα ΠΩΕ1496/05 και ΕΣ1284/16 αποτελούν εμπράγματα βάρη. Όσον αφορά το δικαίωμα στην κατοικία, υποστήριξε ότι το έχει ο αγοραστής δυνάμει του πωλητηρίου αλλά η εξασφάλιση είναι προς όφελος της Τράπεζας με το ΕΣ1284/
  23. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι η κατοικία είναι βεβαρημένη με δύο υποθήκες, οι οποίες καταγράφουν ως οφειλέτη τον κατασκευαστή. Μαρτυρία δόθηκε από τον Γ.Γ., Μ.Ε.3., πρώην υπάλληλο της Λαϊκής Τράπεζας καθώς και της Τράπεζας Κύπρου και νυν λειτουργό της Themis Portofolio Management Ltd. Εξήγησε ότι, δυνάμει σχετικού διατάγματος, αγοράστηκε, από την Themis Portofolio Management Ltd, αριθμός τραπεζικών διευκολύνσεων ή και χρεών από την Τράπεζα Κύπρου. Τηρήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και απεστάλησαν επιστολές προς τους Εναγόμενους σε σχέση με τη συγκεκριμένη πώληση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 δέσμη επιστολών που απεστάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο στους Εναγόμενους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 δέσμη επιστολών, «Goodbye Letters», από την Τράπεζα Κύπρου και ως Τεκμήριο 18 δέσμη επιστολών, «Hello Letters», από την Ενάγουσα. Οι συγκεκριμένες επιστολές είχαν σταλεί συστημένες και δεν υπάρχει, ως επιστραφείσα, οποιαδήποτε επιστολή στον φάκελο που τηρείται που να δεικνύει ότι δεν έχουν παραληφθεί. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι οι διευθύνσεις που αποστέλλονται οι επιστολές είναι οι τελευταίες διευθύνσεις που δίνονται από τους πελάτες. Ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του σχετικό έγγραφο παραλαβής των επιστολών, όμως, υποστήριξε εμφαντικά ότι από τη στιγμή που δεν έχουν ανευρεθεί στον φάκελο δεν έχουν επιστραφεί και έχουν παραληφθεί. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Μ.Χ., Μ.Ε.4, η οποία εργάζεται στη CNP Cypria Life Ltd. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η ασφάλεια ζωής με αριθμό 00217700 έγινε το 2006 από τον Φ.Μ., ο οποίος ασφαλίστηκε για το ποσό των Λ.Κ.145.000,
  24. Η συγκεκριμένη ασφάλεια είχε εκχωρηθεί προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση. Όμως, το 2013, σταμάτησε η καταβολή των ασφαλίστρων και συγκεκριμένα τον Ιούνιο 2013 υπήρχε καθυστέρηση πέραν των 30 ημερών που προνοείται από το ασφαλιστήριο έγγραφο. Η ακύρωση του ασφαλιστηρίου εγγράφου είχε γίνει τον Σεπτέμβριο
  25. Στάλθηκε επιστολή, σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ανταπόκριση και ακολούθως στάλθηκε επιστολή ακύρωσης στις 09/09/
  26. Η συγκεκριμένη επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  27. Κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 20, τα στοιχεία του συγκεκριμένου ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι πληρωμές σε σχέση με το ασφαλιστήριο γίνονται από τον ίδιο τον πελάτη. Εξήγησε ότι αν επέλθει θάνατος, τότε η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνεται από τους οικείους του ασφαλισμένου και η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνει με επιστολή της αναφορικά με τα έγγραφα που θα πρέπει να της προσκομιστούν, έτσι ώστε να αξιολογηθούν, για να πληρωθεί ο ασφαλισμένος κίνδυνος. Όταν τα συμβόλαια είναι εκχωρημένα, υπάρχει συντονισμός με την Τράπεζα, γιατί η Τράπεζα θα πάρει το μέρος για το οποίο υπάρχουν εξασφαλίσεις προς όφελός της. Αν περισσέψει οποιοδήποτε ποσό, δίδεται στη διαχείριση. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 15 είχε σταλεί ταχυδρομικώς στην τελευταία διεύθυνση που ήταν γνωστή στην ασφαλιστική εταιρεία. Σύμφωνα με τη διαδικασία που καταγράφηκε πριν το 2013 και για την οποία υπάρχει ISO, η επιστολή αποστέλλεται με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Υποστήριξε ότι από τη στιγμή που υπάρχει αντίγραφο της επιστολής στο φάκελο αυτό σημαίνει ότι η επιστολή αποστάλθηκε. Η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει αν παραλήφθηκε ή αν η διεύθυνση στην οποία αποστάλθηκε ήταν λανθασμένη. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι η σύμβαση ασφάλισης τερματίστηκε σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου και αφού παραχωρήθηκαν και 30 μέρες χάρη για καταβολή του καθυστερημένου ασφαλίστρου. Λόγω του ότι δεν ανταποκρίθηκε ο ιδιοκτήτης του συμβολαίου, προχώρησε η ακύρωση του συμβολαίου. Για την Υπεράσπιση, δόθηκε μαρτυρία από ένα εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα, τον Γ.Θ., ο οποίος κατέθεσε γραπτώς τις θέσεις του στο Έγγραφο
  28. Είναι η καταγραφείσα θέση του ότι διορίστηκε μαζί με τη μητέρα του αποβιώσαντα ως διαχειριστής της περιουσίας του, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 08/09/2016, στη Διαχείριση αρ. 96/
  29. Λόγω των στενών δεσμών του με τον αποβιώσαντα, έχει αρκετή γνώση των προσωπικών του θεμάτων. Ο ίδιος είχε κατ΄ ιδίαν συζητήσεις με τον αποβιώσαντα σε σχέση τα δάνεια που αφορούν την υπό κρίση αγωγή και για το γεγονός ότι ήταν ελεγχόμενα και ότι υπήρχαν εξασφαλίσεις που τα υπερκάλυπταν, αφού υπήρχε εκχωρημένη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου ασφάλεια ύψους €250.000,
  30. Δεν είχε ενημερωθεί από τον αποβιώσαντα για τον τερματισμό της συγκεκριμένης ασφάλειας, ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η συνδιαχειρίστρια. Μετά τον θάνατο του Φ.Μ., οι τότε δικηγόροι της Διαχείρισης τον είχαν ενημερώσει ότι η είσπραξη της ασφάλειας ζωής εξασφάλιζε τα επίδικα δάνεια και δεν απαιτείτο η οποιαδήποτε ενέργεια από τους διαχειριστές, αφού η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να το πράξει δυνάμει της εκχώρησης. Γι΄ αυτό, τόσο ο ίδιος καθώς και η συνδιαχειρίστρια, λόγω του ότι δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση, έμειναν με την εντύπωση ότι το ποσό της ασφάλειας είχε χρησιμοποιηθεί προς αποπληρωμή των δανείων. Κατά τη δική του άποψη, τον Δεκέμβριο 2019 το υπόλοιπο του Στεγαστικού Δανείου ανερχόταν στις €216.417,43 και του Τρεχούμενου στις €27.156,99, οπόταν τα Τεκμήρια 14 και 15 είναι λανθασμένα αφού δεν συνάδουν με το υπόλοιπο που οι ίδιοι γνώριζαν. Οι ίδιοι, ως Διαχειριστές, δεν έλαβαν οποιαδήποτε ενημέρωση ή σχετική επιστολή σε σχέση με τη μεταβίβαση των επίδικων διευκολύνσεων. Οι επιστολές Τεκμήριο 12 ουδέποτε τους παραδόθηκαν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 το Διάταγμα Διαχείρισης, ως Τεκμήριο 22 τις καταστάσεις λογαριασμού μέχρι τις 30/12/2019 και ως Τεκμήριο 23 αντίγραφο της έρευνας στο Ταχυδρομείο. Αντεξετασθείς, υποστήριξε ότι με τον αποβιώσαντα είχαν στενές σχέσεις και του είχε αναφέρει ότι είχε εξασφαλίσει τα παιδιά του με την ύπαρξη της ασφάλειας. Η συγκεκριμένη συζήτηση είχε επαναληφθεί πολλές φορές από το 2012 που έγινε η απόπειρα φόνου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπήρξε ενημέρωση για την ακύρωση της συγκεκριμένης ασφάλειας και προώθησε τη θέση ότι ο δικός τους Τραπεζίτης, στην Τράπεζα Κύπρου στην Αγία Νάπα, τους είχε ενημερώσει ότι η συγκεκριμένη ασφάλεια υπήρχε. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι το δικηγορικό γραφείο που χειριζόταν τη Διαχείριση της περιουσίας του Φ. Μ. είχε μεριμνήσει να λάβει τις καταστάσεις λογαριασμού έτσι ώστε να γνωρίζουν κατά πόσο είχε απομείνει οποιοδήποτε ποσό από την ασφάλεια. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε υποβληθεί αίτημα αναδιάρθρωσης τον Νοέμβριο 2020 και ότι είχαν ζητηθεί οι καταστάσεις λογαριασμού στα πλαίσια του συγκεκριμένου αιτήματος. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν σε γνώση των προηγούμενων δικηγόρων της Διαχείρισης ότι η ασφάλεια είχε ακυρωθεί από το 2013, ο ίδιος το αρνήθηκε. Ήταν η δική του θέση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που διαβιβάστηκαν στους δικηγόρους, το 2020, με τις καταστάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14 και 15, είναι διαφορετικές και ο ίδιος δεν γνώριζε για ποιο λόγο υπήρχε αυτή η διαφορά. Σε σχέση με το Τεκμήριο 23, του υποβλήθηκε ότι οι συγκεκριμένες επιστολές έμειναν αζήτητες και όχι ότι δεν παραδόθηκαν. Κατέληξε, ότι ο ίδιος δεν αμφισβητεί την παροχή του δανείου αλλά αμφισβητεί τη μη εξαργύρωση της ασφάλειας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στις αρχές και τη νομολογία. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθό, λόγω του ότι στη γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων 1 γίνεται πολύς λόγος για τη μη εξαργύρωση της συγκεκριμένης ασφάλειας ζωής του αποβιώσαντα Φ.Μ., να επισημάνει την αντίφαση που παρατηρείται στα δικόγραφα των Εναγόμενων 1 με τη θέση που προώθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παράγραφο 13 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, υπάρχει ισχυρισμός για παράνομη εκχώρηση της συγκεκριμένης ασφάλειας ζωής ενώ, επιπρόσθετα, ανταπαιτούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η συγκεκριμένη εκχώρηση είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη. Ενώπιον του Δικαστηρίου προωθήθηκε η Υπεράσπιση ότι η συγκεκριμένη εκχώρηση ήταν νόμιμη και το ποσό της ασφάλειας θα έπρεπε να πιστωθεί προς όφελος του οφειλόμενου υπολοίπου. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα τύχει σχολιασμού στη συνέχεια. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ.
  1. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία που κλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, θα πρέπει να καταγραφεί ότι κανένας εκ των τεσσάρων μαρτύρων δεν είχε ή έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την εξέλιξη της υπόθεσης ούτε και είχαν οποιοδήποτε λόγο να ψευστούν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.1 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην κατάρτιση των συμφωνιών και η πληροφόρησή του αντλείται από το περιεχόμενο του φακέλου που αφορά τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις. Η μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε στοιχεία από τους Εναγόμενους 1 όσον αφορά τα υπόλοιπα των συγκεκριμένων λογαριασμών. Ο Μ.Υ.1, γενικά και αόριστα, είχε ισχυριστεί ότι τους είχαν δοθεί, το 2020, καταστάσεις λογαριασμού, το Τεκμήριο 22, από τις οποίες προέκυπτε άλλο υπόλοιπο, προφανώς λησμονώντας ότι τους είχαν δοθεί οι συγκεκριμένες καταστάσεις δύο χρόνια πριν την ημερομηνία της δίκης. Ενόψει του ότι η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται αποδεκτή αφού υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων, τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7(Α),(Β), 10 και 11 αλλά και από τα υπόλοιπα έγγραφα. Τα πιο πάνω σχόλια μπορούν να υιοθετηθούν και για τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, ο οποίος αναφέρθηκε στη διαδικασία που τηρήθηκε μετά τη μεταβίβαση των συγκεκριμένων τραπεζικών διευκολύνσεων στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd, στην Ενάγουσα. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρατέθηκε λεπτομερώς και το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν η παραλαβή των επιστολών Τεκμήρια 16, 17 και
  2. Όμως, προκύπτει από το ίδιο το Τεκμήριο 23, το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Υ.1, ότι οι συγκεκριμένες επιστολές δεν αναζητήθηκαν από τους παραλήπτες τους, παρά το γεγονός ότι είχε σταλεί ειδοποίηση από το Ταχυδρομείο για την παραλαβή τους. Το συγκεκριμένο θέμα θα σχολιαστεί στη συνέχεια. Ο Μ.Ε.2 εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο και τη σημασία του Τεκμηρίου 11(Α) που αφορά την εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου του συγκεκριμένου ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας ενώ, παράλληλα, αναγνώρισε τα έγγραφα υποθήκης Τεκμήριο 10(Α). Δεν είχε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στα έγγραφα που αφορούσαν την υποθήκη και την καταχώριση της σημείωσης στον τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας 5 που αφορά το συγκεκριμένο εκχωρητήριο έγγραφο από τον αποβιώσαντα Φ.Μ. στην Ενάγουσα. Δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αφού δεν αντεξετάστηκε επ΄ αυτού. Δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία του, αντίθετα, από αυτή μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα. Η Μ.Ε.4, η οποία έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το ασφαλιστήριο έγγραφο για το οποίο έγινε πολύς λόγος, φάνηκε στο Δικαστήριο ειλικρινής μάρτυρας. Σαφής και χωρίς ενδοιασμό ήταν και η τοποθέτησή της ότι η συγκεκριμένη ασφάλεια είχε ακυρωθεί λόγω μη καταβολής του ασφαλίστρου και ότι σχετική επιστολή είχε αποσταλεί στον ασφαλιζόμενο, Τεκμήριο 19, η οποία αποστάλθηκε στη διεύθυνση που ήταν περασμένη στο σύστημα της Ασφαλιστικής Εταιρείας. Η μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1, ενός εκ των Διαχειριστών της περιουσίας του Εναγόμενου 1, δεν προσέφερε οτιδήποτε στην υπόθεση. Ισχυρίστηκε, χωρίς να παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, ότι από την Τράπεζα Κύπρου τους είχε αναφερθεί να μην ανησυχούν γιατί υπήρχε η ασφάλεια, μια ασφάλεια που είχε ακυρωθεί από το
  3. Δεν διαπιστώνεται αληθοφάνεια στις θέσεις του που αφορούν το ασφαλιστήριο έγγραφο και το υπόλοιπο των λογαριασμών. Το Τεκμήριο 22, που κατέθεσε ο ίδιος προς υποστήριξη των ισχυρισμών του περί λανθασμένων οφειλόμενων ποσών, αφορά τα υπόλοιπα μέχρι το 2020 και είναι λογικό και αναμενόμενο το 2022 τα υπόλοιπα να έχουν διαφοροποιηθεί. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί η παραδοχή του ότι οι συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις είχαν ληφθεί. Όσον αφορά το ασφαλιστικό συμβόλαιο, το μόνο που φάνηκε ότι γνώριζε ήταν η ύπαρξή του και τίποτα περισσότερο. Θεωρώ πως το σύνολο των θέσεων του Μ.Υ.1 καταδεικνύουν, χωρίς δυσκολία, την αδυναμία του να προσφέρει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις επί των επίδικων ζητημάτων, οι ισχυρισμοί του ήταν αστήρικτοι, μη πειστικοί και σαφέστατα συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τίθεται ως προδικαστική ένσταση το θέμα της νομιμοποίησης της Ενάγουσας στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Το ιστορικό της μεταβίβασης των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα παρατέθηκε από τον Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε δια μέσου της αντεξέτασης. Στο Τεκμήριο 18, ήτοι τις επιστολές προς τους Διαχειριστές της περιουσίας του Φ.Μ., οι Διαχειριστές ενημερώθηκαν για τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Βέβαια, αμφισβητείται η αποστολή των συγκεκριμένων επιστολών, Τεκμήρια 17 και
  4. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία θα παρατεθεί στη συνέχεια, η αποστολή επιστολής στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας μεταξύ των μερών τεκμαίρει και τη σωστή αποστολή της και είναι ανεξάρτητη από την παραλαβή της. Το γεγονός ότι ουδέποτε αναζητήθηκαν από το Ταχυδρομείο, από τους παραλήπτες, παρά το γεγονός ότι τους είχε δοθεί σχετική ειδοποίηση για παραλαβή, δεν μεταβάλλει το γεγονός της αποστολής. Οπόταν, η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται αφού δεν έχει προωθηθεί ο ισχυρισμός ότι δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον Νόμο για αυτή τούτη τη μεταβίβαση των τραπεζικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα. Όσον αφορά την αξίωση της Ενάγουσας, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι συνάφθηκαν δύο συμβάσεις, η μια για παροχή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπέρβασης €15.000,00 και η άλλη δανειοδότησης ύψους €213.575,81 στον Φ.Μ., Τεκμήρια 3 και
  1. Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των συγκεκριμένων διευκολύνσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι ο τερματισμός των συμβάσεων και το οφειλόμενο υπόλοιπο λόγω του γεγονότος ότι υπήρχε εκχώρηση μιας ασφάλειας ζωής του αποβιώσαντα προς όφελος της Τράπεζας. Εξετάζοντας τη νομιμότητα του τερματισμού, προωθήθηκε, από τον Μ.Υ.1, ότι δεν παραλήφθηκαν οι επιστολές Τεκμήρια 17 και
  2. Δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 4, την επιστολή τερματισμού αλλά ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την Υπεράσπιση σε σχέση με αυτή. Οπόταν, η επιστολή τερματισμού της λειτουργίας των δύο λογαριασμών έχει παραληφθεί. Σε σχέση με τις άλλες Ειδοποιήσεις, σε σχέση με την αποστολή επιστολών, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ. , Reissue, Τόμος 7
(1), σελ. 393, παραγρ. 882, σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης επιστολής: «882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted. The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written. » Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κ.α. ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726 στη σελίδα 1733, αναφέρθηκε πως, εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Δεν αμφισβητήθηκε η διεύθυνση αποστολής ούτε και αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας της Ενάγουσας σε σχέση με τη συγκεκριμένη διεύθυνση. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 υποδηλεί ότι η επιστολή τερματισμού είχε αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθυνόταν. (Βλ. μεταξύ άλλων Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και τη χωρίς ένσταση κατάθεση του Τεκμηρίου 4, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η επιστολή τερματισμού είχε αποσταλεί και οι συμφωνίες είχαν τερματιστεί νόμιμα. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ιδιαίτερα του Μ.Ε.1, οι επιστολές τερματισμού είχαν σταλεί σε όλους τους Εναγόμενους στην τελευταία διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν παραχωρήσει και βρισκόταν στο σύστημα της Τράπεζας, Τεκμήρια 4, 5, 8 και
  1. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο, εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων όπως προνοείτο στη συμφωνία Τεκμήριο
  2. Όπως προκύπτει, στην επίδικη συμφωνία δανείου προβλέπετο ότι παράλειψη του πελάτη να καταβάλλει τα ασφάλιστρα ή/και οποιαδήποτε εκ των δόσεων του δανείου, καθιστούσε το δάνειο άμεσα απαιτητό, παράγραφος 7 του Τεκμηρίου
  3. Υπήρχαν στη σύμβαση δανείου καθυστερημένες δόσεις ύψους €6.101,00, Τεκμήριο 5, ενώ στον τρεχούμενο λογαριασμό υπήρχε υπέρβαση ύψους €15.553,22, Τεκμήριο
  4. Κατ΄ ακολουθία, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Προκύπτει ότι είχε παραχωρηθεί, ως εξασφάλιση για το συγκεκριμένο δάνειο, η ασφάλεια ζωής του Φ.Μ. Ως έχει προλεχθεί στην παράγραφο 13 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Διαχειριστές της περιουσίας του Εναγόμενου 1 κάλεσαν την Ενάγουσα σε απόδειξη του ισχυρισμού ότι η συγκεκριμένη ασφάλεια ζωής νόμιμα είχε εκχωρηθεί προς αυτήν. Ουδέποτε επικαλέστηκαν οτιδήποτε περαιτέρω σε σχέση με τη συγκεκριμένη ασφάλεια ζωής και γιατί, κατά τον ισχυρισμό τους, ήταν παράνομη η συγκεκριμένη εκχώρηση ενώ, παράλληλα, ζήτησαν διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ως άκυρη η συγκεκριμένη εκχώρηση. Κατά την ακρόαση, όμως, προώθησαν μια εντελώς αντίθετη θέση, ήτοι, ότι το ποσό της συγκεκριμένης ασφάλειας θα έπρεπε να πιστωθεί προς όφελος του υπολοίπου. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 1, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Τον ίδιο χειρισμό θα έχουν οι αντιφατικοί ισχυρισμοί. Ο ισχυρισμός ότι η εκχωρηθείσα ασφάλεια ζωής βρισκόταν σε ισχύ κατά τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης, συνιστά εκ των υστέρων σκέψη και δεν μπορεί να εξεταστεί. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός θα έπρεπε να προβληθεί με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13 ημερ. 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A503. Άλλη ήταν η γραμμή υπεράσπισης που καταγράφηκε στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και αφορούσε ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών, περί αντισυμβατικής χρέωσης τόκου υπερημερίας, παράλειψης ενημέρωσης για αλλαγή του συμβατικού επιτοκίου και για αντισυμβατικές και ή αντινομικές χρεώσεις. Βέβαια, και αυτές οι αιτιάσεις εγκαταλείφθηκαν αφού δεν προσφέρθηκε ίχνος μαρτυρίας προς υποστήριξή τους αλλά ούτε και αντεξετάστηκαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 επί των συγκεκριμένων θεμάτων. Τα όσα με πολύ επιμέλεια προωθεί στη γραπτή του αγόρευση, στις σελίδες 14 - 19, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού, σύμφωνα με τη νομολογία, η αγόρευση δικηγόρου αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ αποδοχής των λόγων υπεράσπισης και όχι το υποκατάστατο στοιχειοθέτησής τους. (Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδης 3 Α.Α.Δ. 601, El Fath Co For International S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 κ.α.) Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί ο Εναγόμενος 1 από τη μια να επιδοκιμάζει την εκχώρηση του συγκεκριμένου ασφαλιστηρίου εγγράφου προς την Ενάγουσα και από την άλλη να αποδοκιμάζει θεωρώντας ότι η εκχώρηση είναι άκυρη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατία
(1999)3 Α.Α.Δ. 884 και Κάππα ν. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας
(2000)3 Α.Α.Δ.
  1. Η αρχή της Επιδοκιμασίας - Αποδοκιμασίας (Approbation and Reprobation) συνιστά μορφή κωλύματος. Σχετικό είναι και το Σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England, 4η εκδ., Τόμος 16, παρά.
  2. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ο αποβιώσαντας Φ.Μ. που αιτήθηκε την παραχώρηση των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.
  3. Ο ίδιος δήλωσε, με την υπογραφή του, ότι αποδέχεται όλους τους όρους των συμφωνιών, Τεκμήρια 3 και
  4. Το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το συγκεκριμένο δάνειο καταγράφετο στην παράγραφο 5 του Τεκμηρίου 6 και ο τόκος υπερημερίας στην παράγραφο 6 του ίδιου Τεκμηρίου. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1149, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες η πρόθεση των διαδίκων, ως προς τη δημιουργία εννόμων σχέσεων, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενό τους. Δεν επιτρέπεται, έτσι, οποιαδήποτε μαρτυρία κατά κανόνα για διαπραγματεύσεις των μερών για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους, αφού αυτές είναι καταγραμμένες στο γραπτό κείμενο. Δεν επιτρέπεται, επίσης, μαρτυρία η οποία να τροποποιεί ή διαφοροποιεί γραπτούς όρους συμφωνίας. Εν κατακλείδι, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι οι συμφωνημένοι όροι είναι καταχρηστικοί ή ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Ν. 93(Ι)/96. Επαναλαμβάνεται, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προωθήθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Όσον αφορά το ύψος της οφειλής, όπως έχει επεξηγηθεί, η συμφωνία δανείου περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Γίνεται χρέωση του τόκου, στην επιστολή τερματισμού, προς 12%. Εντούτοις, η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 4,25%, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο, πλέον τόκος υπερημερίας 2% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο χωρίς χρέωση των οποιωνδήποτε άλλων εξόδων. Επομένως, με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με τον τόκο αφού ο τόκος υπερημερίας που απαιτείται είναι μόνο 2%. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, οι συγκεκριμένες παραμένουν ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές.». Με βάση την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που πρόσφερε η Ενάγουσα και την αντίστοιχη απόρριψη αυτής του Εναγόμενου 1, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου και εκχώρησης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου του συγκεκριμένου ακινήτου, το οποίο ανήκε στην Εναγόμενη 3, υπό τις συνθήκες που η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε. Περαιτέρω, ανάλογα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας είναι και τα ευρήματα ως προς τους λόγους τερματισμού των συμφωνιών, την πορεία τερματισμού και το ύψος των ποσών που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Η Ενάγουσα, μέσα από το σύνολο της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας, έχει αποδείξει την απαίτησή της στο ύψος των ποσών που αξιώνει με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Δέον να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα έχει προσθέσει τα δύο ποσά αξιώνοντάς τα ως ένα. Δεν μπορεί να αποδοθεί ένα συνολικό ποσό γιατί ο τόκος με τον οποίο επιβαρύνεται το κάθε οφειλόμενο ποσό είναι διαφορετικός. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Διαχείρισης της περιουσίας του Εναγόμενου 1 για τα εξής ποσά: Α. €32.083,80 πλέον τόκο προς 8,59% ετησίως από 29/10/2021 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους και Β. €245.092,11 πλέον τόκο προς 4,75% ετησίως από 29/10/2021 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι η Ενάγουσα είναι η αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 3 τα οποία απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16/11/2003 μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της εταιρείας SAKYRCO DEVELOPMENTS LTD. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται, αφού δεν προωθήθηκε. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Διαχείρισης της περιουσίας του Εναγόμενου 1 έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.