ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ΜΗΝΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 504/14, 23/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 504/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν.
- [ ] ΜΗΝΑ
- [ ] ΛΑΜΠΡΟΥ Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Καραμαλλή, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος 1: αυτοπροσώπως Για Εναγόμενη 2: κα Α. Κλαϊδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα επιζητεί, εναντίον και των δυο Εναγομένων, την έκδοση απόφασης για τρία διαφορετικά ποσά. Για το ποσό των €26.700,79 ως οφειλόμενο, δυνάμει δανείου με τόκο 10% ετησίως, για το ποσό των €24.917,12 ως οφειλόμενο, δυνάμει δανείου με τόκο 6,45% ετησίως, και για το ποσό των €72.094,06 ως οφειλόμενο, δυνάμει δανείου με τόκο 8,75% ετησίως. Επιπρόσθετα, ζητά την έκδοση διατάγματος εκποίησης των υποθηκών Υ1707/10 και Υ1709/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή, ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι 1 και 2, στις 14/01/2013, αιτήθηκαν στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στο Παραλίμνι δάνειο, το οποίο εγκρίθηκε και υπογράφτηκε συμφωνία για παραχώρηση δανείου ύψους €26.000 στις 14/01/
- Μεταξύ των όρων της συμφωνίας, ήταν ότι θα έφερε τόκο 8,5% ετησίως ή/και κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας, πλέον την προσαύξηση και ότι θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε 12 μηνιαίες δόσεις εκ €185 έκαστη από 29/01/2013 και στη συνέχεια με 219 μηνιαίες δόσεις εκ €236 μηνιαίως και στη συνέχεια με μηνιαία δόση εκ €113,43 μηνιαίως μέχρι τελικής εξοφλήσεως, στις 29/12/
- Συμφωνήθηκε, επίσης, κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά 6 μήνες, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Είχε προηγηθεί η παραχώρηση του πρώτου δανείου, στους Εναγόμενους 1 και 2, στις 07/07/2010, για το ποσό των €25.000,00 με συμφωνηθέν επιτόκιο 4,450% ετησίως για 5 χρόνια και μετά τη λήξη της πενταετίας το επιτόκιο θα επιλέγετο μεταξύ του κυμαινόμενου επιτοκίου 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 3,5% για την υπόλοιπη διάρκεια του δανείου ή σταθερό επιτόκιο για 5 χρόνια, προσαυξημένο κατά 3,5%. Το συγκεκριμένο δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 60 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ €190,92, ακολούθως 120 μηνιαίες δόσεις εκ €191,37 έκαστη μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά 6 μήνες, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατά την ίδια ημερομηνία, υπογράφτηκε και δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €65.000,00 το οποίο θα έφερε τόκο 6,750% ετησίως αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο που υφίστατο κατά την υπογραφή της συμφωνίας και ανερχόταν σε 5,250%, πλέον προσαύξηση 1,500%. Το συγκεκριμένο δάνειο θα αποπληρώνετο σε 240 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ €497,14 έκαστη, από 08/08/2010 μέχρι εξοφλήσεως στις 08/07/2030, με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά 6 μήνες, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ως εξασφάλιση των δανείων ή και των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόμενων 1 και 2 υπογράφτηκαν σχετικά έγγραφα υποθήκης, για το ποσό των €115.500,00 πλέον τόκος προς 3,9500%, από την Εναγόμενη 2 που αφορούσαν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/1138, Φ/Σχ.[ ], Τεμάχιο [ ], Τμήμα 2, στη Σωτήρα και ενεγράφηκε η υποθήκη με αριθμό Υ1707/
- Καθώς επίσης και δεύτερη υποθήκη, στο ίδιο ακίνητο, για το ποσό των €50.000,00, πλέον τόκος 4,4500% ετησίως, η υποθήκη Υ1709/
- Με επιστολές ημερομηνίας 25/02/2014, η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους 1 και 2 για τον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών ή και δανείων τους και απαίτησε την πληρωμή των υπολοίπων των λογαριασμών. Στις 25/02/2014 οι λογαριασμοί των Εναγόμενων 1 και 2 έφεραν υπόλοιπα ως ακολούθως: €26.384,00 το δάνειο του 2013 πλέον τόκους, €24.745,82 το πρώτο δάνειο του 2010 πλέον τόκους και €72.094,06 το δεύτερο δάνειο του 2010 πλέον τόκους, τα οποία και αξιώνονται από την Ενάγουσα ως οφειλόμενα. Ο Εναγόμενος 1, στην τροποποιημένη Υπεράσπισή του, παραδέχεται την παραχώρηση των δανείων αλλά ισχυρίζεται την εξόφληση των συγκεκριμένων δανείων. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ενήργησε παράνομα κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας γιατί χρέωνε παράνομα και αντισυμβατικά τόκους, έξοδα και δικαιώματα τα οποία δεν οφείλονται από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να παραδώσει στον Εναγόμενο 1, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, πρωτότυπο ή αντίγραφο της συμφωνίας, γεγονός που την καθιστά παράνομη και άκυρη ενώ παρέλειψε, επίσης, να περιλάβει οποιαδήποτε πρόνοια ακύρωσης της συγκεκριμένης συμφωνίας. Προωθεί τη θέση ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι συνέπειες παράλειψης συμμόρφωσης με τη συμφωνία ή και δεν επεξηγήθηκαν γραπτώς τα μέτρα που θα λαμβάνονταν αναφορικά με παραλείψεις των Εναγόμενων 1 και 2 σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους. Ανταπαιτεί, ο Εναγόμενος 1, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και στρέφεται κατά των συναλλακτικών ηθών και ότι ουδέν ποσό οφείλει ο ίδιος στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 2, στη δική της Υπεράσπιση, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 ασκούσε συστηματική ή/και ανελλιπή ψυχική πίεση ή/και επιρροή ή/και εξαναγκασμό πάνω της για να υπογράψει τις επίδικες συμβάσεις δανείου ή/και τις επίδικες συμβάσεις παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων για να υποθηκεύσει την ακίνητη περιουσία της προς όφελος της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ασκούσε σωματική βία σε βάρος της έτσι ώστε να υπογραφτούν οι συμβάσεις και να υποθηκευτεί η ακίνητη περιουσία της. Προωθεί τη θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών ο Εναγόμενος 1 την είχε εγκλωβίσει ή/και της είχε απαγορεύσει να έχει οποιαδήποτε επαφή ή/και επικοινωνία με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της ή/και του φιλικού της περιβάλλοντος. Της απαγόρευσε να ασκεί ελεύθερα τη βούλησή της σε οποιοδήποτε θέμα ενώ δεν είχε το δικαίωμα να αρνηθεί οτιδήποτε είχε αποφασισθεί από τον ίδιο. Ζούσε υπό συνθήκες φόβου και τρόμου, λόγω της συστηματικής κακοποίησής της ή/και της βίας ή/και της ψυχικής βίας που ασκούσε σε βάρος της ο Εναγόμενος
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης των επιδίκων συμβάσεων των δανείων, το ρηθέν ακίνητο αποτελούσε δική της περιουσία και ήταν ελεύθερο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Η Ενάγουσα γνώριζε τις συνθήκες πίεσης ή εξαναγκασμού κάτω από τις οποίες η Εναγόμενη 2 υπέγραφε τις επίδικες συμβάσεις δανείων ή/και τις συνθήκες που παραχώρησε την ακίνητη περιουσία της ως εξασφάλιση. Η Εναγόμενη 2 είχε αναφέρει ρητά στην αρμόδια υπάλληλο ή/και υπαλλήλους της Ενάγουσας ότι δεν ήθελε να συνάψει δάνειο ή/και να υποθηκεύσει το ακίνητό της, το οποίο αποτελεί τη μοναδική κατοικία της και ότι ο σύζυγος της, Εναγόμενος 1, την πίεσε. Προωθεί ισχυρισμό για τραπεζική αμέλεια, εκ μέρους της Ενάγουσας, η οποία, ενώ γνώριζε τα γεγονότα, παρέλειψε να της παραχωρήσει ορθές συμβουλές και συγκεκριμένα ότι είχε το δικαίωμα να αναζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο ανερχόταν στα 8,5% χωρίς δικαίωμα κεφαλαιοποίησης ή ανατοκισμού και ότι το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα περιλαμβάνει χρεώσεις ή/και επιβαρύνσεις ή/και δικαιώματα ή/και έξοδα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία. Υποστηρίζει ότι η χρέωση αυξημένου τόκου ή/και τόκου υπερημερίας είναι καταχρηστική και συνιστά ποινική ρήτρα ή/και δεν δικαιολογείται και ότι δεν έτυχε της δέουσας ενημέρωσης για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Αρνείται ότι οφείλει στην Ενάγουσα τα συγκεκριμένα ποσά και ισχυρίζεται ότι εάν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η Ενάγουσα κάλεσε επτά μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε Λειτουργός του Τμήματος Ανακτήσεων της Ενάγουσας, ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρέθεσε τα γεγονότα, τα οποία διαπίστωσε από το φάκελο που τηρείται στην Τράπεζα, γραπτώς και η δήλωσή του σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατηρούσαν τους επίδικους λογαριασμούς και δάνεια ως πρωτοφειλέτες. Τα συγκεκριμένα κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα λόγω του ότι οι δόσεις δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Το δάνειο υπ΄ αριθμό [ ] καταρτίστηκε στις 14/01/2013, στο Παραλίμνι, για το ποσό των €26.
- Συμφωνήθηκε όπως το συγκεκριμένο ποσό φέρει κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας, το οποίο κατά τον δεδομένο χρόνο ανέρχετο στα 5,75% προσαυξημένο κατά 2,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 8,50% ετησίως. Το ποσό των €26.000,00 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό των Eναγόμενων 1 και 2 στον οποίο θα τηρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις. Σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου, η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει, κατά την κρίση της, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, το βασικό επιτόκιο της προσαύξησης, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και τα τραπεζικά δικαιώματα. Η μεταβολή θα γνωστοποιείτο στους Εναγόμενους με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο. Επιπρόσθετα, το συγκεκριμένο δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 12 ίσες μηνιαίες δόσεις, ύψους €185 έκαστη, αρχής γενομένης στις 29/01/13 και στη συνέχεια με 219 ίσες μηνιαίες δόσεις ύψους €236,00 έκαστη μέχρι τελικής εξοφλήσεως, στις 29/12/
- Οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο, με βάση τη συμφωνία του δανείου και δεν πληρώνονταν κατά τον χρόνο που καθίστατο πληρωτέο, θα επιβαρύνετο με επιτόκιο υπερημερίας σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου, ενώ η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιανδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπόλοιπου αυτού. Είχε προηγηθεί, στις 07/07/2010, συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των Eναγόμενων 1 και 2 για τη παραχώρηση δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των €25,000, το οποίο ποσό πιστώθηκε σε λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και 2 στον οποίο θα τηρούντο όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις. Είχε συμφωνηθεί ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις, εκ €190,92 έκαστη, και στη συνέχεια με 120 μηνιαίες δόσεις, εκ €191,37 έκαστη. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 05/08/2010 και οι υπόλοιπες την 5ην μέρα εκάστου μηνός μέχρι τελικής εξόφλησης, στις 05/07/
- Στη συγκεκριμένη συμφωνία καταγράφετο η χρέωση του επιτοκίου υπερημερίας στην περίπτωση μη καταβολής των δόσεων κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο απαιτητές καθώς επίσης και το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει, σε οποιανδήποτε στιγμή, την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπόλοιπου αυτού. Ενώ σε σχέση με οποιανδήποτε ειδοποίηση, αυτή, σύμφωνα με τη συμφωνία, μπορούσε να δοθεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στη διεύθυνση που δηλώθηκε στην ίδια τη συμφωνία ή σε οποιανδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δοθεί από τους Eναγόμενους ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 07/07/2010, παραχωρήθηκε και άλλο δάνειο τακτής προθεσμίας προς τους Eναγόμενους 1 και 2 ύψους €65,
- Το τρίτο δάνειο θα αποπληρωνόταν με 240 ίσες μηνιαίες δόσεις, εκ €497,14 έκαστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 08/08/2010 και των υπολοίπων την 8ην ημέρα εκάστου επόμενου μηνός μέχρι εξόφλησης, στις 08/07/
- Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης κατά τον χρόνο που αυτή καθίστατο πληρωτέα, θα έδινε το δικαίωμα για επιβάρυνση με επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο θα καθόριζετο από την Τράπεζα και θα κοινοποιείτο στους Eναγόμενους. Όσον αφορά την οποιανδήποτε ειδοποίηση, ίσχυαν οι ίδιοι όροι που αφορούν τις άλλες δύο συμφωνίες. Προς εξασφάλιση των παραχωρηθείσων διευκολύνσεων, η Eναγόμενη 2 προσέφερε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/1138, Φ./Σχ.[ ], Τεμάχιο [ ], Τμήμα 2, στο χωριό Σωτήρα. Αναγράφηκαν οι υποθήκες με αριθμό Υ1707/10 και Υ1709/10, η μεν πρώτη για το ποσό των €115.500,00, πλέον τόκους προς 3,95%, πλέον έξοδα και η δεύτερη για το ποσό των €50.000, πλέον τόκους 4,45%, πλέον έξοδα. Τα συγκεκριμένα δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα λόγω του ότι δεν καταβάλλονταν οι δόσεις κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και η Ενάγουσα, με επιστολές ημερομηνίας 25/02/2014, τερμάτισε τη λειτουργία των συγκεκριμένων δανείων και κοινοποίησε παράλληλα την εφαρμογή επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας προς 2%. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν με την ελεύθερη βούληση των Eναγόμενων 1 και 2 και ως εκ τούτου είναι έγκυρες, νόμιμες, ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα. Χορηγήθηκαν δε κατόπιν αίτησης και παράκλησης των Eναγόμενων 1 και 2, οι οποίοι τις ανέγνωσαν δεόντως, ενώ παράλληλα τους δόθηκε η δυνατότητα να λάβουν νομική συμβουλή. Περαιτέρω, η Eναγόμενη 2, με δική της βούληση, παραχώρησε τις επίδικες συμφωνίες υποθήκης. Η Ενάγουσα ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τους όρους των συγκεκριμένων συμφωνιών, οι οποίες υπογράφτηκαν από τα μέρη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Eναγόμενης 2 για ψυχική πίεση, επιρροή και εξαναγκασμό, δηλώνει ότι ουδέποτε αναφέρθηκε στην Ενάγουσα το συγκεκριμένο γεγονός και η επίκλησή του συνιστά προσπάθεια αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Καταγράφει ότι, στις 25/02/2014, οι Eναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν προς την Ενάγουσα, αναφορικά με το δάνειο τακτής προθεσμίας του 2013, το ποσό των €26.700,79 πλέον τόκο προς 10% επί του ποσού των €26.384,18 από 25/02/2014 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 έκαστου έτους. Σε σχέση με το δεύτερο δάνειο, το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στις €24.917,12 πλέον τόκος προς 6,45% επί του ποσού των €24.745,82 από 25/02/2014 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου. Σε σχέση με το τρίτο δάνειο το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στις €72.093,12 πλέον τόκος προς 8,75% επί του πόσου των €71.344,94, από 25/02/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου. Τα συγκεκριμένα ποσά οι Eναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να τα οφείλουν και αρνούνται την πληρωμή τους. Η Ενάγουσα διατηρεί βιβλίο τήρησης λογαριασμών για κάθε πελάτη στους ηλεκτρονικούς της υπολογιστές, στο οποίο γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώριση της κάθε χρέωσης ή πίστωσης. Προκύπτει ότι, σε σχέση με τον πρώτο λογαριασμό, είχε κατατεθεί, στις 06/06/2014, το ποσό των €100,00 και στις 24/07/2014 το ποσό των €100,
- Σε σχέση με τον δεύτερο λογαριασμό, κατατέθηκε στις 06/06/2014 το ποσό των €100,00 και στις 24/07/2014, επίσης, το ποσό των €100,
- Σε σχέση με το δεύτερο δάνειο, το επιτόκιο περιορίστηκε, στις 09/01/2014, από 4,45% σε 3,88100%, το οποίο αποτελείται από το συμβατικό περιθώριο 3,5% πλέον Euribor 6 μηνών. Τα ίδια ποσά κατατέθηκαν κατά τις ίδιες ημερομηνίες και σε σχέση με τον τρίτο λογαριασμό. Όμως, ετοιμάστηκαν αναδομημένες καταστάσεις σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς και με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς η Ενάγουσα αξιώνει από τους Eναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα ή και κεχωρισμένα, σε σχέση με το πρώτο δάνειο, το ποσό των €56.091,93 πλέον τόκο προς 10% από 09/11/2021 μέχρι ξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, σε σχέση με το δεύτερο δάνειο ποσό €36.680,58 πλέον τόκο 5,88100% ετησίως από 09/11/2021 και σε σχέση με το τρίτο δάνειο το ποσό των €137.208,28 πλέον τόκο 8,75% ετησίως από 09/11/
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, τη σύμβαση δανείου που αφορούσε το δάνειο του
- Ως Τεκμήριο 2 το έγγραφο κοινοποίησης της έγκρισης παραχώρησης του δανείου τακτής προθεσμίας του
- Ως Τεκμήριο 3 τον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου στις 14/01/
- Ως Τεκμήριο 4 τη συμφωνία δανείου για το ποσό των €25,000 του
- Ως Τεκμήριο 5 το έγγραφο έγκρισης της συγκεκριμένης συμφωνίας δανείου. Ως Τεκμήριο 6 τον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων που ίσχυαν στην Τράπεζα Κύπρου στις 07/07/
- Ως Τεκμήριο 7 τη συμφωνία δανείου που αφορούσε το ποσό των €65,000,00 του
- Ως Τεκμήριο 8 τον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων που ίσχυε για το συγκεκριμένο δάνειο. Ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων που αφορούν τη σύμβαση υποθήκης Υ1707/2010 και ως Τεκμήριο 10 τα έγγραφα που αφορούν την υποθήκη με αριθμό 1709/
- Ως Τεκμήριο 11 δέσμη επιστολών ημερομηνίας 25/02/2014 που αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 και αφορούσαν τον τερματισμό της λειτουργίας όλων των δανείων. Ως Τεκμήριο 12 καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν το δάνειο του
- Ως Τεκμήριο 12(Α) καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν το δάνειο ύψους €25.000,00 του
- Ως Τεκμήριο 12(Β) καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν το δάνειο του 2010 ύψους €65.000,
- Ως Τεκμήρια 13, 13(Α) και 13(Β) αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν τα τρία δάνεια που είχαν παραχωρηθεί και ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Αντεξετασθείς από τον Εναγόμενο 1, ισχυρίστηκε ότι είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 τρία δάνεια, το πρώτο ύψους €26.000,00, το δεύτερο ύψους €25.000,00 και το τρίτο ύψους €65.000,00, ήτοι συνολικά παραχωρήθηκαν τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους €110.000,
- Τα συγκεκριμένα δάνεια, στον τερματισμό τους, κατέγραφαν ως συνολικό οφειλόμενο ποσό το ποσό των €120,000,
- Εξήγησε ότι ο λόγος της αύξησης του ποσού οφειλόταν στο γεγονός ότι σταμάτησαν οι Eναγόμενοι 1 και 2 τις καταθέσεις. Μετά τον τερματισμό δεν έγιναν καταθέσεις, πλην ενός ποσού της τάξεως των €700,00 και για τα τρία δάνεια μαζί. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο τόκος υπερημερίας στις αναδομημένες καταστάσεις ανέρχεται στο 2% από τον τερματισμό. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Eναγόμενης 2, ισχυρίστηκε ότι είχε γίνει και συμφωνία για παραχώρηση στεγαστικού δανείου, την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Δεν γνώριζε ποιος είχε αποταθεί πρώτος στην Τράπεζα για δανειοδότηση και δεν γνώριζε κατά πόσον η Eναγόμενη 2 ήταν πελάτιδα της Τράπεζας Κύπρου. Σύμφωνα με την έγκριση που είχε δοθεί, το Τεκμήριο 4, το δάνειο αφορούσε την επαγγελματική στέγη και την ανακαίνιση και επιδιόρθωση της επαγγελματικής στέγης. Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε κατά πόσον ο λογαριασμός στον οποίο είχε μεταφερθεί το ποσό του δανείου ανήκε αποκλειστικά στον Eναγόμενο
- Αυτό που γνώριζε ήταν ότι κατατέθηκε επιταγή στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €24.000,00 επ' ονόματι του Eναγόμενου
- Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, στην τρίτη σελίδα, υπέδειξε ότι μεταφορά είχε γίνει και στο όνομα της Eναγόμενης 2, όμως, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η πληρωμή του ποσού των €12.640,00 ήταν μόνο για την εξόφληση υπολοίπων που αφορούσαν αποκλειστικά την Eναγόμενη
- Αυτό που γνώριζε ήταν ότι έπρεπε να εξοφληθούν δύο δάνεια τα οποία ήταν επ' ονόματι της Eναγόμενης 2 αφού, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 07/07/2010, έπρεπε να ξοφληθούν πέντε δάνεια σε άλλες τράπεζες που αφορούσαν τον [ ] Μηνά και την [ ] Λάμπρου και είχαν εκδοθεί επιταγές για εξόφληση των συγκεκριμένων δανείων. Ο ίδιος, όμως, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συγκεκριμένων συμβάσεων και δεν μπορούσε να γνωρίζει τι είχε διαμειφθεί σε σχέση με την υποθήκη, τα έγγραφα της οποίας κατέθεσε. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις έχουν γίνει χωρίς οποιεσδήποτε επιπρόσθετες χρεώσεις και έχει χρεωθεί μόνο ο νενομισμένος τόκος, αφαιρουμένων των καταθέσεων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στις συγκεκριμένες καταστάσεις υπάρχουν υπερχρεώσεις. Όσον αφορά τις καταθέσεις ύψους €700,00 στους συγκεκριμένους λογαριασμούς, ο ίδιος δεν γνώριζε από ποιον είχαν γίνει. Μαρτυρία δόθηκε και από Κτηματολογικό Λειτουργό του Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Μ.Ε.2, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου που βρισκόταν στη Λάρνακα. Αναγνώρισε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9 και 10 ως τα αντίγραφα των υποθηκών που ο ίδιος είχε κατατεθειμένα στα γραφείο του. Ενημέρωσε ότι οι συγκεκριμένες υποθήκες εξακολουθούν να υφίστανται έναντι του συγκεκριμένου ακίνητου, το οποίο είναι το ίδιο και στην πρώτη και στη δεύτερη υποθήκη και είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Eναγόμενης
- Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο, αναφέροντας ότι προσκομίζεται το υποθηκευτήριο έγγραφο στον τύπο Ν271, το οποίο αναλύει τα δεδομένα της υποθήκης. Καταγράφει τον οφειλέτη και τον δανειστή, το ποσό της υποθήκης, το κτήμα προς υποθήκευση και το μερίδιο. Κατά την καταχώριση του υποθηκευτηρίου, οι συμβαλλόμενοι βρίσκονται ενώπιον του κτηματολογικού λειτουργού είτε προσωπικά ή μέσω πληρεξούσιου αντιπροσώπου. Ο κτηματολογικός λειτουργός, πριν την αποδοχή, κάνει έρευνα για να διαπιστώσει κατά πόσο το κτήμα είναι ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και κατά πόσο ο οφειλέτης τελεί υπό πτώχευση. Ακολούθως, καταχωρείται η υποθήκη και εισπράττονται τα τέλη υποθήκευσης. Ο οφειλέτης υπογράφει προσωπικά. Σε σχέση με τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα Τεκμήρια 9 και 10, προκύπτει ότι υπογράφτηκαν από την Εναγόμενη 2 που, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλετο να είναι παρούσα. Το περιεχόμενο των εγγράφων υποθήκευσης διαβάζεται στα συμβαλλόμενα μέρη και ερωτώνται κατά πόσο συμφωνούν με την υποθήκευση. Εάν οποιοδήποτε από τα μέρη έχει αμφισβήτηση ή δεν συμφωνεί, δεν διεκπεραιώνεται η διαδικασία υποθήκευσης. Κατά τη δική του άποψη, ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη διεκπεραιώθηκε κατά παράβαση της βούλησης της Eναγόμενης 2 είναι υπερβολικός αφού, εάν δεν το επιθυμούσε θα εξέφραζε τη δυσαρέσκεια της σε οποιονδήποτε από τους λειτουργούς, οι οποίοι είναι καθήμενοι στο Κτηματολογικό Γραφείο σε μια γραμμή και από πίσω από τους λειτουργούς βρίσκεται ο προϊστάμενος. Δεν αντεξετάστηκε από τον Εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Eναγόμενης 2 υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο έντυπο Ν271 χρησιμοποιείται από τον Νόμο για την εγγραφή υποθήκης. Ο ίδιος, κατά τον δεδομένο χρόνο, υπηρετούσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, από τα γραφεία που βρίσκονταν στη Λάρνακα. Βλέποντας τα έγγραφα, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη εγγραφή είχε διενεργηθεί στα Κτηματολογικά γραφεία που βρίσκονται στο Παραλίμνι. Το συγκεκριμένο γραφείο στελεχωνόταν, τότε, από τρεις κτηματολογικούς λειτουργούς στην αποδοχή και έναν προϊστάμενο. Αναγνώρισε την υπογραφή της συναδέλφου του κας Νικολλετή, στα Τεκμήρια 9 και
- Όταν του υποβλήθηκε ότι στο Τεκμήριο 9 δεν υπάρχει η υπογραφή του οφειλέτη, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε τέτοια αναγκαιότητα αφού υπέγραφε ο δανειστής και περαιτέρω, υποστήριξε ότι στα αντίγραφα που είναι κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο οι υπογραφές είναι συμπληρωμένες. Εξήγησε ότι δίδονται τρία αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων για τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης εργασίας και το πρωτότυπο, αφού συμπληρωθεί, επιστρέφεται στον δανειστή με την εγγραφή της υποθήκης. Προκύπτει, από τα Τεκμήρια 9 και 10, ότι η αποδοχή είχε γίνει στις 09/07/2010 και η εγγραφή της υποθήκης Υ1707/10 έγινε αυθημερόν για να μπορέσει να εγγραφεί και η υποθήκη Υ1709/10 στο ίδιο ακίνητο. Ισχυρίστηκε ότι, σε σχέση με την υποθήκη Υ1707/10, εκ παραδρομής δεν υπέγραψε ο τραπεζικός υπάλληλος τη δέσμη εγγράφων του Κτηματολογίου. Όμως, περαιτέρω, εξήγησε ότι δεν υπήρχε αναγκαιότητα να υπογράψει λόγω του ότι βρισκόταν εκεί ο οφειλέτης. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών για να γνωρίζει τι είχε λεχθεί μεταξύ της Λειτουργού του Κτηματολογίου, η οποία εξέτασε την υποθήκη και της Eναγόμενης
- Επανεξετασθείς, κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 δέσμη εγγράφων που αφορά τις υποθήκες επί του ακίνητου, ως βρίσκεται στον φάκελο του Κτηματολογίου, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Μαρτυρία δόθηκε από τη Κτηματολογική Λειτουργό η οποία είχε χειριστεί τις συγκεκριμένες υποθήκες, την κα Νικολετττή Μ.Ε.
- Όταν της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 9 και 10, εξήγησε ότι είναι ο τύπος Ν271 και συνιστά το έντυπο που προσκομίζεται στο Κτηματολόγιο για καταχώριση υποθήκης. Η ίδια είχε παραλάβει τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα είχε ελέγξει και είχε προβεί στην καταχώριση των υποθηκών. Αναγνώρισε, στη δεύτερη σελίδα, την υπογραφή της και τη σφραγίδα της, ενώ επίσης αναγνώρισε ότι εκ παραδρομής, σε ένα σημείο, δεν είχε τεθεί η δική της υπογραφή. Εξήγησε ότι τα έγγραφα προσκομίζονται στο Κτηματολόγιο, εξετάζονται και ελέγχεται κατά πόσον το ακίνητο είναι βεβαρημένο με εμπράγματα βάρη καθώς επίσης και κατά πόσον ο οφειλέτης είναι πτωχεύσας. Ο ενυπόθηκος δανειστής και ο οφειλέτης ενημερώνονται για τον λόγο της παρουσίας τους στο Κτηματολόγιο και με τη συγκατάθεσή τους προχωρά το Κτηματολόγιο στην καταχώριση της οποιασδήποτε υποθήκης ή των υποθηκών. Η συγκεκριμένη διαδικασία ακολουθήθηκε και σε σχέση με τις δύο υποθήκες, Τεκμήρια 9 και
- Αντεξετασθείσα από τον συνήγορο της Eναγόμενης 2, ισχυρίστηκε ότι εκ παραδρομής είχε τοποθετήσει μόνο τη σφραγίδα της στο Τεκμήριο 10 και όχι την υπογραφή της. Βλέποντας τα συγκεκριμένα τεκμήρια, ισχυρίστηκε ότι συνιστούν αντίγραφα των εγγράφων υποθήκης που παρουσιάστηκαν την ημέρα που είχε εγγραφεί η υποθήκη. Τα έγγραφα παρουσιάζονται σε τρία αντίγραφα και το Κτηματολόγιο κρατά ένα αντίγραφο, ενώ το πρωτότυπο μαζί με το άλλο αντίγραφο δίδονται στον ενυπόθηκο δανειστή. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο της είχε λεχθεί, από την Eναγόμενη 2, ότι ο λόγος που προχωρούσε την υποθήκη ήταν λόγω του ότι της είχε ασκηθεί πίεση από τον σύζυγό της. Όμως, ήταν η θέση της ότι, χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου οφειλέτη, το Κτηματολόγιο δεν προχωρά στην εγγραφή της υποθήκης. Αν δεν συμφωνούσε η Εναγόμενη 2, η ίδια δεν θα προχωρούσε στην εγγραφή των υποθηκών. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Λειτουργός Εξυπηρέτησης της Τράπεζας στο υποκατάστημα στο Παραλίμνι κατά το δεδομένο χρόνο, Μ.Ε.4, η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα λόγω του ότι τα βίωσε. Κατέθεσε, ως Έγγραφο 2, τη δήλωσή της στην οποία παρέθεσε τις δικές της θέσεις σε σχέση με τα γεγονότα. Σύμφωνα με την ίδια, οι Εναγόμενοι 1 και 2 την είχαν επισκεφθεί σε διάφορες περιπτώσεις με σκοπό την υποβολή αίτησης για δανειοδότηση. Μετά την υποβολή, από τους Eναγόμενους 1 και 2, αιτήματος για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, η ίδια είχε επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους 1 και 2, πριν την υπογραφή των συμφωνιών, και συζήτησαν το θέμα της δανειοδότησης. Με οδηγίες τους, η ίδια είχε προχωρήσει στην υποβολή σχετικού αιτήματος για έγκριση, αφού αξιολόγησε τα στοιχεία που της προσκόμισαν. Τα έγγραφα είχαν ετοιμαστεί από άλλο λειτουργό της Ενάγουσας, στο Τμήμα Εγγράφων, ο οποίος δεν ερχόταν ποτέ σε επαφή με τους πελάτες. Τον Νοέμβριο του 2012, οι Eναγόμενοι 1 και 2 την επισκέφθηκαν με σκοπό την υποβολή νέου αιτήματος για χορήγηση δανείου. Η ίδια αξιολόγησε το αίτημα και εισηγήθηκε την έγκρισή του και ακολούθως τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από άλλη λειτουργό της Ενάγουσας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Eναγόμενης 2, ως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, η ίδια τους απορρίπτει και περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αναφέρθηκε στην Εναγόμενη 2 ότι είχε τη δυνατότητα να λάβει νομική συμβουλή πριν υπογράψει τις συμφωνίες για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συμφωνίες εξασφάλισης. Η Τράπεζα, είναι η θέση της, δεν είχε οποιαδήποτε γνώση των ισχυριζόμενων συνθηκών πίεσης και ή εξαναγκασμού για υπογραφή των συγκεκριμένων συμφωνιών, αφού η Eναγόμενη 2 ουδέποτε ανέφερε οτιδήποτε στην ίδια ή σε οποιονδήποτε εκ των Εναγόμενων. Αντίθετα, οι Eναγόμενοι 1 και 2 επισκέπτονταν το κατάστημα μαζί και η εντύπωση που η ίδια αποκόμισε ήταν ότι επρόκειτο για ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα ψυχολογικής ή σωματικής βίας ή εξαναγκασμού. Από την επικοινωνία με τους Eναγόμενους 1 και 2, πριν την υπογραφή των συμφωνιών, διαπίστωσε ότι είχαν υπόψη τους τη φύση και τη σημασία των εγγράφων που θα υπέγραφαν και τα υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση, αποτυπώνοντας πλήρως αυτά που είχαν συμφωνηθεί. Αναγνώρισε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 ‑ 10 και ισχυρίστηκε ότι αφορούν τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους Eναγόμενους 1 και 2 από την Ενάγουσα. Εξήγησε ότι καταγράφεται ο τρόπος αποπληρωμής των δανείων στην κοινοποίηση έγκρισης καθώς επίσης και ο τόκος, το επιτόκιο, τα έξοδα αλλά και η εξασφάλιση. Υποστήριξε ότι η ίδια επεξηγεί πάντοτε τους όρους του δανείου στους συμβαλλόμενους. Όσον αφορά το τρίτο δάνειο των €65.000, ισχυρίστηκε ότι είχε παραχωρηθεί αποκλειστικά για εξόφληση υποχρεώσεων των Eναγόμενων 1 και 2 σε Συνεργατικά Ιδρύματα καθώς και στη Λαϊκή Τράπεζα. Το πρώτο δάνειο αφορούσε δάνειο για επαγγελματική στέγη. Λόγω του ότι το τυπογραφείο του Eναγόμενου 1 στεγαζόταν στο πατρικό της Eναγόμενης 2, του παραχωρήθηκε δάνειο για να ανοίξει τυπογραφείο στο Παραλίμνι. Εξήγησε ότι, προς το τέλος του 2012, οι λογαριασμοί των Εναγόμενων 1 και 2 είχαν μεταφερθεί, για πολλοστή φορά, στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών και είχε υποβληθεί αίτημα αναδιάρθρωσης, στο οποίο είχε γίνει διαγραφή των καθυστερήσεων και οι Eναγόμενοι 1 και 2 είχαν μπει σε νέο πρόγραμμα αποπληρωμής προς εξόφληση του δανείου. Ερωτηθείσα από τον Eναγόμενο 1, προώθησε τη θέση ότι ουδέποτε υπήρξε διαπληκτισμός μεταξύ των Eναγόμενων 1 και 2 στην παρουσία της, αντιθέτως, είχε αποκομίσει την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα αγαπημένο ζευγάρι, ενώ πάντοτε μετέβαιναν στην Τράπεζα μαζί. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Eναγόμενης 2, υποστήριξε ότι, λόγω των καθυστερήσεων που παρατηρούντο στην αποπληρωμή των δανείων, αυτά είχαν μεταφερθεί στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών και άτομα από τη συγκεκριμένη Υπηρεσία επικοινωνούσαν τόσο με τους Eναγόμενους 1 και 2 καθώς και με την ίδια σε σχέση με τις συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις. Όσον αφορά την αναδιάρθρωση, το 2012, είχε εμπλακεί προσωπικά ο γραμματέας της Ε.ΤΥ.Κ. μετά από παράκληση της ίδιας. Σε ερώτηση που της τέθηκε, δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε που να αποκάλυπτε ψυχική πίεση, αλλά τους θυμόταν ως ερωτευμένους να επισκέπτονται την Τράπεζα. Παραδέχτηκε ότι γνώριζε την Eναγόμενη 2 από παλιά και αυτό είχε παίξει σημαίνοντα ρόλο στην αξιολόγηση του αιτήματος για παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων. Γνώριζε τόσο την ποιότητά της ως άνθρωπο καθώς και τον χαρακτήρα της. Η ίδια είχε μιλήσει πολλές φορές με την Eναγόμενη 2 πριν προωθήσει το αίτημα για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων, αφού εκείνη γνώριζε και όχι τον σύζυγό της. Ερωτηθείσα, προώθησε τη θέση ότι κατά την εξέταση του αιτήματος αξιολογείται πάντοτε το ζευγάρι ως σύνολο και όχι ο καθένας μόνος του και η ίδια είχε λάβει υπόψη της τα εισοδήματά τους ως ζεύγος. Οι ίδιοι είχαν προτείνει το σπίτι της Eναγόμενης 2 ως εξασφάλιση χωρίς να της αναφερθεί οτιδήποτε, από την Εναγόμενη 2, αναφορικά με την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης από τον σύζυγό της. Εξήγησε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση του δανείου των €65.000,00 ήταν η παροχή στοιχείων σε σχέση με τις οφειλές που θα εξοφλούντο στα άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Είχαν εκδοθεί τραπεζικές επιταγές για την εξόφληση των συγκεκριμένων οφειλών, οι οποίες αφορούσαν και τους δύο Eναγόμενους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι γνώριζε ή ότι είχε γνώση για τις συνθήκες εξαναγκασμού ή βίας της Eναγόμενης 2 και ισχυρίστηκε ότι η ίδια, πριν έναν μήνα, είχε ενημερωθεί για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Διευκρίνισε ότι το 2016 η ίδια δεν βρισκόταν στο υποκατάστημα Παραλιμνίου. Όσον αφορά δε την αναδιάρθρωση του 2012, είχε προκύψει μετά την εμπλοκή του γραμματέα της Ε.ΤΥ.Κ., ο οποίος γνώριζε την Eναγόμενη 2 γιατί εργαζόταν για πολλά χρόνια στο συγκρότημα της ΤΕΤΥΚ. Επέμενε στη θέση της ότι, για αναδιάρθρωση, αποτάθηκαν και οι δύο Eναγόμενοι και αυτό το θυμόταν πολύ καθαρά. Εξήγησε ότι το 2012 τα δάνεια παρουσίαζαν καθυστερήσεις, όμως δεν είχαν μέχρι τότε χαρακτηριστεί μη εξυπηρετούμενα και βρίσκονταν στο Τμήμα Εισπράξεως όταν έγινε η αναδιάρθρωση. Επέμενε στη θέση της ότι η Eναγόμενη 2 δεν είχε ζητήσει προηγουμένως τις συμβάσεις για να τις μελετήσει και περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που είναι συγχωριανές με την Eναγόμενη 2, ζει τα τελευταία 30 χρόνια στο Παραλίμνι και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τα οποιαδήποτε προβλήματα της Eναγόμενης 2 με τον σύζυγό της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Eναγόμενη 2 έκλαιγε στο γραφείο της και προώθησε τη θέση ότι εάν συνέβαινε αυτό δεν θα έμενε απαθής. Μαρτυρία δόθηκε και από δεύτερη Λειτουργό της Ενάγουσας, Μ.Ε.5, η οποία τον Μάρτιο του 2013 εργαζόταν ως ταμίας στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στο Παραλίμνι και ακολούθως ως Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών. Κατέθεσε τη γραπτή δήλωσή της ως Έγγραφο 3 και εξήγησε ότι ήταν παρούσα στην υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14/01/2013 και είχε την επίβλεψη των λογαριασμών που διατηρούσαν οι Eναγόμενοι 1 και 2, οπότε είχε επικοινωνία μαζί τους για οποιοδήποτε ζήτημα προέκυπτε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνεργασίας. Κατέγραψε ότι, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του πρώτου δανείου, ανοίχθηκε λογαριασμός στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που γίνονταν και αφορούσαν το επίδικο δάνειο. Καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού αποστέλλονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στους Eναγόμενους 1 και 2, οπόταν ήταν ενήμεροι και γνώριζαν πολύ καλά το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του, καθώς επίσης και τις καθυστερήσεις. Στα πλαίσια των καθηκόντων της, η ίδια είχε επανειλημμένα επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους 1 και 2, μέσω τηλεφώνου, επισημαίνοντας το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί από τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των επίδικων δανείων και τους είχε ζητήσει να προχωρήσουν στη διευθέτηση των υποχρεώσεων. Η ίδια ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι οι Eναγόμενοι 1 και 2 είχαν πλήρη γνώση για το ύψος των οφειλών τους προς την Ενάγουσα και ότι ουδέποτε αμφισβήτησαν το οφειλόμενο ποσό ή επικαλέστηκαν λάθος στις καταστάσεις των λογαριασμών ή ότι τα επίδικα δάνεια είχαν υπογραφτεί υπό τις συνθήκες που η Eναγόμενη 2 περιγράφει στην Υπεράσπισή της. Αντίθετα, οι Eναγόμενοι ζητούσαν πίστωση χρόνου, ο οποίος παραχωρήθηκε, για αποπληρωμή των οφειλών τους. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες συμφωνίες υπογράφτηκαν δεόντως χωρίς η Ενάγουσα να γνωρίζει για συνθήκες πίεσης ή και εξαναγκασμού της Eναγόμενης 2 η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε στην ίδια προσωπικά σε σχέση με αυτές τις συνθήκες. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 1, στη σελίδα 3, την υπογραφή της και εξήγησε ότι είχε μαρτυρήσει σε σχέση με τις υπογραφές των Eναγόμενων 1 και 2 και ότι αυτές τέθηκαν στην παρουσία της. Δεν αντεξετάστηκε από τον Εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενη από την συνήγορο της Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι ήταν παρούσα στην υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 14/01/2013 και ότι δεν γνώριζε τι είχε συμβεί προγενέστερα. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε στα γραφεία της Ενάγουσας, στο Παραλίμνι, στο γραφείο της Μ.Ε.4 που ήταν υπεύθυνη. Δεν πρόσεξε και δεν θυμάται την Eναγόμενη 2 να βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Η ίδια τηλεφωνούσε σε ένα από τους δύο Εναγόμενους, όταν υπήρχε πρόβλημα με τους λογαριασμούς. Όσον αφορά τις επιστολές, εξήγησε ότι είναι κοινές και τυπώνονται αυτόματα με βάση τα υπόλοιπα που βρίσκονται αναγραμμένα στην οθόνη του λειτουργού. Αρχικά, οι λογαριασμοί ήταν εντάξει και στη συνέχεια παρέμειναν 90 ημέρες χωρίς πληρωμή οπόταν και μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Μαρτυρία δόθηκε, σε σχέση με την υπογραφή των συμφωνιών, και από άλλο λειτουργό της Ενάγουσας ο οποίος είχε υπογράψει ως μάρτυρας των υπογραφών σε κάποιες από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, τον Μ.Ε.
- Ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας του 2010, το Τεκμήριο 4 καθώς και των Τεκμηρίων 6, 7, 8, 9 και
- Οι συγκεκριμένες συμφωνίες είχαν υπογραφτεί δεόντως και νομότυπα και κατά τη δική του άποψη είναι καθόλα έγκυρες, ισχυρές και εκτελεστές. Υποστήριξε ότι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποστέλλονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν ενήμεροι για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 για τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών, η Ενάγουσα δεν γνώριζε οτιδήποτε αφού ουδέποτε η Εναγόμενη 2 είχε αναφέρει οτιδήποτε στον ίδιο προσωπικά. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν υπόψη τους τη φύση και τη σημασία των εγγράφων και προχώρησαν στην υπογραφή τους, με ελεύθερη βούληση, στην παρουσία του. Δεν υπήρξε καμιά παρανομία, εξαναγκασμός, ψευδής παράσταση, ψυχική πίεση ή παραπλάνηση από πλευράς της Ενάγουσας και ουδέποτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς ή είχαν ρωτήσει οτιδήποτε. Αναγνώρισε στα Τεκμήρια 4 μέχρι 10 την υπογραφή του, στη σελίδα
- Αντεξεταζόμενος από τον Εναγόμενο 1, υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν μάρτυρας των υπογραφών, οι οποίες τέθηκαν στο γραφείο της Μ.Ε.
- Είχε κληθεί από το ταμείο στο γραφείο της Μ.Ε.4 όπου είδε τους πελάτες να υπογράφουν και μαρτύρησε σε σχέση με τις υπογραφές τους. Αντεξταζόμενος από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2, υποστήριξε ότι ο ίδιος υπέγραψε τα Τεκμήρια 9 και 10 στην Τράπεζα, εκεί όπου του είχε υποδειχθεί. Υπέδειξε την υπογραφή του και στο Τεκμήριο 15 στις σελίδες 1 και
- Η επόμενη μάρτυρας, Μ.Ε.7, επίσης Λειτουργός της Ενάγουσας, ήταν το άτομο που είχε αναλάβει την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 25/02/
- Κατέθεσε γραπτώς τις θέσεις της και η γραπτή της δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι είχε ετοιμάσει τις επιστολές τερματισμού και μετά που υπογράφτηκαν από τον προϊστάμενο, τις τοποθέτησε κάθε μια σε ξεχωριστό φάκελο στον οποίο έγραψε το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη και τις παρέδωσε στο Τμήμα Αλληλογραφίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την ταχυδρόμηση των συγκεκριμένων επιστολών. Οι συγκεκριμένες επιστολές στάλθηκαν, με απλό ταχυδρομείο, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχε δηλωθεί από τους Εναγόμενους 1 και
- Δεν επεστράφησαν αφού δεν υπάρχει στον φάκελο των Εναγομένων 1 και 2 οποιαδήποτε επιστραφείσα επιστολή. Εξήγησε ότι στην περίπτωση που οποιαδήποτε επιστολή επιστρέφετο θα εδίδετο στην ίδια για να προωθηθεί για αρχειοθέτηση στον φάκελο του πελάτη. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 11, τις επιστολές που είχε συντάξει και υπέδειξε τα αρχικά της, πάνω δεξιά, στις επιστολές. Αντεξεταζόμενη από τον Εναγόμενο 1, υποστήριξε ότι η επιστολή που τον αφορούσε είχε αποσταλεί στη διεύθυνση [ ] στη Σωτήρα. Αντεξταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2 ανέφερε ότι εργάζεται στην Ενάγουσα για 32 και πλέον χρόνια και το 2014 εργαζόταν στο Τμήμα Αγωγών στη Λευκωσία. Εξήγησε ότι η ίδια απλά ετοίμαζε τις επιστολές, τις τοποθετούσε σε φακέλους στους οποίους αναγράφετο η τελευταία διεύθυνση που υπήρχε στο σύστημα της Ενάγουσας και ακολούθως διαβιβάζονταν στο Τμήμα Αλληλογραφίας για να ταχυδρομηθούν. Υποστήριξε ότι η επιστολή, αν δεν παραλαμβανόταν, θα επιστρεφόταν και θα τοποθετείτο στον φάκελο των πελατών. Ισχυρίστηκε ότι είχε μιλήσει με τον συνάδελφό της στη Λάρνακα και ενημερώθηκε ότι δεν υπήρχε ένδειξη ότι επιστράφηκαν οι συγκεκριμένες επιστολές. Αν επιστρέφονταν κοντά της, θα τις διαβίβαζε στον αρμόδιο λειτουργό που χειριζόταν την υπόθεση των Εναγόμενων 1 και 2, για αρχειοθέτηση. Ακολούθησε η μαρτυρία του Εναγόμενου 1, ο οποίος κατέθεσε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι η Μ.Ε.4 δεν ανέφερε την αλήθεια για τη διαδικασία και τον τρόπο που είχαν καταρτιστεί τα δάνεια. Προώθησε τη θέση ότι το 2010 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ο ίδιος είχε αιτηθεί δάνειο ύψους €100.000,00 αναφέροντας ότι χρωστούσε σε άλλη τράπεζα καθώς επίσης και ότι χρειαζόταν δάνειο για τα επαγγελματικά του έξοδα. Η Μ.Ε.4 ρώτησε κατά πόσον υπήρχε οτιδήποτε προς υποθήκευση γιατί το αιτούμενο ποσό ήταν μεγάλο και ο ίδιος την ενημέρωσε ότι η σύζυγός του είχε το σπίτι της. Τότε, τον παρότρυνε να συζητήσει με την τότε σύζυγό του το θέμα της υποθήκης και να βρει τρόπο να την πείσει γιατί χωρίς την υποθήκη δεν υπήρχε περίπτωση να του δοθεί δάνειο. Αφού ο ίδιος συζήτησε το θέμα με την τότε σύζυγό του, η οποία συμφώνησε, ο ίδιος παραχώρησε τον τίτλο ιδιοκτησίας στη Μ.Ε.4 για να εκτιμηθεί το σπίτι. Ακολούθως, ενημερώθηκε ότι, με βάση την εκτίμηση, η αξία του ακινήτου ήταν €158.000,00 και λόγω αυτού, του προτάθηκε δάνειο έτσι ώστε να εξοφληθούν όλες οι οφειλές στην άλλη τράπεζα, τόσο του ίδιου καθώς και της συζύγου του, και επιπλέον να του δοθεί δάνειο για στέγαση της επιχείρησής του. Ο ίδιος δεν είχε ζητήσει στεγαστικό δάνειο αλλά στην κατάσταση που βρίσκονταν, τη δεινή οικονομική κατάσταση, είπε στη Μ.Ε.4 να προχωρήσει και να τον ενημερώσει όταν τα έγγραφα ήταν έτοιμα για να μεταφέρει την πρώην σύζυγό του στην Τράπεζα και στο Κτηματολόγιο για υπογραφή. Η Μ.Ε.4 του είχε αναφέρει ότι θα βοηθούσε με χαμηλά επιτόκια ενώ, παρά τη συγκεκριμένη υπόσχεση, τόσο το δάνειο που αφορά την παρούσα αγωγή καθώς και το δάνειο που αφορά την Αγωγή Αρ. 506/14, βρέθηκαν διπλασιασμένα οπότε, κατά τη δική του άποψη, υπάρχουν υπερχρεώσεις αναφορικά με τους τόκους γι΄ αυτό και ο ίδιος δεν αποδέχεται το συγκεκριμένο ποσό. Ο ίδιος είχε πτωχεύσει το 2012 και δεν είχε εισόδημα, οπόταν το 2013 δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί άλλο δάνειο. Όμως, ήταν η εισήγηση της Τράπεζας, λόγω του ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός που αφορούσε τα της εργασίας του ήταν πάνω από το όριο, όπως αιτηθεί στεγαστικό δάνειο για να εξοφληθεί ο τρεχούμενος. Εκείνο τον καιρό ο ίδιος ήταν σε διάσταση με τη σύζυγό του ενώ βρισκόταν και σε δύσκολη κατάσταση λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του παιδιού του, πλην όμως, αν δεν γινόταν αυτή η ενέργεια θα κινδύνευε το σπίτι. Η Τράπεζα δεν του είχε αφήσει άλλη επιλογή και ενημέρωσε προς τούτο την πρώην σύζυγό του, η οποία δέχθηκε να υποθηκεύσει το σπίτι. Τελικά, η κατάσταση συνέχισε να χειροτερεύει με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει πάρα πολλά οικονομικά προβλήματα χωρίς να έχει οποιοδήποτε εισόδημα και τα δάνεια οδηγήθηκαν στα δικαστήρια. Αντεξετασθείς, υποστήριξε ότι το 2008 με 2010 υπήρχαν διαστήματα που δεν ήταν μαζί με τη γυναίκα του, λόγω της κακής ψυχολογίας της. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι το 2010 δεν είχε εκδοθεί διαζύγιο. Ήταν η θέση του ότι η σύζυγός του είχε μερική γνώση της οικονομικής κατάστασης, λόγω του ότι ο ίδιος προσπαθούσε να μην μεταφέρει τα προβλήματα στο σπίτι λόγω της κακής ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν η Εναγόμενη
- Παραδέχθηκε ότι είχε 3 με 4 δάνεια στη Λαϊκή, τις δόσεις των οποίων δεν μπορούσε να καλύψει και λόγω του ότι του είχαν αρνηθεί, στη Λαϊκή, να του καθορίσουν μια δόση επισκέφθηκε την Ενάγουσα για βοήθεια. Επισκέφθηκε μόνος του το κατάστημα της Ενάγουσας, στο Παραλίμνι, όπου συνάντησε τη Μ.Ε.4 και της ζήτησε να γίνει ένα δάνειο για να μπορεί να αντεπεξέλθει. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι εξοφλήθηκαν τα δικά του δάνεια στη Λαϊκή και ένα δάνειο της συζύγου του στο Συνεργατικό Παραλιμνίου, με το δάνειο που τους παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι είχε ερωτηθεί για ακίνητο, ως εξασφάλιση, και ο ίδιος είχε πάρει τον τίτλο ιδιοκτησίας του σπιτιού στην Μ.Ε.4 χωρίς να το αναφέρει στην πρώην σύζυγό του. Ανέφερε ότι όταν εξήγησε στην πρώην σύζυγό του πόσο σοβαρή ήταν η οικονομική του κατάσταση εκείνη με όλη της τη χαρά είχε δεχθεί να τον βοηθήσει. Επέμενε στη θέση του ότι δεν άσκησε καμία βία και ότι η πρώην σύζυγός του γνώριζε ότι πήγαινε να υποθηκεύσει το σπίτι της. Ήταν η θέση του ότι η πρόταση για το στεγαστικό δάνειο είχε γίνει από τη Μ.Ε.4, η οποία τον έπεισε ότι θα ήταν καλό για να το χρησιμοποιήσει στο ξεκίνημα της καινούργιας του δουλειάς, πράγμα το οποίο έγινε. Του είχε υποσχεθεί χαμηλά επιτόκια, πλην όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να θυμηθεί τι επιτόκια είχε συμφωνήσει με τη Μ.Ε.
- Προώθησε τη θέση ότι αντί του ενός δανείου που είχε ζητήσει είχαν γίνει τέσσερα διαφορετικά δάνεια και επικρατούσε μια συγχυσμένη κατάσταση. Όμως, λόγω της οικονομικής του κατάστασης, έπρεπε να δεχθεί ό,τι του προσφέρετο και λόγω του ότι δεν είχε επιλογή, υπέγραψε τα δάνεια, όπως έχουν κατατεθεί, με αποτέλεσμα, λόγω των υπερχρεώσεων, να υπερπολλαπλασιαστούν τα ποσά. Όσον αφορά το δάνειο του 2013, ο ίδιος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Μ.Ε.4 η οποία του ανέφερε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε ξεπεράσει το όριο και ότι έπρεπε να γίνει στεγαστικό δάνειο για να καλύψει τον τρεχούμενο. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να ζητήσει δάνειο γιατί τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν πτωχεύσας. Όμως, υπέγραψε τα έγγραφα με οδηγίες της Μ.Ε.
- Παραδέχθηκε ότι η πρώην σύζυγός του είχε υπογράψει με ελεύθερη βούληση τη σύμβαση δανείου κατόπιν δικής του εισήγησης. Το είχαν συζητήσει και είχαν μεταβεί μαζί στην Τράπεζα για να συμβουλευτούν τη Μ.Ε.
- Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν εξαιρετικά δύσκολη λόγω, όχι μόνο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, αλλά και των προβλημάτων υγείας της κόρης τους. Όμως, η πρώην σύζυγός του, γνώριζε τους λόγους για τους οποίους μετέβαινε στην Τράπεζα, παρά το γεγονός ότι η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν δύσκολη. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι ασκήθηκε λεκτική ή ψυχική βία ή ότι η πρώην σύζυγός του βρισκόταν σε κατάσταση φόβου όταν τον συνόδευε στην Τράπεζα. Μαρτυρία δόθηκε και από την Εναγόμενη 2, της οποίας η γραπτή δήλωση κατατέθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι με τον Εναγόμενο 1 είχαν παντρευτεί το 2002 και από τον γάμο τους απέκτησαν δύο κορίτσια. Αρχικά, οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές αλλά με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα τα οποία οφείλονταν αποκλειστικά στον χαρακτήρα και τη νοοτροπία του Εναγόμενου 1, αφού την ύβριζε, την αποκαλούσε άχρηστη, την τρομοκρατούσε και την ταπείνωνε. Η κοινή ζωή τους ήταν δύσκολη αφού υπήρχαν συνεχείς καβγάδες και καταπίεση ενώ οι συνθήκες της κοινής διαβίωσης τους ήταν αφόρητες λόγω του ότι της είχε περιορίσει τις κινήσεις της και είχε αναλάβει πλήρη έλεγχο της ζωής της. Τα εισοδήματά της, ως εποχιακής υπαλλήλου, τα καρπούτο ο ίδιος, με εξαίρεση κάποια μικρά ποσά. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να ζητά η ίδια ελεημοσύνη από συγγενικά της πρόσωπα για να πληρώσει τις ανάγκες διαβίωσης της οικογένειάς της. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο πρώην σύζυγός της την ανάγκασε να υπογράψει τις δανειακές συμβάσεις και να υποθηκεύσει το σπίτι της. Μετά τη γέννηση και του δεύτερου παιδιού, λόγω του ότι είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, προκλήθηκε πλήρης ρήξη της έγγαμης σχέσης τους και το 2015 ο σύζυγός της εγκατέλειψε τη συζυγική οικία. Μετά παρέλευση δύο ετών και όταν είχε διορθωθεί η ψυχολογική της κατάσταση, βρήκε τη δύναμη να σταθεί στα πόδια της για να αντιμετωπίσει τις διαδικασίες που είχε ξεκινήσει η Ενάγουσα. Επίσης, ξεκίνησε διαδικασία διαζυγίου η οποία κατέληξε στην έκδοση διαζυγίου το
- Όσον αφορά τα δάνεια του 2010, υποστήριξε ότι ο πρώην σύζυγός της είχε ξεκινήσει την άσκηση ψυχολογικής πίεσης για να υπογράψει έτσι ώστε να λάβει τα δάνεια. Την απειλούσε ότι αν δεν υπογράψει, η ζωή της θα είναι μια σκέτη κόλαση. Μια μέρα της ανέφερε ότι η Τράπεζα ζητούσε την παρουσία της για υπογραφή κάποιων εγγράφων και θα της εξηγούσε στο δρόμο τον λόγο. Στη διαδρομή προς την Τράπεζα, της ανέφερε ότι είχε αποταθεί για τη λήψη τριών δανείων για τα οποία ως εξασφάλιση θα έμπαινε στο σπίτι της υποθήκη. Επίσης, της ανέφερε ότι με το ποσό των δανείων θα εξοφλούσε τις υποχρεώσεις του, καθώς και μια δική της που είχε σε Συνεργατικό Ίδρυμα. Η ίδια αντέδρασε και προσπάθησε να τον μεταπείσει αναφέροντάς του ότι δεν επιθυμούσε να βάλει το σπίτι της υποθήκη. Τότε, ο πρώην σύζυγός της, θύμωσε και άρχισε να της φωνάζει βρίζοντάς την και αποκαλώντας την τρελή και υστερική. Στον δρόμο για το Παραλίμνι, η ίδια έκλαιγε και από τη σύγχυση της μισούσε τον εαυτό της που δεν μπορούσε να αντιδράσει και να αντισταθεί στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Φτάνοντας στο υποκατάστημα της Τράπεζας, η Μ.Ε.4, την οποία γνώριζε από προηγουμένως, όταν της είπε ότι είχε ετοιμάσει τα έγγραφα, η ίδια της ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να βάλει υποθήκη το σπίτι της και ότι την πίεζε ο σύζυγός της. Η απάντησή της ήταν ότι είναι μια τυπική διαδικασία και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας αφού η Τράπεζα ουδέποτε είχε βγάλει κανένα από το σπίτι του. Εκεί, της υποδείχθηκε πού έπρεπε να υπογράψει και κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ούτε η Μ.Ε.4 ούτε οι υπόλοιποι υπάλληλοι της εξήγησαν τους όρους των διευκολύνσεων ή τη δική της σχέση με τα συγκεκριμένα δάνεια. Υπέγραψε τα έγγραφα, αφού ο πρώην σύζυγός της την κοίταζε εκνευρισμένος και θυμωμένος. Πριν την υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων, δεν της δόθηκαν αντίγραφα για να τα μελετήσει αλλά ούτε και κατά την υπογραφή τους της δόθηκε η ευκαιρία να τα διαβάσει. Η ίδια ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και αυτό ήταν εμφανές στη Μ.Ε.4 αλλά δεν επιχείρησε να σταματήσει τη διαδικασία υπογραφής των εγγράφων και ούτε καν εισηγήθηκε να αναβληθεί η διαδικασία της υπογραφής έτσι ώστε να λάβει η ίδια ανεξάρτητη νομική συμβουλή, παρά την αντίρρηση και την εμφανέστατη αναστάτωσή της. Όταν βρέθηκε στο Κτηματολόγιο, βρήκε τη δύναμη να αναφέρει στη Λειτουργό ότι ο σύζυγός της την πίεζε να υποθηκεύσει την περιουσία της. Όμως, και πάλι υπέκυψε και υποθήκευσε το ακίνητό της υπέρ της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι η τράπεζα και οι υπάλληλοί της γνώριζαν ότι την πίεζε ο σύζυγός της να συνάψει τα επίδικα δάνεια και να υποθηκεύσει, ενάντια στη θέλησή της, την περιουσία της. Η Ενάγουσα, αντί να την προστατεύσει και να της εξηγήσει τους κινδύνους που υπήρχαν από την υποθήκευση του σπιτιού της, δεν της ανέφερε οτιδήποτε. Τα ποσά που παραχωρήθηκαν από την Ενάγουσα το 2010 χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά από τον πρώην σύζυγό της, με εξαίρεση το ποσό των €12.640,00 που καταβλήθηκε προς εξόφληση δικού της χρέους στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου. Η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε όφελος. Όσον αφορά το δάνειο του 2013, υποστήριξε ότι, ενώ βρίσκονταν σε διάσταση με το σύζυγό της, αυτός της τηλεφωνούσε συνεχώς για να μεταβούν στην Τράπεζα γιατί ο ίδιος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και η Τράπεζα θα προχωρούσε με την εκποίηση του ακινήτου. Λόγω του ότι η ίδια βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, λόγω της σοβαρής κατάστασης της υγείας του παιδιού της και λόγω του ότι ήταν φοβισμένη με την πιθανότητα να βρεθεί στους δρόμους με τα δύο μωρά της, υπέκυψε στις απαιτήσεις του πρώην συζύγου της και αρχές του 2013 βρέθηκε στην Τράπεζα για να υπογράψει ακόμα ένα δάνειο πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα έσωζε το σπίτι της. Η ίδια δεν γνωρίζει πού κατέληξαν τα λεφτά του δανείου του 2013 αλλά αυτό που της λέχθηκε ήταν ότι θα εξοφλείτο ο τρεχούμενος λογαριασμός του συζύγου της καθώς και το όριο της πιστωτικής του κάρτας. Η ίδια προσωπικά δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τα δάνεια. Αντεξεταζόμενη, υποστήριξε ότι η ίδια είχε γράψει το κείμενο της δήλωσής της χειρόγραφα και το έδωσε στο δικηγόρο της. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι αρχές Ιουλίου του 2010 ο σύζυγός της της ζήτησε να πάνε στην Τράπεζα για να υπογράψουν κάποια έγγραφα. Την ενημέρωσε ότι είχε αποταθεί στην Τράπεζα για να συνάψει διάφορα δάνεια με σκοπό να εξοφλήσει τα δάνεια που είχε ο ίδιος και τον δικό της τον τρεχούμενο λογαριασμό σε Συνεργατικό Ίδρυμα. Αντέδρασε άσχημα γιατί δεν ήθελε να βάλει το σπίτι της υποθήκη και μέσα στο αυτοκίνητο ξεκίνησε να κλαίει και τότε ο σύζυγός της θύμωσε και την αποκάλεσε υστερική. Της φώναζε γιατί αντιδρούσε η ίδια στην υποθήκευση και της επέβαλε να συμπεριφέρεται ανάλογα. Όταν έφτασαν στη Μ.Ε.4, αυτή τους έδειξε τις συμβάσεις και κάποια άλλα έγγραφα και η ίδια της ανέφερε ότι δεν ήθελε να υποθηκεύσει το σπίτι της και ότι ο σύζυγός της την πίεζε. Της ανέφερε να μην ανησυχεί και ότι η Τράπεζα δεν είχε βγάλει κανένα από το σπίτι του και ότι ήταν τυπικές διαδικασίες. Μετά μπήκαν στο γραφείο οι λειτουργοί οι οποίοι μαρτύρησαν για τις υπογραφές τους. Η ίδια τους τόνισε δύο φορές ότι δεν ήθελε να υποθηκεύσει το σπίτι της και τότε ο πρώην σύζυγός της αγρίεψε και με το βλέμμα του της ανέφερε να σταματήσει να αντιδρά. Εσκεμμένα, σε κάποιες σελίδες, δεν υπέγραψε την αίτηση ώστε να λείπουν οι υπογραφές της, αφού η ίδια δεν ήθελε να λάβει οποιοδήποτε δάνειο γιατί δεν είχε τέτοια ανάγκη. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι ο πρώην σύζυγός της την ενημέρωνε πάντοτε την τελευταία στιγμή και της ασκούσε πίεση. Τη συγκεκριμένη μέρα της ανέφερε ότι θα πήγαιναν στην Τράπεζα, όμως, δεν είχε υπόψη της ότι ήταν η μέρα που θα υπέγραφαν. Ενώ βρίσκονταν στο γραφείο της Μ.Ε.4, η ίδια της ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να υποθηκεύσει το σπίτι της και ήταν με την εντύπωση ότι, λόγω του ότι ήταν συγχωριανές, η Μ.Ε.4 θα τη βοηθούσε. Υποστήριξε ότι υπέγραψε μηχανικά τα έγγραφα γιατί δεν είχε οποιαδήποτε επιλογή. Παραδέχθηκε ότι είχε υπόψη της ότι θα υποθήκευε το σπίτι της και ήξερε ότι υπέγραφε για δάνειο, αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι θα ήταν και η ίδια πρωτοφειλέτης. Όταν ρώτησε τη Μ.Ε.4, εκείνη προσπάθησε να την καθησυχάσει. Όταν εγκατέλειψε τη συζυγική οικία ο σύζυγός της, τότε η ίδια ενημέρωσε την Τράπεζα με επιστολές για το συγκεκριμένο γεγονός. Υποστήριξε ότι έκανε πολλές προσπάθειες για να βρεθεί λύση με την Τράπεζα, τηλεφωνικώς, όμως μετά έπαθε κατάθλιψη μέχρι και το
- Η ίδια είναι άνθρωπος με συνείδηση και αντιλαμβάνεται ότι όταν κάποιος δανειστεί λεφτά οφείλει να τα επιστρέψει. Όμως, η Τράπεζα δεν δεχόταν να βρεθεί οποιαδήποτε λύση λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας. Κατά τη διάρκεια που διέμενε μαζί της ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια για απαλλαγή της από τα δάνεια, όμως, μετά το 2015 που έφυγε από το σπίτι, η ίδια προέβηκε σε κάποιες προσπάθειες. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι είχε μεταβεί μόνη της στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να υπογράψει και είχε αναφέρει στη Λειτουργό ότι ο σύζυγός της την πίεζε και την εκφόβιζε για να υπογράψει τα έγγραφα της υποθήκης. Η Λειτουργός, όμως, δεν της ανέφερε οτιδήποτε και απλά της έδωσε τα έγγραφα για να τα υπογράψει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε υπογράψει με τη θέλησή της και υποστήριξε ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να λάβει οποιαδήποτε δάνεια και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να υποθηκεύσει το σπίτι που της έχτισαν οι γονείς της και να καταλήξει να χρωστά €300.
- Ήταν η θέση της ότι δεν είχε τέτοια σχέση με τον σύζυγό της για να υποθηκεύσει το σπίτι της, αφού καταχραζόταν λεφτά από τον μισθό της και συνέχεια αναγκαζόταν να του ζητά λεφτά. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι είχε μείνει έγκυος το 2011 και καθηλώθηκε στο κρεβάτι ενώ τα επόμενα χρόνια της ζωής της ήταν συνεχώς στο Νοσοκομείο. Επέμεινε στη θέση της ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα δάνεια αλλά παραδέχθηκε, παράλληλα, ότι το 2014 είχε καταβάλει κάποια μικρά ποσά, παρόλη τη φτώχεια της, γιατί είχε αντιληφθεί ότι ο πρώην σύζυγός της δεν κατέβαλε οποιαδήποτε δόση. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν είχε λάβει οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού, ούτε και της είχαν τηλεφωνήσει από την Τράπεζα για να την ενημερώσουν να προβεί σε πληρωμές. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Οι δύο συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους, με αναφορά στις αρχές και τη νομολογία. Ο Εναγόμενος 1 κατέγραψε, στο δικό του σημείωμα, ότι όλα όσα ανέφερε η Εναγόμενη 2 δεν είναι αλήθεια. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα, όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ
- Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους, με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Η μαρτυρία της Ενάγουσας μπορεί να χωριστεί σε δυο ομάδες, τους Τραπεζικούς υπαλλήλους και τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς. Αρχίζοντας από τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς, Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, πρέπει να αναφερθεί ότι και οι δυο δεν είχαν ή έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την εξέλιξη της υπόθεσης ούτε και είχαν οποιοδήποτε λόγο να ψευστούν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2 δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων υποθήκης από την Εναγόμενη 2 αλλά εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο για υποθήκευση ενός ακινήτου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε μεμπτό στα έγγραφα που αφορούσαν τις δυο υποθήκες, Τεκμήρια 9 και
- Το σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 αφού δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού, αφορά πρώτον, το γεγονός ότι το περιεχόμενο των εγγράφων διαβάζεται στα συμβαλλόμενα μέρη και ερωτώνται κατά πόσο συμφωνούν και δεύτερον, το γεγονός ότι στον πάγκο εξυπηρέτησης του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου εξυπηρετούν τρεις λειτουργοί και πίσω τους κάθεται ο προϊστάμενος. Δηλαδή, υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας έτσι ώστε να εφαρμόζεται η βούληση και των δύο εμπλεκομένων μερών. Ουσιαστικά, μετέφερε τα όσα ο ίδιος γνώριζε σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την υποθήκευση οποιουδήποτε ακινήτου ενώ, παράλληλα, εξέφρασε και την άποψή του, με βάση την εμπειρία του, σε σχέση με τη νομική υπόσταση των δυο επίδικων υποθηκών. Δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία του, αντίθετα, από αυτή μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα. Η Μ.Ε.3, η οποία διεκπεραίωσε τη διαδικασία υποθήκευσης της κατοικίας της Εναγόμενης 2, φάνηκε στο Δικαστήριο ειλικρινής μάρτυρας. Η μαρτυρία της, στην έκταση που αφορούσε τη διαδικασία που ακολούθησε, ήταν σε αρμονία με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Σαφής και χωρίς ενδοιασμό ήταν και η τοποθέτησή της ότι χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 2 η ίδια δεν θα προχωρούσε στην εγγραφή των υποθηκών επί της περιουσίας της. Δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία των δύο Λειτουργών αφού δεν είχαν λόγο να ψευστούν. Ιδιαίτερα, η Μ.Ε.3 δεν μου φάνηκε ο άνθρωπος που θα αγνοούσε την έκκληση συνανθρώπου της για βοήθεια, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 2 είχε μεταβεί μόνη της στο Κτηματολόγιο για να υπογράψει, ως ήταν η μαρτυρία της, καθώς επίσης και λόγω του γεγονότος ότι στον πάγκο εξυπηρέτησης υπήρχαν και άλλοι δύο λειτουργοί. Θα ήταν απάνθρωπο, το λιγότερο, τρία πρόσωπα να έβλεπαν την Εναγόμενη 2 να βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, να λέει στη Μ.Ε.3 ότι δεν θέλει να υποθηκεύσει το σπίτι της και να την αγνοούν, όχι μόνο εκείνοι αλλά και ο προϊστάμενος που κάθεται πίσω τους. Η Μ.Ε.3 δεν άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι είναι τέτοιος άνθρωπος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Όσον αφορά τους λειτουργούς της Ενάγουσας, ο Μ.Ε.1 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην κατάρτιση των συμφωνιών και η πληροφόρηση του προερχόταν από το περιεχόμενο του φακέλου. Δεν αντικρούστηκε βέβαια με οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Εναγόμενους 1 και 2, όσον αφορά τα υπόλοιπα των λογαριασμών. Ο Εναγόμενος 1, γενικά και αόριστα, είχε ισχυριστεί ότι είχαν συμφωνηθεί άλλα επιτόκια, το ύψος των οποίων όμως δεν μπορούσε να το θυμηθεί. Οπόταν, ενόψει του ότι η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται αποδεκτή αφού υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων, τα Τεκμήρια 1, 4 και 7 αλλά και από τα υπόλοιπα έγγραφα. Οι μάρτυρες που πρωταγωνίστησαν στην παροχή, κατάρτιση και υπογραφή των δανειακών συμβάσεων ήταν, κατά κύριο λόγο, η Μ.Ε.4 και οι Μ.Ε.5 και Μ.Ε.6 που μαρτύρησαν και τις υπογραφές των Εναγόμενων 1 και
- Η Μ.Ε.4, συγχωριανή της Εναγόμενης 2, δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να προστατέψει τον Εναγόμενο 1 και να αγνοήσει τις κατ΄ισχυρισμόν εκκλήσεις της Εναγόμενης 2 αναφορικά με τις υποθήκες. Αντίθετα, ανέφερε ότι ο λόγος που εξέτασε την αίτηση δανείου, ήταν η Εναγόμενη
- Αν η θέση της Εναγόμενης 2 είναι ορθή, τότε γιατί το 2013 πήγε και υπέγραψε νέα δανειακή σύμβαση ενώ ουσιαστικά δεν ζούσε κάτω από την ίδια στέγη με τον Εναγόμενο 1, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ασκούσε ψυχική πίεση. Δεν αμφισβητήθηκε η δεινή οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1 καθώς και το γεγονός ότι με ένα από τα παραχωρηθέντα δάνεια είχαν εξοφληθεί οι εκκρεμούσες οικονομικές υποχρεώσεις και των δυο Εναγόμενων σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Κανένας από τους τρεις αυτούς μάρτυρες δεν αντιλήφθηκε ή διαπίστωσε τη δυσχέρεια της Εναγόμενης 2, όπως η ίδια η Εναγόμενη 2 την εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και την άκουσαν να εκφράζει οποιαδήποτε επιφύλαξη σε σχέση με τις υποθήκες. Υπήρξε σταθερότητα, συνοχή αλλά και πειστικότητα στη μαρτυρία και των τριών αυτών μαρτύρων. Δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία τους. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Ε.7, ήταν τυπικής φύσεως και αφορούσε τη σύνταξη των επιστολών τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων και την καταγραφή της διεύθυνσης που είχε δηλωθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 στους φακέλους. Αναφέρθηκε τόσο στη διαδικασία αλλά και στο τι η ίδια έπραξε σε σχέση με τις επιστολές τερματισμού, Τεκμήριο
- Επίσης, εξήγησε τη διαδικασία ταχυδρόμησης των επιστολών. Δεν αμφισβητήθηκε ότι καταρτίστηκαν οι επιστολές και ότι απεστάλησαν. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η παραλαβή τους. Αποδεκτή η μαρτυρία της. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 μόνο συγχυστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ισχυρίστηκε ότι η Μ.Ε.4 δεν είπε την αλήθεια αλλά συνάμα παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε αποταθεί στη Μ.Ε.4 για την παροχή δανείου ύψους €100.000,00 ή και την εξεύρεση λύσης σε σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Όμως, αυτό έπραξε η Μ.Ε.4, του πρόσφερε λύση στο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Αν ο ίδιος διαφωνούσε, όφειλε να την ενημερώσει και να μην αποδεχθεί την κατάρτιση των τεσσάρων ξεχωριστών δανείων, αρχικά των δύο δανείων το 2010 και των υπόλοιπων το
- Δεν διαπιστώνεται αληθοφάνεια στη θέση του, που αφορά την παροχή των τραπεζικών διευκολύνσεων, αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Μ.Ε.4 του είχε υποσχεθεί χαμηλότερους τόκους, το ύψος των οποίων, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Σημειώνεται η παραδοχή του ότι έλαβε τα ποσά και ότι εξοφλήθηκαν οι δικές του υποχρεώσεις στη Λαϊκή Τράπεζα καθώς και της Εναγόμενης 2 στο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα Παραλιμνίου. Όσον αφορά τη σχέση του με την πρώην σύζυγό του, δεν αμφισβήτησε την κακή της ψυχολογική κατάσταση, όμως, προώθησε τη θέση ότι γνώριζε ότι θα υποθήκευε το σπίτι της και το δέχθηκε χωρίς την οποιαδήποτε ψυχική πίεση. Η θέση του αυτή ενισχύεται και από τη μαρτυρία της ίδιας της Εναγόμενης 2, η οποία ανέφερε ότι ακόμη και μετά που ήταν σε διάσταση το 2013 είχε υπογράψει δανειακές συμβάσεις προς όφελος του Εναγόμενου
- Γιατί υπέγραψε αφού δεν ζούσε πλέον μαζί με τον Εναγόμενο 1 και η πιθανότητα άσκησης ψυχικής πίεσης ή ταπείνωσης ή καυγά είχε εξαλειφθεί, δεν επεξηγήθηκε. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 βρίθει από αντιφάσεις που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ο ισχυρισμός της, ότι ανέφερε τόσο στη Μ.Ε.4 καθώς και στη Μ.Ε.3 ότι δεν ήθελε να βάλει το σπίτι της υποθήκη, καταρρίφθηκε. Εκφεύγει της λογικής, ένας άνθρωπος να εκφράζει έντονα την άρνησή του με κλάματα και να αναφέρει σε τέσσερις ανθρώπους ότι πιέζεται ψυχολογικά στο να υποθηκεύσει το σπίτι του και να αγνοείται παντελώς και από τα τέσσερα αυτά πρόσωπα και από τον προϊστάμενο στο Κτηματολόγιο. Αν η θέση της ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, σίγουρα κάποιος από αυτούς θα αντιδρούσε. Επίσης, στο Κτηματολόγιο είχε μεταβεί μόνη της και εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί υπέγραψε τα έγγραφα αφού δεν επιθυμούσε την υποθήκευση του σπιτιού της. Τα όσα κατέθεσε η Εναγόμενη 2 σχετικά με τις συνθήκες που κάλυπταν την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων, δεν έχει καμία αμφιβολία το Δικαστήριο ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών της. Η θέση της, περί άσκησης πίεσης, αντικρούεται από την ίδια την υπογραφή της στο Τεκμήριο 7, όπου επιβεβαιώνει ότι αποδέχεται όλους τους όρους της συμφωνίας. Η θέση της, ότι δεν γνώριζε και ότι δεν επωφελήθηκε, αντιβαίνει του περιεχομένου των εγγράφων που η ίδια υπέγραψε και στα οποία έγγραφα καταγράφονταν οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τους όρους της σύμβασης και ότι το ποσό των €12.640,00 θα εξοφλούσε δικό της δάνειο. Εν πάση περιπτώσει, δεν καθόρισε με ποιο τρόπο την εκφόβιζε ο Εναγόμενος 1 ή την πίεζε. Η μαρτυρία της ήταν γενική και αόριστη και περιορίστηκε στο ότι της φώναζε. Ακόμη και αν γινόταν αποδεκτή η θέση της ότι πιέστηκε το 2010, που δεν γίνεται, το γεγονός ότι το 2013, ενώ ήταν σε διάσταση με τον Εναγόμενο 1, υπέγραψε νέα δανειακή σύμβαση μεγαλώνοντας την έκθεσή της στο χρέος, δεν μπορεί να επεξηγηθεί. Θα ήταν ακροσφαλές να γίνει αποδεκτή η συγκεκριμένη μαρτυρία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κρίνω ορθό όπως εξεταστεί πρώτα η εισήγηση από πλευράς της Εναγόμενης 2 περί αθέμιτης ψυχικής πίεσης από τον Εναγόμενο 1 προς αυτήν, η οποία πίεση, σύμφωνα πάντοτε με Εναγόμενη 2, ήταν σε γνώση της Ενάγουσας κατά την υπογραφή των Συμφωνιών. Εάν η συγκεκριμένη εισήγηση γίνει δεκτή, θα επηρεάσει την εγκυρότητα των Συμφωνιών. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής - ψυχικής πίεσης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ' επιλογήν του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με αυτό τον τρόπο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2, στη γραπτή της αγόρευση, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να απαλλαχτεί των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις και τις συμβάσεις υποθήκης γιατί τις υπέγραψε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που είχε υποστεί από τον σύζυγό της, την οποία η Μ.Ε.4 γνώριζε αλλά και λόγω παραπλάνησής της από την Μ.Ε.4. Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Τέτοια συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Στο άρθρο 16 του Κεφ. 149 επεξηγείται ο όρος «ψυχική πίεση» και διαβάζονται τα ακόλουθα: «Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Στην αγγλική απόφαση Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2)
(2001)All E.R. 449, στην ομιλία του ο Λόρδος Nicholl's εξέφρασε την άποψη ότι το γεγονός ότι η εγγύηση παρασχέθηκε από τη σύζυγο για την επιχείρηση του συζύγου της στην οποία δεν έχει συμφέρον δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, ότι υπήρξε ψυχική πίεση. Ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 544, στις παραγράφους [30] - [31]: «. in the ordinary course a guarantee of this kind is not to be regarded as explicable only on the basis of undue influence by the husband and thus prima facie evidence of undue influence.» Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts, Volume I, General Principles, 32η έκδ., παρα. 8-094, στη σελίδα 809, διαβάζονται τα ακόλουθα: «However in the nature of things, questions of undue influence will not usually arise, and the exercise of undue influence is unlikely to occur, where the transaction is innocuous. The issue is likely to arise only when, in some respect, the transaction was disadvantageous either from the outset or as matters turned out.» Στην Barclays Bank plc v. O'Brien and another (A.P.)
(1993)4 All E.R. 417 αποφασίστηκε ότι πέραν των περιπτώσεων όπου οι ψευδείς παραστάσεις ή η ψυχική πίεση εξασκείται από την τράπεζα, η εγγύηση της συζύγου μπορεί να παραμεριστεί στις περιπτώσεις όπου ο σύζυγος που προκαλεί τη ψυχική πίεση ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της τράπεζας ή η τελευταία είχε πραγματική η φαινομενική γνώση του γεγονότος. Τόσο η Barclays Bank plc v. O'Brien and another (A.P.) (ανωτέρω) όσο και η Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2) (ανωτέρω) μνημονεύονται στη Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2069, στις σελίδες 2072-73. Εξηγείται ότι στις περιπτώσεις οικονομικών οργανισμών που προχωρούν στην εκποίηση περιουσιών για χρέη, στα οποία πρωτοφειλέτης είναι ο σύζυγος με εγγυήτρια τη σύζυγο, η οποία όμως δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το δάνειο προς τον σύζυγο, που γίνεται τις περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό ή της επιχείρησής του, αν αποδειχθεί πως οι περιστάσεις που υπεγράφη η εγγύηση είναι τέτοιες ώστε να θέτουν τον πιστωτή σε τεκμαιρόμενη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση, τότε ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο η σύζυγος να ασκήσει δικαίωμα παραμερισμού της συναλλαγής, εκτός εάν ο πιστωτής προειδοποίησε επαρκώς την εγγυήτρια-σύζυγο για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την υπογραφή της εγγύησης (βλ. ακόμα Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 352/08 ημερ. 16/04/2014) Καθοδήγηση μπορεί, επίσης, να αντληθεί και από το σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου, «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α, όπου κάτω από την επικεφαλίδα «Σύζυγοι, Εγγυήσεις και Τράπεζες», στη σελίδα 342 κ.ε., διαβάζονται τα ακόλουθα: «Παρόλο που η σχέση μεταξύ συζύγων δεν εμπίπτει αυστηρώς ομιλούντες στην κατηγορία των σχέσεων από τις οποίες προκύπτει το νομικό τεκμήριο ης άσκησης ψυχικής πίεσης οι τράπεζες πρέπει να διεκπεραιώνουν τις εργασίες τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διερευνούν κάθε περίπτωση όπου η σχέση μεταξύ εγγυητή και χρεώστη δεν είναι εμπορική. Στο χώρο των τραπεζικών διευκολύνσεων που υποστηρίζονται από την εγγύηση της συζύγου, οι τράπεζες θα πρέπει να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα και να προειδοποιούν τη σύζυγο, για να αποφύγουν τον κίνδυνο μελλοντικού ισχυρισμού ότι είχαν γνώση αθέμιτης επιρροής από τον σύζυγο. Επομένως, στη πράξη, όταν σύζυγος εγγυάται σύζυγο, ακόμα η εμπλεκόμενη τράπεζα, για να είναι ασφαλής, θα πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα γνωστοποίησης η και προειδοποίησης. Αυτό που απαιτείται από την τράπεζα είναι να βεβαιωθεί ότι η εναγόμενη υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης με την ελεύθερη βούλησή της, πρώτιστα με την εξασφάλιση από τη σύζυγο ανεξάρτητης νομικής συμβουλής.» Στη απόφαση της μειοψηφίας του Ναθαναήλ Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 αναλύεται το θέμα και διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η απόφαση στην Barclays Bank Plc v. O´Brien - ανωτέρω - αποσαφήνισε ότι όπου η τράπεζα δεν έχει πραγματική γνώση γεγονότων που οδήγησαν σε ανεπίτρεπτη επιρροή, δεν χρειάζεται να ανιχνεύσει ειδικά από τη σύζυγο απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτή υπήρξε θύμα ανεπίτρεπτης επιρροής. Η τράπεζα μπορεί να βασιστεί σε αυτό το οποίο δηλώνεται στο έντυπο της αιτήσεως για τη λήψη του δανείου ή την υποθήκευση του συζυγικού οίκου. (Δέστε το σύγγραμμα της Jill Poole: "Casebook on Contract Law" 8η έκδ. σελ. 661-677). Η αρχή που τέθηκε στην Barclays Bank Plc v. O´Brien (- ανωτέρω - επεξήγηθηκε περαιτέρω, προς περιορισμό της, στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στη Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] UKHL 44, [2002] A.C. 773, όπου λέχθηκε ότι είναι πάντοτε αναγκαίο και ταυτόχρονα μεγάλης σπουδαιότητας να εξετάζονται επισταμένα τα γεγονότα και οι συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Παρόλο που στην Etridge δεν υπήρχε πρόθεση να κλείσει η πόρτα εντελώς στη θεώρηση των πραγμάτων για την ύπαρξη ανεπίτρεπτης επιρροής με μόνη την προς αυτό θέση του εναγομένου, δόθηκε έμφαση στο γεγονός ότι πίπτει επί των ώμων του εναγομένου να δείξει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η κατ' ισχυρισμόν ανεπίτρεπτη επιρροή, ιδιαίτερα στις υποθέσεις της εξυπακουόμενης ανεπίτρεπτης επιρροής. Στο σκεπτικό της απόφασης στην Etridge, ιδιαίτερα μέσα από την ομιλία του Lord Clyde, αποθαρρύνθηκε η απόδοση υπερβολικής έμφασης στην εξυπακουόμενη ανεπίτρεπτη επιρροή. Στην δε απόφαση του ο Lord Nicholls ανέφερε ότι: "Proof that the complainant placed trust and confidence in the other party in relation to the management of the complainant´s financial affairs, coupled with a transaction which calls for explanation, will normally be sufficient, failing satisfactory evidence to the contrary, to discharge the burden of proof. "» Υπάρχουν επομένως τρία στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για να υπαχθούν τα γεγονότα μιας υπόθεσης στη λεγόμενη εξυπακουόμενη ανεπίτρεπτη επιρροή («presumed undue influence»). Το πρώτο στοιχείο είναι ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι εναπόθεσε εμπιστοσύνη στην τράπεζα σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων. Τέτοια εμπιστοσύνη αναφύεται ως θέμα νόμου λόγω της σχέσης που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Σε αυτές τις σχέσεις εμπεριέχονται οι κατηγορίες του γονέα και παιδιού, επιτρόπου και προστατευόμενου, καταπιστευματοδόχου και δικαιούχου, δικηγόρου και πελάτη και ιατρικού συμβούλου ή ιατρού και ασθενούς. Η σχέση συζύγων δεν εμπίπτει σε αυτές τις κατηγορίες. Επομένως πρέπει να αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός η εναπόθεση εμπιστοσύνης στον εναγόμενο. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι η συναλλαγή χρήζει εξήγησης. Η φράση που χρησιμοποιήθηκε από τον Lord Nicholls «calls for explanation», αποτελεί την επαναδιατύπωση της φράσης «manifest disadvantage» που χρησιμοποιήθηκε στην ομιλία του Lord Scarman στην υπόθεση National Westminister Bank plc v. Morgan [1985] A.C.
- Το τρίτο στοιχείο έγκειται στην προσπάθεια απόδειξης εκ μέρους του εναγομένου, (της τράπεζας στην περίπτωση), να ανατρέψει την εξαγωγή εκ πρώτης όψεως συμπεράσματος ανεπίτρεπτης επιρροής και αυτό κατά κανόνα γίνεται με την τράπεζα ως πιστωτή να δείχνει ότι ο εγγυητής, ή, η σύζυγος κατά περίπτωση, ενήργησε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επιρροή έχοντας προς τούτο ικανή αυτόνομη συμβουλή πριν την υπογραφή. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την ύπαρξη των δύο πρώτων στοιχείων, (δέστε γενικώς για τα πιο πάνω, το σύγγραμμα του Ewan Mckendrick: "Contract law" 6η έκδ. σελ. 363-368).». Υπό το φως της πιο πάνω ανάλυσης και νομολογίας και εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές, όπως αυτές εξελίχθηκαν, στα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής, η συγκεκριμένη υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Από τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι κανένας από τους τρεις τραπεζικούς υπαλλήλους, Μ.Ε.4, Μ.Ε.5 και Μ.Ε.6 δεν είχε διαπιστώσει ότι η Εναγόμενη 2 τελούσε σε κατάσταση ψυχικής πίεσης ή άρνησης. Ούτε και η Κτηματολογική Λειτουργός, Μ.Ε.3, που ετοίμασε τα έγγραφα της υποθήκης δεν είχε διαπιστώσει ψυχική πίεση. Στο Κτηματολόγιο, η Εναγόμενη 2 είχε μεταβεί μόνη, χωρίς τη συνοδεία του Εναγόμενου 1, οπόταν θα μπορούσε να αρνηθεί την εγγραφή της υποθήκης ή να θέσει τις όποιες ανησυχίες της στη Λειτουργό. Όμως, τίποτα δεν έπραξε. Περίμενε μέχρι την καταχώριση της αγωγής για να το πράξει. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η τράπεζα είχε λόγο να ανιχνεύσει την πιθανότητα η Εναγόμενη 2 να υπήρξε θύμα ανεπίτρεπτης επιρροής. Σχετική είναι η παρα. 8-115 του Συγγράμματος Chitty on Contract (ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν ένα ζευγάρι που αιτήθηκαν δάνειο για να εξοφλήσουν υποχρεώσεις και των δύο, όχι μόνο του συζύγου. Δηλαδή, από τη λήψη του δανείου, το 2010, υπήρξε ωφέλεια και για τους δύο Εναγόμενους. Αφ΄ ης στιγμής καταγράφηκε στις δανειακές συμβάσεις η ωφέλεια και των δύο Εναγόμενων, δεν συνέτρεχε αποχρών λόγος για περαιτέρω έρευνα εκ μέρους της Τράπεζας. Επιπρόσθετα, στις δανειακές συμβάσεις, Τεκμήρια 1, 4 και 7, κάτω από τις υπογραφές των συμβληθέντων, υπήρχε προειδοποίηση με τονισμένα μαύρα γράμματα ότι με την παραχώρηση της συγκεκριμένης εγγύησης θα μπορούσε ο παρέχων την εγγύηση να βρεθεί εξ ολοκλήρου εκτεθειμένος σε σχέση με τις συγκεκριμένες τραπεζικές υποχρεώσεις ενώ καταγραφόταν και παρότρυνση όπως ληφθεί συμβουλή από δικηγόρο πριν την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης. Ερωτηματικά γεννά και το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων Τεκμήρια 4 και 7 η Εναγόμενη 2 υπέγραψε και τρίτη δανειακή σύμβαση, το Τεκμήριο 1, το 2013, χωρίς να παραπονεθεί ή διαμαρτυρηθεί και αυτό συνέβη ενώ ήταν πλέον σε διάσταση με τον Εναγόμενο
- Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι επωφελήθηκε και η ίδια η Εναγόμενη 2 από την παραχώρηση των δανείων, αφού εξοφλήθηκε και δική της προσωπική υποχρέωση ύψους €12.640,00 που οφειλόταν στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου. Σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από τη Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961: «Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση Αllcard v. Skinner, (ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί,(Smith v. Kay, ανωτέρω, Βank of Montreal v. Stuart [1911] A.C.
- Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R.
- ....................... Όπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω παραγρ. 7-040).». Αναφορά μπορεί, επίσης, να γίνει στην υπόθεση Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Ένας πιστωτής θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτύχει στην απαίτηση του εάν καταδειχθεί ότι αυτός είχε αναθέσει την εξασφάλιση της υπογραφής οφειλέτη σε κάποιον ο οποίος ήταν, εν γνώσει του πιστωτή, σε θέση να επηρεάσει τον οφειλέτη και πράγματι εξασφάλισε την υπογραφή του οφειλέτη ασκώντας αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις». Η Ενάγουσα, στις συνθήκες της υπό εξέταση υπόθεσης δεν είχε, εκ του γεγονότος και μόνο, με βάση τη Royal Bank of Scotland v. Etridge (ανωτέρω), ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν σύζυγοι, εξυπακουόμενη γνώση οποιασδήποτε ανεπίτρεπτης συμπεριφοράς. Περαιτέρω, η θέση της Εναγόμενης 2, ότι η Ενάγουσα, ως τράπεζα, γνώριζε ότι δεν ήθελε να υποθηκεύσει το ακίνητό της παρέμεινε κενό γράμμα εφόσον καμιά απολύτως λεπτομέρεια δεν δόθηκε από την οποία να απορρέει τέτοιο δεδομένο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και από την ίδια την Εναγόμενη 2, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ήταν αυτός που είχε αιτηθεί την παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Η ίδια γνώριζε ότι θα εξοφλούντο και ο δικές της υποχρεώσεις με το ποσό του δανείου. Σίγουρα, ο Εναγόμενος 1 δεν ενήργησε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Επίσης, δεν υπήρξε μαρτυρία ότι η Ενάγουσα γνώριζε για τη όποια επιρροή μπορούσε να ασκήσει ο Εναγόμενος 1 στην Εναγόμενη 2. Δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα είχε γνώση της όποιας πίεσης που ίσως ασκήθηκε στην Εναγόμενη 2 από τον Εναγόμενο 1. Η θέση ότι είχε ασκηθεί ψυχική πίεση από τον Εναγόμενο 1 έχει απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσδιορίστηκε από την Εναγόμενη 2 ποια ήταν αυτή η πίεση. Οπόταν, η υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης απορρίπτεται. Προωθήθηκε, από την Εναγόμενη 2, ότι η ίδια δεν παρέλαβε τις επιστολές τερματισμού. Η μαρτυρία από τη Μ.Ε.7 ήταν ότι η ίδια τις συνέταξε καταγράφοντας την τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2 και τις διαβίβασε στο αρμόδιο Τμήμα της Τράπεζας για ταχυδρόμηση και ουδέποτε επιστράφηκαν. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., Reissue, Τόμος Γ 7
(1), σελίδα 393, παράγραφος 882 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης επιστολής: «882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted. The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written. » Στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ. 2009 το Εφετείο αντιμετώπισε σχετικά παρόμοιο με το εξεταζόμενο ζήτημα. Παραθέτω το σχετικό μέρος της απόφασης: «Η μάρτυς της Εφεσείουσας τράπεζας κατέθεσε ότι η συμφωνία μεταξύ της Εφεσείουσας τράπεζας και των Εφεσιβλήτων τερματίστηκε με επιστολές, αντίγραφα των οποίων βρίσκονταν στο φάκελό της. Οι επιστολές αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11, 13 και
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: "Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιδεικνύει είτε τον τερματισμό της συμφωνίας είτε την ενημέρωση των εγγυητών περί της παράβασης της συμφωνίας από την πρωτοφειλέτιδα και κατά συνέπεια την υποχρέωση τους όπως ενεργήσουν με βάση τους όρους της εγγύησής τους. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ταχυδρόμηση των επιστολών εγείρει τεκμήριο αποστολής των επιστολών όμως δεν έχει φανεί πλην της καταχώρησης αυτών των αντιγράφων που ευρίσκονταν στο φάκελο που τηρούσε η μάρτυρας ότι αυτά έχουν ταχυδρομηθεί, από ποιον και πότε."». Όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι δεν λήφθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή από την Εναγόμενη 2, αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Μαυροσκούφη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ότι, από τη στιγμή που η εφεσίβλητη είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγράφων για να τα μελετήσει πριν υπογράψει, δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είχε λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της, με παραπομπή στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά. (ανωτέρω). Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Διονυσίου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ Πολ. Έφεση 450/2012 ημερ. 26/06/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- Συνεπακόλουθα, από τη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν πολύ καλά τον χαρακτήρα και τη φύση της συμφωνίας που υπέγραψαν, αφού η Εναγόμενη 2 είχε πάντοτε στο νου της τη φοβία απώλειας της κατοικίας της. Τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε κατέγραφαν τους κινδύνους με έντονα μαύρα γράμματα. Οι θέσεις που προωθήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 2 καταρρίφθηκαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, αυτός αποδέχθηκε την υπογραφή των συμφωνιών αλλά αμφισβήτησε το ποσό χωρίς όμως να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεών του. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1149, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες η πρόθεση των διαδίκων, ως προς τη δημιουργία εννόμων σχέσεων, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενό τους. Δεν επιτρέπεται έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία, κατά κανόνα, για διαπραγματεύσεις των μερών για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους, αφού αυτές είναι καταγραμμένες στο γραπτό κείμενο. Δεν επιτρέπεται, επίσης, μαρτυρία η οποία να τροποποιεί ή διαφοροποιεί γραπτούς όρους συμφωνίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που έχει καταγραφεί στη Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961, όταν κάποιος, που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει, δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειές του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος στα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Με βάση την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που πρόσφερε η Ενάγουσα και την αντίστοιχη απόρριψη αυτής των Εναγόμενων 1 και 2, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων, ήτοι δανείων, εγγύησης και υποθήκευσης του συγκεκριμένου ακινήτου το οποίο ανήκε στην Εναγόμενη 2 υπό τις συνθήκες που η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε. Περαιτέρω, ανάλογα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας είναι και τα ευρήματα ως προς τους λόγους τερματισμού των συμφωνιών, την πορεία τερματισμού και το ύψος των ποσών που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Η Ενάγουσα, μέσα από το σύνολο της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας, έχει αποδείξει την απαίτησή της στο ύψος των ποσών που αξιώνει με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις Τράπεζα Κύπρου ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως προσωρινού Εκκαθαριστή της εταιρείας Deme-Dairy Ltd, Πολ. Έφεση 246/13 ημερ. 11/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A523 και Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση 448/12 ημερ. 17/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Όσον αφορά την επιβολή τόκου υπερημερίας, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Ενάγουσα δικαιούται να διεκδικεί τόκο υπερημερίας, εφόσον τέτοιος τόκος προβλεπόταν στις επίδικες συμφωνίες (βλ. Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/2013 ημερ. 03/12/2019), ECLI:CY:AD:2019:A
- Ενόψει του γεγονότος ότι ο τόκος υπερημερίας έχει περιοριστεί στο 2%, είναι εντός των προνοιών του άρθρου 3(ιβ) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/
- Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα, η οποία γίνεται δεκτή για όλους τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί η σύναψη και οι όροι των επίδικων συμφωνιών, η παράβαση των όρων από τους Εναγόμενους 1 και 2 και ο νόμιμος τερματισμός τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο για κάθε συμφωνία. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτησή του. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για τα εξής ποσά: Α. €56.091,39 πλέον τόκους προς 10% ετησίως από 09/11/2021 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Β. €36.680,58 πλέον τόκους προς 5.881% ετησίως από 09/11/2021 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Γ. €137.208,28 πλέον τόκους προς 8.75% ετησίως από 09/11/2021 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει δανείου, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα εκποίησης των Υποθηκών με αρ. Υ1707/10 και Υ1709/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και την πώληση του ακινήτου το οποίο περιγράφεται στις συγκεκριμένες Υποθήκες και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγόμενων 1 και
- Τυχόν περίσσευμα, να επιστραφεί στην Εναγομένη
- Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο