ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΑΠΕΤΤΑ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 501/2019, 7/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 501/2019 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΑΠΕΤΤΑ Ενάγουσας -και- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Κ. Κουππαρή για Cassandra Kouppari & Asccoiates Ltd Για Εναγόμενο: κος Ευαγγέλου για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
- Με την παρούσα αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις έναντι του Εναγόμενου για ζημιές ύψους €2.500 πλέον Φ.Π.Α., τις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπέστη συνεπεία ελαττωματικών εργασιών που εκτέλεσε ο Ενάγοντας επί της οικίας της («το Ακίνητο»).
- Ειδικότερα, με την Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου οικοπέδου στην Επαρχία Αμμοχώστου. Ο σύζυγος της την εκπροσωπούσε κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Ο Εναγόμενος είναι υπεργολάβος και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο μεταξύ άλλων με την τοποθέτηση ξύλινων στεγών και άλλες εργοληπτικές εργασίες.
- Τον Ιούνιο του 2019 δυνάμει προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας και/ή γραπτής προσφοράς ο Εναγόμενος ανέλαβε να τοποθετήσει ξύλινη κατασκευή επί της στέγης του Ακινήτου («η Στέγη») για το συνολικό κόστος των €27.727 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Τον Αύγουστο του 2019 ο Εναγόμενος αποπεράτωσε τις πιο πάνω εργασίες και η Ενάγουσα δια μέσου του συζύγου της, του κατέβαλε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό.
- Ήταν ουσιώδης όρος της ως άνω συμφωνίας ότι ο Εναγόμενος θα τοποθετούσε ένα παράθυρο στη μέση της Στέγης («το Παράθυρο»), κατά παράβαση του οποίου ο Εναγόμενος το τοποθέτησε στην άκρη της Στέγης. Ο σύζυγος της αμέσως το ανέφερε προφορικά στον Εναγόμενο, όμως ο ίδιος ουδέν μέτρο έλαβε για αποκατάσταση. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα μέσω του συζύγου της αποτάθηκε σε άλλο υπεργολάβο για να πάρει προσφορά για την μετακίνηση του Παραθύρου επί της Στέγης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €2500 πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω, ανταλλάχθηκαν επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων.
- Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση στη βάση του ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με την Ενάγουσα και ότι ουδέποτε συνήφθη οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία και ως εκ τούτου, ως ισχυρίζεται, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της Αγωγής εναντίον του.
- Άνευ επηρεασμού της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης αναφέρει ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, ότι ο ίδιος είχε μόνο συνομιλίες με τον κο Αλέξη Θεοδούλου και ουδέποτε του έδειξε οποιοδήποτε πληρεξούσιο με το οποίο να δηλώνει ότι εκπροσωπούσε την Ενάγουσα. Επιπλέον, καμία συμφωνία υπήρξε μεταξύ των διαδίκων. Αντίθετα, αφού παρέδωσε ολοκληρωμένη την εργασία του στις αρχές του Αυγούστου 2019, ο κος Θεοδούλου του κατέβαλε μέρος του συμφωνηθέντος ποσού και αφού ενέκρινε την άριστη και παραδοθείσα εργασία του, του κατέβαλε ολόκληρο το συνολικό συμφωνηθέν ποσό.
- Περαιτέρω προβάλλει ότι καμία κακοτεχνία υπήρξε ενώ για οποιαδήποτε εργασία σε σχέση με την εφαρμογή και τοποθέτηση της ξύλινης κατασκευής και παραθύρου αυτό γινόταν πάντοτε με την σύμφωνη γνώμη και έγκριση του κ. Θεοδούλου. Απορρίπτει τη θέση της Ενάγουσας περί παράβασης συμφωνίας ενώ προβάλλει ότι η εργασία που διεκπεραίωσε ανταποκρίνεται πλήρως στα συμφωνηθέντα μεταξύ του ιδίου και του κου Θεοδούλου.
- Με την Απάντηση της η Ενάγουσα προβάλλει ότι εξ υπαρχής ο σύζυγος της αποκάλυψε στον Εναγόμενο ότι ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. II. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
- Η Αγωγή καταχωρήθηκε σε χρόνο που ίσχυαν οι πρόνοιες της Νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώ το αντικείμενο της διαφοράς κατατάσσει αυτή στην κατηγορία «ταχείας εκδίκασης» δυνάμει της Διαταγής 30 θεσμός
- Ως εκ τούτου το σύνολο της μαρτυρίας προσκομίστηκε υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και ουδείς αντεξετάστηκε. Ακολούθως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρουσίασαν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους προωθώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων ήταν βοηθητικές προς το Δικαστήριο το οποίο τις έχει μελετήσει. Δεν κρίνω πρόσφορο να προχωρήσω σε σύνοψη των θέσεων που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και αναφορά στα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. ΙΙΙ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Σύνοψη μαρτυρίας Ενάγουσας
- Όπως προανέφερα, η Ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κατέθεσε γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης («η ΕΔ Παπέττα»). Εκεί αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια του Ακινήτου και προς τούτο επισυνάπτει αντίγραφο άδειας οικοδομής, ως Τεκμήριο
- Προβάλλει ότι ο σύζυγος της, κος Αλέξης Θεοδούλου, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο την εκπροσωπούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της βάσει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 2.1.2019, το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Αναφέρει επίσης ότι καθ' όλη την διάρκεια της συμφωνίας, η προσφορά και οι αποδείξεις (τιμολόγια και είσπραξη) εκδίδονταν επ' ονόματι του Αλέξη Θεοδούλου ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της.
- Επιπλέον επαναλαμβάνει τις θέσεις της που προβάλλει στα πλαίσια της αγωγής της και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 το δελτίο προσφοράς του Εναγόμενου για το ποσό των €27.727 πλέον Φ.Π.Α. Σημειώνει ότι το έργο είχε εργολάβο τον οποίο κατονόμασε συγκεκριμένα καθώς και επιβλέποντα μηχανικό «ο οποίος έδωσε οδηγίες με βάση τα σχέδια που επισυνάπτονται να υλοποιηθούν οι εργασίες.» Ως Τεκμήριο 4 επισυνάπτει τα ως άνω αναφερόμενα σχέδια τα οποία, σύμφωνα με τη θέση της, δεικνύουν ότι το παράθυρο θα έπρεπε να γίνει στο κέντρο της βόρειας όψης και επεξηγεί ότι ακολούθως συμφωνήθηκε όπως το παράθυρο τοποθετηθεί στο κέντρο της δυτικής όψης ως σκιαγραφείται με μολύβι. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει τροποποιημένο σχέδιο ως Τεκμήριο
- Επιπλέον, προβάλλει ότι ο εναγόμενος γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο σύζυγός της ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της καθότι του δόθηκε και αντίγραφο της άδειας οικοδομής που φαίνεται ότι το ακίνητο είναι ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Περαιτέρω, στον Εναγόμενο δόθηκαν και τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία συμφώνως των οδηγιών του επιβλέποντος μηχανικού θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει. Επιπλέον, προβάλλει ως περαιτέρω απόδειξη της γνώσης του Εναγόμενου ότι ο σύζυγος της ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, την ίδια την προσφορά του Εναγόμενου και το υπ΄ αριθμό 0370 τιμολόγιο όπου αναγράφεται το όνομα της και το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Αποτελεί τη θέση της ότι ήταν ουσιώδης όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, όπως ο Εναγόμενος τοποθετήσει ένα παράθυρο στο κέντρο του τοίχου της ξύλινης στέγης δυτική όψη, όπως οι οδηγίες της Ενάγουσας και οι οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού. Αντί αυτού, το παράθυρο τοποθετήθηκε στην άκρη της δυτικής όψης και προς τούτο επισυνάπτει «σκιαγραφημένο σχέδιο» ως Τεκμήριο
- Ο σύζυγος της το ανάφερε προφορικά στον Εναγόμενο. Γραπτώς το ανέφερε και ο εργολάβος.
- Ο Εναγόμενος υποσχέθηκε ότι θα προχωρούσε στην επιδιόρθωση της πιο πάνω κακοτεχνίας η οποία συνιστούσε παράβαση προφορικής συμφωνίας αλλά και αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου, αλλά ανέφερε ότι ολόκληρο το ποσό θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί και μόνο τότε θα προχωρούσε σε διορθωτικά μέτρα. Επειδή η Ενάγουσα και η σύζυγος της «τον πίστεψαν» του κατέβαλαν το υπόλοιπο οφειλόμενο. Δέσμη τιμολογίων και αντίστοιχες αποδείξεις επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήρια 10 μέχρι 12 επισυνάπτει τις επιστολές των δικηγόρων των μερών. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού για τις οδηγίες του σε σχέση με το έργο. Επιπλέον προβάλλει ότι η λανθασμένη τοποθέτηση του παραθύρου επηρεάζει αρνητικά και τον φωτισμό και τον διαχωρισμό της οικίας και προς τούτο, έλαβε προσφορές για μετακίνηση του παραθύρου από άλλους επαγγελματίες, τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήρια 14 και 15 και οι οποίες δεικνύουν ότι το κόστος επιδιόρθωσης θα ανέρχεται στο ποσό των €2500 - €2700 πλέον Φ.ΠΑ. Τέλος, προβάλλει ότι ο Εναγόμενος παράνομα δημοσίευσε φωτογραφίες του Ακινήτου σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 16 ενώ προέβη σε καταγγελία στον Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Σύνοψη μαρτυρίας Αλέξη Θεοδούλου
- Προς υποστήριξη της απαίτησης της Ενάγουσας ένορκη δήλωση κατέθεσε και ο κος Αλέξης Θεοδούλου («η ΕΔ Θεοδούλου») ο οποίος επανέλαβε τις θέσεις τις Ενάγουσας με σχεδόν πανομοιότυπους όρους και επισύναψε εκ νέου αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 2 Στην ΕΔ Παπέττα) και το δελτίο προσφοράς (Τεκμήριο 3 στην ΕΔ Παπέττα), ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα. Επιπλέον, προέβαλε ότι ο πατέρας του κου Θεοδούλου, 2 εβδομάδες αφού ο Εναγόμενος έλαβε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό, τηλεφώνησε στον Εναγόμενο για να προσέλθει άμεσα για να επιδιορθώσει το λάθος του και ο ίδιος ο Εναγόμενος υποσχέθηκε για ακόμα μια φορά ότι θα το πράξει. Επισυνάπτει προς τούτο σχετική ένορκη δήλωση του πατέρα του κου Θεοδούλου, κου Λάκη Ιωάννου, ως Τεκμήριο 3, δια της οποίας ο τελευταίος επιβεβαιώνει ότι ο Εναγόμενος απολογήθηκε και του επιβεβαίωσε ότι θα προχωρούσε σε διορθωτικά μέτρα. Σύνοψη μαρτυρίας Εναγόμενου
- Ένορκη δήλωση κατέθεσε και ο ίδιος ο Εναγόμενους («η ΕΔ Αλεξάνδρου»). Ο Εναγόμενος υιοθετεί τους ισχυρισμούς του ως αναγράφονται στην Υπεράσπιση και αναφέρει ότι ο ίδιος είναι αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο και εργάζεται ως πελεκάνος και ξυλουργός από το έτος 2008 και προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφέρει ότι ουδεμία σχέση έχει με την Ενάγουσα και ουδέποτε υπήρξε πελατειακή σχέση μεταξύ τους.
- Ανέφερε ότι κατά τις αρχές του έτους 2019 επικοινώνησε μαζί του ο κος Αλέξης Θεοδούλου σχετικά με μια ξύλινη κατασκευή που επιθυμούσε να τοποθετήσει στην οροφή της οικίας του και εφαρμογή και τοποθέτηση παραθύρου στο κέντρο της δυτικής όψης της στέγης αυτής στο χωριό Αυγόρου. Έπειτα από εντολή και σχετικές οδηγίες του κου Θεοδούλου προχώρησε σε ανάλογη μελέτη, σχέδια και έρευνα για τα κατάλληλα υλικά και ετοίμασε μια προσφορά, ως το Τεκμήριο 3 της ΕΔ Παπέττα. Όταν η προσφορά έγινε αποδεκτή, προχώρησε στη διαδικασία εφαρμογής και τοποθέτησης της στέγης στην οροφή της οικίας και στην εφαρμογή και τοποθέτηση του παραθύρου στο κέντρο της δυτικής όψης της στέγης, όπως του είχε ζητηθεί από τον κο Θεοδούλου.
- Όταν ο κος Θεοδούλου ενέκρινε την κατασκευή της στέγης και τον κεντρικό σκελετό για την τοποθέτηση του παραθύρου προχώρησε στην τοποθέτηση του ξύλινου παραθύρου στο κέντρο της δυτικής όψης της στέγης της επίδικης οικίας. Ως Τεκμήριο Β επισυνάπτει αντίγραφο από το αρχιτεκτονικό σχέδιο της επίδικης οικίας και ως Τεκμήριο Γ δέσμη από αντίγραφα φωτογραφικών που δεικνύουν την εφαρμογή και τοποθέτηση της ξύλινης κατασκευής.
- Όταν η εφαρμογή και η τοποθέτηση της ξύλινης κατασκευής μαζί με το παράθυρο ολοκληρωθήκαν, ο κος Θεοδούλου δήλωσε ευχαριστημένος και του κατέβαλε μέρος του συμφωνηθέντος ποσού. Μετέπειτα όταν ενέκρινε την άριστη παραδοθείσα εργασία του, του κατέβαλε ολόκληρο το συνολικό συμφωνηθέν ποσό, ως εμφαίνεται επί Τεκμηρίου 9 της ΕΔ Παπέττα. IV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΗΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
- Από τις έγγραφες προτάσεις και από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, προκύπτουν τα πιο κάτω ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: (α) Ότι ο Εναγόμενος παραχώρησε στον κο Θεοδούλου προσφορά για την εκτέλεση εργασιών επί του Ακινήτου, ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 στην ΕΔ Παπέττα. (β) Ότι συμφωνήθηκε μεταξύ του κου Θεοδούλου και του Εναγόμενου όπως το Παράθυρο τοποθετηθεί στο κέντρο της δυτικής όψης της Στέγης. (γ) Ότι οι φωτογραφίες, Τεκμήριο Γ στην ΕΔ Αλεξάνδρου («οι Φωτογραφίες»), απεικονίζουν τη Στέγη και το Παράθυρο. (δ) Ότι ο κος Θεοδούλου κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα προς τον Ενάγοντα. (ε) Ότι η Ενάγουσα έλαβε προσφορές για επανατοποθέτηση του Παραθύρου στο κέντρο της δυτικής όψης της Στέγης, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 14 και 15 της ΕΔ Παπέττα.
- Στη βάση των πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
- Τα επίδικα θέματα που απομένουν προς επίλυση είναι περιορισμένα και έχουν ως εξής: Πρώτον, κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή (βλ. προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου). Δεύτερον, κατά πόσο το Παράθυρο τοποθετήθηκε στο κέντρο ή στην άκρη της δυτικής όψης της Στέγης. Υπενθυμίζω ότι η θέση της Ενάγουσας είναι ότι το Παράθυρο τοποθετήθηκε στην άκρη της δυτικής όψης της Στέγης και η θέση του Εναγόμενου ότι το Παράθυρο τοποθετήθηκε στη μέση. Τρίτον, εάν η Ενάγουσα απέδειξε ότι το Παράθυρο τοποθετήθηκε στην άκρη της δυτικής όψης της Στέγης, κατά πόσο η Ενάγουσα έχει υποστεί ζημιές ύψους «€2500 πλέον Φ.Π.Α.». VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία δεν αλλοιώνεται ούτε ατονεί είτε ως θέμα αρχής είτε ως θέμα πρακτικής στα πλαίσια εκδίκασης υποθέσεων που κατατάσσονται ως «ταχείας εκδίκασης», όπως είναι η παρούσα. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την συμπεριφορά των μαρτύρων από το εδώλιο του μάρτυρα τούτο δεν είναι καθοριστικό για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου θα ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη σωρεία άλλων παραγόντων που έχουν καθιερωθεί από την πάγια νομολογία όπως είναι για παράδειγμα η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία ή άλλη μαρτυρία (π.χ. πραγματική μαρτυρία) και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων των μαρτύρων (βλ. Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192), Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.185/2012, 19.4.2018), ECLI:CY:AD:2018:A179, έχοντας κατά νου και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367). Η προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου
- Στρεφόμενη πρωτίστως στην προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου, αποτέλεσε τη θέση του ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθώς δεν στοιχειοθετήθηκε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου και επομένως η ίδια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της Αγωγής. Η πιο πάνω θέση του Εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η Ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κος Θεοδούλου ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως αντιπρόσωπος της δυνάμει του Τεκμηρίου 2 στην ΕΔ Παπέτττα, το περιεχόμενο και η εγκυρότητα του οποίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Περαιτέρω, ούτε η θέση της ότι είναι ιδιοκτήτρια του Ακινήτου αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των μερών, όπως προκύπτει από την ΕΔ Αλεξάνδρου. Ουδόλως ο Εναγόμενος τοποθετήθηκε επί τούτου και συνεπώς η θέση της παρέμεινε αναντίλεκτη. Παρεμβάλλω εδώ ότι Τεκμήριο 1 στην ΕΔ Παπέττα δεν δύναται να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψιν καθώς δεν εμπεριέχεται στην ένορκη αποκάλυψη που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, και με δεδομένη τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού της ότι η ίδια είναι η ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, προβαίνω σε ανάλογο εύρημα.
- Στη βάση του ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, ορθά η ίδια ήγειρε την παρούσα αγωγή εφόσον είναι το πρόσωπο το οποίο, υπό αυτή της την ιδιότητα θα επωμιζόταν την οποιαδήποτε ζημιά από τυχόν παράβαση του Εναγόμενου, με δεδομένο το ότι οι εργασίες συμφωνήθηκαν να εκτελεστούν επί του Ακινήτου, ως επίσης είναι κοινώς αποδεκτό. Το κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε γνώση του γεγονότος ότι ο κος Θεοδούλου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αν ο αντιπρόσωπος (εδώ ο κος Θεοδούλου) καταρτίσει σύμβαση με πρόσωπο που δεν γνωρίζει, ούτε έχει λόγο να υποπτεύεται ότι αυτό ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου, ο αντιπροσωπευόμενος (εδώ η Ενάγουσα) δύναται να απαιτήσει την εκπλήρωση της σύμβασης, ο άλλος συμβαλλόμενος (εδώ ο Εναγόμενος) έχει έναντι του αντιπροσωπευόμενου τα ίδια δικαιώματα τα οποία θα είχε έναντι του αντιπρόσωπου, αν αυτός ενεργούσε θα δικό του λογαριασμό. Συνεπώς, το ζήτημα της γνώσης του Εναγόμενου θα καθίστατο σχετικό στην περίπτωση απαίτησης του Εναγόμενου έναντι του κου Θεοδούλου ή της Ενάγουσας και όχι το αντίστροφο.
- Συνεπεία των πιο πάνω η προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου αποτυγχάνει. Κατά πόσο το Παράθυρο τοποθετήθηκε στην άκρη της Στέγης
- Στρεφόμενη στο κατά πόσο το Παράθυρο τοποθετήθηκε στην άκρη της Στέγης, η ως άνω θέση της Ενάγουσας δεν στοιχειοθετείται στον απαιτούμενο βαθμό από την ενώπιον μου μαρτυρία. Ειδικότερα, από την πραγματική μαρτυρία ενώπιον μου, ήτοι τις Φωτογραφείς, οι οποίες αποτελούν ασφαλή και αξιόπιστο οδηγό ως προς την ακρίβεια των θέσεων των μερών,[1] ουδόλως προκύπτει η τοποθέτηση Παραθύρου στην άκρη της Στέγης. Υπενθυμίζω ότι το γεγονός ότι οι Φωτογραφίες απεικονίζουν τις εκτελεσθείσες εργασίες αποτέλεσαν κοινώς αποδεκτό γεγονός από τις οποίες όμως καταρρίπτονται τα όσα η Ενάγουσα προβάλλει σε σχέση με το σημείο τοποθέτησης του Παραθύρου.
- Το Τεκμήριο 13 στην ΕΔ Παπέττα δεν δύναται να παράσχει έρεισμα στη πιο πάνω θέση της Ενάγουσας, καθώς αυτό το οποίο ο επιβλέπων μηχανικός βεβαιώνει είναι την ενημέρωση που ο ίδιος είχε από την Ενάγουσα και από «τον εργολάβο» και δεν επιβεβαιώνει το οτιδήποτε ο ίδιος έχει διαπιστώσει. Ούτε ο πιο πάνω επιβλέπων μηχανικός ούτε ο «εργολάβος» στον οποίο αναφέρεται ο επιβλέπων μηχανικός κλήθηκαν να καταθέσουν, άνευ οποιασδήποτε επεξήγησης. Προκύπτει ότι η δήλωση του επιβλέποντα μηχανικού ως προς το ποια ενημέρωση έλαβε από «τον εργολάβο» αποτελεί εξ ακοής μαρτυρίας, διπλού βαθμού, χωρίς να παραχωρείται οποιαδήποτε επεξήγηση για τη μη κλήτευση του για να καταθέσει (βλ. άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Παρεμβάλλω εδώ ότι το ό,τι η παρούσα διαδικασία διεξάγεται στα πλαίσια της Διαταγής 30 ως Ταχείας Εκδίκασης δεν αναιρεί το δικαίωμα της Ενάγουσας ως διαδίκου προς κλήτευση οιωνδήποτε μαρτύρων για να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε βεβαίως καθ' οιονδήποτε τρόπο μειώνει το βάρος με το οποίο είναι επωμισμένη η Ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν δύναται εύλογα να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στις πιο πάνω δηλώσεις του επιβλέποντος μηχανικού επί του Τεκμήριου 13 στην ΕΔ Παπέττα. Κατ' ίδιο πλέγμα, ούτε ο κος Ιωάννου δια μέσου του Τεκμηρίου 3 της ΕΔ Θεοδούλου φαίνεται να επιβεβαιώνει μέσω της ένορκης του δήλωσης ότι ο ίδιος είδε και διαπίστωσε ότι το Παράθυρο τοποθετήθηκε σε λανθασμένο σημείο και επομένως δεν προκύπτει ούτε εκ μέρους του οποιαδήποτε ανεξάρτητη διαπίστωση των όσων η Ενάγουσα προβάλλει σε σχέση με την τοποθέτηση του Παραθύρου.
- Αντίθετα, οι επεξηγήσεις που παρείχε ο Εναγόμενος δια το ότι ουδόλως παράβηκε τα συμφωνηθέντα συνάδουν τόσο με την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία αλλά, και, ως ζήτημα κοινής λογικής με τη θέση του ότι ο κος Θεοδούλου ενέκρινε τις εργασίες του. Το γεγονός αυτό εύλογα προκύπτει από το γεγονός ότι ο κος Θεοδούλου κατέβαλε προς τον Εναγόμενο ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Προς τούτο, η θέση της Ενάγουσας ότι ο Ενάγοντας ζήτησε ολόκληρο το ποσό για να προβεί σε διορθωτικά μέτρα στερείται λογικής και πειστικότητας εφόσον σε εκείνο το χρονικό σημείο, εάν πράγματι διαπιστωνόταν κακοτεχνία και ο Εναγόμενος εντούτοις ζητούσε ολόκληρο το τίμημα των εργασιών, εύλογα να αναμενόταν ότι θα επέμεινε στην επιδιόρθωση ή θα αποτείνετο σε δικηγόρο, όπως και εν τέλει έπραξε, και όχι να προχωρήσει σε πλήρη εξόφληση του ποσού.
- Συνεπεία όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία της Ενάγουσας και του κου Θεοδούλου σε σχέση με την λανθασμένη τοποθέτηση του Παραθύρου δεν είναι αποδεκτή. Προς τούτο αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου και βρίσκω ότι το Παράθυρο τοποθετήθηκε στην μέση της Στέγης, θέση η οποία συνάδει, επαναλαμβάνω, με την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία.
- Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παράβαση συμφωνίας ή αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου και η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Προσωπικά δεδομένα
- Όσον αφορά τη διαφωνία των μερών ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος παραβίασε οποιαδήποτε προσωπικά δεδομένα της Ενάγουσας, αυτό δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα ούτε αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας επομένως οι σχετικές αναφορές των μερών δεν χρήζουν περαιτέρω εξέτασης. Αποζημιώσεις
- Προχωρώ να εξετάσω για σκοπούς πληρότητας το ζήτημα της επιδίκασης αποζημιώσεων προς όφελος της Ενάγουσας σε περίπτωση που διαπιστωνόταν η λανθασμένη τοποθέτηση του Παραθύρου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της.
- Η γενική αρχή είναι ότι το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Προς τούτο, για σκοπούς επιδίκασης αποζημιώσεων, η Ενάγουσα είναι επωμισμένη να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, όχι μόνο την παράβαση της σύμβασης αλλά και του ύψος της ζημιάς της. Στην Ruxley Electronics and Construction v Forsyth [1995] 3 WLR 118 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: "The starting point is Robinson v. Harman, 1 Exch. 850, where Parke B. said, at p. 855: 'The rule of the common law is, that where a party sustains a loss by reason of a breach of contract, he is, so far as money can do it, to be placed in the same situation, with respect to damages, as if the contract had been performed. This does not mean that in every case of breach of contract the plaintiff can obtain the monetary equivalent of specific performance. It is first necessary to ascertain the loss the plaintiff has in fact suffered by reason of the breach. If he has suffered no loss, as sometimes happens, he can recover no more than nominal damages. For the object of damages is always to compensate the plaintiff, not to punish the defendant."
- Επομένως το ερώτημα που εγείρεται είναι πώς υπολογίζεται υπό τις περιστάσεις το ύψος της ζημιάς και εάν η Ενάγουσα έχει αποσείσει το σχετικό βάρος που βρίσκεται στους ώμους της. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Cypra Ltd v. Α. Γιάπας Λτδ, Πολ. Έφ. 282/2010, 11.5.2015 υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts - Eleventh edition, τόμος 1, παρ. 8-
- «Consideration of the cases illustrated above shows that, in the case of defective work (that is, work not in accordance with the contract) there are in fact three possible bases of assessing damages, namely: (a) the cost of reinstatement; (b) the difference in cost to the builder of the actual work done and the work specified; or (c) the diminution in value of the work due to the breach of contract.»
- Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν αποτέλεσε τη θέση της Ενάγουσας ότι το κόστος της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν μικρότερο για τον Εναγόμενο από αυτό που θα επωμιζόταν εάν η Συμφωνία εκτελείτο κανονικά (difference in cost to the builder). Δεν αποτέλεσε ούτε τη θέση της ότι η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν μειωμένη σε σχέση με αυτήν που είχε συμφωνηθεί (diminution in value). Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αποδώσει αποζημιώσεις στη βάση των πιο πάνω. Η Ενάγουσα περιόρισε την αξίωση της στη βάση του κόστους αποκατάστασης (cost of reinstatement).
- Στην Harrison a.o. v. Shepherd Homes Ltd a.o. [2011] EWHC 1811 (TCC) ο Δικαστής Rasmey J συνόψισε την αγγλική νομολογία επί του θέματος, με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην καθοδηγητική υπόθεση Ruxley Electronics and Construction v Forsyth [1995] 3 WLR 118, ως εξής: "[263] Those cases seem to me to lead to the following general principles when considering an award of damages for defective premises:
(1)There will generally be an award of the cost of reinstatement provided that reinstatement is reasonable: East Ham v Bernard Sunley at 434, 445; Ruxley at 358D, 360E, 367B.
(2)Reinstatement will be unreasonable if the cost of reinstatement would be out of all proportion to the benefit to be obtained: Ruxley at 367B.
(3)The question of reasonableness has to be answered in relation to the particular contract: Ruxley at 358D.
(4)It is not necessary for recovery of the cost of reinstatement to show that the Claimant will reinstate the property but the intention to reinstate may be relevant to reasonableness: Ruxley at 359C to D and 372A to 373E.
(5)If reinstatement is unreasonable then the measure will generally be diminution in value: East Ham v Bernard Sunley at 434, 445; Ruxley at 360E, 367B.
(6)Where reinstatement is unreasonable and there is no diminution in value, then the court may award damages for loss of amenity: Ruxley at 354D, 360H, 374.
(7)There is a general rule, subject to exceptions, established in Addis v Gramophone, that a Claimant cannot recover damages for injured feelings for breach of contract: Watts v Morrow at 1445; Ruxley 374 A to B; Farley v Skinner 747D.
(8)One of the exceptions, explained in Watts v Morrow and Farley v Skinner and applied or adapted in Ruxley and applied in Farley v Skinner is that where the object of the contract is to afford pleasure, relaxation, peace of mind or freedom from molestation such damages are recoverable: Ruxley 374B to D; Farley v Skinner 747D.
(9)In cases not falling within that exception, damages may be recovered for physical inconvenience and discomfort caused by the breach and mental suffering directly related to physical inconvenience and discomfort: Watts v Morrow at 1445F.
(10)That for physical inconvenience or discomfort, the cause of that inconvenience or discomfort must be a sensory (sight, touch, hearing, smell etc) experience: Farley v Skinner at 768D to E.
(11)That any damages under either of the heads are modest: Ruxley at 374C to D; Watts v Morrow at 1443, 1445; Farley v Skinner at 751."
- Θα μπορούσε να κριθεί εύλογη ("reasonable") υπό τις περιστάσεις η επιμονή της Ενάγουσας για την επανατοποθέτηση του Παραθύρου; Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ruxley (ο τονισμός είναι δικός μου): "Reasonableness [.] In building cases, the pecuniary loss is almost always measured in one of two ways; either the difference in value of the work done or the cost of reinstatement. Where the cost of reinstatement is less than the difference in value, the measure of damages will invariably be the cost of reinstatement. By claiming the difference in value the plaintiff would be failing to take reasonable steps to mitigate his loss. In many ordinary cases, too, where reinstatement presents no special problem, the cost of reinstatement will be the obvious measure of damages, even where there is little or no difference in value, or where the difference in value is hard to assess. This is why it is often said that the cost of reinstatement is the ordinary measure of damages for defective performance under a building contract. But it is not the only measure of damages. Sometimes it is the other way round. This was first made clear in the celebrated judgment of Cardozo J. giving the majority opinion in the Court of Appeals of New York in Jacob & Youngs v. Kent, 129 N.E.
- In that case the building owner specified that the plumbing should be carried out with galvanized piping of 'Reading manufacture.' By an oversight, the builder used piping of a different manufacture. The plaintiff builder sued for the balance of his account. The defendant, as in the instant case, counter-claimed the cost of replacing the pipe work even though it would have meant demolishing a substantial part of the completed structure, at great expense. Cardozo J [.] went on to consider the measure of damages in the following paragraph: '[2] In the circumstances of this case, we think the measure of the allowance is not the cost of replacement, which would be great, but the difference in value, which would be either nominal or nothing . It is true that in most cases the cost of replacement is the measure . The owner is entitled to the money which will permit him to complete, unless the cost of completion is grossly and unfairly out of proportion to the good to be attained. When that is true, the measure is the difference in value. Specifications call, let us say, for a foundation built of granite quarried in Vermont. On the completion of the building, the owner learns that through the blunder of a sub-contractor part of the foundation has been built of granite of the same quality quarried in New Hampshire. The measure of allowance is not the cost of reconstruction. There may be omissions of that which could not afterwards be supplied exactly as called for by the contract without taking down the building to its foundations, and at the same time the omission may not affect the value of the building for use or otherwise, except so slightly as to be hardly appreciable.' Cardozo J.'s judgment is important, because it establishes two principles, which I believe to be correct, and which are directly relevant to the present case; first, the cost of reinstatement is not the appropriate measure of damages if the expenditure would be out of all proportion to the benefit to be obtained, and, secondly, the appropriate measure of damages in such a case is the difference in value, even though it would result in a nominal award. [.] In G. W. Atkins Ltd. v. Scott
(1991)7 Const. L.J. 215, the building owner complained of some defective tiling. He claimed £1,229 as the cost of retiling the whole roof. The county court judge found that the tiling was defective, but that the defects were mostly cosmetic and of a minor character. He refused to give the plaintiff the cost of reinstatement, but awarded instead the sum of £250 as damages for bad workmanship. His reason, according to the Court of Appeal, was because he regarded the defects as not being very serious, and accordingly that it would be unreasonable to go to the expense of completely stripping the tiles. His decision was upheld by the Court of Appeal. Sir David Cairns said that the judge's finding that it would be unreasonable to award the cost of reinstatement was not open to attack on appeal. [.] Ackner L.J. said, at pp. 221-222: 'I accept that the court must have some regard for the predilections of the building owner, but that is only one of the factors. To take a wholly fanciful example; the half-round tiles at the edge of the bath, as shown in photograph 1, were white. They did not match the tiles as they should have done. If, for the purpose of the argument, they could only have been removed and replaced by the removal of all the tiles in the bathroom at a cost of several hundred pounds, would it have been reasonable for the plaintiff to have required this to be done? Mr. Hicks contends that his client is entitled to say 'I want what I bargained for. What you have done is unacceptable to me.' Such an approach seems to me to make his client the sole arbiter of what is reasonable.' [.] Mr. Jacob submits that the decision is erroneous, at least in so far as the court upheld the award of £250 general damages. But it seems to me that it is a well-reasoned authority that the cost of reinstatement is recoverable, but only if it is reasonable for the plaintiff to insist on that course. Otherwise the measure of damages will be the diminution in the value of the work."[2]
- Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι κατατοπιστικά του έργου που αντιμετωπίζει ενάγοντας ο οποίος αξιώνει ζημιές στη βάση του κόστους αποκατάστασης. Θα πρέπει να καταδείξει, μεταξύ άλλων, την αναγκαιότητα της επιδιόρθωσης ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αποφανθεί κατά πόσο η συγκεκριμένη βάση ως μέτρο επιδίκασης αποζημίωσης θα ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Εάν δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρακτική αναγκαιότητα τότε θα πρέπει να αναφέρει ότι ήταν απλώς μια υποκειμενική επιθυμία ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται αποδώσει ανάλογες, μειωμένου ύψους, αποζημιώσεις.
- Η Ενάγουσα προέβαλε ότι η λανθασμένη τοποθέτηση του Παραθύρου «επηρεάζει αρνητικά και τον φωτισμό και διαχωρισμό της οικίας» (βλ. παρ.16 της ΕΔ Παπέττα). Καμία περαιτέρω επεξήγηση παρείχε. Δεν επεξήγησε, για παράδειγμα, ποιες ακριβώς είναι οι επιπτώσεις της παράβασης επί του φωτισμού και σε ποια έκταση, σε ποια σημεία και για ποιον λόγο η λανθασμένη τοποθέτηση ενός και μόνο παραθύρου επηρεάζει το φωτισμό «της οικίας», δηλαδή, ολόκληρης της οικίας. Περαιτέρω, τίποτε δεν ανέφερε σχετικά τους λόγους για τους οποίους σύμφωνα με τη θέση της η λανθασμένη τοποθέτηση Παραθύρου επηρεάζει και τον «διαχωρισμό» της οικίας, ούτε προκύπτει εμφανώς οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ των δύο. Ούτε το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε οιεσδήποτε εικασίες ως προς τα πιο πάνω. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Linklaters Business Services v. Sir Robert MacAlpine Ltd [2010] EWHC 2931 (TCC) "one needs first of all to determine that the loss in question flows naturally from and is effectively causatively linked to the established breach of contract."
- Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο, ακόμα και να διαπίστωνε παράβαση συμφωνίας, δεν θα ήταν σε θέση να εξαγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με το εύλογο της χρήσης του κόστους αποκατάστασης ως μέτρο αποζημίωσης στην υπό κρίση περίπτωση. Όμως ούτε και μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την μείωση της αξίας της εκτελεσθείσας εργασίας (diminution in value). Υπό το φως όλων των πιο πάνω, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, θα επιδικάζονταν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Υπό το φως των πιο πάνω η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........ Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη & Ν. Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» (Β' Έκδοση)
(2016)σελ. 333, 337 και 338. [2] Βλ. επίσης την Linklaters Business Services v. Sir Robert MacAlpine Ltd [2010] EWHC 2931 (TCC) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο