Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Δήμητρα Νεοφύτου κ.α., Αρ. Αγωγής 671/2014, 15/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον Ν. Παπανδρέου, ΕΔ. Αρ. Αγωγής 671/2014 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Δήμητρα Νεοφύτου 2. Χριστάκης Κκόλου 3. Νεόφυτος Νεοφύτου 4. Χρίστα Δ. Κυριάκου Εναγόμενων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 25.4.2018 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Δήμητρα Νεοφύτου 2. Χριστάκης Κκόλου 3. Νεόφυτος Νεοφύτου 4. Νεόφυτου Νεοφύτου, Α.Δ.Τ. [ ], ως διαχειριστής της περιουσίας της Χρίστας Νεοφύτου Κυριάκου Εναγόμενων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.12.2021 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Δήμητρα Νεοφύτου 2. Χριστάκης Κκόλου 3. Νεόφυτος Νεοφύτου 4. Νεόφυτου Νεοφύτου, Α.Δ.Τ. [ ], ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χρίστας Νεοφύτου Κυριάκου Εναγόμενων ___________________________________________________________________ Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου 20222 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Α Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: Α. Προδρόμου για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Με το Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα τους οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους €97.129,19 πλέον τόκο προς 6.75% επί του ποσού των €96.114,24, από 26.3.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως πρωτοφειλέτες πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβαν από τους Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές τους. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες αξιώνουν έναντι της Εναγόμενης 4 διάταγμα δια την εκποίηση υποθήκης ακινήτου που βρίσκεται στην Επαρχία Αμμοχώστου, και το οποίο υποθηκεύτηκε προς όφελος των Εναγόντων ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι των Εναγόντων. ΙΙ. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ (α) Η ΑΓΩΓΗ 3. Με την Αγωγή τους οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή αποτελούσαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη νομοθεσία και διεξήγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Δυνάμει ειδικού ψηφίσματος το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 12.12.2004, μετονομάστηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η αποβιώσασα Χρίστα Νεοφύτου Κυριάκου απεβίωσε στις 19.4.2019 και διαχειριστής της περιουσίας της διορίστηκε ο Εναγόμενος 3. 4. Ως προς τα γεγονότα προβάλλουν ότι κατά ή περί τις 8.4.2008, οι Ενάγοντες, κατόπιν αίτησης των Εναγόμενων 1 και 2, συμφώνησαν να τους παραχωρήσουν δάνειο ύψους €100.000,00 («το Δάνειο») πληρωτέο δια 180 μηνιαίων δόσεων («η Συμφωνία Δανείου»). Ακολούθως, και πάλιν κατόπιν αίτησης των Εναγόμενων 1 και 2, η Συμφωνία Δανείου τροποποιήθηκε δια τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 22.7.2011 («η Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου») δια της οποίας διαφοροποιείτο ο τρόπος αποπληρωμής του Δανείου. Η Τροποποιητική Συμφωνία ήταν συμπληρωματική της Συμφωνίας Δανείου και η Συμφωνία Δανείου θα παρέμενε σε πλήρη ισχύ, εκτός στο βαθμό που διαφοροποιείτο από την Συμφωνία Δανείου. Παρατίθενται στα πλαίσια της Έκθεσης Απαίτησης οι όροι των πιο πάνω συμφωνιών με λεπτομέρεια. 5. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι των Εναγόντων: (α) Οι Εναγόμενοι 3 και 4 στις 8.4.2008 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης δια της οποίας εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2, μέχρι του ποσού των €120.000,00, πλέον τόκους και έξοδα («η Συμφωνία Εγγύησης»). (β) Η Εναγόμενη 4 προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου έγγραφα υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 4 («το Ακίνητο») με αποτέλεσμα την υποθήκευση του προς όφελος των Εναγόντων («η Υποθήκη»). (γ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν στους Ενάγοντες δυνάμει σχετικών συμφωνιών εκχώρησης, τα δικαιώματα τους που απέρρεαν από ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής τα οποία είχαν επισυνάψει με συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, για το ποσό των €50,000. 6. Οι Ενάγοντες προς εκπλήρωση των όρων της Συμφωνίας Δανείου παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 το Δάνειο και ανοίχθηκε προς τούτο ο υπ' αριθμό [ ] τραπεζικός λογαριασμός («ο Λογαριασμός Δανείου»). 7. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων των πιο πάνω συμφωνιών παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους συμφωνιών, με αποτέλεσμα να οφείλουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν. Οι Ενάγοντες μέσω επιστολών τους ημερομηνίας 30.5.2012 προς τους Εναγόμενους, τους ενημέρωσαν για τις πιο πάνω παραβάσεις και τους κάλεσαν σε συμμόρφωση. Με περαιτέρω επιστολές τους προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 26.4.2014 τερμάτισαν την λειτουργία του Δανείου. Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα εξακολουθούν να αρνούνται και/ή να παραλείπουν και/ή να αμελούν να συμμορφωθούν. (β) Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 8. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το σύνολο των ισχυρισμών των Εναγόντων, καλούν τους Ενάγοντες σε απόδειξη των ισχυρισμών τους και προβάλουν ότι ουδέποτε ουδέποτε σύναψαν οποιαδήποτε έγγραφη συμφωνία μαζί με τους Ενάγοντες και ουδέποτε ανοίχθηκε οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. 9. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω προβάλλουν ότι «έστω και αν συνάφθηκαν οι ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες συμφωνίες», η οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία «είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αυτή υπεγράφη υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης (undue influence) και/ή μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα» έναντι των Εναγόμενων «και δεν είναι καν σύμβαση γιατί ελλείπουν ουσιώδεις όροι και /ή διότι περιέχονται σε αυτήν καταχρηστικοί και/ή εικονικοί και /ή παράνομοι και/ή ετεροβαρείς και/ή επαχθείς και /ή άλλως όροι.» Προβάλλουν επίσης ότι οι συμφωνίες συνήφθησαν κατόπιν «ψευδών παραστάσεων και/ή υποσχέσεων και/ή ψυχικών πιέσεων και/ή άλλως πως των Εναγόντων και/ή των υπαλλήλων των και/ή εν γνώσει και συγκατάθεση αυτών για να πείσουν τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να υπογράψουν τις ισχυριζόμενες από ενάγοντες συμφωνίες.» 10. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι δεν τέθηκε η προσοχή των Εναγόμενων σε ουσιώδεις όρους των συμφωνιών και δεν υπήρχε οποιαδήποτε ενημέρωση λόγω της δυσανάλογης θέσης ισχύος των Εναγόντων, τους οποίους οι Εναγόμενοι εμπιστεύτηκαν. Δεν επεξηγήθηκε ούτε η νομική σημασία ή οι επιπτώσεις που θα είχαν σε αυτούς. Αντίθετα, οι Ενάγοντες παρουσίασαν τις εν λόγω συμφωνίες ως τυπικές και άνευ εννόμου αποτελέσματος συμφωνίες. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι ουδέποτε δόθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την υπογραφή των συμφωνιών. 11. Επειδή υπήρχε άμεση ανάγκη του Δανείου, οι Ενάγοντες επηρέασαν τους Εναγόμενους να υπογράψουν αμέσως και συνεπώς δεν διαπραγματεύτηκαν τα έγγραφα που τους παρουσιάστηκαν. 12. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι οι Ενάγοντες εξανάγκασαν τους Εναγόμενους να συνάψουν τις επίδικες συμφωνίες ασκώντας ψυχική πίεση στους Εναγόμενους και εξαναγκάζοντας τους να τις συνάψουν διαφορετικά δεν θα τους έδιδαν «διευκολύνσεις» και επομένως οι συμφωνίες αυτές δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης των μερών αλλά ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες με ετεροβαρείς όρους που ήταν πολύ επαχθείς για τους εναγόμενους οι οποίοι όροι επιφέρουν την ακυρότητα των εν λόγω συμφωνιών. Τέτοιοι όροι ήταν, παραδείγματος χάριν, οι όροι που αφορούν «το τόκο, την κεφαλαιοποίηση, τον τερματισμό της συμφωνίας, τις χρεώσεις, τα έξοδα οι οποίοι είναι ετεροβαρείς και /ή καταχρηστικοί και /ή παράνομοι και /ή επαχθείς και/ή άλλως.» 13. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να διεκδικήσουν συμβατικά δικαιώματα τους συνέπεια εξ υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel) και/ή κωλύματος λόγω παραστάσεως (promissory by representation) και/ή άλλως πως εξαιτίας των υποσχέσεων και/ή παραστάσεων και/ή άλλως που οι Ενάγοντες και/ή υπάλληλοι τους παρείχαν στους Εναγόμενους και/ή καθώς η Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου ακυρώνει την Συμφωνία Δανείου. 14. Περαιτέρω προβάλλουν ότι εκτός από την Συμφωνία Δανείου υπήρχαν και προφορικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων που δημιουργούν νομικό κώλυμα στους ενάγοντες να εγείρουν την παρούσα αγωγή. 15. Σε σχέση με την Υποθήκη η Εναγόμενη προβάλλει ότι αυτή είναι εξ' υπαρχής άκυρη/ή ακυρώσιμη ως προϊόν ψυχικής πίεσης, δόλου ψευδών παραστάσεων και/ή άλλως. 16. Περαιτέρω προβάλλουν ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι έλαβαν οποιεσδήποτε επιστολές από τους Εναγόμενους. 17. Άνευ βλάβης των πιο πάνω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι δεν δεσμεύονται από τις συμφωνίες καθώς οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους τους άνευ της συναινέσεως τους. 18. Διαζευκτικά προβάλλουν ότι αν ήθελε αποδειχθεί ενώπιον Δικαστηρίου ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, αυτό είναι πολύ λιγότερο από το αξιούμενο. ΙΙΙ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ 19. Προς υποστήριξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες κάλεσαν έξι μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν τα Τεκμήρια 1 - 18. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης τους εκ μέρους των Εναγόμενων κατέθεσε η Εναγόμενη 1. (α) ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ (
- i)Σύνοψη Μαρτυρίας Νίκου Νικολάου (ΜΕ1) 20. Ως πρώτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Νίκος Νικολάου, υπάλληλος των Εναγόντων στο τμήμα ανακτήσεων στη Λάρνακα, το οποίο, ως ανέφερε, είναι το αρμόδιο τμήμα για την παρακολούθηση τερματισμένων λογαριασμών. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 'Α'. Εκεί επανέλαβε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως εμπεριέχονται στην Έκθεσης Απαίτησης τους και προς υποστήριξη τους κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: (α) Ως Τεκμήριο 1 έρευνα του Έφορου Εταιρειών σε σχέση με την μετονομασία των Εναγόντων σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (β) Ως Τεκμήριο 2 τη Συμφωνία Δανείου. Ανέφερε επίσης ότι δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 στεγαστικό δάνειο ύψους €100.000 με σκοπό την εξόφληση υφιστάμενων στεγαστικών δανείων τους με την Εθνική Τράπεζα. (γ) Ως Τεκμήριο 3 δέσμη εγγράφων κοινοποίησης ημερομηνίας 30.6.2011 και ως Τεκμήριο 4 την Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου. (δ) Ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του διατάγματος διαχείρισης σε σχέση με την αποβιώσασα Χρίστα Νεοφύτου, ημερομηνίας 19.4.2021. (ε) Ως Τεκμήριο 6 τη Συμφωνία Εγγύησης. (στ) Ως Τεκμήριο 7 τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου με συνημμένο έγγραφο υποθήκης, ημερομηνίας 8.4.2008, που αφορούν στην υποθήκευση προς όφελος των Εναγόντων ακινήτου της αποβιώσασας Χρίστας Κυριάκου, και τα οποία συνήφθησαν μεταξύ των Εναγόντων και του τότε πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της, Εναγόμενου 3. (ζ) Ως Τεκμήριο 8 δέσμη των επιστολών ημερομηνίας 30.5.2012, που απέστειλαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1 μέχρι 3 και την κα Χρίστα Κυριάκου. (η) Ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο, ημερομηνίας 26.4.2013, δια της οποίας οι Ενάγοντες ανακοίνωσαν τη μείωση του βασικού τους επιτοκίου που αφορούν στα στεγαστικά δάνεια, σε 3.5%. (θ) Ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο, ημερομηνίας 5.11.2013, δια της οποίας οι Ενάγοντες ανακοίνωσαν τη μείωση του τόκου υπερημερίας από 3% σε 2%. (ι) Ως Τεκμήριο 11 δέσμη των επιστολών ημερομηνίας 26.3.2014, που απέστειλαν οι Ενάγοντες. 21. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι επιστολές ημερομηνίας 30.5.2012 και 26.3.2014 (Τεκμήρια 8 και 11) απεστάλησαν δια ταχυδρομείου, στις δοθείσες από τους Εναγόμενους διευθύνσεις, οι οποίες ήταν και οι τελευταίες γνωστές στους Ενάγοντες διευθύνσεις. Επίσης ανέφερε ότι έχει εξετάσει το φάκελο που διατηρείται για την ως άνω υπόθεση και δεν υπάρχει καμία επιστροφή επιστολής. 22. Ανέφερε ότι το επιτόκιο που ίσχυε για τον Λογαριασμό Δανείου κατά τον τερματισμό του ανερχόταν σε 6,75% ετησίως και αποτελείται από το βασικό επιτόκιο στεγαστικών δανείων των Εναγόντων προσαυξημένο κατά 1,25%, περιθώριο και τον τόκο υπερημερίας κατά 2%. 23. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι οι Ενάγοντες διατηρούν καθ' όλη την περίοδο εργασιών τους και καθ' όλη της περίοδο λειτουργίας του Λογαριασμού Δανείου, αρχείο τήρησης λογαριασμών για τον κάθε πελάτη τους στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές. Στον κάθε λογαριασμό γινόταν και γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που γίνεται και τον αφορά. Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 τραπεζική κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου από 14.4.2008 μέχρι 31.12.2013 και ως Τεκμήριο 13 αναδομημένη τραπεζική κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου, την οποία ετοίμασε ο ίδιος στη βάση του Τεκμηρίου 12. 24. Επεξήγησε ότι οι πιο πάνω τραπεζικές καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων. Σημείωσε ότι η καταχώριση των πιο πάνω καταστάσεων λογαριασμού, που είναι συνήθη για τους Ενάγοντες έγγραφα, έχει γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο των Εναγόντων. Ο ίδιος έχει συγκρίνει τις ως άνω καταστάσεις λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρίσεις που διατηρούνται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων και οι οποίες αποτελούν αποσπάσματα του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων και έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθές. 25. Ανέφερε επίσης ότι οι τραπεζικοί λειτουργοί αφιερώνουν αρκετό χρόνο στο να επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους χρεώστες και να τους αποστέλλουν προειδοποιητικές επιστολές αλλά και επιστολές τερματισμού, όπως συνέβη και εν προκειμένω με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και την αποβιώσασα. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες προέβησαν στη σύσταση του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών, το οποίο είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση τερματισμένων λογαριασμών δανείων, πιστωτικών διευκολύνσεων, τρεχούμενων λογαριασμών και το οποίο εργοδοτεί αρκετούς υπαλλήλους, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ως εκ τούτου τα λειτουργικά έξοδα αλλά και τα έξοδα εργοδότησης αυτών να είναι υψηλά. 26. Η συμφωνία για την επιβολή τόκου υπερημερίας γίνεται για να υπολογιστεί η ζημιά της Τράπεζας από την αθέτηση της συμφωνίας δανείου και πράγματι η Τράπεζα υφίσταται ζημιά από τη μη εξυπηρέτηση των δανείων που έχει παραχωρήσει. Ειδικότερα, μετά τον τερματισμό ενός μη εξυπηρετούμενου δανείου, όπως εν προκειμένω συνέβη και με τον επίδικο λογαριασμό, αναλαμβάνει πλέον το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, το οποίο δίδει οδηγίες σε δικηγόρους για προώθηση δικαστικών μέτρων εναντίον των Πρωτοφειλετών, εγγυητών και ενυπόθηκων οφειλετών, ενώ οι υπάλληλοι του τμήματος βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους για συζήτηση των υποθέσεων αυτών και την προώθηση τους, αναλαμβάνουν την υπογραφή ενόρκων δηλώσεων στο Δικαστήριο, προετοιμάζονται για σκοπούς ακροάσεων και παρέχουν μαρτυρία στα πλαίσια ακροαματικών διαδικασιών. 27. Αναφορικά με τον Λογαριασμό Δανείου, οι λειτουργοί του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών ήλθαν σε επικοινωνία με τους Εναγόμενους αναφορικά με τις οφειλές τους προς τους Ενάγοντες. Στην συνέχεια δόθηκαν γραπτώς οδηγίες στο Δικηγορικό Γραφείο Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. όπως προβούν στη σύνταξη και καταχώριση της υπό αναφορά αγωγής εναντίον των Εναγόμενων, βρίσκονταν σε συχνή επικοινωνία με τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα αγωγή αναφορικά με την εξέλιξη αυτής, προσέρχονταν στο Δικαστήριο για την υπογραφή ενόρκων δηλώσεων ενώ ακολούθησε και συζήτηση της υπόθεσης με τους δικηγόρους και προετοιμασία για σκοπούς μαρτυρίας στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Οι Ενάγοντες υπολογίζουν ότι ο τόκος υπερημερίας ύψους 2% αντικατοπτρίζει το κόστος των Εναγόντων από την αθέτηση του δανείου. 28. Μετά την καταχώριση της αγωγής δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου. Το αναφερόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκοι μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει, αφού καμία πληρωμή δεν έγινε. 29. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη των συμφωνιών, όμως δίπλα από τα ονόματα των υπαλλήλων των Εναγόντων φαίνεται ποιος τις έχει υπογράψει. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους Εναγόμενους ούτε έχει επικοινωνήσει ποτέ μαζί τους και δεν γνωρίζει οτιδήποτε που να αφορά τις μεταξύ των διαδίκων επικοινωνία πριν την σύναψη των συμφωνιών. Ανέφερε όμως ότι γνωρίζοντας την πρακτική των Εναγόντων πρόκειται για μια ξεκάθαρη σύμβαση δανείου όπου οι Ενάγοντες παραχώρησαν το δάνειο αυτή και έχουν παραχωρηθεί συγκεκριμένες εξασφαλίσεις. Η κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου (Τεκμήριο 12) αποστελλόταν στους πελάτες και οι πελάτες την παραλάμβαναν καθώς ποτέ δεν έχει επιστραφεί. Ακολούθως, απάντησε σε επί μέρους ερωτήματα της κας Προδρόμου επί των Τεκμηρίων 12 και 13 όσον αφορά χρεώσεις, πιστώσεις, χρέωση επιτοκίου και εξόδων με αναφορά στις μεταξύ των μερών συμφωνίες. 30. Ο ίδιος ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου, Τεκμήριο 13, όπου αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις και περιλαμβάνονται μόνο οι τόκοι. Στη βάση των πιο πάνω η αξίωση των Εναγόντων διαμορφώνεται με βάση το Τεκμήριο 13 σε ποσό προς €161.984,09 πλέον τόκο προς 6.75% από 18.3.22 επί του ποσού των €159.738,99 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου από την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. (
- ii)Σύνοψη Μαρτυρίας Νίκης Ναθαναήλ (ΜΕ2) 31. Δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε η κα Νίκη Ναθαναήλ, υπάλληλος των Εναγόντων από το 2007 η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και σημειώθηκε ως Έγγραφο 'Β'. Εκεί ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2011, εργαζόταν ως ταμίας στο υποκατάστημα των Εναγόντων στη Δερύνεια ενώ σήμερα κατέχει τη θέση της υπεύθυνης συναλλαγών στο υποκατάστημα των Εναγόντων στην Αγία Νάπα. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα κατέθεσε ότι κατά την υπογραφή της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 4) η ίδια ήταν παρούσα. Ειδικότερα, ότι στις 11.7.2011 είδε τον Εναγόμενο 2 να θέτει την υπογραφή του σε αυτή, και ακολούθως στις 19.7.11 είδε τους Εναγόμενους 1 και 3 να θέτουν επίσης την υπογραφή τους. Έθεσε και η ίδια την υπογραφή της επί της Τροποποιητικής Συμφωνίας ως μάρτυρας υπογραφών. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της υπέδειξε το μέρος επί του Τεκμηρίου 4 όπου τέθηκαν και οι πιο πάνω υπογραφές των Εναγόμενων 1 μέχρι 3 αλλά και η δική της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι ημερομηνίες στις υπογραφές διαφέρουν καθώς οι Εναγόμενοι 1 - 3 προσήλθαν σε διαφορετικές ημερομηνίες και ότι η τραπεζίτρια που ενημέρωσε πελάτες για τις συμφωνίες ήταν η κα Καραγιώργη. (iii) Σύνοψη Μαρτυρίας Γιώργου Σκορδή (ΜΕ3) 32. Τρίτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Γιώργος Σκορδής, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 και κατέθεσε ότι από το πρωτότυπο έγγραφο που τηρείται στο αρχείο του Κτηματολογίου προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε τα έγγραφα που αφορούν στην υποθήκευση του Ακινήτου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου («το Πληρεξούσιο Έγγραφο».) Δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου το οποίο είναι κατατεθειμένο στο αρχείο του Κτηματολογίου, προκύπτει ότι η κα Χρίστα Κυριάκου, σύζυγος του Εναγόμενου 3 ήταν ιδιοκτήτρια ολόκληρου του μεριδίου του Ακινήτου και εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 3 να παρουσιαστεί ενώπιον του Κτηματολογίου Αμμοχώστου και να εγγράψει υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων για το ποσό των €110,000. Κατέθεσε αντίγραφα της δέσμης των εγγράφων που υπάρχουν στο αρχείο του Κτηματολογίου και που βρίσκονται στο αρχείο του Κτηματολογίου, ως Δέσμη Τεκμηρίων 14. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η εν λόγω υποθήκη αφορά σε δεύτερη υποθήκη επί του Ακινήτου καθώς υπήρχε και προγενέστερη υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων και ότι σαφώς προκύπτει ότι ενώπιον του Κτηματολογίου εμφανίστηκε ο Εναγόμενος 3. (
- iv)Σύνοψη Μαρτυρίας Άντρης Καραγιώργη (ΜΕ4) 33. Τέταρτη μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε η κα Άντρη Καραγιώργη, υπάλληλος των Εναγόντων από το 2007 μέχρι το 2013, η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και σημειώθηκε ως Έγγραφο 'Γ'. Ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2008 εργαζόταν ως γραφέας στο υποκατάστημα των Εναγόντων στη Δερύνεια και ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων από τους Εναγόμενους. Ειδικότερα, ανέφερε ότι: (α) Στις 8.4.2008 είδε τους Εναγόμενους 1 και 2 να θέτουν τις υπογραφές και τις μονογραφές τους επί της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 2). (β) Στις 8.4.2008 είδε τον Εναγόμενο 3 και την κα Χρίστα Νεοφύτου Κυριάκου να θέτουν τις υπογραφές τους επί της Συμφωνίας Εγγυήσεως (Τεκμήριο 6). (γ) Στις 11.4.2008 είδε τον Εναγόμενο 3, εκ μέρους της κας Χρίστας Νεοφύτου Κυριάκου και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, να θέτει την μονογραφή και την υπογραφή του στη Σύμβαση και Δήλωση Πώλησης Ακινήτου και το έγγραφο υποθήκης (Τεκμήριο 7). (δ) η ίδια έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφής επί της Συμφωνίας Δανείου στην τρίτη σελίδα, επί της Συμφωνίας Εγγύησης στην τρίτη σελίδα και επί του Τεκμηρίου 7 στην πρώτη και τελευταία σελίδα. 34. Της υποδείχθηκε επιπλέον το Πληρεξούσιο Έγγραφο επί της Δέσμης Τεκμηρίων 14 και ανέφερε ότι πρόκειται για ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ετοιμάστηκε για την συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την εγγραφή της συγκεκριμένης υποθήκης προς όφελος των Εναγόντων και δια του οποίου η κα Κυριάκου εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο 3 να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Κτηματολογίου για τον πιο πάνω σκοπό. 35. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνώριζε τους Εναγόμενους καθώς η ίδια ήταν πελάτης τους στο κατάστημα παπουτσιών που διατηρούσαν και οι ίδιοι υπάλληλοι των Εναγόντων. Ο κος Πανίκος Κουμής χειριζόταν την δανειοδότηση προς τους Εναγόμενους, εκ μέρους των Εναγόντων. Ανέφερε επίσης ότι σε περιπτώσεις παραχώρησης «μεγάλων δανείων» όπως η παρούσα περίπτωση, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος στη Δερύνεια («το Υποκατάστημα») επεξηγούσε τη συμφωνία στους πελάτες και τη στιγμή της υπογραφής καλούσε την ίδια για να υπογράψουν ενώπιον της. Για τη συγκεκριμένη περίπτωση θυμάται ότι ήταν και οι τέσσερις στο γραφείο, θυμάται χαρακτηριστικά ότι η κα Χρίστα Νεοφύτου ήταν στο καροτσάκι καθώς έπασχε από κατά πλάκα σκλήρυνση. Θυμάται επίσης ότι η Εναγόμενη 1 ήταν έγκυος. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής ερώτησης της κας Προδρόμου η μάρτυρας περιέγραψε την εξωτερική εμφάνιση της κας Κυριάκου και επέμεινε στη θέση της ότι η ίδια προσήλθε στο Υποκατάστημα για υπογραφή. Σε υποβολή της κας Προδρόμου ότι δεν ήρθε στο Υποκατάστημα, απάντησε ότι το Υποκατάστημα έχει ράμπα για άτομα με ειδικές ανάγκες, ότι την θυμάται πολύ καλά και ούτι ούτε νοητικό πρόβλημα είχε ούτε οποιοδήποτε θέμα είχε για να υπογράφει. Το Πληρεξούσιο Έγγραφο το έκανε για να μην ταλαιπωρηθεί να πάει στο Κτηματολόγιο για να υπογράψει γιατί η εκεί διαδικασία παίρνει αρκετό χρόνο. Στο Υποκατάστημα η ίδια τους είδε να μπαίνουν στο γραφείο του Διευθυντή, ο οποίος τους εξήγησε τα έγγραφα και στο τέλος που θα έθεταν τις υπογραφές τους η ίδια κλήθηκε ως μάρτυρας υπογραφών ώστε να υπογράψουν ενώπιον της. Σε υποβολή της κας Προδρόμου ότι καμία επεξήγηση έγινε και ότι τα έγγραφα δεν δόθηκαν πριν την υπογραφή των συμφωνιών απάντησε ότι τα έγγραφα επεξηγήθηκαν στους πελάτες και μετά την υπογραφή τους δόθηκαν αντίγραφα. 36. Ακολούθως, ερωτήθηκε εάν κατά την υπογραφή των συμφωνιών ενώπιον της υπήρχε οποιοσδήποτε όρος στη συμφωνία ο οποίος να μην ήταν συμπληρωμένος και να συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και απάντησε ότι δεν προστέθηκε κανένας όρος μεταγενέστερα και τα έγγραφα υπογράφονται όπως έρχονται συμπληρωμένα. Πρόσθεσε ότι το μόνο που τοποθετήθηκε μεταγενέστερα ήταν η σφραγίδα της ημερομηνίας υπογραφής των συμφωνιών. (
- v)Σύνοψη μαρτυρίας Αντώνη Τζιακουρή (ΜΕ5) 37. Ως πέμπτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Αντώνης Τζιακουρής, υπάλληλος των Εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και σημειώθηκε ως Έγγραφο 'Δ'. Εκεί ανέφερε ότι εργάζεται στους Ενάγοντες από το 1996, εκτός από την περίοδο από 18.1.2020 μέχρι 28.2.2021, κατά την οποία εργάσθηκε στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd. Τον Μάρτιο του 2014 εργαζόταν στο Τμήμα Αγωγών των Εναγόντων στη Λευκωσία το οποίο ήταν αρμόδιο, μεταξύ άλλων και για την ετοιμασία και αποστολή επιστολών τερματισμού προς τους πρωτοφειλέτες, εγγυητές και ενυπόθηκους οφειλέτες. 38. Αναφορικά με την παρούσα αγωγή, στις 26.3.2014 ήταν ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψαν εκ μέρους των Εναγόντων τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 26.3.2014 προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και την αποβιώσασα, κα Χρίστα Κυριάκου (Τεκμήριο 11). Ανέφερε ότι λειτουργός του Τμήματος Αγωγών συμπλήρωσε στις ως άνω επιστολές, μεταξύ άλλων, το όνομα κάθε Εναγόμενου και τη διεύθυνση προς την οποία απευθυνόταν η κάθε επιστολή. Ακολούθως, η τότε συνάδελφος του, κα Γεωργία Χατζηχρυσοστόμου, αφού έλεγξε το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, έθεσε την υπογραφή της και στην συνέχεια αφού έλεγξε με τη σειρά του το περιεχόμενο τους, έθεσε και ο ίδιος την υπογραφή του. Στη συνέχεια, παρέδωσε τις πιο πάνω επιστολές στον Λειτουργό του Τμήματος Αγωγών ο οποίος τις τοποθέτησε σε φακέλους και τροχιοδρόμησε, ως είθισται, τη διαδικασία προς ταχυδρόμηση τους μέσω του Τμήματος Αλληλογραφίας. Οι εν λόγω επιστολές αποστάλθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που αναγράφονται σε αυτές. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στον έλεγχο του περιεχομένου των επιστολών στη βάση των εγγράφων που υπεγράφησαν μεταξύ των Εναγόντων και των πελατών ούτως ώστε να διευκρινίσει κατά πόσο ήταν ορθά τα ονόματα και οι διευθύνσεις των πελατών και ότι καμία άλλη εμπλοκή είχε με την υπόθεση. (
- vi)Σύνοψη μαρτυρίας Παναγιώτης Παντελή (ΜΕ6) 39. Ως έκτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Παναγιώτης Παντελή, υπάλληλος των Εναγόντων και εργοδοτούμενος στο τμήμα ανάκτησης χρεών, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 'Ε'. Εκεί αναφέρει ότι στη βάσει των συμφωνηθέντων, οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2 τον Λογαριασμό Δανείου, στον οποίο χρεώθηκε το ποσό του παραχωρηθέντος δανείου ύψους €100,000. Από το πιο πάνω προϊόν του δανείου, το ποσό των €99.660,22 κατατέθηκε στις 14.4.2008 στον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ.[ ], ο οποίος ανοίχθηκε επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και 2 («ο Τρεχούμενος Λογαριασμός»), ενώ με το εναπομείναν ποσό εκ €339,78 πληρώθηκαν τα έξοδα χαρτοσήμων της Συμφωνίας Δανείου. 40. Ως Τεκμήριο 15 κατέθεσε τραπεζική κατάσταση του Τρεχούμενου Λογαριασμού από τις 4.4.2008 μέχρι τις 15.12.2008, η οποία, όπως επεξήγησε, αποτελεί μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων. Σημείωσε επίσης ότι η καταχώριση της κατάστασης του Τρεχούμενου Λογαριασμού, είναι σύνηθες για τους Ενάγοντες έγγραφο, έχει γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο των Εναγόντων. Επεξήγησε ότι ο ίδιος έχει συγκρίνει την κατάσταση του Τρεχούμενου Λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρίσεις που διατηρούνται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων και οι οποίες αποτελούν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων και έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθή. 41. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια την εκάστοτε χρέωση του επιτοκίου επί του Λογαριασμού Δανείου. Ανέφερε τα εξής: (α) Δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου το Δάνειο θα χρεωνόταν με σταθερό επιτόκιο προς 3,50% ετησίως για περίοδο 36 μηνών και μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου, με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα αποτελείτο από το ισχύον βασικό επιτόκιο των Εναγόντων, προσαυξημένο κατά 1,25% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες, ήτοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Στη βάση του πιο πάνω όρου το Δάνειο χρεωνόταν με σταθερό επιτόκιο εκ 3,5% από την έναρξη του μέχρι και τις 13.04.2011. Από τις 14.04.2011 μέχρι και τις 13.05.2011 χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο εκ 5,25%, προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο και από τις 14.05.2011 μέχρι τις 21.7.2011 χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο εκ 5,75%, προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο. (δ) Δυνάμει της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου, συμφωνήθηκε η τροποποίηση του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν το Δάνειο από βασικό επιτόκιο των Εναγόντων σε «Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικού Δανείου» των Εναγόντων, το οποίο κατά την ημερομηνία υπογραφής της τροποποιητικής συμφωνίας ανερχόταν σε 4% προσαυξημένο κατά 1,25% ετησίως. Ως εκ τούτου, από τις 22.7.2011 μέχρι και τις 1.05.2013, ο Λογαριασμός Δανείου χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο εκ 4% προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο, από τις 2.5.2013 μέχρι και τις 25.3.2014, χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο εκ 3.5% προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο και από τις 26.03.2014 (ημερομηνία τερματισμού του Λογαριασμού Δανείου) το ίδιο επιτόκιο πλέον τόκος υπερημερίας εκ 2%. 42. Ως Τεκμήριο 16 κατέθεσε ανακοίνωση των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 22.6.2008, βάσει της οποίας γνωστοποιήθηκε η αύξηση του Βασικού Επιτοκίου των Εναγόντων από 4,5% σε 5% με ισχύ από 23.6.2008, ως Τεκμήριο 17 την ανακοίνωση των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο, ημερομηνίας 4.07.2008, βάσει της οποίας γνωστοποιήθηκε η αύξηση των επιτοκίων που ήταν συνδεδεμένα με το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων κατά 0,25% με άμεση ισχύ και ως Τεκμήριο 18 κατέθεσε ανακοίνωση των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 12.4.2011, βάσει της οποίας γνωστοποιήθηκε η αύξηση, μεταξύ άλλων, του Βασικού Επιτοκίου των Εναγόντων, για τα δάνεια που είχαν χορηγηθεί κατά ή μετά την 1.1.2008 και ήταν συνδεδεμένα με το επιτόκιο αυτό, από 5,25% σε 5,75%. 43. Αναφορικά με την μείωση του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων κατά 0,5% με ισχύ από την 1.5.2013 σχετική είναι η ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 26.4.2013, η οποία εξ όσων έχει πληροφορηθεί έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 9 ενώ αναφορικά με την μείωση του τόκου υπερημερίας από 3% σε 2% με ισχύ από την 5.11.2013 σχετική είναι η ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 5.11.2013, η οποία εξ όσων έχει πληροφορηθεί έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10. 44. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνώση για τα όσα κατέθεσε αντλεί από το φάκελο που διατηρούν οι Ενάγοντες ενώ καθήκοντα στο τμήμα ανακτήσεως έλαβε από το έτος 2020. Τους Εναγόμενους δεν τους γνωρίζει ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη των συμφωνιών. Σε υποβολή της κας Προδρόμου ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός δανείου άνοιξε χωρίς την έγκριση ή τη γνώση των πελατών απάντησε ότι από το 2008 χρησιμοποιούσαν τον εν λόγω λογαριασμό με επιταγές, κάρτες, χρεοπιστώσεις, καταθέσεις και ήταν σε πλήρη γνώση τους υποδεικνύοντας και συγκεκριμένα παραδείγματα. Ακολούθως τοποθετήθηκε λεπτομερώς επί του ύψους των επιτοκίων που χρεώθηκαν. (β) ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ (
- i)Σύνοψη μαρτυρίας Εναγόμενης 1 45. Η Εναγόμενη 1 (ΜΥ1), μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε για τους Εναγόμενους, κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 'ΣΤ'. Εκεί ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγος της, ο Εναγόμενος 3 ο πατέρας της και η Εναγόμενη 4, η μητέρα της, η οποία απεβίωσε στις 19.4.2019, και διαχειριστής της περιουσίας της είναι ο πατέρας της, Εναγόμενος 3. 46. Κατέθεσε ότι περί τον Μάρτιο του 2008 ο πατέρας της της ανέφερε ότι επρόκειτο να συνεργαστεί με τους Ενάγοντες για σύναψη δανείου για την Εταιρεία "N.N. FIESTA LIMITED", η οποία ήταν μία οικογενειακή εταιρεία και διατηρούσε κατάστημα παπουτσιών. Συνεχίζει ότι «(τ)ότε, είχε αναφερθεί τόσο σε μένα όσο και στο σύζυγο μου ότι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας ανέφεραν στο πατέρα μου ότι θα παραχωρείτο ένα μεγάλο ποσό και ως εκ τούτου θα ήταν καλύτερα πλέον να συνεργαζόμαστε με μία Τράπεζα. Τότε, εγώ και ο σύζυγος μου είχαμε ένα στεγαστικό δάνειο στην Εθνική Τράπεζα.»[1] 47. Ανέφερε ότι πράγματι «εκείνο τον καιρό» αναφερόμενη στο χρονικό σημείο υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου, η ίδια, ο σύζυγος της και ο πατέρας της είχαν επισκεφθεί τους Ενάγοντες στο Υποκατάστημα «για τη σύναψη συμφωνιών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων.»[2] Τις συζητήσεις με τους Ενάγοντες για την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων τις είχε κάνει o πατέρας της. Στα πιο πάνω πλαίσια συνάφθηκαν οι συμφωνίες. 48. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η ίδια αναγνωρίζει την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 2, 3 και 4. Σε σχέση με τη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι ούτε στην ίδια ούτε στον σύζυγο της της είχε επεξηγηθεί το περιεχόμενο. Δεν είχαν πραγματικά αντιληφθεί το περιεχόμενο των όσων υπέγραφαν. 49. Η δε μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας κατά πλάκας σκλήρυνση και ουδέποτε η ίδια μετέβη στην τράπεζα για να υπογράψει, ούτε η ίδια υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο που αφορά στην παρούσα υπόθεση. Συνεχίζει ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας της, κανένας από τους Εναγόμενους ή οι Ενάγοντες την είχαν ερωτήσει οτιδήποτε σε σχέση με την υποθήκευση του Ακινήτου και η ίδια δεν γνώριζε ότι ενεγράφη υποθήκη επί του εν λόγω ακινήτου. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη Συμφωνία Εγγύησης. Η ίδια δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Εξ όσων επίσης θυμάται ουδέποτε η ίδια ή οι Εναγόμενοι 2 και 3 μετέφεραν την μητέρα της Ενάγουσας στο Υποκατάστημα. 50. Προέβαλε επίσης ότι στο εν λόγω υποκατάστημα η ίδια πήγε δύο ή τρεις φορές όπως επίσης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 για την υπογραφή εγγράφων. Εκεί τους δόθηκε μια δέσμη εγγράφων για να υπογράψουν, χωρίς να τους εξηγήσουν τους όρους των εν λόγω εγγράφων ή το περιεχόμενο τους. Επίσης, παρόλο που είχαν ζητήσει αντίγραφα όλων των εγγράφων που είχαν υπογράψει, δεν τους είχαν δοθεί. Η ίδια είχε αρκετούς ενδοιασμούς για να υπογράψει τα έγγραφα αλλά στο υποκατάστημα που πήγε οι τραπεζικοί υπάλληλοι ήταν πολύ φιλικοί και ουσιαστικά τους είχαν παρουσιάσει τα έγγραφα ως κάτι τυπικό και ότι δεν θα είχαν σε βάρος μας έννομες συνέπειες. 51. Περαιτέρω, ουδέποτε η ίδια έλαβε από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε επιστολή που να αφορά την αγωγή και ούτε πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός τερματίστηκε. Περαιτέρω, ουδέποτε της είχε αναφερθεί το επιτόκιο της Συμφωνίας Δανείου που υπέγραψε ούτε ενημερώθηκε για την αυξομείωση του πέραν μίας συμφωνίας που υπέγραψε το 2011 οπότε και της αναφέρθηκε ότι θα καθοριζόταν ο τόκος. Επί της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 4) αναγνωρίζει την υπογραφή της ίδιας αλλά όχι της μητέρας της. 52. Το αξιούμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έγιναν υπερχρεώσεις, παράνομοι ανατοκισμοί και περιλαμβάνονται τόκοι υπερβολικοί και παράνομοι και έχουν χρεωθεί ποσά χωρίς συμφωνία και εξουσιοδότηση. Για το λανθασμένο ύψος που δεικνύει ο Λογαριασμός Δανείου έλαβε συμβουλή από φιλικό της πρόσωπο που είναι λογιστής. Επίσης ως αναφέρει, «παρότι καταβάλλαμε δόσεις το ποσό εξακολουθούσε να είναι υψηλό και είχα παραπονεθεί γι' αυτό στη Τράπεζα». Στη βάση των πιο πάνω, ο τερματισμός του Λογαριασμού Δανείου ήταν αδικαιολόγητος και παράνομος. 53. Σε προφορικές ερωτήσεις της συνηγόρου της, απάντησε ότι η υπογραφή επί των Τεκμηρίων 4 και 6 αλλά και επί του Πληρεξουσίου Εγγράφου δεν είναι της μητέρας της. 54. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή της και του συζύγου της επί των Τεκμηρίων 2 - 4. Επί του Τεκμηρίου 4 αναγνωρίζει και την υπογραφή του πατέρα της. Ερωτηθείσα σε ποιον ανήκει κατά τον ισχυρισμό της η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 4 δίπλα στην ένδειξη «Χρίστα Κυριάκου» απάντησε ότι «μοιάζει με την υπογραφή του πατέρα μου». Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του πατέρα της επί των Τεκμηρίων 6 και 7. Ανέφερε ότι γνώριζε ότι θα έπρεπε να μπουν εξασφαλίσεις για το δάνειο όμως δεν αναγνωρίζει την υπογραφή της μητέρας της επί των συμφωνιών. Αναφέρθηκε στις χρεώσεις επί των Τεκμηρίων 12 και 13, στις μεταξύ των διαδίκων συζητήσεις, στα της λήψης των επιστολών των Εναγόντων και στο νόμιμο του τερματισμού του Λογαριασμού Δανείου εκ μέρους της Τράπεζας. ΙΙΙ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ 55. Από τις έγγραφες προτάσεις και από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, προκύπτουν τα πιο κάτω ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: (α) Ότι οι Ενάγοντες είναι τραπεζίτες, διεξήγαγαν εργασίες ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 12.12.2004, μετονομάστηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (β) Ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι και ο Εναγόμενος 3 πατέρας της Εναγόμενης 1. Ο Εναγόμενος 3 διορίστηκε νομίμως διαχειριστής της περιουσίας της κας Χρίστας Κυριάκου (προηγουμένως Εναγόμενης 4), μητέρας της Εναγόμενης 1, η οποία απεβίωσε εκκρεμούσης της αγωγής και συγκεκριμένα στις 19.4.2019. (γ) Ότι οι Εναγόμενοι 1 μέχρι 3 επισκέφθηκαν το Υποκατάστημα για τη σύναψη συμφωνιών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. (δ) Ότι η Εναγόμενη 4 ήταν ιδιοκτήτρια του Ακινήτου και ότι η ίδια κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 14) έπασχε από κατά πλάκα σκλήρυνση. (ε) ότι το Τεκμήρια 2, 3 και 4 υπεγράφησαν από τους Εναγόμενους 1 και 2. Τα Τεκμήρια 4, 6 και 7 υπεγράφησαν από τον Εναγόμενο 3. (στ) ότι το Τεκμήριο 4 δεν υπεγράφη από την κα Χρίστα Κυριάκου. Σημειώνω εδώ παρά το ότι το ζήτημα απασχόλησε τα μέρη κατά την ακροαματική διαδικασία εντούτοις το γεγονός αυτό έγινε αποδεκτό εκ μέρους των Εναγόντων κατά το στάδιο των αγορεύσεων.[3] 56. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 57. Όπως αναφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, και (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 58. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχω εξετάσει προσεκτικά την ενώπιον μου μαρτυρία χωρίς να περιορίζομαι στα όσα παρέθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Στα πλαίσια αυτά, έλαβα υπόψη την αμεσότητα και σαφήνεια με την οποία οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων (Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192), ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος τους, τη μνήμη τους, τις αντιδράσεις τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273), έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367) και ότι το έργο του Δικαστηρίου είναι διακριτό των τελικών συμπερασμάτων του στη βάση του βάρους και επιπέδου απόδειξης. 59. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψιν του ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία, για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί και να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο (Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787). Λαμβάνω επίσης υπόψιν ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172) και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, 4.5.12). (α) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
- Οι μάρτυρες που κατέθεσαν για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ειλικρινείς, παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις και απόψεις τους, απαντούσαν με ευθύτητα και συνέπεια. Οι θέσεις που εξέφραζαν υποστηρίζονται από τα ενώπιον μου έγγραφα που κατέθεσαν ως τεκμήρια στα οποία και ήταν σε θέση να κάμουν αναφορά και να παράσχουν πλήρεις επεξηγήσεις καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης τους με ειρμό και συνοχή. Η μαρτυρία τους ουδόλως εμπεριείχε οποιοδήποτε στοιχείο προσπάθειας αλλοίωσης ή υπερβολής όσον αφορά την γνώση και εμπλοκή εκάστου στην υπόθεση. Η αξιοπιστία τους κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τους ουδόλως κλονίστηκε, αντίθετα ενισχύθηκε από την έκταση των λεπτομερειών που ήταν σε θέση να παραθέσουν καταρρίπτοντας με αυτόν την προσπάθεια της συνηγόρου των Εναγόμενων να παρουσιασθούν ασυνεπείς σε σχέση με θέσεις που εξέφρασαν κατά την κυρίως εξέταση τους. Ο ΜΕ3 αποτελεί μάρτυρα δημόσιας αρχής και τα όσα κατέθεσε προκύπτουν από τα αρχεία που εκεί διατηρούνται, στοιχείο που κατοχυρώνει το ανεξάρτητο της μαρτυρίας του.
- Στο σημείο αυτό κρίνω να κάμω ειδική μνεία στις πιο κάτω πτυχές από τη μαρτυρία των μαρτύρων που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, με δεδομένη τη σημασία που απέδωσαν σε αυτές αμφότερα τα μέρη κατά την ακροαματική διαδικασία. (i) Η μαρτυρία των Εναγόντων σε σχέση με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών
- Καταρχήν σημειώνω ότι η μαρτυρία της ΜΕ2, κας Νίκης Ναθαναήλ, δια το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 υπέγραψαν το Τεκμήριο 4 ενώπιον της δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτη. Το γεγονός των πιο πάνω υπογραφών επί του Τεκμηρίου 4 εξάλλου αποδέχθηκε και η ίδια η ΜΥ
- Επιπλέον, η ΜΥ1 αποδέχθηκε και τη θέση της ΜΕ4, κας Άντρης Καραγιώργη ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 φέρουν την υπογραφή των Εναγόμενων 1 και 2, και ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 φέρουν την υπογραφή του Εναγόμενου
- Συναφώς τα πιο πάνω αποτέλεσαν αντικείμενο των ευρημάτων του Δικαστηρίου στην παράγραφο 55 ανωτέρω.
- Αυτό το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ήταν κατά πόσο η κα Χρίστα Κυριάκου υπέγραψε το Τεκμήριο 6 (Συμφωνία Εγγύησης) και το Πληρεξούσιο Έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται επί Τεκμηρίου 14, δια του οποίου η κα Κυριάκου φέρεται να εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο 3 να υποθηκεύσει προς όφελος των Εναγόντων το Ακίνητο.
- Αναφορικά με την υπογραφή της κας Κυριάκου επί του Τεκμηρίου 6, η ΜΕ4, κα Άντρη Καραγιώργη, παρείχε πλήρεις επεξηγήσεις σε σχέση με το τί θυμάται για την παρούσα υπόθεση. Προς τούτο, ήταν σε θέση κατά την αντεξέταση της να παράσχει λεπτομερή περιγραφή των εξωτερικών χαρακτηριστικών της κας Χρίστας Νεοφύτου την οποία, επέμεινε, πως θυμάται να μεταβαίνει με το καρότσι στο Υποκατάστημα. Προς επίρρωση της θέσης της αναφέρθηκε και στις εγκαταστάσεις του Υποκαταστήματος που υπήρχαν προς εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία. Παρά την υποβολή της κας Προδρόμου ότι η περιγραφή που παρείχε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε περί του αντιθέτου και συναφώς η σχετική υποβολή παρέμεινε κενή περιεχομένου.
- Επιπλέον, η ΜΕ4 ήταν σαφής ότι παρά την φυσική κατάσταση της κας Χρίστας Κυριάκου η ίδια δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε νοητικό πρόβλημα ούτε οποιοδήποτε ζήτημα στο να υπογράφει. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της συνάδει και με το περιεχόμενο του της Υπεύθυνης Δήλωσης του Εναγόμενου 3 η οποία κατατέθηκε από τον ΜΕ3 ως μέρος της Δέσμης Τεκμηρίων 14 (βλ. σχετικά παρ. 94 πιο κάτω).
- Αναφορικά με την υπογραφή της κας Κυριάκου επί του Πληρεξουσίου Εγγράφου, αποτέλεσε τη θέση της ΜΕ4 ότι το Τεκμήριο 7 υπεγράφη από τον Εναγόμενο 3 εκ μέρους και για λογαριασμό της κας Χρίστας Κυριάκου, δυνάμει του περιεχομένου του.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ3, το Πληρεξούσιο Έγγραφο βρίσκεται κατατεθειμένο στο αρχείο του Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε και συναφώς, το Πληρεξούσιο Έγγραφο καθίσταται αποδεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 35
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Από το περιεχόμενο του Πληρεξουσίου Εγγράφου προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η εμβέλεια του αφορούσε την εξουσιοδότηση του Εναγόμενου 3 προς υποθήκευση του Ακινήτου προς όφελος των Εναγόντων. Παραθέτω αυτούσιο μέρος του λεκτικού: «Εγώ η πιο κάτω υπογεγραμμένη κυρία Χρίστα Κυριάκου σύζ. Νεόφυτου Νεοφύτου [.] με την παρούσα διορίζω και αποκαθιστώ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο μου τον κ. Νεόφυτο Νεοφύτου [.], όπως αντ' εμού και δια λογαριασμό μου εκτελεί τα ακόλουθα: Να παρουσιασθεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου στο Παραλίμνι και υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο με την υποθήκη και να δεχθεί την υποθήκευση του κατωτέρω αναφερόμενου κτήματος δια το ποσό των €110.000,00 [.] πλέον τόκοι προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως πρόσθετον και περαιτέρω εξασφάλισιν και εγγύησιν πάσης υποχρέωσης των κ.κ. Δήμητρας Νεοφύτου και Χριστάκη Κκολού, προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστεί απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων».
- Ακολούθως παρατίθενται τα στοιχεία του Ακινήτου ως αυτά εμπεριέχονται επί της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Τεκμήριο 7) και ακολουθεί η υπογραφή της κας Χρίστας Κυριάκου. Παρατηρώ επίσης ότι η εκεί υπογραφή της κας Χρίστας Κυριάκου φαίνεται να συνάδει και με την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 6 την οποία, υπενθυμίζω, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ4, η κα Χρίστα Κυριάκου έθεσε ενώπιον της στο Υποκατάστημα.
- Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο αντιπαραβάλλει τα πιο πάνω με την δοθείσα από ΜΥ1 μαρτυρία η οποία προέβαλε κατ' ουσίαν ισχυρισμό περί πλαστογραφίας της υπογραφής της μητέρας της επί του Τεκμηρίου 6 και του Πληρεξουσίου Εγγράφου ισχυρισμός ο οποίος εκπίπτει της δικογραφίας και συναφώς δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν. Ανεξαρτήτως τούτου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 ο οποίος φέρεται να εξουσιοδοτείται για υπογραφή του Τεκμηρίου 7 δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς επίρρωση των όσων η ΜΥ1 ανέφερε περί πλαστογραφίας παρά την «υπεύθυνη δήλωση» του ενώπιον του Κτηματολογίου (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 14). Ούτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους προς τούτο, ούτε έγινε οποιαδήποτε καταγγελία περί τούτου. Τα ζητήματα αυτά αναλύονται λεπτομερώς πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ
- Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση της ΜΕ4 ότι η κα Χρίστα Κυριάκου μετέβηκε στο Υποκατάστημα και υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 6) ενώπιον της ΜΕ
- Αποδέχεται επίσης και τη θέση της ΜΕ4 ότι ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε το Τεκμήριο 7 εκ μέρους και για λογαριασμό της κας Χρίστας Κυριάκου δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου. (ii) Επεξήγηση των όρων των εγγράφων
- Η θέση της ΜΕ4 ότι είχαν επεξηγηθεί στους Εναγόμενους οι όροι των εγγράφων από τον κο Πανίκο Κουμή, τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ΜΕ4 με την πλευρά των Εναγόμενων να περιορίζεται σε γενικές υποβολές για το αντίθετο. Η δε μαρτυρία που προσκόμισε η ΜΥ1 δεν υποστηρίζει τις σχετικές υποβολές της κας Προδρόμου για τους λόγους που θα αναπτύξω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1 πιο κάτω. (iii) Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου
- Σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου, την Αναδομημένη Κατάσταση και τον Τρεχούμενο Λογαριασμό (Τεκμήρια 12, 13 και 15) η συνήγορος των Εναγόμενων προέβαλε στα πλαίσια της αγόρευσης της ότι δεν εντοπίζεται καμία μαρτυρία ότι έγινε σύγκριση των καταχωρήσεων που βρίσκονται στο τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων και των καταχωρήσεων στους λογαριασμούς και ότι δεν δύναται να κριθεί ότι αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων. Συνεπεία τούτου, ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρο 22 του Κεφ.
- Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο ΜΕ1, τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχθηκε, αναφέρθηκε ρητώς στο ότι τα Τεκμήρια 12 και 13 αποτελούν συνήθη για τους Ενάγοντες έγγραφα, οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και ότι βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο τους. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος προέβη σε σύγκριση των τραπεζικών καταστάσεων Τεκμήρια 12 και 13 με τις αρχικές καταχωρίσεις που διατηρούνται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων και οι οποίες αποτελούν αποσπάσματα του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Σε αντίστοιχες αναφορές προέβη και ο ΜΕ6 σε σχέση με το Τεκμήριο
- Σε σχέση ειδικά με το Τεκμήριο 13 ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αποτελεί αναδομημένη κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου, την οποία ετοίμασε ο ίδιος. Η πιο πάνω μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ6 ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους.
- Από τις πιο πάνω αναφορές των ΜΕ1 και ΜΕ6 ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 και δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ως προς την ορθότητα των καταχωρήσεων επί των Τεκμηρίων 12, 13 και 15 και επομένως γίνονται αποδεκτά ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών και εγγραφών που παρουσιάζουν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α ΑΑΔ 479, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 1/2010, 8.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:A484, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1491). Προς τούτο δεν κρίνεται απαραίτητη η προσκόμιση χωριστών αποδείξεων για πληρωμές που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι, ως η σχετική εισήγηση της κας Προδρόμου, ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από το άρθρο 22 του Κεφ.
- Σε ότι αφορά ειδικά το Τεκμήριο 13, σημειώνω επιπλέον ότι η αναδόμηση λογαριασμών αποτελεί επιτρεπτή ενέργεια και δεν δύναται να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238 και Παναγιώτη Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας, Πολ. Έφ. 305/2008, 21.12.2011)
- Το δε γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου άρθρο 35 του Κεφ.9 δεν δύναται να καταστήσει μη αποδεκτή την πιο πάνω μαρτυρία ως η εισήγηση της κας Προδρόμου. Αφενός, ουδόλως τίθεται τέτοια προϋπόθεση επί του άρθρου 22 του Κεφ.
- Αφετέρου, τα Τεκμήρια 12, 13 και 15 παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν από τους ίδιους τους ΜΕ1 και ΜΕ6, αρμόδιους υπάλληλους των Εναγόντων, και συναφώς η προσκόμιση οποιουδήποτε πιστοποιητικού υπογεγραμμένου από οποιοδήποτε άλλον υπάλληλο θα ήταν εκ του περισσού και άνευ αντικειμένου.
- Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά των Εναγόμενων απέτυχε να αμφισβητήσει επαρκώς τις εκεί δοσοληψίες καθώς και το υπόλοιπο επί του Τεκμηρίου
- Η κα Προδρόμου υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι η διακύμανση του επιτοκίου επί του Τεκμηρίου 13 είναι λανθασμένη, ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις και ανατοκισμοί. Ως προς το ζήτημα των «υπερχρεώσεων» δεν υποδείχθηκε σε τί αφορούσαν οι «υπερχρεώσεις» αυτές και συναφώς το ζήτημα δεν δύναται να τύχει περαιτέρω εξέτασης. Επαναλαμβάνω ότι ο ΜΕ1 επεξήγησε ότι η αξίωση την οποία οι Ενάγοντες σήμερα προωθούν στη βάση του Τεκμηρίου 13 δεν περιλαμβάνει οποιεσδήποτε χρεώσεις πέραν την χρέωση του επιτοκίου. Η θέση του αυτή ουδόλως κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του.
- Σε σχέση με το ζήτημα το «ανατοκισμού» η κα Προδρόμου στα πλαίσια της αγόρευσης της ανέφερε ότι προκύπτει από το Τεκμήριο 3 ότι γινόταν κεφαλαιοποίηση πέραν των 2 φορές ετησίως όπως δικαιούτο με τη Συμφωνία Δανείου. Προς τούτο, παρέπεμψε τον ΜΕ1 σε διάφορες εγγραφές επί του Τεκμηρίου 13 σε σχέση με τος οποίες ο ΜΕ1 ήταν σαφής ότι δεν χρεωνόταν επιπρόσθετος τόκος αλλά για κάθε κατάθεση που γινόταν εμφανιζόταν και ο ανάλογος τόκος που χρεωνόταν. Επρόκειτο δηλαδή για υπολογισμό του τόκου που χρεωνόταν και όχι επιπρόσθετη χρέωση του τόκου. Η θέση του αυτή ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ούτε παραχωρήθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόμενων προς υποστήριξη αυτής. Συναφώς η σχετική εισήγηση της κας Προδρόμου, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.
- Η δε μαρτυρία της ΜΥ1 για τους λόγους που παραθέτω αμέσως πιο κάτω δεν κρίνεται αποδεχτή, η οποία σε κάθε περίπτωση αποδέχθη κατά την αντεξέταση της ότι οι εκεί χρεώσεις ήταν αποτέλεσμα των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Κατά τα λοιπά, δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας να καταθέσει για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του Τεκμηρίου 13 (βλ. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 1/2020, 8.4.2014) στη βάση του οποίου, όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις των Εναγόντων και παρέμειναν μόνο οι τόκοι. Τούτο παρά τη θέση της ΜΥ1 η οποία εκφράστηκε γενικά και αόριστα ότι έλαβε γνώση από φιλικό της πρόσωπο το οποίο τυγχάνει να είναι λογιστής ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω, αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας των ΜΕ1 - ΜΕ6 ως αυτή έχει προσκομιστεί. Ειδική αναφορά επί των ευρημάτων του Δικαστηρίου θα κάνω στην ενότητα VI πιο κάτω, όπου στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου παρατίθενται και τα συμπεράσματα μου. (iv) Αποστολή επιστολών - Τεκμήρια 8 και 11
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι επιστολές Τεκμήρια 8 και 11 αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους 1 μέχρι 3 και στην κα Κυριάκου στις τελευταίες δοθείσες από τους ίδιους διευθύνσεις και ότι δεν υπάρχει καμία επιστροφή επιστολής. Ο ΜΕ5 επιβεβαίωσε ότι οι επιστολές, Τεκμήρια 11, αποστάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που αναγράφονταν σε αυτές, ότι ο ίδιος έλεγξε το περιεχόμενο τους προτού αυτές αποσταλούν για να βεβαιωθεί ότι συνάδουν με τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και έγγραφα και κατόπιν τις παράδωσε για ταχυδρόμηση.
- Ανατρέχοντας στα Τεκμήρια 8 και 11, προκύπτει ότι επί των επιστολών που απευθύνονται στους Εναγόμενους 1 και 2 αναγράφεται η διεύθυνση η οποία εμφαίνεται ως η διεύθυνση τους επί του Τεκμηρίου 2 (Συμφωνία Δανείου) και των Τεκμηρίων 3 και 4 (Τροποποιητική Συμφωνία). Επιπλέον, προκύπτει ότι στις επιστολές που απευθύνονται προς τον Εναγόμενο 3 και την κα Χρίστα Κυριάκου, αναγράφεται η διεύθυνση η οποία παρουσιάζεται ως η διεύθυνση τους στα Τεκμήρια 6 (Σύμβαση Εγγύησης) και 7 (Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου). Επομένως στοιχειοθετείται η θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι αυτές ήταν οι τελευταίες γνωστές διευθύνσεις των Εναγόμενων 1 - 3 και της κας Κυριάκου.
- Εξάλλου ήταν αποδεκτό από την ΜΥ1 ότι μέχρι σήμερα ισχύει η διεύθυνση της ίδιας και του Εναγόμενου 3 που αναγράφεται επί του των Τεκμηρίων 8 και 11 όπως και ίσχυε κατά την σύναψη της Συμφωνίας Δανείου. Η θέση της ότι οι επιστολές «πήγαιναν» στο πατρικό της και ότι η ίδια δεν ελάμβανε γνώση, δεν έχει έρεισμα στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ακόμα όμως και εάν αυτό ίσχυε, η ίδια θα έπρεπε να παραχωρήσει διαφορετική διεύθυνση προς τους Ενάγοντες εάν αυτό επιθυμούσε, κάτι που και πάλιν σύμφωνα με την ίδια, δεν έγινε. Το δικαίωμα των Εναγόντων να αποστέλλουν επιστολές στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση προκύπτει από τον όρο 17 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου. Επιπλέον, σύμφωνα δε με τον όρο 10 της Συμφωνίας Εγγύησης «οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί σε μένα ιδιοχείρως ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνίας ή εις οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δώσω στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση.»
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου επαρκούν για σκοπούς δημιουργίας του τεκμηρίου παράδοσης της με βάση των όσων λέχθηκαν στις Alpha Bank Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v. Arena Motor Show Ltd, δια του προσωρινού εκκαθαριστή του Επίσημου Παραλήπτη κ.ά. Πολ. Έφ. 84/2009, 2.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:A648, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R., Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895 και Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(2007)3 ΑΑΔ 415, εφόσον προκύπτει ότι ταχυδρομήθηκαν στις ορθές διευθύνσεις και ότι δεν έχουν επιστραφεί. Ως εκ τούτου, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μεταφέρθηκε στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι δεν το απέσεισαν. Συναφώς, αποδέχομαι τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι τα Τεκμήρια 8 και 11 δεόντως αποστάλθηκαν από τους Ενάγοντες στη διεύθυνση στην οποία εκεί αναφέρεται και ότι λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1 - 3 και την κα Χρίστα Κυριάκου. (β) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1
- Το Δικαστήριο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1 αναγνωρίζει το άμεσο συμφέρον που η ίδια έχει στην έκβαση της υπόθεσης. Και αυτό διότι πέραν των αποζημιώσεων που η ίδια θα κληθεί να καταβάλει σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, το Ακίνητο, σε σχέση με το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα εκποίησης, σήμερα αποτελεί την οικία στην οποία διαμένει, όπως επεξήγησε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της.
- Από το εδώλιο του μάρτυρα η ΜΥ1 επιδείκνυε μεγάλη ανασφάλεια στα όσα ανέφερε, απαντούσε με λιγοστές λέξεις χωρίς να επιδεικνύει την παραμικρή διάθεση να παράσχει ικανοποιητικές επεξηγήσεις σε σχέση με τις θέσεις που προώθησε κατά την κυρίως εξέταση της. Μιλούσε πολύ σιγά σε σημείο που ενίοτε δεν ακουγόταν καθόλου, ενίοτε δεν ήταν σε θέση να παραχωρήσει την οποιαδήποτε απάντηση, επιδείκνυε ανησυχία, κοίταζε συνεχώς τη συνήγορο της και παρουσίαζε γενικότερη σύγχυση. Γενικά η στάση της από το εδώλιο του μάρτυρα αποκάλυπτε σαφή έλλειψη αυτοπεποίθησης και πίστεως και στις θέσεις που η ίδια προέβαλλε στα πλαίσια της γραπτής της δήλωσης, τέτοια που είναι ασυμβίβαστη με τη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλήθειας (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2001)1 ΑΑΔ 1797, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 676).
- Ανατρέχοντας στην ουσία των θέσεων της, η μαρτυρία της παρουσίαζε συνεχή και ουσιώδη μεταβολή των θέσεων της, αστάθεια και σύγχυση σε βαθμό που να μην μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ανατρέχοντας στα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της εύλογα διερωτάται κανείς για ποιον λόγο προώθησε το μέγιστο των ισχυρισμών της στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της εφόσον κατά την αντεξέταση της στα περισσότερα και πιο κρίσιμα σημεία συμφώνησε με πάσα φυσικότητα και λιγοστές λέξεις με τις θέσεις της κας Φασιανού. Κατά τα λοιπά, οι θέσεις της σε σχέση με τις οποίες δεν συμφώνησε με την κα Φασιανού, χαρακτηρίζονταν από αστάθεια και έλλειψη αληθοφάνειας. Τα πιο κάτω αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα.
- Ενώ ανέφερε αρχικά στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ότι οι Ενάγοντες προσέγγισαν τους Εναγόμενους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες καθότι ο πατέρας της (ο Εναγόμενος 3) ήταν υπεύθυνος, αδυνατώντας να δώσει περαιτέρω επεξηγήσεις. Εν τέλει συμφώνησε με την κα Φασιανού ότι ήταν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που αιτήθηκαν το επίδικο δάνειο με σκοπό να ξοφλήσουν το δάνειο που μέχρι τότε διατηρούσαν με την Εθνική Τράπεζα, αναφέροντας μάλιστα ότι εκείνη την περίοδο ήταν «εύκολες» οι δανειοδοτήσεις από τους Ενάγοντες.
- Επίσης, σε κάποιο σημείο η ΜΥ1 πρόβαλε τη θέση ότι η υπογραφή που φαίνεται ως της «Χρίστας Κυριάκου» επί των Τεκμηρίων 6 και 14 (Συμφωνία Εγγύησής και Πληρεξούσιο Έγγραφο) δεν είναι της μητέρας της. Η πιο πάνω θέση κατ' ουσίαν ανάγεται σε ισχυρισμό περί πλαστογραφίας και ως τέτοια θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί συγκεκριμένα (βλ. Δέσποινα Σωκράτους κ.ά. ν. Σιακατίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1390[4] και The Annual Practice 1958 σελ. 452-453[5]). Στην απουσία επαρκούς δικογράφησης η πιο πάνω θέση της δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν.
- Για σκοπούς πληρότητας όμως αναφέρω ότι η πιο πάνω θέση της δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Παρά τη σοβαρότητα του πιο πάνω ισχυρισμού της, η οποία άπτεται και σε διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, η ίδια, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της, επέλεξε να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία για να διερευνηθεί το ζήτημα περαιτέρω. Ούτε επιχείρησε να προσκομίσει μαρτυρία ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα προς τούτο, για παράδειγμα, γραφολογική γνωμάτευση. Και τούτο, παρά το ότι η ίδια δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ως προς το πρόσωπο που «πλαστογράφησε» την υπογραφή της μητέρας της επί δύο χωριστών εγγράφων. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της: «Ε: Αν δεν είναι η υπογραφή της μητέρας σας, κάνατε κάποια καταγγελία; Α: Όχι. Ε: Γιατί; Είναι σαν να μου λέτε ότι είναι πλαστογραφία; Τί κάνατε για αυτό; Α: Τίποτε.»
- Η έκδηλη απάθεια που χαρακτηρίζει τις πιο πάνω απαντήσεις της αλλά και την ευρύτερη στάση της επί ζητήματος, δεν συνάδουν, ως ζήτημα κοινής λογικής, με γνήσια πεποίθηση ή ανησυχία ενός προσώπου για την πλαστογραφία υπογραφών επί δύο χωριστών εγγράφων που, μεταξύ άλλων, θα καθορίσουν και το κατά πόσο η ίδια η ΜΥ1 θα απωλέσει την οικία στην οποία διαμένει δια μέσου εκποίησης της. Αντίθετα, συνάδουν περισσότερο με την προβολή ενός κενού ισχυρισμού απογυμνωμένου από οποιοδήποτε ίχνος αλήθειας ή ανεξάρτητης τεκμηρίωσης ή υποκειμενικής πεποίθησης ως προς τη γνησιότητα του, ως την ύστατη σπίθα ελπίδας για απαλλαγή των Εναγόμενων από τις ευθύνες τους.
- Το πιο πάνω συμπέρασμα μου επιρρώνεται και από το περιεχόμενο της «Υπεύθυνης Δήλωσης» που κατατέθηκε από τον ΜΕ3 ως μέρος της της Δέσμης Τεκμηρίων 14, το οποίο επίσης είναι αποδεκτό δυνάμει του άρθρου 35
(1)του Κεφ. 9. Δυνάμει του εν λόγω εγγράφου προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 3 δήλωσε εγγράφως ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Αμμοχώστου, στις 11.4.2008, ότι παραχωρήθηκε στον ίδιο η πιο πάνω εξουσιοδότηση από την κα Κυριάκου, ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση δεν έχει ανακληθεί και ότι η κα Κυριάκου έχει δικαιοπρακτική ικανότητα. Ως προς το ζήτημα αξιολόγησης της πιο πάνω δήλωσης του λαμβάνω υπόψιν ότι πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ ακοής δήλωση και ότι αυτή παρατέθηκε αυτούσια από αρμόδιο λειτουργό δημόσιας αρχής, ότι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο υποθήκευσης του Ακινήτου και ουδόλως καταδεικνύεται οποιαδήποτε προσπάθεια αλλοίωσης των εκεί λεχθέντων (βλ. άρθρο 27 του Κεφ.9). Παρά την πιο πάνω δήλωση, ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη και της δικής του υπόθεσης, ως αυτή προωθήθηκε από την ΜΥ1, ήτοι ότι η υπογραφή της τέως συζύγου του επί του Πληρεξουσίου Εγγράφου ήταν πλαστογραφημένη, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί. 95. Τα όσα επίσης ανέφερε η ΜΥ1 δια το ότι η μητέρα της «δεν ήταν σε θέση» να υπογράψει, δεν εμπεριέχονται στα δικόγραφα, ως είχε τεθεί, εφόσον το ζήτημα άπτεται της δικαιοπρακτικής της ικανότητας και ως τέτοιο και πάλιν θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί ρητά και συγκεκριμένα. Σε κάθε περίπτωση καμία ανεξάρτητη ιατρική μαρτυρία προσκομίστηκε προς τούτο ούτε δύναται να συναχθεί ότι η ίδια δεν είχε την νοητική δυνατότητα υπογραφής των συμφωνιών από το γεγονός και μόνο ότι ήταν «άρρωστη» ή ότι έπασχε από κατά πλάκα σκλήρυνση. 96. Επιπλέον, τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της σε σχέση με την έλλειψη αντίληψης της ως προς τη διαδικασία δανειοδότησης, καταρρίπτονται από τις απαντήσεις τις ίδιας της ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της. Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα: «Α: Εξ όσων θυμάμαι είχαμε κάποια δάνεια στην Εθνική Τράπεζα και μετά θέλαμε για την εταιρεία ποιο μεγάλο ποσό δανείου. Μας προσέγγισε η Τράπεζα Κύπρου γιατί τότε ήταν εύκολο να δίνουν λεφτά και αποφασίσαμε να πάμε στην Τράπεζα Κύπρου και να κάνουμε πακέτο δανείου στην Τράπεζα Κύπρου. Ε: Τί εννοείτε σας προσέγγισε; Α: Δεν ξέρω ο πατέρας μου ήταν υπεύθυνος τότε αλλά ξέρω έτσι λέχθηκε τότε. Ε: Σας υποβάλλω ότι απευθυνθήκατε στην τράπεζα και αιτηθήκατε ένα δάνειο. Κάνατε μια αίτηση δανείου, και εγκρίθηκε το δάνειο. Σωστά; Α: Ναι Ε: Άρα στην ουσία εσείς αιτηθήκατε το δάνειο; Α: Ναι. Απλώς τότε που έδιναν λεφτά εκείνοι μας προσέγγισαν. Ε: Το ποσό πού θα χρησιμοποιείτο; Α: Για το σπίτι, για στεγαστικό, ήταν μεγαλύτερο το ποσό, απλώς μπήκε για το σπίτι και δεύτερη υποθήκη για το τελικό ποσό. Κάτι έτσι. Ε: Τί εννοείτε; Α: Η υποθήκη τούτη που μπήκε δεν ήταν μόνο για €100.000,00 δεν ήταν μόνο για το δάνειο τούτο, μπήκε και για πιο μεγάλο ποσό. Ε: Άρα γνωρίζατε ότι για να δοθεί το δάνειο έπρεπε να μπουν κάποιες εγγυήσεις και μια υποθήκη; Α: Ναι. Ε: Άρα γνωρίζατε ότι εγγύηση θα έδινε ο πατέρας σας και η μητέρα σας; Α: Ναι το ήξερα. Ε: Και η υποθήκη του ακίνητου ήταν ιδιοκτησίας της μητέρας σας σωστά; Α: Ναι. Ε: Άρα έπρεπε να γίνουν κάποια έγγραφα για να γίνει η υποθήκευση; Α: Ναι. [.] Ε: Γνωρίζετε όμως ότι βάσει των συμφωνιών που υπογράψατε υπήρχε ένα πρόγραμμα αποπληρωμής, έπρεπε να καταβάλλονται δόσεις, υπήρχε κάποιος τόκος, αν υπήρχαν καθυστερήσεις δυνατό να χρεώνονταν επιπρόσθετοι τόκοι; Α: Ναι τα γνωρίζαμε . Ε: Γνωρίζατε και είχατε αντιληφθεί τί υπογράφατε; Α: Ντάξει ασπούμε είχαμε αντιληφθεί, αν γνωρίζαμε το μέγεθος . είναι διαφορετικό αν σε αγχώνει ένας υπέρογκος δανεισμός και διαφορετικό τί υπογράφεις. Ε: Τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις εν λόγω συμφωνίες τις γνωρίζατε; Α: Ναι. Ε: Γνωρίζατε ότι μπορούσε η τράπεζα να τερματίσει το δάνειο λόγω μη τήρησης υποχρεώσεων σας; Α: Ναι. Ε: Και ότι δύνατο να κινηθεί νομικά και να εισέπραττε το λαβείν της; Α: Ναι. 97. Επίσης καταρρίπτονται από την δική της αποδοχή κατά την αντεξέταση της ότι, στη βάση των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 9 του Τεκμηρίου 2, η ίδια γνώριζε ότι τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα, ήτοι οι γονείς της, θα παρείχαν τις εκεί αναφερόμενες εξασφαλίσεις (εγγύηση και υποθήκη). Καταρρίπτονται και από τα όσα η ίδια ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι της είχε «ενδοιασμούς» για την υπογραφή των συμφωνιών, γεγονός που δεικνύει ότι η ίδια δεόντως είχε αντιληφθεί τη φύση της επίδικης συναλλαγής. 98. Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δεν είχαν επεξηγηθεί οι όροι των επίδικων εγγράφων από τους Ενάγοντες και ότι τους είχε αναφερθεί ότι πρόκειται για τυπικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες, κατά την αντεξέταση της έδωσε διαφορετικές απαντήσεις, καταρρίπτοντας και πάλιν τις αρχικές της θέσεις. Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση της: «Ε: Οι όροι σας είχαν επεξηγηθεί; Α: Απλώς λέω ότι επειδή υπογράψαμε τόσα πολλά πράγματα δεν θυμάμαι τί ειπώθηκε και πώς ειπώθηκε και αν ειπώθηκε. Ε: Σας λέω ότι γνωρίζατε πλήρως τους όρους οι οποίοι σας είχαν επεξηγηθεί από τον κο Πανίκο Κουμή. Α: Δεν θυμάμαι πέρασαν πολλά χρόνια. Ε: Άρα αποδέχεστε ότι έγιναν συζητήσεις με την τράπεζα; Α: Μάλιστα. Ε: Σας λέω ότι λάβατε και σχετικά αντίγραφα των σχετικών συμφωνιών. Α: Μπορεί και να λάβαμε. Ε: Σας λέω ότι εάν επιθυμούσατε μπορούσατε να είχατε αποταθεί σε δικηγόρο να πάρετε νομική συμβουλή αν το θέλατε; Α: Δεν θεωρήσαμε ότι υπήρχε λόγος. Ε: Δεν σας στέρησε κανείς το δικαίωμα σας αυτό; Α: Όχι.» 99. Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι η ίδια δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά σε σχέση με το τί λέχθηκε μεταξύ του τραπεζίτη και των Εναγόμενων. Αυτό όμως για το οποίο μπορούσε να τοποθετηθεί ήταν ότι έγιναν «συζητήσεις» μεταξύ τους. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσε να εξαχθεί εύρημα περί παράλειψης πληροφόρησης των όρων των συμφωνιών. 100. Εξίσου ασταθής ήταν και σε σχέση με θέση της ως προς το κατά πόσο η μητέρα της μετέβηκε τελικά στο Υποκατάστημα με την ίδια να μην είναι σε θέση να τοποθετηθεί με σιγουριά, παρά τη βεβαιότητα που παρουσίασε προς τούτο κατά την κυρίως εξέταση της. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση της: «Ε: Σας υποβάλλω ότι η μητέρα σας μετέβηκε στο υποκατάστημα τις Δερύνειας. Α: Εξ' όσων θυμάμαι δεν μετέβηκε, νομίζω δεν μετέβηκε όπως ήταν η κατάσταση της τότε. Ε: Μετέβηκε μαζί με τον πατέρα σας, ήταν ισόγειο, υπήρχε και σχετική ράμπα και μπορούσε να εισέλθει εντός αυτού. Α: Δεν το γνωρίζω δεν ήμουν παρούσα. Ε: Όλοι σας μεταβήκατε, όχι μαζί απαραίτητα και υπογράψατε όλα τα έγγραφα που σας έχω υποδείξει. Α: Θα μιλήσω για τον εαυτό μου, εγώ και ο σύζυγος μου μεταβήκαμε.» 101. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι παρά τη σαφή θέση της ΜΕ4 ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 μετέφερε τη σύζυγο του στο Υποκατάστημα για υπογραφή, εντούτοις ουδόλως ο ίδιος κλήθηκε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου περί του αντιθέτου. 102. Επιπρόσθετα, εκεί όπου η ΜΥ1 αισθανόταν πιεσμένη κατέφευγε σε απαντήσεις ότι δεν θυμόταν. Για παράδειγμα δεν θυμόταν τί λέχθηκε μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ούτε το λόγο που υπεγράφη το Τεκμήριο 3. Παράλληλα, σε ερωτήσεις που αφορούσαν στις θέσεις της κατά την κυρίως εξέταση της φαινόταν επιτηδευμένα ασαφής. Για παράδειγμα, ερωτηθείσα από την κα Φασιανού ποιον λόγο η ίδια ανέφερε ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία από την τράπεζα απάντησε ότι «απλά θυμάμαι ότι μετά και που τις καταστάσεις που έγιναν είχαμε θέματα με τους τόκους, έμπαιναν επιπλέον τόκοι τωρά δεν θυμάμαι αν ήταν στις καθυστερημένες δόσεις που έμπαιναν τόκοι και πως έγινε, αυτό βασικά.» 103. Σε ερώτηση της κας Φασιανού για ποιον λόγο αναφέρει ότι παραβλάφτηκαν τα δικαιώματα της απαντούσε ωσάν να μην αντιλαμβανόταν σε τί γινόταν αναφορά. Συνέχισε η κα Φασιανού, εάν γνώριζε κατά πόσο σε περίπτωση καθυστέρησης θα υπήρχαν τόκοι υπερημερίας και απάντησε καταφατικά. Ως προς το ζήτημα του επιτοκίου, συμφώνησε με τις υποδείξεις της κας Φασιανού ότι το επιτόκιο ήταν σταθερό μέχρι τον Απρίλιο του 2011, οπότε και μετά μειώθηκε και ότι η μείωση ήταν προς όφελος των Εναγόμενων και, κατ' επέκταση, συμφώνησε με τη θέση της κας Φασιανού ότι ουδόλως παραβλάφθηκαν τα δικαιώματα τους ως προς το επιτόκιο. 104. Σε σχέση με τη θέση της δια το ότι ο τερματισμός ήταν αδικαιολόγητος και παράνομος εξήγησε ότι ο λόγος είναι ότι οι Ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν συγκεκριμένη πρόταση των Εναγόμενων για σταδιακή εξόφληση του δανείου. Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 επωφελήθηκαν από την παραχώρηση του δανείου εφόσον εξοφλήθηκαν άλλες υποχρεώσεις τους με την Εθνική Τράπεζα καθώς και το ότι οι χρεώσεις που εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 13 έγιναν με βάση τα συμφωνηθέντα. Σε σχέση με τη θέση της ότι δεν ενημερωνόταν για τις αυξομειώσεις του επιτοκίου περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι ενημερωνόταν, γιατί δεν διάβαζε εφημερίδα και δεν γνώριζε ότι μπορούσαν οι Ενάγοντες να το πράξουν μέσω ανακοίνωσης στον τύπο. 105. Στη βάση όλων των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η συνεχής μεταβολή των θέσεων της σε σχέση με τα όσα ανέφερε κατά τη κυρίως εξέταση της καθιστούν ακροσφαλή τυχόν αποδοχή της εκδοχής της και συναφώς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία της, πλην των σημείων που αποτέλεσαν αντικείμενο ευρημάτων του Δικαστηρίου στην παρ.55 πιο πάνω. VI. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (α) ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ 106. Στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με την σύναψη των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. (
- i)Η Συμφωνία Δανείου - Τεκμήριο 2 107. Οι Ενάγοντες στις 8.4.2008 σύναψαν με τους Εναγόμενους 1 και 2 τη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 2), δυνάμει της οποίας συμφώνησαν να τους παραχωρήσουν δάνειο ύψους €100,000. Ο σκοπός του δανείου, ως αναφέρεται επί της Συμφωνίας Δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενων στεγαστικών δανείων τους με την Εθνική Τράπεζα. Οι βασικοί όροι της Συμφωνίας Δανείου είχαν ως εξής: (α) Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 36 μηνιαίες δόσεις ύψους €716,15 έκαστη και ακολούθως με 144 μηνιαίες δόσεις ύψους €788,23 έκαστη, μέχρι πλήρους εξόφλησης. (β) Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά τη χορήγηση του δανείου και οι υπόλοιπες την 28η κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης στις 28.3.2023. (γ) Το επιτόκιο που θα χρεωνόταν θα ανέρχετο σε 3.50% σταθερό ετησίως για περίοδο 36 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου. Ακολούθως, θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά 1.25%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (δ) σε περίπτωση που μεταβαλλόταν το επιτόκιο, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να αυξήσουν ή να μειώσουν ανάλογα το ποσό της κάθε δόσης ή τον αριθμό των δόσεων και την ημερομηνία λήξης του δανείου, κατά την κρίση τους. (ε) Το δάνειο θα χρεωνόταν με έξοδα και επιβαρύνσεις σύμφωνα με τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων που ίσχυαν κατά το χρόνο ετοιμασίας της Συμφωνίας Δανείου, ήτοι, κατά τις 19.3.2008. (στ) Οι υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 θα εξασφαλίζονταν με τις εξασφαλίσεις που καταγράφονται επί της παραγράφου 9 της Συμφωνίας Δανείου. 108. Η Συμφωνία Δανείου υπεγράφη στις 8.4.2008 από τους Εναγόμενους 1 και 2 στο υποκατάστημα των Εναγόντων στην Δερύνεια, στην παρουσία της ΜΕ4 η οποία επίσης υπέγραψε την Συμφωνία Δανείου ως μάρτυρας των υπογραφών τους. Οι όροι των εν λόγω εγγράφων επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος, κο Πανίκο Κουμή. (
- ii)Η Συμφωνία Εγγύησης - Τεκμήριο 6 109. Αυθημερόν, ο Εναγόμενος 3 και η τέως σύζυγος του κα Χρίστα Κυριάκου, σύναψαν με τους Ενάγοντες την Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 6) δια της οποίας, σύμφωνα με το περιεχόμενο της, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 που απορρέουν από την Συμφωνία Δανείου, μέχρι ποσού €120.000,00 πλέον τόκους και έξοδα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, ανέλαβαν δε να καταβάλουν μόλις τους ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο προς τους Ενάγοντες. Η Συμφωνία Εγγύησης επίσης υπεγράφη στο υποκατάστημα των Εναγόντων στην Δερύνεια, από τους Εναγόμενους 3 και κα Χρίστα Κυριάκου, στην παρουσία της ΜΕ4, κας Άντρης Καραγιώργη, η οποία επίσης υπέγραψε την Συμφωνία Δανείου ως μάρτυρας των υπογραφών τους. Οι όροι της Συμφωνίας Εγγύησης επεξηγήθηκαν στον Εναγόμενο 3 και στην κα Χρίστα Κυριάκου από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος, κο Πανίκο Κουμή. (iii) Η Τροποποιητική Συμφωνία - Τεκμήρια 3 και 4 110. Τον Ιούλιο του 2011 οι Εναγόμενοι 1 - 3 υπέγραψαν την Τροποποιητική Συμφωνία (Τεκμήριο 4) δια της οποίας το χρεωθέν επιτόκιο τροποποιείτο σε 5.25% αποτελούμενο από το Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικού Δανείου της Τράπεζας πλέον προσαύξηση ύψους 1.25%. Το πιο πάνω βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ανερχόταν τότε σε 4%. Ενημέρωση για το περιεχόμενο της πιο πάνω συμφωνίας παραχώρησε στους Εναγόμενους 1-3 η κα Καραγιώργη. 111. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επίσης υπέγραψαν το Τεκμήριο 3 δια του οποίου, μεταξύ άλλων, αναστέλλετο η πληρωμή των δόσεων για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2011 και παρατείνετο η λήξη του δανείου ως εξής: με την καταβολή 143 περαιτέρω μηνιαίων δόσεων εκ €817,36 η καθεμιά, με την επόμενη δόση να είναι πληρωτέα στις 28.9.2011 και τις υπόλοιπες κάθε 28η κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης στις 28.7.2023. Επιπλέον, συμφώνησαν ότι σε περίπτωση καθυστερήσεων ο Λογαριασμός Δανείου θα επιβαρυνόταν με περαιτέρω τόκο υπερημερίας ύψους 6%. Επίσης, δια του Τεκμηρίου 3 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξουσιοδοτούσαν τους Ενάγοντες να παραδώσουν αντίγραφο του στους εγγυητές ενώ συμφώνησαν όπως «όλα τα έξοδα» χρεωθούν στον Τρεχούμενο Λογαριασμό. (
- iv)Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου, Έγγραφο Υποθήκης και Πληρεξούσιο Έγγραφο - Δέσμη Τεκμηρίων 7 και 14 112. Η κα Χρίστα Κυριάκου υποθήκευσε το Ακίνητο προς όφελος των Εναγόντων προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερομηνίας 11.4.2008 εγγράφου υποθήκης της ίδιας ημερομηνίας, για το ποσό των €111.000,00 πλέον τόκους και έξοδα από 11.4.2008 (Τεκμήριο 7). 113. Η κα Χρίστα Κυριάκου συνήψε τα πιο πάνω έγγραφα δια μέσου του τότε πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, Εναγόμενου 3, τον οποίο διόρισε για τον πιο πάνω σκοπό, δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 14) και ο οποίος υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα, στην παρουσία της ΜΕ4, κας Άντρης Καραγιώργη, η οποία επίσης έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφών. (β) ΟΙ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ TH ΣΥΝΑΨΗ, ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ (
- i)Εισήγηση ότι δεν απεδείχθη η σύναψη των επίδικων συμφωνιών 114. Προβάλλει η κα Προδρόμου στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης ότι οι Ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να αποσείσουν το βάρος της σύναψης των πιο πάνω συμφωνιών καθώς οι Ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν ως μάρτυρα το πρόσωπο που τότε ενεργούσε εκ μέρους των Εναγόντων. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως προανέφερα, με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Ενάγοντες, την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε, οι Ενάγοντες απέδειξαν τη γνησιότητα των υπογραφών των Εναγόμενων επί των επίδικων εγγράφων (βλ. κατ΄ αναλογίαν Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. Κακάβου, Πολ. Έφ. 278/10, 15.10.2015), ECLI:CY:AD:2015:A683. Πέραν τούτου, η ίδια η ΜΥ1, όπως προανέφερα, αναγνώρισε τις υπογραφές της ίδιας και των Εναγόμενων 2 και 3 επί των Τεκμηρίων 2, 3, 4, 6, 7 και 14. Κατά τα λοιπά, οι θέσεις της περί κατ' ουσία πλαστογραφίας της υπογραφής της μητέρας της απερρίφθηκαν για τους λόγους που έχω παραθέσει εκτενώς στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της. (
- ii)Εισήγηση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες ή ακυρώσιμες 115. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω προβάλλουν ότι η σύναψη των συμφωνιών ήταν αποτέλεσμα απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης. 116. Το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει πως μια σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. Σωκράτης Σάββα Σωκράτους v. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Η συναίνεση σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ.149, θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα όταν δεν προκαλείται με (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16, (γ) απάτη όπως ορίζεται στο άρθρο 17, (δ) ψευδή παράσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο 18 και (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ. 149, αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε τερματισμό των επίδικων συμφωνιών.
- Παρά την πιο πάνω επισήμανση μου προχωρώ να εξετάσω και τα ζητήματα απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης που εγείρει η πλευρά των Εναγόμενων. Απάτη και ψευδείς παραστάσεις
- Σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)του Κεφ. 149, «Απάτη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης: (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές, (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό, (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της, (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση, και (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη. 120. Σύμφωνα με το άρθρο 17
(2)του Κεφ. 149 απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.
- Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 18 του Κεφ. 149, η «ψευδής παράσταση» περιλαμβάνει: (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές, (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού και (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.
- Το μέρος το οποίο επικαλείται απάτη σε βάρος του, έχει αυξημένος βάρος απόδειξης. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.ά., Αρ. Αγωγής 2503/2014, 11.7.2018: «Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Ούτε και πρέπει να θεωρείται και/ή να συνάγεται με εύκολο τρόπο, γιατί ως εξηγείται στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts (12η έκδοση, 2ος τόμος, στις σελίδες 499-500, η κατηγορία της απάτης, ακόμα και στα πλαίσια πολιτικής διαδικασίας, θα πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σε κάθε περίπτωση το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι εξαιρετικά ψηλό (extremely high) κατ' αναλογία με ποινικές υποθέσεις (βλέπε επίσης Μούρτζινος ν. Του Πλοίου Galaxias κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80).» 123. Η πιο πάνω προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει με την προσέγγιση του αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) στις υποθέσεις Bater v. Bater
(1950)2 All ER 458, Hornal v. Neuberger Products Ltd
(1956)3 All ER 970 και Whitehouse v. Jordan and another
(1980)1 All ER 650, αναφορά στις οποίες γίνεται από Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Τοy Πλοίου Galaxias κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80: Στην Bater το αγγλικό Εφετείο τόνισε ότι "(t)he case may be proved by a preponderance of probability, but there may be degrees of probability within that standard. The degree depends on the subject-matter. A civil court, when considering a charge of fraud, will naturally require a higher degree of probability than that which it would require if considering whether negligence were established." Η Bater υιοθετήθηκε από το αγγλικό Εφετείο στην Neuberger Products (πιο πάνω), όπου, επιβεβαιώθηκε η αρχή, μεταξύ άλλων, ότι "the more serious the allegation the higher the degree of probability that is required", θέση η οποία επιβεβαιώνεται και στο σύγγραμμα Pollock & Mulla "Indian Contract and Specific Relief Acts" 10η έκδοση (σελ. 181) όπου επίσης αναφέρεται ότι, "the party pleading fraud has to prove it by cogent evidence."
- Προς υποστήριξη της θέσης της δια το ότι οι Ενάγοντες εξαπάτησαν τους Εναγόμενους, η κα Προδρόμου προβάλλει ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν ιδιαίτερα επαχθείς για τους Εναγόμενους καθώς ήταν μεστές καταχρηστικών ρητρών, η ΜΥ1 δεν είχε μόρφωση, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες χωρίς να τις διαβάσουν, και οι Ενάγοντες γνώριζαν την διαπραγματευτική αδυναμία των Εναγόμενων όμως απέσπασαν την υπογραφή τους ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Η κα Προδρόμου παραπέμπει προς τούτο και στις παραγράφους 9-12 και 16 της Υπεράσπισης. Εκεί γίνεται μια γενική αναφορά σε καταχρηστικούς και «παράνομους» όρους των συμφωνιών, έλλειψη διαπραγμάτευσης των εγγράφων, δυσανάλογη θέση ισχύος των μερών, ότι οι Ενάγοντες τους παρέστησαν τις συμφωνίες ως τυπικής φύσεως.
- Σημειώνεται καταρχήν το ζήτημα του κατά πόσο όρος ή όροι μιας συμφωνίας είναι καταχρηστικοί αποτελεί θέμα νομικό και δεν δύναται να στοιχειοθετήσει απάτη. Η απάτη αποτελεί ζήτημα γεγονότων τα οποία θα πρέπει να αποδεικνύονται ανεξάρτητα (Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντωνίου κ.ά., Πολ. Έφ. 273/2010, 8.4.2014), ECLI:CY:AD:2014:A247 με σκοπό την εξώθηση του αντισυμβαλλομένου στη σύναψη συμφωνίας και σύμφωνα με τα όσα το άρθρο 17 του Κεφ. 149 ορίζει. Η ύπαρξη ή μη μιας καταχρηστικής ρήτρας από μόνη της δεν δύναται να έχει την πιο πάνω επίδραση ως ζήτημα γεγονότων.
- Από τα όσα η πλευρά των Εναγόμενων προβάλλει το μοναδικό στοιχείο το οποίο σε επίπεδο ισχυρισμών θα δύνατο να αποτελέσει έρεισμα για την εξαγωγή συμπεράσματος περί απάτης, είναι η θέση που οι προέβαλαν στην Υπεράσπιση τους περί ψευδών παραστάσεων και δη η θέση τους ότι οι Ενάγοντες τους παρέστησαν τις συμφωνίες ως τυπικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες. Αυτό όμως ουδόλως έχει αποδειχθεί ενώπιον μου. Αντίθετα, η πιο πάνω θέση των Εναγόμενων είναι αντίθετη με τη μαρτυρία που η ίδια η ΜΥ1 από την οποία προέκυψε με σαφή τρόπο ότι η ίδια αντιλήφθηκε πλήρως τη φύση και το περιεχόμενο των συμφωνιών (βλ. παρ. 96 και εντεύθεν πιο πάνω). Καμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε προς τούτο. Δεν αποδείχθηκε επομένως η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και συνεπεία του οποίου οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην σύναψη των συμφωνιών (βλ. Φίλιππος Ραπτόπουλος κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd, Πολ. Έφ. 337/2011, 11.4.2017), ECLI:CY:AD:2017:A
- Συνεπεία τούτου, εκλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων δια εξαγωγή συμπεράσματος περί απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων. Ψυχική πίεση
- Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Κεφ.149 η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου. 128. Το άρθρο 16
(2)του Κεφ. 149 διαλαμβάνει ότι, χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. 129. Εν συνεχεία, το άρθρο 16
(3)του Κεφ. 149 διαλαμβάνει ότι όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.
- Η κα Προδρόμου επιχειρηματολόγησε ότι στην παρούσα περίπτωση το βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε στους ώμους των Εναγόντων να αποδείξουν ότι οι συμφωνίες δεν συνήφθησαν συνεπεία ψυχικής πίεσης καθώς αποδείχθηκε ότι (α) οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να κυριαρχούν επί της θέλησης των Εναγόμενων και (β) οι συμφωνίες ήταν υπέρμετρα επαχθής.
- Προς τούτο, κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας της ήταν ότι διεφάνη ότι υπήρχε «σχέση εμπιστοσύνης» μεταξύ των διαδίκων και βάσισε την υπόθεση της επί της κατηγορίας υποθέσεων όπου θα πρέπει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, να τεκμαρθεί η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, σε αντιδιαστολή με την κατηγορία υποθέσεων όπου η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός (βλ. Μιχαήλ Κεφάλας ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα
(2000)1 ΑΑΔ 1226). Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης της προέβαλε τα εξής: «Διαφάνηκε ότι υπήρχε μια σχέση εμπιστοσύνης. Η μάρτυρας ΜΕ4 Άνδρη Καραγιώργη [.] διαφάνηκε ότι γνώριζε τους Εναγόμενους και ότι υπάλληλοι της Τράπεζας τους γνώριζαν. Επίσης και η ΜΥ1 αναφέρθηκε και σε άλλες συμφωνίες μεταξύ της οικογενειακής τους εταιρείας και των Εναγόντων. Δυστυχώς, διεφάνη ότι η Εναγόμενη 1 είχε εμπιστευτεί απόλυτα την τράπεζα και τους υπαλλήλους της ως προς τον τρόπο διαχείρισης του λογαριασμού. Δυστυχώς, κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, ως πιο πάνω αναφέρεται, υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 3 οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης και υποθήκης.»[6] 132. Τίποτε από τα πιο πάνω δύνανται να αποτελέσουν έρεισμα για την εξαγωγή συμπεράσματος περί δημιουργίας ειδικής σχέσης ή σχέσης εμπιστοσύνης. Καταρχήν, η ΜΕ4, τη μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχθεί, ανέφερε ότι γνώριζε τους Εναγόμενους επειδή ήταν πελάτιδα τους στο κατάστημα παπουτσιών που διατηρούσαν και οι δε Εναγόμενοι πελάτες του Υποκαταστήματος. Κατέστησε σαφές ότι οι σχέσεις τους ήταν τυπικές στο πιο πάνω πλαίσιο. Μια πελατειακή σχέση αυτού του είδους δεν δημιουργεί σχέση εμπιστοσύνης ή ειδική σχέση δυνάμει του άρθρου 16
(3)του Κεφ. 149. Ούτε βεβαίως το εάν υπήρχαν άλλες διευκολύνσεις μεταξύ των Εναγόντων και οικογενειακής επιχείρησης των Εναγόμενων δύναται αφ' εαυτού να οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Επιπλέον, καμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου ούτε και η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι υπήρχε κάποια συγκεκριμένη σχέση με συγκεκριμένο υπάλληλο των Εναγόντων με οποιονδήποτε από τους Εναγόμενους, πριν από τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, και ουδόλως κατονόμασε τον οποιονδήποτε. Ούτε είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης μεταξύ των Εναγόμενων που να δημιουργεί ζήτημα άδικης επιρροής ή εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους από τους Ενάγοντες. Δεδομένου της μη ύπαρξης σχέσεως ειδικής σχέσης, το βάρος απόδειξης παρέμεινε στους ώμους των Εναγόμενων να αποδείξουν την ψυχική πίεση, που όμως δεν έπραξαν (βλ. Ζαχαριάδη ν. Universal Life Insurance Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 144/2013, 16.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:A145, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961). 133. Αντίθετα, το αντάλλαγμα που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτήθηκαν και έλαβαν, οι υποχρεώσεις των οποίων εξασφαλίζονται από την Σύμβαση Εγγύησης και τη υποθήκευση του Ακινήτου, δεν τους έθεσε σε μειονεκτική θέση. Με τη συναλλαγή αυτή, όπως η ίδια η ΜΥ1 αποδέχθηκε, επωφελήθηκαν και οι δύο τους στους οποίους το δάνειο με άλλη τράπεζα εξοφλήθηκε, ενώ οι ίδιοι έλαβαν το προϊόν του δανείου, γεγονός που ουδόλως αμφισβητήθηκε. Τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι όχι μόνο οι Ενάγοντες δεν βρίσκονταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί της θέλησης των Εναγόμενων αλλά απουσιάζει και το πραγματικό υπόβαθρο που θα θεμελίωνε ότι οι Ενάγοντες έλαβαν οποιοδήποτε αθέμιτο όφελος από τους Εναγόμενους ή ότι οι συμφωνίες ήταν υπέρμετρα επαχθείς (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961.)
- Συνεπεία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η σύναψη των συμφωνιών δεν ήταν αποτέλεσμα ή προϊόν είτε απάτης, είτε ψευδών παραστάσεων είτε ψυχικής πίεσης από τους Ενάγοντες σε βάρος των Εναγόμενων αλλά πρόκειται για έγγραφα που συνήφθησαν με την ελεύθερη συναίνεση των Εναγόμενων, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου στις παρ. 107-111 πιο πάνω. (iii) Εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 5 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 (197(Ι)/2003)
- Αγορεύοντας η συνήγορος των Εναγόμενων εισηγήθηκε ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη ή ακυρώσιμη κατ' εκλογή του Εναγόμενου 3 και της κας αποθανούσας Χρίστας Κυριάκου καθώς οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το άρθρο 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (197/(Ι)/2003) («ο Νόμος 2003»). Ειδικότερα προβάλλει ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι παρέδωσαν στα πιο πάνω πρόσωπα ως εγγυητές επιστολή με την οποία να καταγράφονται τα όσα το άρθρο 5(α) του πιο πάνω Νόμου διαλαμβάνει. Συνεχίζει ότι η παράλειψη αυτή ανάγεται σε ενεργό απόκρυψη γεγονότων κατά τρόπο που να συνιστά απάτη σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)(β) του Κεφ.
- Επικαλείται και το άρθρο 101 του Κεφ. 149 το οποίο διαλαμβάνει ότι «εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη.»
- Καταρχήν, θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδόλως τέθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων ότι τέτοια επιστολή είτε δεν παραδόθηκε στον Εναγόμενο 3 και στην κα Χρίστα Κυριάκου, ούτως ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθούν ή να την παρουσιάσουν, εάν υπάρχει (βλ. Frederickou Schools Co Ltd a.o. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057). Επομένως, το γεγονός ότι οι μάρτυρες των Εναγόντων δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο τέτοια επιστολή δεν δύναται να οδηγήσει και σε συμπέρασμα δια το ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε παρέδωσαν τέτοια επιστολή παραβιάζοντας μάλιστα τα απορρέοντα από την νομοθεσία καθήκοντα τους με τις νομικές συνέπειες που η κα Προδρόμου εισηγείται. Εάν η πλευρά των Εναγόμενων επιθυμούσε να προωθήσει τη θέση αυτή όφειλε να τη θέσει με σαφήνεια κατά την ακροαματική διαδικασία στους μάρτυρες των Εναγόντων. Το ζήτημα συνεπώς δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μου, προχωρώ να σημειώσω τα πιο κάτω. 137. Έστω και εάν διαφαινόταν ότι οι Ενάγοντες δεν παρέδωσαν τέτοια επιστολή τούτο δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της Συμφωνίας Εγγύησης. Τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται είτε από το Νόμο 197(Ι)/2003. Αντίθετα, το άρθρο 4
(1)του Νόμου 2003 διαλαμβάνει τα εξής σε σχέση με το ζήτημα εγκυρότητας μια Συμφωνίας Εγγύησης (ο τονισμός είναι δικός μου): «Σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε.»
- Επομένως, η ίδια η νομοθεσία την οποία η συνήγορος των Εναγόμενων επικαλείται θέτει ως μοναδικό προαπαιτούμενο για την εγκυρότητα μιας σύμβασης εγγύησης το ότι αυτή θα πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως, να φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία υπέγραψε, στοιχεία τα οποία πληρούνται σωρευτικά σε σχέση με το Τεκμήριο
- Ανατρέχοντας επίσης στο περιεχόμενο του Νόμου 2003, ουδόλως προκύπτει ότι το άρθρο 5 του Νόμου 2003 ή οποιοδήποτε άλλο άρθρο του Νόμου θέτει ως συνέπεια την ακυρότητα μιας σύμβασης εγγύησης σε περιπτώσεις όπου δεν έχει παραδοθεί η προαναφερόμενη επιστολή. Κατ' ακρίβειαν, καμία συνέπεια ορίζεται από οποιαδήποτε παραβίαση του άρθρου 5 του Νόμου 2003 όπως καθορίζεται για παράδειγμα σε σχέση με το άρθρο 12 του Νόμου
- Αποτελεί συνεπώς την κρίση του Δικαστηρίου ότι εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η ακυρότητα ή η ακυρωσιμότητα μιας σύμβασης εγγύησης από την παράλειψη πιστωτικού ιδρύματος να παραδώσει την αναφερόμενου επί του άρθρου 5 επιστολή, τούτο θα διαλαμβανόταν σαφώς και ρητώς επί του κειμένου του Νόμου.
- Επιπλέον, ακόμα και εάν διαφαινόταν ότι οι Ενάγοντες δεν παρέδωσαν τέτοια επιστολή στον Εναγόμενο 3 και στην κα Χρίστα Κυριάκου, τούτο δεν εξισώνεται με εξαπάτηση τους, σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)(β) του Κεφαλαίου
- Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των Εναγόμενων κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Οι σχετικές αναφορές των Εναγόμενων περί παράλειψης πληροφόρησης δεν κρίνονται επαρκείς. Αυτό που θα έπρεπε να δικογραφηθεί είναι η παράλειψη παράδοσης της πιο πάνω επιστολής η οποία ανάγεται σε ενεργό απόκρυψη, εφόσον πρόκειται για λεπτομέρεια «απάτης» (βλ. θεσμός 5 της Διαταγής 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας).
- Υπό το φως των πιο πάνω, η σχετική εισήγηση της συνηγόρου των Εναγόμενων απορρίπτεται. (γ) ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ΩΣ ΕΓΓΥΗΤΡΙΑΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Σημειώνω καταρχήν ότι το γεγονός ότι η κα Χρίστα Κυριάκου δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 4 είναι κοινώς αποδεκτό, όπως προκύπτει και από την παρ.200 της αγόρευσης της κας Φασιανού. Επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσο η μη υπογραφή της κας Κυριάκου επί του Τεκμηρίου 4 είχε ως νομική συνέπεια την απαλλαγή της ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 που απέρρεαν από την Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 2), ως αυτές τροποποιήθηκαν από την Τροποιητική Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 4).
- Σχετικό είναι το άρθρο 91 του Κεφ. 149 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής».
- Από τη νομολογιακή μεταχείριση που έτυχε το πιο πάνω άρθρο προκύπτει ότι το ερώτημα του κατά πόσο ο εγγυητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Σύμβασης Εγγυήσεως εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως τους όρους της ίδιας της Σύμβασης Εγγυήσεως (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Γερολέμου Καπετάνιου, Πολ. Έφ. Αρ. 200/2009, 9.1.2014)
- Σύμφωνα με τον όρο 5 της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμήριο 6) την οποία, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η κα Χρίστα Κυριάκου υπέγραψε με την ελεύθερη της συναίνεση, η Τράπεζα, μεταξύ άλλων, θα έχει την εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από τους εγγυητές και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη τους δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης
(1)να τερματίζει, ελαττώνει, αυξάνει, τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τους πρωτοφειλέτες,
(2)να δίδει προς τους πρωτοφειλέτες παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτούς οποιασδήποτε υποχρέωσης και/ή να απέχει από του να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον τους για είσπραξη χρεών του,
(3)να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τους πρωτοφειλέτες ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητές,
(4)να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη συγκατάθεση των εγγυητών τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τους πρωτοφειλέτες οι τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε εξ αυτών όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν και/ή υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης.
- Αντίστοιχοι όροι με τους πιο πάνω εξετάστηκαν και στην Λοφίτης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 220/13, 17.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:A494 υπό το πρίσμα του άρθρο 91 του Κεφ. 149 και το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τους λόγους έφεσης που αφορούσαν στην κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη απαλλαγής των εκεί εγγυητών στη βάση του λεκτικού της εκεί συμφωνίας εγγύησης ανέφερε ότι: «Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή.»
- Από τους πιο πάνω όρους προκύπτει σαφώς ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν το δικαίωμα τροποποίησης του επιτοκίου και να παρατείνει το χρόνο αποπληρωμής χωρίς τη συγκατάθεση των εγγυητών, χωρίς να απαλλάσσονται οι εγγυητές. Τούτο προκύπτει και: (α) Από τον όρο 2 της Σύμβασης Εγγύησης από τον οποίο προκύπτει ότι η κα Χρίστα Κυριάκου εγγυήθηκε «όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές», (β) από τον όρο 3 της Συμφωνίας Εγγύησης από τον οποίο προκύπτει ότι «η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα Δερύνεια Αμμόχωστος γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεση μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και, σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά ημέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή εκτελεστές της διαθήκης μου. Εννοείται ότι θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι.»
- Στη βάση των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η Σύμβαση Εγγύησης αποτελεί συνεχή εγγύηση, ήτοι αφορούσε και σε μελλοντικές υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι των Εναγόντων. Σχετικές είναι οι Γερολέμου Καπετάνιου (ανωτέρω), Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2009)1 ΑΑΔ 862 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 180 στις οποίες και παραπέμπω.
- Τέλος, ουδεμία δυσμένεια υπέστη η κα Κυριάκου στη βάση της τροποποίησης που επέφερε η Τροποποιητική Συμφωνία, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ειδικότερα, βάσει του Τεκμηρίου 3 το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ανερχόταν τον Ιούλιο του 2011 σε 5.75% και με την αλλαγή που συμφωνήθηκε στο είδος του επιτοκίου, το βασικό επιτόκιο των στεγαστικών δανείων των Εναγόντων ανερχόταν τον Ιούλιου του 2011 σε 4%. Συνεπώς, προκύπτει ότι η μεταβολή των όρων επενήργησαν προς όφελος των Εναγόμενων με την μείωση του επιτοκίου.
- Υπό το φως των πιο πάνω η εισήγηση των Εναγόμενων περί απαλλαγής της κας Κυριάκου από τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια απορρίπτεται. (δ) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΟΥ
- Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι στη βάση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ6, το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στον Λογαριασμό Δανείου και, ακολούθως, το ποσό μεταφέρθηκε στον Τρεχούμενο Λογαριασμό με την παράλληλη χρέωση του Λογαριασμού Δανείου. Επεξήγησε ο ΜΕ6 ότι από το ποσό του δανείου, ποσό ύψους €339,78 χρησιμοποιήθηκε για τα έξοδα χαρτοσήμων της Συμφωνίας Δανείου. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ6, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι και η ίδια η ΜΥ1 αποδέχθηκε την εκταμίευση του δανείου ως εκ των αναφορών της περί χρήσης του ποσού του Δανείου για εξόφληση των υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 με την Εθνική Τράπεζα.
- Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τον συμφωνηθέντα τρόπο αποπληρωμής του δανείου δυνάμει των Τεκμηρίων 2 και
- Το γεγονός αυτό οδήγησε στην αποστολή των επιστολών επί του Τεκμηρίου 8 και ακολούθως, του τερματισμού του Λογαριασμού Δανείου, στις 26.3.2014 (βλ. Τεκμήριο 11). Παρά την αμφισβήτηση της ΜΥ1 σε σχέση με την παραλαβή των πιο πάνω επιστολών, η θέση της αυτή απορρίφθηκε για τους λόγους που παρατίθενται στις παραγράφους 83 - 86 ανωτέρω. Συναφώς, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν δεόντως τις πιο πάνω επιστολές των Εναγόντων.
- Στην παράγραφο 7 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 2) προνοείται: «Τα ακόλουθα θα συνιστούν παράβαση της παρούσας συμφωνίας: αν ο Πελάτης ή ο εγγυητής παραβεί οποιοδήποτε όρο της παρούσας συμφωνίας ή της συμφωνίας εγγύησης ή οποιασδήποτε συμφωνίας με την Τράπεζα, (β) αν ο Πελάτης ή ο εγγυητής παραλείψει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα με βάση την παρούσα συμφωνία ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με την Τράπεζα»
- Με την παράλειψη τήρησης του συμφωνηθέντος δια των Τεκμηρίων 2 και 4, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν την Συμφωνία Δανείου. Στη βάση των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου και ειδικότερα της παραγράφου 4, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού, να κατατήσουν απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιοδήποτε άλλου οφειλόμενο ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.
- Συνεπεία των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός που έλαβε χώρα στις 26.3.2014 ήταν νόμιμος και εντός του πλαισίου των συμβατικών δικαιωμάτων των Εναγόντων (βλ. Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Construction) Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1726). 156. Εφόσον το χρέος κατέστη πληρωτέο από τους Εναγόμενος 1 και 2, ως προωτοφειλέτες, ο Εναγόμενος 3 και η κα Κυριάκου κατέστησαν παράλληλα υπόλογοι για την αποπληρωμή του (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465). Το γεγονός αυτό προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εγγύησης (βλ. ειδικότερα όρους 2, 3, 4, 5 και 18). Επιπλέον, ενεργοποιήθηκε το δικαίωμα των Εναγόντων σε εκποίηση της Ακινήτου δυνάμει των όρων 2, 4 και 12 του Έγγραφου Υποθήκης, Τεκμήριο 7. (ε) ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΣΩΝ (
- i)Τα Τεκμήρια 12, 13 και 15 και επιτόκια 157. Στη βάση της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ6 καθώς και των δοσοληψιών που παρουσιάζονται επί του Τεκμηρίου 13, προκύπτει ότι η χρέωση των επιτοκίων συνάδει απόλυτα με τα συμφωνηθέντα δυνάμει των Τεκμηρίων 2 και 4, ήτοι ως εξής: (α) Για την περίοδο 14.4.2008 (ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού του δανείου από τον Λογαριασμό Δανείου προς τον Τρεχούμενο Λογαριασμό δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου και σχετική εγγραφή ημερ. 14.4.08 επί του Τεκμηρίου 15) μέχρι τις 13.4.2011 (περίοδος 36 μηνών), με σταθερό επιτόκιο προς 3.50% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους (βλ. όρο 5 της Συμφωνίας Δανείου) (β) Για την περίοδο 14.4.2011 μέχρι τις 13.5.2011 δυνάμει του όρου 5 της Συμφωνίας Δανείου δια του οποίου κατόπιν της λήξης της πιο πάνω περιόδου το δάνειο θα χρεωνόταν με το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξημένο κατά 1,25% ετησίως, ο Λογαριασμός Δανείου χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο εκ 5.25% ετησίως προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο ετησίως, ήτοι σύνολο επιτοκίου 6,5% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Σχετικά είναι και τα Τεκμήρια 16 - 17 από τα οποία προκύπτει ότι κατά την 14.4.2001 το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ανερχόταν σε 5,25%. (γ) Για την περίοδο από 14.5.2011 μέχρι τις 21.7.2011 (τελευταία ημερομηνία πριν την υπογραφή της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου), χρεωνόταν, και πάλιν δυνάμει του όρου 5 της Συμφωνίας Δανείου, με κυμαινόμενο επιτόκιο εκ 5.75% ετησίως, προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο ετησίως, ήτοι σύνολο επιτοκίου 7% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Σχετικό είναι και το Τεκμήριο 18 από το οποίο προκύπτει ότι κατά την 14.5.2011 το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων για δάνεια που χορηγήθηκαν μετά τις 1.1.2008, όπως το υπό κρίση δάνειο, ανερχόταν σε 5.75%. (δ) Για την περίοδο από 22.7.2011 μέχρι τις 1.5.2013, χρεωνόταν, δυνάμει του όρου 2 της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το εκάστοτε ισχύον «Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικού Δανείου» των Εναγόντων, προσαυξημένο κατά 1.25% ετησίως. Κατά το χρόνο υπογραφής της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου το πιο πάνω βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ανερχόταν σε 4%, επομένως το σύνολο επιτοκίου συμφωνήθηκε σε 5.25%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους, εφόσον κατά τα λοιπά οι υπόλοιποι όροι της Συμφωνίας Δανείου παρέμειναν αναλλοίωτοι και σε πλήρη ισχύ (βλ. όρο 1 της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου). (ε) Για τον περίοδο 2.5.2013 μέχρι τις 25.3.2013, χρεωνόταν, δυνάμει του όρου 2 της Τροποποιητικής Συμφωνίας Δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από πιο πάνω είδος βασικού επιτοκίου των Εναγόντων εκ 3,5% προσαυξημένο κατά 1,25% περιθώριο ετησίως, ήτοι σύνολο επιτοκίου 4,75%, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Σχετικό είναι και το Τεκμήριο 9 από το οποίο προκύπτει ότι κατά την 2.5.2013 το Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικών των Εναγόντων ανερχόταν σε 3.5%. (στ) Για την περίοδο από 26.3.2014 (ημερομηνία τερματισμού του Λογαριασμού Δανείου) ως το πιο πάνω επιτόκιο στην παρ.(γ) πλέον τόκο υπερημερίας 2% ετησίως, ήτοι σύνολο επιτοκίου 6.75%. Σχετικό είναι και το Τεκμήριο 10 από το οποίο προκύπτει ότι κατά την 26.3.2014, το τόκος υπερημερίας ανερχόταν σε 2%. 158. Θα πρέπει να αναφέρω στο σημείο αυτό, ότι η κα Προδρόμου κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, του υπέβαλε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις μεταβολές στο βασικό επιτόκιο, θέση στην οποία ο ΜΕ1 απάντησε ότι ενημερώνονταν δια μέσου των ανακοινώσεων των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο. Το δικαίωμα των Εναγόντων να μεταβάλλουν το βασικό επιτόκιο κατά τον πιο πάνω τρόπο προκύπτει από τον όρο 3 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 2) ο οποίος διαλάμβανε ότι (ο τονισμός δικός μου): «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα [.] και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» 159. Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν δεόντως για την αλλαγή του πιο πάνω βασικού επιτοκίου και του τόκου υπερημερίας από τις σχετικές δημοσιεύσεις των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο. Ειδικότερα, ενημερώθηκαν δυνάμει των Τεκμηρίων 9, 10 και 16-18. 160. Όσον αφορά τη θέση της κας Προδρόμου ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο στην απόδοση ποσών πρώτα έναντι του τόκου και κατόπιν έναντι του κεφαλαίου τούτο δεν ευσταθεί εφόσον στη βάση του όρου 2 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου τα μέρη συμφώνησαν ρητώς ότι «η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι των δανείων [.] πρώτον προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης, προμηθειών και δικαιωμάτων, και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου.» Τα όσα η κα Προδρόμου ανέφερε περί ανατοκισμού πέραν των 2 φορές ετησίως και υπερχρεώσεων δεν έγιναν αποδεκτά στη βάση των όσων έχω παραθέσει στις παραγράφους 78 - 81 ανωτέρω. (
- ii)Διαιρέτης 360 ημερών 161. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι οι Ενάγοντες χρησιμοποιούσαν για σκοπούς υπολογισμού του επιτοκίου μέχρι το έτος 2015 τον διαιρέτη των 360 ημερών και από το έτος 2015 τον διαιρέτη των 365 ημερών. Αποτέλεσε τη θέση της κας Προδρόμου ότι είναι από «την αρχή» που θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ο διαιρέτης των 365 ημερών. Στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης η κα Προδρόμου προβάλλει ότι η πιο πάνω ενέργεια των Εναγόντων αντιβαίνει το άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 Ν. 93(Ι)/
- Δεν με βρίσκει σύμφωνη η πιο πάνω θέση της κας Προδρόμου.
- Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι στη βάση της Σύμβασης Δανείου προνοείτο η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών. Ειδικότερα σύμφωνα με τον όρο 2 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου: «Ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες.»
- Η καταχρηστικότητα ρητρών σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή διέπεται σήμερα από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 (Ν. 112(Ι)/2021). Σύμφωνα με το άρθρο 50
(5), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 75
(1)του Ν.112(Ι)/2021 (ο τονισμός είναι δικός μου): «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.»
- Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο Ν.112(Ι)/2021 εφαρμόζεται στα υπό κρίση γεγονότα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απάντηση είναι αρνητική. Εξηγώ.
- Ο Ν. 112(Ι)/2021, μεταξύ άλλων, κατάργησε, τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) (βλ. άρθρο 74 του Ν. 112(Ι)/2021), ο οποίος διήπε το ζήτημα καταχρηστικών ρητών σε καταναλωτικές συμβάσεις.
- Σύμφωνα με το άρθρο 10
(2)του περί Ερμηνείας Νόμου, «όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα (.) (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα (.) που προέρχεται ή προκύπτει βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό» (ο τονισμός είναι δικός μου). 167. Στην παρούσα περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν «φαίνεται αντίθετη πρόθεση» με δεδομένο το ότι το ίδιο το άρθρο 75
(1)του Ν.112(Ι)/2021 διαλαμβάνει ακριβώς ότι η σχετική πρόνοια θα πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου.
- Το επόμενο ερώτημα συνεπώς που προκύπτει είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα υπολογισμού του τόκου στη βάση του διαιρέτη των 360 ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος του Λογαριασμού Δανείου μέχρι και το έτος 2015, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1, σύμφωνα με τον όρο 2 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου. Η απάντηση είναι καταφατική.
- Τούτο διότι, ναι μεν το άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν. 93(Ι)/1996, τροποποιήθηκε ούτως ώστε να ορίζεται ως καταχρηστική ρήτρα κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο στη βάση των 360 ημερών αντί στη βάση των 365 ημερών, η σχετική τροποποίηση έλαβε χώρα δυνάμει του τροποποιητικού νόμου Ν.49(Ι)/
- Ο Τροποποιητικός Νόμος 49(Ι)/2016 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.4.
- Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω τροποποιητικού νόμου, θα τίθετο σε ισχύ 30 ημέρες από την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι τις 22.5.
- Ο πιο πάνω τροποποιητικός νόμος δεν δύναται να εφαρμοσθεί αναδρομικά (βλ. κατ' αναλογίαν Σταύρος Ξιουρούππας ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 386/2010, 15.11.2016), ECLI:CY:AD:2016:A
- Προκύπτει ότι είναι από τις 21.5.2016 και εντεύθεν που δημιουργήθηκε η υποχρέωση των Εναγόντων για υπολογισμό του τόκου στη βάση των 365 ημερών και όχι ενωρίτερα.
- Επομένως, στη βάση της θέσης του ΜΕ1, την οποία το Δικαστήριο απεδέχθη και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι, είναι από το 2015 και εντεύθεν οι Ενάγοντες χρησιμοποιούσαν τον διαιρέτη των 365 ημερών, δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση του Νόμου 93(Ι)/2016 και κατ' επέκταση, δυνάμει των διαλαμβανομένων του άρθρου 10
(2)του περί Ερμηνείας Νόμου, καμία παραβίαση του Νόμου Ν. 112(Ι)/
- Επιπρόσθετα, υιοθετώ το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. R.J. Eco Homes (Cyprus) Ltd κ.ά., Αρ. Αγ. 2807/12, 8.7.2019 (υπό Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. - όπως ήταν τότε) το οποίο εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στην υπό κρίση περίπτωση: «Στην υπόθεση Archbold Investments Ltdκ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 υπήρχε πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του 9%. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Archbold (ανωτέρω) διαλαμβάνετο τόκος 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας και 9% από τον τερματισμό της Συμφωνίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρέωση τόκου με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού δεν υπερέβαινε το 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, ήτοι με διαιρέτη 360 ημερών, ο οποίος οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείων τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Νόμος 160(Ι)/99, ο οποίος κατήργησε τον περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν.2(Ι)/1997 και τους περιορισμούς που υπήρχαν σε διάφορα θέματα όπως το ανώτατο επιτόκιο και το θέμα του ανατοκισμού. Με άλλα λόγια, στις επίδικες Συμφωνίες δεν ισχύει οποιοσδήποτε περιορισμός στη χρέωση του τόκου όπως ίσχυε στην περίπτωση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.1) 1011 1 Α.Α.Δ. 253, όπου τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του τότε σε ισχύ περί Τόκου Νόμου και η χρέωση με διαιρέτη 360 ημέρες οδήγησε σε χρέωση τόκου που υπερέβαινε το τότε μέγιστο επιτρεπόμενο επιτόκιο του 9%. Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, όπως προνοείται στις σχετικές Συμφωνίες, δεν οδήγησε σε παράνομες χρεώσεις τόκων.» (iii) Τόκος υπερημερίας
- Οι Ενάγοντες διεκδικούν επιτόκιο υπερημερίας ύψους 2% από την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου ήτοι από 26.3.
- Η κα Φασιανού προβάλλει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η χρέωση τόκου υπερημερίας δυνάμει των ακόλουθων: (α) δυνάμει του όρου 2 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου ο οποίος διαλαμβάνει ότι «αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο [.] ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται.» (β) έναντι των Εναγόμενων 1 και 2 οι οποίοι υπέγραψαν το Τεκμήριο 3, δυνάμει της δεύτερης σελίδας του όπου διαλαμβάνεται ότι σε περίπτωση καθυστερήσεων ο επίδικος λογαριασμός θα χρεώνεται και θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας εκ 6%. (γ) έναντι του Εναγόμενου 3 και της κας Κυριάκου δυνάμει του όρου 5(στ) της Συμφωνίας Εγγύησης ο οποίος διαλαμβάνει ότι η τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από τους ίδιους να τροποποιεί τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε το δάνειο όπως επίσης και τους όρους που υπεγράφησαν σε σχέση με την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση.
- Η πλευρά των Εναγόμενων προβάλλει ότι στη βάση του άρθρου
(3)
(1)(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 («ο Νόμος 1999»), οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ειδική ζημιά και συναφώς δεν νομιμοποιούνται σε επιδίκαση τόκου υπερημερίας. Το Άρθρο 3 του Νόμου 1999 προνοεί τα ακόλουθα: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή».
- Για το ζήτημα της ειδικής ζημιάς των Εναγόντων, ο ΜΕ1 ανέφερε τα εξής: «
- Οι τραπεζικοί λειτουργοί αφιερώνουν αρκετό χρόνο στο να επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους χρεώστες και να αποστέλλουν προειδοποιητικές επιστολές αλλά και επιστολές τερματισμού, όπως συνέβη και εν προκειμένω με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και την αποβιώσασα. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες προέβησαν στη σύσταση του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών (Recoveries), το οποίο είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση τερματισμένων λογαριασμών δανείων, πιστωτικών διευκολύνσεων, τρεχούμενων λογαριασμών και το οποίο εργοδοτεί αρκετούς υπάλληλους, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ως εκ τούτου τα λειτουργικά έξοδα αλλά και τα έξοδα εργοδότησης αυτών είναι υψηλά.
- Η συμφωνία για την επιβολή τόκου υπερημερίας γίνεται για να προϋπολογιστεί η ζημιά της Τράπεζας από την αθέτηση της συμφωνίας δανείου και πράγματι η Τράπεζα υφίσταται ζημιά από τη μη εξυπηρέτηση των δανείων που έχει παραχωρήσει.
- Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι μετά τον τερματισμό μη εξυπηρετούμενου δανείου, όπως εν προκειμένω συνέβη και με τον επίδικο λογαριασμό, αναλαμβάνει πλέον το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών