ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΗΝΑΣ ΜΗΝΑ κ.α., Αγωγή αρ. 506/14, 10/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 506/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Ενάγοντες και
- ΜΗΝΑΣ ΜΗΝΑ
- ΕΥΑ ΛΑΜΠΡΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγομένους: κα Α. Κλαίδη για TTC Temple Court Chambers Για Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσα: κα Αβραάμ για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 1.3.2022 για διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος) Έναυσμα για την έκδοση της παρούσας αποτέλεσε η Αίτηση ημερ. 1.3.2022 (η «Αίτηση») η οποία καταχωρήθηκε από τους Αιτητές - Εναγομένους (οι «Αιτητές») και με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται: (α) η διαγραφή και/ή strike out και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και/ή έκθεσης απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε την 11.4.2014 λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και/ή ως επιπόλαιης και/ή ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής, (β) η απόρριψη και/ή παραμερισμός της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή κάθε διαδικασίας στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, (γ) η αναστολή και/ή διακοπή (discontinuance) της διαδικασίας της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.14, Δ.15, Δ.16, Δ.19 ΘΘ 1, 3, 4, 19, 22, 26 και 17, Δ.20 ΘΘ. 1 και 2, Δ.21 ΘΘ 1 - 15, Δ.25 ΘΘ 1 - 4, Δ.26, Δ.27 ΘΘ 1 - 4, Δ.39, Δ.48 ΘΘ 1 - 9, Δ.49 και Δ.64 ΘΘ 1 - 2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό, στα άρθρα 30
(1)και
(2)και 31 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της Ε.Λ. ημερ. 1.3.2022 (η «Ε.Λ.»), η οποία είναι η εναγόμενη 2 και μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι πέραν της παρούσας αγωγής, η οποία καταχωρίστηκε την 11.4.2014, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν επίσης εναντίον της την αγωγή υπ' αρ. 504/14. Και οι δύο αγωγές, ως ισχυρίζεται η ομνύουσα, αφορούν σε συμβάσεις δανείων ημερ. 7.7.2010, τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήρια Β και Γ. Ως περαιτέρω αναφέρει η ομνύουσα, καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση και στις δύο αγωγές, ισχυριζόμενη ότι υπέγραψε τις δανειακές συμβάσεις υπό καθεστώς τρόμου και ψυχικής πίεσης που της άσκησε ο πρώην σύζυγός της. Ως επίσης αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, οι δύο αγωγές αφορούν στην ίδια υποθήκη, ενώ και στις δύο αγωγές οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται την έκδοση πανομοιότυπων διαταγμάτων. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της ομνύουσας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση καταχρηστικά προώθησαν 2 αγωγές αντί να συμπεριλάβουν όλες τις συμβάσεις δανείων σε μία αγωγή και ότι αμφότερες οι αγωγές στηρίζονται επί των ίδιων γεγονότων και επίδικων θεμάτων και αφορούν τους ίδιους διάδικους. Ως περαιτέρω αναφέρει, σε σχέση με την αγωγή αρ. 504/14 η ακροαματική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Αποτελεί ισχυρισμό της ομνύουσας, ότι τα δικαιώματά της σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου επηρεάστηκαν δυσμενώς εξαιτίας της ισχυριζόμενης κατάχρησης, ενώ επιπρόσθετα αναφέρει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κακόπιστα και καταχρηστικά δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή με αρ. 504/14, ότι εκκρεμεί και η παρούσα. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης εκ δευτέρου, εφόσον η σύμβαση υποθήκης είναι ίδια, τα γεγονότα είναι ίδια και οι μάρτυρες που θα προσκομίσουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ίδιοι. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση, στην οποία θέτει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: 1. Η Αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και δικονομικά απαράδεκτη ή/και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ή/και είναι αντίθετη στις σχετικές πρόνοιες που καθορίζονται από τους δικονομικούς θεσμούς και τους εφαρμοστέους νόμους. 2. Η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη ή/και το παρόν στάδιο δεν αποτελεί το κατάλληλο στάδιο για την εξέταση αφότου (
- i)δεν έχει εκδοθεί απόφαση στην αγωγή 504/14 ή/και (
- ii)δεν έχει παρουσιαστεί η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση. 3. Δεν συντρέχουν οι αναγνωρισμένες δικονομικές ή/και ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και νομοθεσία ούτως ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα: 4. Η Αίτηση δεν καταδεικνύει και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την διαγραφή ή/και απόρριψη ή/και παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή/και αναστολή ή/και διακοπή της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. 5. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση από την οποία να προκύπτουν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί ταύτισης των επίδικων θεμάτων αφού δεν παρουσιάστηκαν τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην ακρόαση της αγωγής 504/14, ο κατάλογος των τεκμηρίων και τα ονόματα των μαρτύρων καθώς και τα δικόγραφα των δύο διαδικασιών και συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν ατεκμηρίωτοι και μετέρωοι. 6. Οι αγωγές 504/14 και 506/14 (οι Αγωγές) στηρίζονται σε εντελώς διαφορετικά γεγονότα ή/και διαφορετικές βάσεις ή/και αιτίες αγωγής ή/και σε διαφορετικά έγγραφα ή/και συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων ή/και εξασφαλίσεις. Ειδικότερα, η αγωγή 504/14 δεν περιλάμβανε απαίτηση για την σύμβαση δανείου με αριθμό λογαριασμού [ ] για το ποσό των €40.000 και δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την εν λόγω σύμβαση στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής 504/14 και για το λόγο αυτό η σύναψη, οι όροι καθώς και οι συνθήκες υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας θα εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Ως τέτοιες δεν είναι ενοχλητικές ή/και επιπόλαιες ή/και καταχρηστικές ή/και δεν προκαλούν καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. 7. Οι αιτούμενες θεραπείες αποτελούν δραστικά μέτρα, τα οποία εκδίδονται με φειδώ και κάτω από εξαιρετικές και ξεκάθαρες περιπτώσεις. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει κάτω από αυτές τις περιπτώσεις και ούτε αποτελεί απλή, προφανή και ξεκάθαρη περίπτωση όπου μπορεί να γίνει επίκληση των προνοιών της Δ.27 θ. 3 ή/και Δ.19 θ. 26 . Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια έχει αποτύχει να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. 8. Δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής εφόσον δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης απόφασης ή/και η επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή 504/14 δεν αποτελεί λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναστολή ή/και δεν συντρέχουν οι ειδικές ή/και εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που να δικαιολογούν την εξαιτούμενη θεραπεία αναστολής. 9. Η Αιτήτρια κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα Αίτηση καθότι ουδέποτε μέχρι σήμερα δεν επεδίωξε τη συνένωση των Αγωγών στο κατάλληλο στάδιο. 10. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε καλό λόγο που να επιτρέπει την διαγραφή (strike out) και/ή απόρριψη (dismiss) και/ή παραμερισμό της παρούσας αγωγής. 11. Η Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει το δικαιολογημένο της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού από την ένορκη δήλωση δεν προκύπτει πουθενά και δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο, η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύεται κατάχρηση της διαδικασίας ή/και δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. 12. Η Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει προς το Δικαστήριο γιατί θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, αφού τέτοια διατάγματα εκδίδονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. 13. Η καταχώρηση και προώθηση των Αγωγών από τους Καθ' ων η Αίτηση δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κατ' επέκταση δεν είναι ενοχλητική ή/και κακόπιστη ή/και εκδικητική ή/και καταπιεστική. Ακόμη δε και αν, θεωρητικά, διαπιστωνόταν, τέτοια διαπίστωση δεν θα οδηγούσε ασφαλώς σε απόρριψη της όποιας αγωγής αλλά στην έκδοση κατάλληλων οδηγιών για να αρθεί η ισχυριζόμενη διαδικαστική κατάχρηση. 14. Δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι ή/και στοιχεία που να καταδεικνύουν τη χρησιμότητα ή/και αναγκαιότητα καταχώρισης της Αίτησης ή/και της έκδοσης των εξαιτούμενων διαταγμάτων. 15. Στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει γίνεται αναφορά στην αγωγή υπ' αρ. 504/14, η οποία δεν έχει αποκαλυφθεί και/ή επισυναφθεί ως τεκμήριο, ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει την ομοιότητα με την παρούσα αγωγή. 16. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητείται ουσιαστικά διαγραφή του Κλητηρίου Εντάλματος και οι αόριστες και ασαφείς αναφορές που δίνονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν είναι επαρκείς για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 17. Η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και δη ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή καμία απολύτως ζημιά δεν θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 18. Η Αίτηση Διαγραφής καταχωρήθηκε με κακή πίστη (mala fide) και καταχρηστικά (abuse of process), με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση ή/και με σκοπό να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. 19. Η Αίτηση Διαγραφής συνιστά κατάφωρη παράβαση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης και πρόσβαση στη δικαιοσύνη. 20. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή του συνταγματικά (άρθρο 30 του Συντάγματος) και ευρωπαϊκά (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) κατοχυρωμένου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση για δίκαιη δίκη ή/και το δικαίωμά τους να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση. 21. Η Αίτηση ασκείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ή/και προωθείται με απώτερο σκοπό να εμποδίσει τη φυσική εξέλιξη και πορεία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και ή/και της απονομής της δικαιοσύνης εν εύθετω χρόνω. 22. Δεν είναι δίκαιο ή/και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 23. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και σε στάδιο που η αγωγή έχει ήδη οριστεί πολλές φορές για ακρόαση με αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση πρόσθετης καθυστέρησης στην εκδίκαση της. Η Ένσταση βασίζεται επί τωv Θεσμώv Πoλιτικής Δικovoμίας Δ.2, Δ.14, Δ.15, Δ.16. Δ.19 Θ.1, 3, 4, 19, 22, 26 και 27, Δ.20 Θ.1, 2, Δ.21 Θ. 1 - 15, Δ.25, Δ.26 Δ.27 Θ. 1, 2, 3 και 4 Δ.39 Θ. 1-22, Δ.48 Θ.1-9, Δ.49 Δ.59, Δ.64, στον περί πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), στα άρθρα 30 και 31 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και στη νομολογία και στην πρακτική και συμφυή δικαιοδοσία και εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ν.Ν. ημερ. 28.4.2022 (η «ΕΔ Ν.Ν.»), όπου ο τελευταίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 17.5.2021 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση σε σχέση με τον εναγόμενο 1, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αγωγή με αρ. 504/14 και συγκεκριμένα στις αξιώσεις της Καθ' ης η Αίτηση στην εν λόγω αγωγή, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της εν λόγω αγωγής και ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της σύμβασης δανείου ημερ. 14.1.2013 η οποία αποτελεί, κατά τον ισχυρισμό του, μεταξύ άλλων συμφωνιών, αντικείμενο της αγωγής με αρ. 504/14. Ο ομνύων συμφωνεί ότι επιφυλάχθηκε απόφαση στην αγωγή με αρ. 504/14, πλην όμως είναι η θέση του ότι οι αξιώσεις στις δύο αγωγές είναι διαφορετικές καθώς αφορούν σε διαφορετικές συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και εμπράγματων εξασφαλίσεων, εξαιρουμένης της Υποθήκης με αρ. [ ]. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ομνύοντα, ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο, ενώ αναφέρει ότι ουδέποτε η Αιτήτρια εκδήλωσε την επιθυμία της να συνενωθούν οι αγωγές, ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε σχετική αίτηση. Ως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, είναι η Αιτήτρια αυτή που καθυστερεί την εκδίκαση της υπόθεσης και δεν συντρέχουν λόγοι έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων. Τέλος, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, λόγω του καθυστερημένου υποβολής της. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παρόλο που στη νομική βάση της Αίτησης συμπεριλαμβάνεται πληθώρα Διαταγών, ως διευκρινίζεται στην αγόρευση της Αιτήτριας, στην οποία προωθείται σχετική επιχειρηματολογία, η τελευταία στηρίζει το αίτημά της στη Διαταγή 27 Θεσμός 3 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου προς αποτροπή κατάχρησης των ίδιων των διαδικασιών του. Η Διαταγή 27 Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαβάζεται ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Ως προκύπτει από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, διαγραφής δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιας απόφασης είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Πρόκειται για εξαιρετική και δραστική δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε προφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις.[1] Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο.[2] Αν ένα δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο εμπεριέχει μεταξύ άλλων και γενικούς ισχυρισμούς ή η υπόθεση φαίνεται να είναι αδύναμη, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για τη διαγραφή του. Mέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης, ενώ απλή πολυλογία δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Το ζητούμενο, είναι να καταδειχθεί στο Δικαστήριο η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο, εφόσον αυτό είναι και το ουσιώδες στοιχείο που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικανικής του κρίσης.[3] Είναι δε αναγκαίο όπως το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η επίλυση της διαφοράς.[4] Πέραν της Διαταγής 27 Θεσμός 3, το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, Έκδοση 2021, σελ.45 - 47, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη και ως αναφέρει η σχετική νομολογία, πρέπει να ασκείται με φειδώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να πηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Πρόκειται, ως αναφέρθηκε στην Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, για το «απόθεμα εκείνο των εξουσιών του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία». Περαιτέρω, το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα.[5] Για να διατάξει το Δικαστήριο αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου, ενώ η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.[6] Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική επί του θέματος αυθεντία, Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, η συνύπαρξη παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποτελεί γενικά κατάχρηση.[7] Αναφορικά με το κώλυμα λόγω δεδικασμένου, στο οποίο γίνεται αναφορά στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, συσχετιζόμενο με το ζήτημα της κατάχρησης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914, 921- 936, ότι δηλαδή το κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα. Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel). Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δεδικασμένου προκύπτει όταν εντοπίζεται (α) ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, (β) ταυτότητα διαδίκων, (γ) ταυτότητα ιδιοτήτων των διαδίκων, (δ) ταύτιση των εγερθέντων επίδικων ζητημάτων και (ε) δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.[8] Ως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην Αrnold v National Westminster Bank plc [991] 2 AC 93: «Issue Estoppel may arise when a particular issue forming a necessary ingredient in a cause of action has been litigated and decided and in subsequent proceedings between the same parties involving a different cause of action to which the same issue is relevant, one of the parties seeks to reopen that issue». Στην Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58 το Εφετείο έκρινε ότι η έγερση νέας αγωγής προσκρούει στον κανόνα του δεδικασμένου, εφόσον η Εφεσείουσα σε εκείνη την περίπτωση είχε καταχωρίσει την αγωγή της και αφότου η πρώτη διαδικασία τελεσφόρησε και δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, καταχώρησε δεύτερη αγωγή διεκδικώντας άλλες αξιώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην προγενέστερη αγωγή. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, με αναφορά στην Arnold v. Natwest Bank PLC [1991] 2 Α.C. 93, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «.όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί». Στην Ηλίας Μ. Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768, περίπτωση η οποία αφορούσε στην καταχώριση παράλληλων αγωγών εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος, με την διαφορά ότι στην περίπτωση εκείνη είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του δεδικασμένου και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε σε βάθος την αρχή του δεδικασμένου, με αναφορά σε σωρεία αυθεντιών επί του θέματος. (Henderson v. Henderson [1843-60] All E.R. Rep. 378, Thoday v. Thoday [1964] 1 All E.R. 341, Carl-Zeiss - Stifftung v. Rayner of Keeler Ltd (No.2) [1966] 2 All E.R. 536, Arnold v. National Westminster Bank [1990] 1 All E.R. 529, The Mekhanik Evgrator (No.2) [1988] 1 Lloyd' s Rep. 330, Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Επίσης ασχολήθηκε και με το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ( Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Beogradska DD
(1996)1 Α.Α.Δ. 911) που όπως ορθά παρατήρησε, συναρτόταν άμεσα με το θέμα δεδικασμένου, κρίνοντας ότι πλείστα όσα λέχθηκαν για την υπεράσπιση του δεδικασμένου ίσχυαν και σε σχέση με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης για κατάχρηση της διαδικασίας. Οι θέσεις αυτές του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η κατάληξη του επί του προκειμένου ήταν οι ίδιες με εκείνες που εκφράστηκαν στην Αγωγή 1196/98, μεταξύ των ίδιων διαδίκων και που επικυρώθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση. Οι θέσεις αυτές μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους. Το θέμα του δεδικασμένου, όπως εγέρθηκε στην παρούσα υπόθεση, συνοψίζεται ορθά στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στην Τράπεζα Κύπρου ν. Ηλία Μιχαήλ Τσιακλίδη, Αγωγή 1196/98, ημερ. 31.1.2002, στο οποίο αναφέρεται και ο πρωτόδικος Δικαστής στην παρούσα υπόθεση, στη σελίδα 16 της απόφασης: «Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίσθηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και θέματα που μπορούσαν κατάλληλα να συμπεριληφθούν, αν βέβαια αυτά αποτελούσαν μέρος της διαφοράς (part of the contest) και/ή ήσαν σημεία τα οποία κανονικά ανήκαν στο επίδικο θέμα (points which properly belonged to the subject of litigation) και τα οποία μπορούσαν οι διάδικοι με εύλογη φροντίδα να εντοπίσουν και συμπεριλάβουν στην πρώτη αγωγή τους. Είναι δηλαδή φανερό ότι η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί να θέσουν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια μόνο αγωγή όλες τις διαφορές τους γενικά, αλλά μόνο εκείνες που είναι μέρος του επίδικου θέματος. Επομένως ουσιώδη σημασία για το θέμα που εξετάζουμε είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, 12η έκδοση, σελ. 543 §1343 κάτω από τον τίτλο «Whole case» μεταξύ άλλων διαβάζουμε: "But plaintiffs are not bound, nor estopped if they fail to join dinstict causes of action though arising in respect of the same transaction."» Περαιτέρω, στην Ηλίας Μιχαήλ Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1031 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εφεσίβλητη παρουσίασε ικανοποιητική, θα λέγαμε αδιάσειστη και αδιαφιλονίκητη μαρτυρία, πως οι τρεις αγωγές αφορούσαν σε τρία διαφορετικά δάνεια τα οποία και δόθηκαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η καταχώριση υπό τις περιστάσεις, τριών αγωγών δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου, η οποία και αν, θεωρητικά, διαπιστωνόταν, δεν θα οδηγούσε ασφαλώς σε απόρριψη της όποιας αγωγής αλλά στην έκδοση κατάλληλων οδηγιών για να αρθεί η διαδικαστική κατάχρηση. Να σημειώσουμε πως ο ίδιος ο εφεσείων δεν προέβη σε κανένα διάβημα ενώπιον του Δικαστηρίου για τη συνένωση των τριών αγωγών, αν έκρινε πως με τέτοια συνένωση η διαδικασία θα λειτουργούσε προς το συμφέρον του, και το ευρύτερο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης». ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης, αρκούμαι στο να αναφέρω ότι η Αίτηση εδράζεται επί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να απορρίψει μια διαδικασία όταν διαπιστώσει κατάχρηση και στη Δαταγή 27 Θεσμός 3, ενώ σχετική επιχειρηματολογία παρατίθεται στην αγόρευση της πλευράς της Αιτήτριας. Περαιτέρω, με τα αιτητικά Α και Β ζητείται η «διαγραφή και/ή strike out και/ή απόρριψη και/ή ο παραμερισμός» του κλητηρίου εντάλματος. Επαναλαμβάνοντας τα όσα αναφέρω πιο πάνω στη νομική πτυχή επί του θέματος, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Συνεπώς θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ένστασης υπ' αρ. 2 και 3 ενόψει του ότι σχετίζονται με τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας, είναι ότι η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση είναι καταχρηστική διότι καταχωρίστηκε μετά την καταχώρηση της υπόθεσης υπ' αρ. 504/14, αφορά τα ίδια διάδικα μέρη και τα ίδια επίδικα γεγονότα. Ειδικότερα, ως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, η κυρίως υπόθεση αφορά σε συμβάσεις δανείων οι οποίες υπεγράφησαν κατά την ίδια ημερομηνία, αλλά και σε ίδια Σύμβαση Υποθήκης η οποία παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση. Θα μπορούσαν, τα επίδικα ζητήματα, είναι η θέση της Αιτήτριας, να είχαν συμπεριληφθεί στην αγωγή με αρ. 504/
- Το αίτημα δηλαδή περί ολοκληρωτικής διαγραφής του δικογράφου των εναγόντων, δεν εδράζεται σε ισχυρισμό ή μαρτυρία ότι αυτό περιέχει σκανδαλώδεις ή επιπόλαιους ισχυρισμούς, ή στο ότι είναι ξεκάθαρα ανυπόστατο ή ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής, αλλά στο ότι κατά την ίδια ημερομηνία υπεγράφησαν συνολικά 3 συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ των ιδίων διάδικων μερών, και προωθήθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση δύο ξεχωριστές αγωγές, με την μεταγενέστερη να είναι καταχρηστική, ως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, με τον τρόπο που έχει προωθηθεί η Αίτηση, το Δικαστήριο στην ουσία καλείται να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του και να απορρίψει την απαίτηση των εναγόντων λόγω κατάχρησης. Δεν πρόκειται δηλαδή για απόρριψη ή διαγραφή δικογράφου, στη βάση των λόγων που αφορά η Διαταγή 27 Θεσμός 3.[9] Αποτελεί κοινό έδαφος των μερών, ότι οι δύο αγωγές αφορούν σε διαφορετικές συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες υπεγράφησαν μεταξύ των. Πράγματι, το Τεκμήριο Β της ΕΔ Ε.Λ., αφορά στις συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, ενώ το Τεκμήριο Γ, αφορά στις συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων που σχετίζονται με την αγωγή υπ' αρ. 504/
- Από αντιπαραβολή των δύο εν λόγω τεκμηρίων, για σκοπούς αποκλειστικώς και μόνο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα ή αξιολόγηση σχετικά με την ουσία της κυρίως υπόθεσης, διαπιστώνω ότι πρόκειται για τρεις διαφορετικές συμβάσεις δανείων: - Σύμβαση δανείου ημερ. 7.7.2010 για ποσό €40.000,00 με αριθμό δανείου [ ] (στο εξής το «Δάνειο Α»). Ως εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, αναγράφεται η εγγραφή Α' Υποθήκης επί του κτήματος με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής η «1η Υποθήκη») η οποία θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα και προσωπικό δάνειο των πελατών. Η Σύμβαση αυτή αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο Α της ΕΔ Ε.Λ. και τον φάκελο του Δικαστηρίου. - Σύμβαση δανείου ημερ. 7.7.2010 για ποσό €25.000,00 με αριθμό δανείου [ ] (στο εξής το «Δάνειο Β»). Ως εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, αναγράφεται η εγγραφή Β' Υποθήκης επί του κτήματος με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής η «2η Υποθήκη»), η οποία θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα το δάνειο επαγγελματικής στέγης και τον τρεχούμενο λογαριασμό. - Σύμβαση δανείου ημερ. 7.7.2010 για ποσό €65.000,00 με αριθμό δανείου [ ] (στο εξής το «Δάνειο Γ»). Ως εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, αναγράφεται η εγγραφή Α' Υποθήκης επί του κτήματος με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής η «3η Υποθήκη») η οποία θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα και στεγαστικό δάνειο. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 2 της ΕΔ Ν.Ν., ήτοι την έκθεση απαίτησης στην αγωγή με αρ. 504/14, δικογραφούνται τα δάνεια που αφορούν στους ανωτέρω λογαριασμούς με αρ. [ ] για ποσό €25.000,00 και [ ] για ποσό €65.000,
- Παρόλο που το Δικαστήριο είναι σε θέση να προβεί στις πιο πάνω διαπιστώσεις, βάσει των όσων τέθηκαν ενώπιόν του μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, θα συμφωνήσω με την θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι είναι πρόωρο να αποφασίσω υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Αντιπαραβάλλοντας τις νομικές αρχές που διέπουν τα εγειρόμενα ζητήματα με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης, καταλήγω ότι δεν είναι ούτε ορθό ούτε δίκαιο για το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, να καταλήξει σε συμπέρασμα ως η εισήγηση της Αιτήτριας και να ασκήσει τη δραστική εξουσία του απορρίπτοντας την απαίτηση των Εναγόντων, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Καταρχάς, δεν εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή με αρ. 504/
- Συνεπακόλουθα, δεν πληρούνται τα κριτήρια υπαγωγής της παρούσας περίπτωσης στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Ως αναδύεται από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, επίδικο θέμα της κυρίως υπόθεσης είναι η σύμβαση δανείου ημερ. 7.7.2010 για την παραχώρηση ποσού ύψους €40.000,00 σε σχέση με τον λογαριασμό με αρ. [ ], δηλαδή άλλη σύμβαση από αυτές που δικογραφήθηκαν και εκδικάσθηκαν στην αγωγή υπ' αρ. 504/
- Περαιτέρω, η ισχύουσα νομολογία αποκρυσταλλώνει ξεκάθαρα την αρχή ότι κάθε περίπτωση κρίνεται βάσει των ειδικών περιστατικών της και ότι δεν απαιτείται οι διάδικοι να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια μόνο αγωγή όλες τις διαφορές τους γενικά, αλλά μόνο εκείνες που είναι μέρος του επίδικου θέματος. Έστω δε και αν διαπιστωθεί κατάχρηση, ως η ισχύουσα νομολογία, αυτή αίρεται με την έκδοση κατάλληλων οδηγιών. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν καταχωρίστηκε οποιαδήποτε αίτηση συνένωσης των αγωγών, σε περίπτωση που ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι πρόκειται για αγωγές που θα έπρεπε να εκδικασθούν ταυτόχρονα, στη βάση των κριτηρίων που θέτει η νομολογία. Ούτε και τέθηκε ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με την υπογραφή των συμφωνιών δανείων ή της Υποθήκης στην οποία γίνεται λόγος, πέραν μιας γενικής αναφοράς της Αιτήτριας, ότι υπέγραψε τις συμφωνίες δανείων υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης. Ως εκ των ανωτέρω, αφ' ης στιγμής δεν έχει ακόμα ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ασφαλές υπόβαθρο, έτσι ώστε στο παρόν στάδιο να αξιολογήσει το κατά πόσο οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην προγενέστερη αγωγή, ως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας. Αντίθετη διαταγή, θα συνιστούσε κατά την κρίση μου παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος των Εναγόντων σε πρόσβαση στο Δικαστήριο, λαμβανομένου δε υπόψη του γεγονότος ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 11.4.2014 και η υπό κρίση Αίτηση την 1.3.2022, αφότου η απόφαση στην αγωγή με αρ. 504/14 επιφυλάχθηκε, με εμφανή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παραβίασης του δικαιώματός της σε εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξετασθεί μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και όχι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης.[10] Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι λόγοι ένστασης υπ' αρ. 2 και 3 ευσταθούν και ότι η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Η δε εξέταση άλλων ζητημάτων, παρέλκει. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ.).......... Χρ. Ππεκρή, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2141. [2] Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.
- [3] Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016, ECLI:CY:AD:2016:A
- [4] Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.
- [5] Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Π.Ε. Ααρ. 104/2019 ημερ. 3.7.
- [6] Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522. [7] Ηλίας Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 119. [8] Πανέρας Ιωάννης (ανήλικος) διά της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης αυτού Ζωής-Φρειδερίκης Στεφάνου ν. Νικόλαου Πανέρα
(2001)1 ΑΑΔ 1684. [9] Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338. [10] Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο