ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 356/2021, 12/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €50.000 - €100.000 Αρ. Αγωγής: 356/2021 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ Ενάγοντες - Αιτητές και ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ΛΤΔ, Η.Ε. 13137 Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Α. Χαραλάμπους για ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Χ''Κωνσταντή για ΓΙΩΡΓΟΣ Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες - Αιτητές (οι «Αιτητές») αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων (οι «Καθ' ων η αίτηση») το ποσό των €86,461,62 ως αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2010 -
- Αφού η αγωγή επιδόθηκε, στις 19.4.2022 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Υπεράσπιση, δια της οποίας αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, οι οποίοι αξιώνουν αυθαίρετα, γενικά, αόριστα και ατεκμηρίωτα ποσά, ως ο ισχυρισμός τους. Στη συνέχεια, οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση ημερ. 2.5.2022 (η «Αίτηση»), με την οποία εξαιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπερ τους, ως η Έκθεση Απαίτησης. Η Αίτηση βασίζεται στις Διαταγές 18 Θ.1(α), 2, Δ.48 Θ. 1 - 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ε.Σ.Δ.Α., στις γενικές αρχές του νόμου, στους κανόνες της επιείκειας, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Γ.Κ. στην οποία ο ομνύων μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εξ όσων προσωπικά γνωρίζει και ως πληροφορείται από τους δικηγόρους των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν παρουσιάζουν καμία ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή και απλά προσπαθούν να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Ως αναφέρει ο ομνύων, οι Αιτητές αποτελούν νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και η ίδρυση, η λειτουργία και η εξουσία τους διέπεται από τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 και τους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου (ΣΑΠ) Κανονισμούς. Σύμφωνα με τους εν λόγω Κανονισμούς, ως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να καταβάλουν στους Αιτητές αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2010 - 2021 περιλαμβανομένης της πρόσθετης επιβάρυνσης η οποία επιβλήθηκε ενόψει της μη έγκαιρης πληρωμής των τελών. Σχετικά επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β πιστοποιητικό δυνάμει του αρ. 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου και κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τα οφειλόμενα υπόλοιπα των Καθ' ων η αίτηση την οποία εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το αρχείο των Αιτητών, ως Τεκμήριο Γ. Επιπρόσθετα ως Τεκμήριο Δ ο ομνύων επισυνάπτει επιστολή ημερ. 3.11.2021 δια της οποίας οι Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους απαίτησαν τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά από τους Καθ' ων η Αίτηση. Τέλος, ως αναφέρει ο ομνύων, η απόφαση των Αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο, παραμένει σε ισχύ και ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε, τα δε θέματα στα οποία οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρονται στην υπεράσπισή τους, σχετίζονται με την εγκυρότητα και νομιμότητα της διοικητικής πράξης δια της οποίας επιβλήθηκαν τα αποχετευτικά τέλη, ζήτημα αναφορικά με το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία βασίζεται στη Διαταγή 48 Καν. 4 - 8 και στη Διαταγή 18 Καν. 1 - 9, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Οι ισχυρισμοί και γεγονότα που εκθέτουν οι Ενάγοντες Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση Γ.Κ. δεν είναι αποδεκτά. (β) Δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ε.Μ. ημερ. 24.6.
- Συνοψίζοντας, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην Έκθεση Απαίτησής των και αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν για ποιου είδους εξυπηρέτηση ζητούν πληρωμή, ούτε και την ακίνητη ιδιοκτησία των Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι για τα έτη 2010 - 2021 που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι επέβαλαν τέλη, δεν αναφέρουν εάν εκδόθηκαν ποτέ ή και γνωστοποιήθηκαν στους Καθ' ων η αίτηση τέτοιες αποφάσεις που να έγιναν τελεσίδικες και να προσδιορίζουν το ποσό ανά ακίνητο και έτος, ενώ αποτελεί ισχυρισμό της ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ενημερώθηκαν από τους Αιτητές για τις κατ' ισχυρισμό χρεώσεις. Είναι επίσης ισχυρισμός της ομνύουσας ότι οι Καθ' ων η αίτηση κανένα ποσό δεν οφείλουν στους Αιτητές, ότι έχουν καλή υπεράσπιση και ότι δεν έχει προσβληθεί καμία απόφαση αναφορικά με την επιβολή τελών. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] Έχω δε διεξέλθει της Αίτησης και της Ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν εκάστη, μετά των συνημμένων Τεκμηρίων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Διαταγή 18
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «(α) Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση, για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας ή για την παράδοση συγκεκριμένου ακινήτου, αναλόγως της περίπτωσης και για τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί». Συνεπώς, τα κριτήρια τα οποία τίθενται για σκοπούς ικανοποίησης της Διαταγής 18 από τον ενάγοντα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά και είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο (2.6). (β) Πρέπει να έχει καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η Αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, τη βάση της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει). Ο ομνύων πρέπει επίσης να δηλώνει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, αφού πρώτα πείσει ο ίδιος το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του είναι τόσο ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα που επιτρέπουν την υπέρ του έκδοση απόφασης.[2] Από την άλλη ο Εναγόμενος, νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Επίσης ο Εναγόμενος πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. Αφής στιγμής ο Ενάγων ικανοποιεί τα αναφερθέντα κριτήρια, το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί εαυτόν.[3] Η αυστηρή προσέγγιση όσον αφορά στην επάρκεια ή στην πληρότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση οφείλεται στο ότι κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης.[4] Σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία που διέπει το ζήτημα, η Δ.18 εφαρμόζεται σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις και σκοπός της είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να λάβει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί.[5] Όπως αναφέρεται στην Παναγιώτης Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, είναι κυρίως η ταχύτητα. Δηλαδή αναλαμβάνει ο Ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια, που δείχνουν ότι η απαίτησή του, είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβλέπεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον Εναγόμενο από το να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Διαταγή 18 Κανονισμοί 1 ‑ 5». Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην Λούκος Λτδ κ.ά. v Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να εκδίδεται από το Δικαστήριο όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Παραπέμπω επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα από την Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Ως εκ τούτου, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, των ισχυρισμών και του τι μπορεί να αποδείξει ο ενάγων, αλλά και των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Ένσταση.[6] Αξίζει δε η υπόμνηση ότι κάθε περίπτωση κρίνεται βάσει των ειδικών περιστατικών της. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του κατά πόσον οι Αιτητές έχουν καταδείξει την σωρευτική συνύπαρξη των προϋποθέσεων που έχουν αναλυθεί ανωτέρω. Ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και οι τρείς προϋποθέσεις πληρούνται καθότι:
- Οι Αιτητές καταχώρησαν Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα την 30.11.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 15.4.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται από τον Αναπληρωτή Διευθυντή των Αιτητών, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι λόγω της θέσης του είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, καταγράφοντας τη θέση ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση και ο λόγος για τον οποίο καταχώρισαν υπεράσπιση είναι η πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία. Επιπρόσθετα ο ομνύων στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης και στο αιτούμενο ποσό, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Β πιστοποιητικό δυνάμει του αρ. 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου και ως Τεκμήριο Γ λογαριασμό με τη σφραγίδα και την υπογραφή των Αιτητών, όπου φαίνονται τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά και όπου το είδος της χρέωσης περιγράφεται ως «ΑΠΟΧΕΤΕΥΤΙΚΟ/SEWERAGE», ενώ περιγράφεται και η ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας επιβλήθηκαν τα τέλη, ανά έτος. Κρίνω συνεπώς ότι ο ομνύων λόγω της θέσης την οποία κατέχει αποτελεί πρόσωπο κατάλληλο για να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και ότι η ένορκη του δήλωση πληροί τα κριτήρια της Δ.
- Είναι δε λογικώς αναμενόμενο, ότι στην προκειμένη περίπτωση που οι Αιτητές αποτελούν νομική οντότητα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση θα προβεί φυσικό πρόσωπο που έχει ιδία γνώση των γεγονότων, η δε φύση της αξιώσης λαμβάνεται υπόψη.[7] Εφόσον έχω ικανοποιηθεί ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση παρουσιάζουν καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρουν άλλο θέμα το οποίο χρήζει εκδίκασης.[8] Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι η Δ.18 δεν προϋποθέτει την μη καταχώριση υπεράσπισης για την καταχώριση Αίτησης για συνοπτική απόφαση, συνεπώς το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση στην προκειμένη περίπτωση δεν συνιστά εμπόδιο για την εξέταση της Αίτησης.[9] Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις και οι προβαλλόμενοι λόγοι Ένστασης δεν ευσταθούν. Στην Ένσταση που έχει καταχωριστεί, η ομνύουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και απαντά στις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν εάν έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη ή απόφαση και ότι όφειλαν να είχαν τεκμηριώσει τις συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις με βάση τις οποίες επέβαλαν συγκεκριμένα ποσά στους Καθ' ων η αίτηση, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να αποφασίσει αναφορικά με τη νομιμότητα τέτοιων πράξεων ή εάν αυτές συνιστούν αυθαιρεσία ή παρανομία ή και νόσφιση εξουσίας για τα οποία κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία. Αναφέρει επίσης η ενόρκως δηλούσα ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο και τη στρατηγική των δικηγόρων της στην προβολή δικονομικά των θέσεων της Εναγομένης. Στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, παρατίθεται επιχειρηματολογία υποστηρικτικά των πιο πάνω, ενώ προβάλλεται η θέση ότι το έργο της υπεράσπισης καθίσταται δύσκολο ενόψει του γεγονότος ότι οι Αιτητές δεν παρέθεσαν επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω, λόγος για τον οποίο, ως υποστηρίζει, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση παρουσίασαν καλή υπεράσπιση. Ως επίσης αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των Καθ' ων η αίτηση, εκείνο το οποίο αμφισβητεί η υπεράσπιση είναι κατά πόσο το αξιούμενο ποσό προκύπτει από τις άγνωστες - ως τις χαρακτηρίζει - διοικητικές αποφάσεις των Αιτητών, ενώ ως αναφέρει, η θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι οι Αιτητές έκαναν λανθασμένους υπολογισμούς και χρέωσαν τους Καθ' ων η αίτηση κατά το δοκούν με παράνομα και αυθαίρετα ποσά, πράξεις οι οποίες συνιστούν νόσφιση εξουσίας. Περαιτέρω αναφέρει ότι η υπεράσπιση αμφισβητεί ότι τα αξιούμενα τέλη κατέστησαν πληρωτέα δηλ. δημοσιεύτηκαν σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες. Εντούτοις - και αυτό έχει τη σημασία του λαμβανομένων υπόψη των παγίως καθιερωμένων κανόνων δικογράφησης - κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση. Ούτε και αμφισβητείται η εξουσία των Αιτητών να επιβάλλουν αποχετευτικά τέλη, συνεπώς δεν θα με απασχολήσει το θέμα αυτό. Στον αντίποδα, στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών παρατίθεται εκτενής επιχειρηματολογία σχετικά με την ισχυριζόμενη επίδικη οφειλή, ως προκύπτουσα εκ διοικητικής πράξης, υποστηρίζουσα ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την εγκυρότητα ή τη νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής πράξης. Θα συμφωνήσω με τη θέση αυτή, εφόσον το Δικαστήριο τούτο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας ελέγχου της νομιμότητας διοικητικών πράξεων.[10] Ειδικότερα, όταν το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης είναι χρηματική απαίτηση, ως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να υπεισέλθει σε εξέταση της ορθότητας της διοικητικής πράξης και η οφειλή θεωρείται δεδομένη,[11] συνεπώς οι περί του αντιθέτου θέσεις που προβάλλονται από τους Καθ' ων η αίτηση είναι έκθετες σε απόρριψη. Κατ' επέκταση, θα συμφωνήσω και με τη θέση των Αιτητών ότι για το Δικαστήριο, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετή η απόδειξη της επιβολής των επίδικων τελών, εφόσον πρόκειται για αγωγή η οποία καταχωρίστηκε με σκοπό την είσπραξη οφειλής. Όλα τα εγειρόμενα ζητήματα θεωρώ ότι ξεκαθαρίζει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 22.2.2022 στην L.P. LOUKAIDES LTD ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, Πολ. Εφ. Αρ. Ε211/14, όπου η πρωτόδικη απόφαση έκδοσης συνοπτικής απόφασης σε παρόμοια περίπτωση επικυρώθηκε. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα: «Εν προκειμένω, η Αγωγή αφορά στην επιβολή από τους Εφεσίβλητους αποχετευτικών τελών στους Εφεσείοντες για ακίνητη ιδιοκτησία των τελευταίων. Η οφειλή βασίζεται επί διοικητικής φύσεως αποφάσεις των Εφεσίβλητων οι οποίοι έχουν εξουσία έκδοσης τέτοιων αποφάσεων υπό την ιδιότητα τους ως οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Τα σχετικά διατάγματα για επιβολή των τελών (σε όλους τους ιδιοκτήτες ή και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας στην περιοχή του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας) είχαν δημοσιευθεί προσηκόντως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τα επίμαχα έτη, χωρίς να καταχωρισθεί (από τους Εφεσείοντες) προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά των διοικητικών αυτών πράξεων. Ας σημειωθεί, με τη δική του αξία αυτό, πως οι ως άνω θέσεις (των Εφεσίβλητων) καταγράφηκαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, με τους Εφεσείοντες (στην ένορκη δήλωση που επικούρησε την Ένσταση τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση), να παραπέμπουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, όπου δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης (στην παράγραφο 7 αυτής), πως τα σχετικά διατάγματα «εδημοσιεύθησαν δεόντως στην Επίσημον Εφημερίδαν της Δημοκρατίας κατά τα άνω αναφερόμενα έτη». Αντιθέτως, το μόνον που ρητώς απέρριψαν οι Εφεσείοντες (στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), είναι το ότι ουδέποτε έλαβαν «οποιαδήποτε ειδοποίηση για οποιαδήποτε υποχρέωση και/η οποιονδήποτε ποσό ως προς αποχετευτικά τέλη». Στην EOE Tourist Enterprises Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 441, 445-446, κρίθηκε πως η εγκυρότητα διοικητικής πράξης για επιβολή αποχετευτικών τελών μπορεί να κριθεί αποκλειστικώς με προσφυγή διά του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι κανένα δικαστήριο πολιτικής δικαιοδοσίας δεν έχει τέτοια εξουσία, με το Εφετείο να απολήγει πως «η έφεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και ούτε αναγκαίο αλλά ούτε και επιτρεπτό είναι να εξετάσουμε την ουσία των επιχειρημάτων των εφεσειόντων που άπτονται της εγκυρότητας της πράξης». Κατά παρόμοιο τρόπο, στην Κυριάκου και Άλλων ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, 592, υποδείχθηκε πως αν η χρηματική απαίτηση σε αγωγή πηγάζει από διοικητική απόφαση (για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί), η οφειλή θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη από τη στιγμή που δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της απόφασης. Στην περίπτωση που ενεστώτως αφορά, και παρόλο που οι Εφεσίβλητοι προέταξαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ότι «οι διοικητικές πράξεις επιβολής των αποχετευτικών τελών δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την Εναγόμενη με οποιαδήποτε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο», οι Εφεσείοντες, εκτός από την έκφραση μιας γενικής και οριζόντιας διαφωνίας με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν αντέταξαν κάτι το διαφορετικό μήτε και - παρεμπιπτόντως - ανέδειξαν ομοίως ανάλογο ζήτημα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Κατ' ακολουθίαν, τα όσα εισηγούνται οι Εφεσείοντες - και τα οποία πάντως έτυχαν υποδειγματικής εντρύφησης από το Πρωτόδικο Δικαστήριο (στις σελίδες 11 -18 της Πρωτόδικης Απόφασης) - δεν δικαιολογούν εφετειακή παρέμβαση». Σημειώνω ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, κατά παρόμοιο τρόπο, οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσέφυγαν εναντίον των σχετικών διοικητικών πράξεων και τόσο στην Υπεράσπισή τους όσο και στην Ένστασή τους, αρκούνται σε γενικούς ισχυρισμούς απόρριψης, εμμένοντας στη θέση ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων. Επιπλέον, δεν παραθέτουν κανένα ισχυρισμό σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και ειδικότερα σχετικά με την επιστολή ημερ. 3.11.2021 (Τεκμήριο Δ επί της ένορκης δήλωσης του Γ.Κ.). Κατ' επέκταση των ανωτέρω, εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων-Καθ' ων αίτηση για το ποσό των €86.461,62 πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 30.11.2021 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών, καθώς δεν θεωρώ ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.) .......... Χρ. Ππεκρή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238. [2] Παναγιώτης Ζερβός ν Euro Investment & Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Ratio TV ν Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου του
(2005)1 Α. Α. Δ. 408. [3] Παναγιώτης Νεάρχου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818. [4] Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259. [5] Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782. [6] CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897. [7] Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782. [8] Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417. [9] Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1238. [10] DEL Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος
(2000)1 ΑΑΔ 1946. [11] Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο