ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΚΟΥΖΑΛΗΣ ΚΩΡΤ 1, 2 ΚΑΙ 3 ν. SUPERCHICK HATCHERIES LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 1018/2015, 23/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2022:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Άνω των €3.000 Αριθμός Αγωγής: 1018/2015 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΚΟΥΖΑΛΗΣ ΚΩΡΤ 1, 2 ΚΑΙ 3 Ενάγουσα και SUPERCHICK HATCHERIES LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Θέμης για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Ν. Χ''Ιωάννου για Α.Κ. ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ & ΣΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης απόφαση για ποσό €5.833,69 ως οφειλόμενο ποσό το οποίο προκύπτει από την παράλειψη της Εναγομένης να καταβάλει σε αυτήν τα κοινόχρηστα και απόφαση για ποσό €11.054,05 ως οφειλόμενο ποσό το οποίο προκύπτει από την παράλειψη της Εναγομένης να καταβάλει στην Ενάγουσα τα έξοδα για το κόστος συντήρησης, ασφάλειας, εγκατάστασης καινούριου ανελκυστήρα και/ή επιδιόρθωσης της κοινόκτητης οικοδομής. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια των διαμερισμάτων με αρ. [ ] και [ ] στο Κωρτ 1 και των διαμερισμάτων με αρ. [ ] και [ ] στο Κωρτ 3 και υπό την ιδιότητά της αυτή όφειλε να καταβάλλει στην Ενάγουσα, η οποία είναι η νομίμως καταχωρημένη Διαχειριστική Επιτροπή των 3 Πολυκατοικιών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα 2 αναφερόμενα Κωρτ, τα κοινόχρηστα που της αναλογούσαν μηνιαίως σε σχέση με τα έξοδα των αναφερόμενων κοινόκτητων οικοδομών από 9.12.
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η Εναγόμενη οφείλει σε αυτήν ποσό €11,054.05 ως ακολούθως: - Κατά ή περί το 2003 η Ενάγουσα μίσθωσε συνεργείο αναφορικά με τη συντήρηση και ειδικότερα τη μόνωση της ταράτσας στο Κωρτ 3 και η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει το μερίδιο που της αναλογούσε, ήτοι το συνολικό ποσό των €509,
- - Κατά ή περί το 2005 μίσθωσε συνεργείο για την τεχνική συντήρηση του Κωρτ 1 και η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει το μερίδιο που της αναλογούσε, ήτοι το συνολικό ποσό των €8,970.
- - Κατά ή περί τα έτη 2011 - 2013 η Ενάγουσα διέθετε ασφαλιστικό συμβόλαιο για τους κοινόκτητους χώρους προς €107,38 ετησίως το οποίο ανανεώθηκε περί τον Αύγουστο του 2015 με μείωση της ασφάλειας κατά 12,5% και πλέον ανήρχετο σε ποσό €93,46 ετησίως για τα έτη από 2014 μέχρι
- Έναντι των ανωτέρω ασφαλειών η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει προς την Ενάγουσα ποσό €509,
- - Περί το 2014 κατόπιν λήψης σχετικής απόφασης αντικαταστάθηκε ανελκυστήρας και η Εναγόμενη όφειλε ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αρ. 23 στο Κωρτ 1 να καταβάλει το συνολικό ποσό των €1.065,
- Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς την Εναγομένη για εξόφληση των πάνω ποσών, η τελευταία ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της οφειλής της. Στην Υπεράσπισή της η Εναγόμενη εγείρει προδικαστικώς ότι (α) η Ενάγουσα κωλύεται λόγω δεδικασμένου από το να αξιώνει τα αιτούμενα ποσά και (β) ότι η έγερση και προώθηση της αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process) λόγω της εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής με αρ. [ ] (στο εξής η «αγωγή του 2011») του Ε.Δ. Αμμοχώστου και ότι όλα τα ζητήματα που εγείρονται μπορούσαν να είχαν εγερθεί και αποφασισθεί μέσα στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής. Με επιφύλαξη των ανωτέρω ενστάσεων η Εναγόμενη αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και αναφέρει ότι οι συνιδιοκτήτες κοινόκτητων οικοδομών είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν μόνο τα αναλογούντα έξοδα και/ή άλλα έξοδα τα οποία γίνονταν λογικά για τη συντήρηση των κοινόκτητων οικοδομών και ότι τα οποιαδήποτε έξοδα υπάρχουν δεν είναι λογικά και δεν αφορούν συντήρηση και εν πάση περιπτώσει ο υπολογισμός που έγινε είναι λανθασμένος, τα δε ισχυριζόμενα ποσά είναι διογκωμένα. Περαιτέρω η Εναγόμενη αρνείται ότι έλαβε οποιεσδήποτε επιστολές από την Ενάγουσα και αναφέρει ότι ουδέποτε ζητήθηκε η έγκρισή της για τη διεξαγωγή οποιασδήποτε εργασίας. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά το στάδιο της ακρόασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων μερών κατέθεσαν εκτενή κατάλογο παραδεκτών γεγονότων. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης προέβη σε δήλωση ότι η τελευταία δεν αμφισβητεί ότι οφείλει ποσό εκ €3.157,18 ως έξοδα συντήρησης των πολυκατοικιών και κοινόχρηστα στην Ενάγουσα, για την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2011 μέχρι και την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Κατ' επέκταση των ανωτέρω, το μόνο ζήτημα το οποίο παρέμεινε προς εκδίκαση από το Δικαστήριο είναι οι προδικαστικές ενστάσεις της Εναγομένης αναφορικά με το ζήτημα του δεδικασμένου και της κατάχρησης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Αφότου κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα και παρέμειναν προς εκδίκαση μόνο τα θέματα που εγείρονται δια των προδικαστικών ενστάσεων της Εναγομένης, καμία πλευρά δεν προσέφερε μαρτυρία και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των εν λόγω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο.[1] Συνοψίζοντας, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι δικαιούται να αξιώνει τα οφειλόμενα ποσά, εφόσον πρόκειται για νομίμως εγγεγραμμένη Διαχειριστική Επιτροπή η οποία δυνάμει της οικείας νομοθεσίας μπορεί να ενάγει και να ενάγεται αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι του Κεφ.
- Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η οντότητα και η ιδιότητα της Ενάγουσας δεν αμφισβητείται από την Εναγομένη καθώς αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αυτή είναι εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο του Κτηματολογίου και ότι αποτελεί τη Διαχειριστική Επιτροπή των Πολυκατοικιών Κουζαλής Κωρτ 1, 2 και
- Ως περαιτέρω αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, η τελευταία αποτελεί μετεξέλιξη της Διαχειριστικής Επιτροπής που είχε εγγραφεί με τον φάκελο [ ] στο Κτηματολόγιο και συνεπώς δικαιούται να αξιώνει τα οφειλόμενα ποσά από το
- Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η Ενάγουσα αποτελεί το ίδιο πρόσωπο με την Ενάγουσα στην αγωγή του 2011 παρόλο που το τότε πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω ανύπαρκτης οντότητας και χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Ως επίσης αναφέρει ο ευπαιδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, στην παρούσα αγωγή αξιώνονται τα ίδια ποσά που αξιώνονταν στην προγενέστερη αγωγή, μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Στον αντίποδα, είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης ότι όταν καταχωρείτο η αγωγή του 2011 η εγγεγραμμένη Διαχειριστική Επιτροπή της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής ήταν η νυν Ενάγουσα, η οποία είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο του Κτηματολογίου την 14.9.
- Είναι συνεπώς η θέση της Εναγομένης, ότι η νυν Ενάγουσα ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο εξαρχής μπορούσε να διεκδικήσει τα αξιούμενα ποσά και παρά ταύτα δεν προέβη σε κανένα διάβημα ώστε να επέμβει στην αγωγή του
- Συνεπακόλουθα, είναι η εισήγηση της κας Χ''Ιωάννου ότι ο κανόνας του κωλύματος λόγω δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθώς επεκτείνεται και σε ζητήματα τα οποία μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην προηγούμενη διαδικασία, επιχειρηματολογώντας ότι το πνεύμα της εφαρμογής του δεδικασμένου είναι η προστασία του διαδίκου από το να υπερασπιστεί εαυτόν δύο φορές, για τα ίδια θέματα. Περαιτέρω, η συνήγορος της Εναγομένης υποστηρίζει ότι προκύπτει και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον η Ενάγουσα επιδιώκει μέσω της παρούσας αγωγής να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την μαρτυρία της. Τέλος, επισημαίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή του 2011 ήταν τελεσίδικη και καμία έφεση δεν καταχωρήθηκε, το δε ζήτημα της νομιμότητας της Ενάγουσας ήτο ζήτημα ουσίας το οποίο εξετάστηκε από το Δικαστήριο κατόπιν διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι με απόφαση του αδερφού Δικαστή στην αγωγή του 2011, η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι η Ενάγουσα κρίθηκε ως πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείτο δυνάμει του αρ. 38ΚΒ του Κεφ. 224 να ενάγει άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα, παρόλο που στην εν λόγω αγωγή η Ενάγουσα ήταν η «Κεντρική Διαχειριστική Επιτροπή των Πολυκατοικιών Κουζαλής 1, 2 και 3», σύμφωνα με σχετικό Τεκμήριο το οποίο κατατέθηκε κατά το ακροαματικό στάδιο της υπόθεσης, στο μητρώο του Κτηματολογίου εγγεγραμμένη ήταν η «Διαχειριστική Επιτροπή των Πολυκατοικιών Κουζαλής Κώρτ 1, 2 και 3», δηλαδή η νυν Ενάγουσα, κατά κοινή παραδοχή των μερών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914, 921- 936, αναφέρεται ότι το κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα. Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel). Οι αρχές του κωλύματος λόγω δεδικασμένου αναλύονται εκτενώς στην Πανέρας Ιωάννης (ανήλικος) διά της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης αυτού Ζωής-Φρειδερίκης Στεφάνου ν. Νικόλαου Πανέρα
(2001)1 ΑΑΔ 1684, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τις αρχές του Κοινοδικαίου όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθορισθεί ο κανόνας του δεδικασμένου, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο (of record) ή ημιδεδικασμένο (quasi record) εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από ένα Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων." (Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 15, p. 336) Η εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα προϋποθέτει ότι, (i) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, (ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (iv) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.» Στην Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58 κρίθηκε ότι η έγερση νέας αγωγής προσκρούει στον κανόνα του δεδικασμένου και η έφεση απορρίφθηκε. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: "..........δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί. Προηγουμένως, στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 A.A.Δ. 309, έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: "Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ.
- Ε.Ε.Α.Δ.
- 714». Ο κανόνας του δεδικασμένου εφαρμόζεται ακόμα και σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων, τα οποία έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, τη στιγμή που διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα.[2] Αξίζει περαιτέρω να υπομνησθεί η σημασία του να έχει εκδικασθεί επί της ουσίας μια υπόθεση. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Keith στην Αrnold v National Westminster Bank plc [1991] 2 AC 93: «Issue Estoppel may arise when a particular issue forming a necessary ingredient in a cause of action has been litigated and decided and in subsequent proceedings between the same parties involving a different cause of action to which the same issue is relevant, one of the parties seeks to reopen that issue. [.] Cause of action estoppel applies where a cause of action in a second action is identical to a cause of action in the first, the latter having been between the same parties or their privies and having involved the same subject matter. In such a case, the bar is absolute in relation to all points decided, unless fraud or collusion is alleged, such as to justify setting aside the earlier judgment. The discovery of new factual matter which could not have been found out by reasonable diligence for use in earlier proceedings does not permit the matter to be re-opened». Επί του ζητήματος της κατάχρησης, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία πρέπει να ασκείται με φειδώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να πηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας.[3] Πρόκειται, ως αναφέρθηκε στην Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, για το «απόθεμα εκείνο των εξουσιών του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία». Περαιτέρω, το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα.[4] Για να διατάξει το Δικαστήριο αναστολή της δίκης ή απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου, ενώ η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.[5] Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική επί του θέματος αυθεντία, Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, η συνύπαρξη παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποτελεί γενικά κατάχρηση.[6] ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο οι αρχές του δεδικασμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Καταρχάς, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ήτοι η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή του 2011 ημερ. 2.10.
- Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός το ότι μέρος των αξιώσεων της παρούσας αγωγής, είχε αποτελέσει αντικείμενο της αγωγής του
- Σχετικές είναι οι παράγραφοι 30 και 31 του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων όπου δηλώνονται τα ακόλουθα: (α) Μέσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής αξιώνονται οφειλές που αναλογούν σε κοινόχρηστα για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Οκτώβριο του
- Στην αγωγή του 2011 διεκδικούνταν τα κοινόχρηστα από τον Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Φεβρουάριο του
- (β) Μέσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής αξιώνονται οφειλές που αναλογούν σε κόστη συντήρησης, ασφάλειας και εγκατάστασης καινούριου ανελκυστήρα για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Οκτώβριο του
- Στην αγωγή του 2011 διεκδικούνταν τα κόστη συντήρησης της κοινόκτητης οικοδομής από τον Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Από μελέτη των δικογράφων της παρούσας αγωγής και της αγωγής του 2011 (Τεκμήρια Β, Γ και Δ επί του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων), διαπιστώνω ότι οι αξιώσεις εκάστης αγωγής, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2011, είναι οι ίδιες. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι προκύπτει ταύτιση των επίδικων θεμάτων. Άλλωστε, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, για να τύχει εφαρμογής ο κανόνας του δεδικασμένου δεν απαιτείται το εγειρόμενο ζήτημα να καλύπτει ολόκληρη την αξίωση της αγωγής. Η δε Χριστοφορίδης ν Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2166 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας διαφοροποιείται, καθώς σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι η πρώτη αγωγή είχε καταχωριστεί πρόωρα χωρίς απόφανση επί της ουσίας της και η δεύτερη, αφορούσε στη νέα κατάσταση όπως αυτή δημιουργήθηκε με τη γραπτή αξίωση της πληρωμής που πλέον κατέστησε την οφειλή απαιτητή. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, η πρώτη αγωγή να είχε καταχωριστεί πρόωρα, ούτε και να μην είχε απαιτηθεί η οφειλή από την Εναγομένη, ούτε και να προέκυψαν νέα δεδομένα. Απεναντίας, με βάση παραδοχή της ίδιας της Ενάγουσας, ήτο εγγεγραμμένη στο Κτηματολόγιο από το 2010, ακόμα δηλαδή και όταν καταχωρείτο η αγωγή του
- Παραμένει προς εξέταση το κατά πόσο προκύπτει ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητας των διαδίκων. Αφού έχω μελετήσει όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, για τους λόγους που εξηγώ, είναι η κατάληξή μου ότι υπό τις παρούσες, ιδιάζουσες ομολογουμένως περιστάσεις, προκύπτει ταύτιση διαδίκων και ιδιότητας διαδίκων. Θα αντιστρατευόταν τη λογική κατά την κρίση μου, αλλά και το πνεύμα του νομολογιακώς καθιερωμένου κανόνα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου, αντίθετη κατάληξη. Αποτελεί κοινή θέση των συνηγόρων και τούτο υποστηρίζεται από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι η Ενάγουσα είναι το πρόσωπο το οποίο θα έπρεπε να είχε αξιώσει τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή του 2011, εφόσον είναι εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο του Κτηματολογίου από 14.9.2010 και η αγωγή του 2011 καταχωρήθηκε την 15.4.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα η Ενάγουσα αποτελεί «μετεξέλιξη» της Διαχειριστικής Επιτροπής η οποία είχε εγγραφεί με βάση τον φάκελο [ ] του Κτηματολογίου, εφόσον χρειάστηκε να επανεγγραφεί στο σχετικό μητρώο του Κτηματολογίου με βάση τη νέα νομοθεσία. Εν πάση περιπτώσει, με την προβληθείσα θέση της η Ενάγουσα ουσιαστικά αποδέχεται ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό την ίδια ιδιότητα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση της Ενάγουσας, ότι αφενός μεν είναι επί της ουσίας το ίδιο πρόσωπο με την Ενάγουσα στην αγωγή του 2011 και έχει μετεξελιχθεί, επομένως δικαιούται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες, αφετέρου δε ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο, επικαλούμενη την κατάληξη του Δικαστηρίου στην αγωγή του
- Περαιτέρω, η Ενάγουσα ενεργεί στη βάση συγκεκριμένης νομοθεσίας, ως η Διαχειριστική Επιτροπή των επίδικων πολυκατοικιών και αξιώνει τις ίδιες οφειλές σε σχέση με τις πολυκατοικίες αυτές, ως έγινε και μέσω της αγωγής του
- Τα πιο πάνω βεβαιώνουν και τα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο Ζ στον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων. Η δε Εναγόμενη και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο πρόσωπο και ενεργεί υπό την ίδια ιδιότητα. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει ταύτιση των διαδίκων, των ιδιοτήτων των διαδίκων και αναντίλεκτα, του συμφέροντος της Ενάγουσας και στις δύο αγωγές. Παραπέμπω σχετικά στην Επί Τοις Αφορώσι τους Ανήλικους Κωνσταντίνο και Ελένη Λοϊζου και Άλλης
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 55 όπου κατ' αναλογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μια προσεκτική εξέταση των στοιχείων των δύο διαδικασιών δείχνει ότι το κώλυμα του Δεδικασμένου θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή. Υπάρχει ταύτιση επίδικου θέματος (που είναι η επιστροφή των ανηλίκων στη μητέρα), υπάρχει ταύτιση διαδίκων (Townsend v. Bishop [1939] 1 All E.R. 805) όπως επίσης και της ταυτότητας των διαδίκων (αφού στη διαδικασία της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ο Υπουργός Δικαιοσύνης ενεργεί κατόπιν εξουσιοδότησης της αιτήτριας), όπως επίσης και τελεσίδικη απόφαση (ανεξάρτητα αν εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκκρεμεί έφεση. Ίδε Concha v. Concha [1886] 11 App. Cas. 541). Η εφαρμογή της αρχής του Δεδικασμένου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η απόφαση βασίζεται σε άλλη απόφαση ξένου Δικαστηρίου. (Williams and Glyn's Bank Plc κ.ά. v. The Ship Maria
(1992)1 Α.Α.Δ. 309)» Διαφωτιστικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην Γαβριήλ Ανδρέας Γιάννη κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868: «Η ταυτότητα των διαδίκων αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου. Παραγνωρίζεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι η δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει, εκτός από τους διαδίκους και τους privies - διαδόχους των διαδίκων. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα των οποίων το συμφέρον στη διαδικασία ταυτίζεται με εκείνο των διαδίκων στην πρώτη αγωγή. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. vol. 16, para 990, η κατηγορία των privies, (διαδόχων), για τους σκοπούς του δεδικασμένου περιλαμβάνει προγόνους και κληρονόμους, διαδόχους κατα νόμο, και διαδόχους περιουσίας ή συμφέροντος. [.] Η ταυτότητα συμφέροντος προσδιορίζεται με αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα σε συνδυασμό πάντοτε με το δίκαιο της ταύτισης. Πότε υπάρχει ταύτιση συμφέροντος μεταξύ διαδίκων ώστε η έκβαση προηγούμενης δικαστικής υπόθεσης να δημιουργεί δεδικασμένο, εξετάστηκε σε έκταση στην Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner etc (No. 2) [1966] 2 All E.R. 536 (Η.L.). Όπως υπογραμμίζεται, άν η δέσμευση δεν βάρυνε και τους διαδόχους, η αρχή του δεδικασμένου θα μπορούσε να παρακαμφθεί κατά βούληση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: (σελ. 550) "A party against whom a previous decision was pronounced may employ a servant or engage a third party to do something which infringes the right established in the earlier litigation, and so may raise the whole matter again in his interest." Η απαίτηση για την ταυτότητα διαδίκων ικανοποιείται: (σελ. 550) "if there is privity between a party to the former litigation and a party to the present litigation." Στην προκείμενη περίπτωση το συμφέρον του ενάγοντα (εφεσίβλητου) στη δεύτερη αγωγή, ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά με εκείνο της προκατόχου του, της ενάγουσας στην αγωγή 5661/
- Η βλάβη την οποία επικαλέστηκε είναι εκείνη της προκατόχου του. Η αιτία της αγωγής είναι η επέμβαση στο κτήμα που της ανήκε και η ζημία την οποία επιδιώκει να ανακτήσει είναι εκείνη την οποία υπέστη η προκάτοχός του. Το αγώγιμο δικαίωμα είναι το ίδιο και η ταυτότητα συμφέροντος μεταξύ των δύο διαδίκων είναι απόλυτη» Δεν μου διαφεύγει ότι η εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση θα έχει ως αποτέλεσμα να μην επιδικασθούν υπέρ της Ενάγουσας ορισμένα από τα ποσά τα οποία αξιώνει και ειδικότερα, εκείνα τα ποσά τα οποία αξίωνε στην αγωγή του
- Ωστόσο επισημαίνω ότι επρόκειτο για μια υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε το 2011 και εκδικάσθηκε το 2015, διάστημα εντός του οποίου κανένα δικονομικό διάβημα δεν λήφθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας. Η αγωγή του 2011 οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία, με συνέπεια η Εναγόμενη να συμμετέχει υπερασπιζόμενη εαυτόν και το Δικαστήριο, αφού άκουσε μαρτυρία, απέρριψε την αγωγή και έκρινε ότι στη βάση των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης θα ήταν παράδοξη η επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης υπέρ της Εναγομένης. Τούτων λεχθέντων, θα συμφωνήσω και με την δεύτερη εισήγηση της συνηγόρου της Εναγομένης, ότι δηλαδή τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διέπουν τα περί κατάχρησης, καθώς μέσω της παρούσας αγωγής η Ενάγουσα επιζητεί εκ δευτέρου την έκδοση των ίδιων θεραπειών, στη βάση επίδικων ζητημάτων για τα οποία το προηγούμενο Δικαστήριο άκουσε μαρτυρία. Συνεπακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις, ενδεχόμενη παράκαμψη του κωλύματος του δεδικασμένου θα έχει ως απόρροια η διαδικασία να απολήξει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εν κατακλείδι, εφόσον έχω καταλήξει ότι η Ενάγουσα δεν δύναται να αξιώνει τα ποσά τα οποία αξιώνονταν και μέσω της αγωγής του 2011, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων τα οποία έγιναν παραδεκτά και των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το συνολικό ποσό των €3.157,18 ως ακολούθως: i. €1.842,44 έναντι των κοινόχρηστων. ii. €1.574,74 έναντι των κόστων συντήρησης και ασφάλειας της κοινόκτητης οικοδομής. iii. Του συνολικού αθροίσματος των ανωτέρω ποσών αφαιρείται το ποσό των €260,00 το οποίο με σχετική της δήλωση η Ενάγουσα αποποιήθηκε. Ως προς τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψη του ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει έστω μερικώς στην απαίτησή της και του ότι οι προδικαστικές ενστάσεις της Εναγομένης έγιναν αποδεκτές αναφορικά με μέρος των αξιώσεων της Ενάγουσας, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικασθούν κατά το ήμισυ υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.)...................................... Χρ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ
- [2] Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 151/10 ημερ. 7.3.2014, ECLI:CY:AD:2014:A
- [3] Βλ. Πολύβιου Γ. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, Έκδοση 2021, σελ.45 -
- [4] Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Π.Ε. Ααρ. 104/2019 ημερ. 3.7.
- [5] Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522. [6] Ηλίας Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 119. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο