Γ. Φ. ν. Π. Θ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2279/13, 12/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 2279/13 Μεταξύ: Γ. Φ. εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και
- Π. Θ. εκ Λευκωσίας
- Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 12/01/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Μ. Μενελάου Για Εναγόμενο: κος Θ. Οικονόμου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση έναντι των Εναγομένων. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ο Ενάγοντας είναι λογιστής ελεγκτής και ασκεί το επάγγελμα αυτό για πέραν των 25 ετών και είναι ιδρυτής της εταιρείας One World νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου. Προσφέρει επαγγελματικές υπηρεσίες, όπως η διαχείριση και διεύθυνση εργασιών, εξεύρεση και παραπομπή πελατών, καταπιστεύματα επενδύσεων. Ο Ενάγοντας είναι γνωστός για τη δράση του στον τομέα παροχής συμβουλών σε πελάτες, τη στρατηγική και τη διαχείριση των κινδύνων, τις εξαγορές, την εταιρική διακυβέρνηση, τις κοινοπραξίες και τον διεθνή φορολογικό προγραμματισμό από τα τέλη της δεκαετίας του '
- Ως ελεγκτής ανέλαβε και ενήργησε εκ μέρους των πελατών του σε σωρεία υποθέσεων για την αναδιάρθρωση, εξορθολογισμό και τη βελτιστοποίηση των πόρων και των κερδών. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σχετικά με επαγγελματικά θέματα π. χ. ευκαιρίες φορολογικού σχεδιασμού και την πλεονεκτική χρήση της διπλής φορολογίας. Ο Εναγόμενος είναι δημοσιογράφος της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» και συνέταξε και δημοσίευσε επώνυμα το επίδικο δημοσίευμα. Είναι συνεργάτης και εργοδοτούμενος από την Εναγόμενη 2 εταιρεία, εκδότρια της εφημερίδας. Κατά ή περί την [ ]/2013 στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» των Εναγομένων στην πρώτη σελίδα αυτής, οι Εναγόμενοι αλληλέγγυα και προσωπικά και/ή υπό συνθήκας που καθιστούν αυτούς είτε εκ προστήσεως υπευθύνους, είτε αλληλέγγυα, είτε προσωπικά εκ της θέσεως τους δημοσίευσαν ψευδώς και κακοβούλως δυσφημιστικό δημοσίευμα με τίτλο «Ποιοι έκρυψαν εκατομμύρια;» και υπότιτλο «Προπέτασμα καπνού από λογιστές-ελεγκτές για εκροές €700 εκατομμυρίων» και στη συνέχεια δημοσίευσαν στη σελίδα 3 δημοσίευμα με τίτλο «Νομινί έφυγαν τα εκατομμύρια» και υπότιτλο «Ποιοι έκαναν τα μεγαλύτερα εμβάσματα λίγο πριν το κραχ. «Το δημοσίευμα το οποίο είναι δυσφημιστικό έχει ως εξής: Ποιοι έκρυψαν εκατομμύρια Προπέτασμα καπνού από λογιστές-ελεγκτές για εκροές €700 εκατομμυρίων Γνωστοί ελεγκτές και γραφεία βρίσκονται πίσω από τις περισσότερες εταιρείες της καινούργιας λίστας για τις εκροές κεφαλαίων που αποκαλύφθηκε χθες. Αφορούν αναλήψεις εκατομμυρίων από τη Λαϊκή Τράπεζα, μία ή και περισσότερες μέρες πριν τη συνεδρία του Eurogroup της 15/
- Μεταξύ αυτών ο λογιστής Κ. Τ. από τη Λεμεσό (από λογαριασμό με τη σύζυγο του Α.) που απέσυρε ποσό 18 εκατομμυρίων, ο λογιστής Γ. Φ., μέσω της εταιρείας ATED (Cyprus) Ltd, απέσυρε στις 14/03 ποσό 49 εκατομμυρίων και η εταιρεία Abacus (Global Business Services) με 4 πράξεις και ποσό συνόλου 100 εκατομμυρίων. Εταιρείες απέσυραν συνολικά το ποσό των €60 εκατομμυρίων, φαίνεται πως δεν είναι καν εγγεγραμμένες στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, όπως έδειξε μία πρώτη έρευνα του «Φ». Για παράδειγμα, το όνομα της Jarlath limited, που απέσυρε στις 07/03 €29.9 εκατομμύρια από τα €39 εκατομμύρια που είχε στον λογαριασμό της, δεν εμφανίζεται στο μητρώο εταιρειών. Το ίδιο και η Wicasa S. A. που απέσυρε €15 εκατομμύρια, αλλά διατηρεί ακόμα 25 εκατομμύρια στον ίδιο λογαριασμό. Στο μεταξύ, υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων για εκροές εκατομμυρίων, συνέρχεται σήμερα η Επιτροπή Θεσμών της Βουλής. Στόχος η αποκάλυψη μέσω του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου των υπαίτιων της λεηλασίας των τραπεζών Λαϊκή και Κύπρου. Στο μικροσκόπιο και οι συμπέθεροι του Προέδρου Αναστασιάδη, Ά. και Κ. Λ., που φέρονται να απέσυραν από τη Λαϊκή, εκτός από τα €21 εκατομμύρια που παραδέχθηκαν την Κυριακή, άλλα €5 εκατομμύρια στις 04/03 και 06/03/2013». «Πελάτες συγκεκριμένων ελεγκτών και δικηγορικών γραφείων που παρέχουν υπηρεσίες σε ξένες και κυρίως ρωσικές εταιρείες, φαίνεται να είναι εκείνοι που φυγάδευσαν ή μετέφεραν τα μεγαλύτερα ποσά από τη Λαική το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν το κλείδωμα της και την πρώτη απόφαση του Eurogroup για κούρεμα των καταθέσεων. Οι "νομινί" εκπρόσωποι τους, ουσιαστικά τους εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό και την ανωνυμία τους». «Συγκεκριμένα τέτοια μεγάλα γραφεία όπως το group παροχής επιχειρησιακών υπηρεσιών Abacus, ο ελεγκτικός οίκος Τ., Φ. και άλλοι, είναι κύριοι μέτοχοι, διευθυντές και γραμματείς προφανώς νομινί των εταιρειών που έχουν μεταβιβάσει τα πιο μεγάλα ποσά από τη Λαϊκή προς το εξωτερικό, με βάση τον κατάλογο που είδε χθες το φως της δημοσιότητας». «Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός, ότι εταιρείες που απέσυραν συνολικά το ποσό των €60 εκατ. φαίνεται πως δεν είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, όπως έδειξε μία πρώτη έρευνα του "Φ" στα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου. Συγκεκριμένα το όνομα της Jarlath limited, που απέσυρε στις 7 Μαρτίου €29.9 εκατ. από τα €39 εκατ. που είχε στον λογαριασμό της, δεν εμφανίζεται στο μητρώο εταιρειών. Το ίδιο και η Wicasa S. A. που απέσυρε €15 εκατ. αλλά διατηρεί ακόμα €25 εκατ. στον ίδιο λογαριασμό». «Στον κατάλογο που είδε χθες το φως της δημοσιότητας, ξεχωρίζουν δύο κατηγορίες πράξεων-στην πρώτη έγινε μεταβίβαση μεγάλου ποσού στο εξωτερικό, αλλά παραμένει εγκλωβισμένο στον λογαριασμό σημαντικό υπόλοιπο. Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που τις τελευταίες μέρες αποσύρθηκε και εξήχθη στο εξωτερικό μέχρι και το τελευταίο σεντ από τους λογαριασμούς της Λαϊκής κάτι που δίνει το μήνυμα ότι επέδρασαν είτε οι ψίθυροι και η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε το τελευταίο διάστημα, είτε εσωτερική πληροφόρηση από την Κύπρο-είτε από την Τρόικα». «Ακόμα στη λίστα εμφανίζονται εταιρείες με μεταβίβαση ποσών, που αποτελούν συνήθη πρακτική. Για παράδειγμα, η ΑΗΚ έχει εξάγει €39 εκατ. για πληρωμή καυσίμων. Η JCC έχει διάφορες εξαγωγές ποσών, που αφορούν κυρίως τις τακτικές τακτοποιήσεις υποχρεώσεων, δηλαδή καταβολή ποσοστών στις Visa και Mastercard». «Η εταιρεία OKTALA Services Ltd, μετέφερε €32.5 εκατ. από δύο λογαριασμούς της αφήνοντας "μέσα" στη Λαϊκή ακόμα €8 εκατ. Πρόκειται για εταιρεία με έδρα την Πάφο όπου εδρεύει και διεθνής ελεγκτικός οίκος. Ως μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας είναι η Ν. Γ. εκ Μολδαβίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η OKTALA που ιδρύθηκε στην Κύπρο το 1997, φαίνεται να διατηρεί ακόμα αρκετά εκατομμύρια σε κυπριακούς λογαριασμούς, μόλις ολοκλήρωσε τη μεταφορά των €32.5 εκατ. υπέβαλε Αίτηση διαγραφής της από τον Έφορο Εταιρειών και διεγράφη στις 30/03». «Η εν λόγω εταιρεία έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό με τη REETMIST Limited, που έχει εξάγει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσό με βάση τη λίστα -€26.6 εκατ. το κοινό τους χαρακτηριστικό, όπως και με κάποιες άλλες περιπτώσεις, είναι το ότι εξυπηρετούνται από τον ίδιο σύνδεσμο-την Abacus. Ο "Φ" δοκίμασε να επικοινωνήσει με την εν λόγω εταιρεία και τον επικεφαλή της, ώστε να μας διαφωτίσει για το αν πρόκειται για συμπτώσεις ή για συμβουλές και ενέργειες προς τους πελάτες τους, ωστόσο αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω της χθεσινής αργίας». «Να σημειωθεί ότι δέος προκαλεί μία άλλη εταιρεία, η ATED Investment-που εμφανίζεται να έχει καταθέσεις των €2 δις στη Λαϊκή Τράπεζα-κάτι που προφανώς σημαίνει ολική καταστροφή ενώ έχει μεταβιβάσει στο εξωτερικό μία μέρα πριν το κραχ-στις 14/03 συνολικά €49 εκατ. Έρευνα του "Φ", έδειξε ότι πίσω από την εν λόγω εταιρεία βρίσκεται ο A. P. και ο ελεγκτικός οίκος Φιλιππίδη». «Από τα φυσικά πρόσωπα, εκτός της οικογένειας Λ., την προσοχή ελκύει και το όνομα του Α. Α., εκτελεστικού διευθυντή της Garzprom, Προέδρου της Gazprombank και "κολλητού" του Πούτιν. Ο Α. Α., έκλεισε στις 06/03 τον λογαριασμό του στη Λαική, αποσύροντας το συνολικό ποσό που είχε κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό-€2 εκατ. Ο κ. Α. ήταν πριν ακριβώς έναν χρόνο στην Κύπρο για συναντήσεις με τον τότε Υπουργό Εμπορίου και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε σχέση με τον Β' Γύρο Αδειοδοτήσεων για τα κοιτάσματα». «Περισσότερα από $22 εκατ. έχει μεταβιβάσει μερικές μέρες πριν το πάγωμα και η εταιρεία Symour Ent. Της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι η Helmond Ent και αυτής αποκλειστικοί μέτοχοι, είναι ο Κ. και η Α. Τ. του ομώνυμου ελεγκτικού γραφείου της Λεμεσού. Στους λογαριασμούς της Symour Ent στη Λαϊκή έχει όμως απομείνει σχεδόν το ίδιο ποσό με αυτό που "γλίτωσε" από το πάγωμα στη Λαϊκή». «Ερωτηματικά για τη σκοπιμότητα της πράξης, αποτελεί η κίνηση της "Ελληνικά Πετρέλαια Cyprus Ltd" (η γνωστή μας EKO), αφού στις 11/03 απέσυρε με τρία εμβάσματα ποσό €13.6 εκατ. Σε αυτήν την περίπτωση, το υπόλοιπο του λογαριασμού έμεινε μηδενικό». Οι Εναγόμενοι εκ της θέσης τους, ως ανωτέρω περιγράφεται, υπέχουν ευθύνη για το δημοσίευμα ως εκδότες/συντάκτες/ιδιοκτήτες και έχουν ευθύνη σαν άτομα τα οποία άμεσα ή έμμεσα είχαν εμπλοκή και ενέκριναν το επίδικο δημοσίευμα και/ή το συνέταξαν. Ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται λόγω του ότι συνέταξε και υπέγραψε το εν λόγω δημοσίευμα. Περαιτέρω ευθύνεται σαν συνεργάτης της εφημερίδας και εργοδοτούμενος από την Εναγόμενη 2 εταιρεία, εκδότρια της εφημερίδας "ο Φιλελεύθερος". Ο Ενάγοντας θα ισχυριστεί ότι λόγω ιδιαζουσών γεγονότων και συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο λεπτομέρειες των οποίων δίδονται κατωτέρω με το επίδικο δημοσίευμα αφέθηκαν υπονοούμενα σε βάρος του Ενάγοντα όπως κατωτέρω επεξηγείται: Λεπτομέρειες υπονοουμένων και σχετικών γεγονότων που δημιούργησαν τα υπονοούμενα: (α) Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε δημιουργηθεί τεράστιο οικονομικό πρόβλημα στην Κυπριακή Δημοκρατία με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση της και/ή πτώχευση και/ή χρεωκοπία, σαν αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων που οδήγησαν στην ανάγκη χρηματοδότησης της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και/ή μηχανισμούς και/ή όργανα της Ευρωπαικής Ένωσης ποσού της τάξης των 20 δισεκατομμυρίων ευρώ. (β) Κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά ή περί τον Μάρτιο του 2013, ενώ αναμένετο τα απαιτούμενα ποσά να εξασφαλιστούν ως ανωτέρω μέρος αυτών και ποσά της τάξης των 7.5 δις που χρειάζοντο για την ανακεφαλαιοποίηση δύο τουλάχιστον τραπεζών, Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής Τράπεζας η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ως ανωτέρω με αποτέλεσμα να υπάρξει απομείωση των καταθέσεων στις εν λόγω τράπεζες ολοκληρωτικά και/ή εν μέρει και να εισαχθεί μηχανισμός εξυγίανσης των δύο τραπεζών που οδήγησε ουσιαστικά στο κλείσιμο της Λαϊκής και μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων στην Τράπεζα Κύπρου και άλλες τράπεζες στην αλλοδαπή. (γ) Είχε δημιουργηθεί κλίμα πανικού αλλά και επίρριψης ευθυνών σε διάφορους πρωταγωνιστές της οικονομίας και μέσα σε αυτό το κλίμα απόδοσης ευθυνών μεταξύ άλλων υπήρξαν δημοσιεύματα τα οποία θα παρουσιαστούν κατά τη δικάσιμο στον εγχώριο και αλλοδαπό τύπο και διαδίκτυο αλλά και εν γένει στα ΜΜΕ ότι διάφοροι επικήδειοι είτε γνώριζαν είτε λόγω των επαφών τους με την κυβέρνηση και/ή οικονομικούς παράγοντες πέτυχαν τη μεταφορά καταθέσεων προς αποφυγή του κουρέματος στην αλλοδαπή πριν την 15 Μαρτίου 2013, όταν στο πλαίσιο του Eurogroup μη θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία να αποδεχθεί μερικό κούρεμα όλων των καταθέσεων σε τράπεζες στην Κύπρο το οποίο εν γένει στις 25 Μαρτίου 2013 μετατράπηκε σε μερικό κούρεμα ως ανωτέρω αναφέρεται καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου. (δ) Μεταξύ άλλων είχαν δημοσιευτεί και κατάλογοι/λίστες προσώπων νομικών και/ή φυσικών προσκειμένων στο Προεδρικό, αλλά και οικονομικών παραγόντων και άλλων εταιρειών που κατά τα δημοσιεύματα πέτυχαν να αποφύγουν το κούρεμα και είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάποιοι εκ των έσσω πέτυχαν σε βάρος άλλων καταθετών να εξαφανίσουν έγκαιρα από την Κύπρο τις καταθέσεις τους ή μεγάλο μέρος αυτών. (ε) Αυτοί οι παρουσιασθέντες επιτήδειοι κατακρίθηκαν εν γένει και εκτενώς από το κοινό και παρουσιάστηκαν λίγο ή πολύ σαν κατάπτυστοι και/ή ότι είχαν μέρος ουσιαστικά της ευθύνης για την όλην οικονομική κατάσταση και κρίση με τη φυγάδευση των κεφαλαίων. (στ) Δημιουργήθηκε η εικόνα ευρέως από τα ΜΜΕ κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι μεγάλο μέρος αυτών των καταθέσεων ήταν το προϊόν ξεπλύματος και/ή φοροδιαφυγής η δε Βουλή των Αντιπροσώπων ανακοίνωσε έλεγχο και παραπομπή του καταλόγου των φοροφυγάδων ουσιαστικά και των πιο πάνω επιτήδειων στο Γραφείου Φόρου Εισοδήματος. (ζ) Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έγινε και το επίδικο δημοσίευμα σε βάρος του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί ο ίδιος σαν ένας από τους φοροφυγάδες και/ή τους φυγαδεύσαντες ως ανωτέρω καταθέσεις στο εξωτερικό.» Περαιτέρω ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η μόνη λογική ερμηνεία η οποία μπορεί να δοθεί στο επίδικο δημοσίευμα, είναι ότι ο Ενάγοντας διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα και ότι είναι διεφθαρμένος/διαπλεκόμενος λογιστής/ελεγκτής/κλέφτης/απατεώνας/συνεργός σε παράνομες διαδικασίες/ότι ενήχετο σε διαπλοκή κλπ και ότι συνήργησε μαζί με άλλους στη φυγάδευση κεφαλαίων/καταθέσεων κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και/ή γενόμενο διά του κακώς νοούμενου συμφέροντος της Κύπρου. Τα δημοσιεύματα περαιτέρω ρητά και/ή σιωπηρά απέδωσαν στον Ενάγοντα: (α) Ότι ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος σε διαπλοκή μέσω της θέσης του λογιστή/ελεγκτή, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του και/ή ότι δεν ασκούσε ορθά τα καθήκοντα του και/ή ότι έβγαζε κέρδος μέσω της ιδιότητας του ως λογιστής και ελεγκτής υπεράκτιων εταιρειών εις βάρος του δημοσίου και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) Ότι ήταν ανέντιμος και/ή εξυπηρετούσε προσωπικά συμφέροντα και ότι απέκρυψε λεφτά τα οποία δολίως φυγάδευσε στο εξωτερικό για να αποφύγει το κούρεμα. (γ) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά κατά τρόπο νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true or Legal innuendo) οι επίδικες λέξεις και/ή το επίδικο δημοσίευμα των Εναγομένων σήμαινε και/ή έγινε αντιληπτό ότι σήμαινε τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. (δ) Ότι ενεργεί παράνομα και/ή είναι φοροδιαφυγάς και σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι είχε συμμετοχή στις πράξεις και παραλείψεις για άλλους ως η παράγραφος 9 ανωτέρω. (ε) Ότι η εταιρεία στην οποίαν αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα σε σχέση με το όνομα του Ενάγοντα είναι δική του. (στ) Ότι παρανομεί και επωφελείται οικονομικά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού της Κύπρου που υποφέρει. (ζ) Ότι ενεργεί ενάντια στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της πατρίδας του/Κύπρου. Τα πιο πάνω δημοσιεύματα γράφτηκαν και/ή δημοσιεύθηκαν κακόβουλα με σκοπό να πλήξουν τον Ενάγοντα τόσο ως πρόσωπο όσο και ως λογιστή/ελεγκτή. Λεπτομέρειες κακοπιστίας και κακοβουλίας. (α) Βασίστηκαν σε αναληθή στοιχεία και γεγονότα και ή ανεπαρκή όρους. (β) Δεν έγινε η δέουσα δημοσιογραφική έρευνα. (γ) Ο τόνος και το ύφος των δημοσιευμάτων είναι ανεπίτρεπτος. (δ) Δεν ενήργησαν σαν υπεύθυνοι δημοσιογράφοι/''responsible journalist". (ε) Υπερέβησαν τα επιτρεπτά όρια ειδησεογραφίας με ψεύδη, χαρακτηρισμούς και αυθαίρετα συμπεράσματα. (στ) Διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις και δημιούργησαν σκόπιμα λανθασμένες εντυπώσεις. (ζ) Ενήργησαν βεβιασμένα. (η) Δεν άκουσαν και δεν ζήτησαν τις θέσεις και απόψεις του Ενάγοντα. (θ) Στόχος των Εναγομένων ήταν διά της σκανδαλοθηρίας να επαυξήσουν την κυκλοφορία και κέρδη της εφημερίδας «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». (ι) Δεν προέβησαν σε πλήρη και/ή επαρκή διερεύνηση του θέματος πριν την δημοσίευση του και δεν επιδίωξαν και δεν εξασφάλισαν τις θέσεις του Ενάγοντα. Γενικώς βασίστηκαν πάνω σε κουτσομπολιά και ψιθύρους. (κ) Προέβησαν σε ανυπόστατα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». (λ) Χρησιμοποιούν με ύφος βεβαιότητας , τους πιο βαρετούς χαρακτηρισμούς και κατηγορίες που μπορούν να προσαχθούν σε κάποιο Λογιστή/Ελεγκτή. (μ) Η όλη ενέργεια, η πορεία των γεγονότων και οι πράξεις των Εναγομένων είναι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο εκτός κάθε ηθικής και δημοσιογραφικής δεοντολογίας και αποτελούν απεχθείς πράξεις που υπονομεύουν κάθε αρχή δικαίου και την αρχή του ότι κάποιος είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. (ν) Ο Ενάγων μετά το επίδικο δημοσίευμα κατά ή περί της 2/4/2013 απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή προς τους Εναγομένους στην οποίαν τους επεξηγούσε με κάθε λεπτομέρεια ότι καμία σχέση δεν είχε με την εταιρεία Ated (Cyprus) Ltd και ή με τα όσα απεδόθησαν στον ίδιο με το επίδικο δημοσίευμα και τους έδωσε το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό και ζήτησε την απόσυρση του επίδικου δημοσιεύματος και ή απολογία και ή επανόρθωση. Πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν στα δέοντα αλλά σε ένα άσχετο με απολογία και ή απόσυρση δημοσίευμα και από το οποίο επίσης δημοσίευμα αποδεικνύεται κακόβουλη πρόθεση αντί πρόθεση απόσυρσης και απολογίας. (ξ) Εν συνεχεία οι Εναγόμενοι καίτοι υποσχέθηκαν ότι θα προέβαιναν σε απολογία και ακολούθησε και αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων ουδέν έπραξαν. Ο Ενάγων επιφυλάττει το δικαίωμα όπως παρουσιάσει κατά τη δικάσιμο όλη τη σχετική αλληλογραφία. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικο άρθρο είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Αρνούνται την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, ενώ υπό την επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στην παρούσα Υπεράσπιση και στον βαθμό και στην έκσταση που συμφωνούν με αυτήν, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης του επίδικου δημοσιεύματος οι συνθήκες και/ή οι καταστάσεις που επικρατούσαν και/ή που περιέβαλλαν το επίδικο δημοσίευμα είναι ως αναφέρονται στις παραγράφους 9(α)-(δ) της έκθεσης απαίτησης. Οι Εναγόμενοι σημειώνουν ειδικότερα ότι κατάλογοι/λίστες προσώπων νομικών και/ή φυσικών προσκείμενων στο Προεδρικό, αλλά και οικονομικών παραγόντων και άλλων εταιρειών που πέτυχαν να αποφύγουν το κούρεμα εξαφανίζοντας έγκαιρα από την Κύπρο τις καταθέσεις τους ή μεγάλο μέρος αυτών, είχαν δημοσιευτεί στο κοινό πριν και/ή προϋπήρχαν των επίδικων δημοσιευμάτων και/ή κατατέθηκαν στη Βουλή από την Κεντρική Τράπεζα και/ή τον διευθυντή της. Από τις παραγράφους 9(ε)-(ζ), οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων ανακοίνωσε και/ή απαίτησε έλεγχο του όλου θέματος ενώ απορρίπτουν τους λοιπούς ισχυρισμούς. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι το θέμα τέθηκε στη Βουλή και/ή απαιτήθηκε ο εν λόγω έλεγχος από τις πρώτες μέρες του «κουρέματος» ήτοι από τις 19/03/2013 και μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας εξακολουθεί να είναι ενώπιον της Βουλής. Άνευ βλάβης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο λόγος για τον οποίον ανακοινώθηκε και/ή απαιτήθηκε ο έλεγχος από τη Βουλή αφορούσε τη διερεύνηση και/ή διαπίστωση τόσο των αιτιών και/ή υπαιτίων της οικονομικής κρίσης όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αρκετά πρόσωπα πέτυχαν να αποφύγουν το «κούρεμα». Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο εν λόγω κοινοβουλευτικός έλεγχος απαιτήθηκε από τα πολιτικά κόμματα και/ή τους βουλευτές και/ή τις κοινοβουλευτικές επιτροπές τόσο μέσω κατάθεσης κοινοβουλευτικών ερωτημάτων, όσο και στα πλαίσια δημόσιας κοινοβουλευτικής συζήτησης, εφόσον το θέμα πέραν από νομικό, ήταν και θέμα δημοσίου συμφέροντος. Ο Ενάγοντας κωλύεται να προωθεί περαιτέρω και/ή επιπρόσθετες ορθές και φυσιολογικές ερμηνείες από τη φυσιολογική ερμηνεία των λέξεων του επίδικου δημοσιεύματος υπό τη μορφή κοινού ή ψευδούς υπονοούμενου. Το επίδικο δημοσίευμα δεν έχει ερμηνεία που είναι δυσφημιστική για τον Ενάγοντα. Η φυσιολογική και ορθή ερμηνεία των λέξεων, δεν συνιστούν δυσφήμιση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Τα μέρη ξεκίνησαν την ακροαματική διαδικασία με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων, το κείμενο του οποίου είναι ως ακολούθως: «Ο Ενάγοντας είναι εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής, ιδρυτής και κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της εταιρείας One World Λτδ και ασχολείται με την παροχή λογιστικών, εταιρικών και άλλων συμβουλευτικών και συναφών υπηρεσιών. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον χρόνο δημοσίευσης των επίδικων δημοσιευμάτων ήταν δημοσιογράφος της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος και συνεργάτης της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», η οποία είναι εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας, διανέμεται σε κάποιες χώρες του εξωτερικού και μέρος της δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο. Την [ ] δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» δημοσίευμα το κείμενο του οποίου περιλαμβάνεται στις παραγράφους 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης, με τίτλο «Ποιοι έκρυψαν εκατομμύρια, Προπέτασμα καπνού από λογιστές-ελεγκτές για εκροές €700 εκατομμυρίων» και «Νομινί» έφυγαν τα εκατομμύρια, ποιοι έκαναν τα μεγαλύτερα εμβάσματα λίγο πριν το «κραχ» στην πρώτη και Τρίτη σελίδα αυτής αντίστοιχα. Το επίδικο δημοσίευμα κατατίθεται εκ συμφώνου πιστοποιημένο από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ως Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β. Η συγκεκριμένη έκδοση ημερομηνίας [ ] της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» είχε κυκλοφορήσει σε 11211 αντίτυπα (έντεκα χιλιάδες διακόσια έντεκα). Σχετική βεβαίωση από το Πρακτορείο Διανομής "Κρόνος" κατατίθεται εκ συμφώνου ως Τεκμήριο Γ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης του επίδικου δημοσιεύματος οι συνθήκες και οι καταστάσεις που επικρατούσαν και που περιέβαλλαν τα επίδικα δημοσιεύματα είναι ως αναφέρονται στις παραγράφους 9(α)-(δ) της έκθεσης απαίτησης. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ανακοίνωσε και απαίτησε έλεγχο του όλου θέματος». Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο της παραγράφου 11 του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, κατά την ακρόαση της υπόθεσης η Υπεράσπιση απέσυρε δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 17,18 και 19 της έκθεσης Υπεράσπισης. Μοναδικός μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας. Πρόκειται για ελεγκτή με πλούσια επαγγελματική πείρα, ιδρυτής της εταιρείας One World Ltd και διευθυντής της. Κατά καιρούς προσέφερε επαγγελματικές υπηρεσίες στους πελάτες του, όπως διαχείριση και διεύθυνση εταιρειών, εξεύρεση και παραπομπή πελατών σε λογιστικά γραφεία. Είναι γνωστός για τη δράση του στον τομέα της παροχής συμβούλων σε πελάτες, διαχείριση κινδύνων, εξαγορές, εταιρική διακυβέρνηση, κοινοπραξίες και διεθνή φορολογικό προγραμματισμό. Έχει δημοσιεύσει επαγγελματικά θέματα. Στις 02/04/2013, η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» δημοσίευσε δημοσίευμα με τίτλο «Ποιοι έκρυψαν εκατομμύρια;» και με υπότιτλο «προπέτασμα καπνού από λογιστές-ελεγκτές για εκροές 700 εκατομμυρίων» και στη συνέχεια δημοσίευσαν στη σελίδα 3 δημοσίευμα με τίτλο «Νομινί έφυγαν τα εκατομμύρια» και υπότιτλο «Ποιοι έκαναν τα μεγαλύτερα εμβάσματα λίγο πριν το Κραχ;». Παρέθεσα το επίδικο δημοσίευμα ως πιο πάνω. Λόγω ιδιαζουσών γεγονότων και συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο με το επίδικο δημοσίευμα, αφέθηκαν σαφείς αιχμές και υπονοούμενα σε βάρος του ως θα εξηγήσω κατωτέρω. α) Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε δημιουργηθεί τεράστιο οικονομικό πρόβλημα στην Κυπριακή Δημοκρατία με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευσή της, πτώχευση και χρεοκοπία, σαν αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων που οδήγησαν στην ανάγκη χρηματοδότησής της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μηχανισμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ποσό της τάξεως των €20 δισεκατομμυρίων. β) Κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά τον Μάρτιο του 2013, ενώ αναμένετο τα απαιτούμενα ποσά να εξασφαλιστούν ως ανωτέρω, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μέρος αυτών των χρημάτων της τάξεως των 7,5 δις που χρειάζονταν για την ανακεφαλαιοποίηση δύο τουλάχιστον Τραπεζών, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, με αποτέλεσμα να υπάρξει απομείωση των καταθέσεων στις εν λόγω τράπεζες ολοκληρωτικά και/ή εν μέρει και να εισαχθεί μηχανισμός εξυγίανσης των δύο Τραπεζών, που οδήγησε ουσιαστικά στο κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας και μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων της στην Τράπεζα Κύπρου και σε άλλες Τράπεζες στην αλλοδαπή. γ) Είχε δημιουργηθεί κλίμα πανικού αλλά και επίρριψης ευθυνών σε διάφορους πρωταγωνιστές της οικονομίας και μέσα σε αυτό το κλίμα απόδοσης ευθυνών μεταξύ άλλων, υπήρξαν δημοσιεύματα στον εγχώριο και αλλοδαπό τύπο και διαδίκτυο αλλά και εν γένει στα ΜΜΕ ότι διάφοροι επιτήδειοι είτε διότι γνώριζαν οι ίδιοι είτε λόγω των επαφών τους με την Κυβέρνηση και/ή οικονομικούς παράγοντες, πέτυχαν την μεταφορά καταθέσεων προς αποφυγή του κουρέματος στην αλλοδαπή πριν την 15η Μαρτίου 2013, όταν στο πλαίσιο του Eurogroup μη θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία να αποδεχθεί μερικό κούρεμα όλων των καταθέσεων σε Τράπεζες στην Κύπρο το οποίο εν γένει στις 25 Μαρτίου 2013 μετατράπηκε σε μερικό κούρεμα καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα και στην Τράπεζα Κύπρου, ως ανωτέρω αναφέρεται. δ) Μεταξύ άλλων, είχαν δημοσιευθεί και κατάλογοι/λίστες προσώπων νομικών και φυσικών προσκειμένων στο Προεδρικό αλλά και οικονομικών παραγόντων και άλλων εταιρειών που κατά τα δημοσιεύματα πέτυχαν να αποφύγουν το κούρεμα και είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάποιοι εκ των έσω πέτυχαν σε βάρος άλλων καταθετών να εξαφανίσουν έγκαιρα από την Κύπρο τις καταθέσεις τους ή μεγάλο μέρος αυτών. ε) Αυτοί οι παρουσιασθέντες επιτήδειοι κατακρίθηκαν εν γένει και εκτενώς από το κοινό και παρουσιάστηκαν λίγο ή πολύ σαν κατάπτυστοι και ότι είχαν μέρος ουσιαστικά της ευθύνης για την όλη οικονομική κατάσταση και κρίση με τη φυγάδευση των κεφαλαίων. στ) Δημιουργήθηκε ευρέως η εικόνα από τα ΜΜΕ κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι μεγάλο μέρος αυτών των καταθέσεων ήταν το προϊόν ξεπλύματος και φοροδιαφυγής, η δε Βουλή των Αντιπροσώπων 6 ανακοίνωσε έλεγχο και παραπομπή του καταλόγου των φοροφυγάδων ουσιαστικά και των πιο πάνω επιτήδειων στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. ζ) Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έγινε και το επίδικο δημοσίευμα σε βάρος του, με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί ως ένας από τους φοροφυγάδες και/ή τους φυγαδεύσαντες με τις ως ανωτέρω καταθέσεις του στο εξωτερικό. Τα δημοσιεύματα περαιτέρω απέδωσαν στο πρόσωπό του: α) Ότι ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος σε διαπλοκή μέσω της θέσης του λογιστή/ελεγκτή, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του και ότι δεν ασκούσε ορθά τα καθήκοντα του και ότι έβγαζε κέρδος μέσω της ιδιότητας του ως λογιστής και ελεγκτής υπεράκτιων εταιρειών εις βάρος του Δημοσίου και της Κυπριακής Δημοκρατίας. β) Ότι ήταν ανέντιμος και εξυπηρετούσε προσωπικά συμφέροντα και ότι απέκρυψε λεφτά τα οποία δολίως φυγάδευσε στο εξωτερικό για να αποφύγει το κούρεμα. γ) Περαιτέρω και διαζευκτικά, κατά τρόπο νομικού και αληθούς υπονοουμένου (true or Legal innuendo), οι επίδικες λέξεις και το επίδικο δημοσίευμα των Εναγομένων σήμαινε και έγινε αντιληπτό ότι σήμαινε τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. δ) Ότι ενήργησε παράνομα και είναι φοροφυγάς σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι είχε συμμετοχή στις πράξεις και παραλείψεις για άλλους ως η παράγραφος 9 ανωτέρω. ε) Ότι η εταιρεία στην οποία αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα σε σχέση με το όνομά του είναι δική του. στ) Ότι παρανόμησε και επωφελήθηκε οικονομικά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού της Κύπρου που υποφέρει. ζ) Ότι ενήργησε ενάντια στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της πατρίδας του». Τα πιο πάνω δημοσιεύματα γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν κακόβουλα με σκοπό να τον πλήξουν τόσο ως πρόσωπο όσο και ως λογιστή/ελεγκτή, διότι: α) Βασίστηκαν σε αναληθή στοιχεία και γεγονότα. β) Δεν έγινε η δέουσα δημοσιογραφική έρευνα και οι Εναγόμενοι ενήργησαν με πλήρη αδιαφορία. γ) Ο τόνος και το ύφος των δημοσιευμάτων ήταν ανεπίτρεπτος. δ) Οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν σαν υπεύθυνοι δημοσιογράφοι/ "responsible journalist". ε) Υπερέβησαν τα επιτρεπτά όρια ειδησεογραφίας με ψευδείς χαρακτηρισμούς και αυθαίρετα συμπεράσματα. στ)Διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις και δημιούργησαν σκόπιμα λανθασμένες εντυπώσεις. ζ) Ενήργησαν βεβιασμένα. η) Δεν άκουσαν και δεν ζήτησαν τις θέσεις και απόψεις του, ενώ βεβαίως είχαν κάθε δυνατότητα να πράξουν τούτο. θ) Μεταξύ άλλων, στόχος των Εναγομένων ήταν διά της σκανδαλοθηρίας να επαυξήσουν την κυκλοφορία και τα κέρδη της εφημερίδας «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». ι) Δεν προέβησαν σε πλήρη και επαρκή διερεύνηση του θέματος πριν την δημοσίευσή του και δεν επιδίωξαν και δεν εξασφάλισαν τις θέσεις του παρότι αναφέρθηκαν σε εκείνον ονομαστικά. Γενικώς βασίστηκαν πάνω σε κουτσομπολιά και ψίθυρους. ια) Προέβησαν σε ανυπόστατα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». ιβ) Χρησιμοποιούν με ύφος βεβαιότητας, τους πιο βαρετούς χαρακτηρισμούς και κατηγορίες που μπορούν να προσαχθούν σε κάποιο Λογιστή/Ελεγκτή. Οι δε αναφορές στο πρόσωπο του γίνονταν προσωπικά αντί στην εταιρεία του, δηλαδή αντί να παραπέμπουν στην Oneworld Ltd, όπως έκαναν στην περίπτωση της Abacus στο ίδιο άρθρο, επέλεξαν να τον κατονομάζουν προσωπικά και όχι την εταιρεία του. ιγ) Η όλη ενέργεια, η πορεία των γεγονότων και οι πράξεις των Εναγομένων είναι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο εκτός κάθε ηθικής και δημοσιογραφικής δεοντολογίας και αποτελούν απεχθείς πράξεις που υπονομεύουν κάθε αρχή δικαίου και την αρχή ότι κάποιος είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. ιδ) Μετά το επίδικο δημοσίευμα κατά τις [ ] απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή προς τους Εναγόμενους στην οποία τους επεξηγούσε με κάθε λεπτομέρεια ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την εταιρεία ATED INVESTMENT LTD και με τα όσα του αποδόθηκαν με το επίδικο δημοσίευμα, δίδοντας τους το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό και ζητώντας την απόσυρση του επίδικου δημοσιεύματος, απολογία και επανόρθωση. Οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν έπραξαν τα δέοντα για να απολογηθούν και να επανορθώσουν αλλά στις 03/04/2013 επέλεξαν να δημοσιεύσουν συμπληρωματικό άρθρο αποδεικνύοντας κακόβουλη πρόθεση αντί πρόθεση απόσυρσης και απολογίας. Κατέθεσε την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 02/04/2013 ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε επιστολή ημερ.14/01/2002 από το γραφείο του προς την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου με σαφή αναφορά ότι έκτοτε έχασε κάθε επαφή με την εταιρεία Ated (Cyprus) Limited. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε σχετικά πιστοποιητικά που αποδεικνύουν ότι η Εταιρεία ATED INVESTMENT LTD ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στο Hong Kong και η οποία φαίνεται να είναι η εταιρεία για την οποία αναφέρεται το επίδικο δημοσίευμα ότι αποσύρθηκε το ποσό των €49 εκατομμυρίων ευρώ και με την οποία δεν είχε καμία σχέση ο ίδιος ή η One World Ltd. Αντιθέτως, στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό αποσύρθηκε από την εταιρεία Ated (Cyprus) Limited για την οποία παρουσιάζεται ότι δήθεν ενήργησε εκ μέρους της και μετέφερε και διά λογαριασμού της το εν λόγω τεράστιο ποσό. Η αλήθεια με βάση και τα τεκμήρια που παρουσίασε είναι βεβαίως ότι: - Καμία σχέση δεν είχε ή η One World LTD με την εταιρεία ATED INVESTMENT LTD η οποία ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στο Hong Kong. - Καμία σχέση δεν έχει η εταιρεία ATED INVESTMENT LTD με την Κυπριακή εταιρεία Ated (Cyprus) Limited. - Ουδέποτε ενεπλάκην είτε ο ίδιος είτε το γραφείο του σε οποιανδήποτε πράξη ή απόσυρση χρημάτων για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας όπως καταφανώς ψευδώς παρουσιάζεται στο επίδικο δημοσίευμα. - Η Εταιρεία Ated (Cyprus) Limited ουδέποτε ήταν σε οποιαδήποτε λίστα αλλά και ουδέποτε είχε λογαριασμό ή σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα. Την πιο πάνω έρευνα πολύ εύκολα μπορούσαν να την κάνουν οι Εναγόμενοι ή έστω, μπορούσαν να διαπιστώσουν τα πιο πάνω με ένα απλό τηλεφώνημα στον υποφαινόμενο. Αντί τούτου επέλεξαν να τον δυσφημήσουν, παρουσιάζοντας τον ως αντικείμενο δια του οποίου φοροδιέφυγαν ή εξαφανίστηκαν πολλά εκατομμύρια εις βάρος του τόπου και των πολιτών αυτού. ιε) Εν συνεχεία, οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν ότι θα προέβαιναν σε απολογία και ακολούθησε και αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, αλλά ουδέν έπραξαν. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4 τα ηλεκτρονικά του μηνύματα ημερ. 02/04/2013 και 04/04/2013 αρχικά προς τον Εναγόμενο 1 και εν συνεχεία στον Διευθυντή των Εναγομένων 2 Ά. Μ. Επίσης, ως Τεκμήριο 5, έθεσε απάντηση του κ. Μ. ημερ. 05/04/2013 όπου αναφέρει ότι δημοσιεύτηκαν την επομένη της δυσφήμησης ως άνω διευκρινήσεις και ότι δήθεν δεν υπήρχε πρόθεση να τον θίξουν. Σε καμία περίπτωση δεν ισχύει αυτό και ουδέποτε έγινε απολογία δεόντως από τους Εναγόμενους. Μετά από διαδικτυακή έρευνα που είχε διεξαγάγει, διαπίστωσε ότι την 06/04/2016 οι Εναγόμενοι διατηρούσαν στην ιστοσελίδα της εφημερίδας τα επίδικα δημοσιεύματα. Σε πρόσφατη έρευνα δεν εντόπισε τα επίδικα δημοσιεύματα διαδικτυακά. Όμως είναι εφικτό κάποιος να πληρώσει το ποσό των €0.60 για να έχει πρόσβαση στην έντυπη μορφή της εφημερίδας με τα εν λόγω δημοσιεύματα. Ουδέποτε αποκαταστάθηκε η αλήθεια με την πεπλανημένη εικόνα που δημιούργησαν στο Δικαστήριο. Εξαιτίας του δημοσιεύματος, κλήθηκε από τον διευθυντή φόρου εισοδήματος να δώσει σχετική κατάθεση και αναγκάστηκε να υποστεί τις συνέπειες των μυθευμάτων των Εναγομένων. Με επιστολή ημερομηνίας 19/04/2013 (Τεκμήριο 7), ο τέως διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων τον κάλεσε σε προσωπική συνέντευξη σε σχέση με τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Επί του Τεκμηρίου 12 που είναι η απάντηση του δικηγόρου του ημερομηνίας 29/04/2013 προς τον εν λόγω διευθυντή με τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία που του παρέθεσε ότι η Ated Investment Ltd, δεν έχει σχέση μαζί του και με την εταιρεία One World Ltd. Ο Ενάγοντας δεν έχει σχέση ούτε και με την Ated (Cyprus) Ltd, η οποία ουδέποτε είχε τραπεζικό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα. Επισύναψε την επιστολή που είχαν αποστείλει οι δικηγόροι του στον δικηγόρο των Εναγομένων όπου αναφέρει ότι βρέθηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και ο διευθυντής του ανέφερε ότι είχε οδηγίες να διερευνήσει τα όσα γίνονταν αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα. Στη συνέχεια, του ζητήθηκε εντός 60 ημερών να παρουσιάσει ελεγμένους λογαριασμούς όλων των εταιρειών του συγκροτήματος του των προσωπικών του εταιρειών και κεφαλαιουχική κατάσταση για εκείνον και τη σύζυγο του. Η Υπηρεσία ΦΠΑ επισκέφθηκε την εταιρεία One World Ltd στις 26/11/2013 και ζητήθηκε να διερευνηθούν οι υποβολές της εταιρείας που πρώτη φορά ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Αυτό που αναφέρθηκε στους λογιστές της εταιρείας ήταν ότι «δήθεν ήρθα για να σας κάνω έλεγχο, αλλά έχω οδηγίες να ερευνήσω εκροές στο εξωτερικό από τους λογαριασμούς της One world Ltd λίγο πριν το κούρεμα τον Μάρτιο του 2013». Ανέφερε ότι πηγή των πληροφοριών τους, ήταν τα δημοσιεύματα στον «Φιλελεύθερο». Ανέφερε ότι οι πελάτες του ήταν φανερά ενοχλημένοι, διότι εμφανίστηκε στην πιο σημαντική εφημερίδα της χώρας ότι ήταν ένας απατεώνας και διεφθαρμένος. Ταλαιπωρήθηκε να τους πείσει ότι το δημοσίευμα ήταν κακόβουλο. Έχασε πελάτες που δεν ήθελαν πλέον να συνεργάζονται με ανθρώπους που ήταν διεφθαρμένοι. Του δημιουργήθηκε και πρόβλημα στην προσωπική του ζωή, διότι θεωρήθηκε ότι όχι μόνο ενήργησε απαξιωτικά, αλλά ότι ενήργησε εναντίον των συμφερόντων των συμπολιτών επειδή το κράτος είχε σχεδόν χρεοκοπήσει. Αναφορικά με την εταιρεία Ated (Cyprus), ήταν κυπριακή εταιρεία ανενεργή από το 2002, κάτι για το οποίο το γραφείο του είχε ενημερώσει την Κεντρική Τράπεζα. Την απόσυρση των 49 εκατομμυρίων την είχε κάνει άλλη εταιρεία που είναι άσχετη με την Ated Cyprus και με το γραφείο του. Η εν λόγω εταιρεία είχε ιδρυθεί στο Hong Kong. Αυτή είχε λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα και πιθανόν να είχε κάνει την απόσυρση χρημάτων. Το δημοσίευμα στην πρώτη σελίδα, αναφέρει ότι η απόσυρση έγινε από τον ίδιο εκ μέρους της εταιρείας Ated Cyprus, ενώ στη σελίδα 3 αναφέρει ότι η απόσυρση έγινε από το γραφείο του για την Ated investment Ltd. Τα δημοσιεύματα του προκάλεσαν ζημιά διότι αναφερόταν το όνομα του σε συνδυασμό με το όνομα της εταιρείας που είχε κάνει τις εκροές, ενώ για την εταιρεία Abacus που αναφερόταν στο δημοσίευμα, επί παραδείγματι, δεν είχαν αναφερθεί ονόματα. Τα δημοσιεύματα έλαβαν διαστάσεις και αναδημοσιεύθηκαν από άλλες έγκριτες εφημερίδες του εξωτερικού. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι το γραφείο του παρείχε υπηρεσίες «nominee». Είχε υπόψη του ότι μίαν ημέρα πριν το δημοσίευμα, είχε εκδοθεί λίστα με τις εκροές χρημάτων από τις κυπριακές τράπεζες πριν το κούρεμα. Σε σχέση με την εταιρεία του την One World, δεν υπήρχε εκροή όμως δεν μπορούσε να αποκλείσει κατά πόσο είχε φύγει ποσό χρημάτων από λογαριασμό πελατών της εν λόγω εταιρείας. Δεν θυμάται κατά πόσο υπήρχε μεταφορά ποσού ύψους €12.500.775 από δεύτερο λογαριασμό πελατών της One World. Ανέφερε ότι ο Κ. Π. στο γραφείο του, του είχε αναφέρει ότι οι πελάτες του πληρώνουν φόρους στο κράτος αλλά δεν μπορούσε να αποφευχθεί ο έλεγχος διότι είχε οδηγίες για έλεγχο μετά το δημοσίευμα του «Φιλελευθέρου». Ανέφερε ότι ο έλεγχος δεν είχε σχέση με τις εκροές των €12.000.000 που είχαν αναφερθεί σε σχέση με λογαριασμό πελατών της One World. Στην υποβολή ότι λειτουργοί του Φόρου και ΦΠΑ ουδέποτε είχαν αναφέρει κάτι σε σχέση με τον έλεγχο, απάντησε ότι θα έφερνε μαρτυρία να αντικρούσει ισχυρισμούς για άρνηση τέτοιων γεγονότων. Ανέφερε ότι το δημοσίευμα είναι κακόπιστο, διότι ο δημοσιογράφος ήταν άσχετος και έγραψε "άλλα των άλλων" σε σχέση με το όνομα των εταιρειών και δεν πήρε ένα τηλέφωνο να επιβεβαιώσει τα γεγονότα πριν τα κάνει πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα. Μοναδικός μάρτυρας της Υπεράσπισης, ήταν ο Π. Θ. που ήταν ο συντάκτης των συγκεκριμένων δημοσιευμάτων. Είχε κατά τον επίδικο χρόνο στην εφημερίδα, την ευθύνη για τα καθημερινά ρεπορτάζ σε σχέση με την ενέργεια, τις μεταφορές και την τεχνολογία. Έναυσμα για τη σύνταξη του δημοσιεύματος, αποτέλεσαν δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο με λίστες με νομικά και φυσικά πρόσωπα τα οποία είχαν αποσύρει καταθέσεις από το εξωτερικό που διατηρούσαν σε Κυπριακές τράπεζες. Επειδή τα δημοσιεύματα αναφέρονταν σε νομικά πρόσωπα, προσπάθησε να εντοπίσει πρόσωπα πίσω από τις εταιρείες. Την έρευνα την έκανε μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών, ηλεκτρονικό αρχείο στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό. Μία εκ των εταιρειών στις οποίες γινόταν αναφορά στις λίστες ήταν η Ated Investment Limited. Πληκτρολόγησε τη λέξη "Ated" στη μηχανή αναζήτησης του Εφόρου Εταιρειών και εμφανίστηκαν αποτελέσματα, τα οποία αφορούσαν την εταιρεία Ated (Cyprus) Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Εσφαλμένα θεώρησε ότι πρόκειτο για την ίδια εταιρεία με την Ated Investment Limited και προχώρησε στη σύνταξη του δημοσιεύματος, χωρίς να αντιληφθεί ότι ήταν δύο διαφορετικές εταιρείες. Ο διευθυντής της Ated (Cyprus) Ltd ήταν, μεταξύ άλλων, η εταιρεία One World Services Limited, της οποίας 100% μέτοχος ήταν η εταιρεία One World Limited. Ένας εκ των διευθυντών της One World Limited ήταν ο Έναγοντας. Περαιτέρω, ιδιοκτήτης του 99.99% του μετοχικού κεφαλαίου της Ated (Cyprus) Ltd ήταν η εταιρεία Axphil (Nominees) Ltd, της οποίας διευθυντής και μέτοχος κατά το ήμισυ ήταν ο Έναγοντας. Διαπίστωσε από την έρευνα στις διάφορες εταιρείες που αναφέρονταν στις λίστες, ότι ως διευθυντές ή μέτοχοι δεν εμφανίζονταν οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρειών, αλλά ελεγκτικά και λογιστικά γραφεία τα οποία παρείχαν υπηρεσίες εντολοδόχου. Επομένως η ανεύρεση των πραγματικών δικαιούχων, ήταν αδύνατη. Με βάση τις λίστες προχώρησε στη σύνταξη του δημοσιεύματος. Στις 04/04/2013 ο Ενάγοντας επανήλθε με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Α. Μ. διευθυντή σύνταξης Φιλελευθέρου. Απάντησε ο διευθυντής σύνταξης και δημοσιεύθηκε το Τεκμήριο 5 στην εφημερίδα με τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Αναφέρει ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τον Ενάγοντα και όταν σύνταξε το δημοσίευμα, νόμιζε ότι ήταν ορθό. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ο Ενάγοντας μέσω της εταιρείας Ated Cyprus ή Ated Investments, δεν απέσυρε από τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των €49.000.000 για να αποφύγει το κούρεμα καταθέσεων. Συμφώνησε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία Ated Cyprus, δεν ήταν στον κατάλογο που περιλάμβανε τις εταιρείες που είχαν αποσύρει χρήματα για να γλιτώσουν το κούρεμα. Στην υποβολή κατά πόσο αυτό που κατονομάζει ως ελεγκτικός οίκος Φιλιππίδη στο άρθρο που συνέταξε ο μάρτυρας είναι στην πραγματικότητα One World Ltd, ο μάρτυρας απάντησε «δεν μπορώ να απαντήσω με ασφάλεια». Πρόσθεσε ότι δεν θυμάται πώς είναι γραμμένος ο ελεγκτικός οίκος στον Έφορο Εταιρειών τη δεδομένη στιγμή. Σε σχέση με την εταιρεία One World, αναφέρθηκε στον ιδιοκτήτη της επειδή αυτό προέκυπτε από τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών. Σε σχέση με την εταιρεία Abacus προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του διότι τύγχανε να τον γνωρίζει αλλά δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τα περισσότερα ελεγκτικά γραφεία επειδή ήταν αργία και ο χρόνος ήταν πιεστικός. Με την One World δεν επικοινώνησε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει. Συμφώνησε ότι ο Ενάγοντας επικοινώνησε μαζί του με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος την 02/04/
- Το μήνυμα του είχε υποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή τη διαφοροποίηση μεταξύ της εταιρείας με την ονομασία που είχε γράψει με την εταιρεία της οποίας αναφερόταν στον Έφορο Εταιρειών ο Ενάγοντας ως διευθυντής. Ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας τον είχε πληροφορήσει ότι είχε επικοινωνία με νομικό εκπρόσωπο του Ενάγοντα. Του απάντησε ότι είχε μιλήσει με τον Ενάγοντα και είχε κάνει λάθος. Σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι είχαν ετοιμάσει διόρθωση που είχε δημοσιευθεί ως προς το λάθος. Ως προς τη δημοσίευση, ανέφερε ότι πρόκειται για «απαιτούμενη διευκρίνιση για τα δικά τους αντιδεοντολογικά κριτήρια». Κατέγραψαν τις επισημάνσεις του εκπροσώπου του Ενάγοντα. Ο χώρος δεν είναι απεριόριστος και οι λέξεις είναι 180 σε αριθμό. Στην περίπτωση ακόμη και με το λάθος, δεν είναι στο στόχαστρο ο Ενάγοντας ως άτομο. Το όνομα της εταιρείας ήταν λάθος, αλλά η εταιρεία δεν υποδεικνύεται ότι κατείχε εμπιστευτικές πληροφορίες. Αντίθετα είχαν υποδείξει ότι ήταν από τις εταιρείες που διαφοροποιούνται από τις εταιρείες που είχαν κάνει εξαγωγή ότι ποσό χρημάτων ήθελαν τότε για να γλιτώσουν το κούρεμα καταθέσεων. Για τη συγκεκριμένη εταιρεία είχαν υποδείξει ότι αυτή έκανε εξαγωγή μόνο €49.000.000 από τα €2.000.000.000 που κατείχε η εταιρεία. Αυτά σε αντίθεση με άλλες εταιρείες με τρανταχτά ονόματα της κυπριακής κοινωνίας. Η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν μια που δεν φαίνεται να χρησιμοποίησε τις γνωριμίες της με αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλες απώλειες. Δεν αρνήθηκε ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα ήταν αναρτημένο στο διαδίκτυο για 3 χρόνια. Δέχθηκε ότι μετά τη διατύπωση της θέσης ότι είχε γίνει λάθος, καταχωρήθηκε Υπεράσπιση στην αγωγή 8 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής με την οποίαν είχε προβληθεί η Υπεράσπιση της αλήθειας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Η δημοσίευση του επίδικου άρθρου είναι παραδεκτό γεγονός. Το ότι δημοσιεύθηκε σε χρόνο που η χώρα κινδύνευε να πτωχεύσει και οι καταθέτες είχαν κουρευτεί προκειμένου το κράτος να λάβει χρηματοδότηση από τους εταίρους της ώστε να αποφευχθεί το χειρότερο σενάριο της πτώχευσης, είναι επίσης παραδεκτό. Η Υπεράσπιση έχει εγκαταλείψει τις Υπερασπίσεις της αλήθειας (justification) και της εύλογης κριτικής επί γεγονότων που αληθεύουν. Περαιτέρω ο ΜΥ1, παραδέχθηκε ότι είχε κάνει λάθος όταν ανέφερε ότι ο Ενάγοντας απέσυρε €49.000.000 μέσω της εταιρείας Ated (Cyprus). H συγκεκριμένη εταιρεία δεν απέσυρε τέτοιο ποσό χρημάτων από τη Λαϊκή Τράπεζα και η συγκεκριμένη εταιρεία ουδέποτε είχε τραπεζικό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα. Κατά τον χρόνο που έγιναν οι εκροές χρημάτων από τη Λαϊκή Τράπεζα, ο Ενάγοντας δεν είχε σχέση ή επαφή πλέον με την εταιρεία Ated (Cyprus). Το όνομα εταιρείας με το όνομα Ated Investment με έδρα το Hong Kong είχε προβεί σε αποσύρσεις χρημάτων πριν την ημερομηνία λήψης της απόφασης από το Eurogroup, αλλά ο Ενάγοντας δεν είχε σχέση με τη συγκεκριμένη εταιρεία. Δύο ήταν οι μάρτυρες της υπόθεσης, ο Ενάγοντας και ο συντάκτης του άρθρου, ΜΥ
- Οι δύο μάρτυρες δεν πρόβαλαν αντικρουόμενα πραγματικά γεγονότα που να ήταν καθοριστικά για την επίλυση του ζητήματος της δυσφήμισης, αλλά τα γεγονότα εις τα οποία τα μέρη επέλεξαν να επικεντρωθούν ή που παρέλειψαν να αναφέρουν, έχουν σημασία για την αξιοπιστία τους. Είχα την ευκαιρία να τους παρακολουθήσω επειδή είχαν υποστεί τη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποίαν απαντούσαν τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα, ήταν σημαντική για τη διαμόρφωση της άποψής μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ασφαλώς δεν περιορίζεται στη φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας, βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία, πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης, ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια, ώστε να διαπιστωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν η θέση του Ενάγοντα, ότι δημιουργήθηκε η εντύπωση του κόσμου ότι ήταν πρόσωπο που ασχολείτο με το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος που ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους η Τρόικα κατάτρεχε την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά δεν υπέδειξε το σημείο στο δημοσίευμα όπου του καταλογίζεται κάτι τέτοιο και ούτε παρέπεμψε σε άλλα ειδικά γεγονότα, βάσει των οποίων κάποιος θα μπορούσε με βάση εκείνα τα άλλα γεγονότα, να κάνει τον συνειρμό ότι ο Ενάγοντας προέβαινε σε τέτοιες πράξεις. Ήταν ολοφάνερη η αγανάκτηση του επειδή ήταν θέση του ότι το δημοσίευμα προκάλεσε αχρείαστο έλεγχο από το Τμήμα Φορολογίας και το ΦΠΑ. Ήταν θέση του ότι οι λειτουργοί του είχαν αναφέρει ότι δεν θα του είχαν κάνει έλεγχο αλλά είχαν οδηγίες για κάτι τέτοιο εξαιτίας του δημοσιεύματος. Αυτή η θέση αποδοκιμάσθηκε με σχετική υποβολή κατά την αντεξέταση και ανέφερε ότι θα έφερνε τους μάρτυρες να αποδείξει τις εξ' ακοής δηλώσεις που έγιναν από τους λειτουργούς, όμως δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία. Η ζημιά δεν προκλήθηκε επειδή ο Ενάγοντας δεν ήταν συνεπής με τις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά επειδή ως ο ίδιος είχε αναφέρει στην επιστολή του ημερομηνίας 28/04/2013 Τεκμήριο 7, δόθηκε η εντύπωση ότι ασχολείτο με ξέπλυμα χρήματος ενώ η Τρόικα κατάτρεχε την Κύπρο για τέτοιες δραστηριότητες και επειδή είχε τύχει προνομιακής πληροφόρησης με αποτέλεσμα να φυγαδεύσει τα κεφάλαια στο εξωτερικό πριν υποστούν το κούρεμα. Επομένως, η μαρτυρία των λειτουργών που είχαν καλέσει τον Ενάγοντα σε συνέντευξη θα ήταν σημαντική για να ξεκαθαρίσει κατά πόσο η συνέντευξη είχε σκοπό να ερευνήσει κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν συνεπής με τις φορολογικές του υποχρεώσεις ή είχε κάποιον άλλον αλλότριο σκοπό ως αποτέλεσμα του δημοσιεύματος. Περαιτέρω, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/04/2013 προτού κληθεί σε συνέντευξη (η επιστολή του Τμήματος Φορολογίας συντάχθηκε στις 19/04/2013). Επομένως δεν μπορεί να γνώριζε ότι το δημοσίευμα θα είχε τέτοιες συνέπειες κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατά τρίτο λόγο, ο δικηγόρος του Ενάγοντα απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 7 ημερομηνίας 29/05/2013) στο Τμήμα Φορολογίας πριν τη συνέντευξη και ξεκαθάρισε τα λάθη που είχαν γίνει στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» σε σχέση με τις εταιρείες Ated (Cyprus) και Ated Investment και η εφημερίδα είχε εκδώσει τη διόρθωση ως προς τα πραγματικά δεδομένα την 03/04/2022 με νεότερο δημοσίευμα με τίτλο «Ελεγκτές Συνήθεις πράξεις πελατών μας» και έτσι δεν μπορεί εκ των πραγμάτων η συνέντευξη και ο έλεγχος που είχε υποστεί να έχει σχέση με κάτι άλλο πλην των φορολογικών του υποχρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση εφόσον ήταν θέση του ότι το δημοσίευμα προκάλεσε τη συγκεκριμένη ενέργεια και ζημιά, θα έπρεπε να προσκομίσει θετική μαρτυρία να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα δεν παρέπεμψε σε σημείο του δημοσιεύματος όπου θεωρεί ότι του αποδίδεται ότι ήταν διεφθαρμένος επειδή ήταν λήπτης προνομιακών πληροφοριών με αποτέλεσμα να αποσύρει χρήματα πριν την απόφαση του Eurogroup για κούρεμα από τις συγκεκριμένες τράπεζες. Το λάθος της εφημερίδας, αφορούσε η εμπλοκή του ονόματος του με την εκροή χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς σε σχέση με εταιρεία με την οποίαν δεν είχε σχέση. Παρέλειψε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία γεγονότα ώστε να γίνει η διασύνδεση, ότι αυτό που του καταλόγιζε το δημοσίευμα με τις συγκεκριμένες λέξεις, ήταν ότι έτυχε προνομιακής πληροφόρησης και ότι ήταν διεφθαρμένος. Ούτε και γίνεται πιστευτός ότι δεν γνωρίζει επακριβώς κατά πόσο η One world είχε αποσύρει χρήματα από τον δεύτερο λογαριασμό πελατών ως φαίνεται στη λίστα που είχε δημοσιευτεί Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας είχε χρόνια να μελετήσει τα γεγονότα, δεν είναι δυνατόν να μην είναι σε θέση να απαντήσει καταφατικά ή να απορρίψει τη θέση ότι ο ελεγκτικός του οίκος είχε κάνει εκροές από λογαριασμούς πελατών της εταιρείας, ενόψει της δημοσίευσης της λίστας και της φασαρίας που ισχυρίζεται ότι ακολούθησε τη δημοσίευση του ονόματος του στις [ ] από την εφημερίδα. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο Ενάγοντας ήταν επιλεκτικός ως προς τα γεγονότα που ήθελε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Επίσης δεν ήταν αρκούντως συγκεκριμένος στο να εντοπίσει τις λέξεις που κατά την άποψη του δημιούργησαν την εντύπωση στο κοινό για την οποίαν έχει καταγγείλει. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός ότι ερευνήθηκε από τις υπηρεσίες εξαιτίας των δημοσιευμάτων για άλλους λόγους, πλην των φορολογικών του υποχρεώσεων δεν γίνεται αποδεκτός. Δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε κατά πόσο η εταιρεία One world απέσυρε χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς που σχετίζονται με πελάτες ή άλλως πως κατά το επίδικο διάστημα. Ο ΜΥ1 δεν με έπεισε ότι έκανε οτιδήποτε που ήταν εύλογα εφικτό για να διασταυρώσει την ορθότητα των πληροφοριών που κατέγραψε στο δημοσίευμα. Μόνο το γεγονός ότι το όνομα του Ενάγοντα συνδέεται με εταιρείες με διαφορετικό όνομα, είναι απόδειξη ότι δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ή γνώστης του αντικειμένου για το οποίο έγραφε. Το διορθωτικό δημοσίευμα που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 11, κατέγραφε διορθώσεις που αφορούσαν όχι μόνο την περίπτωση του Ενάγοντα, αλλά και άλλες δύο περιπτώσεις που καταγράφονται στο διορθωτικό δημοσίευμα. Αυτό καταδεικνύει ότι δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ή ότι δεν ήταν γνώστης του αντικειμένου για το οποίο αρθρογραφούσε. Δεν είχε σκοπό να στοχοποιήσει τον Ενάγοντα, αλλά ο αριθμός των λαθών στο δημοσίευμα παραπέμπει σε απροσεξία ενόψει της ανάγκης του να δημοσιεύσει ειδήσεις ως επακόλουθο της δημοσίευσης της λίστας. Σκοπός της έρευνάς του, ήταν να μάθει ποια πρόσωπα ήταν πίσω από τις εταιρείες καταγραμμένες στη λίστα. Η δικαιολογία ότι δεν είχε βρει κανένα από τα πρόσωπα αυτά για σχόλια εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν αργία, δεν είναι πειστικό. Εάν σκοπός του ήταν να δημοσιεύσει κάτι για να ενημερωθεί σωστά το κοινό, τότε η μία ημέρα επιπρόσθετη για να εξακριβώσει τις πληροφορίες του ή να διασταυρώσει τα γεγονότα, δεν ήταν μεγάλη θυσία και δεν θα προκαλούσε πρόβλημα στην ειδησιογραφία της εποχής. Δεν πείθει ότι άσκησε την απαιτούμενη επιμέλεια υπό τις περιστάσεις ώστε να εξακριβώσει τα γεγονότα προτού δημοσιεύσει το άρθρο. Το γεγονός ότι η εφημερίδα έσπευσε να συντάξει διορθωτικό άρθρο για τα λάθη του ΜΥ1, είναι απόδειξη του γεγονότος ότι δεν ήταν προσεκτικός με τα γεγονότα. Οι τίτλοι που χρησιμοποίησε για το άρθρο τόσο στο πρωτοσέλιδο, όσο και στη σελίδα του άρθρου, είχαν σκοπό να κεντρίσουν την προσοχή του κοινού και όχι να τον πληροφορήσουν σωστά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο συντάκτης είχε δεύτερο σκοπό με τη δημοσίευση του άρθρου, ήτοι να ενημερώσει το κοινό για τα πρόσωπα πίσω από τις εταιρείες που είχαν κάνει τις εκροές πριν το κούρεμα. Παρόλο ότι η έρευνα του υπήρξε πρόχειρη και μη ικανοποιητική, γίνεται πιστευτός ότι δεν είχε στόχο να πλήξει τον Ενάγοντα ειδικά και αυτό αποδεικνύεται από τις διορθώσεις που έγιναν επί του δημοσιεύματος στις 03/04/2022 εις το οποίο η εφημερίδα απέσυρε ισχυρισμό της ότι ο Ενάγοντας έχει σχέση με την εταιρεία Ated Investment που είχε αποσύρει τα 49.000.
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
- Δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε έλεγχος του Ενάγοντα από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους σε σχέση με τις φορολογικές του υποχρεώσεις εξαιτίας του δημοσιεύματος. Δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική θετική μαρτυρία, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δημοσιεύματος και του φορολογικού ελέγχου.
- Δεν γίνεται αποδεκτό ότι ο Ενάγοντας δεν γνώριζε κατά πόσο είχαν αποσυρθεί χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της εταιρείας του One World (client accounts) εφόσον δημιουργήθηκε τέτοια αναστάτωση στον ίδιο εξαιτίας της λίστας εκροών που δημοσιεύθηκε και του δημοσιεύματος.
- Το δημοσίευμα είναι ένα, παρ' όλο ότι επεκτείνεται στην τρίτη σελίδα της εφημερίδας από το πρωτοσέλιδο με διάφορους τίτλους και υποτίτλους. Με τη μαρτυρία του Ενάγοντος, αναφέρθηκε ότι έκανε έρευνα για να εντοπίσει τη διαδικτυακή εκδοχή του δημοσιεύματος (Τεκμήριο 6). Δεν ανέφερε στην κυρίως εξέταση ότι υπήρχαν δύο δημοσιεύματα και η έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται σε ένα δημοσίευμα. Ως εκ τούτου επειδή πρόβαλε θετικά τη θέση ότι επρόκειτο για ένα δημοσίευμα ενιαίο που επεκτείνεται σε άλλη σελίδα του δημοσιεύματος, η θέση ότι ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε για το Τεκμήριο 6, είναι άστοχο επιχείρημα.
- Η έρευνα του ΜΥ1 για να διαπιστώσει τα πρόσωπα πίσω από τις εταιρείες στη λίστα των εκροών, υπήρξε πρόχειρη και επιπόλαιη. Δεν επιμελήθηκε ορθά το άρθρο και δεν είχε στοιχειώδεις γνώσεις να γνωρίζει ότι εάν μία λέξη της εταιρείας διαφέρει από την άλλην εταιρεία πρόκειται για διαφορετική νομική οντότητα και έτσι τα πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες της πρώτης εταιρείας, δεν είναι κατ' ανάγκη οι ιδιοκτήτες και της δεύτερης εταιρείας. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ενημερωθεί ορθά με τα σωστά γεγονότα το κοινό και ο στόχος του να ενημερώσει το κοινό για θέμα της επικαιρότητας, δεν επιτεύχθηκε.
- Δεν υπήρχε κακοβουλία, δηλαδή κίνητρο του ΜΥ1 να στοχοποιήσει τον Ενάγοντα. Το λάθος του ΜΥ1 οφείλεται σε απροσεξία και άστοχο ζήλο. Μίαν ημέρα μετά το δημοσίευμα, η εφημερίδα διόρθωσε τα λάθη, εξέθεσε τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τον Ενάγοντα και έθεσε το ζήτημα στη σωστή του διάσταση με τον τίτλο «Ελεγκτές: Συνήθεις πράξεις των πελατών μας». ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ Θα επιχειρήσω να εξετάσω το επίδικο δημοσίευμα, διά να αποφανθώ ποια είναι η ερμηνεία των λέξεων που αποτυπώνονται σ' αυτό και κατά πόσο η δημοσίευση αυτού στην εφημερίδα, είχε ως αποτέλεσμα να δυσφημίζουν τον Ενάγοντα. Αντιλαμβάνομαι ότι είμαι κριτής αυτού του ζητήματος, όμως θα πρέπει να αποφασίσω κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα αντιλαμβανόταν το δημοσίευμα να έχει ερμηνεία δυσφημιστική για τον Ενάγοντα. Λαμβάνω υπόψη μου ότι εις το επίδικο δημοσίευμα, γίνεται αναφορά στον Ενάγοντα ονομαστικά και ότι το όνομα του συνδυάζεται με συγκεκριμένες εταιρείες και πράξεις. Λαμβάνω υπόψη μου ότι κατά τον επίδικο χρόνο της δημοσίευσης, ως τα παραδεκτά γεγονότα παράγραφος 9 α και β της έκθεσης απαιτήσεως, είχε δημιουργηθεί οικονομικό πρόβλημα στο κράτος με κίνδυνο τη χρεωκοπία ως αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων και υπήρχε ανάγκη χρηματοδότησης του κράτους από την Ευρωπαϊκή Ένωση ύψους €20.000.000.
- Ένα ποσό των €7.500.000.000 ήταν αναγκαίο για την ανακεφαλαιοποίηση δύο τουλάχιστον τραπεζών. Το κράτος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την πιο πάνω χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα να υπάρξει απομείωση των καταθέσεων στις εν λόγω τράπεζες ολοκληρωτικά και/ή εν μέρει και να εισαχθεί μηχανισμός εξυγίανσης των δύο τραπεζών που οδήγησε στο κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας και μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων στην Τράπεζα Κύπρου και άλλων τραπεζών του εξωτερικού. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι σημαντικά, διότι καθορίζουν τα πλαίσια και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε δημοσιευτεί το εν λόγω δημοσίευμα. Ο τρόπος της δημοσίευσης του άρθρου και τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται οι λέξεις του συγκεκριμένου δημοσιεύματος και που γνώριζε ο συντάκτης ότι τα ζητήματα της επικαιρότητας θα επηρέαζε το κοινό, είναι σχετικά ώστε να αποδοθεί στις λέξεις του δημοσιεύματος δυσφημιστική ερμηνεία. (βλ. Smith v. Walker 1912 S.C. 224 at 228). To ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε περίπου δύο εβδομάδες μετά την απομείωση των καταθέσεων και το κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας, διαμορφώνει το σκηνικό που ο συντάκτης του εγγράφου γνώριζε ότι θα επηρέαζε τον λογικό αναγνώστη του κειμένου του δημοσιεύματος. Το αντικείμενο του δημοσιεύματος, ήταν οι εκροές καταθέσεων από τη Λαϊκή Τράπεζα μία ή περισσότερες ημέρες πριν από τη συνεδρία του Eurogroup την 15/03/
- Οι επικεφαλίδες του δημοσιεύματος «Ποιοι έκρυψαν εκατομμύρια και προπέτασμα καπνού από λογιστές -ελεγκτές για εκροές 700 εκατομμυρίων» δίνουν το στίγμα του δημοσιεύματος το οποίο καταπιάνεται με ' «γνωστούς ελεγκτές και γραφεία» πίσω από τις εταιρείες που είχαν κάνει τις εκροές. Και επειδή το δημοσίευμα αφορά έρευνα του αρθρογράφου που αφορά τα πρόσωπα πίσω από τις εταιρικές οντότητες που είναι γνωστοί, θα πρέπει να αποδοθεί στα γνωστά πρόσωπα αυτά ότι με κάποιον τρόπο έκαναν τις εκροές πίσω από τις εταιρικές οντότητες υπό την κάλυψη των εταιρικών οντοτήτων. Παρόλο ότι οι επικεφαλίδες του δημοσιεύματος παραπέμπουν σε κάτι το μεμπτό, ήτοι της συγκάλυψης των εκροών υπό των συνθηκών των ημερών ως δραστηριότητα που είναι μεμπτή και που κατ' ανάγκη πρέπει να συγκαλύπτεται κάτω από τον εταιρικό μανδύα, δεν φαίνεται να διατηρείται ή να αναδύεται από το κείμενο στο σύνολο του η πρώτη αυτή εντύπωση που δημιούργησε ο τίτλος του άρθρου. Το κριτήριο για το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι αντικειμενικό και δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποκειμενική πρόθεση του συγγραφέα του δημοσιεύματος. Το κριτήριο, το οποίο εφαρμόζεται και που εστιάζεται στην πλούσια νομολογία του Κοινοδικαίου, είναι κατά πόσο λογικοί άνθρωποι που έχουν διαβάσει το επίδικο δημοσίευμα, κάτω από τις συνθήκες που έχει δημοσιευτεί, θα το ερμήνευαν με τρόπο που να είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα Gatley on Libel and Slander, Sweet & Maxwell, Sixth Edition, Chapter 3 Interpretation, par. 88 Objective Test. Ο λογικός άνθρωπος, είναι ο άνθρωπος που έχει γενικές γνώσεις για τον κόσμο και το περιβάλλον του αλλά δεν έχει οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις πάνω στις οποίες θα μπορούσε να βασιστεί για να ερμηνεύσει τις λέξεις ή τον συνδυασμό των λέξεων που αναφέρονται στο δημοσίευμα πιο πάνω. Η ερμηνεία που θα αποδοθεί στο δημοσίευμα, είναι πάντοτε πραγματικό εύρημα και εξαρτάται από τη γενική εντύπωση που δημιουργείται απ' αυτό στον λογικό αναγνώστη. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ποια είναι η ρητή και φυσική ερμηνεία των λέξεων στο σύνολό τους. Θα πρέπει να συγκεντρωθεί στη γενική σημασία του δημοσιεύματος και να αποφύγει τη νομικίστικη και αποσπασματική εξέταση των λέξεων που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα. Θα πρέπει να λάβει υπόψη του, όλους τους σχετικούς παράγοντες που έχουν σχέση με τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου, είτε αυτοί οι παράγοντες διαπιστώνονται από το ίδιο το δημοσίευμα ή από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους διάδικους. Στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντάχθηκε το άρθρο. Επίσης, έλαβα υπόψη μου το σύνολο του άρθρου και όχι μόνο τα αποσπάσματα, τα οποία καταγγέλλει ο Ενάγοντας ότι είναι δυσφημιστικά γι' αυτόν. Στις αποφάσεις Australian Newspaper Company v. Bennet [1894] 2 AC 284 και Speidel v Plato Films Ltd [1960] AC 1090, Αγγλικό Δικαστήριο επεξήγησε ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη όλο το δημοσίευμα ή το έργο, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί ποια θα ήταν η γνώμη του λογικού ανθρώπου σε σχέση με τα επίδικα αποσπάσματα. Εξάλλου, δεν είναι ορθή η εισήγηση ότι στην περίπτωση που υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες στις λέξεις, η μία που είναι δυσφημιστική και η άλλη ερμηνεία που να μην είναι δυσφημιστική, το Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να αποδεχτεί τη μη δυσφημιστική ερμηνεία. Το Δικαστήριο, έχει πάντοτε το καθήκον να αποφασίσει ποια είναι η μία και σωστή ερμηνεία των λέξεων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει και το ενδεχόμενο μίας άλλης ερμηνείας. Η ορθή θέση είναι, όπως επεξηγείται στην αγγλική απόφαση Newstead v. London Express Ltd [1940] 1KB.397, ότι στην περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του επίδικου δημοσιεύματος, είναι πάντοτε ρόλος των ενόρκων να αποφασίσουν κατά πόσο θα επικρατήσει η ερμηνεία η οποία είναι δυσφημιστική. Στην Κύπρο, ο διαχωρισμός μεταξύ του καθήκοντος του Δικαστή να αποφασίσει κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα θα μπορούσε να εκληφθεί από τον λογικό άνθρωπο ως δυσφημιστικό (question of law) και το καθήκον των ενόρκων να αποφασίσουν κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα θα εκληφθεί από τον λογικό άνθρωπο ως δυσφημιστικό (question of fact) είναι θεωρητικό, διότι ο επαγγελματίας Δικαστής εκτελεί και τα δύο καθήκοντα. Στην αγγλική απόφαση Slim v. Daily Telegraph Ltd
(1968)1 All E.R. 497 γίνεται αναφορά στους δύσκολους και τεχνικούς κανόνες του αστικού αδικήματος του λιβέλου που κάποτε περιπλέκουν το καθήκον του Δικαστή να αποφασίσει με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής σε σχέση με την ορθή ερμηνεία του επίδικου δημοσιεύματος: «If this protracted exercise in logical positivism has resulted in our reaching a conclusion as to the meaning of either letter different from the first impression which we formed on reading it , the conclusion reached is unlikely to reflect the impression of the plaintiff's character or conduct which was actually formed by those who read the letters in their morning newspaper in 1961.[Diplock] Words are imprecise instruments for communicating the thoughts of one man to another .but the notion that the same words should bear different meanings to different men and that more than one meaning should be 'right' conflicts with the training of a lawyer.for lawyers the major premise is that any particular combination has one meaning .and is capable of ascertainment as being the 'right' meaning by the adjudicator to whom the law confides the responsibility of determining it.When libel tried by judge it is he who has to arrive at a single right meaning as the natural and ordinary meaning of the words complained of.It would be carrying artificiality too far for a judge to ask himself not only ' What is the natural and ordinary meaning in which the words would be understood by reasonable men to whom they were published?' but also the further question ' could reasonable men understand them as bearing that meaning?.' (ελεύθερη μετάφραση) «Είναι αβέβαιο κατά πόσο η ενδελεχής εξέταση του κειμένου θα μας οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνεία της επιστολής σε σύγκριση με την άποψη που σχηματίσαμε όταν διαβάσαμε την επιστολή για πρώτη φορά. Αυτό το οποίο είναι βέβαιο, είναι ότι τα συμπεράσματα μας δεν θα πρέπει να αναθεωρηθούν σε σχέση με την εντύπωση που δημιουργήθηκε στους αναγνώστες που διάβασαν την πρωινή εφημερίδα το 1961 για τον χαρακτήρα και συμπεριφορά του Ενάγοντα. Οι λέξεις δεν μπορούν με ακρίβεια να μεταφέρουν τις σκέψεις ενός ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, αλλά η θέση ότι οι ίδιες λέξεις θα πρέπει να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους και ότι δεν υπάρχει η «ορθή» ερμηνεία των λέξεων, έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές τις οποίες μαθαίνει ο δικηγόρος για τους δικηγόρους, η αρχή που οδηγεί τη σκέψη τους είναι ότι οποιοσδήποτε συνδυασμός λέξεων έχει μίαν ερμηνεία και αυτή η ερμηνεία μπορεί να διαπιστωθεί και είναι καθήκον του κριτή να την διαπιστώσει. Όταν ο λίβελλος δικάζεται μόνο από Δικαστή, είναι αυτός ο οποίος θα πρέπει να αποφασίσει ποια είναι η φυσική και συνηθισμένη ερμηνεία των λέξεων που καταγγέλλονται από τον Ενάγοντα. Θα ήταν αφύσικο για έναν Δικαστή να ρωτάει τον εαυτό του όχι μόνο «ποια είναι η φυσική και συνηθισμένη ερμηνεία των λέξεων τα οποία προκύπτουν από το επίδικο δημοσίευμα με βάση την αντίληψη λογικών ανθρώπων» αλλά και το ερώτημα «κατά πόσο οι λογικοί άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν αυτήν την αντίληψη σε σχέση με εκείνη την ερμηνεία». Το άρθρο 17(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί τα ακόλουθα: 17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoίαν υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τoν λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτήν υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoίαν στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτήν ή vα δημoσιεύσει αυτήν για τov Εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ Εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov Εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)δυσφήμιση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘, αρκεί αv τo vόημα αυτό και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτήν τηv ίδια τη δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. Στην περίπτωση του άρθρου 17, ο Ενάγοντας δεν έχει το βάρος να αποδείξει ότι τα λόγια ήταν ψευδή, αλλά στην περίπτωση που το νόημα τους ήταν δυσφημιστικό ως προνοούν οι πρόνοιες του άρθρου 17, τότε εναπόκειται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι τα λόγια αυτά αληθεύουν για το πρόσωπο του Ενάγοντα, για πλήρη Υπεράσπιση κατά του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Είναι κατανοητό από την έκθεση απαίτησης, ότι ο Ενάγοντας έχει εκθέσει γεγονότα για να στηρίξει απαίτηση βασιζόμενη στις πρόνοιες του άρθρου 17 και συγκεκριμένα ότι τα συγκεκριμένα αποσπάσματα του δημοσιεύματος που αφορούν τον Ενάγοντα είναι δυσφημιστικά, ενόψει των γεγονότων που αφορούν την απομείωση των καταθέσεων που καταγράφονται στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαιτήσεως και ότι το δημοσίευμα απέδωσε στον Ενάγοντα αυτά που καταγράφονται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαιτήσεως, ως ακολούθως: (α) Ότι ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος σε διαπλοκή μέσω της θέσης του λογιστή/ελεγκτή, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του και/ή ότι δεν ασκούσε ορθά τα καθήκοντα του και/ή ότι έβγαζε κέρδος μέσω της ιδιότητας του ως λογιστής και ελεγκτής υπεράκτιων εταιρειών σε βάρος του δημοσίου και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) Ότι ήταν ανέντιμος και/ή εξυπηρετούσε προσωπικά συμφέροντα και ότι απέκρυψε λεφτά τα οποία δολίως φυγάδευσε στο εξωτερικό για να αποφύγει το κούρεμα. (γ) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά κατά τρόπο νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true or legal innuendo) οι επίδικες λέξεις και/ή το επίδικο δημοσίευμα των Εναγομένων σήμαινε και/ή έγινε αντιληπτό ότι σήμαινε τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. (δ) Ότι ενήργησε παράνομα και/ή είναι φοροδιαφυγάς και σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι είχε συμμετοχή στις πράξεις και παραλείψεις για άλλους ως η παράγραφος 9 ανωτέρω. (ε) Ότι η εταιρεία στην οποίαν αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα σε σχέση με το όνομα του Ενάγοντα είναι δική του. (στ) Ότι παρανομεί και επωφελείται οικονομικά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού της Κύπρου που υποφέρει. (ζ) Ότι ενεργεί ενάντια στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της πατρίδας του/Κύπρου.» Ο Ενάγοντας δεν στηρίζεται μόνο στη φυσική και ρητή ερμηνεία των λέξεων του δημοσιεύματος, αλλά ανέφερε ότι προτίθεται να στηριχθεί σε true innuendo με αναφορά σε γεγονότα που δεν ήταν ευρέως γνωστά στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας. Πλην όμως, επειδή τέτοια γεγονότα που δεν ήταν ευρέως γνωστά στο κοινό δεν έχουν δικογραφηθεί και που θα ήταν απαραίτητο να υποδειχθούν ώστε να υποστηρίζεται ξεχωριστό αγώγιμο δικαίωμα επί της βάσης του αληθινού υπονοούμενου, δεν είναι ανάγκη να ασχοληθώ με αυτήν την πτυχή της αξίωσης του Ενάγοντα. Στον βαθμό που τα γεγονότα στα οποία ο Ενάγοντας στηρίζεται ήταν ευρέως γνωστά στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, ήτοι αυτά που δικογραφούνται στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαιτήσεως, με αποτέλεσμα ο λογικός αναγνώστης να κάνει τους απαραίτητους συνειρμούς ώστε να καταλήξει στη δυσφημιστική ερμηνεία των λέξεων του δημοσιεύματος, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αληθινό υπονοούμενο ώστε να προωθείται ξεχωριστό αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με τη δυσφημιστική ερμηνεία των λέξεων που προκύπτει από τη φυσική και ρητή ερμηνεία των λέξεων του δημοσιεύματος. Κατά συνέπεια θα πρέπει να αποδειχθεί ότι προκύπτει δυσφημιστική ερμηνεία των λέξεων από τη φυσική και ρητή τους σημασία. Λέξεις που επηρεάζουν την υπόληψη του ατόμου στο επάγγελμά του, εργασία του ή την απασχόληση του είναι δυσφημιστικές. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, Sweet and Maxwell Eleventh Edition, Section 4. Words Calculated to Disparage in any Office Profession, Calling Trade or Business pg. [149], επεξηγείται ότι το ορθό κριτήριο για να αξιολογηθεί το δημοσίευμα υπό αυτήν την πτυχή είναι ως ακολούθως: «Even if the words do not relate to qualifications peculiar to the claimant's calling and would not be defamatory if published of others, they are actionable per se if they would be likely adversely to affect his professional reputation (and not merely his private character) in the eyes of reasonable people». (Ελεύθερη μετάφραση) «Ακόμη και εάν οι λέξεις δεν έχουν σχέση με τα ειδικά προσόντα της θέσης του Ενάγοντα και οι συγκεκριμένες λέξεις δεν θα ήταν δυσφημιστικές για άλλα πρόσωπα, θεωρούνται ότι είναι λέξεις δυσφημιστικές για την υπόληψη του Ενάγοντα εάν κοινοποιηθούν σε τρίτο πρόσωπο και επηρεάζουν δυσμενώς την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα του (όχι την υπόληψη του σε σχέση με την ιδιωτική του ζωή) στα μάτια λογικών και αντικειμενικών ανθρώπων». Επίσης σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα «It is defamatory to impute to a man in any office any corrupt ,dishonest or fraudulent conduct or other misconduct or inefficiency in it or any unfitness or want of ability to discharge his duties and this is so whether the office be public or private or whether it be one of profit , honor or trust». βλ. Gatley on Libel and Slander, Sir Robert Mc Ewen, Seventh Edition, Sweet and Maxwell Section 3 paragraph 58 Imputation of unfitness in office). Όταν η δυσφήμιση έχει γίνει σε έντυπη μορφή, ο Ενάγοντας δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ειδική ζημιά στην περίπτωση που τα δυσφημιστικά μηνύματα έχουν επηρεάσει την υπόληψη του ατόμου στο επάγγελμά του. Οπότε πρέπει να εξεταστεί το δημοσίευμα στο σύνολο του για να διαπιστωθεί κατά πόσο επηρεάζεται δυσμενώς η υπόσταση του Ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο εκ της θέσεως του ως λογιστής/ελεγκτής. Το γεγονός ότι το δημοσίευμα έχει προκαλέσει ζημιά στο επάγγελμα του Ενάγοντα, δεν είναι ικανοποιητικό. Για να πετύχει η αξίωση, θα πρέπει ο Ενάγοντας να αποδείξει ότι το δημοσίευμα τον έχει επηρεάσει σε προσωπικό επίπεδο στην υπόληψη του με αποτέλεσμα να επηρεαστεί το επάγγελμά του. A malicious falsehood not defamatory but causing damage may in some circumstances be foundation for an action on the case for damageς but unless the untruth is calculated to injure the reputation and character of the person of whom it is written it cannot give rise to an action for defamation.' (Βλ Griffiths v Benn
(1911)27 T.L.R. 346 CA). Ο Ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τα αναγκαία κριτήρια ικανότητας και τιμιότητας που θα πρέπει να ικανοποιεί κάθε πρόσωπο που λειτουργεί υπό την ιδιότητα του λογιστή/ελεγκτή. Όμως θεωρείται ότι είναι δυσφημιστικού περιεχομένου ένα δημοσίευμα που αποδίδει σε επαγγελματία όπως έναν λογιστή και/ή ελεγκτή ότι δεν εναρμονίζεται με κανονικούς ηθικούς κανόνες που σχετίζονται με τη λειτουργία του συγκεκριμένου επαγγέλματος. (not conversant with normal business ethics Angel v Bushell & Co. [1968] 1 Q.B. 813) There is a very real difference between an allegation of failure to comply with etiquette and a failure to conform with ethical standards, and it is the latter imputation which, in my view, is made by this letter. Ethics involve a moral standard, and, in my judgment, a breach of ethics connotes at a minimum dishonourable behaviour. I think the words complained of, in the context in which they appear, meant that the plaintiff had failed to act honourably in accordance with the standards which respectable business men observe in their dealings with one another. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο το σωστό νόημα του δημοσιεύματος έχει το αποτέλεσμα να αποδίδει στον Ενάγοντα ότι ως λογιστής-ελεγκτής δεν ενήργησε σύμφωνα με κριτήρια τιμιότητας του επαγγέλματος του. Ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε θετική μαρτυρία για να καθιερώσει τα κριτήρια δεοντολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο επάγγελμα ως επικρατούσε τότε, όμως κάλεσε το Δικαστήριο να συμπεραίνει ότι με το να αποδοθεί στον Ενάγοντα ότι διενήργησε την εκροή σχετιζόμενη με την εταιρεία Ated Investment Ltd, έκανε κάτι το μεμπτό. Επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί, κατά πόσο το συγκεκριμένο δημοσίευμα κατά τον χρόνο που είχε δημοσιευθεί, είχε το αποτέλεσμα να εκθέσει το επηρεαζόμενο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη στην κοινωνία στην οποίαν ζει και απασχολείται. Διά να κριθεί το ζήτημα της δυσφήμισης σε σχέση με αυτήν την πτυχή, δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο η επαγγελματική ζωή του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο δεν είναι ανάγκη να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δυσφημιστικό άρθρο είχε το αποτέλεσμα να πλήξει ανεπανόρθωτα την υπόληψη του στους κύκλους της κοινωνίας που είναι γνωστός. Ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Berkoff v. Burchill [1996] 4 All ER 1008, οποιαδήποτε δυσφήμιση που έχει το αποτέλεσμα την κοινωνική απόρριψη και αποστροφή, αποτελεί βάση για αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 17. '. not only is the matter defamatory if it brings the plaintiff into hatred, ridicule, or contempt by reason of some moral discredit on [the plaintiff's] part, but also if it tends to make the plaintiff be shunned and avoided and that without any moral discredit on [the plaintiff's] part 'Defamation shall consist of the publication to a third party of matter which in all the circumstances would be likely to affect a person adversely in the estimation of reasonable people generally.'
(7)In the American Law Institute's Restatement of the Law of Torts (2nd edn, 1977) § 559 the following definition is given: 'A communication is defamatory if it tends so to harm the reputation of another as to lower him in the estimation of the community or to deter third persons from associating or dealing with him.'
(8)In some of the Australian states a definition of 'defamatory matter' is contained in the Code. In the Queensland Criminal Code § 366, the following definition is given: 'Any imputation concerning any person, or any member of his family, whether living or dead, by which the reputation of that person is likely to be injured, or by which he is likely to be injured in his profession or trade, or by which other persons are likely to be induced to shun or avoid or ridicule or despise him .' It will be seen from this collection of definitions that words may be defamatory, even though they neither impute disgraceful conduct to the plaintiff nor any lack of skill or efficiency in the conduct of his trade or business or professional activity, if they hold him up to contempt, scorn or ridicule or tend to exclude him from society. On the other hand, insults which do not diminish a man's standing among other people do not found an action for libel or slander. The exact borderline may often be difficult to define. The plaintiff's action, in which it was pleaded that 'the plaintiff enjoyed an international reputation for dignity . kindliness, intelligence and culture', was struck out by the Supreme Court for New York County but the case was reinstated by the Appellate Division. It was held that the tendency of the article was to disgrace him and bring him into ridicule and contempt. Judge McAvoy said (at 413): 'Any written article is actionable . if it tends to expose the plaintiff to public contempt, ridicule, aversion, or disgrace, or induce an evil opinion of him in the minds of others and deprives him of their society. It is not necessary that words impute disgraceful conduct to the plaintiff. If they render him contemptible or ridiculous, he is equally entitled to redress.' Στην πιο πάνω απόφαση, αναγνωρίσθηκε η αξία του κάθε ανθρώπου ως υποκείμενο σεβασμού και έτσι κάθε δυσφημιστικό γραπτό κείμενο που πλήττει την υπόληψη του ως μέρος της προσωπικότητας του στον βαθμό της κοινωνικής αποστασιοποίησης και αποστροφής, γεννά αγώγιμο δικαίωμα.
(7)In Manning v Hill (A-G for Ontario and ors, interveners)
(1995)126 DLR (4th) 129 the Supreme Court of Canada was concerned with the relationship between the common law action for defamation and the Canadian Charter of Rights and Freedoms. In the course of his judgment, with which the majority of the court agreed, Cory J considered the nature of actions for defamation and the values which require to be balanced. He traced the history of proceedings designed to protect the reputation of an individual (see 126 DLR (4th) 129 at 160). Starting with the provisions of the Mosaic Code, he came to the origins of the modern law of libel arising out of De Libellis Famosis
(1605)5 Co Rep 125a, 77 ER 250. He continued (at 162-163): 'Though the law of defamation no longer serves as a bulwark against the duel and blood feud, the protection of reputation remains of vital importance . reputation is the "fundamental foundation on which people are able to interact with each other in social environments". At the same time, it serves the equally or perhaps more fundamentally important purpose of fostering our self-image and sense of self-worth. This sentiment was eloquently expressed by Stewart J in Rosenblatt v. Baer (
(1966)383 US 75 at 92) who stated: "The right of a man to the protection of his own reputation from unjustified invasion and wrongful hurt reflects no more than our basic concept of the essential dignity and worth of every human being—a concept at the root of any decent system of ordered liberty."' Ο δηλωμένος σκοπός του αρθρογράφου, ήταν να ενημερώσει το κοινό σε σχέση με τα πρόσωπα πίσω από τις εταιρείες που έκαναν εκροές εκατομμυρίων από τις δύο υπό εξυγίανση τράπεζες πριν από τη μοιραία σύσκεψη του Eurogroup εις την οποίαν αποφασίστηκε το κούρεμα καταθετικών τραπεζικών λογαριασμών. Το δημοσίευμα παραπέμπει στη λίστα εκροών που είχε κοινοποιηθεί την προηγούμενη ημέρα και αποδίδεται στον Ενάγοντα, ότι η εταιρεία Ated (Cyprus) βρίσκεται στη λίστα και ότι αυτό είναι το πρόσωπο που πραγματικά έκανε την απόσυρση των €49.000.000 μέσω τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της εταιρείας. Κατατάσσεται στην ίδια ομάδα με άλλο πρόσωπο που απέσυρε από τραπεζικό λογαριασμό κοινό με τη σύζυγό του, το ποσό των €18.000.
- Προς το τέλος της συγκεκριμένης παραγράφου, ασχολείται με τις μεγαλύτερες εκροές χρημάτων της λίστας που κατά τη διαπιστωθείσα έρευνα της εφημερίδας, δεν αφορούν εταιρείες εγγεγραμμένες στον Έφορο Εταιρειών. Στην επόμενη παράγραφο, το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο για τις εκροές εκατομμυρίων που σκοπό έχει την αποκάλυψη των υπαιτίων της λεηλασίας των τραπεζών. Στο επίκεντρο αυτής της έρευνας, είναι οι συμπέθεροι του Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν επεξηγεί το δημοσίευμα γιατί οι εκροές ευθύνονται για τη λεηλασία των τραπεζών, αλλά η σύνδεση των εκροών με το αποτέλεσμα στις δύο τράπεζες, δημιουργεί αρνητικό αντίκτυπο σε σχέση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα αυτού του είδους, εφόσον θα γινόταν κοινοβουλευτικός έλεγχος για τις εκροές εκατομμυρίων. Ενόψει του αποτελέσματος του κουρέματος στις τράπεζες, επικολλάται απροσδιόριστη μομφή για όσους προνόησαν να γλιτώσουν τα χρήματα τους πριν τα γεγονότα επειδή δεν έχουν υποστεί τις συνέπειες που έχουν υποστεί άλλοι καταθέτες στις τράπεζες. Στο πρωτοσέλιδο του δημοσιεύματος, δεν παρατίθενται εκείνα τα γεγονότα αναγκαία ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης τι εννοείται με τη λεηλασία των τραπεζών και γιατί οι εκροές κεφαλαίων προκάλεσαν τη λεηλασία και ο αναγνώστης είναι υπόχρεος να γυρίσει στην τρίτη σελίδα για να ενημερωθεί. Επίσης παρ' όλο ότι αποδίδεται στον Ενάγοντα ότι πραγματοποίησε εκροές διά μέσω εταιρείας, δεν του αποδίδεται κάτι άλλο αρνητικό. Για το θέμα των εκροών, θα γινόταν έλεγχος για να αποκαλυφθεί κατά πόσο είχαν συμβάλει στη λεηλασία των τραπεζών. Επομένως, με μίαν προσεκτική ανάγνωση του κειμένου, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δεν είναι υπό έλεγχο και/ή δεν τον έχει πιάσει η τσιμπίδα του ελέγχου και ότι το θέμα των εκροών, θα μελετηθεί περαιτέρω προκειμένου να γίνουν αποκαλύψεις. Ούτε και μπορεί κάποιος να συμπεραίνει κάτι άλλο για τη δραστηριότητα του Ενάγοντα να αποσύρει €49.000.000 μέσω της Ated Cyprus χωρίς να εκτεθούν στο δημοσίευμα και άλλα ειδικά γεγονότα που να τον συνδέουν με κάτι το μεμπτό. Χρειάζεται ο αναγνώστης να ανοίξει στη σελίδα 3 του δημοσιεύματος για να ανακαλύψει ποια σημασία έχουν τα ονόματα σε σχέση με τη λίστα που δημοσιεύθηκε των εκροών. Ο τίτλος στη σελίδα 3 «Νομινί έφυγαν τα μεγαλύτερα εμβάσματα λίγο πριν το κράχ» σε συνδυασμό με την πρώτη παράγραφο του δημοσιεύματος στη σελίδα 3, αφήνει να νοηθεί ότι τα ονόματα που φαίνονται να είναι ιδιοκτήτες των εταιρειών σύμφωνα με την έρευνα του δημοσιογράφου, δεν είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες που ήταν ξένοι, αλλά τα ονόματα που έχει αποκαλύψει η έρευνα είναι ελεγκτές των πραγματικών ιδιοκτητών που εμφανίζονται ως αχυράνθρωποι ιδιοκτήτες ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα των πραγματικών ιδιοκτητών. Αυτός είναι ο λόγος που καταγράφεται η πρόταση «Οι νομινοί εκπρόσωποι τους ουσιαστικά τους εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό και την ανωνυμία τους». Στη συνέχεια στη δεύτερη παράγραφο, ο αρθρογράφος κάνοντας χρήση τη λέξη «προφανώς», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η περίπτωση του Ενάγοντα είναι περίπτωση που ενήργησε ως «νομινί» και έτσι ξεκαθαρίζει ότι η εκροή των €49.000.000 που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα, δεν αφορά χρήματα του Ενάγοντα, αλλά απόσυρση χρημάτων που έκανε ο ίδιος (υπό την ιδιότητα του λογιστή των πραγματικών ιδιοκτητών) για λογαριασμό των πραγματικών ιδιοκτητών της εταιρείας που δεν καταγράφονται στον Έφορο Εταιρειών για λόγους ανωνυμίας. Ως προς τους λόγους ανωνυμίας των ιδιοκτητών, δεν γίνεται καμία αναφορά και θα μπορούσε ο αναγνώστης να σκεφτεί διάφορα σκοτεινά σενάρια για τους λόγους και το καθεστώς ανωνυμίας, όμως το δημοσίευμα δεν παραπέμπει σε επιπρόσθετα γεγονότα ώστε κάποιος να αντιληφθεί κάτι το συγκεκριμένο και αντίθετα, το απόσπασμα προκαλεί απορία στον αναγνώστη να διαβάσει όλο το δημοσίευμα για να ανακαλύψει τις απαντήσεις. Με την τρίτη παράγραφο της τρίτης σελίδας, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η περίπτωση του Ενάγοντα, δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις προσώπων που δεν είναι κυπριακές εταιρείες μη εγγεγραμμένες στον Έφορο Εταιρειών. Η τέταρτη παράγραφος, αποκλείει την περίπτωση του Ενάγοντα από την ομάδα των προσώπων στη λίστα που απέσυραν και το τελευταίο ευρώ από τον λογαριασμό τους επειδή είχαν ιδιωτική πληροφόρηση ότι υπήρχε επικείμενος κίνδυνος του κουρέματος. Αντίθετα, εάν συνδυαστεί αυτή η παράγραφος με την παράγραφο που κατονομάζει την εταιρεία Ated Investment σε συνδυασμό με τον Ενάγοντα, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε ιδιωτική πληροφόρηση επειδή έχασε σχεδόν όλο το κεφάλαιο της πλην του ποσού των €49.000.000 που το απέσυρε στις 14/03/
- Δεν αποκλείεται να συνδυαστεί η παράγραφος που αφορά την Ated Investment με την πέμπτη παράγραφο σε σχέση με εταιρείες που εμφανίζουν μεταβίβαση ποσών που αποτελούν συνήθη πρακτική. Το δέος που αναφέρεται ότι προκαλείται, δεν είναι με αναφορά την απόσυρση των χρημάτων, αλλά την ολική καταστροφή της εταιρείας διά της οποίας φαίνεται ότι ο Ενάγοντας ενεργούσε ως ελεγκτής εξαιτίας του ότι η εταιρεία εξακολουθεί να έχει καταθέσεις ύψους €2.000.000.000 στη Λαϊκή Τράπεζα. Οπότε εάν διαβασθεί ολόκληρο το δημοσίευμα που επεκτείνεται από τα πρωτοσέλιδα και παραπέμπει στην τρίτη σελίδα, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας είναι ελεγκτής/λογιστής, αντιπροσωπεύει ως Nominee μίαν εταιρεία που οι πραγματικοί της ιδιοκτήτες παραμένουν ανώνυμοι διότι έτσι επιθυμούν και που απέσυρε για λογαριασμό της εταιρείας €49.000.000 στις 14/03/2013 με αποτέλεσμα αυτό το ποσό να γλιτώσει από το κούρεμα. Η περίπτωση αυτή διαφέρει και διακρίνεται από τις περιπτώσεις όπου υπήρχε ιδιωτική πληροφόρηση ότι επίκειται κούρεμα των καταθετικών λογαριασμών της Λαϊκής Τράπεζας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο, ακόμα και μέσα στο κλίμα του οικονομικού πανικού που προκάλεσε το κούρεμα, μπορεί να αποδοθεί στον Ενάγοντα η ερμηνεία ότι υπό την ιδιότητα του ως ελεγκτής ήταν εμπλεκόμενος στη διαπλοκή, ότι εξυπηρετούσε προσωπικά συμφέροντα, ότι ενεργούσε παράνομα ως φοροφυγάς και ότι παράνομα επωφελήθηκε οικονομικά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού της Κύπρου. Η απάντηση στο ερώτημα είναι όχι. Εάν κάποιος διάβαζε μόνο τις επικεφαλίδες στα πρωτοσέλιδα, αναπόφευκτα το μυαλό του θα στρεφόταν σε σκοτεινές χρηματικές συναλλαγές και ξέπλυμα χρήματος. Όμως για να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας είναι εμπλεκόμενος στην υπόθεση που αφορά τις λίστες των εκροών, αναπόφευκτα θα πρέπει να διαβάσει το δημοσίευμα και μετά να ενημερωθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και θα πρέπει να διαβάσει ολόκληρο το δημοσίευμα. Το να συμπεραίνει ο αναγνώστης με αναφορά τα συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούν τον Ενάγοντα ως ελεγκτής που ενεργούσε εκ μέρους του πελάτη του που θέλει να είναι ανώνυμος και να γλιτώσει ένα μικρό μέρος της περιουσίας της εταιρείας, μίαν ημέρα πριν αποφασιστεί το κούρεμα ότι ο Ενάγοντας ήταν εμπλεκόμενος στη διαπλοκή και ότι παράνομα επωφελήθηκε σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού της Κύπρου, είναι παρατεταμένη ερμηνεία του δημοσιεύματος. Οι ίδιες οι λέξεις στο σύνολο τους με βάση τη φυσική και ρητή ερμηνεία των λέξεων, δεν φτάνουν σε τέτοιο συμπέρασμα και ο μόνος τρόπος που ο λογικός άνθρωπος θα κατέληγε σε τέτοιο συμπέρασμα ακόμη και μέσα στο οικονομικό κλίμα του πανικού των ημερών, είναι εάν γνώριζε εξωγενή γεγονότα σε σχέση με τις δραστηριότητες του Ενάγοντα. Ναι, το δημοσίευμα προκαλεί κάποιον να σκεφτεί διάφορα και του δημιουργεί ερωτηματικά, αλλά είναι αδύνατον κάποιος να καταλήξει στις δυσφημιστικές ερμηνείες πιο πάνω στη βάση μόνο του περιεχομένου του δημοσιεύματος. Αντίθετα, υπάρχουν στοιχεία εντός του δημοσιεύματος που καταδεικνύουν ότι ο Ενάγοντας εάν όντως ήταν εκείνος που απέσυρε τα €49.000.000 εκ μέρους των πελατών του, σωστά έπραξε ως λογιστής για να αποφύγει την ολική καταστροφή της εταιρείας και ο υπότιτλος στην τρίτη σελίδα του δημοσιεύματος «καταστροφή για εταιρεία με 2.000.000.000 στη Λαϊκή Παραμονή του κλειδώματος της.έβγαλε 49.000.000», ενισχύει την εικόνα ότι ορθά έπραξε για να αποφύγει τα χειρότερα. Το Δικαστήριο οφείλει να απορρίψει ερμηνείες του δημοσιεύματος «which can only emerge as the product of some strained or forced or utterly unreasonable interpretation» Nevill v. Fine Arts Co [1897] A.C.
- H διαχωριστική γραμμή μεταξύ της περίπτωσης που ο αναγνώστης οδηγείται σε υποψία ή εικασία σε σχέση με κάτι το μεμπτό, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που τα λόγια του δημοσιεύματος τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έγινε κάτι το μεμπτό, δεν είναι πάντα εύκολο να τεθεί. Επί παραδείγματι, στην αγγλική υπόθεση Capital and Counties Bank v. Henry
(1882)7 A.C. 741, ιδιοκτήτες ζυθοποιείου είχαν προσωπικές διαφορές με τον διευθυντή της τράπεζας και απέστειλαν στους πελάτες τους σημείωση που κατέγραφε τις ακόλουθες λέξεις «Messrs.....hereby give notice that they will not receive in payment cheques drawn on any of the branches of the Capital and Counties». Η τράπεζα τους κίνησε αγωγή για δυσφήμιση και επικαλέστηκαν ότι η σημείωση είχε προκαλέσει εκροές καταθέσεων, διότι απέδιδε στην τράπεζα ότι δεν ήταν φερέγγυα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι λέξεις δεν είχαν τέτοια σημασία φυσιολογικά και ρητώς και το innuendo που επικαλέστηκε η Ενάγουσα τράπεζα, δεν ήταν λογικό συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να καταλήξει ο λογικός αναγνώστης του σημειώματος. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να παραπέμψει την υπόθεση στους ενόρκους, επειδή οι λέξεις δεν θα μπορούσαν να είχαν τέτοια σημασία χωρίς αναφορά σε επιπρόσθετα γεγονότα, ώστε το συμπέρασμα λογικά να προκύπτει από τις συγκεκριμένες λέξεις. Το ίδιο συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση. Ένας αναγνώστης θα μπορούσε να κάνει την εικασία ότι ο Ενάγοντας ως λογιστής, είχε πελάτες που εξυπηρετούσε οι οποίοι ήταν αμφιβόλου χαρακτήρα εφόσον θέλησαν να παραμείνουν ανώνυμοι στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει τη σκέψη, ότι τα χρήματα στους λογαριασμούς δεν ήταν καθαρά και νόμιμα, αλλά κανείς λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να καταλήξει με ασφάλεια σε τέτοιο συμπέρασμα με αναφορά μόνο τις λέξεις του δημοσιεύματος. Η περίπτωση έχρηζε στην καλύτερη των περιπτώσεων, περισσότερης διερεύνησης και ένα σίγουρα νόημα που προκύπτει από το δημοσίευμα, είναι ότι στην περίπτωση του Ενάγοντα ακόμη και με όλα τα λάθη που είχαν γίνει με το όνομα της εταιρείας, υπήρχε αθώα και νόμιμη εξήγηση αφού διερευνηθεί η περίπτωσή του. Κανείς δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας ασχολείται με ξέπλυμα βρόμικου χρήματος ότι ήταν κάτοχος εμπιστευτικών πληροφοριών για επικείμενο κούρεμα ή ότι καταστρατηγούσε τα συμφέροντα της χώρας του με αναφορά το δημοσίευμα. Αντίθετα είναι ανοιχτό να συμπεραίνει κάποιος, ότι ο Ενάγοντας προνόησε έστω και την ύστατη στιγμή να σώσει λίγα κεφάλαια συγκεκριμένης εταιρείας από ολοκληρωτική καταστροφή ενόψει του ποσού χρημάτων που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό της Λαϊκής Τράπεζας. Δεν αγνοώ ότι ο ΜΥ1 ενήργησε επιπόλαια και μη επαγγελματικά, εφόσον εξέθεσε στο δημοσίευμα του λανθασμένα και μη επιβεβαιωμένα γεγονότα για θέμα που δεν γνώριζε καλά και δεν ήταν καταρτισμένος κατάλληλα να αξιολογήσει τις πληροφορίες που βρήκε στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών. Τα λάθη του δημοσιογράφου έτυχαν διόρθωσης και σωστής πληροφόρησης την επόμενη μέρα του δημοσιεύματος. Το μόνο παράπονο που θα μπορούσε να έχει ο Ενάγοντας από το εν λόγω δημοσίευμα, είναι ότι ως λογιστής εξυπηρετούσε τους πελάτες του και ότι εκ μέρους τους είχε αποσύρει χρήματα ενδεχομένως, διότι είχε τη σύνεση να αντιληφθεί ότι θα γινόταν κούρεμα των καταθέσεων. Η λίστα των εκροών από τις τράπεζες Τεκμήριο 11, είναι μεγάλη. Αυτοί που απέσυραν μεγάλο ποσό χρημάτων ήταν πάρα πολλοί και δεν είναι δυνατόν να είχαν όλοι προνομιακή πληροφόρηση. Ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για το κράτος να καλύψει το έλλειμα των τραπεζών. Δεν θα χρειαζόταν εμπιστευτική πληροφόρηση κάποιος να αντιληφθεί ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με τις τράπεζες της Κύπρου και να αποφασίσει πριν είναι αργά, να μετακινήσει τα χρήματα του αλλού. Το ότι αποδίδεται στον Ενάγοντα ότι αυτός έκανε κάτι τέτοιο για τους πελάτες του που είχαν πολλά χρήματα, που ούτως η άλλως πιθανόν να έγινε στην αλήθεια μέσω του λογαριασμού πελατών της One World, δεν επιφέρει δυσφημιστική ερμηνεία στο κακογραμμένο δημοσίευμα που συνέταξε ο ΜΥ1. Η δυσφορία του Ενάγοντα ότι το όνομα του συνδέθηκε με εταιρεία με την οποίαν δεν είχε καμία σχέση είναι κατανοητή, αλλά η ταλαιπωρία και η σύγχυση που προκάλεσε το λάθος, δεν είχε ζημιά στην υπόληψη του και ως εκ τούτου αγωγή που βασίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας αναγκαστικά αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Η εφημερίδα ανακάλεσε και διόρθωσε το αρχικό της δημοσίευμα. Θα ανέμενε κανείς ότι μετά από τον πρόχειρο και επιπόλαιο τρόπο που ενήργησε ο ΜΥ1 ότι η διόρθωση θα ομοίαζε περισσότερο με απολογία που θα έπρεπε να εμφανίζεται σε περίοπτο μέρος της εφημερίδας. Ο σκοπός μίας απολογίας, είναι να κατευνάσει τον Ενάγοντα και να τον προφυλάξει από συνέπειες που δυνατόν να προκλήθηκαν από το δημοσίευμα. Η εφημερίδα δεν έκανε αρκετά και η ανέμελη αδιαφορία του ΜΥ1 να σπεύσει να διορθώσει τα πράγματα ενώ ευθύνεται για την ταλαιπωρία που προκάλεσε, είναι χαρακτηριστική. Δεν έγινε προσπάθεια απολογίας ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ώστε να αποφευχθεί ταλαιπωρία και οδύνη που εν τέλει οφείλεται στο λάθος του ΜΥ1 και ως αποτέλεσμα αυτού, δαπανήθηκε αχρείαστα χρόνος του Δικαστηρίου και έξοδα. Ορθά εγκατέλειψε ο ευπαίδευτος συνήγορος την Υπεράσπιση της αλήθειας και της εύλογης κριτικής επί γεγονότων που εν τέλει αποδείχθηκαν ότι ήταν λανθασμένα. Όμως σωστά υπέδειξε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων αντεξεταζόμενος τον ΜΥ1, ότι ενώ η εφημερίδα διόρθωσε το λάθος με μεταγενέστερο δημοσίευμα, η εφημερίδα πρόβαλε δικογραφημένη Υπεράσπιση με την οποίαν ισχυρίστηκε, ότι τα γεγονότα του δημοσιεύματος ήταν αληθινά με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αχρείαστα έξοδα και απώλεια δικαστικού χρόνου. Ως εκ τούτου τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ των Εναγομένων όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €2.000-10.000. (Υπ.)........... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο