Κ. Μ. κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 891/19, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 891/19 Ημερομηνία: 31/01/2023 Μεταξύ:
- Κ. Μ., από την Ελλάδα
- Α. Μ., από τη Νορβηγία Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Κ. Μάμαντος Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Γ. Τσαρδελλής Αίτηση ημερομηνίας 15/04/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες Αιτητές καταχώρησαν αγωγή κατά των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και ζητούν την έκδοση αναγνωριστικής φύσεως διατάγματα που να αφορούν την εγκυρότητα δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 21/12/
- H αξίωση τους περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να αναγνωρίζεται πως η "ειδοποίηση αλλαγής επιτοκίου" ημερομηνίας 09/01/2009 που απεστάλη στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους είναι παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην αρχή της διαφάνειας και/ή αντισυμβατική αφού αυτή απεστάλη προς τους Ενάγοντες κατά τρόπο μη προβλεπόμενο και/ή μη ενδεδειγμένο στη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 21/12/2006». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην αρχή της διαφάνειας και η οποία προβλέπει τη μονομερή εκ μέρους των Εναγομένων αύξηση των επιτοκίων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των Εναγόντων». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην Αρχή της Διαφάνειας και η οποία προβλέπει πως για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες ημέρες έχει ο κάθε ένας μήνας, αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου, διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην Αρχή της Διαφάνειας και η οποία προβλέπει πως κατά την πρόωρη αποπληρωμή του ως άνω συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 από τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν προς τους Εναγομένους οποιουδήποτε δεδουλευμένους τόκους, προμήθειες, δικαιώματα και άλλα έξοδα η φύση και/ή το είδος και/ή το ύψος των οποίων δεν καθορίζεται και/ή δεν προβλέπεται και/ή δεν προσδιορίζεται από το ως άνω συμβόλαιο ημερομηνίας 21/12/2006, ο δε τελικός προσδιορισμός όλων των ανωτέρω ποσών αφήνεται στην απόλυτη κρίση των Εναγομένων». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην Αρχή της Διαφάνειας και/ή της Καλής Πίστης και η οποία προβλέπει πως οι Ενάγοντες συμφωνούν να καταβάλουν προς τους Εναγόμενους, όταν τους ζητηθεί, όλες τις δαπάνες, επιβαρύνσεις και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων, τα οποία υφίσταται η τράπεζα σε σχέση με τη σύνταξη, εκτέλεση και εφαρμογή σε σχέση με το συμβόλαιο ημερομηνίας 21/12/2006». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην Αρχή της Διαφάνειας και/ή της Καλής Πίστης και η οποία προβλέπει πως οι Εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να μεταβάλλουν μονομερώς το επιτόκιο χωρίς σοβαρό και/ή προβλεπόμενο υπό του ως άνω συμβολαίου λόγου». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην Αρχή της Διαφάνειας και/ή της καλής πίστης και η οποία προβλέπει πως οι Εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν άμεση εξόφληση του δανείου και/ή οποιουδήποτε υπολοίπου, μαζί με όλους τους τόκους, προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην αρχή της διαφάνειας και/ή της καλής πίστης και η οποία προβλέπει πως οι Εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν άμεση εξόφληση του δανείου και/ή οποιουδήποτε υπολοίπου, μαζί με όλους τους τόκους, προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και/ή αντιβαίνουσα στην αρχή της διαφάνειας και/ή της καλής πίστης και η οποία προβλέπει πως κάθε απαίτηση ή ειδοποίηση βάσει του ως άνω συμβολαίου θα θεωρείται ότι έχει γίνει επαρκώς αν αποσταλεί από τους Εναγόμενους με συστημένο ταχυδρομείο ή μέσω τηλεομοιότυπου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόντων και θα τεκμαίρεται ότι έχει παραληφθεί από τους Ενάγοντες εν ευθέτω χρόνο μετά την αποστολή της αν έχει σταλεί ταχυδρομικώς ή αμέσως αν έχει αποσταλεί με τηλεομοιότυπο». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να ακυρώνεται η ρήτρα του συμβολαίου ημερομηνίας 21/12/2006 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ως τιμωρητική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστική και η οποία προβλέπει πως το ως άνω συμβόλαιο θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται με βάση το Δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς όμως επηρεασμό του δικαιώματος των Εναγομένων να κινήσουν αγωγή εναντίον των Εναγόντων σε Δικαστήριο οποιασδήποτε άλλης χώρας». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να δηλώνεται πως ένεκα αντισυμβατικών και/ή παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή δόλιων ενεργειών και/ή αμέλειας των Εναγομένων και κατά παράβαση των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι προκάλεσαν στους Ενάγοντες ζημιές τις οποίες είναι υπόχρεοι να αποκαταστήσουν». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι αντισυμβατικά και/ή παράνομα και/ή κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστικά προέβαιναν και/ή εξακολουθούν να προβαίνουν σε μη νόμιμη κεφαλαιοποίηση τόκων και/ή σε κεφαλαιοποίηση τόκων πέραν των συμφωνημένων προνοιών για ένα έτος και/ή σε χρεώσεις τόκων, εξόδων, δαπανών και άλλων ποσών ως και σε τόκους υπερημερίας των λογαριασμών των Εναγόντων που τηρούνται από τους Εναγομένους». «Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) και/ή καταχρηστικά αρνήθηκαν την άμεση εξόφληση του δανείου των Εναγόντων». «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το οποιουδήποτε παρανόμως και/ή καταχρηστικό χρεωθέν ποσό βάσει της ανωτέρω στο στοιχείο (Α) θεραπείας». «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το οποιουδήποτε παρανόμως και/ή καταχρηστικό χρεωθέν ποσό βάσει των ανωτέρω υπό στοιχείο (Β) θεραπείας». «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το οποιουδήποτε παρανόμως και/ή καταχρηστικό χρεωθέν ποσό βάσει των ανωτέρω υπό στοιχείο (Γ) θεραπείας». «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το οποιουδήποτε παρανόμως και/ή καταχρηστικό χρεωθέν ποσό βάσει των ανωτέρω υπό στοιχείο (Κ) θεραπείας». «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επαναφέρεται στη σύμβαση ημερομηνίας 21/12/2006 μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, το αρχικό συμφωνηθέν επιτόκιο ήτοι 3 μήνες libor προσαυξημένο 1.75% και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να χρεώνουν τον λογαριασμό των Εναγόντων με το ως άνω συμφωνηθέν επιτόκιο». Στη συνέχεια οι Ενάγοντες, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία ώστε να μην επιτρέπεται μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, χρέωση συγκεκριμένου τόκου σε σχέση με οφειλόμενο ποσό που να αφορά τη δανειακή σύμβαση. Με ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι Αιτήσεις απορρίφθηκαν. Οι Αιτητές καταχώρησαν ακολούθως την παρούσα Αίτηση, με την οποίαν ζητούν την έκδοση των ακόλoυθων διαταγμάτων: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση, στους διευθυντές τους, στους αντιπροσώπους τους και στους υπαλλήλους τους αμέσως μετά την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς να προχωρήσουν με εκποίηση της υποθήκης υπ' αριθμόν Υ6222/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 21/12/2006, που αφορά το ακίνητο του Ενάγοντα 1-Αιτητή με στοιχεία: Αριθμός εγγραφής [ ], Φύλλο Σχέδιο [ ] Τεμάχιο [ ], Τοποθεσία Βρυσούδια στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου μέσω ιδιωτικής πώλησης ή/και δημόσιου πλειστηριασμού μέχρι την πλήρη ακρόαση και/ή αποπεράτωση της πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής». «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να απαγορεύεται αμέσως από την επίδοση αυτού στους Εναγόμενους, τους διευθυντές, αντιπροσώπους και υπαλλήλους τους να προβούν στην παραχώρηση οποιωνδήποτε προσωπικών και/ή άλλων στοιχείων των Αιτητών σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καταγραφής δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς μέχρι την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η νομική βάση της Αίτησης, είναι τα άρθρα 21, 22, 30, 32 και 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 2 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο παράρτημα των καταχρηστικών ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/1996, στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160
(1)/1999, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 και στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η Αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο συνάδελφος του Ενάγοντα-Αιτητή αριθμός 1 και προβαίνει στην ένορκη δήλωση υπό την επαγγελματική του ιδιότητα ως ελεγκτής. Γνωρίζει τα γεγονότα επειδή έχει εμπλοκή στην υπόθεση, αλλά έχει και όλα τα έγγραφα που αφορούν τη δανειακή σύμβαση στην κατοχή του και μπορεί να τεκμηριώσει τις θέσεις που προβάλλει με την ένορκη δήλωση. Οι Αιτητές αποφάσισαν να λάβουν στεγαστικό δάνειο στις 21/12/
- Υπέγραψαν τη συμφωνία για το στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €175.
- Για σκοπούς μάλιστα ολοκλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας, ανοίχτηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμόν [ ], ενώ ο Αιτητής υπέγραψε τη σύμβαση υποθήκης υπ' αριθμόν [ ]/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 21/12/2006 για το ποσό των €260.000, πλέον τόκους επί του ακινήτου με στοιχεία, αριθμός εγγραφής [ ], Φύλλο/Σχέδιο [ ] τεμάχιο [ ], τοποθεσία Βρυσούδια στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, συμφωνία δανείου ημερομηνίας 21/12/
- Ένας από τους βασικότερους όρους του δανείου, είναι ότι θα ήταν πληρωτέο σε 180 μηνιαίες συνεχείς δόσεις. Για τις πρώτες 179 δόσεις, η μηνιαία καταβολή της δόσης θα ήταν για το ποσό των €925, στη συνέχεια η 180η δόση είχε καθοριστεί να είναι σε τέτοιο ύψος, ώστε να εξοφληθεί το δάνειο. Βασικός όρος της συμφωνίας, είναι ότι ο τόκος θα υπολογίζετο επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο 3 μήνες libor προσαυξημένο κατά 1.75% ετησίως. Οι Αιτητές κατέβαλλαν ανελλιπώς τις υποχρεώσεις τους, τις συμφωνημένες δόσεις των €
- Στις 22/12/2021 κατέβαλαν την 179η δόση ύψους €925, ως προνοούσε η επίδικη συμφωνία δανείου. Επίσης ο ομνύοντας επισύναψε κατάσταση λογαριασμού όπου φαίνεται αυτή η πληρωμή των 179 δόσεων. Στις αρχές του 2016 και ενώ οι Αιτητές κατέβαλλαν ανελλιπώς τις δόσεις τους προς τους Καθ' ων η Αίτηση, ο πρώτος Αιτητής του εξέφρασε την προθυμία του να καταβάλει στην τράπεζα ένα εφάπαξ ποσό προς πλήρη εξόφληση του δανείου, επομένως ανέλαβε εκ μέρους του διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η Αίτηση για πρόωρη εξόφληση του δανείου και επικοινώνησε μαζί του με επιστολή ημερομηνίας 16/05/2016 και τους εξέφρασε την πρόθεση να τους καταβάλει το ποσό των €90.
- Ενώ τα μέρη είχαν συμφωνήσει σε συγκεκριμένο επιτόκιο, στις 09/01/2009 οι Καθ' ων η Αίτηση μονομερώς καταχρηστικά και αντισυμβατικά, αύξησαν το περιθώριο του επιτοκίου στο ποσοστό των 4.1943% χωρίς να έχει παράλληλα αναπροσαρμοστεί το ύψος της μηνιαίας δόσης, με αποτέλεσμα η εφάπαξ καταβολή που οι Αιτητές θα καλούνταν να καταβάλουν στη λήξη του δανείου, να ανέρχεται στις €125.000 αντί €65.000 που θα ήταν η τελευταία δόση του δανείου αν τηρούσαν κανονικά οι Καθ' ων η Αίτηση το συμβατικό περιθώριο των 3 μηνών libor προσαυξημένο κατά 1.75% ετησίως. Αυτό συνιστά 92% αύξηση του ποσού που θα καλούνταν οι Αιτητές να πληρώσουν για να εξοφλήσουν το δάνειο και το ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί με το αυξημένο επιτόκιο, να ανερχόταν σχεδόν στο 70% του αρχικού ποσού του δανείου. H μονομερής και καταχρηστική ενέργεια των Καθ' ων η Αίτηση, να αυξήσουν εν μέσω μιας νυκτής ας μου επιτραπεί ο όρος, το επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, ήταν παράνομη, δε περαιτέρω η εν λόγω ενέργεια χωρίς ταυτόχρονα να αναπροσαρμοστούν οι μηνιαίες δόσεις, αλλά και χωρίς να επεξηγηθούν στους Αιτητές οι συνέπειες τούτης της μονομερούς αλλαγής, είχε ως αποτέλεσμα, ουσιαστικά η 180η και τελευταία δόση του δανείου να καταστεί πρακτικά αδύνατο να εξοφληθεί, με μία και μόνο δόση ως η ίδια η συμφωνία δανείου προνοεί και με βάση το δεδομένο τούτο καθορίστηκε η συμφωνία των δύο μερών. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο της γραπτής ειδοποίησης των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 09/01/2009, με την οποίαν οι τελευταίοι μονομερώς και παράνομα μετέβαλαν προς τα πάνω το επιτόκιο και ως εκ τούτου, αύξησαν το περιθώριο με το οποίο θα χρεωνόταν ο ανωτέρω λογαριασμός των Αιτητών από 3 μήνες libor προσαυξημένο κατά 1.75% ετησίως, σε 3 μηνών libor και προσαύξηση προς 4.1943%». Οι Καθ' ων η Αίτηση απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή ημερομηνίας 16/05/2016, με την επιστολή τους ημερομηνίας 30/05/
- Ουσιαστικά με αυτήν τους την επιστολή απέρριπταν όλους τους ισχυρισμούς, ως επίσης και την πρόταση που τους είχε υποβάλει εκ μέρους των Αιτητών, για πλήρη εξόφληση του επίδικου δανείου, Αντ' αυτού, καλούσαν τους Αιτητές μάλιστα, σε περίπτωση που αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην αποπληρωμή του δανείου, να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο λειτουργό των Καθ' ων η Αίτηση που χειριζόταν το δάνειο τους, ήτοι κάποιον κύριο Α. Ζ., προκειμένου να εξευρεθεί τρόπος ρύθμισης των οφειλών, την ίδια ώρα που το εν θέματι δάνειο των Αιτητών ήταν πλήρως εξυπηρετούμενο, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Τούτο δε, ήτοι ότι οι Αιτητές δεν όφειλαν καμία δόση στους Καθ' ων η Αίτηση επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιστολής των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/05/
- Κατόπιν λοιπόν της πιο πάνω απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση και επειδή φαινόταν πως πράγματι η εν λόγω μονομερής, καταχρηστική, αντισυμβατική και αναιτιολόγητη από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, αύξηση του περιθωρίου του δανείου των Αιτητών σε 4.1943%, χωρίς να έχει παράλληλα αναπροσαρμοστεί το ύψος της μηνιαίας δόσης, θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων και αφού με την ως άνω ενέργεια των Καθ' ων η Αίτηση το δάνειο οδηγείτο με μαθηματική ακρίβεια σε μη εξυπηρετούμενο, συμβούλευσε τους Αιτητές όπως διορίσουν κάποιον ιδιώτη χρηματοοικονομικό σύμβουλο, ούτως ώστε να διαβουλευτεί με τους Καθ' ων η Αίτηση για την καλύτερη λύση του θέματος που είχε δημιουργηθεί. Ενόψει τούτου, οι Αιτητές διόρισαν την κυρία Μ. Σ, υπό την ιδιότητα της ως νομικός και χρηματοοικονομικός σύμβουλος και διαμεσολαβήτρια για εμπορικά θέματα. Ακολούθως απέστειλε νέα επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση και εξήγησε στους Καθ' ων η Αίτηση, τη θέση των Αιτητών και τους κάλεσε να επαναφέρουν άμεσα το συμφωνηθέν επιτόκιο με βάση τη συμφωνία δανείου, δηλαδή το επιτόκιο που βασίζεται στο τρίμηνο libor προσαυξημένο κατά 1.75%, και να διαγράψουν όλες τις υπερχρεώσεις. Δύο μέρες μετά την επιστολή της Μ. Σ., ο ομνύοντας απέστειλε και εκείνος επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση και τους επανέλαβε τις πιο πάνω θέσεις και συνεννοήθηκε μαζί τους να καταβάλει στους Καθ' ων η Αίτηση συνολικά το ποσό των €78.000 που μέχρι εκείνην την ημέρα αφορούσε το οφειλόμενο ποσό στη βάση του συμβατικού επιτοκίου. Το επίδικο δάνειο ήταν πλήρως εξυπηρετούμενο, αφού κατέβαλλαν ανελλιπώς τις μηνιαίες δόσεις και οι Καθ' ων η Αίτηση, απάντησαν με δική τους επιστολή ημερομηνίας 05/03/
- Απέρριψαν τις θέσεις των Αιτητών για αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά και υπέγραψαν πρόταση τους για άμεση διευθέτηση. Προβάλλουν δικαιολογία ότι η πρόταση τους δεν εμπίπτει στα πλαίσια της πολιτικής τους και έτσι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Τους είπαν ότι ήταν πρόθυμοι να εξετάσουν τρόπους ρύθμισης του δανείου με μείωση του επιτοκίου και παράλληλη επέκταση της διάρκειας αποπληρωμής και μείωσης της δόσης. Όλες οι προσπάθειες τους να πείσουν τους Καθ' ων η Αίτηση για την ορθότητα των θέσεων τους, έπεσαν στο κενό αφού οι Καθ' ων η Αίτηση για λόγους που δεν εξήγησαν ποτέ, αρνούνταν συνεχώς την πρόταση των Αιτητών. Σε μίαν προσπάθεια τους να εξεύρουν λύση στο πρόβλημα, οι Αιτητές επεδίωξαν με νομικές δικαστικές διαδικασίες, να επαναφέρουν το επιτόκιο της δανειακής σύμβασης στο αρχικό συμφωνηθέν επιτόκιο. Στα πλαίσια αυτής της αγωγής, καταχώρησαν την Αίτηση ημερομηνίας 02/04/2019 και ζήτησαν ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα για να σταματήσουν οι Καθ' ων η Αίτηση να χρεώνουν τη δανειακή σύμβαση με επιτόκιο 3 μηνών libor προσαυξημένο σε ποσοστό 4.1943 ετησίως. Δεν κατέστη εφικτό αυτό. Κατά τη διάρκεια που εκκρεμούσε η Αίτηση, οι Αιτητές συνέχισαν να καταβάλλουν ανελλιπώς τη μηνιαία δόση των €925 μέχρι και τη δόση 179η δόση στις 22/12/
- Αφού είχαν καταβάλει αυτήν την προτελευταία δόση, οι Αιτητές κοινοποίησαν την πρόθεση τους να πληρώσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ύψους €57.066 που αντιστοιχεί στην τελευταία δόση των 180 δόσεων στη βάση του συμφωνηθέντος επιτοκίου 3 μήνες libor προσαυξημένο κατά 1.75% ετησίως. Μετά αφού θα γινόταν αυτό, κάλεσαν τους Καθ' ων η Αίτηση να πάνε στο Κτηματολόγιο για να γίνει απάλειψη της υποθήκης [ ]/
- Σε σχέση με το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, οι Καθ' ων η Αίτηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 28/03/2022, απέρριψαν τους ισχυρισμούς των Αιτητών για παράνομες χρεώσεις και απέρριψαν την προσφορά τους για την καταβολή του ποσού των €57.
- Ήταν η θέση των Αιτητών, ότι το οφειλόμενο ποσό δεν ήταν €119.
- Αρχές του Απρίλη του 2022, παρέλαβαν την επιστολή 30/03/2022, με την οποίαν οι Καθ' ων η Αίτηση απειλούσαν τους Αιτητές με λήψη δικαστικών μέτρων που να περιλαμβάνουν την εκποίηση και την κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελούσε εξασφάλιση στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Με την παράνομη μονομερή αύξηση του επιτοκίου, το μόνο που κατάφεραν οι Καθ' ων η Αίτηση με τις πράξεις τους, είναι να χρεώνουν και να εισπράττουν παράνομα χρήματα σε βάρος των Αιτητών. Ο ομνύοντας ετοίμασε και προσκόμισε διαφορετικές καταστάσεις λογαριασμού που καταδεικνύουν ότι με βάση το αρχικό επιτόκιο, το οφειλόμενο ποσό είναι ως αναφέρουν οι Αιτητές το ποσό των €57.
- Επίσης ετοίμασε και το Τεκμήριο 16 που δείχνει την πορεία της επίδικης δανειακής σύμβασης μέχρι την 31/12/2021 και το υπόλοιπο του δανείου μετά την καταβολή της προτελευταίας δόσης με τη χρέωση του αυξημένου μονομερούς επιτοκίου των 4.1943% με λοιπό το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται στις €117.
- Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, οι Καθ' ων η Αίτηση με το Τεκμήριο 4, τροποποίησαν το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός του δανείου και ειδικότερα αύξησαν το περιθώριο από 1.75% σε ετησίως, σε 4,1943%. Σύμφωνα με τον όρο 4 (β) της συμφωνίας δανείου φαίνεται πως, η εν λόγω σύμβαση έδιδε ναι μεν στους Καθ' ων η Αίτηση τέτοιο δικαίωμα, πλην όμως είναι η θέση των Αιτητών πως, η εν λόγω πρόνοια της δανειακής σύμβασης για μονομερή μεταβολή του ύψους του επιτοκίου είναι καταχρηστική, καθότι ξεκάθαρα η πρόνοια τούτη του δανείου δεν παρέχει την δυνατότητα στους Αιτητές να προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια σε σχέση με αυτή. Το λεκτικό του όρου 4 (β) της συμφωνίας δανείου ολοφάνερα δίδει την ευχέρεια στους Καθ' ων η Αίτηση να αυξήσουν το επιτόκιο κατά την κρίση τους, χωρίς όμως ταυτόχρονα να δίδει το δικαίωμα στους Αιτητές να διαβουλευτούν την εν λόγω αύξηση. Στη βάση αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γεγονός ότι, οι Αιτητές υπέγραψαν στο τέλος την επίδικη συμφωνία δανείου, τούτο δεν δείχνει ότι οι ρήτρες του δανείου αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και των Αιτητών, οπόταν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των Αιτητών το επιχείρημα ότι αφού υπέγραψαν την συμφωνία δανείου, άρα έχουν αποδεχτεί και την επίδικη καταχρηστική ρήτρα μονομερής αύξηση του επιτοκίου. Περαιτέρω, η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Αιτητές, σε περίπτωση επιτυχίας των τελευταίων στην Αγωγή τους, δεν εξ' υπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Αιτητές, υπό την ευρύτερη έννοια. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα έχει την οικονομική δυνατότητα για να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους και αφού το ακίνητό τους θα έχει εκποιηθεί, δεν είναι παράγοντας που μπορεί να προσμετρήσει. Δεν μπορεί δηλαδή να επιτραπεί να τελεσφορήσει μια παράνομη διαδικασία που υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαφανεί ως τέτοια στη βάση του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν την οικονομική ευχέρεια να αποζημιώσουν τους Αιτητές. Ξεκάθαρα το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση βασιζόμενοι σε μια παράνομη και καταχρηστική ρήτρα, αύξησαν το επιτόκιο του δανείου, χωρίς την προηγούμενη διαπραγμάτευση με τους Αιτητές, με αποτέλεσμα η 180η και τελευταία δόση του δανείου να διπλασιαστεί, οι Αιτητές να μην μπορούν να την καταβάλουν, το δάνειο να καταστεί μη εξυπηρετούμενο και οι Αιτητές να κινδυνεύουν, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 28/03/2022 και 30/03/2022 - Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα, με λήψη νομικών μέτρων εναντίον τους για ποσά τα οποία έχουν προκύψει από παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις. Το κυριότερο όμως, είναι ότι οι Αιτητές θα κινδυνεύουν με λήψη νομικών μέτρων σε βάρος του επίδικου ακινήτου και της υποθήκης. Ο κίνδυνος για έγερση πλειστηριασμού σε βάρος του υποθηκευμένου ακινήτου των Αιτητών υπό στοιχεία αριθμός εγγραφής 44704, Φύλλο/Σχέδιο XLV Τεμάχιο 79, Τοποθεσία Βρυσούδια στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου, είναι πιο ορατός από ποτέ, αφού τούτο ουσιαστικά προμηνύει το περιεχόμενο των επιστολών των Τεκμηρίων 13 και 14 ανωτέρω. Το εν λόγω ακίνητο έχει αγοραία αξία η οποία υπερβαίνει τις €552,000 σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης των ειδικών εκτιμητών ακίνητης περιουσίας RICK GIANNI VALUATION SURVEYORS L.L.C. ημερ. 26/04/
- η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Αιτητή 1 προς τους εν λόγω εκτιμητές. Πέραν της εξαιρετικής τοποθεσίας του και της μεγάλης αξίας του, το εν λόγω ακίνητο έχει και συναισθηματική αξία τόσο ως προς τον ίδιο, όσο και προς τα μέλη της οικογένειας του. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17 έκθεση εκτίμησης του ακινήτου. Οι Καθ' ων η Αίτηση ενεργώντας παράνομα και αντισυμβατικά και βασιζόμενοι επί μιας καταχρηστικής ρήτρας επί της συμφωνίας δανείου ημερ. 21/12/2006 και ειδικότερα επί της ρήτρας 4β που την έθεσαν μονομερώς χωρίς καμία διαβούλευση και διαφάνεια, ενεργώντας κατά το δοκούν απροσδιόριστα γενικά και αόριστα χωρίς καμία εξήγηση αύξησαν το επιτόκιο σε βάρος των Αιτητών. Η ενέργεια τους αυτή προσβάλλει πέραν των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αιτητών και τα δικαιώματά τους ώας Ευρωπαίων Πολιτών, το Δικαστήριο έχει δέσμια υποχρέωση να διατάσσει την έκδοση προσωρινών μέτρων οσάκις διακυβεύονται δικαιώματα που φέρονται ως παρεχόμενα από το Κοινοτικό Δίκαιο (Απόφαση της 19/6/1990 υπόθεση C-213/89 The Queen και Secretary of State for Transport) Οι Καθ' ων Αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 30/03 ενεργώντας σε θέση ισχύος και εκβιαστικά, απείλησαν τους Αιτητές πως πέραν από τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης και λήψη δικαστικών μέτρων, ότι θα προχωρήσουν στην παραχώρηση των στοιχείων τους σε εταιρεία καταγραφής δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και ότι αυτά τα στοιχεία θα ήταν διαθέσιμα σε τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Οι Αιτητές πρόκειται για φερέγγυα πρόσωπα, πλήρωσαν ανελλιπώς τις 179 δόσεις πλήρως και πρόσφεραν το ποσό γραπτώς, ήτοι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της 180ης δόσης και κινδύνευαν να κατασχεθούν οικονομικά από την επικείμενη ενέργεια των Καθ' ων η Αίτηση να εκποιήσουν το ακίνητο τους. Σημειώνεται επίσης ότι το ποσό των €57.066, που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι το οφειλόμενο ποσό βάσει της δανειακής σύμβασης, έχει ενόψει της παρούσας εκκρεμοδικίας στη βάση της Αίτησης, καταβληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση και έχουν προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. «Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη». «Οι Αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται από το να εξαιτούνται την αναστολή του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση να προωθήσουν την πώληση του επίδικου ακινήτου, καθότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθηκών οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με όποιον τρόπο ήθελαν επιλέξουν». «Οι Αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται από το να εξαιτούνται την έκδοση του Β' διατάγματος, καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με όποιον τρόπο ήθελαν επιλέξουν». «Οι Αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται από το να εξαιτούνται την έκδοση του Β' διατάγματος, καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να παραχωρήσουν τα στοιχεία των Αιτητών σε εταιρεία καταγραφής δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς». «Οι Αιτητές έχουν προβεί σε ουσιαστικές παραδοχές αναφορικά με την εν σύνολω νομιμότητα ή/και εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου ή/και της συμφωνίας υποθήκης ή/και έχουν παραδεχτεί ότι η επίδικη συμφωνία δανείου εν σύνολω είναι έγκυρη ή/και νομότυπη ή/και το μόνο που επί της ουσίας αμφισβητούν είναι το ύψος του οφειλόμενου προς τους Καθ' ων η Αίτηση ποσού ή/και έχουν παραδεχτεί ότι οφείλουν στους Καθ' ων η Αίτηση την 180η δόση της επίδικης συμφωνίας δανείου, ότι αρνήθηκαν να εξοφλήσουν την 180η δόση της επίδικης συμφωνίας δανείου, ότι εξαιτίας τούτου έγιναν υπερήμεροι και ότι το επίδικο δάνειο ταξινομήθηκε ως μη εξυπηρετούμενο». «Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία ή/και την κείμενη νομοθεσία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». «Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως ή/και αποτιμώνται σε χρήματα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των Καθ' ων η Αίτηση να καλύψουν πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτητές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία ή/και οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης». «Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταστρατηγεί τα συμβατικά ή/και συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση» «Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης Αίτησης» Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Ν. Φ, λειτουργός στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής. Είναι εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση κατόπιν σχετικού αιτήματος των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν να παρέχουν στους Αιτητές στεγαστικό δάνειο ύψους €175.000 και συνάφθηκε σχετική συμφωνία δανείου. Οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στο άνοιγμα σχετικού λογαριασμού στο όνομα των Αιτητών αναφορικά με τη συμφωνία στεγαστικού δανείου με αριθμό [ ]. Εκταμιεύτηκε το σύνολο του ποσού του δανείου. Την 09/01/2009 οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν σχετική ειδοποίηση στους Αιτητές με την οποίαν τους ενημέρωσαν για τη μεταβολή του χρεωστικού υπόλοιπου του λογαριασμού τους, ότι αυτός θα χρεωνόταν με επιτόκιο 3 μηνών libor και προσαύξηση 4.1943% ετησίως. Την 16/05/2016 χωρίς να υπάρχει προγενέστερη επικοινωνία ή διαμαρτυρία των Αιτητών, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 21/12/2006 και προσέφεραν στους Καθ' ων η Αίτηση πρόταση προς πλήρη εξόφληση του δανείου, το ποσό των €90.000 και τότε οι Αιτητές έθεσαν για πρώτη φορά τη διαμαρτυρία τους προς τους Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με την τροποποίηση του επιτοκίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή δική τους, απέρριψαν την πρόταση των Αιτητών καθώς και τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου. Κάλεσαν τους Αιτητές σε περίπτωση που αντιμετώπιζαν δυσκολίες πληρωμής του δανείου, ότι θα ήταν πρόθυμοι να εξετάσουν τρόπους ρύθμισης των οφειλών τους. Οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλαβαν επιστολή 13/06/2017 από τη Μ. Σ. και απαιτούσαν την αναπροσαρμογή του επιτοκίου του δανείου. Επίσης αποστάλθηκε η επιστολή 15/06/2017 εκ μέρους των Αιτητών και επανέλαβαν τις θέσεις των Αιτητών για νέα πρόταση διευθέτησης για πληρωμή χαμηλότερου ποσού του οφειλόμενου και συγκεκριμένα το ποσό των €78.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 05/03/2018 απέρριψαν τις θέσεις αυτής της επιστολής και την πρόταση. Την 26/04/2019 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, οι Καθ' ων η Αίτηση έστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα και είπαν στους Αιτητές ότι ήταν πρόθυμοι να εξετάσουν αίτημα για ρύθμιση των οφειλών των Αιτητών και πρότειναν μείωση του επιτοκίου και επέκταση διάρκειας αποπληρωμής του δανείου. Κατόπιν σχετικού αιτήματος των Αιτητών προς τους Καθ' ων η Αίτηση, οι τελευταίοι συμφώνησαν να παρέχουν στους Αιτητές στεγαστικό δάνειο ύψους €175.
- Προς τούτο, κατά την 21/12/2096 συνάφθηκε σχετική συμφωνία δανείου. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων: i. Το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δε γίνει απαίτηση το δάνειο θα είναι πληρωτέο διά 180 μηνιαίων συνεχών δόσεων. ii. Για τις πρώτες 179 δόσεις, η δόση καθορίζεται σε €925.000 έκαστη. Η 180η δόση θα είναι τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλήσει πλήρως το ποσό που θα οφείλεται δυνάμει του ρηθέντος δανείου κατά την ημερομηνία καταβολής αυτής, περιλαμβανομένου του κεφαλαίου, των τόκων και οποιωνδήποτε εξόδων, δικαιωμάτων και προμηθειών οποιασδήποτε φύσης. iii. Νοείται ότι ο οφειλέτης μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της πρώτης δόσης όπως αναφέρεται ανωτέρω, θα καταβάλλει τους δεδουλευμένους τόκους του δανείου κάθε 6 μήνες, κατά την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους. iv. Το δάνειο θα χρεώνεται κατά την ημερομηνία της κάθε αναπροσαρμογής με τόκο, ο οποίος θα υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο 3 μήνες libor το οποίο θα ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένο κατά 1.75% εκατοστιαίες μονάδες ετησίων, στις αντίστοιχες ημερομηνίες αναπροσαρμογής οι οποίες θα αποφασιστούν από την τράπεζα. Νοείται ότι ο οφειλέτης θα έχει το δικαίωμα 7 μέρες πριν την επόμενη ημερομηνία αναπροσαρμογής, να αιτηθεί όπως το δάνειο θα χρεώνεται με σταθερό επιτόκιο και η τράπεζα δύναται κατά την απόλυτη κρίση της να εγκρίνει ή να απορρίψει την Αίτηση αυτήν. Σε περίπτωση έγκρισης, το ύψος του εν λόγω επιτοκίου καθώς και η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας αυτό θα ισχύει, θα καθορίζονται από την τράπεζα κατά την απόλυτη κρίση της. v. Μόλις το ρηθέν δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την τράπεζα, θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα εξοφλείται και ο οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει αμέσως προς την τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, του σταθερού επιτοκίου, του 3 μήνες libor, προσαύξησης, τόκου υπερημερίας, δαπανών και άλλων εξόδων. vi. Η τράπεζα δύναται να συμφωνήσει στην πρόωρη αποπληρωμή ολόκληρου ή μέρους του δανείου, ο οφειλέτης θα πρέπει να πληρώσει το ποσό που θα αποπληρωθεί πρόωρα, τους δεδουλευμένους τόκους και οποιεσδήποτε προμήθειες, δικαιώματα και άλλα έξοδα ή απώλειες της τραπέζης. vii. Η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερημερίας και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον Ημερήσιο Τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Κατά την 16/05/2018 η κ. Σ. επανήλθε με σχετική επιστολή προς τους Καθ' ων η Αίτηση με την οποίαν απέρριψε την πρόταση αναδιάρθρωσης που δόθηκε στους Αιτητές και ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις της αναφορικά με την επιθυμία των Αιτητών να δώσουν το ποσό των €78.000 προς εξασφάλιση του δανείου τους, αλλά και τις θέσεις της αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό μονομερή μεταβολή επιτοκίου εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση δε, με επιστολή τους ημερομηνίας 11/06/2018 απάντησαν στην κ. Σ. και την ενημέρωσαν ότι η πρόταση των Αιτητών για καταβολή ποσού €78.000 κατόπιν εξέτασης δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή και επανέλαβαν την πρόταση τους ημερομηνίας 26/04/
- Περαιτέρω, ενημέρωσαν την κ. Σ. αναφορικά με τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός των Αιτητών και παρακάλεσαν όπως αυτές διευθετηθούν από τους Αιτητές. Ακολούθως και συγκεκριμένα τις 24/01/2019 και 28/02/2019, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν προς τον Αιτητή 1 ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 1965 μέχρι 2014 δυνάμει της οποίας ενημέρωναν τον Αιτητή 1 ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους £1.192,19, ότι σε περίπτωση που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα αποπληρωμής του χρέους θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τους Καθ' ων η Αίτηση, καθώς επίσης και ότι σε περίπτωση μη εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης θα ενεργοποιούνταν οι διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν προς τους Καθ' ων η Αίτηση επιστολές ημερομηνίας 07/02/2019 και 15/03/2019 με τις οποίες ζητούσαν λεπτομέρειες αναφορικά με τις καθυστερήσεις των Αιτητών. Εν συνεχεία, οι Αιτητές με επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 15/03/2022 προς τους Καθ' ων η Αίτηση, τους κοινοποίησαν την πρόθεσή τους να πληρώσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ύψους €57.066,51 το οποίο ως αυτοί ισχυρίζονταν αντιστοιχούσε στην τελευταία 180η δόση του επίδικου δανείου, προκειμένου να γίνει απάλειψη της υποθήκης υπ' αρ. [ ]/06, η οποία αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο του Αιτητή 1. Εις απάντηση της επιστολής των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν διά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την επιστολή ημερομηνίας 28/03/2022, με την οποίαν απέρριπταν την προσφορά των τελευταίων για άμεση καταβολή του ποσού των €57.066,51 και απάλειψη της επίδικης υποθήκης. Στη ρηθείσα επιστολή, οι Καθ' ων η Αίτηση επισήμαναν ότι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό δυνάμει της δανειακής σύμβασης ανέρχεται στα €119.400,78 πλέον τόκους. Λόγω παράλειψης των Αιτητών να καταβάλουν την τελευταία δόση του δανείου ή και σε κάθε περίπτωση λόγω καθυστερήσεων, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 30/03/2022 και γνωστοποίησαν στους Αιτητές ότι είχαν ταξινομήσει τους Αιτητές ως μη συνεργάσιμοι πελάτες και επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους να κινηθούν εναντίον τους και εναντίον του υποθηκευμένου ακινήτου. Συνεπεία της παράλειψης των Αιτητών να καταβάλουν τη συμφωνηθείσα 180η δόση, οι Καθ' ων η Αίτηση με ξεχωριστές επιστολές τους ημερομηνίας 03/05/2002, τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου αλλά και τη λειτουργία του λογαριασμού με αρ. [ ] και ταυτοχρόνως, κατέστησαν απαιτητό και ληξιπρόθεσμο το οφειλόμενο υπόλοιπο του ρηθέντος λογαριασμού. Σε συνέχεια των ρηθέντων επιστολών τερματισμού του επίδικου λογαριασμού και της συμφωνίας δανείου, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν μέσω συστημένου ταχυδρομείου στον Αιτητή 1 ως ενυπόθηκος μεταξύ άλλων οφειλέτης, την εκ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 μέχρι 2014 ειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2). Είναι θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν στην αύξηση του επιτοκίου μονομερώς και ως όφειλαν ενημέρωσαν τους Αιτητές για την εν λόγω αύξηση μέσω της επιστολής ημερομηνίας 09/01/
- Οι Αιτητές από το 2009 μέχρι το έτος 2016, ουδέποτε προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα διαμαρτυρίας ενόψει της ειδοποίησης της αλλαγής του επιτοκίου. Δεν υφίσταται συζητήσιμη υπόθεση αλλά ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο κ. Μ. στην ένορκη δήλωση του, δεν εξειδικεύει αλλά ούτε προσδιορίζει κατά τρόπο ξεκάθαρο και σαφή ποιο ακριβώς είναι το κύριο αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου, στοιχείο, το οποίο αποτελεί θεμελιώδης προϋπόθεση για την εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου επί του οποίου βασίζουν τις αξιώσεις τους οι Αιτητές, ήτοι του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του
- Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και αν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι Αιτητές μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αξιώνουν μεγάλο αριθμό αναγνωριστικών αποφάσεων ή/και δηλώσεων σε σχέση με συμβατικές πρόνοιες τις οποίες θεωρούν καταχρηστικές ρήτρες, καθώς επίσης διατάγματα ακύρωσης συναφών καταχρηστικών χρεώσεων. Αξιώνουν επίσης γενικές, ειδικές, παραδειγματικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Τέλος αξιώνουν περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να επαναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου, το αρχικό συμφωνηθέν επιτόκιο, ήτοι 3 μήνες libor προσαυξημένο 1.75% ή/και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να χρεώνουν τον λογαριασμό των Αιτητών με το ως άνω συμφωνηθέν επιτόκιο. Οι ισχυριζόμενες παράνομες ή/και καταχρηστικές ρήτρες είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και αν ήθελαν πράγματι κριθούν ως τέτοιες, το γεγονός αυτό δεν δύναται να οδηγήσει σε ολική ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών και δη, των εγγράφων υποθήκης, αλλά μόνο των συγκεκριμένων αυτών όρων. Ως εκ τούτου, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ακόμα και αν ήθελε εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή/και αποφάσεις στο τέλος της δίκης, το κύρος και η νομιμότητα του υφιστάμενου εμπράγματου βάρους, δεν θα επηρεαστεί ή/και κλονιστεί. Πέραν των ανωτέρω, ούτε οι ίδιοι οι Αιτητές με την αγωγή τους, δεν αμφισβητούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο το κύρος ή τη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου εν συνόλω, αλλά ούτε και της συμφωνίας υποθήκης, γεγονός που επιβεβαιώνεται κατά τρόπο ξεκάθαρο και από την ένορκη δήλωση του κ. Μ. Μ. Συγκεκριμένα, είναι ολοφάνερο ότι ο ίδιος, παραδέχεται την ανεπιφύλακτη και την άνευ όρων υπογραφή και αποδοχή όλων των επίδικων συμφωνιών από τους Αιτητές, ήτοι της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας υποθήκης, η οποία μάλιστα ανέφερε ρητά και ξεκάθαρα ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές παραλείψουν να πληρώσουν το ποσό, οι Καθ' ων η Αίτηση θα δικαιούνται να πωλήσουν το ενυπόθηκο κτήμα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ήθελε αποφασίσει. Περαιτέρω, ο κ. Μ. Μ., παραδέχεται ότι οι Αιτητές πράγματι οφείλουν την 180η δόση του επίδικου δανείου προς τους Καθ' ων η Αίτηση, γεγονός που επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα και από το Τεκμήριο 13 και ότι αρνήθηκαν να καταβάλουν εμπροθέσμως την 180η δόση του δανείου. Μάλιστα, δεν αμφισβητείται ότι εξαιτίας της ως άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των Αιτητών, οι τελευταίοι κατεστάθησαν υπερήμεροι οφειλέτες και ότι το δάνειο τους ταξινομήθηκε ως μη εξυπηρετούμενο. Το μόνο που επί της ουσίας αμφισβητείται από τον κ. Μ. και κατά συνέπεια από τους Αιτητές, είναι η μέθοδος καθορισμού του ακριβούς οφειλόμενου ποσού, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με το ύψος του επιτοκίου. Από τις πιο πάνω ρητές παραδοχές του κ. Μ., προκύπτει ότι από τη στιγμή που οι Αιτητές κατεστάθησαν υπερήμεροι το δάνειο τους ταξινομήθηκε ως μη εξυπηρετούμενο και εν συνεχεία τερματίστηκε, οι Καθ' ων η Αίτηση διαθέτουν εφεξής κάθε νόμιμο δικαίωμα να προχωρήσουν στην απαίτηση πληρωμής ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου, στην παραχώρηση των στοιχείων τους σε εταιρεία καταγραφής δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, αλλά και στην εκποίηση της υποθήκης υπ' αριθμό [ ]/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, ημερομηνίας 21/12/2006 που αφορά το ακίνητο του Αιτητή 1 με αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ.XLV, Τεμάχιο [ ], Τοποθεσία Βρυσούδια στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου. Οι Αιτητές κωλύονται να προβάλουν ότι θα υποστούν δήθεν ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι υπάρχουν οφειλόμενα προς τους Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα των τελευταίων να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου, διαδικασία η οποία είναι παντελώς ανεξάρτητη και ουδόλως σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής». Κατά πόσο προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας Ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την εγκυρότητα της δανειοδοτικής συμφωνίας, το αρχικό κεφάλαιο του δανείου, των όρων της συμφωνίας δανείου και της επικοινωνίας διά μέσω αλληλογραφίας που έχει ανταλλαχθεί μεταξύ των μερών, δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των θέσεων των μερών. Είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη δανειακή συμφωνία ημερομηνίας 21/12/2006, ότι δανείστηκαν το ποσό των €175.000 και ότι συμφώνησαν και παραχώρησαν ως εξασφάλιση το επίδικο ακίνητο με την υπογραφή συμφωνίας υποθήκης σε σχέση με το δάνειο. Είναι συμφωνημένο επίσης, ότι οι Ενάγοντες επικαλούμενοι τον όρο της συμφωνίας, την 09/01/2001 αύξησαν το περιθώριο του επιτοκίου σε ποσοστό 4.1943% χωρίς παράλληλα να αναπροσαρμοστεί το ύψος της μηνιαίας δόσης η οποία είχε καθοριστεί με όρο στη συμφωνία στη μηνιαία δόση των €
- Οι Αιτητές πλήρωσαν στο ακέραιο όλες τις δόσεις του δανείου, πλην την τελευταία, την 180η δόση. Μετά την καταβολή της προτελευταίας δόσης του δανείου, πρόσφεραν την άμεση καταβολή του ποσού των €78.000 που ήταν το υπόλοιπο ως ισχυρίστηκαν δυνάμει του αρχικού επιτοκίου που βασιζόταν στο επιτόκιο 3 μήνες libor προσαυξημένο κατά 1.75%. Επίσης είναι παραδεκτό, ότι περί ή κατά τις αρχές του 2006 οι Αιτητές διαμαρτυρήθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με τη μονομερή αύξηση της προσαύξησης επιτοκίου σε σχέση με το τρίμηνο libor που ήταν η βάση για τον υπολογισμό του επιτοκίου. Επίσης είναι παραδεκτό, ότι οι Καθ' ης η Αίτηση αρνήθηκαν όλες τις παροτρύνσεις των Αιτητών για εξόφληση του δανείου με πρόταση πληρωμής δόσης που πλησιάζει ή αφορά το υπόλοιπο του δανείου, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους του με αναφορά την προσαύξηση του 1.75%. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνήθηκε κάθε συζήτηση και προσφορά της πληρωμής των ποσών που είχαν προσφέρει οι Αιτητές και επέμεναν ότι μοναδική τους προσφορά, θα ήταν επιμήκυνση του δανείου και των δόσεων με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται μέχρι το 2016 στο ποσό των περίπου €125.
- Σε κάποιο στάδιο η επικοινωνία μεταξύ των μερών διακόπηκε. Η επικοινωνία αποτελματώθηκε ειδικά μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της πληρωμής της προτελευταίας δόσης του δανείου των €
- Επειδή οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή και αρνήθηκαν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό που ζητούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση, τερματίστηκε το δάνειο και οι Καθ' ων η Αίτηση διαμήνυσαν στους Αιτητές ότι θα ασκούσαν μέτρα εναντίον τους συμπεριλαμβανομένου και μέτρα για εκποίηση της υποθήκης που οι Αιτητές είχαν παραχωρήσει στους Καθ' ων η Αίτηση προς εξασφάλιση του δανείου. Η θέση των Αιτητών που προβάλλεται, είναι ότι η συμφωνία που υπέγραψαν με την οποίαν δανείστηκαν το ποσό των €175.000, δεν ήταν το αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ήσαν καταναλωτές και οι Καθ' ων η Αίτηση επαγγελματίες. Είναι θέση τους ότι η συμφωνία, περιέχει άδικους και καταχρηστικούς όρους ως προς τον τρόπο χρέωσης του τόκου, με αποτέλεσμα και ενώ είχαν πληρώσει μέχρι το ποσό των €103.600, να εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €119.400 πλέον τόκους από τις 15/03/
- Η θέση των Αιτητών, είναι ότι η συμφωνία περιέχει απεχθείς και καταχρηστικούς όρους ως προς το επιτόκιο και ότι αυτοί οι όροι της συμφωνίας δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν. Η συμφωνία ως καταναλωτική συμφωνία, έχει ειδικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να εφαρμοστούν πρόνοιες που αφορούν την προστασία του καταναλωτή. Η παρούσα συμφωνία εμπίπτει στις συμφωνίες για τις οποίες πρέπει να υπάρχει προστασία του καταναλωτή ως προνοεί η ευρωπαϊκή οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Σημειώνεται ότι ενόψει της εκκρεμοδικίας στην παρούσα αγωγή, όπου ζητούνται αναγνωριστικής φύσεως διατάγματα σε σχέση με νόμιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει μονομερώς στην αύξηση της προσαύξησης, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προχωρήσει με την αποστολή ειδοποιήσεων με σκοπό την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα, πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
- Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- Την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία.
- Τη διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v. Ethican Ltd.
(1975)AC 396, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο Ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του Ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του Ενάγοντα, δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο Ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas 1 CLR 263
(1983), η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60, δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες, διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτήν τη θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο Ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το παράπονο των Αιτητών, οι οποίοι επικαλούνται την ευρωπαϊκή οδηγία για την προστασία των καταναλωτών, σε σχέση με πρόνοιες της δανειοδοτικής συμφωνίας που δεν έχουν τύχει διαπραγμάτευσης, δεν είναι χωρίς ουσία, καθότι έχουν υποδείξει συγκεκριμένη ρήτρα σύμβασης που είχε άδικο αποτέλεσμα για τους ίδιους και που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Αν προστεθεί το ποσό που οφείλεται μαζί με το ποσό που έχουν ήδη πληρώσει οι Ενάγοντες, προκύπτει ότι το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οφείλεται, είναι πολύ μεγαλύτερο του αρχικού κεφαλαίου και σχεδόν το οφειλόμενο ποσό έχει διπλασιαστεί σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο που δανείστηκαν. Ενώ οι Αιτητές είχαν πληρώσει το ποσό των €165.575 (925Χ179) και ήταν τυπικοί στις δόσεις τους μέχρι και την προτελευταία δόση, εξακολουθούσαν να οφείλουν ποσό που είναι γύρω στα €120.
- (Αφαιρουμένου βέβαια του ποσού των €57.000 που καταβλήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης). Δεν είναι χωρίς ουσία η θέση τους ότι το αποτέλεσμα ρήτρας που επέτρεπε στους Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε μονομερή αύξηση της προσαύξησης, σε σχέση με συγκεκριμένο ποσό χρημάτων που δανείστηκαν, πρόκειται για όρο καταχρηστικό σε καταναλωτική έντυπη τυποποιημένη δανειοδοτική σύμβαση μεταξύ των δανειστών καταναλωτών και της τράπεζας, παρά την απαίτηση καλής πίστης που επιβάλλεται να επιδεικνύει ο επαγγελματίας τραπεζίτης έναντι του καταναλωτή πελάτη του και που δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Δηλαδή εκ του αποτελέσματος που απορρέει για τους καταναλωτές δανειστές η συγκεκριμένη δανειοδοτική συναλλαγή, ήτοι το ότι καλούνται να πληρώσουν μίαν τελευταία δόση €120.000, ενώ ο αριθμός των δόσεων ήταν καθορισμένος και ενώ το χρηματικό ποσό της δόσης δεν είχε προσαρμοστεί, προκύπτει ότι υφίσταται ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιωμάτων των μερών. Το λεκτικό της συμφωνίας, σε σχέση με το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε τέτοιαν αύξηση, δεν είναι καθαρό ως προς το νόημα του. Επίσης αν διαβαστεί η όλη συμφωνία στο σύνολο της, προκύπτει ότι οι διάφορες πρόνοιες τις συμφωνίας είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Επί παραδείγματι, το άρθρο 3 της συμφωνίας, προέβλεπε για 179 δόσεις των €925 και 180η δόση με την οποίαν θα εξοφλήσουν όλο το υπόλοιπο ποσό του δανείου και στην παράγραφο αυτήν, η συμφωνία προνοούσε ότι σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου, η τράπεζα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να αυξάνει ή να μειώνει το ποσό της απομένουσας δόσης ώστε να μην μεταβληθεί η διάρκεια του δανείου και ο αριθμός των δόσεων. Κατά το 2009 που η τράπεζα προχώρησε σε αύξηση του επιτοκίου που θα είχε άμεση επίπτωση στο ύψος του οφειλόμενου ποσού, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησαν σε αύξηση της δόσης ούτως ώστε να μην διαταραχθεί η διάρκεια του δανείου και ο αριθμός των δόσεων, ενώ κάτι τέτοιο θα έπρεπε να γίνει εφόσον η συμφωνία προέβλεπε ότι η δόση θα έπρεπε να προσαρμοστεί παράλληλα με την αύξηση του επιτοκίου. Όταν οι Αιτητές διαμήνυσαν στους Καθ' ων η Αίτηση αυτό το πρόβλημα ενόψει των προνοιών της συμφωνίας και ενώ ήταν υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση να εφαρμόσουν τη συμφωνία ώστε να μην επηρεαστεί η διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου, οι Καθ' ων η Αίτηση αντί να συζητήσουν το ζήτημα ενόψει των συμφωνηθέντων γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, κάλεσαν τους Ενάγοντες να υπογράψουν για να αλλάξουν οι όροι της συμφωνίας ώστε να επιτευχθεί η επιμήκυνση των δόσεων και η διάρκεια του δανείου. Ενώ ο όρος της συμφωνίας 4α προνοεί, "ότι ο τόκος θα υπολογίζεται επί ημερήσιων χρεωστικών υπόλοιπων με επιτόκιο 3 μήνες libor το οποίο θα ισχύει κάθε φορά προσαυξημένο κατά 1.75 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως" στην παράγραφο β της ίδιας παραγράφου 4, προνοείται ότι η τράπεζα δικαιούται "είτε να αυξήσει, είτε να μειώσει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος την περίοδο αναπροσαρμογής του τόκου την προσαύξηση, τον τόκο υπερημερίας κατά την κρίση της και ότι η αλλαγή και η επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημέρα που καθορίζεται στην ανακοίνωση η ειδοποίηση"' Η μία παράγραφος προνοεί το συμβατικό επιτόκιο και στην επόμενη παράγραφο φαίνεται να προβλέπεται ότι στη συνέχεια η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει το επιτόκιο μονομερώς όπως θέλει. Η πιο πάνω πρόνοια φαίνεται να είναι δυσνόητη και έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες που προβλέπονται στη βάση του εδαφίου (α) της παραγράφου 4 επειδή οι Αιτητές δανείστηκαν συγκεκριμένο ποσό χρημάτων και έτσι θα έπρεπε να γνωρίζουν ποιο θα ήταν το αντάλλαγμα για την υπόσχεση των Καθ' ων η Αίτηση να τους δανείσουν το ποσό των €175.
- Το καθορισμένο πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, αφορούσε συγκεκριμένη διάρκεια και συγκεκριμένη δόση που ουδέποτε προσαρμόστηκε ενόψει της αύξησης του επιτοκίου. Επομένως, οι Αιτητές θα ήταν δύσκολο να αντιληφθούν ότι εν τέλει η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να τους χρεώσει σχεδόν διπλάσιο του ποσού που είχαν δανειστεί, επειδή η συμφωνία προνοούσε για την αποπληρωμή του δανείου με συγκεκριμένη δόση με συγκεκριμένο αριθμό δόσεων που δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Επίσης, η συγκεκριμένη πρόνοια στην παράγραφο 4Β είναι τόσο αόριστη, που θα μπορούσε να λεχθεί ότι η τράπεζα στην ουσία θα μπορούσε να χρεώσει κατά την κρίση της οτιδήποτε και να ήθελε, κατά τη διάρκεια του δανείου. Ένας όρος που θα είχε το αποτέλεσμα η τράπεζα να μπορεί να χρεώσει οτιδήποτε τον πελάτη της σε σχέση με την πιστωτική διευκόλυνση που του παραχώρησε, δυνατόν να μην είναι νόμιμος σε καταναλωτική σύμβαση. Ενόψει του γεγονότος ότι οι Αιτητές επικαλούνται την ιδιότητα των καταναλωτών και το ότι η συμφωνία είναι τυποποιημένη και συντάχθηκε από επαγγελματίες τραπεζίτες στα γραφεία τους, πιθανόν να εγείρεται ζήτημα ότι υπάρχει άδικο αποτέλεσμα σε σχέση με τις επιπτώσεις του όρου παράγραφος 4Β της συμφωνίας κατά την εφαρμογή της σύμβασης στον καταναλωτή. Η θέση των Αιτητών είναι λογική επειδή κανείς δεν θα αναλάμβανε την υποχρέωση να αποπληρώσει στην τράπεζα ό,τι αυτή θα αποφάσιζε μονομερώς κατά την κρίση της, ενώ είχε συμφωνήσει να αποπληρώσει συγκεκριμένη δόση και αριθμό δόσεων εάν η συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης επί ίσοις όροις. Υπάρχει ανισορροπία μεταξύ των μερών. Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England Equitable Jurisdiction Volume 47
(2021)par 30 Unconscionable bargains taking advantage of weakness or necessity, επεξηγείται ότι στις περιπτώσεις όπου διακρίνεται η ύπαρξη άδικης συμφωνίας ως αποτέλεσμα της διαπραγματευτικής ανισορροπίας μεταξύ των μερών, δικαιολογείται η μη εφαρμογή της συμφωνίας σε σχέση με τον άδικο και καταχρηστικό όρο. "By reason of the fact that the terms of the contract are more unfavorable to one party than to the other (contractual imbalance) contractual imbalance or inadequacy of consideration is not however in itself a ground for relief in equity, but it may be an element in establishing such fraud as will avoid the transaction of the transaction may be so unconscionable as to afford in itself evidence of fraud". "A bargain cannot be unfair and unconscionable however unless one of the parties to it has imposed the objectionable terms in a morally reprehensible manner, that is to say in a way which affects his conscience as by taking advantage of the weakness or necessity of the other. In order that relief may be given it must be possible for the parties to be restored to their former position and hence a marriage settlement cannot be set aside". Δύο πράγματα χρειάζεται για να αποδειχθούν ώστε να θεωρηθεί ότι ένας όρος δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί, το πρώτο είναι ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας είναι άδικες για ένα από τα μέρη και παράλληλα ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποκτήσει άδικο πλεονέκτημα από την εφαρμογή του κατ' ισχυρισμόν καταχρηστικού όρου της συμφωνίας. Το δεύτερο που πρέπει να καταδειχθεί, είναι ότι οι συγκεκριμένοι όροι που το άλλο μέρος καταγγέλλει ότι είναι καταχρηστικοί, με κάποιον τρόπο έχουν επιβληθεί στο αδύνατο μέρος της συμφωνίας. Ειδικά σε σχέση με υποθήκες η εφαρμογή όρου που επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να ανακτήσει το ακίνητο του που εμπεδώνεται στις αρχές της επιείκειας (equitable right of redemption) δυνατόν να εμπίπτει σε όρο που δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί εάν η εφαρμογή του όρου οδηγεί αντικειμενικά σε αδικία, παρέχει στον τραπεζίτη άδικο πλεονέκτημα και διαφαίνεται ότι ο όρος δεν ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης. Αυτή η αρχή που βασίζεται στις αρχές της επιείκειας, διατυπώνεται συνοπτικά ως ακολούθως στην αγγλική υπόθεση Kragline
(1914)AC 25: "Prima facie the relationship between borrower and lender gives rise to the hypothesis that a mortgagor and mortgagee are not contracting on equal terms. That hypothesis can of course be displaced if the court is satisfied that the parties were really on equal terms. If the hypothesis is not displaced the court takes pains to see that terms of the bargain are not unreasonable, unfair and unconscionable. If the terms are not reasonable there is jurisdiction to remould the transaction so as to enable the borrower to redeem on payment to the lender the original principal, reasonable interest and proper costs and no more". Επειδή αναγνωρίζεται δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη σε θεραπεία στην περίπτωση αδικίας ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η δίκαια ανάκτηση του ακινήτου του, νοουμένου ότι ο ενυπόθηκος δανειστής πληρώσει το κεφάλαιο του δανείου και λογικό επιτόκιο, εκείνο το οποίο εξετάζει το Δικαστήριο ώστε να διαγνώσει τυχόν ζήτημα κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Multiservice Bookbinding Ltd and Others n. Marden (1976 M. No. 1502) 1976 Ch. 84, είναι τα ακόλουθα: "Moreover, equity may give relief against contractual terms in a mortgage transaction if they are oppressive or unconscionable, and in deciding whether or not a particular transaction falls within this category the length of time for which the contractual right to redeem is postponed may well be an important consideration. In the present case no question of this kind was or could have been raised. But equity does not reform mortgage transactions because they are unreasonable. It is concerned to see two things - one that the essential requirements of a mortgage transaction are observed, and the other that oppressive or unconscionable terms are not enforced. Subject to this, it does not, in our opinion, interfere." In commenting on the use of the word "reasonable" by Romer J. in Biggs v. Hoddinott [1898] 2 Ch. 307, Sir Wilfrid Greene M.R. said at p. 459: [1979] Ch. 84 Page 109 "We do not think that the word 'unreasonable' should be interpreted as meaning that the court is to disregard the bargain made by the parties merely because it comes to the conclusion that it is an unreasonable one. A postponement of the right of redemption may be the badge of oppression, or it may be unreasonable in the sense that it renders the right of redemption illusory. We doubt whether Romer J. meant more than this." Είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο, η πιο πάνω δυσνόητη πρόνοια της συμφωνίας που πιθανόν να έρχεται σε αντίθεση με τους άλλους όρους της συμφωνίας, να καταλήγει στο αποτέλεσμα να πληρώνει ο ενυπόθηκος δανειστής υπερβολικό ποσό χρημάτων σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο που δανείστηκε και να μην εξοφλά ποτέ το δάνειο. Τέτοιο αποτέλεσμα συνιστά ανυπέρβλητο και άδικο εμπόδιο στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να ανακτήσει το ακίνητο του, από το βάρος της υποθήκης (Equity of Redemption). Η εν λόγω συμφωνία είναι καταναλωτική σύμβαση υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει ισότητα διαπραγμάτευσης των όρων της συμφωνίας μεταξύ των μερών και έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των όρων καταναλωτικής σύμβασης που προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, έχει παραπέμψει στην υπόθεση C‑143/13‑Matei του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για να προσδιορίσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ρήτρα ως καταχρηστική. Οι περιπτώσεις αυτές σύμφωνα με την απόφαση, είναι αυτές όπου καταχρηστικός όρος που καταγγέλλεται είναι αδιαφανής και μη κατανοητός. Η εν λόγω συμφωνία όντως φαίνεται να είναι θολή ως προς το νόημα της. Με μίαν ανάγνωση του όλου κειμένου της συμφωνίας, ως έχω υποδείξει πιο πάνω, φαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα ότι η εν λόγω συμφωνία δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 5 της ευρωπαϊκής οδηγίας ώστε η υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή να χρεώνει τόκο, να προσδιορίζεται με σαφή και κατανοητό τρόπο στη συμφωνία. Υπό τέτοιες περιστάσεις, δημιουργείται σοβαρό ζήτημα ως προς το κατά πόσο ο ενυπόθηκος δανειστής είχε διαπραγματευτεί τέτοιον όρο στη συμφωνία ώστε να γνώριζε και να συμφώνησε επακριβώς ποιες θα ήταν οι υποχρεώσεις του να πληρώνει το δάνειο, το κεφάλαιο μαζί με τους τόκους του. Φαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διότι με αναφορά το άρθρο 4Β της συμφωνίας. Χωράει ερμηνεία του εδαφίου που επιτρέπει στην τράπεζα να χρεώνει οποιονδήποτε τόκο με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει ο ενυπόθηκος δανειστής τι θα πληρώσει για να εξοφλήσει το δάνειο και να ανακτήσει την περιουσία του. Με βάση το άρθρο 6 της ευρωπαϊκής οδηγίας, προκύπτει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε καταναλωτικές συμβάσεις που συνάπτονται στα κράτη μέλη, καθότι αυτό προνοεί ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταναλωτικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους αν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης το άρθρο αυτό προνοεί ότι τα κράτη μέλη, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να μην αίρεται η προστασία που παρέχει στον καταναλωτή η παρούσα οδηγία εάν επιλέγεται ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση δικαίου τρίτης χώρας αν η σύμβαση έχει στενή σχέση με την επικράτεια των κρατών μελών. Στην υπόθεση Zulina v. Servicios Prescriptor y Medios de Pagos ημερ. 22/09/22 C‑215/21 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επεξήγησε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν νόμους και κανονισμούς ώστε να διασφαλίζεται ότι άδικες και καταχρηστικές πρόνοιες όσον αφορά τη χρέωση του τόκου, σε σχέση με καταναλωτικές συμβάσεις, να μην είναι δεσμευτικά στους καταναλωτές και ότι η σύμβαση θα συνεχίζει να δεσμεύει όλα τα μέρη στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό χωρίς αυτούς τους άδικους και καταχρηστικούς όρους αναφορικά με τη χρέωση επιτοκίου. Οι σκέψεις 36 και 37 της απόφασης πιο κάτω είναι σχετικές: In addition, the Court has stated that the obligation on the Member States to ensure the effectiveness of the rights that individuals derive from EU law, particularly the rights deriving from Directive 93/13, implies a requirement for effective judicial protection, also guaranteed by Article 47 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union, which applies, inter alia, to the definition of detailed procedural rules relating to actions based on such rights (judgment of 10 June 2021, BNP Paribas Personal Finance, C 776/19 to C 782/19, EU:C:2021:470, paragraph 29 and the case-law cited). Directive 93/13 gives consumers the right to apply to a court to have a contractual term declared unfair and disapplied. In that regard, the Court has held that making the decision on the award of costs in such proceedings exclusively dependent on how much has been unduly paid and must be refunded, however, is likely to deter consumers from exercising that right, given the costs which legal action would entail (see judgment of 16 July 2020, Caixabank and Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C 224/19 and C 259/19, EU:C:2020:578, paragraph 98 and the case-law cited). Με την παρούσα αγωγή, οι Αιτητές αυτό ακριβώς επιδιώκουν. Την προστασία του Δικαστηρίου ούτως ώστε να μην έχει εφαρμογή ο όρος της συμφωνίας ως προς τη χρέωση επιτοκίου που θα οδηγήσει σε άδικο και καταχρηστικό αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα να υπάρχει απαράδεκτη παρέμβαση στο δικαίωμα των Αιτητών να ανακτήσουν το ακίνητο τους. Δεν είναι η περίπτωση που οι Αιτητές έχουν παραλείψει να καταβάλουν τις δόσεις τους, ούτε η περίπτωση προσώπων που την τελευταία στιγμή έχουν αποταθεί στο Δικαστήριο για να αρθεί η εκποίηση υποθήκης. Πρόκειται για πρόσωπα που πλήρωναν τις δόσεις τους ανελλιπώς, που συμβουλεύτηκαν ελεγκτή ο οποίος τους ετοίμασε δύο καταστάσεις λογαριασμού, μίαν με το συμβατικό επιτόκιο και δεύτερη, με το επιτόκιο που χρέωναν οι Καθ' ων η Αίτηση στη βάση της αύξησης του επιτοκίου από το 2009 και έχουν υποδείξει ακριβώς ποια ήταν η επίπτωση της εφαρμογής της ρήτρας που θεωρούν ότι είναι καταχρηστική, άδικη και όχι το προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Επίσης φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι η συμφωνία αυτή δεν ήταν το αποτέλεσμα πραγματικής ατομικής διαπραγμάτευσης, καθότι οι Αιτητές ήγειραν το ζήτημα νωρίς από το 2016, έχουν καταχωρήσει αγωγή το 2019 που να αφορά ακριβώς αυτό το ζήτημα, αποτάθηκαν κατ' επανάληψη στους Καθ' ων η Αίτηση για να διαπραγματευτούν τον συγκεκριμένο όρο και να εξηγήσουν τις θέσεις τους και οι Καθ' ων η Αίτηση δεν φαίνεται να ήταν διατεθειμένοι να τους ακούσουν και μοναδική τους πρόταση, ήταν η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου ενώ κάτι τέτοιο φαίνεται να απαγορεύεται ρητώς από τις πρόνοιες της συμφωνίας. Επομένως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που δεν στερείται πειστικότητας ενόψει των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίου νόμου 14/60. ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ Εφόσον πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς ή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, το ακίνητο δυνατό να πωληθεί με τον πλειστηριασμό που οι Καθ' ων η Αίτηση με σπουδή προγραμματίζουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, έχει παραπέμψει στη φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση για να επιχειρηματολογήσει ότι σε κάθε περίπτωση, ό,τι και να γίνει, ακόμα και να έχουν δίκαιο οι Αιτητές για το ζήτημα των παράνομων χρεώσεων, θα υπάρχει η δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών σε χρήμα στην περίπτωση που γίνει λάθος. Ο πιο πάνω συλλογισμός στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, οδηγεί σε εκτροχιασμό του ισοζυγίου της ισορροπίας μεταξύ των μερών επειδή η χρηματική αποζημίωση όταν και αν θα δοθεί, δεν θα είναι αποκατάσταση για τους Αιτητές που δεν ζητούν χρήμα, αλλά αποκατάσταση της νομιμότητας στα πλαίσια της αγωγής και αυτός ήταν και ο λόγος που κατέβαλαν τις €57.066 παρά την εκκρεμοδικία στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Οι Αιτητές έχουν καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας σε σχέση με όρο της συμφωνίας που στην περίπτωση που αυτός ο όρος ερμηνευτεί ότι συνιστά καταχρηστικό όρο με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις στο οφειλόμενο ποσό, να θεωρείται ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό. Ο κατ' ισχυρισμόν καταχρηστικός όρος, αν κριθεί ότι είναι παράνομος, το αθροιστικό αποτέλεσμα θα είναι να μην οφείλεται κανένα ποσό χρημάτων στους Καθ' ων η Αίτηση. Δεν είναι περίπτωση ενυπόθηκων δανειστών που παρέλειπαν να πληρώνουν τις δόσεις τους. Όλες οι δόσεις πλην της τελευταίας, έχουν πληρωθεί σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Παρέμεινε προς εξόφληση η τελευταία 180η δόση που κατ' ισχυρισμόν των Αιτητών, ανέρχεται στο ύψος του ποσού των €57.066. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε. Επομένως αν όντως αποδειχθεί εν τέλει ότι οι Αιτητές έχουν δίκαιο, σε σχέση με τον συγκεκριμένο όρο που τον έχουν ονομάσει καταχρηστικό και μη εφαρμόσιμο όρο, το ακίνητο τους δυνατό να έχει εκποιηθεί και να πωληθεί, ενώ δεν θα οφείλεται κανένα ποσό. Η ζημιά δεν θα είναι μόνο χρηματική, καθότι οι Αιτητές θα έχουν χάσει το δικαίωμα τους να ανακτήσουν το ακίνητο αποπληρώνοντας το κεφάλαιο που έχουν δανειστεί μαζί με το συμβατικό επιτόκιο που είναι δικαίωμα που εμπεδώνεται στις αρχές της επιείκειας. Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικαστεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι αναγκαία η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση Bacardi Co v. Vinco Ltd. 1 ΑΑΔ 788
(1996). «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd. v Muskita Aluminium 1 ΑΑΔ 2015
(2002), καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το Δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον Ενάγοντα, είτε στον Εναγόμενο είτε και στους δύο, εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396, η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. .................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων, είναι η έκταση κατά την οποίαν τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους, δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της Αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνην του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες Αιτήσεις, δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποίαν θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μία δραστηριότητα την οποίαν προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μίας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να την δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα, ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές, ενώ ο Ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν ο Εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του Ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο Εναγόμενος δεν εμποδιστεί. ................................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα Δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον Ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο Εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον Εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του Ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον Εναγόμενο, το Δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο Ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο Εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλην, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του Ενάγοντα να αποζημιώσει τον Εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα, δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο Ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Στην υπόθεση Loucas Panagiotou Estates Ltd. ν Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση Ε203/2013 ημερομηνίας 11/09/2019, το Εφετείο επιβεβαίωσε την αρχή ότι με την ανεπανόρθωτη ζημιά, δεν εννοείται μόνο υλική ζημιά με την αυστηρή της έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοσή του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Δεν είναι αυτόματο συμπέρασμα ότι η απώλεια του ακινήτου δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ήταν λανθασμένη η απόφαση για την πώλησή του. Εκείνος που προβάλλει το επιχείρημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, θα πρέπει να το στοιχειοθετήσει και δεν είναι αρκετό να ισχυριστεί γενικά ο Εφεσείοντας, ότι στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός «θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας» στα χέρια του Εφεσείοντα. Οι Αιτητές δεν έχουν αποταθεί στο Δικαστήριο για θεραπεία την τελευταία στιγμή. Ενώ πλήρωναν ανελλιπώς όλες τις δόσεις του δανείου, ήγειραν το θέμα του παράνομου τοκισμού και ενώ συνέχιζαν να καταβάλλουν όλες τις δόσεις μέχρι την προτελευταία δόση, καταχώρησαν και την παρούσα αγωγή ζητώντας θεραπεία που να αποσκοπεί στην ανατροπή του αποτελέσματος που θα απέφερε η ρήτρα η καταχρηστική. Περαιτέρω, προσέλαβαν πρόσωπο καταρτισμένο σε λογιστικές υπηρεσίες για να ετοιμάσουν ειδική κατάσταση λογαριασμού που δείχνει τη διαφορά μεταξύ της χρέωσης στη βάση του συμβατικού επιτοκίου και των χρεώσεων στη βάση της προσαύξησης που οι Αιτητές καταγγέλλουν ότι πρόκειται για παράνομη και καταχρηστική χρέωση. Προχώρησαν και απέστειλαν αυτές τις καταστάσεις με στοιχεία στους Καθ' ων η Αίτηση για δικό τους προβληματισμό. Στη βάση της αλληλογραφίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, δεν προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προβληματίστηκαν ιδιαίτερα σε σχέση με τις προβληθείσες θέσεις των Αιτητών, ούτε διαπραγματεύτηκαν με τους Αιτητές ώστε να βρεθεί μία λύση στο πρόβλημα. Παρ' όλο που οι Αιτητές από την αρχή δεν ήταν περίπτωση προσώπων που αδιαφόρησαν για τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ενώ είχαν πληρώσει όλες τις δόσεις πλην της τελευταίας ανελλιπώς στη βάση της συμφωνίας και ενώ είχε καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή που αποκλειστικός σκοπός της ήταν η ερμηνεία και η εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου, οι Καθ' ων η Αίτηση χωρίς προειδοποίηση προχώρησαν στην αποστολή ειδοποίησης τύπου I, που αυτό θα είχε το αποτέλεσμα την επιλογή της εξωδικαστηριακής πώλησης του ακινήτου, χωρίς να αποφασιστεί πρώτα η νομιμότητα της συγκεκριμένης ρήτρας που ανάλογα με το αποτέλεσμα της ερμηνείας και της εφαρμογής της ρήτρας, θα καθοριστεί κατά πόσο υπάρχει έστω και €1 οφειλόμενο ποσό. Το ενυπόθηκο ακίνητο στη βάση αιτιολογημένης εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου, είναι χωράφι αξίας €552.000, ενώ η διαφορά των μερών σε χρήμα, είναι περίπου €60.000. Το να πωληθεί ένα ακίνητο που αξίζει πέραν των €500.000 για να ικανοποιηθεί ένα χρέος των €60.000 και ενώ υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας που να αφορά κατά πόσο υπάρχει σήμερα οφειλόμενο ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση, θα προκαλέσει ζημιά στους Αιτητές που δύσκολα θα αποτιμηθεί σε χρήμα. Στην ουσία θα στερηθούν το δικαίωμα τους να ανακτήσουν την περιουσία τους, στην περίπτωση που έχουν δίκαιο και οι Καθ' ων η Αίτηση που έχουν ενεργήσει με σπουδή ούτως ώστε να μην προλάβει το Δικαστήριο να ακούσει τους Αιτητές ως προς τις θέσεις τους στα πλαίσια της αγωγής, θα αποκτήσουν ένα άδικο αποτέλεσμα. Είναι γι' αυτό που θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης που θα ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το Β απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο