← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΑΠΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5365/13, 11/1/2023

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΑΠΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5365/13, 11/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε.Ευθυμίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5365/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα Και 1.ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΑΠΙΟΥ

  1. ΣΩΚΡΑΤΗ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Εναγομενη 1/Αιτήτρια: κ. Κ. Σοφοκλέους Για Καθ' ης η Αίτηση/ Εναγουσα: κα Χατζηγεωργίου με κον Β.Τσαγγαρίδη, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση/ Εναγόμενο 2: κα Γεωργίου για Στυλιανό Χριστοφόρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/1/23 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη 1 (θα αναφέρεται και ως η Αιτήτρια) ζητά την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και να προσθήκη σε αυτής ανταπαίτησης, με σκοπό να προβάλει τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο δωδεκασέλιδο αίτημά της. Καθότι η αίτηση καταχωρήθηκε μια ημέρα πριν την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, το Δικαστήριο άκουσε προφορικά τις ενστάσεις των συνήγορων της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2, αφού κατά κύριο λόγο τέθηκαν ζητήματα που αφορούν τη νομική πτυχή του πράγματος. Συγκεκριμένα, από την Ενάγουσα τονίστηκε το ζήτημα του δεδικασμένου επικαλούμενη την απόφαση που εκδόθηκε την 01/09/2014 στα πλαίσια της αγωγής 1925/07 ενώ παράλληλα προβάλλεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας και υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης. Από πλευράς του Εναγόμενου 2, έμφαση δόθηκε στην πολυπλοκότητα των αιτημάτων που εγείρει η προτεινόμενη νέα υπεράσπιση και ανταπαίτηση, τα οποία μεταβάλλουν πλήρως την αγωγή αλλά και στο ζήτημα της καθυστέρησης στην προώθηση της διαδικασίας. Η αίτηση πρέπει να πω ότι συνοδεύεται από μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, στην οποία επισυνάπτονται και σειρά από Τεκμήρια. Η Αιτήτρια τονίζει την ψυχική της κατάσταση κατά τον χρόνο σύναψης του δανεισμού, επικαλούμενη ψυχιατρική γνωμάτευση αλλά και αποσπάσματα από συμπεράσματα που αφορούν τα ζητήματα διάγνωσης μετατραυματικού stress και άλλων ψυχολογικών καταστάσεων. Συγκεκριμένα, με την αίτησή της ζητά να προστεθούν ισχυρισμοί για δόλο, ψευδείς παραστάσεις και άσκηση ψυχικής πίεσης από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω να αναφερθεί ότι, ήταν κατά τον χρόνο σύναψης των συμφωνιών δανείου ο σύζυγος της Εναγόμενης
  2. Με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά βίας στο πρόσωπό της από πλευράς του Εναγομένου 2, η Αιτήτρια θέτει ότι σε συνεργασία με την Ενάγουσα ο Εναγόμενος 2 κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή της στα πλαίσια της σύναψης συμφωνίας δανείου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων δυνάμει της παλαιάς Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 9/8/13 και επιδόθηκε σε αμφότερους τους Εναγόμενους. Η Εναγόμενη 1- Αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 12/02/2014 και αργότερα περί το ένα έτος, άλλαξε συνήγορο για την υπεράσπισή της. Μετά από αίτηση για απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1, καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης της στις 23/09/
  1. Έκτοτε ακολούθησε η διαδικασία ορισμού της υπόθεσης, έχουν γίνει αποκαλύψεις εγγράφων και η Εναγόμενη 1 προέβη σε μια ογκωδέστατη και λεπτομερέστατη αποκάλυψη εγγράφων, μέσω του τότε δικηγόρου της κύριου Τσίγκη, στις 07/11/
  2. Ακολούθως και μετά την ολοκλήρωση αυτών των διαδικασιών, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε τακτές ημερομηνίες, όπου και αναβαλλόταν είτε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, είτε μετά από αιτήματα των δύο πλευρών. Εν τω μεταξύ, η Εναγόμενη 1 αντικατέστησε τις υπηρεσίες του συνηγόρου της με νέο συνήγορο, ο οποίος την υπερασπίστηκε και σε ενδιάμεση αίτηση, όπου ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε ειδοποίηση Συνεναγομένου εναντίον της Εναγόμενης 1 και η οποία δεν προωθήθηκε. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι, στα πλαίσια εκείνης της ενδιάμεσης αιτήσεως, η Εναγόμενη 2 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, στην οποία αναφέρει μερικά από τα γεγονότα που τίθενται σήμερα στην αίτηση που έχει κάνει για τροποποίηση της υπεράσπισης. Ακολούθησαν ακόμα δύο αιτήσεις τροποποίησης, η μία παρέμεινε χωρίς προώθηση και εγκαταλείφθηκε, η άλλη απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, όταν κατά την ημέρα ακρόασης της αιτήσεως η Αιτήτρια (που τότε εκπροσωπούσε τον εαυτό της) δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτά σε σχέση με το περιεχόμενο του φακέλου και την μέχρι τώρα πορεία της υπόθεσης. Τώρα στρέφομαι στην υπό εξέταση αίτηση. Αρχικά πρέπει να πω ότι η Εναγόμενη 1 και Αιτήτρια στην παρούσα, επιμελώς δεν αναφέρει στην ένορκή της δήλωση πότε και με ποιον τρόπο φάνηκε η αναγκαιότητα για τροποποίηση της υπεράσπισης. Επί της ουσίας, επικαλείται δύο λόγους για τους οποίους η υπεράσπιση κρίνεται αναγκαία. Ο πρώτος αφορά την επιτακτική ανάγκη για την σωστή διατύπωση των ισχυρισμών που επιθυμεί να θέσει στην πλευρά των μαρτύρων των Εναγόντων για αντεξέταση και/ή ικανοποιητική προώθηση της υπεράσπισής της, ο δεύτερος αφορά την παρουσίαση της δικής της κατάστασης τόσο οικογενειακής όσο και προσωπικής τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύναψης των συμφωνιών όσο και προγενέστερα. Επί τούτων μάλιστα, υπάρχει και κείμενο ανταπαίτησης το οποίο αν και περιλαμβάνει λεκτικά την Ενάγουσα στο κείμενό της, στην ουσία φαίνεται να στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου 2 για ψυχική βλάβη και για τις ζημιές τις οποίες υπέστηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Προκύπτει κατά τρόπο σαφέστατο από την ανάγνωση του κειμένου με το οποίο η Εναγόμενη 1 επιθυμεί να αντικαταστήσει στην ουσία όλο το κείμενο της καταχωρημένης υπεράσπισή της, ότι η βάση του παραπόνου της στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου 2 και πρώην συζύγου της. Ο τρόπος με τον οποίον εμπλέκεται η Ενάγουσα στην πορεία της εξέλιξης των πραγμάτων, έχει ανακατευθεί με τις αναφορές σε σχέση με τις οικογενειακές υποθέσεις των Εναγομένων 1 και 2, προβάλλοντας ακροθιγώς και θέσεις περί γνώσεων της Ενάγουσας οι οποίες σήμερα περιορίστηκαν σε ό, τι αφορούν μόνο το ζήτημα της συμφωνηθείσας αποπληρωμής δανείου. Θεωρώ ότι η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί και η προσπάθεια τροποποίησης αυτής της εμβέλειας στην ουσία λειτουργεί ως έκθεση απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον του Εναγόμενου 2 και σίγουρα δεν είναι αυτό το ορθό δικονομικό μέτρο με το οποίο μπορεί να προωθηθεί. Οι όποιοι ισχυρισμοί περί της συμπεριφοράς της Ενάγουσας ή των υπαλλήλων αυτής σε ό, τι αφορά την ανάμειξή τους και τις διαβεβαιώσεις που έδωσαν στην Εναγόμενη, φαίνεται ότι αποτέλεσαν το αντικείμενο της υπόθεσης 1925/07 όταν η Εναγόμενη 1 κινήθηκε εναντίον της Ενάγουσας με αγωγή, ζητώντας την ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας. Φυσικά αυτό τίθεται ως παρεμφερές ζήτημα, αφού για τις αξιώσεις και τους ισχυρισμούς που η Εναγόμενη 1 ζητά να προστεθούν με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψής τους στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε το
  3. Όλα τα γεγονότα στα οποία η Εναγόμενη 1 αναφέρεται στα πλαίσια της Ένορκης της Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης της ανεξαιρέτως αφορούν χρονικά σημεία που ξεκινούν από το 2000 και φτάνουν μέχρι την καταχώρηση της αγωγής που προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και φυσικά της καταχώρησης της υπεράσπισης από μέρους της Εναγόμενης
  4. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση για την καθυστέρηση στην προώθηση αυτής της αίτησης υπό το φως των δεδομένων αλλά ούτε και εξήγηση για τον λόγο που προκύπτει αναγκαιότητα συμπερίληψής τους στο δικόγραφο της Εναγομένης. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία αιτιολόγηση του διαρρεύσαντος χρόνου μέχρι τη διαπίστωση ότι επιθυμεί η Εναγόμενη 1 την τροποποίηση της υπεράσπισής της ειδικότερα αναλογιζόμενη τις πολλές ενδιάμεσες διαδικασίες που έγιναν στα πλαίσια της υπόθεσης. Η γενική κατάσταση πραγμάτων και η συγκεκριμένη αναφορά γεγονότων διάρκειας ετών, γενικώς και αορίστως, θα εκτροχιάσει πλήρως την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Αφορά στην ουσία, ως έχω προαναφέρει, έκθεση απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον του Εναγόμενου 2 και όχι υπεράσπιση της στην απαίτηση της Εναγουσας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου απολήγουν στην κατά κύριο λόγο πολυετή καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης χωρίς την όποια ή επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση αυτή και ειδικότερα δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των ισχυρισμών της Εναγομένης
  5. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Επί αυτής της κατάληξης, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 η οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης είναι διαφορετικά καθότι εδώ παρατηρείται πολυετής και παντελής έλλειψη αιτιολόγησης για πλείστα των ζητημάτων τα οποία ήταν γνωστά στην Εναγομένη 1 πολύ πριν την καταχώριση της Αγωγής και την καταχώριση της Υπεράσπισης της. Η όποια αιτιολόγηση μπορεί να κριθεί ότι προκύπτει για τα υπόλοιπα καταρρίπτεται και δεν κρίνεται επαρκής να προσφέρει μια γνήσια και, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, επαρκή δικαιολογία για την τόση καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης ακόμα και αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή αποτελεί πανομοιότυπη αίτηση με αυτήν που καταχωρήθηκε το
  2. Τέλος το Δικαστήριο συνεκτιμά το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2013 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αιτήσεως και ειδικά η στάση της Εναγόμενης 1, αναπόφευκτα πλήττει τα δικαιώματα της Ενάγουσας αλλά και του Εναγόμενου 2, που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την κατάλληλη έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτά θα επιδικαστούν εναντίον της Εναγόμενης 1 και υπέρ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Ε. Ευθυμίου,Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.