← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ν. HILARION HOTEL ENTERPRISES LTD, εμπορευόμενοι με την εμπορική επωνυμία «ASTY HOTEL» κ.α., Αρ. Αγωγής: 5788/2015, 7/3/2023

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ν. HILARION HOTEL ENTERPRISES LTD, εμπορευόμενοι με την εμπορική επωνυμία «ASTY HOTEL» κ.α., Αρ. Αγωγής: 5788/2015, 7/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A13 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5788/2015 ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ Ενάγοντες v.

  1. HILARION HOTEL ENTERPRISES LTD, εμπορευόμενοι με την εμπορική επωνυμία «ASTY HOTEL»
  2. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
  3. ΜΥΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
  4. ΕΥΗ ΜΑΓΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 07 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ε. Σατράκη Για Εναγόμενους: κ. Χ. Μάγος μαζί με κα Σ. Δημητριάδου για Ανδρέας Χρ. Μάγος & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Δικογραφία Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €26.439, ως υπόλοιπο λογαριασμού για δικαιώματα διανυκτέρευσης ξενοδοχείου, πλέον το ποσό των €2.643 που αντιστοιχεί σε επιβάρυνση ίση με 10% επί των οφειλόμενων ποσών καθώς επίσης νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι Εναγόμενοι ενάγονται ως διευθυντές και/ή υπεύθυνοι της επιχείρησης και/ή ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι και/ή ενοικιαστές και/ή διαχειριστές του ξενοδοχείου με την επωνυμία «ASTY HOTEL», το οποίο αναφέρεται ότι βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων, για τέλη διανυκτέρευσης που τους επέβαλαν και επιβάλλουν οι Ενάγοντες, τα οποία καθορίστηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο στο ποσό των €0,62, για κάθε πρόσωπο και για κάθε νύχτα διαμονής του στο πιο πάνω ξενοδοχείο. Για το σκοπό αυτό οι Ενάγοντες διατηρούν λογαριασμό στο όνομα του ξενοδοχείου, με τον οποίο χρεώνουν τα τέλη που αντιστοιχούν ανά μήνα στις διανυκτερεύσεις που οι Εναγόμενοι δηλώνουν ότι είχαν στο εν λόγω ξενοδοχείο και πιστώνουν τον λογαριασμό αυτό με όλες τις πληρωμές που διενεργούν οι Εναγόμενοι έναντι των τελών που τους επιβάλλονται. Μετά από χρεωπιστώσεις που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό κατά την περίοδο 01/01/2005 - 31/12/2014, το υπόλοιπό του ανερχόταν στις 31/12/2014 στο συνολικό ποσό των €26.439, το οποίο οι Εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων, αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να καταβάλουν και, για το λόγο αυτό, υποχρεούνται να πληρώσουν επιπλέον το ποσό των €2.643, το οποίο συνιστά την πρόσθετη επιβάρυνση προς 10% επί των οφειλόμενων ποσών. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν κοινή έκθεση υπεράσπισης. Με αυτήν προβάλλεται ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ουδέν ποσό συμφώνησαν να πληρώσουν και/ή έχουν τιμολογηθεί από τους Ενάγοντες και ότι αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αυτό είναι από την Εναγόμενη 1, η οποία, εν πάση περιπτώσει, απορρίπτει την αξίωση των Εναγόντων. Ενώ είναι παραδεχτή η σύσταση των Εναγόντων, ότι δηλαδή αυτοί αποτελούν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που συστάθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85, (ο Νόμος), προβάλλεται ότι τα τέλη που σύμφωνα με το Νόμο πρέπει να πληρώνει η Εναγόμενη 1 για κάθε πρόσωπο σε σχέση με κάθε νύχτα διαμονής είναι το ποσό των 0,9 σεντ Κύπρου και προβάλλεται, επίσης, ότι το Δημοτικό Συμβούλιο ουδέποτε κοινοποίησε στην Εναγόμενη 1 την απόφαση του ότι το ποσό θα ήταν €0,
  5. Σε σχέση με την διατήρηση του αναφερόμενου λογαριασμού, καταλογίζεται στους Ενάγοντες ότι δεν έπραξαν με βάση τη νομοθεσία και ότι ουδέποτε όρισαν χρόνο και τρόπο καταβολής των τελών, ουδέποτε όρισαν τρόπο και τόπο επιθεώρησης και ελέγχου των εντύπων και βιβλίων που σχετίζονται με την καταβολή τελών διανυκτέρευσης και ότι ουδέποτε τιμολόγησαν την Εναγόμενη 1 με τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης ποσά. Προβάλλεται, ακόμα, από την Εναγόμενη 1, ότι πολλά άτομα επισκέπτονταν το ξενοδοχείο χωρίς να διανυκτερεύσουν αλλά ξεκουράζονταν για λίγες ώρες και είναι η θέση της ότι με τα ποσά που πληρώθηκαν μέχρι τις 11/08/2015 εξοφλήθηκαν όλες οι μέχρι τότε διανυκτερεύσεις. Καταχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση, με την οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί και οι θέσεις των Εναγομένων και στην οποία αναφέρεται ότι οι χρεώσεις στον λογαριασμό έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και ότι τα αξιούμενα ποσά είναι απολύτως δικαιολογημένα εφόσον αφορούν τέλη τα οποία υπολογίστηκαν με βάση τις καταστάσεις κατειλημμένων δωματίων που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι εφοδίαζαν τους Ενάγοντες. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες, τον λογιστικό τους λειτουργό (Μ.Ε.1) και τη δημοτική ταμία (Μ.Ε.2), ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 και, κατά την εξέλιξη της δίκης, κατατέθηκαν συνολικά 11 Τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Α) είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων από το
  6. Μεταξύ των καθηκόντων του, ανέφερε ότι είναι η καταγραφή των διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο ASTY HOTEL που διαχειρίζεται η Εναγόμενη 1, το οποίο βρίσκεται στα δημοτικά όρια των Εναγόντων, με σκοπό την χρέωση και καταβολή των τελών διανυκτέρευσης σύμφωνα με το Νόμο. Ανέφερε ακόμα ότι στην Εναγόμενη 1 ανήκει η εμπορική επωνυμία ASTY HOTEL και ότι διευθυντές της είναι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, ζητήματα για τα οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 σχετική έρευνα από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών. Περαιτέρω, παρουσίασε ως Τεκμήρια 2 - 6 τις καταστάσεις διανυκτερεύσεων στο πιο πάνω ξενοδοχείο για τα έτη 2005 - 2014, με τις οποίες, όπως είπε, οι Εναγόμενοι ενημέρωναν γραπτώς τους Ενάγοντες για τις διανυκτερεύσεις στο πιο πάνω ξενοδοχείο, ανά μήνα και ανά έτος, προσδιορίζοντας για την κάθε κατάσταση πότε και με ποιο τρόπο αυτή παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες. Ανέφερε επίσης ότι αφού παραλάμβανε τις εν λόγω καταστάσεις, τις παρέδιδε στην Μ.Ε.2, η οποία ενημέρωνε το μητρώο καταχωρήσεων διανυκτερεύσεων που διατηρούν οι Ενάγοντες και προχωρούσε σε ανάλογες χρεώσεις, σύμφωνα με το Νόμο. Στη συνέχεια, όπως είπε, η Μ.Ε.2 τον ενημέρωνε για το χρεωστικό υπόλοιπο και ο ίδιος με τη σειρά του ενημέρωνε τον Εναγόμενο 2, σημειώνοντας ότι, πέραν των προφορικών ενημερώσεων που έκανε, στάληκαν και επιστολές στους Εναγόμενους, οι οποίοι από καιρό σε καιρό κατέβαλλαν διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού τους, χωρίς όμως να έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι της απαίτησης των Εναγόντων από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι από το 2015 επισκέπτεται ο ίδιος το ξενοδοχείο, ελέγχει, υπογράφει και σφραγίζει ένα βιβλίο οπότε και εισπράττει την πληρωμή για τις διανυκτερεύσεις, οι οποίες, όπως ανέφερε, τους αποστέλλονται προηγουμένως από το ξενοδοχείο με φαξ για κάθε τριμηνία. Ανέφερε επίσης ότι από το 2005 μέχρι και το 2015 το ξενοδοχείο επισκέπτονταν άλλος συνάδελφος του, ο οποίος έχει αφυπηρετήσει, δεν γνώριζε όμως αν αυτός υπόγραφε και σφράγιζε το βιβλίο, όπως ο ίδιος κάνει από το 2015 όταν επισκέπτεται το ξενοδοχείο. Περαιτέρω, επανέλαβε ότι οι χρεώσεις των διανυκτερεύσεων γίνονταν από την δημοτική ταμία μετά τις καταστάσεις που έδιδε στους Ενάγοντες το ξενοδοχείο και ανέφερε ότι, για αυτές τις χρεώσεις δεν υπάρχει τιμολόγιο, σημειώνοντας παράλληλα ότι μέχρι το 2004 οι πληρωμές διανυκτερεύσεων γίνονταν με την ίδια διαδικασία που έγιναν οι χρεώσεις από το
  7. Η Μ.Ε.2 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Β) είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων από το
  8. Ανάμεσα στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται, όπως ανέφερε, η τήρηση του μητρώου καταχωρήσεων των διανυκτερεύσεων των ξενοδοχείων που βρίσκονται στα δημοτικά όρια των Εναγόντων και η τήρηση λογαριασμού των χρεώσεων και πιστώσεων σε σχέση με τα τέλη διανυκτερεύσης. Ανέφερε ότι το ξενοδοχείο δύο αστέρων ASTY HOTEL, το οποίο βρίσκεται στα δημοτικά όρια των Εναγόντων, ενημέρωνε γραπτώς, μέσω των διευθυντών ή υπαλλήλων του, τους Ενάγοντες για τις διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο ανά μήνα και ανά έτος. Όπως είπε, οι καταστάσεις αυτές κατέληγαν στην ίδια, η οποία με τη σειρά της ενημέρωνε το σχετικό μητρώο, σύμφωνα με τις διανυκτερεύσεις, όπως αυτές καταγράφονταν αποκλειστικά από τους Εναγομένους και, ακολούθως, χρέωνε την κάθε διανυκτέρευση προς £0,36 μέχρι και το 2007 και από το 2008 προς €0,62, σύμφωνα με τον Πέμπτο Πίνακα του Νόμου, ενώ, αντίστοιχα, πίστωνε την κατάσταση κάθε έτους με τις εισπράξεις έναντι των χρεώσεων οπότε και προέκυπτε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό κάθε έτους. Σημείωσε ότι το πιο πάνω ξενοδοχείο είναι το μοναδικό ξενοδοχείο εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τις σελίδες του πιο πάνω μητρώου για τα έτη 2005 μέχρι 2014, ως Τεκμήριο 8 τον Λογαριασμό Γενικού Καθολικού, χρεώστες τελών διανυκτέρευσης, στον οποίο ανέφερε ότι φαίνονται οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις και πιστώσεις, και ως Τεκμήριο 9 ένα συνοπτικό πίνακα που ετοίμασε η ίδια, για εύκολη αναφορά, αναφορικά με τις διανυκτερεύσεις του εν λόγω ξενοδοχείου, στον οποίο φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από το έτος 2005 μέχρι και το 2014 καθώς και το υπόλοιπο που προκύπτει, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €26.438,
  9. Όπως είπε, για τις χρεώσεις και το οφειλόμενο από τους Εναγόμενους ποσό, ενημέρωνε πάντα τον Μ.Ε.1, ο οποίος είχε συχνή επικοινωνία με τους Εναγομένους, κυρίως με τον Εναγόμενο 2, προκειμένου να καταβάλουν οι Εναγόμενοι τα οφειλόμενα τέλη διανυκτερεύσης. Πέραν των τηλεφωνικών και προσωπικών ενημερώσεων, ανέφερε ότι έχουν σταλεί στους Εναγομένους και οι επιστολές ημερομηνίας 17/10/2006, 02/06/2008, 13/02/2015 και 20/07/2015 (τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 10), με τις οποίες καλούνταν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με τις εν λόγω εκκλήσεις των Εναγόντων, αυτά, όπως είπε, επιβαρύνονται με πρόσθετη επιβάρυνση 10%, σύμφωνα με το Νόμο. Ανέφερε, επίσης, ότι από την καταχώριση της αγωγής μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι ουδέν ποσόν πλήρωσαν έναντι της απαίτησης των Εναγόντων και εξακολουθούν να οφείλουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, πλέον €2.643 ως πρόσθετη επιβάρυνση, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Ε.2, ανέφερε ότι το ποσό που οφείλεται για τις διανυκτερεύσεις και τα ποσά που εισπράχθηκαν αναφορικά με αυτές είναι από τους Εναγομένους
  10. Ανέφερε, ακόμα, ότι ο συνάδελφος της που επισκέπτονταν το ξενοδοχείο για τις διανυκτερεύσεις των επίδικων ετών έχει αφυπηρετήσει και ότι, εξ όσων γνωρίζει, δεν σφράγιζε ούτε υπόγραφε τα βιβλία της Εναγόμενης 1, αλλά πήγαινε και ζητούσε τις καταστάσεις διανυκτερεύσεων και αν του παρουσίαζαν βιβλία τα έβλεπε και αυτά. Όσον αφορά τις διανυκτερεύσεις του έτους 2005 συμφώνησε ότι οι αριθμοί κάποιων μηνών του εν λόγω έτους που αναφέρονται στα Τεκμήρια 2 και 3 είναι διαφορετικοί, σημειώνοντας ότι έλαβαν υπόψη τους αριθμούς της κατάστασης διανυκτερεύσεων που στάληκε πρώτη, το 2006 (ως το Τεκμήριο 2), βάσει της οποίας έγιναν και οι αντίστοιχες εγγραφές στο μητρώο των Εναγόντων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ως προς τις χρεώσεις που έγιναν με βάση το Τεκμήριο 7 δεν στάληκε οποιοδήποτε τιμολόγιο στο ξενοδοχείο, αφού η διαδικασία που ακολουθείτο δεν προνοούσε την έκδοση τιμολογίων, προσθέτοντας ότι ούτε και μέχρι σήμερα εκδίδονται τιμολόγια για αυτά που πληρώνονται. Επιπλέον, εξήγησε τις χρεοπιστώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 7, αναφέροντας ότι οι χρεώσεις των τελών γινόταν με βάση τις διανυκτερεύσεις που ζητούσαν από (και τους παρουσίαζε) το ASTY HOTEL και σημείωσε ότι μετά από σταδιακές πληρωμές που έγιναν, ως οι εισπράξεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 9, έχουν εξοφληθεί οι οφειλές διανυκτερεύσεων για τα έτη 2005 και
  11. Κατά την επανεξέτασή της, ανέφερε ότι, εκτός από τις διανυκτερεύσεις, δεν υπήρχε άλλος λόγος να τους αποστέλλονταν αριθμοί από το ξενοδοχείο και, περαιτέρω, διευκρίνισε, ότι η διαδικασία που ακολουθείτο πριν το 2005 σε σχέση με τον τρόπο χρέωσης των διανυκτερεύσεων ήταν η ίδια με εκείνη που τηρήθηκε για τα επίδικα έτη και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο πριν το 2005 εφόσον αυτό είχε εξοφληθεί. Ο Εναγόμενος 2 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Γ) είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης
  12. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι ουδέν ποσό οφείλεται στους Ενάγοντες για τις περιόδους που αφορούν τα αξιούμενα ποσά επειδή, πριν την καταχώριση της υπεράσπισης των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες δεν ακολουθούσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 85 (ια) του Νόμου διαδικασία για την χρέωση των τελών διανυκτέρευσης του ξενοδοχείου, αφού δεν επισκέπτονταν για το σκοπό αυτό το ξενοδοχείο, προβαίνοντας σε επιθεώρηση και έλεγχο στο βιβλίο και στις καταστάσεις διανυκτερεύσεών του. Έπρεπε να γίνεται, κατά τον ίδιο, αυτός ο ουσιώδης έλεγχος από τους Ενάγοντες στις πρόχειρες καταστάσεις που τους απέστελλαν (όπως τέτοιες είπε ότι είναι και οι καταστάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 - 6) επειδή, πέραν του ότι άτομα κάτω των 10 ετών δεν πληρώνουν διανυκτέρευση, πάρα πολλά δωμάτια ήταν κατειλημμένα για λίγες ώρες από άτομα που επισκέπτονταν το ξενοδοχείο για μικρής διάρκειας διαμονή (short stay) και όχι για να διανυκτερεύσουν. Τέτοιος έλεγχος, όπως είπε, ακολουθείται από τους Ενάγοντες μετά την καταχώριση της υπεράσπισης των Εναγομένων, οπότε και οι Ενάγοντες προβαίνουν σε τακτικό έλεγχο των διανυκτερεύσεων στην Εναγόμενη 1, κατόπιν επίσκεψης του Μ.Ε.1 ο οποίος ελέγχει τα βιβλία της Εναγόμενης 1, τα υπογράφει και τα σφραγίζει με την σφραγίδα των Εναγόντων, όπως ισχυρίστηκε ότι προκύπτει από τις ελεγμένες και πιστοποιημένες από τον Μ.Ε.1 καταστάσεις κατειλημμένων δωματίων για τα έτη 2015 - 2021, τις οποίες παρουσίασε ως Τεκμήριο
  13. Αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι αντινομικά ενάγεται ο ίδιος και οι αδερφές του, Εναγόμενες 3 και 4, εφόσον αυτοί δεν έχουν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό των Εναγόντων, ο δε χειρισμός και έλεγχος του ξενοδοχείου γίνεται από την Εναγόμενη 1 και, έτσι, αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό τούτο είναι από την Εναγόμενη
  14. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι καταστάσεις Τεκμήρια 2 - 6 ετοιμάστηκαν από υπάλληλο του ξενοδοχείου και αφορούν αριθμούς κατειλημμένων δωματίων ανά μήνα και όχι αριθμούς διανυκτερεύσεων. Ανέφερε επίσης ότι το Τεκμήριο 3 περιλαμβάνει αναθεωρημένη κατάσταση για το έτος 2005, την οποία έστειλαν στους Ενάγοντες όταν έμαθαν από κάποιον επιθεωρητή του ΚΟΤ ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν τέλη για διαμονές μικρής διάρκειας στο ξενοδοχείο και ανέφερε, ακόμα, με βεβαιότητα, ότι οι καταστάσεις Τεκμήρια 2 - 6 δεν είναι ορθές αφού, από λάθος του υπαλλήλου τους, περιλαμβάνουν και διαμονές μικρής διάρκειας, γι' αυτό και, όπως είπε, έστειλε επιστολή στους Ενάγοντες αναφέροντας τους ότι αυτές πρέπει να διορθωθούν, όμως δεν έστειλαν διορθωμένες καταστάσεις επειδή οι Ενάγοντες δεν τους τις ζήτησαν και τους κίνησαν αγωγή. Εκτός από την επιστολή ημερομηνίας 20/07/2015, ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά είδε τις υπόλοιπες επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10 και αρνήθηκε την παραλαβή τους ενώ ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό μετά τον Ιούλιο του 2015 έναντι του ποσού που τους ζητήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 20/07/
  15. Κατά την επανεξέταση του, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες η οποία να αναφέρει το ποσό που πρέπει να πληρώνουν για κάθε διανυκτέρευση και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που έστειλαν τις αναφερόμενες πρόχειρες καταστάσεις στους Ενάγοντες ήταν «για να ελέγξουν να έρθουν να τα δουν, να τα περάσουν», αναφέροντας, περαιτέρω, ότι μόλις ανακάλυψαν ότι δεν έπρεπε να πληρώνονται οι διαμονές μικρής διάρκειας, σταμάτησαν να πληρώνουν. Γ. Αποδεκτότητα μαρτυρίας Εναγόντων Με την αγόρευση των συνηγόρων των Εναγομένων εγείρεται ζήτημα αποδεκτότητας της μαρτυρίας των Εναγόντων. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 παρουσιάστηκε αντίθετα με τις πρόνοιες του άρθρου 131 του Νόμου[1] αφού ουδείς εκ των εν λόγω μαρτύρων ήταν ή αναφέρει ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες, ούτε προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο από τον Δήμαρχο που να του δίδει άδεια να εκπροσωπήσει τους Ενάγοντες ενώπιον του Δικαστηρίου και κανένας από αυτούς δεν κατέχει τη θέση του Δημοτικού Γραμματέως στους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, καταλήγει η εισήγηση ότι η μαρτυρία των Εναγόντων δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η πιο πάνω θέση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Αφενός, το ότι στην μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν έγινε αναφορά στο ζήτημα της εξουσιοδότησης τους από τους Ενάγοντες δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε διαπίστωση ότι αυτοί δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από τους τελευταίους, τη στιγμή μάλιστα που ένα τέτοιο ζήτημα δεν ετέθη κατά την αντεξέταση τους, δίδοντας τους την ευκαιρία να τοποθετηθούν. Κατά δεύτερον, η πιο πάνω θέση δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 131 του Νόμου, στις πρόνοιες του οποίου πουθενά δεν προβλέπεται ότι λειτουργοί στην υπηρεσία των Εναγόντων (όπως εν προκειμένω είναι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2) θα πρέπει να παρουσιάζουν έγγραφη εξουσιοδότηση του Δημάρχου για να μαρτυρούν εκ μέρους των Εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, μαρτυρία ενός προσώπου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνιστά «διαδικαστική πράξη», εμπίπτουσα, έτσι, στις πρόνοιες του άρθρου 131 του Νόμου, και η θεώρηση αυτή βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με την νομολογία[2], σύμφωνα με την οποία για να δοθεί κάποια μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν απαιτείται εξουσιοδότηση από οιονδήποτε, πολύ δε περισσότερο όταν ένας μάρτυρας καταθέτει για γεγονότα σε σχέση με τα οποία έχει ιδία γνώση. Ως τέτοιοι μάρτυρες παρουσιάστηκαν, εν προκειμένω, οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, δίδοντας μαρτυρία για γεγονότα που ανέφεραν ότι γνώριζαν στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία των Εναγόντων καθώς και της εμπλοκής που ο καθένας τους ανέφερε ότι είχε στη διαδικασία επιβολής των τελών διανυκτέρευσης που διεκδικούνται με την παρούσα αγωγή, καταθέτοντας παράλληλα συναφή έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, η μαρτυρία των Εναγόντων κρίνω ότι αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, υποκείμενη, βεβαίως, σε αξιολόγηση και, έτσι, η περί του αντιθέτου εισήγηση της πλευράς των Εναγομένων απορρίπτεται. Δ. Η Αξιολόγηση των Μαρτύρων Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, στο βαθμό που αυτή αφορά τα αμφισβητούμενα και επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης[3], με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[4] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη[5], με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης[6]. Το Δικαστήριο, έχοντας ακούσει και εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι οι μάρτυρες των Εναγόντων κατέθεσαν με πάσα ειλικρίνεια και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αμφότεροι έκαμαν απόλυτα θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας ο καθένας τους την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι προσπάθησε έντιμα να παραθέσει την δική του γνώση και εμπλοκή στην υπόθεση, με αναφορά και στα έγγραφα που ήταν υπόψη του ή τα οποία είχε στην κατοχή του σε σχέση με αυτήν, τα οποία και κατέθεσαν ως Τεκμήρια. Με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους, δίδοντας μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας τους σε συνάρτηση και με τον βαθμό εμπλοκής που ο καθένας τους είχε στο πλαίσιο αυτό στην παρούσα υπόθεση, χωρίς παράλληλα οποιοσδήποτε από αυτούς να προσπαθήσει να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος των Εναγόντων. Ο καθένας τους εξήγησε το βαθμό εμπλοκής και γνώσης του στα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε η μαρτυρία του, απαντώντας παράλληλα με σαφήνεια, ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία οποιουδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της και, στην μεγαλύτερη της έκταση, δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 είναι συμπαγής και στηριγμένη στο συναφές και αναντίρρητο περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και είναι αληθοφανής. Αποδέχομαι, συναφώς, την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως πλήρως αξιόπιστη, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Εναγόμενο 2, ο οποίος δεν προκάλεσε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα προσώπου ο οποίος παρουσιάστηκε επιτηδευμένα, με σκοπό να μαρτυρήσει όχι για να αναφέρει την αλήθεια αλλά με τρόπο που θεωρούσε ή ευελπιστούσε ότι έτσι θα προκαλείτο κενό στην υπόθεση των Εναγόντων, ώστε αυτός και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι να αποφύγουν της αποδιδόμενης σε αυτούς ευθύνη για την πληρωμή του επίδικου χρέους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Εναγόμενος 2 υπέπεσε κατά την μαρτυρία του σε ουσιώδεις αντιφάσεις, παρουσιάζοντας γενικότερα μία εκδοχή η οποία είναι αναληθοφανής και η οποία χαρακτηρίζεται από ασάφειες, κενά, γενικόλογους και εκ των υστέρων ισχυρισμούς. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε, αφενός, ότι για τις περιόδους που αφορά το χρέος της παρούσας αγωγής ουδέν ποσό οφείλεται στους Ενάγοντες επειδή οι τελευταίοι δεν ακολουθούσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 85 του Νόμου διαδικασία, παραθέτοντας μάλιστα σε γενικές γραμμές τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Παρά το ότι παρουσίασε την εικόνα προσώπου ο οποίος γνωρίζει τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όταν του υποβλήθηκε ότι αυτές παρέχουν δικαίωμα και όχι υποχρέωση στους Ενάγοντες να προβαίνουν σε επιθεώρηση και έλεγχο των βιβλίων που αφορούν τις διανυκτερεύσεις, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τί λέει ο Νόμος και ότι οι δικηγόροι του του είπαν ότι έπρεπε ο Δήμος να έρχονταν στο ξενοδοχείο, κατόπιν συνεννόησης μαζί του. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι από την καταχώριση της υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή, «τα πράγματα έχουν αλλάξει, ο Δήμος ακολουθεί το Νόμο κατά πόδας και προβαίνει σε τακτικό έλεγχο των διανυκτερεύσεων εις την Εναγόμενη 1.», εφόσον ο Μ.Ε.2 επισκέπτεται το ξενοδοχείο και προβαίνει σε τακτικό έλεγχο των βιβλίων, τα οποία υπογράφει και σφραγίζει. Εντούτοις, από το Τεκμήριο 11, το οποίο ο Εναγόμενος 2 κατέθεσε, θεωρώντας ότι έτσι θα προσέδιδε κάποια βαρύτητα στην εν λόγω θέση του, προκύπτει ως πρώτη ημερομηνία ελέγχου ο Μάρτιος του 2015, ενώ η υπεράσπιση των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εννέα μήνες μετά, δηλαδή στις 11/12/
  16. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 χαρακτήρισε ως πρόχειρες και λανθασμένες τις καταστάσεις που έστειλαν στους Ενάγοντες για τα έτη που αφορά το επίδικο χρέος (Τεκμήρια 2 - 6) επειδή, κατά τη θέση του, δεν περιλάμβαναν μόνο αριθμούς διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο. Κατ' αρχάς, με δεδομένο ότι οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν από κάποιον υπάλληλο του ξενοδοχείου, ο Εναγόμενος 2 δεν εξήγησε κατά τρόπο πειστικό και τεκμηριωμένο πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι αυτές περιλάμβαναν κάτι άλλο πέραν από αριθμούς διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο όταν, όπως ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν έχει καμία σχέση με την αξίωση των Εναγόντων αφού το ξενοδοχείο το χειρίζεται η Εναγόμενη 1 και ότι ελέγχεται από αυτήν. Παρόλο που αυτή ήταν η θέση του ως προς τον βαθμό εμπλοκής του στην διαχείριση του ξενοδοχείου, επέμενε, από την άλλη, ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαμονές μικρής διάρκειας στις εν λόγω καταστάσεις, ισχυριζόμενος γενικά και αόριστα ότι έχουν «μέσα short stay, ανθρώπους που ήρθαν από Λεμεσό να κοιμηθούν 2 ώρες το μεσημέρι, δεν διανυκτερεύουν, έστω για το δικό μας λάθος» και ότι «υπάρχουν box files, έχουμε τα χρόνια ολόκληρα και με ταυτότητα και ονόματα και ώρες που ήρθαν», χωρίς, εν τω μεταξύ, να παρουσιάσει οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία για να καταδείξει την ισχυριζόμενη προχειρότητα ή λάθος στην ετοιμασία των εν λόγω καταστάσεων, αν και αποδέχτηκε ότι οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν, κατά το χρόνο αποστολής τους στους Ενάγοντες, από υπάλληλο του ξενοδοχείου ο οποίος, όπως είπε: «Έπαιρνε τα δωμάτια που είχε τον μήνα τα έγραφε και τους τα έστελλε». Επιχείρησε δε να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί πρόχειρων ή λανθασμένων καταστάσεων με αναφορά στη φράση «ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΩΝ ΔΩΜΑΤΙΩΝ» που εντοπίζεται τόσο στο Τεκμήριο 5 (το οποίο αφορά τα έτη 2011 και 2012) όσο και στο Τεκμήριο 6 (το οποίο αφορά τα έτη 2013 και 2014), προβάλλοντας γενικά ότι οι καταστάσεις που στάληκαν στους Ενάγοντες αφορούσαν όλα τα κατειλημμένα δωμάτια που είχε κατά την επίδικη περίοδο το ξενοδοχείο, περιλαμβανομένων διανυκτερεύσεων και διαμονών μικρής διάρκειας, παραγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι το Τεκμήριο 2 (που αφορά το έτος 2005) τιτλοφορείται ως «ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΕΙΣ» καθώς και ότι το Τεκμήριο 3 (που αφορά τα έτη 2005 - 2008) αναφέρει στο κάτω μέρος «Διανυκτερεύσεις από το ΜΟΝΑΔΙΚΟ Ξενοδοχείο του Αγίου Δομετίου». Ενώ προέβαλε την πιο πάνω θέση, παρουσίασε το Τεκμήριο 11 ως παράδειγμα διανυκτερεύσεων που ελέγχθηκαν και πληρώθηκαν, χαρακτηρίζοντας το, κατά την κυρίως εξέταση του, ως «Καταστάσεις κατειλημμένων δωματίων», παρόλο που, για τον ίδιο, η αναφορά στα Τεκμήρια 5 και 6 σε κατειλημμένα δωμάτια αναφέρεται και σε διαμονές μικρής διάρκειας. Όταν, όμως, κατά την αντεξέταση, του τέθηκε η διάσταση αυτή στις θέσεις του απάντησε ότι το Τεκμήριο 11 είναι καταστάσεις κατειλημμένων δωματίων που διανυκτέρευσαν αφού ελέγχθηκαν από τον Μ.Ε.1 και ότι όταν αναφέρεται σε κατειλημμένα δωμάτια εννοεί τις διανυκτερεύσεις. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο λόγος που έστειλαν στους Ενάγοντες τις «πρόχειρες καταστάσεις», Τεκμήρια 2 - 6, ήταν επειδή οι Ενάγοντες δεν επισκέπτονταν το ξενοδοχείο προβαίνοντας σε επιθεώρηση και έλεγχο των βιβλίων για σκοπούς χρέωσης των διανυκτερεύσεων, όπως έπρεπε να πράττουν, κατά τον ίδιο, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 85 του Νόμου. Αφενός, υποχρέωση των Εναγόντων να επισκέπτονται το ξενοδοχείο για επιθεώρηση και έλεγχο των βιβλίων της Εναγόμενης 1 δεν προκύπτει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 85

(2)του Νόμου. Ό,τι εκεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά προνοείται είναι η εξουσία των Εναγόντων να απαιτούν την παρουσίαση των σχετικών εντύπων και βιβλίων για την καταβολή των τελών διανυκτέρευσης, χωρίς παράλληλα να δημιουργείται σε αυτούς και αντίστοιχη υποχρέωση να επισκέπτονται τις επιχειρήσεις ξενοδοχείων που βρίσκονται εντός των δημοτικών τους ορίων, για έλεγχο, υπογραφή και σφράγιση των βιβλίων τους, ως η ερμηνεία που επιχείρησε ο Εναγόμενος 2 να προσδώσει κατά την μαρτυρία του στο εν λόγω άρθρο. Αφετέρου, αν η πλευρά των Εναγομένων πίστευε πράγματι ότι οι Ενάγοντες είχαν μία τέτοια υποχρέωση για να μπορούν να χρεώνουν τέλη διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο, τότε γιατί είχαν εξοφλήσει τα τέλη των ετών που προηγήθηκαν, τα οποία, είναι κοινό έδαφος ότι, χρεώθηκαν με την ίδια διαδικασία, όπως και αυτά των επίδικων ετών, και γιατί αναφορικά με τα τέλη της επίδικης περιόδου καταβλήθηκαν κατά καιρούς διάφορα ποσά έναντι; Εν πάση περιπτώσει, δεν εξηγήθηκε, κατά τρόπο λογικό και πειστικό, από τον Εναγόμενο 2, γιατί οι Εναγόμενοι να παρουσίαζαν στους Ενάγοντες, μέσω των καταστάσεων που τους απέστελλαν, και αριθμούς δωματίων του ξενοδοχείου που αφορούσαν διαμονές μη υποκείμενες σε καταβολή τέλους. Όταν δε ο Εναγόμενος 2 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν, πέραν από τις ίδιες τις δηλώσεις των Εναγομένων, υπήρχε άλλος τρόπος οι Ενάγοντες να ελέγχουν τις διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο απάντησε ότι θα μπορούσαν να πιάσουν «τις καταστάσεις που στέλλουμε στον ΚΟΤ και έχουμε χωρισμένα διανυκτερεύσεις από τα short stay, μπορεί εύκολα να δει τόσα είναι τόσα και τα άλλα τόσα». Αν υπήρχαν τέτοιες καταστάσεις, αυτές δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν εξηγήθηκε από τον Εναγόμενο 2 γιατί (αντί των Τεκμηρίων 2 - 6) δεν έστειλαν αυτές τις καταστάσεις στους Ενάγοντες. Όπως δεν εξηγήθηκε γιατί οι εν λόγω καταστάσεις δεν παρουσιάστηκαν στους Ενάγοντες οποτεδήποτε μεταγενέστερα, ζητώντας αναθεώρηση στην χρέωση των τελών διανυκτέρευσης. Για το ζήτημα αυτό, ο Εναγόμενος 2 περιορίστηκε, απλώς, να ισχυριστεί γενικά ότι έστειλε στους Ενάγοντες μία επιστολή ζητώντας διόρθωση του αριθμού των διανυκτερεύσεων, χωρίς να θυμάται αν αυτή η επιστολή στάληκε μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και ισχυρίστηκε, επίσης, ότι δεν έστειλαν διορθωμένες καταστάσεις «Διότι ο Δήμος κίνησε μας αγωγή» και, πιο μετά, διότι «[.]ουδέποτε ο δήμος είπε δώστε μας τις καινούριες, αφαιρέστε τα short stay και πληρώστε μας.». Ο Εναγόμενος 2, στην προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή του ότι οι καταστάσεις που στάληκαν στους Ενάγοντες (Τεκμήρια 2 - 6) ήταν πρόχειρες και λανθασμένες επειδή περιείχαν και διαμονές μικρής διάρκειας, υπέπεσε σε αντιφάσεις, πολλές φορές δεν απαντούσε ευθέως και κατά τρόπο συγκεκριμένο στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ενώ, στην προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί από προηγούμενες θέσεις του, έδιδε απαντήσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες. Εκτός από τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την ουσία της εκδοχής που παρουσίασε, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του είναι και τα ακόλουθα παραδείγματα: Ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκαν «μία μέρα» από έναν επιθεωρητή του ΚΟΤ ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν τέλη για διαμονές μικρής διάρκειας και παρέπεμψε στη διαφορά που εντοπίζεται στους αριθμούς των διανυκτερεύσεων που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 3 σε σχέση με το έτος
  1. Με δεδομένο ότι το Τεκμήριο 2 αφορά κατάσταση για το έτος 2005 που στάληκε στους Ενάγοντες στις 19/04/2006 και ότι το Τεκμήριο 3 αφορά κατάσταση για τα έτη 2005 - Σεπτέμβριο του 2008 που στάληκε στους Ενάγοντες στις 28/10/2008, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι έστειλαν αναθεωρημένες (εννοώντας το Τεκμήριο 3) «όταν μάθαμε ότι δεν πρέπει να πληρώνουμε για το short stay». Ωστόσο, η θέση του αυτή δεν συνάδει με την έτερη θέση του ότι όλες οι επίδικες καταστάσεις (Τεκμήρια 2 - 6) είναι λανθασμένες εφόσον, αν έμαθαν για το πιο πάνω ζήτημα πριν την αποστολή του Τεκμηρίου 3, γιατί να είχαν τότε συμπεριληφθεί διαμονές μικρής διάρκειας και στις καταστάσεις που έστειλαν στους Ενάγοντες για τα έτη 2006 - 2014 (ως τα Τεκμήρια 3 - 6); Αδυνατώντας να δώσει κάποια πειστική εξήγηση, προέβαλε εικασίες ως προς τον τρόπο που ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 3 και υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς το χρόνο που είπε ότι ενημερώθηκαν για το πιο πάνω ζήτημα από τον επιθεωρητή του ΚΟΤ, εκφράζοντας όμως ταυτόχρονα βεβαιότητα ότι οι επίδικες καταστάσεις δεν είναι ορθές επειδή περιλαμβάνουν και διαμονές μικρής διάρκειας. Σχετικά επί του προκειμένου είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από την μαρτυρία του Εναγόμενου 2 κατά την αντεξέταση του: «E. Το 2008 μάθετε να μην πληρώνετε το short stay; A. Δεν ξέρω πότε ακριβώς, πέρασαν πολλά χρόνια. E. Βάσει των όσων μας είπετε για αυτό κάνετε αναθεωρημένα; A. Το πιο πιθανόν. Δεν τις έκανα εγώ. E. Με βάσει τα όσα λέτε το Τεκμήριο 3 που στάληκε το 2008 δεν έχει short stay, μόνο διανυκτερεύσεις; A. Δεν ξέρω τι έκανε, εγώ σας είπα υποθέτω έτσι θα έκανε ο υπάλληλος. E. Πώς έρχεστε και λέτε κύριε, στην υπεράσπιση και δήλωσή σας σήμερα ότι δεν είναι ορθές αυτές οι καταστάσεις αφού δεν ξέρετε; A. Ότι δεν είναι ορθές είμαι βέβαιος γιατί έχω καταστάσεις για τα short stay που είναι μέσα δεν διορθώθηκαν ποτέ.» Και πιο κάτω: «Ε. Το 2005 τι άλλαξε και δεν πληρώσετε; A. Πρέπει να είναι το 2005 που εντοπίσαμε ότι οι διανυκτερεύσεις short stay δεν είναι διανυκτερεύσεις, δεν είμαι βέβαιος. E. Άρα από το 2005 και μετά στέλλετε διανυκτερεύσεις χωρίς short stay; A. Όχι. E. Εντοπίσετέ το το 2005 κύριε μάρτυς; A.
  2. E. Εσείς το 2005 είπετε αφού είπε σας ότι δεν πρέπει να στέλλετε. A. Συνέχισε και έστελλέ τα δεν μπορώ να πω τι ακριβώς έκανε διότι δεν τα έλεγχε. E. Δηλαδή και να υπάρχει οποιοδήποτε λάθος είναι δικό σας το λάθος; A. Το ότι επαίρναν λάθος ποσά; Ναι, είναι δικό μας λάθος.» Στην φαρέτρα των υστεροκατασκευασμένων ισχυρισμών του εντάσσονται και οι ισχυρισμοί του ότι δεν παρέλαβαν τις επιστολές ημερομηνίας 17/10/2006, 02/06/2008 και 13/02/2015 (μέρος του Τεκμηρίου 10) όπως επίσης και ο ισχυρισμός που προέβαλε για πρώτη φορά κατά την επανεξέταση του ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες αναφορικά με το ακριβές ποσό που έπρεπε να πληρώνεται για κάθε διανυκτέρευση. Αφενός, τέτοιοι ισχυρισμοί καταρρίπτονται από την επί του προκειμένου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της πλευράς των Εναγόντων, βάσει της οποίας προκύπτει, ανάμεσα σε άλλα, ότι μετά την αποστολή της κάθε επιστολής που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 10 ακολουθούσε πληρωμή έναντι των τελών (βλ. Τεκμήρια 8 και 9) αλλά και από το γεγονός ότι τόσο τα τέλη διανυκτερεύσεων που αφορούν μέχρι το έτος 2006 όσο και τα τέλη που αφορούν τα έτη που ακολούθησαν των επίδικων (από το 2015 και εντεύθεν) έχουν εξοφληθεί. Αν δεν γνώριζαν, όπως εκ των υστέρων (κατά την επανεξέτασή του) ουσιαστικά ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 2, το ύψος του τέλους για την κάθε διανυκτέρευση στο ξενοδοχείο, τότε πώς εξηγείται το ότι έχουν εξοφλήσει τα τέλη των προαναφερόμενων χρονικών περιόδων και πώς εξηγείται να αμφισβητούσαν την οφειλή εγείροντας (όπως ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε) προς τους Ενάγοντες ζήτημα χρέωσης διαμονών μικρής διάρκειας αν αγνοούσαν το ύψος του τέλους για την κάθε διαμονή που χρεώθηκε από τους Ενάγοντες; Παρά τα όσα ισχυρίστηκε κατά την επανεξέταση του, κατά την αντεξέτασή του ουδέποτε ισχυρίστηκε άγνοια για το ύψος του τέλους σε σχέση με κάθε διανυκτέρευση στο ξενοδοχείο και, σε σχετική υποβολή που του έγινε ότι γνώριζε την οφειλή, απάντησε «Όχι, δεν τα οφείλαμε αυτά τα λεφτά. Λέω εμείς αμφισβητούσαμε πρόχειρες καταστάσεις που στείλαμε». Εν πάση περιπτώσει, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες των Εναγόντων και, έτσι, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο, ότι η εκδοχή της μαρτυρίας που προέβαλε ο Εναγόμενος 2, περιλαμβανομένου του ισχυρισμού του ότι τα Τεκμήρια 2 - 6 είναι πρόχειρες καταστάσεις, δεν αποτελεί παρά ένα εκ των υστέρων σενάριο, το οποίο επινοήθηκε από πλευράς του σε μία απέλπιδα προσπάθειά του να δημιουργήσει ρήγμα στην υπόθεση των Εναγόντων. Συναφώς, και κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 κρίνεται αναξιόπιστη και, έτσι, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ε. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου Το Δικαστήριο, έχοντας απορρίψει στην ολότητα της τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 και έχοντας αποδεχτεί εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων για τους Ενάγοντες, προβαίνει στα εξής ευρήματα γεγονότων. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία με διευθυντές τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 και, κατά την χρονική περίοδο που αφορά η παρούσα αγωγή (2005 - 2015), ήταν η διαχειρίστρια του ξενοδοχείου δύο αστέρων με την ονομασία ASTY HOTEL, το οποίο βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων, και η ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας ASTY HOTEL (Τεκμήριο 1). Αναφορικά με την χρονική περίοδο 01/01/2005 μέχρι 31/12/2014, οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για τις διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο ASTY HOTEL μέσω των καταστάσεων που τους αποστάληκαν από πλευράς Εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 2 - 6), η κάθε μία από τις οποίες παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες κατά τις ημερομηνίες και με τον τρόπο που ανέφερε ο Μ.Ε.1 (βλ. παράγραφο 4 Εγγράφου Α). Μετά την παραλαβή της κάθε κατάστασης, η Μ.Ε.2 ενημέρωσε το μητρώο διανυκτερεύσεων που τηρούν οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 7), καταγράφοντας τον αριθμό διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο ανά μήνα και ανά έτος, όπως αυτός αναφέρεται στην κάθε κατάσταση που αποστάληκε από πλευράς Εναγόμενης 1 στους Ενάγοντες. Ακολούθως, η Μ.Ε.2 χρέωσε την κάθε διανυκτέρευση στο λογαριασμό που τηρούν οι Ενάγοντες σε σχέση με τέλη διανυκτερεύσεων στο πιο πάνω ξενοδοχείο (Τεκμήριο 8) προς £0.36 μέχρι και το 2007 και προς το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (€0.62) από το
  3. Όσον αφορά το έτος 2005, ο αριθμός των διανυκτερεύσεων που καταγράφηκε ανά μήνα στο μητρώο των Εναγόντων και ο οποίος στη συνέχεια χρεώθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό αντιστοιχεί στον αριθμό των διανυκτερεύσεων που αναφέρεται στην κατάσταση που παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες στις 19/04/2006 (Τεκμήριο 2), και όχι στον αριθμό των διανυκτερεύσεων για τους μήνες Μάιο μέχρι Δεκέμβριο του 2005 που αναφέρεται στην πρώτη στήλη της κατάστασης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, εφόσον αυτή αποστάληκε από πλευράς Εναγόμενης 1 στους Ενάγοντες μεταγενέστερα (28/10/2008), αφού έγινε η εγγραφή στο μητρώο των Εναγόντων των διανυκτερεύσεων για το έτος 2005 που τους κοινοποιήθηκαν από την Εναγόμενη 1 με το Τεκμήριο
  4. Πέραν των προφορικών ενημερώσεων του Μ.Ε.1 προς τον Εναγόμενο 2 για το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού, οι Ενάγοντες έστειλαν προς τον Εναγόμενο 2, ως διευθυντή του ξενοδοχείου, τις επιστολές ημερομηνίας 17/10/2006, 02/06/2008, 13/02/2015 και 20/07/2015 (Τεκμήριο 10), ζητώντας την εξόφληση των εκάστοτε οφειλόμενων τελών διανυκτέρευσης που επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες σε σχέση με το ξενοδοχείο ASTY HOTEL. Έπειτα από πληρωμές που έγιναν κατά καιρούς έναντι του υπολοίπου του πιο πάνω λογαριασμού, εξοφλήθηκαν τα τέλη διανυκτερεύσεων που επιβλήθηκαν για τα έτη 2005 και 2006 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €27.238,27, το οποίο αφορά τέλη διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο που επιβλήθηκαν για τα έτη 2007 μέχρι 2014, η καταβολή του οποίου ζητήθηκε από τους Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 13/02/2015 προς τον Εναγόμενο 2, ως διευθυντή του ξενοδοχείου, αλλά και με την επιστολή της δικηγόρου τους ημερομηνίας 20/07/2015 προς το ίδιο πρόσωπο και το ξενοδοχείο, μετά από τις οποίες πληρώθηκε έναντι του εν λόγω ποσού στις 11/08/2015 το ποσό των €800, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €26.438,
  5. Στ. Νομική Πτυχή και Τελικά Συμπεράσματα Το δικαίωμα των Εναγόντων να διεκδικούν την καταβολή τελών για διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο ASTY HOTEL και, κατ' επέκταση, η νομική βάση της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή εδράζεται στο άρθρο 85
(2)(ια) του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv εvτός τωv δημoτικώv oρίωv- [.] (ια) (
  1. i)vα πρovoεί για τηv καταβoλή, από κάθε διευθυvτή ή υπεύθυvo επιχείρησης ξεvoδoχείoυ, τoυριστικoύ καταλύματoς ή oικoτρoφείoυ, τωv τελώv πoυ καθoρίζovται από τo συμβoύλιo για κάθε πρόσωπo ηλικίας πάvω από δέκα χρόvωv για κάθε vύχτα διαμovής τoυ σε τέτoιo ξεvoδoχείo, τoυριστικό κατάλυμα ή oικoτρoφείo τα oπoία δε θα υπερβαίvoυv τα τέλη πoυ εκτίθεvται στov Πέμπτo Πίvακα· (
  2. ii)vα oρίζη τov χρόvov και τov τρόπov καταβoλής τωv τoιoύτωv τελώv εις τo συμβoύλιov και σε περίπτωση μη εγκαίρου καταβολής να καθορίζει επιβάρυνση ίση προς το 10% επί του οφειλομένου ποσού· (iii) vα απαιτή όπως έκαστoς διευθυvτής ή υπεύθυvoς της επιχειρήσεως ξεvoδoχείoυ, τoυριστικoύ καταλύματoς ή ξεvώvoς ύπvoυ παρoυσιάζη, καθ' oιovδήπoτε εύλoγov χρόvov ως τo συμβoύλιov ήθελεv oρίσει, τα έvτυπα και βιβλία τα σχετιζόμεvα πρoς τηv καταβoλήv τωv ως άvω τελώv πρoς επιθεώρησιv και έλεγχov υπό παvτός πρoσώπoυ oριζoμέvoυ υπό τoυ συμβoυλίoυ.» Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, για κάθε διανυκτέρευση στο ξενοδοχείο ASTY HOTEL αναφορικά με την επίδικη περίοδο (2005 - 2014), το ύψος του τέλους που χρεώθηκε από τους Ενάγοντες δεν υπερβαίνει το ποσό των £0.36 (αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ €0.62), που είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται στον Πέμπτο Πίνακα του Νόμου για ξενοδοχεία δύο αστέρων, όπως εν προκειμένω είναι το ASTY HOTEL. Συνακόλουθα, η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι τα τέλη που σύμφωνα με το Νόμο πρέπει να πληρώνει η Εναγόμενη 1 για κάθε πρόσωπο σε σχέση με κάθε νύχτα διαμονής είναι το ποσό των 0,9 σεντ Κύπρου δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτεται. Όσον αφορά το ύψος του τέλους που στην υπό κρίση περίπτωση χρεώθηκε (£0.36 / €0.62) δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν εκείνο το οποίο καθορίστηκε από τους Ενάγοντες για κάθε διανυκτέρευση στο πιο πάνω ξεvoδoχείo. Ό,τι επί του προκειμένου προβλήθηκε με την υπεράσπιση ήταν η θέση ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε κοινοποίησαν στην Εναγόμενη 1 την απόφαση τους ότι το ποσό θα ήταν €0,62. Ωστόσο, η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, η οποία καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο. Από την εν λόγω μαρτυρία προκύπτει ότι η διαδικασία επιβολής τελών διανυκτέρευσης στο ξενοδοχείο ASTY HOTEL για την επίδικη περίοδο ήταν η ίδια με εκείνη που ακολουθήθηκε για τις χρονικές περιόδους που προηγήθηκαν. Προκύπτει, επίσης, ότι τα τέλη μέχρι και το έτος 2006 έχουν εξοφληθεί και προκύπτει, ακόμα, ότι, παρόλο που σε σχέση με τα τέλη των επίδικων ετών αποστάληκαν οι επιστολές των Εναγόντων με τις οποίες ζητήθηκε η εξόφλησή τους (Τεκμήριο 10), το ύψος του συνολικά αναφερόμενου οφειλόμενου, με την κάθε επιστολή, τέλους όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ακολούθησαν και πληρωμές έναντι του εκάστοτε υπολοίπου (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Κατά συνέπεια, η σχετική θέση της υπεράσπισης δεν έχει επίσης έρεισμα και απορρίπτεται. Το ίδιο αβάσιμες κρίνονται από το Δικαστήριο και οι υπόλοιπες θέσεις που προβάλλονται με την υπεράσπιση όσο και με την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με την διαδικασία χρέωσης των τελών διανυκτέρευσης από τους Ενάγοντες όσο και αναφορικά με το ότι με τα ποσά που πληρώθηκαν μέχρι τις 11/08/2015 έχουν εξοφληθεί όλες οι μέχρι τότε διανυκτερεύσεις. Κατ' αρχάς, όπως προειπώθηκε, οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Νόμου παρέχουν εν προκειμένω εξουσία (χωρίς να δημιουργούν παράλληλα αντίστοιχη υποχρέωση) στους Ενάγοντες να ορίζουν το χρόνο και τρόπο καταβολής των τελών, όπως και να απαιτούν την παρουσίαση προς επιθεώρηση και έλεγχο των σχετικών εντύπων και βιβλίων για την καταβολή των τελών διανυκτέρευσης. Εν πάση περιπτώσει, στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, οι Ενάγοντες ζητούσαν από την Εναγόμενη 1 να τους παρουσιάζει τις διανυκτερεύσεις[7] και η χρέωση από πλευράς τους των τελών διανυκτέρευσης για την επίδικη περίοδο έγινε σύμφωνα με τα στοιχεία που η πλευρά της Εναγόμενης 1 παρουσίασε για το σκοπό αυτό στους Ενάγοντες, ως οι καταστάσεις Τεκμήρια 2 - 6, ακολουθώντας, εν τω μεταξύ, την ίδια διαδικασία με την οποία έγιναν οι χρεώσεις των τελών διανυκτέρευσης για τις χρονικές περιόδους που προηγήθηκαν, τις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, η πλευρά της Εναγόμενης 1 εξόφλησε, καταβάλλοντας, παράλληλα, και ποσά έναντι των τελών διανυκτέρευσης αναφορικά με την επίδικη περίοδο, ως αποτέλεσμα των οποίων εξοφλήθηκαν τα τέλη που επιβλήθηκαν για τα έτη 2005 και 2006 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €26.438,
  1. Την ίδια στιγμή, δεν παραγνωρίζεται ότι η καταβολή ποσών έναντι των επιβληθέντων για την επίδικη περίοδο τελών γινόταν μετά και την αποστολή από τους Ενάγοντες της κάθε μία από τις επιστολές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 10, με τελευταία την επιστολή ημερομηνίας 20/07/2015 (την οποία μάλιστα ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε ότι παρέλαβε), μετά από την οποία όχι μόνο δεν προκύπτει ότι αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η επιβολή των επίδικων τελών καθώς και η συνολική οφειλή τους προς τους Ενάγοντες, αλλά καταβλήθηκε έναντι της, στις 11/08/2015, το ποσό των €
  2. Προκύπτει, λοιπόν, υπό τις δοσμένες αυτές περιστάσεις, ενώ παράλληλα δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγομένων (μήτε δικογραφικά αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2) και είναι, συναφώς, η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές που έστειλαν οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 10) κοινοποιήθηκαν τόσο στον Εναγόμενο 2 όσο και στην Εναγόμενη 1 (διαχειρίστρια του ξενοδοχείου ASTY HOTEL και ιδιοκτήτρια της εμπορικής του επωνυμίας) μέσω του διευθυντή της (Εναγόμενου 2). Προκύπτει, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες, με την επιστολή τους ημερομηνίας 13/02/2015, αλλά και με την επιστολή της δικηγόρου τους ημερομηνίας 20/07/2015 (μέρος του Τεκμηρίου 10), ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 και 2 για το συνολικό ύψος των τελών διανυκτέρευσης που επιβλήθηκαν και ήταν οφειλόμενα για την επίδικη περίοδο, ζητώντας από αυτούς την εξόφληση του εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Η απόφαση αυτή των Εναγόντων να επιβάλουν και να απαιτήσουν από τα εν λόγω πρόσωπα την εξόφληση των επίδικων τελών διανυκτέρευσης είναι διοικητικής φύσεως[8], η οποία, αν και κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2, δεν προκύπτει να έχει οποτεδήποτε αμφισβητηθεί με οποιαδήποτε προσφυγή τους ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η οφειλή που αφορά η απαίτηση στην παρούσα αγωγή (€26.438,27), εφόσον εκπηγάζει από διοικητική απόφαση και εφόσον αυτή δεν έχει (όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου) εξοφληθεί, θεωρείται ως δεδομένη από τη στιγμή που δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της ρηθείσας απόφασης[9]. Επομένως, οι θέσεις και η αντίστοιχη επιχειρηματολογία της υπεράσπισης περί αντινομικής διαδικασίας χρέωσης των επίδικων τελών ή λανθασμένης ή μονομερούς επιβολής της επίδικης οφειλής από πλευράς Εναγόντων, είναι ολωσδιόλου αβάσιμες και, έτσι, απορρίπτονται. Ως επιπλέον ζήτημα, εγείρεται με την υπεράσπιση ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες αφού ουδέν ποσό συμφώνησαν να πληρώσουν και/ή έχουν τιμολογηθεί από τους Ενάγοντες και ότι αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αυτό είναι από την Εναγόμενη
  3. Εν προκειμένω, το ότι οφείλεται στους Ενάγοντες η καταβολή του ποσού των €26.438,27 ως τέλη διανυκτερεύσεων για τα έτη 2007 μέχρι 2014 προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Έτσι, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι το ποσό αυτό, εφόσον οφείλεται, θα πρέπει να καταβληθεί στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 1 αφού αυτή, σύμφωνα και με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν, κατά την επίδικη περίοδο, η διαχειρίστρια του ξενοδοχείου ASTY HOTEL και η ιδιοκτήτης της εμπορικής του επωνυμίας. Προκύπτει, ακόμα, από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν κατά την επίδικη περίοδο οι διευθυντές της Εναγόμενης 1 και, όπως περαιτέρω καταδεικνύεται μέσα από την μαρτυρία των Εναγόντων, ο Εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που παρουσιαζόταν σε αυτούς ως ο διευθυντής και το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο της επιχείρησης του ξενοδοχείου ASTY HOTEL, αφού ήταν αυτός που ενημερώνονταν για τα εκάστοτε οφειλόμενα τέλη διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο, με αυτόν ήταν που είχαν επικοινωνία για το ζήτημα της εξόφλησης τους, και ήταν σε αυτόν που απευθύνθηκαν, υπό την ιδιότητα του διευθυντή του εν λόγω ξενοδοχείου, όλες οι επιστολές των Εναγόντων, Τεκμήριο
  4. Υπό τις δοσμένες αυτές περιστάσεις, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 ήταν, κατά την επίδικη περίοδο, μαζί με τον διευθυντή της, Εναγόμενο 2, τα πρόσωπα που ήταν οι υπεύθυνοι της επιχειρήσεως του ξενοδοχείου ASTY HOTEL. Το άρθρο 85
(2)(ια) (i) παρέχει την εξουσία στους Ενάγοντες να προνοούν «για τηv καταβoλή, από κάθε διευθυvτή ή υπεύθυvo επιχείρησης ξεvoδoχείoυ» τωv καθορισμένων τελώv διανυκτέρευσης σε τέτοιο ξενοδοχείο. Πρόδηλα, η πρόνοια αυτή καθιστά υπόλογο κάθε διευθυντή ή υπεύθυνο επιχείρησης ξενοδοχείου, δημιουργώντας, έτσι, αστική ευθύνη σε κάθε ένα από τα εν λόγω πρόσωπα (με αυτή την ιδιότητα) για την είσπραξη των οφειλόμενων τελών διανυκτέρευσης στο εν λόγω ξενοδοχείο, εφόσον οι Ενάγοντες προνοήσουν για αυτό από κάθε τέτοιο πρόσωπο. Τέτοια πρόνοια, στην υπό κρίση περίπτωση, έγινε από τους Ενάγοντες μόνο όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2, μέσω των επιστολών της πλευράς των Εναγόντων ημερομηνίας 13/02/2015 και 20/07/2015 (μέρος του Τεκμηρίου 10) δια των οποίων τα εν λόγω πρόσωπα (Εναγόμενοι 1 και 2) κλήθηκαν να εξοφλήσουν, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, την επίδικη οφειλή. Παράλληλα, η ορθότητα της απόφασης αυτής των Εναγόντων να προνοήσουν έτσι για εξόφληση της επίδικης οφειλής, ζητώντας δηλαδή την καταβολή της από τους Εναγόμενους 1 και 2, θεωρείται, εν πάση περιπτώσει, δεδομένη εφόσον αυτή δεν προκύπτει να έχει, όπως προαναφέρθηκε, αμφισβητηθεί ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, αντίστοιχη πρόνοια δεν έγινε από πλευράς Εναγόντων σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και 4, αφού καμία τέτοια επιστολή δεν προκύπτει να τους είχε οποτεδήποτε κοινοποιηθεί. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ευθύνη για την πληρωμή της επίδικης οφειλής έχουν εν προκειμένω μόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2. Η ως άνω ευθύνη, όμως, των Εναγομένων 1 και 2, περιορίζεται στην πληρωμή προς τους Ενάγοντες της εναπομείνασας οφειλής των τελών διανυκτέρευσης της επίδικης περιόδου (€26.438,27), χωρίς τούτη να επεκτείνεται και στην καταβολή οποιουδήποτε ποσοστού πρόσθετης επιβάρυνσης επί αυτής. Σε σχέση με την πρόσθετη επιβάρυνση, η πλευρά των Εναγόντων φαίνεται να εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι, εφόσον υπήρξε καθυστέρηση στην πληρωμή της επίδικης οφειλής, μπορεί άνευ ετέρου να διεκδικεί επί αυτής και επιβάρυνση ίση με 10% με την παρούσα αγωγή. Εντούτοις, όπως και η επιβολή των τελών, έτσι και οποιαδήποτε επιβάρυνση επί αυτών δεν επιβάλλεται αυτοδικαίως αλλά, επειδή ακριβώς αποτελεί εξουσία των Εναγόντων, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 85
(2)(ii) του Νόμου, να καθορίζεται από αυτούς, εφόσον το αποφασίσουν, σε περίπτωση μη έγκαιρης καταβολής των τελών. Τέτοια απόφαση δεν προκύπτει ότι έχει ληφθεί στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, αφού σε καμία από τις επιστολές των Εναγόντων (Τεκμήριο 10) δεν καθορίζεται η επιβολή οποιασδήποτε πρόσθετης επιβάρυνσης επί των οφειλόμενων τελών διανυκτέρευσης, ούτε αντίστοιχη χρέωση προκύπτει ότι έγινε στον λογαριασμό που τηρούν οι Ενάγοντες σε σχέση με αυτά (Τεκμήριο 8). Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι υπόλογοι για την πληρωμή του ποσού των €2.643 που αξιώνεται ως πρόσθετη επιβάρυνση επί της επίδικης οφειλής. Ζ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για το ποσό των €26.438,27, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής (23/11/2015) μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων 3 και 4 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι επειδή οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρισαν κοινή έκθεση υπεράσπισης και είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα μόνο σετ εξόδων. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 131 του Νόμου προβλέπει ότι: «Διαδικαστικαί πράξεις 131.-
(1)Άvευ βλάβης ή επηρεασμoύ τωv διατάξεωv της παραγράφoυ (α) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ 46, o δήμoς δύvαται vα εκπρoσωπήται εvώπιov τωv δικαστηρίωv υπό τoυ δημoτικoύ γραμματέως αυτoύ ή oιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ δεόvτως εξoυσιoδoτημέvoυ εγγράφως επί τoύτω υπό τoυ δημάρχoυ.
(2)Ο δημoτικός γραμματεύς, ή oιovδήπoτε άλλo πρόσωπov εγγράφως εξoυσιoδoτημέvov επί τoύτω υπό τoυ δημάρχoυ, δύvαται vα εγείρη oιαvδήπoτε πoιvικήv ή αστικήv διαδικασίαv εξ ovόματoς τoυ δήμoυ.
(3)Επίδoσις oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ εγγράφoυ επί τoυ δήμoυ δύvαται δεόvτως vα εvεργηθή διά της επιδόσεως τoυ τoιoύτoυ εγγράφoυ εις τov δήμαρχov ή τov δημoτικόv γραμματέα.» [2] Βλ. M.A. Goodvalue Suppliers Ltd v. Barclays Bank Plc
(2001)1 ΑΑΔ 1038. [3] Βλ. την Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 974 και Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie - Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10 ημ. 30/09/2015. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση ώστε να μην είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300). [4] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να συσχετίζεται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11 ημ. 31/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του, η πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε και ο βαθμός κατά τον οποίο η εκδοχή του συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [5] Βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454. [6] Βλ. Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. [7] Βλ., ενδεικτικά, και την επιστολή ημερομηνίας 02/06/2008 (μέρος του Τεκμηρίου 10), μετά την αποστολή της οποίας παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες στις 28/10/2008 η κατάσταση διανυκτερεύσεων, Τεκμήριο
  2. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Το οφειλόμενο ποσό για το έτος 2005 ανέρχεται σε €2155,90 και υπάρχει ακόμη οφειλόμενο το ποσό για τα έτη 2006, 2007 και 2008 το οποίο δεν μπορεί να υπολογιστεί αφού δεν μας έχετε παρουσιάσει μέχρι σήμερα τις διανυκτερεύσεις σας για τα έτη αυτά παρά τις επανειλημμένες μας ειδοποιήσεις.» [8] Βλ. την H and C Hotels and Catering Co. Ltd v. Δήμου Λάρνακος
(1993)4 ΑΑΔ
  1. [9] Βλ. την L.P. Loukaides Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, Πολ. Έφεση 211/14 ημ. 22/02/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.