← Κύπρος

ΙΑΚΩΒΟΥ ΘΩΜΑ ν. ΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ ΧΟΥΛΛΗ υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Χούλλη, Αρ. Αγωγής: 2972/2015, 4/4/

ΙΑΚΩΒΟΥ ΘΩΜΑ ν. ΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ ΧΟΥΛΛΗ υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Χούλλη, Αρ. Αγωγής: 2972/2015, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A20 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2972/2015 Μεταξύ: ΙΑΚΩΒΟΥ ΘΩΜΑ Ενάγοντας ν. ΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ ΧΟΥΛΛΗ υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Χούλλη Εναγόμενης Αίτηση Ενάγοντα ημερομηνίας 04/04/2022 Ημερομηνία: 04 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μ. Ιακώβου για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Βαρνάβα για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή αξιώνεται από τον Ενάγοντα το ποσό των €13.668, ως οφειλόμενο στον ίδιο δυνάμει εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους ημ. 31/05/1997 και/ή ως ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή του για προσφερθείσες και παρασχεθείσες υπηρεσίες στον αποβιώσαντα Γεώργιο Χούλη (ο Αποβιώσαντας). Στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η Εναγόμενη είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας του Αποβιώσαντα, δυνάμει εγγράφων διαχείρισης χορηγηθέντων στην αίτηση 130/

  1. Αναφέρεται, επίσης, ότι ο Αποβιώσαντας κατά ή περί την 31/05/1997, δυνάμει εγγράφου ίδιας ημερομηνίας και έναντι νομίμου ανταλλάγματος αναγνώρισε ότι οφείλει στον Ενάγοντα το πιο πάνω ποσό και ότι ανέλαβε την υποχρέωση να το εξοφλήσει εντός έξι μηνών από τότε. Διεκδικείται, διαζευκτικά, το πιο πάνω ποσό ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή του Ενάγοντα για υπηρεσίες προσφερθείσες και παρασχεθείσες στον Αποβιώσαντα και/ή προς όφελος του, κατόπιν οδηγιών και/ή εντολής του. Προβάλλεται, ακόμα, ότι ο Αποβιώσαντας πριν το θάνατο του δεν κατέβαλε προς τον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό, παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις. Η Εναγόμενη καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης στις 11/09/
  2. Με αυτήν αρνείται την αξίωση του Ενάγοντα και προβάλλει ως προδικαστική ένσταση ότι δεν μπορεί να εγείρεται αγωγή εναντίον της για το λόγο ότι διαχειρίστριες της περιουσίας του Αποβιώσαντα είναι αυτή μαζί με την Χρύσω Λειβαδιώτη εκ Λευκωσίας. Ως προς την πιο πάνω εγειρόμενη ένσταση, η Εναγόμενη καταχώρισε αίτηση στις 13/10/2021 επιζητώντας την προεκδίκασής της, η οποία όμως ακόμα εκκρεμεί ενόψει του ότι μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, ημερομηνίας 04/04/2022 (η Αίτηση), σε σχέση με την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν όπως εκδικαστεί πρώτη, πρόδηλα γιατί η ανάγκη ή μη για εκδίκαση της αίτησης ημ. 13/10/2021 θα διαφανεί αναλόγως της έκβασης που θα έχει η παρούσα Αίτηση, ως εκ της επιζητούμενης με αυτήν θεραπείας. Ειδικότερα, με την Αίτηση, η οποία εδράζεται στις Δ.25, Δ.48 Θ.1, 2 και 8 και Δ.9 Θ.10, ο Ενάγοντας (ο Αιτητής) εξαιτείται την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης στον τίτλο της Χρύσως Λειβαδιώτη, καθώς και ανάλογη τροποποίηση στο παρακλητικό και στην 2η παράγραφο των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης ώστε όλες οι εκεί αποδιδόμενες αναφορές να αφορούν και τα δύο αυτά πρόσωπα ως Εναγόμενες υπό την ιδιότητα τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή. Σε αυτήν ο Αιτητής αναφέρει ότι, λόγω αβλεψίας και πλάνης του, έδωσε λανθασμένες οδηγίες στο δικηγόρο του, μη γνωρίζοντας το γεγονός ότι στο διάταγμα που εκδόθηκε στην αίτηση διαχείρισης 130/2013 διαχειρίστριες της περιουσίας του Αποβιώσαντα ήταν η Εναγόμενη και η Λειβαδιώτη. Λανθασμένα, όπως αναφέρει, πίστευε ότι μοναδική διαχειρίστρια της περιουσίας του Αποβιώσαντα ήταν η Εναγόμενη και το λάθος του αυτό επιβεβαιώθηκε όταν η Εναγόμενη καταχώρισε την αίτηση ημ. 13/10/2021 και επεσύναψε το διάταγμα διαχείρισης. Καταλήγει πως είναι αναγκαίο να εγκριθούν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, οι οποίες αποτελούν μία γνήσια προσπάθεια διόρθωσης ενός καλόπιστου λάθους, ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη (η Καθ' ης η αίτηση) καταχώρισε στις 29/04/2022 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλλοντας 8 λόγους ένστασης, τους οποίους επαναλαμβάνει στην υποστηρικτική, της ένστασης, ένορκη της δήλωση. Προβάλλεται με την ένσταση ότι ο Αιτητής έπρεπε να γνωρίζει τους διαχειριστές της περιουσίας του Αποβιώσαντα πριν από την καταχώριση της αγωγής. Περαιτέρω, με αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, προβάλλεται ότι η Αίτηση προωθείται κακόπιστα επειδή αυτή καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού το ζήτημα των διαχειριστών της περιουσίας του Αποβιώσαντα είχε εγερθεί με την υπεράσπιση και ακολούθησε στις 13/10/2021 η αίτηση για προδικαστική εκδίκασή του, στην οποία ο Αιτητής ζητούσε να καταχωρίσει ένσταση χωρίς να εξετάσει προηγουμένως την προώθηση οποιασδήποτε αίτησης τροποποίησης. Προβάλλεται, ακόμα, ότι η εν λόγω συμπεριφορά του Αιτητή προκαλεί τεράστια ζημιά τόσο στην Καθ' ης η αίτηση όσο και στην περιουσία, η οποία δεν κατέστη δυνατόν να διανεμηθεί λόγω της εκκρεμότητας της υπόθεσης και ότι τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση η οποία δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί με χρήματα. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει επειδή η απαίτηση είναι παραγεγραμμένη. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, με την κάθε πλευρά να προβαίνει σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων της, τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή. Όπως προειπώθηκε, με την Αίτηση επιζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, με ανάλογη τροποποίηση και της Έκθεσης Απαίτησης, για να συμπεριληφθεί σε αυτά και το όνομα της δεύτερης διαχειρίστριας, έτσι ώστε αμφότερες να ενάγονται μαζί, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Ενόψει της θέσης που τίθεται με την ένσταση ότι η απαίτηση είναι παραγεγραμμένη, το πρώτο ζήτημα που εγείρεται στην υπό κρίση περίπτωση είναι αν η αιτούμενη τροποποίηση αφορά προσθήκη νέου διαδίκου ως εναγόμενου ή αν πρόκειται για απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer), αφού, όπως αναφέρεται στην Ι. Γ. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 187/2013 ημ. 09/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:A435 «[.] ο χρόνος που επιχειρείται η τροποποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις εκείνες που ενδεχόμενη προσθήκη ή υποκατάσταση θα ανατρέψει ή θα οδηγήσει σε αποστέρηση του προτεινόμενου εναγόμενου υπεράσπισης που του παρέχει ο νόμος». Η πλευρά του Αιτητή επιχειρηματολογεί με την αγόρευση της ότι η παρούσα δεν αφορά περίπτωση προσθήκης νέου εναγόμενου (αφού εναγόμενος εδώ είναι ένας και παραμένει ο ίδιος ο Αποβιώσαντας), αλλά πρόκειται για λανθασμένη αναγραφή του ονόματος μόνο της μίας εκ των διαχειριστών του, το οποίο αποτελεί σφάλμα στο όνομα του εναγόμενου (misnomer) που μπορεί να διορθωθεί στη βάση της Δ.25 Θ.1[1]. Από την άλλη, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι με την Αίτηση ουσιαστικά επιδιώκεται η προσθήκη νέου διαδίκου (της Λειβαδιώτη) και αντινομικά δεν επιζητείται με αυτήν όπως η Λειβαδιώτη προστεθεί ως δεύτερη εναγόμενη, θεραπεία η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να αποδοθεί δυνάμει της Δ.9 Θ.8, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι, αναπόφευκτα, υποκείμενη σε απόρριψη. Στην Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.α.

(2001)1 Α.Α.Δ. 1608 γίνεται εκτενής ανασκόπηση της εξέλιξης που είχε η σχετική αγγλική νομολογία και αναλύεται το ζήτημα του πότε μία περίπτωση αφορά λανθασμένη αναφορά ονόματος στον τίτλο της αγωγής (misnomer) ή προσθήκη νέου διαδίκου και αναδεικνύεται η σημασία που έχει μία τέτοια διάκριση. Αυτή έγκειται στο ότι δεν επιτρέπεται τροποποίηση αν τούτη συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου (ή την υποκατάσταση διαδίκου σε αντικατάσταση άλλου ο οποίος απομακρύνεται) όταν τέτοια προσθήκη (ή υποκατάσταση) θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται στον Περί Παραγραφής Νόμο. Ωστόσο, αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί τέτοια πορεία. Η Χαρικλείδη (ανωτέρω) αφορούσε διαδικασία παραπομπής που καταχωρήθηκε από την εφεσίβλητη, στην οποία κατονομαζόταν στον τίτλο της ως αποζημιούσα αρχή το Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς. Η αποζημιούσα αρχή καταχώρισε υπεράσπιση στις 23/12/1996 εγείροντας στην παράγραφο 1 προδικαστική ένσταση ότι «οποιαδήποτε διαδικασία έπρεπε να εγερθεί κατά του Δήμου Αγλαντζιάς σαν νομικού προσώπου και όχι κατά του Δημοτικού Συμβουλίου το οποίο ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για λογαριασμό ουσιαστικά του Δήμου Αγλαντζιάς». Μετά την καταχώριση της υπεράσπισης, η εφεσίβλητη ζήτησε όπως η παραπομπή οριστεί για ακρόαση και έτσι αυτή ορίστηκε για ακρόαση στις 04/03/1997. Μετά από κάποιες αναβολές στην εκδίκαση της υπόθεσης, το Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς καταχώρισε στις 05/09/1997 αίτηση για προεκδίκαση της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης του, στην οποία η εφεσίβλητη καταχώρισε ένσταση. Χωρίς η ρηθείσα αίτηση να είχε στο μεταξύ εκδικαστεί, καταχωρήθηκε από την εφεσίβλητη στις 03/09/1999 αίτηση τροποποίησης (αφού εν τω μεταξύ προηγούμενη αίτηση της ημ. 23/06/1998 για τροποποίηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης) ζητώντας την προσθήκη του Δήμου Αγλαντζιάς στον τίτλο της παραπομπής ως επιπρόσθετου (δεύτερου) καθ' ου η αίτηση καθώς και ανάλογη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ώστε να αναφερόταν ότι η παραπομπή εγείρεται εναντίον του Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς και του Δήμου Αγλαντζιάς ως αποζημιούσας αρχής. Στην αίτηση υποβλήθηκε ένσταση διότι (α) με την προσθήκη νέου διαδίκου παραβιάζεται νομοθετική πρόνοια που τάσσει προθεσμία 75 ημερών για λήψη μέτρων κάτι που επηρεάζει ανεπανόρθωτα τα κεκτημένα δικαιώματα του Δήμου, (β) η αίτηση δεν βασίζονταν στη Δ.9 Θ.10 και 11 και (γ) η αίτηση επιφέρει καθυστέρηση στην διαδικασία λόγω του χρόνου καταχώρισής της. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο χορήγησε τα αιτούμενα διατάγματα βάσει της Δ.9.Θ.10, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην νομική βάση με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας. Στην έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των δικογράφων - της Παραπομπής και της έκθεσης απαίτησης, στο σύνολο τους, καθώς επίσης και το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος ήταν υφιστάμενος καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους - τόσο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης όσο και κατά το χρόνο της αγωγής και της επίδικης τροποποίησης, έκρινε ότι η περίπτωση δεν επρόκειτο για προσθήκη νέου διαδίκου αλλά για σφάλμα στο όνομα και ότι αυτή μπορούσε να λάβει χώρα και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Για την κατάληξη αυτή υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το κριτήριο που διατυπώθηκε στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672, ότι δηλαδή το θέμα ως προς το κατά πόσο η τροποποίηση αφορά μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) αποφασίζεται στη βάση του τί θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγόμενου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Με αυτό το κριτήριο, κρίθηκε ότι ο λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης της Παραπομπής και της έκθεσης απαίτησης, στο σύνολο τους, θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή - στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν κατά νόμο υπεύθυνη για την καταβολή αποζημιώσεων, που ήταν ο προτεινόμενος διάδικος (δηλαδή ο Δήμος Αγλαντζιάς). Εν προκειμένω, όπως καταδεικνύεται από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος αλλά και από τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η αξιώση του Αιτητή στηρίζεται σε ισχυριζόμενο χρέος το οποίο αναφέρεται ότι του οφείλεται από πρόσωπο (τον Αποβιώσαντα) που κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής ήταν αποβιώσας. Αυτός ήταν και ο λόγος που η αγωγή κινήθηκε εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα (αφού από πουθενά δεν προκύπτει να της αποδίδεται ότι η ίδια οφείλει και είναι υπόλογη προσωπικά να εξοφλήσει το ισχυριζόμενο χρέος στον Αιτητή) αλλά υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Ότι η Καθ' ης η αίτηση εξέλαβε πως η παρούσα αγωγή δεν αφορά την ίδια προσωπικά αλλά τον Αποβιώσαντα και την περιουσία του, για ισχυριζόμενο χρέος του προς τον Αιτητή, προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, και από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης, στην οποία, πέραν του ότι εγείρεται η πιο πάνω προδικαστική ένσταση, προβάλλεται επίσης ότι «Η εναγόμενη αρνείται τις παραγράφους 4 και 5 και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε νόμιμη αιτία η οποία εδημιούργησε οποιαδήποτε νόμιμη απαίτηση του αποβιώσαντος». Κατ' ακολουθία των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης στο σύνολό τους, το Δικαστήριο καταλήγει ότι πρόθεση του Αιτητή ήταν να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του Αποβιώσαντα και επειδή αυτός ήταν αποβιώσας κατά τον χρόνο καταχώρισής της, πρόθεση του ήταν να κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον της περιουσίας του, δια μέσου των προσωπικών αντιπροσώπων του που σύμφωνα με το νόμο την εκπροσωπούν[2], ώστε να αξιώσει από αυτήν την πληρωμή της ισχυριζόμενης σε αυτόν οφειλής του Αποβιώσαντα. Έτσι και έγινε, αφού η παρούσα αγωγή πρόδηλα στρέφεται εναντίον της περιουσίας του Αποβιώσαντα, με αναφορά όμως σε έναν από τους δύο διαχειριστές της, την Καθ' ης η αίτηση, η οποία, δεν προκύπτει να είχε οποτεδήποτε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτή (η αγωγή) αφορά ισχυριζόμενο χρέος του Αποβιώσαντα προς τον Αιτητή και ότι πρόθεση του τελευταίου ήταν να ενάξει με αυτήν την περιουσία του με σκοπό την είσπραξη του ισχυριζόμενου χρέους. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από μία ανάγνωση του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης στο σύνολό τους και οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης τους θα αντιλαμβανόταν ότι η παρούσα αγωγή αφορά χρέος του Αποβιώσαντα και ότι ουσιαστικά στρέφεται κατά της περιουσίας του. Το ότι στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος και στην Έκθεση Απαίτησης εμφανίζεται το όνομα μόνο ενός εκ των δύο διαχειριστών της περιουσίας του Αποβιώσαντα δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω συμπεράσματα, ούτε η επιτυχία της Αίτησης θα συνεπάγεται την προσθήκη νέου διαδίκου (ή την υποκατάσταση διαδίκου με άλλο) ως εναγόμενου, αφού με αυτήν, ό,τι, στην πραγματικότητα, επιδιώκεται είναι να διορθωθεί ο τίτλος της αγωγής δια της προσθήκης της συνδειαχειριστού της περιουσίας του Αποβιώσαντα, ώστε να καταγραφεί με τον ορθό τρόπο ο ήδη εναχθείς εναγόμενος. Τούτο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνιστά απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) του υφιστάμενου, κατά τα άλλα, εναγόμενου, που στην ουσία δεν είναι άλλος από την περιουσία του Αποβιώσαντα, ώστε αυτή να εκπροσωπείται στην παρούσα υπόθεση με τον ορθό τρόπο, από όλους δηλαδή τους διαχειριστές της. Επομένως, με τον δέοντα σεβασμό, δεν γίνεται δεκτή η θέση που, χωρίς παραπομπή σε οποιαδήποτε αυθεντία, προβάλλεται στην αγόρευση της Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής έπρεπε να αιτηθεί την μετατροπή της ήδη υπάρχουσας Εναγόμενης ως εναγόμενης 1 και την προσθήκη της Λειβαδιώτη ως εναγόμενης 2 αφού, εν προκειμένω, τα δύο αυτά πρόσωπα αποτελούν μαζί τους διαχειριστές της περιουσίας του Αποβιώσαντα, και είναι έτσι που επιζητείται να εμφανίζονται στον τίτλο της αγωγής, υπό την αντιπροσωπευτική τους αυτή ιδιότητα (ως οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του Αποβιώσαντα), χωρίς κάποιος από αυτούς να επιχειρείται να εναχθεί στην αγωγή γιατί έχει διαφορετική ή κάποια επιπρόσθετη ιδιότητα από τον άλλο[3]. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) του εναγόμενου και ότι, συναφώς, δικαιοδοτικό πλαίσιο παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.25 Θ.1 για την εξέταση της αιτούμενης τροποποίησης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα ανεξαρτήτως του ζητήματος που τίθεται με την ένσταση περί παραγεγραμμένης απαίτησης, ζήτημα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση αφού η Λειβαδιώτη επιχειρείται να εναχθεί όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα αλλά μόνο υπό την ιδιότητα της ως συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Συνακόλουθα, οι θέσεις που υποβάλλονται με την αγόρευση της Καθ' ης η αίτηση περί αβάσιμης ή αντινομικής Αίτησης ως επίσης και η θέση που προβάλλεται ότι με την Αίτηση επιζητείται η έκδοση διατάγματος επί ματαίω λόγω παραγεγραμμένης απαίτησης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2015 και το αντικείμενο της διαφοράς που αφορά υπερβαίνει τις €10.000, για την εξέταση του πιο πάνω αιτήματος τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η παλαιά Δ.25 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου προβάλλεται στην Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 (η οποία υιοθετήθηκε και από μεταγενέστερη νομολογία[4]), όπου αναφέρεται πως: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στη βάση της προαναφερθείσας, πάγιας, νομολογίας το πρώτιστο ερώτημα που εγείρεται για το Δικαστήριο σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου, είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι «αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών». Στην υπό κρίση περίπτωση, με δεδομένο ότι η αγωγή αφορά ισχυριζόμενο χρέος του Αποβιώσαντα και στρέφεται ουσιαστικά κατά της περιουσίας του, και με δεδομένο επίσης ότι οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του Αποβιώσαντα και εκπρόσωποι της περιουσίας του είναι δύο πρόσωπα, ως από κοινού διαχειριστές της, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των θεμάτων και της ουσίας της διαφοράς που εγείρεται με την παρούσα αγωγή (το κατά πόσο δηλαδή ο Αποβιώσαντας όφειλε το ποσό που διεκδικείται εναντίον της περιουσίας του με την παρούσα αγωγή), αφού, όπως προκύπτει από το Annual Practice 1958, σελ. 336, όλοι οι διαχειριστές της περιουσίας προσώπου που απεβίωσε εμπίπτουν στην έννοια του αναγκαίου διαδίκου που, με βάση τον γενικό κανόνα, πρέπει να είναι διάδικοι, είτε ως ενάγοντας είτε ως εναγόμενος. Όπως προειπώθηκε, τούτο είναι που ουσιαστικά επιδιώκεται με την Αίτηση, δηλαδή την διόρθωση του τίτλου της αγωγής (με ανάλογη διόρθωση και της Έκθεσης Απαίτησης) δια της προσθήκης της συνδειαχειριστού της περιουσίας του Αποβιώσαντα, ώστε να καταγράφεται με τον ορθό τρόπο ο ήδη εναχθείς εναγόμενος. Περαιτέρω, αν η Αίτηση εγκριθεί θα αποτραπεί η πολλαπλότητα διαδικασιών για την επίλυση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, η οποία ενδέχεται να δημιουργηθεί σε περίπτωση απόσυρσης της παρούσας αγωγής και έγερσης νέας από τον Αιτητή «με όποιους διαδίκους ο ίδιος επιθυμεί», ως η εισήγηση που περιλαμβάνεται στην αγόρευση της Καθ' ης η αίτηση. Είναι, συναφώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία εφόσον ό,τι επιδιώκεται, δικογραφικά, να προστεθεί δεν αποτελεί παρά απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) του εναγόμενου ώστε να συμπεριληφθεί το όνομα της συνδειαχειριστού της περιουσίας του Αποβιώσαντα, κάτι που συναρτάται άμεσα με τον προσδιορισμό και την επίλυση της ουσίας της διαφοράς εφόσον έτσι η περιουσία του Αποβιώσαντα, εναντίον της οποίας ουσιαστικά στρέφεται η παρούσα αγωγή, θα μπορεί να εκπροσωπείται με τον ορθό τρόπο, από όλους δηλαδή τους διαχειριστές της, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγεται το ενδεχόμενο δημιουργίας περαιτέρω διαδικασιών προς επίτευξη του ίδιου σκοπού που η παρούσα αγωγή αφορά, χωρίς, παράλληλα, η υπόθεση να επιβαρύνεται μέσω της αιτούμενης τροποποίησης με την προσθήκη νέας βάσης αγωγής. Το Δικαστήριο, δεν αποδέχεται την θέση που επίσης προβάλλεται στην αγόρευση της Καθ' ης η αίτηση ότι η Αίτηση δεν είναι δίκαιο να εγκριθεί επειδή η εναγόμενη περιορίστηκε με την υπεράσπιση της να προβάλει την πιο πάνω προδικαστική ένσταση, χωρίς να προβάλει και άλλες υπερασπίσεις που είχε, προς εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου αλλά και εξόδων. Η προβαλλόμενη ύπαρξη και άλλων υπερασπίσεων καθώς και ο προβαλλόμενος λόγος που αυτές δεν συμπεριλήφθηκαν στην υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης αποτελούν θέσεις οι οποίες δεν εγείρονται ούτε υποστηρίζονται από το περιεχόμενο της ένστασης και, έτσι, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ό,τι γενικόλογα αναφέρεται στην ένσταση είναι ότι «η απαίτηση είναι παραγεγραμμένη», χωρίς η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει να αναφέρει οτιδήποτε άλλο προς υποστήριξη της θέσης αυτής ενώ η αγόρευση των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση δεν προσδιορίζει εκείνες τις πρόνοιες του Νόμου που, με αναφορά και στα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, θα μπορούσαν να στηρίξουν μία τέτοια θέση. Κατά συνέπεια, η πιο πάνω θέση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Εκτός του ότι δεν έχει καταδειχθεί στην υπό κρίση περίπτωση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι δίκαιο να επιτραπεί, δεν έχει, επίσης, καταδειχθεί ότι η επιτυχία της Αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη ή δυσμενή επηρεασμό στην αντίδικη πλευρά, ούτε διαπιστώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αιτούμενης τροποποίησης σε συνάρτηση με τους λόγους που προβάλλονται προς αιτιολόγησή της βρίσκονται στο επίκεντρο των θέσεων αλλά και της επιχειρηματολογίας της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση, ως οι περιστάσεις εκείνες που αναδεικνύουν κακοπιστία από πλευράς Αιτητή. Ο παράγοντας καθυστέρηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, όμως δεν είναι αφ' εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση. Εν προκειμένω, μπορεί η Αίτηση να καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 6 ½ ετών από την καταχώριση της υπεράσπισης από πλευράς Καθ' ης η αίτηση και 6 μήνες μετά την καταχώριση της αίτησης για προεκδίκαση της προδικαστικής της ένστασης, δεν παραγνωρίζεται, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αίτηση υποβλήθηκε σε χρόνο που δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής, όταν (όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει) το λάθος ως προς τα πρόσωπα που διορίστηκαν ως διαχειριστές της περιουσίας του Αποβιώσαντα επιβεβαιώθηκε με το διάταγμα που επισυνάπτεται στην αίτηση για προεκδίκαση της προδικαστικής ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, ημ. 13/10/
  1. Ούτε, από την άλλη, παραγνωρίζεται ότι ενώ με την υπεράσπιση της η Καθ' ης η αίτηση προέβαλε, ως προδικαστική ένσταση, αμφισβήτηση της δυνατότητας να ενάγεται στην παρούσα αγωγή λόγω του ότι διαχειριστές της περιουσίας του Αποβιώσαντα ήταν η ίδια μαζί με την Λειβαδιώτη, εγείροντας, έτσι, δικογραφικά, ζήτημα ορθής ύπαρξης διαδίκου ή μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την προεκδίκαση του μόλις στις 13/10/2021, στον ίδιο δηλαδή περίπου χρόνο που καταλογίζει στην πλευρά του Αιτητή ότι καθυστέρησε να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση. Εφόσον η ρηθείσα αίτηση (για την οποία οι εκατέρωθεν τοποθετήσεις φαίνεται να συγκλίνουν στο ότι αυτή αποτέλεσε και την αιτία που ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης[5]) δεν καταχωρήθηκε προηγουμένως, και με δεδομένη την σχετική νομολογία ότι προδικαστική απόρριψης αγωγής, για οποιονδήποτε από τους πιο πάνω λόγους, κατά τα προβλεπόμενα της Δ.27, δεν μπορεί να απασχολήσει κατά την δίκη[6], η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί με αναφορά στον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης να επικαλείται εν προκειμένω την όποια καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης για τροποποίηση, ως λόγο για απόρριψή της (βλ. την Χαρικλείδη ανωτέρω). Με αυτά ως υπόβαθρο και χωρίς, περαιτέρω, να παραγνωρίζονται τα όσα ακολούθησαν από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης ημ. 13/10/2021 (ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου, στον οποίο το Δικαστήριο έχει ανατρέξει αντλώντας ταυτόχρονα πληροφόρηση[7]), δεν θεωρώ ότι, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, η Αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού αυτή υποβλήθηκε σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την καταχώριση της αίτησης ημ. 13/10/2021 ενώ με αυτήν προσφέρθηκε κάποια βάσιμη εξήγηση προς αιτιολόγηση του χρόνου κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση αφού, όπως ο Αιτητής αναφέρει, από καλόπιστο λάθος έδωσε λανθασμένες οδηγίες στο δικηγόρο «μη γνωρίζοντας το γεγονός ότι στο διάταγμα που εξεδόθη στην Αίτηση διαχείρισης 130/2013, διαχειρίστριες της περιουσίας του Γεώργιου Χούλη είναι οι Γιώτα Καλλή Χούλη και η Χρύσω Λειβαδιώτη. Το λάθος μου επιβεβαιώθηκε όταν η εναγόμενη καταχώρισε την αίτηση για προεκδίκαση του ζητήματος αυτού και επεσύναψε το διάταγμα διαχείρισης.». Περαιτέρω, με δεδομένη (όπως προαναφέρθηκε) την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης σε συνάρτηση και με την εξήγηση που δόθηκε από πλευράς Αιτητή τόσο για το πώς προέκυψε το λάθος που με αυτήν επιδιώκεται εν προκειμένω να διορθωθεί όσο και για το χρόνο που η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε, η όποια παράλειψη της πλευράς του Αιτητή να την υποβάλει νωρίτερα με αναφορά και στο χρόνο που ζήτησε για να τοποθετηθεί στην αίτηση ημ. 13/10/2021 δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, στο συμπέρασμα που διατυπώνει η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι η Αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα, τη στιγμή μάλιστα που η Αίτηση καταχωρήθηκε σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την καταχώριση της αίτησης ημ. 13/10/2021 και ενώ δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι ο Αιτητής είχε με οποιοδήποτε τρόπο προηγουμένως επιβεβαιώσει το αναφερόμενο λάθος του ή ότι είχε στη διάθεσή του πριν από την καταχώριση της αίτησης ημ. 13/10/2021 αντίγραφο του διατάγματος διαχείρισης, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποκαλύφθηκε στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης που καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στις 05/05/
  2. Ούτε διαπιστώνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει στην αντίδικη πλευρά οποιαδήποτε αδικία ή βλάβη, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή εξόδων, ιδιαιτέρως αφού το αίτημα υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης ενώ με αυτήν δεν μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο η βάση της αγωγής αλλά επιδιώκεται να καταγραφεί με τον ορθό τρόπο ο ήδη εναχθείς εναγόμενος. Εν πάση περιπτώσει, το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο συνιστά κυρίαρχο παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward ανωτέρω), συνηγορεί, υπό τις περιστάσεις, υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης, εφόσον αυτή είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, χωρίς εν τω μεταξύ να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, δίδοντας παράλληλα την ευκαιρία στο Δικαστήριο να απονέμει αποτελεσματικά δικαιοσύνη, αποφασίζοντας επί της ουσίας της εν λόγω διαφοράς, υπό το φως της σχετικής μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί κατά τη δίκη, χωρίς, εν τω μεταξύ, να διαπιστώνεται η πρόκληση οποιασδήποτε αδικίας ή επηρεασμού των δικαιωμάτων της αντίδικης πλευράς από την αιτούμενη τροποποίηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ως εκ των ανωτέρω, και έχοντας αποτιμήσει κάθε σχετικό παράγοντα, κρίνω ότι η Αίτηση είναι δικαιολογημένη και, συναφώς, εγκρίνεται. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της Αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, το οποίο να ζητηθεί σήμερα, και αντίγραφο αυτού να επιδοθεί στην συνδιαχειρίστρια Χρύσω Λειβαδιώτη και να επιδοθεί/παραδοθεί και στον συνήγορο υπεράσπισης στην αγωγή. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης από πλευράς της Εναγομένης διαχείρισης, αν θεωρηθεί από αυτήν ότι δεν καλύπτεται από την υφιστάμενη, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση/παράδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τυχόν απάντηση στην τυχόν τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 5 ημερών. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως επίσης και εκείνα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρος Λάμπρου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1092. [2] Όπως είναι καλά θεμελιωμένο, τέτοια πρόσωπα είναι οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του Αποβιώσαντα - οι διαχειριστές της περιουσίας του (βλ. Άρθρο 34
(7)Κεφ. 189, Ahmet Mehmet Emin v. Turkish Bank of Nicosia Ltd and others
(1963)2 C.L.R. 74, The Heirs of the Late Theodora Panayi v. The Adm, Of the Estate of the Late Stvlianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Φιλίππου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448 και Annual Practice 1958, σελ. 336). [3] Τέτοια, επί παραδείγματι, ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Βαθούλλα Δημήτρη Δημητριάδη προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Δημήτρη Ανδρέα Δημητριάδη, αποβιώσαντος
(2013)1 ΑΑΔ 1133. [4] Βλ. Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2138, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 58/12 ημ. 04/03/2013, Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.α., Πολ. Εφ. 137/13 και 138/13 ημ. 20/03/2014, ECLI:CY:AD:2014:A205 και άλλες. [5] Βλ. παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και σελ. 3 παράγραφος (δ) της αγόρευσης από πλευράς Καθ' ης η αίτηση. [6] Βλ. Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους Εξαρτώμενούς τους (απόφαση πλειοψηφίας), Πολ. Έφεση 168/2010 ημ.. 24/02/2016, ECLI:CY:AD:2016:D117. [7] Βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1938 και Καραβίας v. Σταύρου
(2012)1 (A) Α.Α.Δ 469. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.